← Κύπρος

PEGASOS REFRIGERATORS INDUSTRY LTD ν. B4B CARE LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 23477/2013, 10/9/2019

PEGASOS REFRIGERATORS INDUSTRY LTD ν. B4B CARE LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 23477/2013, 10/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 23477/2013 PEGASOS REFRIGERATORS INDUSTRY LTD Παραπονούμενη -εναντίον-

  1. B4B CARE LTD
  2. ***** ΖΑΧΑΡΙΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 10/09/2019 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κ. Σταύρος Σταυρινίδης (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ........................) Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Έκτορας Ζαχαράκης (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ........................) Κατηγορούμενος 2, Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Η αυτουργία αποδίδεται στην Κατηγορούμενη
  3. Ο Κατηγορούμενος 2, κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 στην διάπραξη του αδικήματος. Σε σχέση με αυτήν, ο Κατηγορούμενος 2, ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος της και το πρόσωπο που είχε δικαίωμα διαχείρισης του τραπεζικού λογαριασμού της από τον οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο
  4. Έκαστος, αντιμετωπίζει μία κατηγορία για το σχετικό, ως προαναφέρθηκε, αδίκημα. Από απόψεως γεγονότων, είναι, προκύπτει, παραδεκτό από τους διαδίκους, ότι, η Κατηγορούμενη 1, μέσω του Κατηγορουμένου 2, εξέδωσε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 11, την οποία εξέδωσε επί της Τράπεζας Κύπρου, αξίας €4.343,
  5. Επίσης παραδεκτό από τους διαδίκους, είναι το γεγονός ότι, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 11, εξεδόθη από την Κατηγορούμενη 1 προς την Παραπονούμενη, ως ανωτέρω, στο πλαίσιο της συνεργασίας των δύο, εφόσον η Παραπονούμενη, παρείχε στην Κατηγορούμενη 1, υπηρεσίες συντήρησης του συστήματος ψύξης των ψυγείων και ψυκτικών θαλάμων στην υπεραγορά της. Επίσης, παραδεκτό, είναι και το γεγονός, ότι, σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 11, η Κατηγορούμενη 1, μέσω του Κατηγορουμένου 2, στις 19/06/2013, έδωσε οδηγίες στην Τράπεζα Κύπρου, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11, επικαλούμενη «διαφορά λογαριασμού». Βλ., το Τεκμήριο
  6. Οι θέσεις των διαδίκων, σε ότι αφορά τα γεγονότα, διίστανται, σε ότι αφορά ουσιαστικά, το εξής. Η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 11, εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 και της παραδόθηκε, στις 03/06/2013, προς εξόφληση του υπόλοιπου λογαριασμού, που η Παραπονούμενη διατηρούσε σε ότι αφορούσε τις συναλλαγές της με την Κατηγορούμενη 1, Τεκμήριο
  7. Συναφώς, η Παραπονούμενη ισχυρίζεται, ότι, όποτε καλείτο από την Κατηγορούμενη 1 για τις υπηρεσίες της, εκδίδετο δελτίο εξωτερικής κλήσης και τεχνικό συνεργείο της επισκεπτόταν την Κατηγορουμένη 1 και εκτελούσε τις εργασίες που της ζητείτο ή απαιτούντο. Ακολούθως, εκδιδόταν, σχετικά με αυτές, αναφορά εξυπηρέτησης πελάτη («customer service report»), που εγκρινόταν από την Κατηγορούμενη 1 με υπογραφή αντιπροσώπου της, στην βάση του οποίου, στην συνέχεια, εκδιδόταν από την Παραπονούμενη το τιμολόγιο χρέωσης της Κατηγορουμένης 1 για τις υπηρεσίες της (βάσει των τιμών προσφοράς των υπηρεσιών της, γενικά), και γίνονταν στην κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 και οι σχετικές καταχωρήσεις, αναλόγως και των πληρωμών της Κατηγορουμένης 1 προς εξόφληση της τιμολόγησης της ή έναντι αυτής ή του λογαριασμού χρέους της, κάθε φορά. Πληρώνοντας, η Κατηγορούμενη 1, ελάμβανε από την Παραπονούμενη και απόδειξη είσπραξης. Στο αντίποδα, η Κατηγορούμενη 1, ισχυρίζεται ότι, η Παραπονούμενη, λόγω συμφωνίας στην οποία προσήλθε με την Κατηγορούμενη 1, δια του διευθυντή της ***** Παντελή, προπληρωνόταν κατά καιρούς ή κάθε φορά που η Κατηγορούμενη 1 την καλούσε για τις υπηρεσίες της, ένα ποσό, χωρίς να ήταν βέβαιο ποιο θα ήταν τελικά το κόστος των εργασιών, επειδή ήθελε η πληρωμή της να ήταν διασφαλισμένη. Οι προπληρωμές της Παραπονούμενης, υποστηρίζει, γίνονταν, ώστε η Παραπονούμενη να παρείχε στην Κατηγορούμενη 1 τεχνική υποστήριξη, λόγω υποψίας του διευθυντή της Παραπονούμενης, ***** Παντελή, ότι η Κατηγορούμενη 1 σχετιζόταν με τον επιχειρηματία ***** Ορφανίδη, του οποίου δεν είχε εμπιστοσύνη σε ότι αφορούσε την πιστοληπτική του ικανότητα και λόγω υφιστάμενων χρεών της επιχείρησης του προς την Παραπονούμενη. Ως εκ τούτου, η τιμολόγηση της Κατηγορούμενης 1, γινόταν μετά την εργασία που εκτελούσε και ενώ είχε ήδη προπληρωθεί κάποια ποσά. Το ποσό της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11, η Παραπονούμενη το προπληρώθηκε από 30/05/2013, -το έλαβε ως μέρος της συνολικής πληρωμής για την τεχνική υποστήριξη που παρείχε ή και θα παρείχε στην Κατηγορούμενη 1, ως ανωτέρω- και δεν δικαιούταν να το πληρωθεί, εξ ου και η ανάκληση της εντολής πληρωμής της από την Κατηγορούμενη 1, Τεκμήριο 20, επειδή είχε προκαλέσει ζημιά στο σύστημα ψύξης των ψυγείων και ψυκτικών θαλάμων στην υπεραγορά της Κατηγορούμενης 1 (λόγω υπερφόρτωσης των κομπρεσόρων του με λάδι), την οποία είχε κληθεί να επιδιορθώσει, πράγμα που όμως αρνήθηκε ή παρέλειψε να πράξει. Για την υπόθεση της Παραπονούμενης, στο Δικαστήριο κατέθεσαν οι ακόλουθοι μάρτυρες: ο ***** Μηνά (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), η ***** Πισίλη (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ2»), ο ***** Τζιωρτζιή (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3») και ο ***** Χατζημιχαήλ (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ4»). Από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2, μετά την κλήση τους από το Δικαστήριο σε απολογία, κατέθεσε μόνον ο Κατηγορούμενος 2, ενόρκως. Οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3, είναι εργοδοτούμενοι της Κατηγορούμενης
  8. Ο ΜΚ1, είναι ο Οικονομικός της Διευθυντής, η ΜΚ2, είναι η Υπεύθυνη, Συντονίστρια του Τεχνικού Τμήματος της Παραπονούμενης και ο ΜΚ3, είναι μηχανολόγος μηχανικός και Γενικός Διευθυντής της Παραπονούμενης. Ο ΜΚ4, είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, στην Μονάδα Επιχειρήσεων. Προτού όμως αναφερθώ στην προσκομισθείσα μαρτυρία, θα παραθέσω τα όσα από νομικής απόψεως είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης. Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-

(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκου, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκου, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, N.C. Diamonds Co. Ltd v Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α.,
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Δαμιανού ν Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, 31/10/2018, Χατζηαργυρου ν Pamporides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, 17/04/2019, Ευθυμίου ν Mavanel, Ποινική Έφεση Αρ. 230/2017, 08/07/2019. Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Στην υπόθεση αυτή, όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τις οδηγίες που η Κατηγορούμενη 1 έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου, Τεκμήριο 20, στις 19/06/2013, για να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11, ο λόγος ήταν «διαφορά λογαριασμών». Τίποτα που να παραπέμπει, σε παράβαση προφορικής σύμβασης ή συμφωνίας ή κακής ποιότητας εργασία από πλευράς Παραπονούμενης, όπως υποστήριξε με την μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος
  1. Όπως πολύ ορθά υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο 2, κατά την αντεξέταση του, και δεν ικανοποίησε με την απάντηση του, η αναφορά «διαφορά λογαριασμού», παραπέμπει σε διαφορά, σχετικά με ποσό που οφείλεται για κάποια υπηρεσία που παρασχέθηκε -δηλαδή, σχετικά με κάποια σχετική με αυτήν αριθμητική πράξη- και σε καμία περίπτωση δεν παραπέμπει σε διαφορά σχετικά με υπηρεσία που προπληρώθηκε αλλά δεν παρασχέθηκε κατά παράβαση συμφωνίας ή σύμβασης. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση του, όσο και κατά την αντεξέταση του, ο Κατηγορούμενος 2, επιχείρησε, -αντιλαμβανόμενη, προφανώς, η πλευρά των Κατηγορουμένων 1 και 2, ότι αυτό το δεδομένο έπρεπε με κάποιο τρόπο να επεξηγηθεί και η προκύψασα αντίφαση δικαιολογηθεί-, να συνδέσει τους ισχυρισμούς του για τα επίδικα γεγονότα, με τον προαναφερόμενο λόγο που παρουσιάζει η οδηγία της Κατηγορουμένης 1 προς την Τράπεζα Κύπρου, Τεκμήριο 20, ημερομηνίας 19/06/2013, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11, ο οποίος δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Δεν με ικανοποίησε όμως με την μαρτυρία του. Πολύ χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του της αντεξέτασης του. Ανέφερε, ο Κατηγορούμενος 2, μετά από σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε: «E. Με την επιταγή τη συγκεκριμένη προς την Pegasos; A. Είχε εκδοθεί η συγκεκριμένη επιταγή για συγκεκριμένες εργασίες, οι οποίες όχι μόνο δεν εκτελέστηκαν, είχαν αφήσει και μιαν τεράστια ζημιά, την οποία θα έρχονταν να δουν. E. Κύριε μάρτυς, η διαφορά λογαριασμού ξέρετε τι είναι; Εγώ λαλώ ότι χρωστάς μου €5.000 και εσύ λαλείς ότι όχι, είναι €3.000 και άρα έχουμε διαφορά στο ποσό. Εσείς ξέρετε τι εκάματε; Όταν εκδώσατε την επιταγή, που ήταν μεταχρονολογημένη, συμφωνήσατε για το ποσό και απλώς μετά εντοπίσατε το πότε θα είχε πληρωθεί. Άρα, ποια είναι αυτή η διαφορά λογαριασμού, στην οποία αναφέρεστε; A. Ούτε συμφωνήσαμε, ούτε λογαριαστήκαμε έτσι, ούτε συμφωνήσαμε τους λογαριασμούς, και τα τιμολόγια έχουν εκδοθεί εκ των υστέρων, οι επιταγές ήταν δύο, έχουν εκδοθεί 30/05 προς την Pegasos και ήταν μέσα στα πλαίσια της συνηθισμένης τακτικής να μας ζητά λεφτά, για να έχει μέσα κάποιο ποσό, όπως έλεγε, για να δουλεύει.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Δεν αντιλήφθηκα, ο λόγος ή ο τρόπος έκφρασης του Κατηγορουμένου 2, -που ήταν αυτός που έδωσε την προαναφερόμενη οδηγία της Κατηγορουμένης 1 προς την Τράπεζα Κύπρου, Τεκμήριο 20, ημερομηνίας 19/06/2013, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11-, ή η ικανότητα αντίληψης του των πραγμάτων, όπως τα εισέπραξα κατά την δίκη, ενός έμπειρου και μορφωμένου ανθρώπου, -όπως και ο ίδιος υποστήριξε και μπορούσε να διαπιστωθεί αυτό και μέσα από την μαρτυρία του-, να μπορεί να δικαιολογήσει την χρησιμοποίηση, ως λόγου, του προαναφερόμενου, που δεν απέδιδε, τα πραγματικά, κατά τον ουσιώδη χρόνο, περιστατικά. Από αυτό, καταδείχθηκε η ανειλικρίνεια του Κατηγορουμένου 2 προς το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, ο προαναφερόμενος λόγος, δεν δίδει στην Κατηγορούμενη 1, υπεράσπιση, με δεδομένους τους ισχυρισμούς που παρουσίασε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της (βλ. Ttozios Management Ltd v Κυριάκου, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016, Χατζηαργυρου ν Pamporides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, 17/04/2019, Ευθυμίου ν Mavanel, Ποινική Έφεση Αρ. 230/2017, 08/07/2019 ανωτέρω). Δεν είναι όμως μόνον αυτό το γεγονός που έχει πλήξει, για το Δικαστήριο, την αξιοπιστία του Κατηγορουμένου
  2. Έχουν παρατηρηθεί και τα εξής. Όπως προαναφέρθηκε, είναι παραδεκτό γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, έδωσε για την Κατηγορούμενη 1, την προαναφερόμενη οδηγία της Κατηγορουμένης 1 προς την Τράπεζα Κύπρου, Τεκμήριο 20, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11, στις 19/06/
  3. Παραδεκτό, είναι επίσης, και το γεγονός, ότι, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 11, ήταν πληρωτέα, στις 30/07/
  4. Δηλαδή, έναν και πλέον μήνα μετά. Και ενώ η Κατηγορούμενη 1 έχει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα γεγονότα, ανακαλέσει την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 11, από 19/06/2013, παρουσιάζει, μέσω του Κατηγορουμένου 2, προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους, την επιστολή της προς την Παραπονούμενη, Τεκμήριο 18, ημερομηνίας 26/06/2013, -που επακολούθησε, δηλαδή, χρονικά, της προαναφερόμενης εντολής της- στην οποία αναφέρεται ότι, «. είμαι στην δυσάρεστη θέση να παγιοποιήσω κάθε πληρωμή σας μέχρι να επιλύσετε τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί .», -ότι, δηλαδή, τότε [χρονικά] θα προχωρούσε με οδηγίες προς την Τράπεζα Κύπρου, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11- όταν, κατά τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου 2 κατά την δίκη, -κατά την κυρίως εξέταση του-, για αυτό το γεγονός, είχε ήδη ενημερώσει προφορικά ότι ήδη το είχε πράξει -δηλαδή, ανακαλέσει την εντολή της Κατηγορουμένης 1 πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11-. Αντιφάσεις, που, αν οι ισχυρισμοί των Κατηγορουμένων 1 και 2 ευσταθούσαν πραγματικά, δεν θα πρόκυπταν. Ανέφερε, ο Κατηγορύμενος 2, χαρακτηριστικά, τα εξής: «. Μιλούσα με τη μάρτυρα 1 σχεδόν καθημερινώς και με τον μηχανολόγο, του οποίου πραγματικά ξέχασα το όνομα του τότε αλλά συζητούσα με τη μάρτυρα 1 και τον μηχανολόγο και μίλησα 2 - 3 φορές μαζί του και όταν δεν γινόταν η δουλειά άρχισα προσωπικά να ενοχλώ και να ζητώ από τον κύριο XXXXX να έρθει ένα νούσιμο τεχνικό συνεργείο, για να λύσει το πρόβλημα. Τίποτε όμως. Οπότε, ενημέρωσα τον κύριο XXXXX ότι κύριε XXXXX, κοίταξε να δεις, έχεις παράπονα από εμάς; Μου είπε ότι όχι δεν έχω. Του λέω, τότε γιατί δεν έρχεστε να σάσετε το σύστημα; Του είπα, κοίταξε να δεις XXXXX, αν δεν έρθετε έχω μιαν επιταγή, την οποίαν σας έχουμε δώσει για υπηρεσίες, τις οποίες είτε μας προσφέρατε είτε θα προσφέρετε, και θα την ανακαλέσω. Τίποτε. Ανακάλεσα την επιταγή, τους ενημέρωσα και πάλι τίποτε. Στη συνέχεια έστειλα και επιστολή γραπτή με υπόδειξη προς τον κύριο Παντελή.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Αίσθηση άλλωστε προκαλεί και το γεγονός, ότι, η Κατηγορούμενη 1, δια της προαναφερόμενης οδηγίας της προς την Τράπεζα Κύπρου, Τεκμήριο 20, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11, στις 19/06/2013, έδινε ταυτόχρονα και οδηγία για ανάκληση της εντολής πληρωμής και μίας άλλης επιταγής, με δικαιούχο κάποιο άλλο πρόσωπο -την επιταγή με αρ. *****73, αξίας €10.575,62-, για ακριβώς τον ίδιο λόγο. Δηλαδή, «διαφορά λογαριασμών». Δεν είναι, κατά την κρίση μου, λογικό, ο Κατηγορούμενος 2, να υπάρχει όλο αυτό το ιστορικό το οποίο ισχυρίστηκε, εκκλήσεων και παρατηρήσεων του προς την Παραπονούμενη μέσω των αντιπροσώπων της, που τον ανάγκασαν να ανακαλέσει, για την Κατηγορούμενη 1, την εντολή πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11, να αποφασίσει ότι έπρεπε να το πράξει, αρχικά να το πράττει, χωρίς να δώσει καν λόγο για την απόφαση του, και μεταγενέστερα, όταν ο ΜΚ4 τον πληροφόρησε περί της αναγκαιότητας γραπτής προς τούτο δικαιολογίας, να προχωρεί με την παράθεση του προαναφερόμενου λόγου, χειρόγραφα επί της οδηγίας, Τεκμήριο 20, ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11, με αναφορά που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τα πραγματικά περιστατικά που ισχυρίζεται και η οποία, συμπωματικά, μπορεί να δικαιολογήσει την εντολή ανάκλησης της εντολής πληρωμής και κάποιας άλλης επιταγής, ως ανωτέρω. Αντεξεταζόμενος για το ζήτημα αυτό, ο Κατηγορούμενος 2, ανέφερε τα εξής. Ήταν όμως έκδηλα αμήχανος, καθότι, όπως τον εξέλαβα, αντιλαμβανόταν πλήρως το παράλογο του εν λόγω ισχυρισμού του. Δεν έχω πεισθεί ότι είπε την αλήθεια: «E. Στην επιστολή όμως αναφέρεστε για αυτήν την επιταγή, που πάλι ήταν για διαφορά λογαριασμού. A. Τη δεύτερη επιταγή είχαμε ζητήσει από την Τράπεζα να την σταματήσει. Ήταν επιταγή την οποίαν εκδώσαμε εμείς από τη μιαν Εταιρεία, τη δική μας, στη συγκεκριμένη Εταιρεία, την ELOMAS και η Eταιρεία η συγκεκριμένη είχε εκδώσει σε εμάς αντίστοιχες επιταγές και για να μην πηγαινοέρχονται οι επιταγές, διότι η άλλη Εταιρεία είχε κάποιο πρόβλημα με τον λογαριασμό της, είπαμε να αποσύρουμε την επιταγή, για να κάμουμε συμψηφισμό των λογαριασμών.». Ο Κατηγορούμενος 2, ισχυρίστηκε, ότι, η Παραπονούμενη, ενήργησε κατά τρόπο, που προκάλεσε τελικά να θέσει το σύστημα ψύξης των ψυγείων και ψυκτικών θαλάμων στην υπεραγορά της Κατηγορούμενης 1, εκτός λειτουργίας. Όπως υποστήριξε, τέθηκαν αρχικά εκτός λειτουργίας, δύο από τους κομπρεσόρους του συστήματος και στην συνέχεια, αφού για κάποια περίοδο το σύστημα υπολειτουργούσε, -δηλαδή, χωρίς την απαιτούμενη ψύξη για τα προϊόντα-, και όλοι οι υπόλοιποι [κομπρεσόροι]. Είχε, ως μηχανολόγος μηχανικός, ισχυρίστηκε, υποδείξει στους τεχνικούς και μηχανολόγο της Παραπονούμενης το πρόβλημα, -ότι δηλαδή, ήταν προβληματική η παγίδα του λαδιού-, αλλά αυτοί ενέμεναν στην δική τους διάγνωση, πρόσθεταν στο σύστημα λάδι, το υπερφόρτωσαν με λάδι, με το προαναφερόμενο αποτέλεσμα. Δεν μπορώ να αποδεχθώ, ότι, αυτό ήταν ένα δεδομένο, που κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε ή προβλημάτιζε τον Κατηγορούμενο 2, όταν δεν υπάρχει τίποτα που να τεκμηριώνει αυτό του τον ισχυρισμό. Ακόμη και στην επιστολή του για την Κατηγορούμενη 1, προς την Παραπονούμενη, Τεκμήριο 18, ημερομηνίας 28/06/2013, ο Κατηγορούμενος 2, δεν αναφέρει για αυτό. Σημειώνεται, ότι, με την εν λόγω επιστολή του, ο Κατηγορούμενος 2, καλεί την Παραπονούμενη, να στείλει εξειδικευμένο προσωπικό της «να εξετάσει το πρόβλημα». Αν το πρόβλημα ήταν γνωστό και πολλές φορές προφορικά ειπωμένο, λογικό είναι ότι θα το ανέφερε. Πολύ δε περισσότερο, όταν, όλα τα δελτία εξωτερικής κλήσης της Παραπονούμενης, Τεκμήρια από 2 έως και 9, φαίνεται να υπογράφτηκαν από πλευράς Κατηγορούμενης
  5. Αυτός, ήταν ένα ισχυρισμός της Παραπονουμένης, που δεν αμφισβητήθηκε. Εάν υπήρχε κάτι τέτοιο τότε προς συζήτηση, ή και παρατηρήσεις του Κατηγορουμένου 2 προς την Παραπονούμενη σχετικά, ο Κατηγορούμενος 2, πιο λογικό θα ήταν, ότι θα έδιδε οδηγίες σε αντιπροσώπους του, να μην τα υπογράφουν ή αποδέχονται, ή σε κάθε περίπτωση, αν αντιλαμβανόταν ότι γίνονταν αδικαιολόγητα αποδεκτά, θα προέβαινε σε κάποια παράσταση γραπτώς προς την Παραπονούμενη, εφόσον πλήρωνε μάλιστα τα όποια χρήματα του ζητούνταν προκαταβολικά, για να θέτει τα πράγματα στην πραγματική και ορθή τους βάση, -έχοντας δεδομένο και το προηγούμενο περιστατικό, όπου, η Κατηγορούμενη 1, πλήρωσε την απώλεια αερίου (μεγάλης αξίας σημειώνεται), εξ αιτίας ζημιάς που οι αντιπρόσωποι της Παραπονούμεης της, κατ' ισχυρισμό των Κατηγορουμένων 1 και 2, προκάλεσαν, αδιαμαρτύρητα. Κάτι που και πάλι δεν το βρίσκω λογικό. Κανένας επιχειρηματίας, δεν αποδέχεται να πληρώσει την ζημιά που του προκαλεί κάποιος άλλος, πόσο μάλλον να συνεχίζει την συνεργασία του μαζί του. Αν οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου 2 ευσταθούσαν, τότε, η Κατηγορούμενη 1 θα είχε από τότε, από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2013, ψάξει για τις σχετικές υπηρεσίες από άλλο πρόσωπο, όπως ισχυρίζεται ότι έπραξε τελικά, για να επιδιορθώσει το πρόβλημα. Έτερος ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, που προβληματίζει περαιτέρω, εφόσον, εκτός του ότι δεν παρουσιάστηκε τίποτα που να τεκμηριώνει ότι, η Κατηγορούμενη 1 επιδιόρθωσε την ισχυριζόμενη ζημιά της, -αναφέρθηκε, γενικά και ημιτελές ένα όνομα εταιρείας που κατ' ισχυρισμό του Κατηγορούμενου 2, διόρθωσε τους κομπρεσόρους-, όπως θα ήταν, για παράδειγμα, κάποια απόδειξη πληρωμής, σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του, αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρθηκε στο ποσό της ισχυριζόμενης ζημιάς της Κατηγορουμένης, κοστολογώντας την σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ2, που αναφέρθηκε στην αξία των κομπρεσόρων, και όχι στα λεφτά που η Κατηγορούμενη 1, πραγματικά κατέβαλε για την επιδιόρθωση του. Αυτό ήταν λογικό ότι θα πρόβαλλε, αν ήταν πραγματικότητα ο σχετικός ισχυρισμός του, και όχι οτιδήποτε άλλο. Εν τέλει, σημειώνεται, ότι, ο ισχυρισμός του ΜΚ3, ότι, κατ' εκείνη την περίοδο, ή αμέσως μετά, η επιχείρηση της Κατηγορούμενης 1, μεταφέρθηκε σε άλλα υποστατικά, αν και αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2, δεν αντικρούστηκε από τον Κατηγορούμενο 2 με την μαρτυρία του. Συνεπώς, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, για τα επίδικα ζητήματα, δεν γίνεται αποδεκτή. Σε αντίθεση με την μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3, η οποία, αν και παρουσιάζει αδυναμίες, αυτές κατά την άποψη μου, δεν οφείλονται σε ανειλικρίνεια. Αυτό άλλωστε, φαίνεται και από δεκτικότητα τους, συζήτησης θέσεων της υπεράσπισης, ακόμη και αποδοχής τους με επιφύλαξη, για τις οποίες δεν ήταν σίγουροι ή δεν είχαν πληροφόρηση ή δεν μπορούσαν να θυμηθούν, για τις οποίες τοποθετούνταν στην βάση των όσων γνώριζαν και στον βαθμό που μπορούσαν να θυμηθούν ή να έχουν άποψη, χωρίς να είναι απόλυτα αντίθετοι και απορριπτικοί, ακόμη και εάν αντιλαμβάνονταν, και το αντιλαμβάνονταν, ότι μπορεί να προκαλούσαν αβεβαιότητα για την ορθότητα ή βασιμότητα των δικών τους θέσεων. Οι τοποθετήσεις τους ήταν εύλογες, και ακόμη και εκεί που έρχονταν να αναιρέσουν μία αρχική τοποθέτηση τους, δεν εντοπίζεται ότι το έπρατταν κακόπιστα ή επειδή έλεγαν στο Δικαστήριο ψέματα. Άλλωστε, στο Δικαστήριο παρουσιάστηκαν και τα Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, που υποστηρίζουν την μαρτυρία έκαστου, σε κάποιο βαθμό. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία τους, σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα, για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Όπως επίσης αποδέχομαι και την μαρτυρία του ΜΚ4, του οποίου η μαρτυρία, εκτός του εντελώς ανεξάρτητου χαρακτήρα της, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και
  6. Είναι εύρημα μου, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, όντας γνώστης της μηχανολογίας, βρήκε ένα σημείο, τεχνικό, εύλογο υπό τις περιστάσεις, επί του οποίου θα μπορούσε να σταθεί η υπόθεση των Κατηγορουμένων 1 και 2, που όπως όμως έχω ήδη παρατηρήσει, δεν μπορεί στην βάση των περιστάσεων την υπόθεσης, να ευσταθεί πραγματικά. Οι ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, εντελώς απροετοίμαστοι, επειδή πραγματικά, ένα τέτοιο τεχνικό ζήτημα, ποτέ πραγματικά δεν προέκυψε και συζητήθηκε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, έδωσαν την μαρτυρία τους, στηριζόμενη στα έγγραφα της τότε εποχής, και αυτό ήταν πολύ λογικό, μη αποδεχόμενοι τις εν προκειμένω θέσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, τηρώντας όμως στάση δεκτική συζήτησης, έκπληκτοι ως τους εξέλαβα ότι ήταν, με τους ισχυρισμούς που προβάλλονταν από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και
  7. Από τα παραδεκτά και αποδεκτά γεγονότα, αποτελούν εύρημα του Δικαστηρίου τα εξής: Η Κατηγορουμένη 1, εξέδωσε, δια του Κατηγορουμένου 2, που έθεσε την υπογραφή του σε αυτήν, κατ' εξουσιοδότηση της, έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, ήτοι υπηρεσίες και υλικά της Παραπονουμένης που της πωλήθηκαν, την επιταγή αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, Τεκμήριο 11, με δικαιούχο πληρωμής της την Παραπονουμένη, η οποία, κατά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα (σύμφωνα με την σχετική εντολή δια της ημερομηνίας που αναγράφεται στο σώμα της, στις 30/07/2013), παρουσιάστηκε από την Παραπονούμενη στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας εκδόθηκε για σκοπούς πληρωμής της, στις 30/07/2013, και δεν εξοφλήθηκε, λόγω της προαναφερόμενης εντολής της Κατηγορουμένης 1, δια του Κατηγορουμένου 2, ημερομηνίας 19/06/2013, Τεκμήριο 20 για να μην πληρωθεί και σφραγίστηκε και υπογράφτηκε από την Τράπεζα Κύπρου σχετικά, στις 31/07/
  8. Συνεπώς, αφής στιγμής, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 11, δεν πληρώθηκε, η άνευ εύλογης αιτίας, ανάκληση της πληρωμής της από την Κατηγορουμένη 1, δια του Κατηγορουμένου 2, στις 19/06/2013, ως ανωτέρω, δικαιολογεί την καταδίκη της Κατηγορουμένης 1 στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, για το συγκεκριμένο αδίκημα. Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, από την παραδεκτή και αποδεκτή μαρτυρία, δεν υπάρχουν γεγονότα που θα δικαιολογούσαν αθώωση και απαλλαγή της Κατηγορουμένης 1, σε ότι αφορά την κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, βάσει της υπεράσπισης που προνοεί η επιφύλαξης του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154. Σημειώνοντας εδώ, πολύ επιγραμματικά, λόγω της προαναφερόμενης κατάληξης μου, ότι, ακόμη και αποδεκτή να γινόταν η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, και πάλι θεωρώ ότι, η Κατηγορουμένη 1, δεν θα μπορούσε να επιτύχει στην υπεράσπιση που προνοεί η επιφύλαξης του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, Και τούτο, επειδή, όπως έχει νομολογηθεί, η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής» (βλ. Ttozios Management Ltd v Κυριάκου, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016 και άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ανωτέρω). Και στην προκείμενη περίπτωση, όπως αναλυτικά ανέφερα κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2, ο λόγος της ανάκλησης που δόθηκε από την Κατηγορουμένη 1 στην Τράπεζα Κύπρου στις 19/06/2013, μέσω του Κατηγορουμένου 2, δια του Τεκμηρίου 20, δεν συνάδει με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ως ο Κατηγορούμενος 2 τα ισχυρίζεται. Ο Κατηγορούμενος 2, είναι ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, καθώς επίσης και το μοναδικό πρόσωπο που είχε εξουσιοδότηση της Κατηγορουμένης 1 να διαχειρίζεται τον λογαριασμού που κατά τον ουσιώδη χρόνο η Κατηγορουμένη 1 τηρούσε με την Τράπεζα Κύπρου, και από τον οποίο εκδόθηκε και η επίδικη επιταγή< Τεκμήριο 11. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος 2, εκ των πραγμάτων, ήταν ο ιθύνων νους και η θέληση της Κατηγορουμένης 1. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος 2, κατηγορείται βάσει του Άρθρου 20 του Κεφ. 154, ως συνεργός της Κατηγορουμένης 1 στη διάπραξη του αδικήματος του Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Η νομική ευθύνη συνεργού, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά πρόσφατα, στην υπόθεση Γρηγορίου Β.Ε. Λτδ ν Ορφανίδη Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 274/2015, 25/01/2019, όπου με αναφορά και στην προγενέστερα εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2018, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παρπαρίνου, αναφέρθηκαν [από την Πλειοψηφία] τα εξής: «Στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018 έγινε πλήρης ανάλυση της νομικής ευθύνης συνεργού, εν προκειμένω της υπογραφής επιταγής από Διευθυντή/Εκτελεστικό Πρόεδρο/Σύμβουλο εταιρείας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό μέρος: "Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17 τονίστηκε ότι, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος, όσο και η αδιαφορία ή η απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness) συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης. Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά και στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Prosecutor
(2003)2 LRC 658, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης έκρινε ότι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι εταιρείας έχουν καθήκον να ενεργούν έντιμα, και με εύλογη επιμέλεια. Στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. xxx Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/14, ημερ. 23.10.15, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή, εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου και ότι η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση. Κρίθηκε, στην υπόθεση εκείνη, ότι και οι δύο Εφεσείοντες, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν, θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε. Στις πολύ πρόσφατες αποφάσεις στις υποθέσεις METRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017 και Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18, επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Ιωαννίδης και Θεοχάρους (ανωτέρω). Στην υπόθεση Gilmartin (ανωτέρω), στην οποία ακολουθήθηκε η υπόθεση Reg. v. Charles
(1977)A.C. 177 (που ήταν ποινικές υποθέσεις), τονίστηκε ότι η έκδοση μιας επιταγής εξυπακούει, πρώτον, ότι ο εκδότης έχει λογαριασμό σε τράπεζα, δεύτερον, ότι έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή για το συγκεκριμένο ποσό και, τρίτον, ότι η επιταγή, όπως συμπληρώθηκε, συνιστά έγκυρη διαταγή (προς την τράπεζα) για την πληρωμή του ποσού της επιταγής. Το τελευταίο στοιχείο περιλαμβάνει, εξυπακουόμενα, και τη διαβεβαίωση ότι η οικονομική κατάσταση του εκδότη είναι τέτοια ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επιταγή θα τιμηθεί, κατά την ημερομηνία της παρουσίασης της (που είναι πληρωτέα)." . Η υπογραφή και έκδοση μιας επιταγής εταιρείας, με αδιαφορία (recklesness) εκ μέρους του Διοικητικού ή Εκτελεστικού Σύμβουλου-Διευθυντή που την υπογράφει και την εκδίδει, ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καταστεί πληρωτέα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπάρχουν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της, για την πληρωμή της (όπως ήταν η παρούσα περίπτωση), ικανοποιεί το απαραίτητο νοητικό στοιχείο (mens rea) του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Ο Διοικητικός Σύμβουλος-Διευθυντής, σε τέτοια περίπτωση, υπέχει ποινική ευθύνη, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ως ο «Εκδότης». (Βλ. Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18).». Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος 2, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, ο ιθύνων νους και η θέληση της Κατηγορουμένης 1 και αυτός είχε προβεί στις συμφωνίες για την παροχή των υπηρεσιών και αγορά υλικών της Παραπονούμενης από την Κατηγορούμενη 1, χρέος της για τις οποίες είναι υποκείμενο της έκδοσης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 10. Είχε ο ίδιος προβεί για την Κατηγορουμένη 1 στην έκδοση της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 10, με δικαιούχο πληρωμής την Παραπονούμενη προς εξόφληση του εν λόγω χρέους της. Και ήταν αυτός που είχε ορίσει πότε θα εδίδετο εντολή πληρωμής της, η οποία και καθορίστηκε στο σώμα της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 10 και αφορούσε συγκεκριμένη ημερομηνία. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 10, παρουσιάστηκε από την Παραπονούμενη στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή, κατά την προαναφερόμενη συμφωνηθείσα ημερομηνία, ήτοι στις 30/07/2013, αλλά δεν τιμήθηκε, λόγω της εντολής που ο Κατηγορούμενος 2, έδωσε, για την Κατηγορούμενη 1, στην Τράπεζα Κύπρου, για την μη πληρωμή της στις 19/06/2013, Τεκμήριο 20, για λόγο μη εύλογο υπό τις περιστάσεις. Συνεπώς, υπό αυτές τις περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος 2, ως ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος και ιθύνων νους της Κατηγορουμένης 1 και ως το μόνο πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές της και διαχειρίζεται τον λογαριασμό της, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η πρόκληση της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 11, αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο, δια της εντολής που αυτός έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου, ως προαναφέρθηκε, στις 19/06/2013 για την μη πληρωμή της, ήταν χωρίς εύλογη αιτία. Ισχύουν πιστεύω εδώ και τα όσα το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στην απόφαση του στην υπόθεση Metron (Cyprus) Ltd v Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/2015, 28/11/2017, στην απόφαση του οποίου, μνεία έγινε και στις αγγλικές αποφάσεις Bolton (Engineering) Co v Graham
(1957)1 Q.B.159 και Tesco Supermarkets Ltd ν Nattrass
(1972)A.C. 153: «Πρωταρχικά θα λέγαμε ότι η ίδια η καταδίκη της κατηγορουμένης 1 με βάση το κατηγορητήριο εκ του οποίου προκύπτει ότι η εταιρεία δρούσε δια του εφεσίβλητου έρχεται σε αντίφαση με την αθώωση του τελευταίου ελλείψει γνώσης. Αφού η ποινική ευθύνη της κατηγορούμενης 1 διαπιστώνεται ως τέτοια δια των πράξεων του εφεσίβλητου θα ήταν παράλογο να γίνει αποδεκτό ότι ο τελευταίος δεν γνώριζε. Τονίζεται βεβαίως ότι αυτό έχει σημασία διότι είναι δια του ιδίου του κατηγορητηρίου σε σχέση με την κατηγορουμένη 1 (κατηγορίες τις οποίες το Δικαστήριο αποδέχεται) που προκύπτει αντίστοιχα αντίφαση σε σχέση με τον εφεσίβλητο και την έλλειψη ένοχης σκέψης εκ μέρους του. Δεν απαντάται το στοιχειώδες ερώτημα πώς γνώριζε η εταιρεία και δεν γνώριζε ο διευθυντής αφ΄ης στιγμής το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η εταιρεία είναι δια του διευθυντή της, δηλαδή του εφεσίβλητου, που δρούσε, συνεπώς αυτός ήταν ο ιθύνων νους της εταιρείας. (Βλ. Bolton (Engineering) Co. v. Graham
(1957)1 Q.B.159 και Τesco Supermarkets Ltd ν. Nattrass
(1972)A.C. 153 ή {1971} 2 W.L.R. 1166).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 αντίστοιχα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τους οποίους κρίνω, ως εκ τούτου, ένοχους, στις κατηγορίες με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, που αντίστοιχα τους προσήχθησαν. Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ii] Ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Ορέστης Βασιλείου ν Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.