← Κύπρος

AMSTESO ELECTRIC LTD ν. M.T.P. TRADING LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 21354/2012, 4/6/2019

AMSTESO ELECTRIC LTD ν. M.T.P. TRADING LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 21354/2012, 4/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 21354/2012 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: AMSTESO ELECTRIC LTD Παραπονούμενη - εναντίον -

  1. M.T.P. TRADING LTD
  2. ***** ΠΙΤΤΑΤΖΙΗ
  3. ***** ΠΙΤΑΤΖΙΗΣ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 04/06/
  4. Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: Πέτρος Α. Μιχαήλ Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Πέτρος Α. Μιχαήλ). (Κατά την εκφώνηση την απόφασης: .......................). Για τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3: κ. Γεώργιος Τσίκκος (Κατά την δίκη: κα Αγγελίνα Χρ. Αναξαγόρου). (Κατά την εκφώνηση την απόφασης: .....................). Κατηγορούμενοι 2 και 3, Παρόντες. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο
  5. Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, αντιμετωπίζουν, τελικώς, τις κατηγορίες υπ' αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, και 18 ([1]) στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης: (α) Η Κατηγορούμενη 1, τις κατηγορίες με αρ. 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, που αφορούν το αδίκημα της «Έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των Άρθρων 305Α1 και 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, . ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα»; και (β) Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, τις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16 και 18 στο κατηγορητήριο, που αφορούν το αδίκημα της «Παροχής συνδρομής για έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των Άρθρων 305Α1 και 20, 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 . ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα»; αναφορικά με τις οποίες κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74

(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης τους.
  1. Αυτές, αφορούν 9 επιταγές, τις υπ' αρ. *****26, *****57, *****47, *****48, *****07, *****56, *****49, *****71 και *****58, που εκδόθηκαν επί της Σ. Π. Ε. Παραλιμνίου, για το συνολικό ποσό των €45.000 (έκαστη, για ποσό €5.000).
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για τις προαναφερόμενες κατηγορίες στο κατηγορητήριο, -που, στη βάση τους, σε ότι αφορά το κάθε ένα εκ των προαναφερόμενων αδικημάτων, είναι ταυτόσημες, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς την ημερομηνία έκδοσης και πληρωμής της κάθε επιταγής και τον αριθμό της επιταγής-: (α) «Η Κατηγορούμενη αρ. 1 την . στη Λευκωσία εξέδωσε επιταγή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παραλιμνίου ημερομηνίας . υπ' αριθμό . για το ποσό των €5.000 σε διαταγή και/ή προς όφελος της Παραπονουμένης. Η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε στη Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά και/ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα όμως δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμου κεφαλαίου του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της»; Και (β) «Οι Κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 την . στη Λευκωσία παρείχαν συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 για την έκδοση της επιταγής της Συνεργατικής Πιστωτική Εταιρείας Παραλιμνίου ημερομηνίας . υπ' αρ. . για το ποσό των €5.000 σε διαταγή και/ή προς όφελος της Παραπονούμενης. Η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε στη Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά και/ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα όμως δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμου κεφαλαίου του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της.». Η προσαχθείσα μαρτυρία
  3. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν: ο ***** Καμηλάρη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), ο ***** Δημητρίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2») και ο ***** Κωνσταντίνου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3»).
  4. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες που τους αφορούν, κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση τους, παρουσίασαν, εκτός της μαρτυρίας των Κατηγορουμένων 2 και 3 και την μαρτυρία του ***** Τριανταφυλλίδη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ3»). Η νομική πτυχή
  5. Προτού όμως αναφερθώ στην προσκομισθείσα μαρτυρία, θα παραθέσω τα όσα από νομικής απόψεως είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης.
  6. Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) 8. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016. Όπως λέχθηκε: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του άρθρου 305(Α)
(1)στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίαση της στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και, στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». Η ουσία της υπόθεσης
  1. Θα προσπαθήσω να επικεντρωθώ στην ουσία της υπόθεσης (βλ. Κυριάκου ν Ηλία, Ποινική Έφεση Αρ. 188/2016, 31/10/2018).
  2. Το κρίσιμο, για να απαντηθεί κατ' αρχήν, ερώτημα, στην υπόθεση αυτή, λαμβανομένων υπόψη και των παραδεκτών γεγονότων, είναι κατά πόσο, οι ΜΚ2 και Κατηγορούμενος 3, προσήλθαν για την Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1 αντίστοιχα, σε συμφωνία ότι, αριθμός μεταχρονολογημένων επιταγών που η Κατηγορούμενη 1 εξέδιδε στην Παραπονούμενη για εξόφληση εμπορευμάτων που αγόραζε από αυτήν επί πιστώσει, πληρωτέων σε ορισμένη κατά την έκδοση τους από την Κατηγορούμενη 1 ημερομηνία, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, δεν θα καταθέτονταν από την Παραπονούμενη για να πληρωθούν, όταν θα καθίσταντο πληρωτέες, ή οποτεδήποτε μετά, κατά την κρίση της Παραπονουμένης και εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία που θα καθίσταντο πληρωτέες, παρά μόνον μετά από συνεννόηση ή συμφωνία της με την Κατηγορουμένη 1, ώστε η τελευταία να είχε υπόψιν της το γεγονός της παρουσίασης τους, ώστε να διευθετούσε για την πληρωμή τους.
  3. Μαρτυρία προς υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, σχετικά με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό τους, δόθηκε από τον Κατηγορούμενο
  4. Όπως ο Κατηγορούμενος 3, ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του, «. οι συναλλαγές της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας με την Παραπονούμενη εταιρεία ήτο έντονες και συχνότατες. Δεν επρόκειτο για συναλλαγές όπου η Παραπονούμενη εταιρεία πωλούσε στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία προϊόντα και προς τούτο έκδιδε τιμολόγια. Πάντοτε και από την αρχή της συνεργασίας ήτοι το 2001 η Κατηγορούμενη 1 έκδιδε σωρεία μεταχρονολογημένων επιταγών προς όφελος της Παραπονούμενης εταιρείας τις οποίες κατόπιν συνεννόησης εμένα και του διευθυντή της Παραπονούμενης εταιρείας ΜΚ2 παρουσιάζονταν προς εξόφληση. Πάντοτε επικοινωνούσαμε με τον ΜΚ2 ο οποίος είχε στην κατοχή του σωρεία επιταγών τις οποίες κατέθετε αφού συνεννοούμασταν για το ποσό που θα εξαργύρωνε έτσι ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται ο λογαριασμός της Κατηγορύμενης 1 εταιρείας. Η Παραπονούμενη εταιρεία παρόλη την πιο πάνω πρακτική που ακολουθούσαμε χρόνια άρχισε να παρουσιάζει προς εξαργύρωση και/ή οπισθογραφεί επιταγές ταυτόχρονα με άλλες και χωρίς να τηρεί την λογική σειρά παρουσίασης των επιταγών ως ήταν η συμφωνία μας.» (βλ. την παράγραφο 7 της γραπτής του δήλωσης, Έγγραφο Β). Κατά την δίκη, η θέσης που προωθήθηκε από πλευράς των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 ως προαναφέρθηκε, αφορούσε προφορική συμφωνία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, να ενεργούσαν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο.
  5. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 16η έκδοση, στις σελίδες 124 και 125, στην παράγραφο 2-155: «The contracts of the various parties to a bill of exchange . are contracts which are required by law to be in writing. They are therefore, like any other contract which has been reduced to writing, subject . to what is commonly known as the "parol evidence rule" The rule has been summarised as follows: "Parol testimony cannot be received to contradict, vary add to or subtract from the terms of a written contract, or the terms in which the parties have deliberately agreed to record any part of their contract". The effect is to bind a party to his contract as written on the instrument: extrinsic evidence is, in general, inadmissible to prove that the terms of the contract differed from those expressed in writing on the bill . . the rule is in no sense an absolute one. The courts are prepared to admit extrinsic evidence of terms additional to those contained in a written document if it is shown that the document was not intended to express the entire agreement between the parties. However, since the contracts of the parties to a bill . must be in writing, oral evidence is in principle excluded by operation of the rule, even as between immediate parties to the instrument. There is, perhaps, less injustice in this than at first sight appears. In view of the formal nature of negotiable instruments, it is arguable that to admit such evidence would undermine the certainty and finality which ought to attach to each party's promise on the instrument. "What is to become of bills of exchange and promissory notes" said Lord Ellenborough, "if they may be cut down by a secret agreement that they shall not be put in suit?". Most cases where the parol evidence rule has been applied are cases where a party to a bill . has sought to qualify his absolute undertaking on the instrument by adducing evidence of a contemporaneous oral agreement in defeasance of that undertaking, that is to say that his liability is to be enforceable against him only in certain contingencies or that is to be postponed to a time later than that expressed on the face of the instrument. Since the effect of such evidence would be to contradict the terms of a written instrument, it is inadmissible. .». (η υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου) Σχετική εν προκειμένω, είναι και η νομολογία που παρατίθεται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα, υπό τύπο υποσημείωσης. Βλ., μεταξύ άλλων, Hoare v Graham
(1811)3 Camp. 57, Free v Hawkins
(1817)8 Taunt. 92, Rawson v Walker
(1816)Stark. 361, Woodbridge v Spooner
(1819)3 B. & Aid 233, Campbell v Hodgson
(1819)Gow 74, Moseley v Hanford
(1830)10 B. & C. 729, Foster v Jolly
(1835)1 C.M. & R. 703, Adams v Wordley
(1836)1 M. & W. 374, Besant v Cross
(1851)10 C. B. 805, Drain v Harvey
(1855)17 C. B. 257, Abrey v Crux
(1869)L.R. 5 C. P. 37, Young v Austen
(1869)L. R. 4 C. P. 553, New London Credit Syndicate v Neale [1898] 2 Q.B. 487, Hitchings and Coulthurst Co. v Northern Leather Co. of America and Doushkess [1914] 3 K. B.
  1. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 3, περί προφορικής του συμφωνίας με τον ΜΚ2, στην οποία προσήλθαν για τις Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, ότι, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, δεν θα παρουσιάζονταν για να πληρωθούν κατά ή μετά την ημερομηνία που θα καθίσταντο πληρωτέες, αλλά σε άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία που θα συμφωνούσαν μεταξύ τους, κατ' εφαρμογή της αρχής του αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, μέσα από την σχετική περικοπή από το σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 16η έκδοση, ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και η επί του προκείμενου μαρτυρία του Κατηγορουμένου 3, αποκλείεται.
  2. Κατ' ακολουθία, με δεδομένη τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, που εν προκειμένω δεν αμφισβητήθηκε, αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα, ότι, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1, μέσω του Κατηγορούμενου 3, -που εκτός του ότι ήταν διοικητικός της σύμβουλος κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε την εξουσιοδότηση της Κατηγορουμένης 1 να θέσει την υπογραφή του σε αυτές για τον σκοπό- με δικαιούχο την Παραπονούμενη και παραδόθηκαν σε αυτή, προς εξόφληση χρέους της Κατηγορουμένης 1 προς αυτήν, που δημιουργήθηκε από τις εμπορικές τους συναλλαγές, και ότι αυτές, όταν μετά από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, παρουσιάστηκαν στην πληρώτρια τράπεζα τους για να πληρωθούν, αλλά δεν τιμήθηκαν, λόγω ανεπαρκών υπολοίπων της Κατηγορουμένης 1 στον λογαριασμό της από τον οποίο εκδόθηκαν, και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών, -και παραμένουν οφειλόμενες μέχρι και σήμερα-, τα αδικήματα που καταλογίζονται στην Κατηγορούμενη 1 με τις κατηγορίες με αρ. 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17, έχουν στοιχειοθετηθεί. Η εκτίμηση της μαρτυρίας Η προσαχθείσα μαρτυρία
  3. Παρά την προαναφερόμενη κατάληξη μου, λόγω και του κατηγορητηρίου και της υπόθεσης που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, είναι απαραίτητη η εκτίμηση της μαρτυρίας, για να εξαχθούν τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του ΜΚ1, ***** Καμηλάρη
  4. Ο ΜΚ1 ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, υπάλληλος της Σ. Π. Ε. Παραλιμνίου Λτδ (στο εξής καλούμενη «η Τράπεζα») και κατά τον χρόνο της κατάθεσης του στο Δικαστήριο, υπάλληλος της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας.
  5. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τα εξής.
  6. Η Κατηγορούμενη 1, ήταν πελάτης της τράπεζας. Ο Κατηγορούμενος 3, ήταν ο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και το πρόσωπο που από ανέκαθεν διαχειριζόταν τον τρεχούμενο λογαριασμό της με αρ. *****-*****-*****3-7 (στο εξής καλούμενος «ο Λογαριασμός»). Το εγκεκριμένο όριο παρατραβήγματος του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν €80.
  7. Η τράπεζα, επικοινωνία για τα του λογαριασμού αυτού, είχε μόνον με τον Κατηγορούμενο
  8. Με την Κατηγορούμενη 2, δεν υπήρχε καμία επικοινωνία.
  9. Ο ΜΚ1 παρουσίασε αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 στο Δικαστήριο, που αφορά την περίοδο 01/08/2011 μέχρι 31/12/2012, το Τεκμήριο
  10. Κατάσταση του λογαριασμού της, η Κατηγορούμενη 1, ισχυρίστηκε ο ΜΚ1, ελάμβανε στο τέλος κάθε μηνός. Μπορούσε δε, η Κατηγορούμενη 1, να πληροφορηθεί για το υπόλοιπο του, ανά πάσα στιγμή, ακόμη και με ένα τηλεφώνημα στην τράπεζα. Κάτι που έπραττε ο Κατηγορούμενος 3, για λογαριασμό της, πολύ συχνά.
  11. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 αναγνώρισε ότι οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, είναι επιταγές της Κατηγορουμένης 1 που εκδόθηκαν επί της Σ. Π. Ε. Παραλιμνίου, με υπογραφή του Κατηγορουμένου
  12. Γνωρίζει καλά, υποστήριξε, λόγω της συνεργασίας τους, τους Κατηγορούμενους 1 και
  13. Είχε πάρα πολύ συχνή επαφή και επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο 3, ο οποίος, υποστήριξε, είναι και ο εξουσιοδοτημένος υπογραφέας της Κατηγορουμένης
  14. Η Κατηγορούμενη 2, ανέφερε, δεν ήταν ποτέ εξουσιοδοτημένη, από την Κατηγορούμενη 1, υπογραφέας, για σκοπούς διαχείρισης του λογαριασμού της. Δεν γνωρίζει όμως, αν η Κατηγορούμενη 2 υπήρξε ποτέ διευθυντής της. Γνωρίζει, ανέφερε, την υπογραφή του Κατηγορουμένου 3, από το δείγμα υπογραφής που τηρεί για τον σκοπό η τράπεζα στο αρχείο της, καθώς επίσης και από τις διάφορες συναλλαγές της τράπεζας με την Κατηγορούμενη 1 όπου για χρόνια γίνονταν δια του Κατηγορουμένου 3, για τις οποίες έθεσε την υπογραφή του σε έντυπα αποδείξεων κ. τ. λ., ενώπιον του πάρα πολλές φορές, και την γνωρίζει.
  15. Ο ΜΚ1, κατέθεσε και για την σημασία των σφραγίδων που ετέθησαν από την τράπεζα επί των Τεκμηρίων από 2 μέχρι και
  16. Όπως ο ΜΚ1 ανέφερε, ήταν το πρόσωπο, που, σε ότι αφορούσε την κάθε μία από τις εν λόγω επιταγές, όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για να πληρωθούν, έλεγξε εάν υπήρχαν τα διαθέσιμα υπόλοιπα για τον σκοπό, και επειδή δεν υπήρχαν (γενικά στην τράπεζα, όχι μόνο στον συγκεκριμένο λογαριασμό, ο οποίος ήταν χρεωμένος και μάλιστα πέραν του εγκεκριμένου ορίου του), πληροφόρησε αναλόγως και το τμήμα ξεκαθαρίσματος της Τράπεζας Κύπρου στην οποία κατατέθηκαν για να εξαργυρωθούν, με ηλεκτρονικά μέσα, που έθεσε επί των επίδικων επιταγών τις σχετικές σφραγίδες. Σε ότι αφορούσε την κάθε μία επιταγή, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, ο ΜΚ1 εξήγησε τις διαφορετικές σφραγίδες που παρουσιάζεται να τοποθετήθηκαν σε αυτές, καθώς επίσης και τον λόγο για αυτές. Η μαρτυρία του ΜΚ2, ***** Δημητρίου
  17. Ο ΜΚ2, είναι εκ των διευθυντών της Παραπονούμενης.
  18. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τα εξής.
  19. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, είναι διευθυντές της Κατηγορουμένης
  20. Προς τεκμηρίωση τούτου, ο ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο, αποτέλεσμα έρευνας του μητρώου της Κατηγορουμένης 1 που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών, το Τεκμήριο
  21. Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, είχαν εμπορική συνεργασία. Συγκεκριμένα, κατόπιν συμφωνίας στην οποία Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1 είχαν προσέλθει, η Παραπονούμενη πωλούσε στην Κατηγορούμενη 1, εμπορεύματα της εμπορίας της. Εκπρόσωπος της Παραπονούμενης ήταν αυτός, ενώ την Κατηγορούμενη 1 την εκπροσωπούσαν οι Κατηγορούμενοι 2 και
  22. Ως εκ των προαναφερόμενων, η Παραπονούμενη τηρούσε στο όνομα της Κατηγορουμένης 1, κατάσταση και λογαριασμό των δοσοληψιών τους.
  23. Περί τα τέλη το έτους 2011, αρχές του έτους 2012, η Παραπονούμενη, όφειλε στην Κατηγορούμενη 1, χρήματα, λόγω εμπορευμάτων που αγόρασε από την Παραπονούμενη και δεν εξόφλησε. Κατ' εκείνη την περίοδο, προς διευθέτηση εξόφλησης του χρέους της, η Κατηγορούμενη 1, εξέδωσε στην Παραπονούμενη επιταγές, η πληρωμή των οποίων είχε μεταχρονολογηθεί. Προς τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού του, ο ΜΚ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο, τις αποδείξεις είσπραξης που εκδόθηκαν από την Παραπονούμενη στην Κατηγορούμενη 1, Τεκμήρια από 12 μέχρι και 17, στις οποίες, υποστήριξε, καταγράφεται πότε η Παραπονούμενη παρέλαβε από την Κατηγορούμενη 1 τις επίδικες επιταγές, που ήταν η ίδια ημερομηνία που η Κατηγορούμενη 1 της τις εξέδωσε. Οι εν λόγω αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια από 12 μέχρι και 17, ανέφερε ο ΜΚ2, εκδόθηκαν, κάποιες από τον ίδιο, και κάποιες από τους ***** Γρηγορίου και ***** Κωνσταντίνου. Οι πλείστες όμως εκδόθηκαν από τον ίδιο.
  24. Όπως ο ΜΚ2, υποστήριξε, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, εκδόθηκαν από την Κατηγορουμένη 1, με υπογραφή του Κατηγορουμένου
  25. Την απόφαση, ισχυρίστηκε ο ΜΚ2 περαιτέρω, για την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, ο Κατηγορούμενος 3 την έλαβε από κοινού με την Κατηγορούμενη
  26. Όπως ο ΜΚ2, υποστήριξε, κατά την περίοδο της συνεργασίας της Παραπονούμενης με την Κατηγορούμενη 1, τις αποφάσεις της Κατηγορούμενης 1 ελάμβαναν μαζί, οι Κατηγορούμενοι 2 και
  27. Η Κατηγορούμενη 2, πρόσθεσε ο ΜΚ2, ήταν ενήμερη του χρέους της Κατηγορούμενης 1 στην Παραπονούμενη και για την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 2, 3, 7, 9, και 10, που έγινε από τον Κατηγορούμενο 3 για την Κατηγορούμενη 1 στην παρουσία του, συναποφάσισε με τον Κατηγορούμενο
  28. Όπως πληροφορήθηκε από τους ***** Γρηγορίου και ***** Κωνσταντίνου, το ίδιο συνέβη και κατά την έκδοση των υπόλοιπων επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και
  29. Ο ΜΚ2, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις συγκεκριμένες επιταγές, που είναι οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, ήτοι, σε ότι αφορά την αξία και την ημερομηνία έκδοσης έκαστης, και επεξήγησε πως αυτές συσχετίζονται με τις προαναφερόμενες αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια από 12 μέχρι και
  30. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, η Παραπονούμενη, όταν παρουσίασε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, για να πληρωθούν, δεν τιμήθηκαν, λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στο λογαριασμό από τον οποίο η Κατηγορούμενη 1 της τις εξέδωσε.
  31. Η Κατηγορούμενη 2, ως διευθύντρια της Κατηγορούμενης 1, λάμβανε αποφάσεις που αφορούσαν τις συναλλαγές της με την Παραπονούμενη, καθ' όλη την διάρκεια της συνεργασίας τους. Σχεδόν, πάντοτε, υποστήριξε ο ΜΚ2, η Κατηγορούμενη 2, επικοινωνούσε μαζί του για τις παραγγελίες εμπορευμάτων της Κατηγορουμένης 1 προς την Παραπονούμενη, δίδοντας του την παράλληλη διαβεβαίωση της Κατηγορουμένης 1, ότι, θα εξοφλούσε την οφειλή της προς την Παραπονούμενη, που δημιουργήθηκε από την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών. Μάλιστα, υποστήριξε περαιτέρω ο ΜΚ2, στις 11/07/2012, που η Παραπονούμενη προσήλθε με την Κατηγορούμενη 1 σε σύμβαση «Πώλησης και Αγοράς Εμπορευμάτων», ήτοι το Τεκμήριο 18, η Κατηγορούμενη 2, υπέγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής της από τους συμβαλλομένους, έχοντας προηγουμένως διαβάσει και συμφωνήσει με τους όρους της. Η μαρτυρία του ΜΚ3, ***** Κωνσταντίνου
  32. Ο ΜΚ3, είναι ο τεχνικός διευθυντής της Παραπονούμενης.
  33. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τα εξής.
  34. Η Κατηγορούμενη 1, υποστήριξε, ήταν για πολλά χρόνια συνεργάτης της Παραπονούμενης.
  35. Ο ΜΚ3, αναγνώρισε ότι η απόδειξη είσπραξης, Τεκμήριο 17, εκδόθηκε στην Κατηγορούμενη 1 για λογαριασμό της Παραπονούμενης, από αυτόν. Περαιτέρω, ο ΜΚ3, αναγνώρισε ότι, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5 και 8, είναι οι επιταγές, που, ως φαίνεται και από την απόδειξη είσπραξης, Τεκμήριο 17, παραλήφθηκαν από την Κατηγορούμενη 1, από αυτόν, στις 29/09/
  36. Οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5 και 8, ισχυρίστηκε ο ΜΚ3, εκδόθηκαν για την Κατηγορούμενη 1, από τον Κατηγορούμενο
  37. Είχε προηγηθεί, υποστήριξε, της έκδοσης τους, συζήτηση του Κατηγορουμένου 3 με την Κατηγορούμενη 2, σχετικά με τα ποσά που θα αφορούσαν και την ημερομηνία που εκδίδονταν πληρωτέες. Ακολούθως, εκδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο 3 και του παραδόθηκαν, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5 και 8, με τον ίδιο να εκδίδει στην συνέχεια και να παραδίδει στον Κατηγορούμενο 3, την εν λόγω απόδειξη είσπραξης, Τεκμήριο
  38. Στην συνέχεια, ο ΜΚ3, παρέδωσε τις εν λόγω επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5 και 8, στην Παραπονούμενη και συγκεκριμένα στον ΜΚ2 που ήταν ο υπεύθυνος για τις συναλλαγές της Παραπονούμενης με την Κατηγορούμενη
  39. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 3
  40. Ο Κατηγορούμενος 3, κατά την ένορκη του κατάθεσε στο Δικαστήριο, ισχυρίστηκε τα εξής.
  41. Κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και σύζυγος της Κατηγορουμένης
  42. Η Κατηγορούμενη 2, κατά την επίδικη περίοδο, όπως φαίνεται και από το αποτέλεσμα της έρευνας στο μητρώο της Κατηγορουμένης 1 που τηρείται στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 11, δεν ήταν διοικητικός της σύμβουλος. Ο διορισμός της Κατηγορουμένης 2, στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, έγινε στις 14/01/
  43. Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, είχαν εμπορική συνεργασία, τουλάχιστον από το έτος
  44. Πιο συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε από την Παραπονούμενη εμπορεύματα της εμπορίας της και τα μεταπωλούσε (κυρίως σε ξενοδόχους και σε εταιρείες ανάπτυξης γης). Ο όγκος των συναλλαγών τους ήταν μεγάλος και οι συναλλαγές ήταν σχεδόν καθημερινές.
  45. Με τον ΜΚ2, διευθυντή της Παραπονούμενης, πέραν από επαγγελματικές σχέσεις, είχαν και φιλικές σχέσεις, γι' αυτό και ο ΜΚ2, πολύ συχνά, τον επισκεπτόταν και στο σπίτι του.
  46. Τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 στην τράπεζα (Τεκμήριο 1), ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 1, τον διαχειριζόταν μόνον αυτός. Η Κατηγορούμενη 2, δεν είχε καμία απολύτως σχέση με αυτόν. Και σαφέστατά, η Κατηγορούμενη 2, δεν είχε καμία σχέση, ούτε και παρείχε συνδρομή στην Κατηγορουμένη 1, για την έκδοση από την τελευταία της οποιασδήποτε επιταγής. Τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, αυτός τις εξέδωσε για την Κατηγορούμενη 1 με την υπογραφή του.
  47. Αν και ο εν λόγω λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1 είχε πάντοτε, σύμφωνα με το όριο παρατραβήγματος του των €80.000, υπέρβαση, γίνονταν πάντοτε εγκρίσεις από την τράπεζα, για υπέρβαση του εν λόγω ορίου του, για πολύ μεγαλύτερο ποσό, ώστε, παρά το γεγονός αυτό του παρατραβήγματος του, η Κατηγορούμενη 1 να ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της, κάτι για το οποίο ο ίδιος πάντοτε φρόντιζε.
  48. Η Κατηγορούμενη 2, δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την Κατηγορούμενη 1 και τις εργασίες της. Λόγω του ότι, με τους διευθυντές της Παραπονούμενης είχαν και φιλικές σχέσεις, η Κατηγορούμενη 2, ως σύζυγος του, είχε επαφές μαζί τους, αλλά μόνον κοινωνικού επιπέδου και όχι επαγγελματικού. Η συνένωσης της, ως κατηγορούμενης στην υπόθεση αυτή, είναι καταχρηστική, εφόσον αποσκοπούσε να ασκήσει πίεση προς αυτόν. Απόδειξη τούτου, αποτελεί το γεγονός, ότι, στην πολιτική αγωγή που κατατέθηκε εναντίον της Κατηγορουμένης 1 και του ιδίου από την Παραπονούμενη, που έχει ως βάση της και τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, η Κατηγορούμενη 2 δεν είναι εναγόμενη διάδικος. Άλλωστε, η Κατηγορούμενη 2, δεν είχε γνώσεις του εξειδικευμένου εμπορίου της Κατηγορουμένης 1 για να μπορούσε να λάμβανε αποφάσεις για αυτήν και να υποβάλλει παραγγελίες ή να καθοδηγούσε τον Κατηγορούμενο 3, ως ισχυρίζεται η Παραπονούμενη. Ενώ, επιπρόσθετα, κατά τον επίδικο χρόνο, η Κατηγορούμενη 2 δούλευε ως υπάλληλος σε ξενοδοχείο στο Παραλίμνι και στην συνέχεια ως νοσοκόμα σε οδοντιατρική κλινική στο Παραλίμνι και δεν θα μπορούσε να ήταν ταυτόχρονα στην υπηρεσία και της Παραπονούμενης. Πριν το έτος 2011, λόγω προβλημάτων υγείας που η Κατηγορούμενη 2 αντιμετώπισε, δεν εργαζόταν γιατί δεν μπορούσε να εργαστεί και συνεπώς και πάλι δεν μπορούσε να ήταν στην υπηρεσία της Κατηγορούμενης
  49. Αν σε κάποιες επισκέψεις του ΜΚ2, η Κατηγορούμενη 2 ήταν στο κατάστημα της Κατηγορουμένης 1, ήταν επειδή είχε επισκεφτεί τον Κατηγορούμενο 3 που είναι σύζυγος της και όχι επειδή εργαζόταν για την Κατηγορούμενη 1 ή αποφάσιζε για αυτήν.
  50. Οι συναλλαγές της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη, ήταν πολύ συχνές. Ήταν, όπως ο Κατηγορούμενος 3 τις χαρακτήρισε «έντονες». Ήταν, ισχυρίστηκε περαιτέρω, τέτοιες, που δεν χαρακτηρίζονταν από την συνηθισμένη σχέση αγοράς εμπορευμάτων, τιμολόγησης, παράδοσης και πληρωμής. Η Κατηγορούμενη 1, υποστήριξε, εξέδιδε στην Παραπονούμενη, σωρεία μεταχρονολογημένων επιταγών, οι οποίες, μόνον κατόπιν συνεννόησης του με τον ΜΚ2 που τις είχε στην κατοχή του και στο βαθμό που αφορούσαν το συγκεκριμένο ποσό που συμφωνούσαν ότι θα πληρωνόταν στην Παραπονούμενη, παρουσιάζονταν στην πληρώτρια τράπεζα για να πληρωθούν από τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, για εμπορεύματα που αγόραζε. Με τον ΜΚ2 εκτός από εμπορικοί συνεργάτες, ήταν και για χρόνια αδελφικοί φίλοι και του είχε εμπιστοσύνη.
  51. Όπως ο Κατηγορούμενος 3, ισχυρίστηκε, η Παραπονούμενη, παρά την εν λόγω πρακτική που για χρόνια ακολουθούσαν, άρχισε να παρουσιάζει για να της πληρωθούν, ή οπισθογραφούσε, επιταγές, που ως προαναφέρθηκε, ο ΜΚ2 είχε στην κατοχή του, ταυτόχρονα με άλλες και χωρίς να τηρεί την λογική σειρά παρουσίασης τους ως ήταν η συμφωνία τους. Προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού του, ο Κατηγορούμενος 3, έδωσε παραδείγματα, με αναφορά στα Τεκμήρια 1, 2, 12, 19, 20, 21, 22,
  52. Με βάση το Τεκμήριο 1, υποστήριξε περαιτέρω ο Κατηγορούμενος 3, και τις αποδείξεις είσπραξης που εκδόθηκαν στην Κατηγορούμενη 1 από την Παραπονούμενη, κατά την ίδια χρονικά περίοδο που οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, παρουσιάστηκαν από την Παραπονούμενη στην τράπεζα για να πληρωθούν, παρουσιάστηκαν από την Παραπονούμενη στην τράπεζα για να πληρωθούν και άλλες επιταγές αξίας πέραν των €150.000, οι οποίες τιμήθηκαν.
  53. Δεν μπορούσε, ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 3, να γνωρίζει, όταν εξέδιδε στην Παραπονούμενη τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, για την Κατηγορούμενη 1, ότι, ο ΜΚ2, κατά παράβαση της συμφωνίας τους που τηρείτο για χρόνια, θα ενεργούσε ως προαναφέρθηκε, που είχε ως αποτέλεσμα να μην ήταν σε θέση να διευθετήσει την τίμηση τους όταν παρουσιάστηκαν από την Παραπονούμενη για πληρωμή, με διαβήματα του προς την τράπεζα, όπως συνήθως.
  54. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 3, η Παραπονούμενη, δεν είχε δικαίωμα να διώξει, είτε τον ίδιο, είτε τους Κατηγορουμένους 1 και 2, λόγω του ότι, όπως ο ίδιος ο ΜΚ2, ισχυρίστηκε, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, προ-εξοφλήθηκαν στην Παραπονούνμενη από την υπηρεσία factoring της Τράπεζας Κύπρου, που ήταν και το πρόσωπο που τις παρουσίασε για να πληρωθούν. Όταν αυτές επιστράφηκαν στην Παραπονούμενη, ανέφερε, αυτές είχαν ήδη παρουσιαστεί στην τράπεζα για να πληρωθούν και δεν τιμήθηκαν και η Παραπονούμενη το γνώριζε. Η οποία Παραπονούμενη, σε κάθε περίπτωση, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, δεν ήταν ο νομιμοποιημένος κομιστής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και
  55. Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης 2
  56. Ενόρκως, η Κατηγορούμενη 2, κατέθεσε στο Δικαστήριο τα εξής.
  57. Είναι η σύζυγος του Κατηγορουμένου
  58. Η μοναδική σχέση της με την Κατηγορούμενη 1, είναι ο σύζυγος της. Σε ότι αφορά το γεγονός ότι, για κάποια περίοδο, ήταν διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης 1, ισχυρίστηκε ότι, η ίδια, δεν γνώριζε για αυτό, και ότι το πληροφορήθηκε, όταν, μετά την επίδοση της κλήσης της για το κατηγορητήριο της αυτής της υπόθεσης, διερωτήθηκε γιατί συνενώθηκε σε αυτό και αυτή ως κατηγορούμενη και ρώτησε σχετικά τον Κατηγορούμενο 3, ο οποίος της ανέφερε ότι, από λάθος του λογιστή της Κατηγορούμενης 1, είχε διοριστεί και αυτή στο διοικητικό της συμβούλιο, εξ ου και η απομάκρυνση της μετά.
  59. Δήλωσε πλήρη άγνοια: για τις εργασίες της Κατηγορουμένης 1, ειδικά σε ότι αφορά την Παραπονούμενη αλλά και γενικότερα; για τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην τράπεζα; και για τα όσα γεγονότα αφορούν αυτή την υπόθεση. Όπως, ισχυρίστηκε, δεν γνωρίζει τίποτα για την Παραπονούμενη εταιρεία, παρά μόνον γνωρίζει ότι, με αυτήν, σχετίζεται ο ΜΚ2, που είναι επαγγελματικός συνεργάτης και φίλος του συζύγου της. Τον ΜΚ2, υποστήριξε, λόγω των φιλικών σχέσεων τους, εκτός των περιπτώσεων που ετύγχανε να ήταν στο κατάστημα της Κατηγορούμενης 1 για επίσκεψη του συζύγου της και συναντιόνταν εκεί, τον συναντούσαν μαζί με τον σύζυγο της, Κατηγορούμενο 3, και στο σπίτι τους, αλλά και εκτός, στα πλαίσια των κοινωνικών τους περιπτύξεων. Αρνήθηκε, συνεπώς, ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με την υποβολή παραγγελιών της Κατηγορούμενης 1 προς την Παραπονούμενη, ή ότι ήταν παρούσα κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, από τον σύζυγο της για την Κατηγορούμενη 1, ή ότι γνώριζε οτιδήποτε για το χρέος της Κατηγορούμενης 1 προς την Παραπονούμενη, όπως οι ΜΚ2 και ΜΚ3, ισχυρίστηκαν. Σε ότι αφορά την σύμβαση «Πώλησης και Αγοράς Εμπορευμάτων» ημερομηνίας 11/07/2012, στην οποία προσήλθαν Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, ήτοι το Τεκμήριο 18, το υπέγραψε, υποστήριξε περαιτέρω, όταν ο σύζυγος της και ο ΜΚ2, όπως πολύ συχνά γινόταν, ένα μεσημέρι, είχαν πάει στο σπίτι τους για μεσημεριανό, και της ζητήθηκε να το πράξει, χωρίς να γνωρίζει καν τι αφορούσε.
  60. Η ίδια είναι απόφοιτος νοσηλευτικής σχολής και νοσοκόμα στο επάγγελμα.
  61. Από το έτος 2006, μέχρι και το έτος 2011, βίωσε κάποια βαριά ασθένεια, που απείλησε την ζωή της και για αυτό τον λόγο δεν εργαζόταν, εφόσον, για μεγάλο χρονικό διάστημα, νοσηλευόταν στο νοσοκομείο ή ελάμβανε θεραπεία και αδυνατούσε, ενώ στην συνέχεια, για ένα επίσης μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά την διάρκεια της αποθεραπείας της, της ήταν επίσης αδύνατο. Όταν το έτος 2011, ήταν καλύτερα και μπορούσε να εργαστεί, εργοδοτήθηκε σε ξενοδοχειακή μονάδα στο Παραλίμνι, όπου και εργάστηκε για περίοδο, περίπου ενός έτους, μέχρι τις αρχές του έτους 2012, οπότε και εργοδοτήθηκε ως νοσοκόμα σε ιδιωτική οδοντιατρική κλινική στο Παραλίμνι, στην οποία εργάζεται μέχρι και σήμερα. Συνεπώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν θα μπορούσε να σχετίζεται με την Κατηγορούμενη 1 κατά τον τρόπο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται. Η μαρτυρία του ΜΥ3, ***** Τριανταφυλλίδη
  62. Είναι λογιστής και προσοντούχος ελεγκτής από το έτος 2004, διευθυντής και μέτοχος στην εταιρεία KPST Auditors Ltd που παρέχει σχετικές ελεγκτικές υπηρεσίες. Η Κατηγορούμενη 1 είναι, από το έτος σύστασης της, πελάτης της εν λόγω εταιρείας στην οποία εργάζεται. Ο ίδιος, όπως υποστήριξε, ήταν ο ελεγκτής της Κατηγορουμένης 1 και το πρόσωπο που ετοίμαζε τους λογαριασμούς της. Για την παροχή των διάφορων υπηρεσιών της προς την Κατηγορούμενη 1, η εταιρεία του και ο ίδιος, επικοινωνία είχαν με τον Κατηγορούμενο
  63. Την Κατηγορούμενη 3, την γνωρίζει προσωπικά, όχι λόγω της Κατηγορουμένης 1, αλλά επειδή είναι νοσοκόμα, εργαζόμενη στον προσωπικό του οδοντίατρο.
  64. Σε ότι αφορά την σχέση της Παραπονούμενης με την Κατηγορούμενη 1, ο ΜΥ3, κατέθεσε ότι, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της Κατηγορουμένης 1, η Παραπονούμενη παρουσιάζεται να είναι ένας από τους προμηθευτές της Κατηγορουμένης 1 (ο κύριος προμηθευτής της, ως επισήμανε). Η Κατηγορούμενη 1, φαίνεται κατά τα έτη, να έχει εκδώσει, σωρεία μεταχρονολογημένων επιταγών στην Παραπονούμενη, στα πλαίσια των συναλλαγών τους. Η Κατηγορύμενη 1, κατά την περίοδο των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012, αγόρασε από την Παραπονούμενη εμπορεύματα αξίας €1.000.100, ποσό, που, στο μεγαλύτερο του μέρος, η Κατηγορούμενη 1 της το εξόφλησε.
  65. Σχετικά με το γεγονός του διορισμού της Κατηγορουμένης 2 στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, ο ΜΥ3, κατέθεσε ότι, μετά την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Κατηγορουμένης 1 για το έτος 2011, λόγω του ότι, είχε ήδη επέλθει τροποποίησης της νομοθεσίας περί Φόρου Εισοδήματος και διαγραφή του Άρθρου 39 αυτής, συμβούλευσαν την Κατηγορούμενη 1 και συγκεκριμένα τον Κατηγορούμενο 3, όπως διορίσει στο διοικητικό συμβούλιο της, ακόμη ένα άτομο, πρώτου βαθμού συγγένειας μαζί του.
  66. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 3, του έδωσε τα στοιχεία της Κατηγορουμένης 2, προς το σκοπό υλοποίησης του διορισμού της στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης
  67. Ο ΜΥ3, παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 25, που είναι, όπως υποστήριξε, η σχετική κοινοποίησης της αλλαγής που τελικά έγινε σύμφωνα με τις οδηγίες του Κατηγορουμένου 3, στο μητρώο της Κατηγορουμένης 1 που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών. Όπως ο ΜΥ3 ανέφερε, αυτή φέρει την υπογραφή του Κατηγορουμένου
  68. Η Κατηγορούμενη 2, δεν υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο, επειδή, κατά τον ουσιώδη χρόνο της υποβολής του στον Έφορο Εταιρειών, κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο.
  69. Έλεγξε, υποστήριξε ο ΜΥ3, από το αρχείο που τηρεί η εταιρεία του για την Κατηγορούμενη 1, την κατάσταση του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 στην τράπεζα (βλ. και Τεκμήρια 1 και 20), για την περίοδο από το έτος 2009 μέχρι και το έτος 2011, και διαπίστωσε ότι, αυτός, παρά το γεγονός ότι είχε όριο πίστωσης €80.000, λειτουργούσε (δηλαδή, γίνονταν από αυτόν πληρωμές και αναλήψεις μετρητών) πάντοτε, καθ' υπέρβαση του ορίου αυτού, με χρεωστικό υπόλοιπο για ποσά, κατά πολύ μεγαλύτερα του εν λόγω ορίου του. Ο ΜΥ3, αναφέρθηκε στα χρεωστικά υπόλοιπα του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 στην τράπεζα, ως αυτά είχαν κατά το τέλος των ετών 2009, 2010, 2011 και
  70. Ο ΜΥ3, παρουσίασε στο Δικαστήριο, καταστάσεις χρηματοοικονομικής θέσης / κύκλου εργασιών (turn over) της Κατηγορουμένης 1, για τα έτη 2009, 2010, 2011 και 2012, Τεκμήρια 26.1, 26.2, 26.3 και 26.4, που, όπως διευκρίνισε, αποτελούν μέρος των σχετικών οικονομικών καταστάσεων της Κατηγορουμένης 1 που ο ίδιος της ετοίμασε, και αναφερόμενος στο κάθε έτος ξεχωριστά, υποστήριξε ότι, κατά την 31η/12/2011, το τρεχούμενο ενεργητικό της Κατηγορουμένης 1, ήταν μεγαλύτερο από τις υποχρεώσεις της. Ότι, δηλαδή, το κεφάλαιο κίνησης της Κατηγορουμένης 1, ήταν θετικό (ήταν κερδοφόρα). Από τα εν λόγω έγγραφα, υποστήριξε ο ΜΥ3, η Κατηγορούμενη 1, φαίνεται ότι είχε ένα σεβαστό κύκλο εργασιών.
  71. Επιπρόσθετα, ο ΜΥ3, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατάσταση που ετοίμασε, σχετικά με επιταγές που εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 στην Παραπονούμενη, την περίοδο από 20/01/2011 μέχρι και την 12/11/2011, το Τεκμήριο 27, την οποία και επεξήγησε. Σε αυτή την κατάσταση, διευκρίνισε, περιλαμβάνονται και οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και
  72. Συσχετίζοντας τις εκδοθείσες από την Κατηγορούμενη 1 επιταγές της εν λόγω περιόδου, με τις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια 12, 13, 14, 15, 16, 17, 19, 21 και 23, που τις είχε και ο ίδιος στην κατοχή του και βασίστηκε σε αυτές για να ετοιμάσει την εν λόγω κατάσταση, Τεκμήριο 27, κατέληξε ότι, η Κατηγορούμενη 1, εξέδιδε προς την Παραπονούμενη επιταγές, τις οποίες καθιστούσε πληρωτέες σε συγκεκριμένη ημερομηνία (μεταχρονολογημένες, δηλαδή), όμως αρκετές από αυτές, δεν παρουσιάζονταν από την Παραπονούμενη στην πληρώτρια τράπεζα σε εκείνη την ημερομηνία για να πληρωθούν, αλλά σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Ο ΜΥ3, έδωσε και συγκεκριμένα παραδείγματα. Προφανώς, υποστήριξε, για να γινόταν αυτό, κάποια συμφωνία πρέπει να υπήρχε μεταξύ της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης
  73. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της καταστάσεως, Τεκμήριο 27, η Παραπονούμενη, είσπραξε επιταγές που η Κατηγορούμενη 1 της εξέδωσε την περίοδο από τον Μάιο του έτους 2011 μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2011, συνολικής αξίας €177.
  74. Τα παραδεκτά γεγονότα
  75. Κατά την δικάσιμο της 09/03/2018, οι διάδικοι δήλωσαν ως παραδεκτό, το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1, δια της υπογραφής του Κατηγορουμένου 3, και ως τέτοιο έγινε αποδεκτό και από το Δικαστήριο. Οι σημαντικότερες αρχές
  76. Αυτή είναι η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή.
  77. Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
  78. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123).
  79. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
  80. Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
  81. Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
  82. Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
  83. [Και] Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η εκτίμηση της μαρτυρίας
  84. Ξεκινώ από την μαρτυρία του ΜΚ
  85. Ο ΜΚ1 μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και πιστεύω ότι, για τα όσα γεγονότα κατέθεσε στο Δικαστήριο, ήταν απόλυτα ειλικρινής. Αμφότερες οι διάδικες πλευρές άλλωστε, φαίνεται ότι, βασίστηκαν στην μαρτυρία του για να προωθήσουν έκαστη τις δικές τους θέσεις για τα επίδικα ζητήματα, χωρίς σε κανένα σημείο να επιχειρηθεί αμφισβήτησης των λεγομένων του. Ως πρόσωπο που χειριζόταν τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 στην τράπεζα, προσωπικά και για χρόνια, όπως ανέφερε, από το έτος 2011 μέχρι και το έτος 2014, που γνώριζε τον Κατηγορούμενο 3 και είχε τακτικές επικοινωνίες μαζί του, ο ΜΚ1 είναι πρόσωπο στου οποίου την μαρτυρία μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ για να καταλήξω στα συμπεράσματα μου για τα επίδικα ζητήματα. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του στην ολότητα της.
  86. Στέφομαι τώρα στην μαρτυρία του Κατηγορούμενου
  87. Μεγάλο μέρος της, ως έχει προαναφερθεί, το έχω αποκλείσει. Εντούτοις, ακόμη και εάν η εν λόγω μαρτυρία του, δεν αποκλειόταν για τους λόγους που έχω επεξηγήσει, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, καθότι, η εκδοχή που προσέφερε για τα γεγονότα, δεν είναι λογική. Κατ' αρχήν, ο Κατηγορούμενος 3, υποστήριξε μία εμπορική πρακτική, πολύ παράλογη για να μπορεί να γίνει πιστευτή.
  88. Δεν μπορώ να αποδεχθώ, ότι, η πρακτική που ακολουθούσαν με την Παραπονούμενη, ήταν ουσιαστικά, η αγορά εμπορευμάτων από πλευράς Κατηγορουμένης 1 και η άτακτη εξόφλησης της τιμολόγησης τους, με την έκδοση επιταγών, που ναι μεν ορίζονταν για να πληρωθούν σε συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά δεν παρουσιάζονταν από την Παραπονούμενη για να τιμηθούν, παρά μόνον κατόπιν συμφωνίας Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, ώστε η τελευταία να μπορούσε να ανταποκριθεί. Εν ολίγοις, ότι η Παραπονούμενη είχε σε «στοκ» επιταγές που η Κατηγορούμενη 1 της εξέδιδε, των οποίων γινόταν χρήση, ανεξαρτήτως της ορισμένης σε αυτές ημερομηνίας πληρωμής τους, οποτεδήποτε μεταγενέστερα συμφωνούσαν.
  89. Ποιος ο λόγος έκδοσης τους από την Κατηγορούμενη 1 και παράδοσης τους στην Παραπονούμενη τότε, αν μάλιστα, όπως ο Κατηγορούμενος 3 άφησε να εννοηθεί σε κάποιο σημείο της εξέτασης του, η χρήσης τους δεν γινόταν καν με βάση την ημερομηνία έκδοσης και πληρωμής των επιταγών, αλλά αναλόγως του τι συμφωνούσαν με τον ΜΚ2 ότι έπρεπε να πληρωθεί στην πορεία των πραγμάτων. Στον ισχυρισμό του αυτό βέβαια, ο Κατηγορούμενος 3, δεν παρέμεινε σταθερός, και τούτο σημειώνεται, ως επιπρόσθετο αρνητικό στην εκτίμηση της μαρτυρίας του, εφόσον, σε κάποιο άλλο σημείο της εξέτασης του, ισχυρίστηκε ότι, η Παραπονούμενη, δεν τήρησε την σειρά με την οποία οι επιταγές έπρεπε να πληρωθούν. Αν υπήρχε σειρά, σε ότι αφορούσε την παρουσίαση από την Παραπονούμενη για πληρωμή των επιταγών της Κατηγορουμένης 1 που τις εκδίδονταν, τότε αυτή, δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη, παρά σύμφωνα με την ορισθείσα επί των επιταγών ημερομηνία πληρωμής τους. Άρα, ποιος ο λόγος περαιτέρω συμφωνίας τους με την Παραπονούμενη για το πότε θα καταθέτονταν για εξόφληση, ή της τήρησης από την Παραπονούμενη «αποθέματος» επιταγών της Κατηγορούμενης
  90. Πόσο μάλλον, όταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου 3, ο όγκος των συναλλαγών της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη, ήταν πάρα πολύ μεγάλος και οι επιταγές που εκδίδονταν από την Κατηγορούμενη 1 για την εξόφληση των αγορών της εμπορευμάτων από την Παραπονούμενη, αφορούσε μεγάλα χρηματικά ποσά.
  91. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 3, ότι, ο ΜΚ2 του ανέφερε ότι, τις επιταγές της Κατηγορουμένης 1, η Παραπονούμενη τις προ εξοφλούσε στην Τράπεζα Κύπρου, στην υπηρεσία factoring της, καθιστά τον ισχυρισμό του ότι, όταν οι εν λόγω επιταγές και εν προκειμένω, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, επιστράφηκαν στην Παραπονούμενη απλήρωτες από την τράπεζα της Κατηγορουμένης 1, ο ΜΚ2 απλά του ανέφερε, ότι, αυτό δεν αποτελούσε πρόβλημα, εφόσον συνέχιζαν να πληρώνονται άλλες επιταγές της Κατηγορούμενης 1, εντελώς παράλογο. Σε καμία περίπτωση, αν η Παραπονούμενη είχε συμφωνία με την Τράπεζα Κύπρου για προεξόφληση επιταγών που ελάμβανε από την Κατηγορούμενη 1, δεν θα παρέμενε απαθής μπροστά στο γεγονός της μη τίμησης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και
  92. Ακόμη και εάν ο Κατηγορούμενος 3 είχε αυτή την αδελφική σχέση που ισχυρίστηκε με τον διευθυντή της Παραπονουμένης, ΜΚ
  93. Τέλος, το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη 1, μέχρι και σήμερα, παραδέχεται ότι οφείλει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, στην Παραπονούμενη, δεν συνάδει με την θέση του Κατηγορουμένου 3 για τα γεγονότα ότι, η Κατηγορούμενη 1 είχε την δυνατότητα να τις πληρώσει. Δεν μπορώ να αποδεχθώ, ότι, στην Πραπονούμενη προσφέρθηκαν τα οφειλόμενα, αλλά αρνήθηκε να τα εισπράξει, λόγω του δικηγόρου της. Δεν μου προσφέρθηκε καμία λογική εξήγηση σε ότι αφορά αυτό. Σημειώνω εδώ περαιτέρω, ότι, παρά τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του Κατηγορουμένου 3, περί της ικανότητας της Κατηγορουμένης 1 να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς την Παραπονούμενη σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, ο Κατηγορούμενος 3, δεν αρνήθηκε ότι στην Παραπονούμενη η Κατηγορούμενη 1 οφείλει για αγορές της εμπορευμάτων της, ποσό πολύ μεγαλύτερο, ούτε και ετέθη στον ΜΚ2 αντίθετη θέση από πλευράς των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 για αυτό το γεγονός που ισχυρίστηκε. Άρα πως συνάδει ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 3 περί του ότι, η Κατηγορούμενη 1, ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις σε ότι αφορούσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, όταν την ίδια στιγμή, τον ισχυρισμό του ΜΚ2, ότι υπάρχει σωρεία άλλων επιταγών που η Κατηγορούμενη 1 εξέδωσε στην Παραπονούμενη και δεν τιμήθηκαν, όπως επίσης και άλλο χρέος της Κατηγορουμένης 1 προς την Παραπονούμενη από αγορές της που δεν πληρώθηκαν, δεν αμφισβητήθηκε. Σημειώνεται εδώ, και η μαρτυρία του ΜΚ1, ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, η Κατηγορούμενη 1 αντιμετώπιζε «προβλήματα με τις επιταγές της». Το γεγονός, ότι, η Κατηγορούμενη 1, είχε εκδομένο, μεγάλο αριθμό επιταγών, που κάποιες τιμήθηκαν μεταγενέστερα των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, δεν δικαιολογεί, κατά την κρίση μου, την μη τίμηση των συγκεκριμένων. Γεγονός, που οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, κρίνω, απλά προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν, για να προβάλουν κάποια υπεράσπιση στο κατηγορητήριο τους.
  94. Κατ' αντίθεση της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 3 για τα προαναφερόμενα γεγονότα, σε ότι αφορά τα οποία, κρίνω δεν ήταν ειλικρινής και την οποία δεν αποδέχομαι στην έκταση που αφορά αυτά, πιστεύω ότι ο Κατηγορούμενος 3 κατέθεσε την αλήθεια, αναφορικά με το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη 2, σύζυγος του, δεν είχε την εμπλοκή στα της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας, που η Παραπονούμενη της καταλογίζει. Αυτός άλλωστε ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 3, φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τις μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΥ3, από τις οποίες προκύπτει ότι, η Κατηγορούμενη 2, δεν είχε την οποιαδήποτε εκτελεστική θέση στην Κατηγορούμενη 1, ούτε και είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στα των εργασιών της.
  95. Αν η Κατηγορούμενη 2, είχε ουσιαστική εμπλοκή και ρόλο στις εργασίες της Κατηγορουμένης 1, το λογικό θα ήταν, ότι, σε κάποια φάση, θα είχε και κάποια επαφή με τους συνεργάτες της Κατηγορουμένης 1, όπως για παράδειγμα, τον ΜΥ3, ελεγκτή της, ή τον ΜΚ1, αντιπρόσωπο του τραπεζίτη της. Πολύ δε περισσότερο, όταν, όπως η Κατηγορούμενη 2, κατέθεσε, και δεν αμφισβητήθηκε για τούτο, κατά τον επίδικο χρόνο,- που ήταν μόλις είχε επανέλθει σε κανονικούς ρυθμούς ζωής, μετά την σοβαρότατη ασθένεια της που βίωσε τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, που δεν της επέτρεπε να εργαστεί-, εργαζόταν σε ξενοδοχειακή μονάδα στο Παραλίμνι και όχι στην Κατηγορούμενη
  96. Πόσο μάλλον να της καταλογίζεται, σε ότι αφορούσε τις εργασίες της Κατηγορουμένης 1, εκτελεστικός διοικητικός ρόλος, από κοινού με τον Κατηγορούμενο
  97. Η Κατηγορούμενη 2, όταν κατέθεσε τους ισχυρισμούς της για τα εν λόγω γεγονότα, μου φάνηκε απολύτως ειλικρινής και έχω πεισθεί από την μαρτυρία της, η οποία με την σειρά της, υποστηρίζει την μαρτυρία του Κατηγορουμένου 3 στο συγκεκριμένο ζήτημα. Συνεπώς, η μαρτυρία της Κατηγορούμενης 2, σε ότι αφορά τον εν λόγω ισχυρισμό της, καθώς και το μέρος της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 3 που αφορά το ίδιο γεγονός, γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο για να εξαχθούν τα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα.
  98. Για τους ίδιους λόγους, ως ανωτέρω, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, περί του αντιθέτου, η οποία μου φάνηκε κατασκευασμένη, δυστυχώς, ως διαπιστώνω, σε μια προσπάθεια να εμπλέξουν την Κατηγορούμενη 2 στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, για να ασκήσει η Παραπονούμενη, «πίεση» στον Κατηγορούμενο 2 σύζυγο της, σχετικά με την στάση του που τήρησε για την Κατηγορούμενη 1, σε ότι αφορά το χρέος της προς την Παραπονούμενη και ενδεχομένως, και την παρούσα υπόθεση.
  99. Ο ΜΚ2, που παραδέχθηκε ότι με τον Κατηγορούμενο 3 και την Κατηγορούμενη 2 είχαν, τόσο κατά τον επίδικο χρόνο, όσο και χρόνια προηγουμένως, πολύ καλές φιλικές σχέσεις, αν και λεκτικά δεν το παραδέχθηκε στο Δικαστήριο, ότι, δηλαδή, αδίκως συνενώθηκε η Κατηγορούμενη 2 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, διότι τα όσα της καταλογίζονται δεν ευσταθούν πραγματικά, -μάλιστα, προσπάθησε προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς για τα γεγονότα, να υποστηρίξει το αντίθετο-, ήταν έκδηλα αμήχανος κατά το συγκεκριμένο στάδιο της μαρτυρίας του, όταν αντεξεταζόταν για αυτόν του τον ισχυρισμό, και η έκφρασης στο πρόσωπο του πρόδιδε ότι ήταν με δυσκολία που ανέφερε τα όσα ανέφερε, επειδή και ο ίδιος αναγνώριζε ότι, δεν θα έπρεπε ποτέ να τα προβάλει ως ισχυρισμούς του εναντίον της Κατηγορουμένης
  100. Σε αυτά, έρχεται να προσθέσει και η αρνητική εντύπωσης που σχημάτισα για τον ΜΚ3, όταν κατέθετε για τον συγκεκριμένο αυτό ισχυρισμό της Παραπονούμενης. Ήταν κατά την άποψη μου πρόδηλο ότι, η εν λόγω μαρτυρία του ΜΚ3, αναπαρήγαγε τους ισχυρισμούς του ΜΚ2 που προηγήθηκαν, προς ενίσχυση της μαρτυρίας του ΜΚ2, χωρίς τα γεγονότα που ισχυρίστηκε, να ήταν πραγματικότητα. Αντεξεταζόμενος άλλωστε, αυτό διαφάνηκε, όταν για πολλά άλλα που ερωτήθηκε, που έλαβαν χώρα την ημέρα εκείνη στο κατάστημα της Κατηγορουμένης 1, δεν μπορούσε να θυμηθεί, όμως μπορούσε να θυμηθεί την ισχυριζόμενη στιχομυθία μεταξύ Κατηγορουμένων 2 και 3, συνεννόηση και συμφωνία τους, ακριβώς όπως τα ισχυρίστηκε και ο ΜΚ
  101. Για τους υπόλοιπους ισχυρισμούς όμως των ΜΚ2 και ΜΚ3 για τα γεγονότα, αποδέχομαι την μαρτυρία τους. Καθότι, αυτή, είναι λογική, και υποστηρίζεται και από τα κατατεθέντα στο Δικαστήριο έγγραφα, ήτοι, τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10 και τις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια από 12 μέχρι και
  102. Η μαρτυρία τους άλλωστε, σχετικά με το γεγονός της έκδοσης από την Κατηγορούμενη 1 των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10 και παράδοσης τους στην Παραπονούμενη για εξόφληση χρέους της προς αυτήν, και της μη τίμησης τους στην συνέχεια όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για να πληρωθούν, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι παραμένουν οφειλόμενες μέχρι και σήμερα, ενισχύεται, ή καλύτερα υποστηρίζεται, και από την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΥ3, από την εικόνα του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 και από το γεγονός της μη αμφισβήτησης από πλευράς των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, ότι η Κατηγορούμενη 1 οφείλει στην Παραπονούμενη τα ποσά που τις αφορούν.
  103. Καταλήγω με την μαρτυρία του ΜΥ
  104. Εξέλαβα ότι ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο και αποδέχομαι την μαρτυρία του για τα γεγονότα και όχι την οποιαδήποτε εκφρασθείσα άποψη του για αυτά και τις προεκτάσεις τους. Άλλωστε, ο ΜΥ3, δεν προσφέρθηκε ως πραγματογνώμονας μάρτυρας, αλλά, κλήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, για να καταθέσει για συγκεκριμένα γεγονότα. Δεν έχω εντοπίσει στην μαρτυρία του, οτιδήποτε που θα δικαιολογούσε απόρριψη της μαρτυρίας του. Οι θέσεις της υπεράσπισης Η ημερομηνία έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10
  105. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, μέσω της συνηγόρου υπεράσπισης τους, εισηγήθηκαν ότι, η ημερομηνία έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι 10, ως τούτη καταγράφεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που έκαστος αντιμετωπίζει για κάθε μία από αυτές, δεν συνάδει με την ημερομηνία έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι 10, ως την ισχυρίστηκαν οι ΜΚ2 και ΜΚ3, με βάση τις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια από 12 μέχρι και 17, με αποτέλεσμα να τίθεται ζήτημα, ποια ημερομηνία το Δικαστήριο θα αποδεχθεί, ή μπορεί να αποδεχθεί, για να καταλήξει στα συμπεράσματα του.
  106. Σε ότι αφορά αυτή την εισήγηση της υπεράσπισης, αυτό που κατ' αρχήν πρέπει να επισημανθεί, είναι ότι, το Δικαστήριο, εξάγει τα συμπεράσματα του για το τι είναι επίδικο στην υπόθεση, από την μαρτυρία που αποδέχεται μετά από εκτίμηση της, όταν οι ισχυρισμοί των διαδίκων για τα γεγονότα που τα αφορούν, διίστανται. Ο χρόνος έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μελή ν Vasos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015, δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με βάση το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 και ως εκ τούτου, λανθασμένη αναφορά του στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, δεν είναι μοιραία για την υπόθεση της Παραπονούμενης. Σημαντικό για το Δικαστήριο, είναι η διαπίστωσης των γεγονότων που αφορούν τα επίδικα ζητήματα, για να εξαχθούν τα συμπεράσματα του. Αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μελή ν Vasos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015 ανωτέρω: «Ο χρόνος υπογραφής των επιταγών από τον εφεσείοντα δεν ταυτίζεται με το χρόνο έκδοσης των επιταγών επ΄ ονόματι της εφεσίβλητης. Για την εφεσίβλητη οι επιταγές εκδόθηκαν με τη συμπλήρωση τους από το Χαραλάμπους, η οποία αντιστοιχούσε στο χρόνο παράδοσης των εμπορευμάτων που ήταν οι ημερομηνίες πληρωμής των επιταγών. Το ότι οι επιταγές υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα εν λευκώ σε προγενέστερο χρόνο δεν αφορούσε την εφεσίβλητη, αλλά επρόκειτο για θέμα που αφορούσε τη σχέση εφεσείοντα και Χαραλάμπους και ως τέτοια δεν μπορούσε να προβληθεί στο πλαίσιο της Υπεράσπισης του εφεσείοντα έναντι των κατηγοριών που του προσήψε η εφεσίβλητη. Εξάλλου ο εφεσείοντας - όπως ήταν και το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου - αναγνώρισε την οφειλή του προς την εφεσίβλητη και υποσχέθηκε να εξοφλήσει τις επιταγές χωρίς να διατυπώσει οποιαδήποτε επιφύλαξη αναφορικά με το χρόνο υπογραφής τους. Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να καταδικάσει τον εφεσείοντα χωρίς τροποποίηση των λεπτομερειών εφόσον ο χρόνος υπογραφής τους δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στην πρόσφατη απόφαση που έκδωσε το παρόν Εφετείο στην Αντωνιάδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 253/14 ημερ. 15.10.15, όπου αναλύεται η σχετική επί του θέματος νομολογία. Ως εκ περισσού λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στη διαφοροποίηση των λεπτομερειών, κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει μπορούσε να πράξει εφόσον σύμφωνα με την Κυριάκου (ανωτέρω) δεν αφορούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος και υπό τα περιστατικά της υπόθεσης συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 85
(4)του Κεφ.
  1. Σ΄ ότι δε αφορά το παράπονο του εφεσείοντα ότι επηρεάστηκε δυσμενώς στην Υπεράσπιση του, είναι αρκετό να παρατηρήσουμε ότι ο χρόνος υπογραφής των επιταγών ήταν στην αποκλειστική γνώση του ιδίου και ενόψει τούτου αδυνατούμε να αντιληφθούμε πως επηρεάστηκε η Υπεράσπιση του αφού αυτός ήγειρε το ζήτημα και η τροποποίηση των λεπτομερειών ήταν αποτέλεσμα της δικής του μαρτυρίας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Βλ. επίσης, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Blue Green Wave Frozen Food Ltd v G & P Hadjiyiannis Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 71/2014, 11/02/
  3. Μαρτυρία για την ημερομηνία έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, δόθηκε από τους ΜΚ2 και ΜΚ
  4. Κυρίως, ήταν ο ΜΚ2 που ισχυρίστηκε, ότι, κατά την πάγια πρακτική της Παραπονουμένης, όταν εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, από την Κατηγορούμενη 1 προς την Παραπονούμενη μέσω του Κατηγορουμένου 3 και παραδόθηκαν στους αντιπροσώπους της ΜΚ2, ΜΚ3 και ***** Γρηγορίου από τον Κατηγορούμενο 3 που τις εξέδωσε στην παρουσία τους, οι εν λόγω αντιπρόσωποι της, εξέδωσαν αυθημερόν και παρέδωσαν στην Κατηγορούμενη 1, μέσω του Κατηγορουμένου 3, τις αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια από 12 μέχρι και 17, από τις οποίες φαίνεται, ως εκ τούτου, και το πότε εκδόθηκαν. Σύμφωνα με τις εν λόγω αποδείξεις είσπραξης, Τεκμήρια από 12 μέχρι και 17, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 12, εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 και παραδόθηκαν στην Παραπονούμενη, αναλόγως περίπτωσης, στις 15/05/2011, 04/07/2011, 05/07/2011, 29/08/2011 και 29/09/
  5. Αυτός ο ισχυρισμός της Παραπονούμενης και μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ2, παρά την κάποια, ως φάνηκε κατά την δίκη, αμφισβήτηση της από πλευράς των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, κατά την αντεξέταση του ΜΚ2, φαίνεται ότι είναι αποδεκτή από αυτούς, εφόσον, όχι μόνον φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος 3 όταν κατέθεσε στο Δικαστήριο δεν την αμφισβήτησε, αλλά, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, κάλεσαν και τον ΜΥ3 να καταθέσει βάσει αυτών, δηλαδή, έχοντας ως βάση της μαρτυρίας του και το προαναφερόμενο γεγονός ως πραγματικό, για την υπόθεση τους. Συνεπώς, η προαναφερόμενη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, σχετικά με το πότε εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, από την Κατηγορούμενη 1 στην Παραπονούμενη, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για να εξαχθούν τα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Η υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3
  6. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, ως ήταν ξεκάθαρο κατά την δίκη, δεν κατηγορούνται ως αυτουργοί για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, αντικείμενο των κατηγοριών με αρ. 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17 στο κατηγορητήριο, αλλά, ως είναι ξεκάθαρο από το κατηγορητήριο τους, βάσει των κατηγοριών με αρ. 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16 και 18 σε αυτό και τις λεπτομέρειες που δίδονται για αυτές, ως συνεργοί της Κατηγορουμένης 1, φυσικής αυτουργού, για την διάπραξη του (βλ. Άρθρο 42 του Κεφ. 155 και Μαρκίδης ν Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 Α.Α.Δ. 598). Άλλωστε, το γεγονός ότι, στην έκθεση του αδικήματος των προαναφερόμενων κατηγοριών με αρ. 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16 και 18 στο κατηγορητήριο, περιλαμβάνεται και το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, καθιστά εντελώς ξεκάθαρο ότι, η ευθύνη των Κατηγορουμένων 2 και 3 για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, τοποθετείται κάτω από τις διατάξεις [και] του εν λόγω άρθρου του νόμου. 86. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Reza Saremi v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 251: «Το ουσιαστικό αδίκημα για το οποίο κατηγορούνταν οι εφεσείοντες, τόσο στην πρώτη όσο και την δεύτερη κατηγορία, ήταν με βάση τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο του 1977 (Ν. 29/77όπως έχει τροποποιηθεί). Η αναφορά στο Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη κατηγορία, δεν δημιουργεί άλλο αδίκημα. Απλώς καλύπτει την περίπτωση όπου στην διάπραξη του αδικήματος συμμετέχουν πέραν του ενός προσώπου, όπως η παρούσα περίπτωση. Έχει μάλιστα αποφασιστεί ότι και αν ακόμα η Κατηγορούσα Αρχή παρέλειπε να κάμει αναφορά στο Άρθρο 20 του Κεφ. 154 (ή ακόμη και στο 21 που καλύπτει την περίπτωση διάπραξης αδικήματος από συναυτουργούς κατά την επιδίωξη κοινού σκοπού), δεν αποτελεί ουσιαστική παρατυπία. (Βλ. μεταξύ άλλων Ξυδιάς και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, σελ. 225).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Η συνήγορος υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, σχολίασε κατά την τελική της αγόρευση, το γεγονός, ότι, στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που καταλογίζονται στους Κατηγορουμένους 2 και 3, με τις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16 και 18 στο κατηγορητήριο, γίνεται απλή αναφορά σε «παροχή συνδρομής», χωρίς να συγκεκριμενοποιείται, ποιο ακριβώς είδος της, καταλόγιζε σε αυτούς η Παραπονουμένη. Εντούτοις, όπως επεξηγείται και στο σύγγραμμα του Μ. Jefferson, Criminal Law, 9η έκδοση, στην σελίδα 171, με αναφορά στην απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου Αγγλίας στην υπόθεση Ferguson v Weaving [1951] 1 KB 814, αυτή η «δικογράφισης», ήταν αρκετή για σκοπούς του κατηγορητηρίου τους από πλευράς Παραπονούμενης: «(e) Framing the charge: The charge is generally one of 'aiding, abetting, counselling or procuring'. The accused is convicted if he participated in any of those ways: Ferguson v Weaving [1951] 1 KB
  2. This is done because 'the shades of difference between [these terms] are far from clear': Bryce, above. One is a secondary party to the principal offence. One does not 'aid' in general but one aids a particular crime. Aiding (etc.) is not in itself a crime but a way in which a crime is committed.». Η ευθύνη του Κατηγορουμένου 3
  3. Προκύπτει, μέσα από την δίκη, ότι, είναι παραδεκτό από τους διαδίκους, το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 3, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης
  4. Δηλαδή, τόσο κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10: στις 15/05/2011, 04/07/2011, 05/07/2011, 29/08/2011 και 29/09/2011, αναλόγως πάντοτε περίπτωσης; όσο και κατά την επιστροφή κάθε μίας από αυτές, χωρίς να τιμηθούν, ως εμφαίνετε από τις ενυπόγραφες σφραγίδες που τέθηκαν στο σώμα τους από την τράπεζα με την σχετική ένδειξη, και σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1: που καλύπτουν σωρευτικά, την περίοδο από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011, μέχρι και τον μήνα Μάϊο του έτους
  5. Και βεβαίως, ως έχει προαναφερθεί, είναι παραδεκτό από τους διαδίκους και το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που αποφάσισε και εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, με την υπογραφή του, για την Κατηγορούμενη 1, έχοντας προς τούτο την σχετική εξουσιοδότηση της, προς τον σκοπό εξόφλησης χρέους της προς την Παραπονούμενη, τις οποίες και της τις παρέδωσε, μέσω των αντιπροσώπων της ΜΚ2, ΜΚ3 και ***** Γρηγορίου. Το ζήτημα, συνεπώς, που, δεδομένου του κατηγορητηρίου που ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει, τίθεται για να αποφασιστεί, είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 3 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, όταν υπόγραφε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, ότι αυτές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα τιμούνταν κατά το χρόνο πληρωμής τους.
  6. Η νομική ευθύνη συνεργού, στην προκείμενη περίπτωση που αφορά τον Κατηγορούμενο 3, διοικητικού συμβούλου εταιρείας που υπογράφει για την έκδοση επιταγών της, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά πρόσφατα, στην υπόθεση Γρηγορίου Β.Ε. Λτδ ν Ορφανίδη Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 274/2015, 25/01/2019, όπου με αναφορά και στην προγενέστερα εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2018, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παρπαρίνου, αναφέρθηκαν [από την Πλειοψηφία] τα εξής: «Στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018 έγινε πλήρης ανάλυση της νομικής ευθύνης συνεργού, εν προκειμένω της υπογραφής επιταγής από Διευθυντή/Εκτελεστικό Πρόεδρο/Σύμβουλο εταιρείας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό μέρος: "Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17 τονίστηκε ότι, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος, όσο και η αδιαφορία ή η απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness) συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης. Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά και στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Prosecutor
(2003)2 LRC 658, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης έκρινε ότι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι εταιρείας έχουν καθήκον να ενεργούν έντιμα, και με εύλογη επιμέλεια. Στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. xxx Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/14, ημερ. 23.10.15, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή, εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου και ότι η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση. Κρίθηκε, στην υπόθεση εκείνη, ότι και οι δύο Εφεσείοντες, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν, θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε. Στις πολύ πρόσφατες αποφάσεις στις υποθέσεις METRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017 και Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18, επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Ιωαννίδης και Θεοχάρους (ανωτέρω). Στην υπόθεση Gilmartin (ανωτέρω), στην οποία ακολουθήθηκε η υπόθεση Reg. v. Charles
(1977)A.C. 177 (που ήταν ποινικές υποθέσεις), τονίστηκε ότι η έκδοση μιας επιταγής εξυπακούει, πρώτον, ότι ο εκδότης έχει λογαριασμό σε τράπεζα, δεύτερον, ότι έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή για το συγκεκριμένο ποσό και, τρίτον, ότι η επιταγή, όπως συμπληρώθηκε, συνιστά έγκυρη διαταγή (προς την τράπεζα) για την πληρωμή του ποσού της επιταγής. Το τελευταίο στοιχείο περιλαμβάνει, εξυπακουόμενα, και τη διαβεβαίωση ότι η οικονομική κατάσταση του εκδότη είναι τέτοια ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επιταγή θα τιμηθεί, κατά την ημερομηνία της παρουσίασης της (που είναι πληρωτέα)." . Η υπογραφή και έκδοση μιας επιταγής εταιρείας, με αδιαφορία (recklesness) εκ μέρους του Διοικητικού ή Εκτελεστικού Σύμβουλου-Διευθυντή που την υπογράφει και την εκδίδει, ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καταστεί πληρωτέα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπάρχουν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της, για την πληρωμή της (όπως ήταν η παρούσα περίπτωση), ικανοποιεί το απαραίτητο νοητικό στοιχείο (mens rea) του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Ο Διοικητικός Σύμβουλος-Διευθυντής, σε τέτοια περίπτωση, υπέχει ποινική ευθύνη, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ως ο «Εκδότης». (Βλ. Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18).».
  1. Όπως προκύπτει από την αποδεκτή και παραδεκτή μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος 3, όταν εξέδιδε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 9, για την Κατηγορούμενη 1, ως διοικητικός της σύμβουλος, ενήργησε υπό τις περιστάσεις με αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καθίσταντο πληρωτέες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπήρχαν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, για την πληρωμή τους, και ως εκ τούτου, είναι και αυτός ένοχος για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του Άρθρου 305Α του Κεφ.
  2. Καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό, καθότι, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1 (σημειώνεται, στη βάση και των όσων διευκρίνισε κατά την επανεξέταση του), ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1, σύμφωνα και με τα Τεκμήρια 1 και 20, κατά τον επίδικο χρόνο -ήτοι, ως προαναφέρθηκε, τόσο κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10: στις 15/05/2011, 04/07/2011, 05/07/2011, 29/08/2011 και 29/09/2011, αναλόγως πάντοτε περίπτωσης; όσο και κατά την επιστροφή κάθε μίας από αυτές, χωρίς να τιμηθούν, ως εμφαίνετε από τις ενυπόγραφες σφραγίδες που τέθηκαν στο σώμα τους από την τράπεζα με την σχετική ένδειξη, και σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1: που καλύπτουν σωρευτικά, την περίοδο από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011, μέχρι και τον μήνα Μάϊο του έτους 2012- ήταν χρεωστικός, και μάλιστα για ποσό, κατά πολύ μεγαλύτερο του εγκεκριμένου ορίου του [τρεχούμενου] λογαριασμού της από την τράπεζα των €80.
  3. Όπως ο ΜΚ1, ισχυρίστηκε, καθ' όλη την περίοδο που αυτός χειριζόταν τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, ήτοι, από το έτος 2011 μέχρι και το έτος 2014, το χρεωστικό του υπόλοιπο, υπερέβαινε πάντοτε το εγκεκριμένο όριο του των €80.
  4. Μάλιστα, όπως φαίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήρια 1 και 20, το χρεωστικό του υπόλοιπο, ήταν πάντοτε πέραν των €120.000 με αυξητική τάση, που μέχρι το τέλος του έτους 2012 ανήλθε στις €200.000, περίπου. Γίνονταν, όπως αποδέχθηκε ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος, εγκρίσεις του ορίου του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1 από την τράπεζα, για να καλυφθούν υποχρεώσεις της, εντούτοις, και παρά το γεγονός ότι γίνονταν και καταθέσεις στον εν λόγω λογαριασμό της κατά τον επίδικο χρόνο, η Κατηγορουμένη 1 αντιμετώπιζε αρκετά «προβλήματα με τις επιταγές», εξ ου και ο ίδιος, ενδεχομένως να μην ειδοποίησε τον Κατηγορούμενο 3, όταν οι επίδικές επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, παρουσιάστηκαν για να πληρωθούν και δεν υπήρχαν κεφάλαια στον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 για να πληρωθούν, λόγω της συχνότητας του φαινομένου. Όπως ο ΜΚ1 χαρακτηριστικά ανέφερε, «. μπορεί ναι γιατί όταν είχαν αρκετά προβλήματα με τις επιταγές δεν ενημερώνω κάθε μέρα τους πελάτες "κοίταξε έχεις επιταγή πρέπει να την καλύψεις". Πρέπει να την καλύψει μια, δυο, τρεις φορές μετά ο κάθε πελάτης πρέπει να γνωρίζει τα υπόλοιπα του και πώς ενεργεί πριν να κόψει μια επιταγή». Το σίγουρο είναι, υποστήριξε ο ΜΚ1, ότι η Κατηγορούμενη 1, ελάμβανε στο τέλος του κάθε μήνα, αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού της, ως είναι το Τεκμήριο 1, και γνώριζε το υπόλοιπο της για τον προγραμματισμό και κινήσεις της. Αυτός ο ισχυρισμός του ΜΚ1, σημειώνεται, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένων 1, 2 και
  5. Σε κάθε περίπτωση, η εθελοτυφλία του Κατηγορούμενου 3, στα προαναφερόμενα γεγονότα, που του έδειχναν ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν είχε την ευχέρεια να τιμά τις επιταγές που εξέδιδε για να πληρωθούν από τον λογαριασμό της, χωρίς προβλήματα και δη, χωρίς ενδεχόμενο διάπραξης από την Κατηγορούμενη 1 του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, και πάλι αποδεικνύει την ενοχή του στον απαιτούμενο βαθμό (βλ. Hudfield ν Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414, Κάνιου ν Success Advertising Co. Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2016, 29/09/2016, Vrontis Builders Ltd v M & H Steel Constructions Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 296/2014, 15/04/2016 και Metron (Cyprus) Ltd v Κάνιου, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2015, 28/11/2017). Η ευθύνη της Κατηγορουμένης 2
  1. Με γνώμονα την εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, δεν μπορώ να καταλήξω ότι η Κατηγορούμενη 2, βοήθησε, παρακίνησε ή προξένησε, κατά παράβαση του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, την διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών με αρ. 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17 στο κατηγορητήριο από την Κατηγορούμενη
  2. Η οπισθογράφησης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, από την Παραπονούμενη προς την Τράπεζα Κύπρου (υπηρεσία factoring)
  3. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, -που δεν αμφισβητήθηκε και υπήρξε και το βάθρο για το υπό συζήτηση επιχείρημα των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3-, λόγω του ότι, η Παραπονούμενη «οπισθογράφησε» τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, στην υπηρεσία factoring της Τράπεζας Κύπρου, για να της προ εξοφληθούν στο 75% με 85% της αξίας τους, η οποία Τράπεζα Κύπρου, ως ο νομιποποιημένος κομιστής τους, είναι και το πρόσωπο που τις παρουσίασε στην τράπεζα της Κατηγορουμένης 1 για να πληρωθούν και σε αυτήν επιστράφηκαν χωρίς να τιμηθούν, η Παραπονούμενη δεν νομιμοποιείτο να καταχωρήσει την ποινική αυτή δίωξη των Κατηγορουμένων 1, 2 και
  4. Μαρτυρία για το ζήτημα αυτό, ως προαναφέρθηκε, δόθηκε από τον ΜΚ2, ο οποίος υποστήριξε τα εξής: «A. Προκατατίθονταν στο Factory της Τράπεζας Κύπρου κυρία συνήγορος. ., είναι τμήμα της Τράπεζα Κύπρου το οποίο κάνει αυτήν τη δουλειά. Υπάρχει αρχείο, κατατίθονται επιταγές και τη συγκεκριμένη ημερομηνία, μέσω κομπιούτερ, μέσω ... πώς το κάνει η τράπεζα, γίνονται, παρουσιάζονταν [οι] επιταγές. Το περιθώριο που είχαμε εμείς για κάποιους συνεργάτες, όπως και συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, εάν ήθελαν να αλλάξουν μια ημερομηνία γιατί δεν μπορούσαν να τιμήσουν την επιταγής τους τη συγκεκριμένη ημερομηνία, όπως είπα και πριν, με ενημέρωση που έπρεπε να με ενημερώσουν εμένα και να γίνει γραπτή επιστολή προς την τράπεζα 2 με 3 μέρες minimum, το πιο λίγο και εκτός Σαββατοκύριακων, γιατί υπάρχουν και Σάββατο και Κυριακές που δεν ανοίγουν οι τράπεζες. Για να μπορέσουμε να αποσύρουμε... συγγνώμη, για να μπορέσουμε να μεταφέρουμε, να αλλάξουμε την ημερομηνία την πρώτη που είδα πάνω στην επιταγή, για να γίνει ακόμα και αυτό, η εταιρεία μου πλήρωνε το ισότιμο ποσό της επιταγής για να μπορέσει να αλλαχτεί η ημερομηνία στην επιταγή. ... Α. Με την παρουσίαση των επιταγών οποιουδήποτε πελάτη, παίρναμε πιο πριν το 85% και μετά το 75%, όταν αποδείξαμε στην τράπεζα ότι κάποιοι πελάτες ήταν αξιόχρεοι και ούτω καθ' εξής παίρναμε και περισσότερο. Επίσης το ποσοστό που πληρώναμε ήταν ανάλογα το 75% ή 85%, ήταν πιο ψηλά οι χρεώσεις της τράπεζας, οπότε σε περιπτώσεις που είχαμε ανάγκη το 75%, μέναμε στο 75%. Σε περίπτωση που θέλαμε 85% λόγω ρευστότητας αυξάναμε το και πληρώναμε περισσότερα. Οπόταν όταν μια επιταγή έπρεπε να αποσυρθεί, δηλαδή δεν πληρωνόταν, δεν εξαργυρώνετουν η επιταγή. Είπα ότι για να την πάρω πίσω έπρεπε να πληρώσω ολόκληρο το ποσό της επιταγής, συν τα penalties. Επίσης για να μην κατατεθεί η επιταγή την ημερομηνία που ήταν πάνω, εάν ζητούσε οποιοσδήποτε συνεργάτης αλλαγή ημερομηνίας για λόγους δικούς τους, όπως στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι 2 και 3, που δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν, πιθανόν γι' αυτό άλλαζαν τις ημερομηνίες, πάλι η εταιρεία μου πλήρωνε αντίτιμο ποσό. Η εταιρεία την ημέρα που τιμόταν η επιταγή έπαιρνε το υπόλοιπο ποσοστό, δηλαδή εάν ήταν 75 στην αρχή έπαιρνε 25 την ημέρα που εξαργυρωνόταν η επιταγή. Εάν ήταν 85 έπαιρνε
  5. Εάν η επιταγή δεν τιμόταν, δεν είχε λεφτά, την ίδια μέρα, παρόλο που μπορούσε να ξαναγίνει κατάθεση, η εταιρεία έπρεπε να πληρώσει όλο το ποσό της επιταγής συν τα penalties. Και στις περιπτώσεις που αποσύρθηκαν, όπως είπα, οι επιταγές οι συγκεκριμένες που έχουμε εδώ, αναγκάστηκα για να αποσύρω τις επιταγές των περίπου 20 χιλιάδων τόσων ευρώ από την Factory, αναγκάστηκα να πάω να πάρω τον γιο μου και να πάρω τα λεφτά του για να πληρώσω τις 20 χιλιάδες ευρώ.».
  6. Προκύπτει από τα προαναφερόμενα, ότι, η Τράπεζα Κύπρου, τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια από 2 μέχρι 10, -ή κάποιες από αυτές δεν έχει ιδιαίτερη σημασία-, που τις είχε προ εξοφλήσει στην Παραπονούμενη, λόγω τού ότι, όταν αυτές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα της Κατηγορουμένης 1 για να πληρωθούν, δεν τιμήθηκαν, τις επέστρεψε στην Κατηγορούμενη 1, αφού πρώτα της χρέωσε τον σχετικό λογαριασμό της, με την αξία τους που της προ πληρώθηκε, πλέον επιβαρύνσεις, σύμφωνα με την σχετική συμφωνία τους. Από αυτά τα γεγονότα, αυτό το οποίο προκύπτει, είναι ότι, η Παραπονούμενη, ως η πραγματική [πλέον] κάτοχος των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10, απόκτησε τίτλο σε αυτές, που της θεμελιώνει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Κατηγορουμένης 1 στην βάση αυτών, από την κάτοχο των επιταγών εν ευθέτω χρόνω, Τράπεζα Κύπρου, στην βάση των προνοιών των Άρθρων 29 και 47 του Κεφ. 262 και του σκεπτικού του Ανώτερου Δικαστηρίου Αγγλίας στην υπόθεση Jade International Steel Stahl und Eisen GmbH & Co. KG v Robert Nicholas (Steels) Ltd [1978] 3 W.L.R. 39 που βασίστηκε στις πρόνοιες του Section 29
(3)του Bills of Exchange Act 1882 [[iii]] που είναι ανάλογο σε πρόνοιες με το Άρθρο 29 του Κεφ. 262 (βλ. στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, στην παράγραφο 18-13). Είχε, συνεπώς, κατά την κρίση μου, η Παραπονούμενη, δικαίωμα να εγείρει την ιδιωτική αυτή δίωξη εναντίον της Κατηγορουμένης 1 και κατ' επέκταση εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3, ως πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα επηρεάστηκαν άμεσα από την μη τίμηση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια από 2 μέχρι και 10 (βλ. επίσης, Κλεάνθης Δημοσθένους ν Τύχωνα Τύχωνος
(2013)2 Α.Α.Δ 22). 97. Το προαναφερόμενο Άρθρο 29 του Κεφ. 262, σημειώνεται, προνοεί: «
(1)Νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, συμπληρωμένη και κανονική στην όψη της, με τους πιο κάτω όρους, δηλαδή- (α) Ότι έγινε κάτοχος αυτής προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη και χωρίς ειδοποίηση ότι προηγουμένως δεν τιμήθηκε, αν τέτοια ήταν η περίπτωση~ (β) ότι αυτός έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή.
(2)Ειδικότερα ο τίτλος προσώπου ο οποίος μεταβιβάζει συναλλαγματική είναι ελαττωματικός εντός της έννοιας του Νόμου αυτού όταν αυτός έλαβε τη συναλλαγματική ή την αποδοχή αυτής, με δόλο, εξαναγκασμό, ή βία και φόβο, ή με άλλα παράνομα μέσα ή για παράνομη αντιπαροχή, ή όταν μεταβιβάζει αυτήν με κατάχρηση εμπιστοσύνης ή υπό τέτοιες συνθήκες οι οποίες ισοδυναμούν με δόλο.
(3)Κάτοχος (είτε για αξία ή όχι) ο οποίος αντλεί τον τίτλο του στη συναλλαγματική μέσω κατόχου κατά προσήκοντα τρόπο, και ο οποίος συνέβαλε ο ίδιος σε οποιοδήποτε δόλο ή παρανομία που επηρεάζει αυτή, έχει όλα τα δικαιώματα του κατόχου αυτού κατά προσήκοντα τρόπο σε σχέση προς τον αποδέκτη και προς όλα τα μέρη της συναλλαγματικής πριν από τον κάτοχο αυτό.». 98. Στην προαναφερόμενη υπόθεση Jade International Steel Stahl und Eisen GmbH & Co. KG v Robert Nicholas (Steels) Ltd [1978] 3 W.L.R. 39, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, αναφέρθηκαν από το αγγλικό Δικαστήριο τα εξής: «Geoffrey Lane L. J.: What happened as a matter of historical sequence in this case was as follows: the drawers, it being a 120 day bill, in the normal way discounted the bill and transferred the title to the Sparkasse, a German bank, and with it went all the rights to sue. One reads section 31
(1)and
(4)to see the rights the Sparkasse got in those circumstances. They gave value for the bill and were holders in due course and could accordingly sue on the bill if they wished. They in their turn discounted the bill to the Deutsche Bundesbank, and the Deutsche Bundesbank in turn apparently discounted the bill to the Midland Bank. That bank then presented the bill for acceptance. It was duly accepted. It was presented for payment after the 120 days had elapsed and as I have already said it was dishonoured at that stage. The Midland Bank, it having been discounted to them, and assuming it was so discounted as it seems to have been, were holders in due course, and when it arrived to them there was no further transfer. If one looks at the reverse side of the bill one sees that the Midland Bank simply opened the indorsement; then it was passed back down the line inoculated, so to speak, with the title of the Midland Bank. The intermediate bankers had given value for the bill and that made them holders in due course, which gave them under the sections to which I have already drawn attention rights against the acceptors. So the bill goes back through the Deutsche Bundesbank to the Sparkasse; Sparkasse debited the plaintiffs' current account, and, Mr. Saloman submits, thereby they give value for the bill, although plainly on the terms of section 29
(3), which I have already read, it does not matter whether they gave value or not, it does not affect their situation as holders. Consequently, although they are not holders in due course, because they have notice of dishonour at that stage, the plaintiffs are holders, with all the rights of holders; and those rights are expressed to be all the rights of the holder in due course from whom the title has been derived and all parties to the bill prior to that holder, according to the terms of section 29
(3). In his reply to those submissions Mr. Bowsher, if I may say so respectfully, shifted his ground somewhat, because instead of relying simply, as he had done in his opening address, upon the position of the plaintiffs as drawers, he drew attention to the fact, correctly, that not only were the plaintiffs drawers, but they were also payees of the bill; and as payees they were, under the definition section 2 which I have already read, holders of the bill. Consequently he suggests that at the very lowest the plaintiffs were holders in two capacities. First of all holders as drawers/payees, and secondly holders because they were the holders from the Sparkasse, who were themselves holders in due course; and he submits that in those circumstances they should certainly be given the rights which either of those two capacities confers upon them, since, he says, the capacity of drawer/payee makes them immediate parties to the bill, and since immediate parties do have a right to have the discretion situation examined they should be given that right. I respectfully disagree with that conclusion. It seems to me that once the drawers/payees (the plaintiffs in this case) have discounted the bill to the Sparkasse (Sparkasse then becoming the holders in due course), they lose the capacity which they had as immediate parties to the bill as drawers. Then when in the effluxion of time they once again become holders of the bill in the way that I have described, it is in that new fresh capacity of holders via the Sparkasse and the other bank that their situation must be judged. It is unreal as I see it to regard them as having a dual capacity. Indeed, it is something of a logical difficulty to see how they could. I repeat, when they discounted the bill they lost the benefit of their original capacity, and the guise under which they held it on the second occasion becomes the dominating guise for the purpose of deciding whether or not the judge was in a position to consider the question of discretion. Although Donaldson J., a judge of enormous experience in these matters, did not put the matter quite in that way it seems to me that that was what he in fact meant. Cumming-Bruce L. J.: This bill was originally drawn, accepted and then held by the plaintiffs as drawers and payees. Thereafter it was negotiated by them to the Sparkasse Bank, and the indorsements on the back of the bill show its further history of negotiation. When the Midland Bank were the holders, as holders in due course, the bill was dishonoured. Then it started its journey backwards, pursuant to section 47 of the Bills of Exchange Act 1882, which provides that on dishonour by non-payment an immediate right of recourse against the drawer and indorser accrues to the holder. It was pursuant to that right of recourse that when the bill reached Sparkasse Bank for the second time, having a right of recourse against the drawer they debited the drawer's account and thereafter delivered the bill to the drawer to take such action as he thought fit. So the short point which is raised as the first point on this appeal is whether in those circumstances the drawer/payee to whom the bill was delivered pursuant to the Midland Bank or Sparkasse's right of recourse is properly to be regarded as a holder who derives his title to the bill through a holder in due course, within the meaning of section 29
(3)of the Act. The submission of Mr. Bowsher is that when the plaintiffs recovered the bill pursuant to the Sparkasse Bank's right of recourse they did not thereby derive their title to the bill through the Sparkasse Bank, or through any of the other indorsers, but that it came back to them in their initial capacity as drawer pursuant to their liability as drawer under section 47
(2)of the Act. Thus, he submits, that whether or not it is right within the meaning of the subsection to regard the plaintiffs at that stage as holders they were not holders who derived their title through a holder in due course. Initially as drawers they derive title from nobody. When they negotiated the bill in the first instance they then lost their title. All that was left was their liability under section 47
(2), the liability to a right of recourse against them in their capacity as drawers. and so the submission is that the words of section 29
(3)ought to be read strictly so as to limit the meaning of the words "derive title to the bill" to those situations in which the bill is negotiated, what I would call on its way upwards, from the original drawer to indorser and subsequent indorsers. Some support for that submission is founded on the note which appears in Byles on Bills of Exchange , 23rd ed., p. 189, where the authors write: "When considering a lesser holding than that of a holder in due course and any action which may be brought by such lesser holder, the relationship between him and the defendant must be taken into account. In this respect parties to a bill may be considered as immediate or remote, the former being parties in direct relation with each other and the latter being those who are not in such relationship." No authority is cited for such proposition as may be collected from that paragraph. It is clear that the editors regarded it as limiting the rights of an immediate party who found themselves as a holder within the meaning of section 29
(3). But in the absence of any authority the persuasive value of the note must be limited to its efficacy in the light of the true construction of the section. I see the force as a matter of mercantile practice of the submission of Mr. Bowsher that there is not any good commercial reason to deprive the defendants of the contractual rights that they initially had before they discounted the bill merely because in the last stages of the story when the bill was being dishonoured it comes back into the drawer's hands pursuant to the right of recourse of a party to whom the bill has been negotiated. The question which in the absence of authority I do not find perfectly straightforward is whether it can be right to place a restricted meaning on the apparently clear words of the subsection so as to exclude these plaintiffs from a capacity which at first sight they have, namely, a holder deriving title to the bill from a holder in due course; and faced with the words of the statute I am persuaded that there is not sufficient reason shown for placing upon those words the restricted meaning for which he contends. Stephenson L. J.: It seems clear from the note of Donaldson J.'s judgment which Geoffrey Lane L.J. has read that the judge in his great experience rejected any argument of that kind and must have held that the plaintiffs' title to this bill was a derivative title; and I cannot resist the conclusion that whether or not he had reread to himself section 29
(3)he was in fact applying that subsection and finding that the plaintiffs as a holder of this bill derived their title to it through the holders in due course, that is to say one or other of these banks.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Βλ. άλλωστε και τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, επί παρομοίου επιχειρήματος και γεγονότων, στην υπόθεση Avgoustinos Food Industriy Ltd v Ορφανίδης Δημοσια Εταιρεια Λτδ κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 76/2016, 20/07/
  2. Κατάληξη
  3. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, βρίσκω ότι, η Παραπονούμενη, απέτυχε να στοιχειοθετήσει το κατηγορητήριο της Κατηγορούμενης 2, και ως εκ τούτου, η Κατηγορούμενη 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16 και 18 στο κατηγορητήριο, που της προσήχθησαν. Ως αποτέλεσμα τούτου, η Παραπονούμενη, καταδικάζεται στα έξοδα της διαδικασίας προς όφελος της Κατηγορούμενης 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά 70% (στη βάση του τελικού υπολογισμού τους), λόγω της κοινής εκπροσώπησης της και προωθηθείσας υπεράσπισής με τους Κατηγορουμένους 1 και
  4. Επιπρόσθετα, κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 3 αντίστοιχα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τους οποίους κρίνω, ως εκ τούτου, ένοχους και καταδικάζω, στις κατηγορίες που έκαστος αντιμετωπίζει, ως ακολούθως: Α. Η Κατηγορούμενη 1, κρίνεται ένοχη και καταδικάζεται, στις κατηγορίες με αρ. 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17 στο κατηγορητήριο, που της προσήχθησαν, και Β. Ο Κατηγορούμενος 3, κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται, στις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16 και 18 στο κατηγορητήριο, που του προσήχθησαν. Τα έξοδα της διαδικασίας μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορουμένων 1 και 3, δεδομένης της κατάληξης της υπόθεσης σε ότι αφορά τους Κατηγορουμένους 1 και 3, είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο, ακολούθως, κατά την διαδικασία επιβολής της ποινής τους.
  5. Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής στους Κατηγορουμένους 1 και
  6. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σημειώνεται εδώ, η λανθασμένη αρίθμησης των κατηγοριών στο κατηγορητήριο. Δεν ακολουθήθηκε η κατά αύξων αριθμό αρίθμησης τους. Φαίνεται ότι, από παραδρομή, δόθηκε δύο φορές η αρίθμησης 5 και 6 σε κατηγορίες που είναι διαφορετικές. Έχω, ως εκ τούτου, προβεί στην σχετική διόρθωση, με αναρίθμηση των κατηγοριών από 1 μέχρι 18, ως η σειρά που είναι καταγραμμένες στο κατηγορητήριο της υπόθεσης. [i] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ii] Ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Ορέστης Βασιλείου ν Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017). [iii] Section 29
(3)του Bills of Exchange Act 1882: «
(1)A holder in due course is a holder who has taken a bill, complete and regular on the face of it, under the following conditions; namely, (
  1. a)that he became the holder of it before it was overdue, and without notice that it had previously been dishonoured, if such was the fact: (
  2. b)that he took the bill in good faith and for value, and that at the time the bill was negotiated to him he had no notice of any defect in the title of the person who negotiated it.
(2)In particular the title of a person who negotiates a bill is defective within the meaning of this Act when he obtained the bill, or the acceptance thereof, by fraud, duress, or force and fear, or other unlawful means, or for an illegal consideration, or when he negotiates it in breach of faith, or under such circumstances as amount to a fraud.
(3)A holder (whether for value or not), who derives his title to a bill through a holder in due course, and who is not himself a party to any fraud or illegality affecting it, has all the rights of that holder in due course as regards the acceptor and all parties to the bill prior to that holder.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.