← Κύπρος

ΕΦΟΡΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. G.J. METAXAS JEWELLERY GALLERY LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 30187/2014, 5/7/2019

ΕΦΟΡΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. G.J. METAXAS JEWELLERY GALLERY LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 30187/2014, 5/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 30187/2014 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΕΦΟΡΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-

  1. G.J. METAXAS JEWELLERY GALLERY LTD
  2. ***** ΜΕΤΑΞΑ
  3. ***** ΜΕΤΑΞΑ
  4. ***** ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ
  5. ***** ΙΑΚΩΒΙΔΗ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 05/07/2019 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κ. Α. Βαλανίδης Για την Κατηγορούμενη 1: Καμία εμφάνιση Για την κατηγορούμενη 3: κ. Α. Πετρίδης Κατηγορούμενη 3, Παρούσα ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το Κατηγορητήριο
  6. Στην προκείμενη περίπτωση, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3, αμφότεροι, αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης. Αυτές αφορούν, τις ακόλουθες παραβάσεις προνοιών του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Νόμος 95(I)/2000 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 95(Ι)/2000») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμοί του 2001, Κ. Δ. Π. 314/2001 και περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2002, Κ. Δ. Π. 51/2002 - μαζί καλούνται ως οι περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμοί του 2001 και 2002 (στο εξής καλούμενοι «οι Κανονισμοί»). Τα αδικήματα Παράλειψη εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης
  7. Σύμφωνα με το Άρθρο 46

(10)του Νόμου 95(Ι)/2000: «46.-
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι €8.543, 01 [[i]] πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.». Παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής οφειλόμενου φόρου 3. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 46
(9)του Νόμου 95(I)/2000: «46.—
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι €8.543, 01 [[ii]] πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.». 4. Σχετικές, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, είναι και οι εξής διατάξεις των Κανονισμών: «17.—
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον Έφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του Φ.Π.Α. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης: Νοείται ότι— (α) Ο Έφορος δύναται να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις αναφορικά με περιόδους διαρκείας ενός μηνός και να υποβάλλει τις δηλώσεις αυτές όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος των περιόδων με τις οποίες σχετίζονται· (β) η πρώτη φορολογική δήλωση αφορά την περίοδο που καθορίζεται σύμφωνα με το Πρώτο Παράρτημα κατά την οποία το πρόσωπο εγγράφηκε ή έπρεπε να εγγραφεί, και η εν λόγω περίοδος αρχίζει από εκείνη την ημερομηνία· (γ) εάν ο Έφορος κρίνει αναγκαίο σε οποιαδήποτε περίπτωση να τροποποιήσει τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου ή την ημερομηνία κατά την οποία οποιαδήποτε περίοδος αρχίζει ή συμπληρώνεται ή μέχρι την οποία πρέπει να υποβληθεί οποιαδήποτε φορολογική δήλωση, τότε μπορεί να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε οποιοδήποτε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις αναλόγως, ανεξάρτητα από το αν η περίοδος που τροποποιείται τοιουτοτρόπως έχει συμπληρωθεί ή όχι· (δ) εάν ο Έφορος κρίνει αναγκαίο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση, δύναται να επιτρέψει ή να δώσει εντολή σε πρόσωπο να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις σε διεύθυνση που ορίζει ο Έφορος. 29.—
(2)Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση, οφείλει να καταβάλει στον Έφορο το ποσό Φ.Π.Α. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Παράλειψη ή άρνηση καταβολής πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου
  1. Επίσης, σύμφωνα με το Άρθρο 46(10Α) του Νόμου 95(Ι)/2000: «(10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.».
  2. Εν προκειμένω, σχετικές είναι οι διατάξεις του Άρθρου 45 του Νόμου 95(Ι)/2000, σύμφωνα με το οποίο: «
(3)Αν (α) Κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έχει υποχρέωση σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο ο Έφορος έχει παραλάβει εκείνη τη φορολογική δήλωση αλλά δεν έχει λάβει, είτε ο ίδιος είτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του, το ποσό του Φ.Π.Α. που εμφαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέο από αυτό το πρόσωπο σε σχέση με εκείνη τη φορολογική περίοδο ή (β) κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έχει υποχρέωση σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο ο Έφορος ούτε έχει παραλάβει εκείνη τη φορολογική δήλωση ούτε έχει λάβει, είτε ο ίδιος είτε εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του, το ποσό του οφειλόμενου Φ.Π.Α., αλλά αποδέχεται φορολογική δήλωση που υποβάλλεται ύστερα από την προαναφερθείσα ημέρα και στην οποία εμφαίνεται ποσό Φ.Π.Α. ως καταβλητέο από αυτό το πρόσωπο σε σχέση με εκείνη τη φορολογική περίοδο ή (γ) ο Έφορος βεβαιώνει ποσό Φ.Π.Α. ως οφειλόμενο από οποιοδήποτε πρόσωπο, τότε το πρόσωπο αυτό υπόκειται σε πρόσθετο φόρο ίσο προς δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου Φ.Π.Α: Νοείται ότι, σε περίπτωση φορολογικής δήλωσης που υποβάλλεται με βάση τους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20 για τις καθορισμένες φορολογικές περιόδους που λήγουν στις 30 Ιουνίου 2013, 31 Ιουλίου 2013, 31 Αυγούστου 2013 και 30 Σεπτεμβρίου 2013, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος προς πέντε τοις εκατόν (5%), νοουμένου ότι το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο υποβάλει τη φορολογική δήλωση για τις περιόδους αυτές και καταβάλει το ποσό οφειλόμενου ΦΠΑ μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 2013.
(4)Κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε πρόσθετο φόρο δυνάμει του εδαφίου
(3)πιο πάνω, καταβάλει στον Έφορο τόκο προς εννέα τοις εκατόν ετησίως επί του καταβλητέου ποσού Φ.Π.Α. από την ημέρα που το εν λόγω ποσό κατέστη οφειλόμενο. .
(8)Οι πρόσθετοι φόροι και οι χρηματικές επιβαρύνσεις που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου επιβάλλονται από τον Έφορο χωρίς να εξετάζεται η ύπαρξη δόλου, απερισκεψίας ή αμέλειας του προσώπου του υπόχρεου στο φόρο και εισπράττονται ωσάν να ήταν Φ.Π.Α.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Σημειώνεται εν προκειμένω, ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί του Ενιαίου Δημοσίου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου του 2006, Νόμος 167(I)/2006: «Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, κάθε άλλος σε ισχύ νόμος, κανονισμός ή άλλο νομοθετικής φύσης κείμενο, στο οποίο προνοείται η καταβολή ή πληρωμή δημόσιων τόκων υπερημερίας από ή προς το Δημόσιο, θα διαβάζεται και εφαρμόζεται κατά τρόπον ώστε αντί του καθοριζόμενου σ' αυτόν επιτοκίου υπερημερίας να ισχύει και εφαρμόζεται ενιαία το εκάστοτε δυνάμει του παρόντος Νόμου καθοριζόμενο δημόσιο επιτόκιο υπερημερίας.».
  2. Σχετικές ως εκ τούτου, είναι και οι Κ. Δ. Π. 28/2007, 563/2007, 466/2008, 458/2009, 521/2010, 531/2011, 543/2012, 459/2013, 586/2014, 463/2015, 374/2016, 453/2017 και 376/2018, βάσει των οποίων, ο Υπουργός Οικονομικών έχει καθορίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 4 του Νόμου 167(Ι)/2006, από της εφαρμογής της προαναφερόμενης νομοθεσίας, το δημόσιο επιτόκιο υπερημερίας κατά τα έτη που προηγήθηκαν (στο εξής καλούμενα «τα Διατάγματα του Υπουργού Οικονομικών»). Ευθύνη αξιωματούχων νομικού προσώπου υποκείμενου στον Φ. Π. Α.
  3. Σημειώνεται εδώ, ότι, η ποινική ευθύνη συμβούλου ή αξιωματούχου νομικού προσώπου, που παραβαίνει τις προαναφερόμενες διατάξεις του Νόμου 95(Ι)/2000, ορίζεται από το Άρθρο 48 του Νόμου 95(Ι)/2000, το οποίο προνοεί, ότι: «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.». 10. Εν προκειμένω, σχετικές είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολωμονίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015, 18/12/2018, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 12/04/2017, Λίνος Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Μαρκίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ.
  1. Διαταγή καταβολής οφειλόμενου φόρου
  2. Καθώς επίσης, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 46
(12)του Νόμου 95(Ι)/2000: «46.-
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.».
  1. Εν προκειμένω, σχετική είναι η απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σολωμονίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015, 14/02/
  2. Η προσαχθείσα μαρτυρία, τα αποδεκτά γεγονότα και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου Η προσαχθείσα μαρτυρία
  3. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Κατήγορου, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν:
(1)η ***** Δημοσθένους (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1»),
(2)ο ***** Μιχαήλ (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2») και η ***** Γιάγκου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ3»). 14. Η Κατηγορούμενη 3, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες που την αφορούν, κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση της, παρουσίασε την μαρτυρία:
(1)του ***** Μυτιληναίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ1»),
(2)της ***** Ιωάννου (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ2») και
(3)της ***** Παλάλα (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ3»). Η ίδια η Κατηγορούμενη 3, σημειώνεται, επέλεξε και παρέμεινε σιωπηλή. Η μαρτυρία της ΜΚ1, ***** Δημοσθένους
  1. Η ΜΚ1 είναι λειτουργός Φ. Π. Α. στο Τμήμα Φορολογίας. Είναι υπεύθυνη για την παραλαβή αιτήσεων από υποκείμενα στον Φ. Π. Α. πρόσωπα για εγγραφή στο μητρώο Φ. Π. Α., τον έλεγχο αυτών των αιτήσεων, την εγγραφή των υποκείμενων στον Φ. Π. Α. προσώπων στο μητρώο Φ. Π. Α. και την καταχώριση σε αυτό των απαιτούμενων για τον σκοπό στοιχείων. Επιπρόσθετα, η ΜΚ1 είναι υπεύθυνη και για την καταχώριση στο μητρώο Φ. Π. Α. οποιονδήποτε αλλαγών που αφορούν τα εν λόγω πρόσωπα, προς ενημέρωση του.
  2. Σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 1, η ΜΚ1 κατέθεσε ότι, ως υποκείμενη στο Φ. Π. Α. πρόσωπο, εγγράφηκε στο μητρώο Φ. Π. Α. με αριθμό *****9Ο και με ισχύ από 01/04/
  3. Η Κατηγορούμενη 1, ανέφερε περαιτέρω η ΜΚ1, παρέμεινε εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ. Π. Α., αδιάλειπτα, από τότε [ήτοι, από 01/04/1997], μέχρι και την ημερομηνία κατάθεσης της στο Δικαστήριο στις 02/11/
  4. Σχετικά με τα προαναφερόμενα, η ΜΚ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο και Πιστοποιητικό που ετοίμασε για λογαριασμό του Εφόρου Φορολογίας, το Τεκμήριο
  5. Η μαρτυρία του ΜΚ2, ***** Μιχαήλ
  6. Ο ΜΚ2 είναι λειτουργός Φ. Π. Α. στο Τμήμα Φορολογίας. Είναι τοποθετημένος στο τμήμα φορολογικών δηλώσεων και στα καθήκοντα του είναι ο χειρισμός των φορολογικών δηλώσεων που υποβάλλονται στον Έφορο Φορολογίας από υποκείμενα στον Φ. Π. Α. πρόσωπα. Μεταξύ άλλων, καταχωρεί στο μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Φορολογίας, τα δεδομένα των φορολογικών δηλώσεων που του υποβάλλονται, καθώς επίσης ελέγχει και υπολογίζει, σε ότι αφορά αυτές, τον Φ. Π. Α. και τυχόν πρόσθετο φόρο, επιβαρύνσεις και τόκο.
  7. Η Κατηγορούμενη 1, σύμφωνα με το φάκελο που τηρεί για αυτήν ο Έφορος Φορολογίας στο αρχείο του, καθώς επίσης και με βάση το μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Φορολογίας που αποτελεί μέρος αυτού, είναι εγγεγραμμένη ως υποκείμενη στον Φ. Π. Α. με αριθμό *****9Ο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται από τον Έφορο Φορολογίας στο προαναφερόμενο αρχείο του, η εγγραφή της Κατηγορουμένης 1 στο μητρώο Φ. Π. Α., έγινε με ισχύ από 01/04/1997 και η Κατηγορουμένη 1 παρέμεινε εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ. Π. Α., χωρίς διακοπή, μέχρι και την μαρτυρία του ΜΚ2 στο Δικαστήριο, στις 02/11/
  8. Η Κατηγορούμενη 1, όφειλε, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, όπως, το αργότερο μέχρι την 10η ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος κάθε φορολογικής περιόδου (τριμηνίας), υποβάλλει στον Έφορο Φορολογίας, φορολογικές δηλώσεις δεόντως συμπληρωμένες, που να περιέχουν όλα τα απαιτούμενα από την εν λόγω νομοθεσία στοιχεία, και να καταβάλλει στον Έφορο Φορολογίας, τον οφειλόμενο, από τις συναλλαγές της (που σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομοθεσία είναι εντός του πεδίου του Φ. Π. Α.) κατά την διάρκεια της φορολογικής περιόδου (τριμηνία), Φ. Π. Α.
  9. Σύμφωνα με την νομοθεσία, αν κατά την τελευταία ημέρα κατά την οποία η Κατηγορούμενη 1 είχε υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο, η Κατηγορούμενη 1 δεν κατέβαλλε το ποσό του Φ. Π. Α. που όφειλε να αποδώσει στον Έφορο Φορολογίας ως ανωτέρω, τότε ήταν υποκείμενη σε πρόσθετο φόρο, ίσο προς το 10% επί του οφειλόμενου Φ. Π. Α. Περαιτέρω, όπως ο ΜΚ2 επίσης ανέφερε, κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε πρόσθετο φόρο, ως ανωτέρω, υποχρεούται να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, νόμιμο τόκο από την ημέρα που το εν λόγω ποσό καθίσταται πληρωτέο. Το ύψος του επιτοκίου, όπως επεσήμανε, καθορίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 95(Ι)/2000 και του περί Ενιαίου Δημόσιου Επιτοκίου Υπερημερίας Νόμου του 2006, Νόμος 167(Ι)/
  10. Ως σχετικά με την υπόθεση αυτή, ο ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας του, τα ακόλουθα έγγραφα.
  11. Πιστό αντίγραφο δηλωτικού Διατάγματος Δικαστηρίου, που εκδόθηκε στις 26/03/2028, από Π. Ε. Δ. Λευκωσίας, στα πλαίσια της Αίτησης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. XXXXX/2013, με το οποίο δόθηκε άδεια συνέχισης της δίωξης της Κατηγορούμενης 1 με αυτή την υπόθεση, ένεκα του ότι, η Κατηγορούμενη 1, τελεί, με διαταγή του Δικαστηρίου, υπό εκκαθάριση (βλ. Τεκμήριο 2).
  12. Πιστοποιητικό που ετοίμασε για λογαριασμό του Εφόρου Φορολογίας, το Τεκμήριο 3, σύμφωνα με το οποίο, η Κατηγορούμενη 1: i. Φ. Π. Α., ύψους €15.147,12, τον οποίο η Κατηγορούμενη 1 όφειλε, με βάση την φορολογική της δήλωση για την περίοδο: από 01/10/2011 μέχρι και 31/12/2011, που παραλήφθηκε από τον Έφορο Φορολογίας στις 10/02/2012, δεν καταβλήθηκε στον Έφορο Φορολογίας μέχρι και την 10/02/2012 που έληγε η σχετική προς τούτο προθεσμία της σύμφωνα με τον Νόμο. Η παράλειψη αυτή της Κατηγορουμένης 1, ανέφερε, αποτελεί το αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο. Όπως ο ΜΚ2, διευκρίνισε, ο οφειλόμενος από την Κατηγορούμενη 1 Φ. Π. Α., σύμφωνα με την φορολογική της δήλωση για την περίοδο: από 01/10/2011 μέχρι και 31/12/2011, που παραλήφθηκε από τον Έφορο Φορολογίας στις 10/02/2012, ήταν €28.147,
  13. Καταβλήθηκε όμως, όπως ο ΜΚ2 περαιτέρω ανέφερε, εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και την 10/02/2012, ποσό €13.000, με αποτέλεσμα να παραμείνει οφειλόμενος Φ. Π. Α. ύψους €15.147,12, ως προαναφέρθηκε. Προς υποστήριξη αυτών του των ισχυρισμών, ο ΜΚ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας του, την φορολογική δήλωση της Κατηγορουμένης 1 για την περίοδο: από 01/10/2011 μέχρι και 31/12/2011, Τεκμήριο 4.1 στην οποία περιλαμβάνεται και η απόδειξη πληρωμής των €13.
  14. ii. Λόγω της αμέσως προαναφερόμενης παράλειψης της Κατηγορουμένης 1, της επιβλήθηκαν πρόσθετος φόρος, €1.514,71 και τόκος, ο οποίος, μέχρι τις 10/08/2014, είχε ανέλθει στις €2.123,
  15. Συνολικά δηλαδή, η Κατηγορούμενη 1, όφειλε, μέχρι και την 10/08/2014, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, €3.638,
  16. Η παράλειψη αυτή της Κατηγορουμένης 1, ανέφερε, αποτελεί το αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 5 στο κατηγορητήριο. iii. Φ. Π. Α., ύψους €26.995,69, τον οποίο η Κατηγορούμενη 1 όφειλε, με βάση την φορολογική της δήλωση για την περίοδο: από 01/01/2012 μέχρι και 31/03/2012, που παραλήφθηκε από τον Έφορο Φορολογίας στις 08/05/2012, δεν καταβλήθηκε στον Έφορο Φορολογίας μέχρι και την 10/05/2012 που έληγε η σχετική προς τούτο προθεσμία της σύμφωνα με τον Νόμο. Η παράλειψη αυτή της Κατηγορουμένης 1, ανέφερε, αποτελεί το αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο. Προς υποστήριξη αυτών του των ισχυρισμών, ο ΜΚ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας του, την φορολογική δήλωση της Κατηγορουμένης 1 για την περίοδο: από 01/01/2012 μέχρι και 31/03/2012, Τεκμήριο 4.
  17. iv. Λόγω της αμέσως προαναφερόμενης παράλειψης της Κατηγορουμένης 1, της επιβλήθηκαν πρόσθετος φόρος, €2.699,56 και τόκος, ο οποίος, μέχρι τις 10/08/2014, είχε ανέλθει στις €3.195,
  18. Συνολικά δηλαδή, η Κατηγορούμενη 1, όφειλε, μέχρι και την 10/08/2014, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, €5.894,
  19. Η παράλειψη αυτή της Κατηγορουμένης 1, ανέφερε, αποτελεί το αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 6 στο κατηγορητήριο. Σε σχέση με τον προαναφερόμενο πρόσθετο φόρο και τόκο, η Κατηγορούμενη 1 κατέβαλε τα εξής ποσά:
(1)€1.000 στις 29/10/2012,
(2)€1.500 στις 23/11/2016 και
(3)€750 στις 21/02/
  1. Προς υποστήριξη αυτών του των ισχυρισμών, ο ΜΚ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας του, τα έντυπα πληρωμής Τεκμήρια 4.6, 4.7 και 4.5 αντίστοιχα. v. Την φορολογική της δήλωση για την περίοδο: από 01/04/2012 μέχρι και 30/06/2012, δεν την υπέβαλε στον Έφορο Φορολογίας μέχρι και τις 10/08/2012 που έληγε η σχετική προς τούτο προθεσμία της σύμφωνα με τον Νόμο. Η παράλειψη αυτή της Κατηγορουμένης 1, ανέφερε, αποτελεί το αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 3 στο κατηγορητήριο. vi. Την φορολογική της δήλωση για την περίοδο: από 01/07/2012 μέχρι και 30/09/2012, δεν την υπέβαλε στον Έφορο Φορολογίας μέχρι και τις 10/11/2012 που έληγε η σχετική προς τούτο προθεσμία της σύμφωνα με τον Νόμο. Η παράλειψη αυτή της Κατηγορουμένης 1, ανέφερε, αποτελεί το αντικείμενο της κατηγορίας με αρ. 4 στο κατηγορητήριο. vii. Τελικά, όπως ο ΜΚ2 επιπρόσθετα ανέφερε, οι αμέσως προαναφερόμενες φορολογικές δηλώσεις της Κατηγορουμένης 1 για τις περιόδους: από 01/04/2012 μέχρι και 30/06/2012 ΚΑΙ από 01/07/2012 μέχρι και 30/09/2012, υποβλήθηκαν στον Έφορο Φορολογίας, αν και εκπρόθεσμα, στις 03/10/
  2. Προς υποστήριξη αυτών του των ισχυρισμών, ο ΜΚ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας του, τις προαναφερόμενες φορολογικές δηλώσεις της Κατηγορουμένης 1 για τις περιόδους: από 01/04/2012 μέχρι και 30/06/2012 ΚΑΙ από 01/07/2012 μέχρι και 30/09/2012, Τεκμήρια 4.3 και 4.4 αντίστοιχα.
  3. Ο ΜΚ2, παρουσίασε περαιτέρω και κατέθεσε στο Δικαστήριο, πιστοποιητικά που εξασφάλισε από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, σχετικά με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, ήτοι, τα Τεκμήρια 5.1, 5.2, 5.3 και 5.
  4. Αυτά, ως προκύπτει, αφορούν, την σύσταση και εγγραφή της Κατηγορουμένης 1, το εγγεγραμμένο γραφείο της και τους αξιωματούχους της. Η μαρτυρία της ΜΚ3, ***** Γιάγκου
  5. Η ΜΚ3 είναι λειτουργός Φ. Π. Α. στο Τμήμα Φορολογίας. Στα καθήκοντα της, υποστήριξε, είναι και η διεξαγωγή έρευνας στο μητρώο που τηρούν εταιρείες που είναι υποκείμενες στον Φ. Π. Α., σύμφωνα με τον Νόμο, με τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, για να διαπιστωθούν οι αξιωματούχοι τους.
  6. Όπως ισχυρίστηκε, πριν την ποινική δίωξη της Κατηγορουμένης 1 με την υπόθεση αυτή, προέβη σε έρευνα στο μητρώο που η Κατηγορούμενη 1 τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη αναφορικά με τους αξιωματούχους της [ως είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο τέλεσης των αδικημάτων], το αποτέλεσμα της οποίας, ήτοι το Τεκμήριο 6, παρουσίασε στο Δικαστήριο και το κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας της. Όπως τότε διαπίστωσε, διοικητικοί σύμβουλοι της Κατηγορούμενης 1 -κατά την περίοδο από 01/10/2011 μέχρι και την 31/12/2012- ήταν, ανελλιπώς:
(1)ο ***** Μεταξά, από 09/02/1994,
(2)η Κατηγορούμενη 3, από 01/07/2000 και
(3)ο ***** Κωνσταντινίδης, από 02/01/
  1. Όπως η ΜΚ3 περαιτέρω υποστήριξε, η Κατηγορούμενη 3, εκτός από την θέση του διοικητικού συμβούλου στην Κατηγορούμενη 1 από 01/07/2000, κατείχε και την θέση του γραμματέα της, από 01/04/
  2. Έρευνα στο μητρώο που η Κατηγορούμενη 1 τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη αναφορικά με τους αξιωματούχους της, η ΜΚ3, προέβη και πριν από την κατάθεση της στο Δικαστήριο στις 12/11/2018, το αποτέλεσμα της οποίας, επίσης παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως μέρος της μαρτυρίας της, -ήτοι, το Τεκμήριο 7-. Από την εν λόγω έρευνα της, ανέφερε η ΜΚ3, διαπιστώθηκε ότι, η Κατηγορούμενη 1, έπαυσε από το αξίωμα της ως διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, με ισχύ από 09/05/2011, όμως συνέχισε να κατέχει την θέση της ως γραμματέας της Κατηγορουμένης 1, όπως προαναφέρθηκε. Όπως η ΜΚ3 περαιτέρω ισχυρίστηκε, ο Έφορος Φορολογίας, καμίας ενημέρωσης δεν έτυχε περί της παύσης της Κατηγορουμένης 1 από την θέση της στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, πριν από την έναρξη της ποινικής δίωξης των Κατηγορουμένων 1 και 3 με το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, παρά μόνον μετά, περί τον Φεβρουάριο του έτους
  3. Η ΜΚ3, παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού της, την επιστολή του δικηγόρου της Κατηγορούμενης 3 προς τον Έφορο Φορολογίας ημερομηνίας 17/02/2017, Τεκμήριο
  4. Η μαρτυρία του ΜΥ1, ***** Μυτιληναίου
  5. Ο ΜΥ1, είναι ο σύζυγος της Κατηγορουμένης
  6. Όπως ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε, κατά την επίδικη περίοδο, ήτοι, από 01/10/2011 μέχρι 30/09/2012, η Κατηγορούμενη 3, δεν ήταν διοικητική σύμβουλος της Κατηγορουμένης
  7. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, ο ΜΥ1 επικαλέστηκε το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη σχετικά με τους αξιωματούχους της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 5.1, από το οποίο φαίνεται η παύση της Κατηγορουμένης 3 από το διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, από 09/05/
  8. Επιπρόσθετα, ο ΜΥ1 επικαλέστηκε και το αποτέλεσμα έρευνας στο μητρώο που τηρεί η Κατηγορούμενη 1 στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, Τεκμήριο 7, στο οποίο καταγράφεται το ίδιο γεγονός.
  9. Η σύζυγος του, Κατηγορούμενη 3, ισχυρίστηκε ο ΜΥ1, κατ' εκείνη την περίοδο, δεν ασκούσε και δεν μπορούσε να ασκήσει κανένα εκτελεστικής φύσεως ή άλλο καθήκον και αξίωμα στην Κατηγορούμενη 1, λόγω του ότι, από τις 13/05/2011, μέχρι και τον μήνα Μάιο του έτους 2012, βρισκόταν, είτε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για θεραπεία, είτε στην Κύπρο σε κατ' οίκο περιορισμό, στα πλαίσια δύσκολης και προβληματικής εγκυμοσύνης. Λόγω αυτών των προβλημάτων που αντιμετώπισε τότε η Κατηγορουμένη 3, όχι μόνο δεν ασκούσε οποιαδήποτε καθήκοντα στην Κατηγορούμενη 1, αλλά ούτε και μετέβαινε στα γραφεία και καταστήματα της. Προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού του, ο ΜΥ1, παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως μέρος της μαρτυρίας του, αντίγραφο του διαβατηρίου της Κατηγορούμενης 3, ήτοι το Τεκμήριο 9, για αποδειχθεί η μετάβαση της Κατηγορούμενης 3 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, καθώς και βεβαίωση του Δρ. ***** Φασουλιώτη, γυναικολόγου, ήτοι το Τεκμήριο 10, για να αποδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη 3, περιορίστηκε στο σπίτι τους λόγω της εγκυμοσύνης της.
  10. Όπως ο ΜΥ1 περαιτέρω ισχυρίστηκε, η Κατηγορούμενη 3, σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσε να είχε συμμορφωθεί με τις κατηγορίες που τις αποδίδονται στο κατηγορητήριο, επειδή, αφενός, λόγω των προαναφερόμενων προβλημάτων που αντιμετώπισε τότε, τον μήνα Μάιο του έτους 2011, βρισκόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για θεραπεία (βλ. Τεκμήριο 11), και στην συνέχεια περιορισμένη στο σπίτι τους στην Κύπρο, όπως προαναφέρθηκε (βλ. Τεκμήριο 10), και αφετέρου, επειδή ποτέ δεν ήρθαν σε γνώση της οποιεσδήποτε φορολογικές δηλώσεις της Κατηγορουμένης 1, ως είναι οι επίδικες, Τεκμήρια 4.1, 4.2, 4.3 και 4.4, και ούτε και υπήρχε λόγος να έρθουν ποτέ στην κατοχή της, εφόσον η ίδια κοινοποίησε προς την Κατηγορούμενη 1 και μάλιστα από τις αρχές του μηνός Μάϊου του έτους 2011, την πρόθεση της να παραιτηθεί από αξιωματούχος της. Όπως ο ΜΥ1 περαιτέρω υποστήριξε, ο μόνος λόγος για τον οποίο η Κατηγορούμενη 3 συνεχίζει να φαίνεται στο μητρώο που τηρεί η Κατηγορούμενη 1 στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη ως γραμματέας της, είναι διότι, τον μήνα Μάιο του έτους 2011, δεν μπορούσε η ίδια να υπογράψει την παραίτηση της από την εν λόγω θέση, εφόσον η Κατηγορούμενη 1, τότε, είχε μόνον αυτήν ως γραμματέα. Η μαρτυρία της ΜΥ2, ***** Ιωάννου
  11. Η ΜΥ2, είναι βοηθός εξεταστή στο Τμήμα Έφορου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη.
  12. Η ΜΥ2, κατέθεσε ότι, σύμφωνα με το μητρώο που τηρεί η Κατηγορούμενη 1 στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, η Κατηγορούμενη 3 διορίστηκε στην θέση της διοικητικής της συμβούλου από 01/07/2000 και έπαυσε από την θέση αυτή από 09/05/
  13. Το γεγονός αυτό της παύσης της Κατηγορούμενης 3, από την θέση της διοικητικού συμβούλου στην Κατηγορούμενη 1, κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, δια του σχετικού εντύπου, στις 13/03/
  14. Γνωστοποίησης, η οποία, σύμφωνα με την ΜΥ2, έγινε με την συγκατάθεση του παραλήπτη και διαχειριστή της Κατηγορούμενης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο οποίος υπέγραψε και το σχετικό έντυπο. Συνεπώς, υποστήριξε η ΜΥ2, το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, αναφορικά με τους αξιωματούχους της Κατηγορούμενης 1, Τεκμήριο
  15. 1, είναι ορθό.
  16. Η ΜΥ2, περαιτέρω, επιβεβαίωσε ότι, το Τεκμήριο 13, που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΥ1, είναι το ιδρυτικό και καταστατικό έγγραφο της Κατηγορουμένης 1, και ότι, το Τεκμήριο 14, είναι το τροποποιημένο καταστατικό έγγραφο της Κατηγορουμένης 1, που ισχύει από 06/07/
  17. Σύμφωνα με το καταστατικό έγγραφο της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 14, οι εξουσίες και τα καθήκοντα του γραμματέα της, ορίζονται από τον κανονισμό 118, που βρίσκεται στην σελίδα
  18. Όπως η ΜΥ2, περαιτέρω ανέφερε, όπως προκύπτει από το καταστατικό έγγραφο της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 14, η γραμματέας της δεν είχε εκτελεστικής φύσεως εξουσίες και καθήκοντα. Σύμφωνα με τον κανονισμό 87 αυτού, ανέφερε η ΜΥ2 περαιτέρω, οι εργασίες της Κατηγορουμένης 1, διευθύνονται από τους διοικητικούς της συμβούλους.
  19. Η Κατηγορούμενη 3, δεν μπορούσε να γνωστοποιήσει στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη την παραίτηση της από γραμματέας της Κατηγορουμένης 1, στην περίπτωση που η Κατηγορούμενη 1 παρέλειπε να το πράξει, επειδή, η Κατηγορούμενη 1, είχε, από 09/10/2012 τεθεί υπό διαχείριση, -καθεστώς, στο οποίο, σύμφωνα με την ΜΥ2, η Κατηγορούμενη 1, μέχρι και την μαρτυρία της στο Δικαστήριο στις 04/03/2019, εξακολουθούσε να βρίσκεται-, και χρειαζόταν η συγκατάθεση του παραλήπτη και διαχειριστή της Κατηγορουμένης
  20. Επιπλέον, υποστήριξε η ΜΥ2, η Κατηγορούμενη 1, τέθηκε και υπό καθεστώς εκκαθάρισης από 06/12/2014 -καθεστώς στο οποίο, μέχρι και την μαρτυρία της ΜΥ2 στο Δικαστήριο στις 04/03/2019, η Κατηγορούμενη 1 εξακολουθούσε να βρίσκεται- και άρα χρειαζόταν την συγκατάθεση του εκκαθαριστή.
  21. Η ΜΥ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε, ακριβές αντίγραφο του φακέλου που ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης τηρεί για την Κατηγορούμενη 1, το Τεκμήριο
  22. Η μαρτυρία της ΜΥ3, ***** Παλάλα
  23. Η ΜΥ3, κατά την περίοδο από τον μήνα Μάιο του έτους 2011 μέχρι και τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2012, ήταν υπάλληλος, εργαζόμενη ως πωλήτρια, στο κατάστημα της Κατηγορουμένης 1 που βρίσκεται επί της οδού ***** στην Λευκωσία (βλ. Τεκμήριο 16). Εργαζόταν στην Κατηγορούμενη 1, μέχρι και το έτος
  24. Την Κατηγορούμενη 3 την γνωρίζει προσωπικά. Όπως η ΜΥ3 ισχυρίστηκε, κατά την περίοδο από τον μήνα Μάιο του έτους 2011 μέχρι και τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2012, η Κατηγορούμενη 3 δεν μετέβαινε στο προαναφερόμενο κατάστημα της Κατηγορουμένης 1, επειδή είχε μεταβεί στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για εξωσωματική γονιμοποίηση. Την διεύθυνση τότε του καταστήματος, είχε ο Κατηγορούμενος 2, ***** Μεταξά. Στο εν λόγω κατάστημα, ανέφερε περαιτέρω η ΜΥ3, η Κατηγορούμενη 3, επέστρεψε περί τον μήνα Οκτώβριο ή Νοέμβριο του έτους
  25. Η εκτίμηση της μαρτυρίας
  26. Αυτή είναι η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης, που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, ή αναλόγως, της μαρτυρίας που δεν γίνεται αποδεκτή.
  27. Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα R. A. Posner, The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
  28. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123).
  29. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
  30. Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου, όταν εξιστορεί ένα περιστατικό, να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
  31. Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
  32. Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται, φυσικά, στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
  33. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Kartashov
(2011)1 Α.Α.Δ. 55, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Α. Πασχαλίδη: «Η αξιολόγηση μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (βλ. C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή "γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα", λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας "συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία".».
  1. Σημαντικά, βεβαίως, στην εκτίμηση της μαρτυρίας, είναι και τα διαδικαστικά.
  2. Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[iii]] [[iv]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[v]] [[vi]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[vii]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[viii]].
  3. Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
  4. The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...».
  5. Όπως εν προκειμένω έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Βλ. επίσης Νεόφυτος Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
  2. και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
  3. [Και] Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
  4. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, όπως και η ΜΥ2, κατέθεσαν με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο όλα όσα γεγονότα προσωπικά γνώριζαν για τα επίδικα ζητήματα, ή μπόρεσαν να διαπιστώσουν σε ότι αφορούσε αυτά, [αναλόγως περίπτωσης], από τα αρχεία, τόσο του Εφόρου Φορολογίας, όσο και του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Δεν έχω παρατηρήσει κατά την μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου, ή εντοπίσει στην κατάθεση τους, οτιδήποτε που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απόρριψη της. Η εικόνα και στάση τους στο Δικαστήριο, κατά την εξέταση τους, άφησε θετική εντύπωση. Απαντούσαν άμεσα στα ερωτήματα που τους υποβλήθηκαν, τόσο κατά την κυρίως εξέταση, όσο και κατά την αντεξέταση τους, χωρίς υπεκφυγές ή διάθεση παραποίησης των γεγονότων και δεδομένων που αφορούν αυτή την υπόθεση. Υπήρχε, άλλωστε, μία ακολουθία ισχυρισμών από πλευράς των μαρτύρων αυτών, που, όχι μόνο δεν συγκρούονται μεταξύ των καταθέσεων τους και δίδουν το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης αυτής, συμπληρώνοντας η μία μαρτυρία την άλλη, σε σημεία, για να υπάρξει η τελική αυτή κατάληξης, επιβεβαιώνεται και μέσα από τα διάφορα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και κατατέθηκαν ως τεκμήρια.
  5. Πολύ θετική εντύπωση προκάλεσε, και είναι βεβαίως σημαντικό να σημειωθεί εδώ, το γεγονός ότι, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, δεν ήταν απορριπτικοί θέσεων της Κατηγορουμένης 3 για τα γεγονότα που τους υποβλήθηκαν, που ενδεχομένως να επηρέαζαν την βασιμότητα της υπόθεσης του Κατήγορου εναντίον της. Αναφορά που γίνεται, διευκρινίζεται, σχετικά με τον ισχυρισμό της Κατηγορούμενης 3, περί παραίτησης της από το διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, σε χρόνο πριν από την διάπραξη των αδικημάτων που της προσάπτονται από τον Κατήγορο με αυτή την υπόθεση, τον οποίο, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, και ειδικότερα η ΜΚ3, πολύ προσεχτικά σχολίασαν όταν τους υποβλήθηκε ως θέση για τα γεγονότα, με βάση τα όσα γεγονότα οι ίδιοι γνώριζαν για την υπόθεση ή μπόρεσαν να διαπιστώσουν.
  6. Τώρα, σε ότι αφορά την μαρτυρία της ΜΥ2, σε σχέση με την οποία ισχύουν ανάλογες παρατηρήσεις, αυτή, γίνεται αποδεκτή, μόνον σε ότι αφορά το γνωστικό περιεχόμενο της για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και όχι η γνώμη της για αυτά. Παρατήρησης αναγκαία, καθότι, η ΜΥ2, πέραν των όσων γεγονότων κατέθεσε αναφορικά με το μητρώο που η Κατηγορούμενη 1 τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη και την πρακτική ενημέρωσης του, ερωτήθηκε και κατέθεσε την άποψη της σχετικά με τους λόγους για τους οποίους η παραίτηση της Κατηγορούμενης 3 από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1 μπορεί να έγινε σε χρόνο προγενέστερο της κοινοποίησης της στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, ως ο ισχυρισμός της Κατηγορούμενης 3, και να μην γνωστοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, λόγω του καθεστώτος στο οποίο ετέθη, αρχικά, παραλαβής και διαχείρισης και μεταγενέστερα, και εκκαθάρισης.
  7. Συνεπώς, η προαναφερόμενη μαρτυρία, με εξαίρεση το μέρος της μαρτυρίας γνώμης της ΜΥ2, που, ως προαναφέρθηκε δεν γίνεται αποδεκτή, γίνεται από το Δικαστήριο αποδεκτή προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα ζητήματα.
  8. Αποδεκτή, σημειώνεται, ως ειλικρινής, γίνεται και η μαρτυρία της ΜΥ3, η οποία, άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατήγορου. Η κατάθεση της ΜΥ3 ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν πολύ σύντομη, και στον λίγο αυτό χρόνο που η ΜΥ3 παρατηρήθηκε από το Δικαστήριο, δεν φάνηκε ότι δεν έλεγε την αλήθεια ή ότι σκοπό της είχε την απόκρυψη της αλήθειας.
  9. Αποδεκτή, δεν γίνεται η μαρτυρία του ΜΥ1, ο οποίος, δυστυχώς, θεωρώ, δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και ότι, προσπάθεια του με την κατάθεση του στο Δικαστήριο, ήταν, η υποβοήθηση της συζύγου του, Κατηγορουμένης 3, να αμφισβητήσει τις εναντίον της, από τον Κατήγορο, κατηγορίες. Δεν έχω πεισθεί από τον ισχυρισμό του, ότι, η Κατηγορούμενη 3, σύζυγος του, παραιτήθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, στον χρόνο που η εν λόγω παραίτησης της, ισχυρίστηκε ότι έλαβε χώρα, -εξ αιτίας, των, ως χαρακτηρίστηκαν, «προβλημάτων υγείας», που, η Κατηγορούμενη 1, είχε να αντιμετωπίσει, κατά την εν λόγω περίοδο-. Καταλήγω, εν προκειμένω, έχοντας υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ότι, η παραίτησης αυτή της Κατηγορουμένης 3, από το διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, επιχειρήθηκε μεν, αλλά όχι πριν από την επίδικη περίοδο, -που, κατ' ισχυρισμό του Κατήγορου, διαπράχθηκαν τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης από πλευράς της Κατηγορουμένης 1-, αλλά μετά.
  10. Η εντύπωσης που σχημάτισα για τον ΜΥ1, ήταν αυτή του συζύγου, ο οποίος, αν και, λόγω της εκπαίδευσης του ως λογιστής και της εργασίας του ως οικονομικός διευθυντής σε όμιλο εταιρειών, απαντούσε στα διάφορα, εύστοχα[/ες] ως και ο ίδιος φαίνεται να εκλάμβανε και αντιλαμβανόταν, ερωτήματα [και εισηγήσεις] που του ετέθησαν κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατήγορου, αποδεχόμενος αρκετές από τις εισηγήσεις που του γίνονταν για τα γεγονότα, και χωρίς να ήταν αρνητικός ή και απόλυτος όταν τοποθετείτο για αυτά διαφορετικά, λόγω προφανώς της γνώσης του, σε κάποιο βαθμό, ζητημάτων διοίκησης εταιρειών και φορολογικής νομοθεσίας, που δεν θα δικαιολογούσε αντίθετη από πλευράς του προσέγγιση, ήταν προσεχτικός, τον εξέλαβα, να δώσει απαντήσεις, που στόχο είχαν την υποβοήθηση της υπόθεσης της συζύγου του, προς υπεράσπιση της, μέσα από ισχυρισμούς που φαίνεται ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συναφώς, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του, για τους ακόλουθους, κυρίως, λόγους.
  11. Κατ' αρχήν, ο ΜΥ1, δεν ήταν καθόλου σαφής, για το πότε ακριβώς, αλλά και για το πώς έγινε, η ισχυριζόμενη παραίτηση της Κατηγορούμενης 3 από το διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης
  12. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε ότι, η Κατηγορούμενη 3, «κοινοποίησε» στην Κατηγορούμενη 1, την «πρόθεση» παραίτησης της από τη θέση της στο διοικητικό της συμβούλιο, «αρχές του μηνός Μαΐου του έτους 2011», κατά την αντεξέταση του, ισχυρίστηκε κάτι, κατά την κρίση μου, ουσιωδώς διαφορετικό. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι, η Κατηγορούμενη 3, αρχές του μηνός Μαΐου του έτους 2011, πριν δηλαδή από την αναχώρηση της για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, για τους λόγους που ισχυρίστηκε και αφορούν την προσπάθεια τους για τεκνοποίηση, όντως παραιτήθηκε από την θέση της στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1 και μάλιστα, ότι αυτό έγινε γραπτώς, προς τους υπόλοιπους διοικητικούς συμβούλους της Κατηγορουμένης 1, την οποία όμως γραπτή παραίτηση της δεν μπόρεσε να εντοπίσει για να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Αντιμέτωπος, ως βρέθηκε ο ΜΥ1, με την εν λόγω αντίφαση στην μαρτυρία του, επιχείρησε να δικαιολογηθεί. Δεν έχει όμως γίνει πιστευτός. Τον εξέλαβα, τόσο από την έκφραση του κατά το συγκεκριμένο σημείο της αντεξέτασης του, όσο και από την ασαφή και γενική τοποθέτηση του για τα γεγονότα που αφορούν τον εν λόγω ισχυρισμό του, ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Ανέφερε, ότι, το τι εννοούσε, όταν κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 3 κοινοποίησε στην Κατηγορούμενη 1 την πρόθεση παραίτησης της, ήταν ότι «εκφράστηκε η πρόθεση της Κατηγορούμενης 1 γραπτώς». Εντούτοις, όπως πολύ ορθά του υποδείχθηκε από τον συνήγορο για τον Κατήγορο στην συνέχεια της αντεξέτασης του, άλλο είναι η κοινοποίηση πρόθεσης παραίτησης από το διοικητικό συμβούλιο μιας εταιρείας και άλλο η παραίτησης από αυτό πραγματικά. Κάτι, βεβαίως, όπως παρατήρησα, πλήρως αντιληπτό από τον ΜΥ2, ο οποίος, συνειδητοποιώντας ότι περιέπεσε σε αντίφαση, προσπάθησε να στρέψει την προσοχή του Δικαστηρίου στο πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, Τεκμήριο 5.1, που καταγράφει ότι, η παύση της Κατηγορούμενης 3, από την θέση της ως διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορούμενης 1, έγινε με ισχύ από 09/05/
  13. Ο βαθμός ασάφειας του ΜΥ1 και το πόσο γενικοί ήταν οι ισχυρισμοί του για τα γεγονότα που αφορούν το εν λόγω ζήτημα, φαίνονται, βρίσκω, [και] από την ακόλουθη περικοπή από τα πρακτικά της δίκης από την αντεξέταση του: «E. Από τον Σεπτέμβρη του 2012 και μετά μέχρι το 2014, δεν κλήθηκε ποτέ Διοικητικό Συμβούλιο, δεν έλαβε γνώση ποτέ, ενδεχομένως, το ότι η Εταιρεία περιήλθε σε κάποια φάση υπό διαχείριση; Δεν κλήθηκε ποτέ από τον διαχειριστή, για να λάβει γνώση ο διαχειριστής για να τεκταινόμενα της Εταιρείας; A. Δεν αποκλείω το να κλήθηκε ή να πήρε ειδοποίηση. Σίγουρα μπορεί να πήρε αλλά η αντίληψη που είχαμε ήταν ότι είχε παύσει από την ιδιότητα του Διευθυντή. Να ξαναπώ ότι είχαμε ειδοποιήσει τον Μάιο του 2011, πριν να φύγουμε, για την παραίτηση. Μάλιστα, όταν τελείωσε η εγκυμοσύνη, περί τα τέλη του 2012, τώρα δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, τότε δεν θυμάμαι τι είχε συμβεί αλλά είχα ψάξει και είχα δει ότι δεν είχε αποσυρθεί από Διευθύντρια της Εταιρείας, είδα ότι η Εταιρεία είχε μπει υπό εκκαθάριση, σε ένα στάδιο υπό εκκαθάρισης, άρα μπήκε μέσα ο κύριος Ιακωβίδης. Τότε, είχε στείλει η Κατηγορούμενη στον κύριο Ιακωβίδη τα έντυπα, εγώ δεν θυμάμαι τα έντυπα που είχαμε συμπληρώσει, για την παραίτηση και δεν τα είχε αποδεχτεί ο κύριος Ιακωβίδης και μετά, το 2014 2015, δεν θυμάμαι ακριβώς, όταν ήρθε η Αγωγή που ήταν στο Κατηγορητήριο ως Διευθύντρια, τότε ξαναέστειλα τα έγγραφα στον κύριο Ιακωβίδη μαζί με όλα αυτά τα έγγραφα, που έχω φέρει εδώ μαζί μου, και εξηγούσα τους λόγους γιατί παραιτήθηκε τον Μάη του
  14. Τότε είχε στείλει, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς, τα έγγραφα, ο κύριος Ιακωβίδης τα υπέγραψε, γιατί δεν μπορούσε άλλος να υπογράψει πέραν του κυρίου Ιακωβίδη. Τότε είχε στείλει τα έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών με την παραίτησή της ως Διευθύντρια το 2011.».
  15. Οι ισχυρισμοί, άλλωστε, που ο ΜΥ1 πρόβαλε για το ζήτημα αυτό, δεν είναι και λογικοί.
  16. Όπως ο ΜΥ1, αποδέχθηκε, η Κατηγορούμενη 3, διορίστηκε στην θέση του διοικητικού συμβούλου της Κατηγορουμένης 1, λόγω και της συμμετοχής της στο μετοχικό της κεφάλαιο, κατά 20% περίπου, «για να μπορεί να ελέγχει την πορεία της». Όπως προκύπτει από το μητρώο της Κατηγορουμένης 1, που τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, Τεκμήριο 15, η Κατηγορούμενη 3, κατέχει όντως ένα τέτοιο σημαντικό αριθμό μετοχών (βλ. την τελευταία έκθεση παραχώρησης μετοχών ΗΕ12, ημερομηνίας 10/10/2002). Ο ΜΥ1, που υπενθυμίζω, έχει την εκπαίδευση του λογιστή και είναι οικονομικός διευθυντής ομίλου εταιρειών, και άρα γνώστης, όπως άλλωστε και ο ίδιος παραδέχθηκε, των προνοιών της φορολογικής νομοθεσίας και των σχετικών με αυτήν υποχρεώσεων, καθώς επίσης και του τρόπου διοίκησης νομικών προσώπων, και οποίος αποδέχθηκε ότι η Κατηγορούμενη 1, κατά τον επίδικο χρόνο, φαίνεται από τις φορολογικές της δηλώσεις Τεκμήρια 4.1 και 4.2, ότι είχε, μέσα σε μία περίοδο έξι μηνών, πωλήσεις υποκείμενες στον Φ. Π. Α. της τάξης των €800.000, δεν μπορεί λογικά να υποστηρίζει ότι, η Κατηγορούμενη 3, όχι μόνον παραιτήθηκε από την θέση της στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, εξ αιτίας της προσπάθειας τους να τεκνοποιήσουν [και μόνον], αλλά και ότι δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για το μετοχικό της κεφάλαιο, ακόμη και μετά την γέννηση του παιδιού τους και την επάνοδο της σε «κανονικούς ρυθμούς ζωής», λόγω του τρόπου επιχειρήσεως της Κατηγορουμένης
  17. Αν όντως, όπως ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε, λόγω του λανθασμένου και κακού τρόπου διοικήσεως της Κατηγορουμένης 1, έλεγε στην σύζυγο του, Κατηγορούμενη 3, να παραιτείτο από την θέση της στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1 από το έτος 2008, χρόνια δηλαδή προηγουμένως από την ισχυριζόμενη παραίτηση της αρχές του μηνός Μαΐου του έτους 2011, και ότι, εξαιτίας αυτού, η Κατηγορούμενη 3, όπως και ο ίδιος, δεν ενδιαφέρονταν για το μέλλον της επένδυσης της Κατηγορούμενης 3 στην Κατηγορούμενη 1, τότε, αφενός, η Κατηγορούμενη 3 δεν θα επέστρεφε, όπως η ΜΥ3 ανέφερε, να εργαστεί στο κατάστημα της Κατηγορουμένης 1 που βρίσκεται επί της οδού *****, μετά την λήξη της άδειας μητρότητας της, τον μήνα Οκτώβριο ή Νοέμβριο του έτους 2012 (και μάλιστα, χωρίς καν να λαμβάνει μισθό από την Κατηγορούμενη 1, όπως ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε) και αφετέρου, θα φρόντιζε, τουλάχιστον, η παραίτηση που γραπτώς δόθηκε στην Κατηγορούμενη 1 για την παραίτηση της, όπως ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε, να δινόταν κατά τρόπο που να υπάρχει απόδειξη ότι κανονικά της εδόθη και να φύλαγε μάλιστα και αντίγραφο της.
  18. Πολύ δε περισσότερο, όταν, στο μητρώο που η Κατηγορούμενη 1, τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, Τεκμήριο 15, εντοπίζεται, κοινοποίηση της Κατηγορουμένης 1, ΗΕ2, για αλλαγή της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου της, ημερομηνίας 08/03/
  19. Κοινοποίηση, που πρέπει σαφώς να σημειωθεί, έλαβε χώρα, πριν τον διορισμό του παραλήπτη και διαχειριστή στην Κατηγορούμενη 1, τον μήνα Οκτώβριο του έτους
  20. Πως είναι δυνατόν, η Κατηγορούμενη 1: να έλαβε το διοικητικό της συμβούλιο, γραπτή παραίτηση της Κατηγορούμενης 3 από την θέση της ως διοικητικός της σύμβουλος, περί τις αρχές του μηνός Μάϊου του έτους 2011; να μην κοινοποιεί την αλλαγή αυτή στον Έφορο Εταιρειών μέχρι τότε, οκτώ δηλαδή μήνες μετά; όλη αυτή την περίοδο, ουσιαστικά να μην έχει ούτε και γραμματέα, εφόσον η Κατηγορούμενη 3 απουσιάζει; αλλά να κοινοποιεί την προαναφερόμενη αλλαγή της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου της; και να μην φροντίσει έστω και τότε και επί της ευκαιρίας αυτής, να ενημερώσει το μητρώο της στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη και σχετικά με την εν λόγω αλλαγή στο διοικητικό της συμβούλιο, ως η δια Νόμου υποχρέωση της.
  21. Δεν θα μπορούσε άλλωστε, ο εν λόγω ισχυρισμός του ΜΥ1 να γίνει πιστευτός και για τους ακόλουθους επιπρόσθετους λόγους.
  22. Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, αν η Κατηγορούμενη 3, δεν είχε πλέον ενδιαφέρον να παραμείνει στην διοίκηση της Κατηγορουμένης 1, -εξ αιτίας της απώλειας του ενδιαφέροντος της, της επένδυσης της σε αυτήν [ήτοι για τις μετοχές της], και ίσως και της απόφασης της να αποκτήσουν με τον ΜΥ1 παιδί- και να αναμιγνύεται ή ασχολείται με τις υποθέσεις της, παραιτούμενη από την θέση της στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, θα παραιτείτο και από την θέση του γραμματέα της. Δεν μπορεί να γίνεται από πλευράς της Κατηγορουμένης 3, μέσω του ΜΥ1, λόγος περί αδυναμίας, λόγω της νομοθεσίας, να κοινοποιήσει από μόνη της στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, την παραίτηση της από την θέση αυτή του γραμματέα της, όταν δεν προβλήθηκε ποτέ από πλευράς της, ζήτημα άρνησης των υπόλοιπων διοικητικών συμβούλων της Κατηγορουμένης 1, να διορίσουν άλλο πρόσωπο στην θέση της. Και βεβαίως, η Κατηγορούμενη 3, που κατά την άποψη μου, χρονικά, επιχείρησε την παραίτηση της από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, πολύ αργότερα από την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της υπόθεσης από την Κατηγορουμένη 1, βρέθηκε αντιμέτωπη με την παράλειψη της να ισχυριστεί, όπως και με το Τεκμήριο 8 έπραξε μέσω του δικηγόρου της, σχετικά με την ισχυριζόμενη παραίτηση της από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, ότι παραιτήθηκε και από γραμματέας της, διαπιστώνοντας αυτή την ατέλεια στην κατασκευή της των γεγονότων, εφόσον, νομικά, αυτός που έχει υποχρέωση κοινοποίησης αλλαγών στο μητρώο διευθυντών ενός νομικού προσώπου που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, είναι ο γραμματέας του.
  23. Βεβαίως, όπως παρατηρείται και από τον Κανονισμό 76 του καταστατικού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 14, ο ελάχιστος αριθμός στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1 πρέπει να είναι τρείς σύμβουλοι και δεν θεωρώ ότι, εάν πράγματι η Κατηγορούμενη 3 παραιτήθηκε από την θέση της ως διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1 από τις αρχές του μηνός Μάϊου του έτους 2011, όπως ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε, αφήνοντας μόνον δύο διοικητικούς σύμβουλος στο διοικητικό της συμβούλιο, δεν θα υπήρχε από πλευράς της Κατηγορουμένης 1 αποκατάστασης της καταστατικής τάξης και γνωστοποίηση της στο μητρώο που τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη. Τόσο σε ότι αφορά το διοικητικό της συμβούλιο, όσο και σε ότι αφορά τον γραμματέα της.
  24. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΥ1, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, για να εξαχθούν τα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Συμπεράσματα
  25. Στην βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, ικανοποιούμε ότι η υπόθεση του Κατήγορου, έχει αποδειχθεί εναντίον της Κατηγορουμένης 1, στον απαιτούμενο βαθμό, την οποία και κρίνω ένοχη στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης που της προσάχθηκαν από τον Κατήγορο.
  26. Βρίσκω συναφώς τα εξής.
  27. Η Κατηγορούμενη 1, ήταν από 01/04/1997 και συνέχιζε αδιάλειπτα μέχρι και τις 02/11/2018 να είναι, υποκείμενη στον Φ. Π. Α. πρόσωπο, σύμφωνα με τον Νόμο 95(Ι)/
  28. Κατά παράβαση των προνοιών των Άρθρων 17
(1)και 29
(2)των Κανονισμών, η Κατηγορούμενη 1, παρέλειψε να καταβάλει στον Κατήγορο εντός της προθεσμίας που τάσσουν οι Κανονισμοί (ήτοι, στις 10/02/2012 και 10/05/2012 αντίστοιχα), τα ποσά Φ. Π. Α. που ήταν καταβλητέα σε σχέση με την περίοδο (ήτοι, τις φορολογικές περιόδους (τριμηνίες): 01/10/2011 με 31/12/2011 και 01/01/2012 με 31/03/2012) στην οποία αφορούν οι φορολογικές δηλώσεις, Τεκμήρια 4.1 και 4.2, αντικείμενο των κατηγοριών 1 και 2 στο κατηγορητήριο, τις οποίες φορολογικές δηλώσεις, η ίδια η Κατηγορουμένη 1 υπέβαλε στον Κατήγορο (ήτοι, στις 10/02/2012 και 08/05/2012 αντίστοιχα) δια του διοικητικού της συμβούλου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ***** Μεταξά (Κατηγορούμενου 2), με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 17
(1)των Κανονισμών. Λόγω της προαναφερόμενης παράλειψης της Κατηγορουμένης 1, ο Κατήγορος, τοκίζει το οφειλόμενο μέχρι σήμερα ποσό των €42.142,81, σύμφωνα με τον Νόμο. 74. Επίσης, κατά παράβαση των προνοιών των Άρθρων 45
(3)(α) και 45
(4)του Νόμου 95(Ι)/2000 και των Άρθρων 3 και 4 του Νόμου 167(Ι)/2006 και των σχετικών Διαταγμάτων του Υπουργού Οικονομικών, η Κατηγορούμενη 1, παραλείπει να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, το συνολικό ποσό πρόσθετου φόρου και τόκου που υπολογίστηκε (μέχρι και τις 10/08/2014) και της επιβλήθηκε από τον Έφορο Φορολογίας, λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής του συνολικού ποσού Φ.Π.Α. των €42.142,81 που όφειλε να του καταβάλει βάσει των φορολογικών της δηλώσεων, Τεκμήρια 4.1 και 4.2, ως προαναφέρθηκε, το οποίο ανέρχεται σε €6.282,88. 75. Περαιτέρω, κατά παράβαση των προνοιών των Άρθρων 17
(1)και 29
(2)των Κανονισμών, η Κατηγορούμενη 1, παρέλειψε να υποβάλει στον Κατήγορο εντός της προθεσμίας που τάσσουν οι Κανονισμοί (ήτοι, στις 10/08/2012 και 10/11/2012 αντίστοιχα), τις φορολογικές της δηλώσεις σε σχέση με την περίοδο (ήτοι, τις φορολογικές περιόδους (τριμηνίες): 01/04/2012 με 30/06/2012 και 01/07/2012 με 30/09/2012), αντικείμενο των κατηγοριών 3 και 4 στο κατηγορητήριο, τις οποίες φορολογικές δηλώσεις, τελικά, η Κατηγορουμένη 1 τις υπέβαλε στον Κατήγορο δια του διοικητικού της συμβούλου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ***** Μεταξά (Κατηγορούμενου 2), στις 03/10/
  1. Δηλαδή εκπρόθεσμα. Βλ. Τεκμήρια 4.3 και 4.
  2. Αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, είναι, αν από την αποδεκτή μαρτυρία και τα μη αμφισβητούμενα και παραδεκτά γεγονότα, ο Κατήγορος, έχει αποδείξει την υπόθεση του εναντίον της Κατηγορουμένης 3 στον απαιτούμενο βαθμό. Εξετάζοντας την μαρτυρία, καταλήγω με βεβαιότητα ότι, η Κατηγορούμενη 3, κατά τον ουσιώδη χρόνο που τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης διαπράχθηκαν, ήταν όντως διοικητικός σύμβουλος, αλλά και γραμματέας της Κατηγορουμένης 1 και άρα ποινικά υπεύθυνη βάσει των προνοιών του Άρθρου 48 του Νόμου 95(Ι)/
  3. Όπως προαναφέρθηκε, ο Κατήγορος, βασίστηκε για να προσάψει εναντίον της Κατηγορουμένης 3, το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, αποκλειστικά στο τι το μητρώο που τηρεί η Κατηγορούμενη 1 στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη παρουσιάζει. Και πιο συγκεκριμένα, στο τι το μητρώο της Κατηγορούμενης 1 που τηρείται από τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, παρουσίαζε κατά τον χρόνο της καταχώρισης του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, αναφορικά με το διοικητικό της συμβούλιο. Κανένας εκ των μαρτύρων κατηγορίας, πρέπει να σημειωθεί, κατέθεσε ότι, η Κατηγορούμενη 3 ήταν διευθύνων σύμβουλος ή αξιωματούχος της Κατηγορουμένης 1 στη βάση του οποιουδήποτε άλλου γεγονότος ή περίστασης.
  4. Η πλευρά της Κατηγορουμένης 3, κατά την δίκη, σε πολύ γενικές γραμμές, υποστήριξε ότι, η Κατηγορούμενη 3, έδωσε παραίτηση από την θέση της στο διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, περί τις αρχές του μηνός Μαΐου του έτους 2011 και ότι, η Κατηγορούμενη 1, για κάποιο λόγο άγνωστο προς την Κατηγορούμενη 3, δεν ενημέρωσε για αυτή την παραίτηση της Κατηγορούμενης 3 και αλλαγή στο διοικητικό της συμβούλιο, το μητρώο της που τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, με αποτέλεσμα, ο Κατήγορος, να την διώξει με το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, ένεκα του ότι, κατά τον χρόνο της καταχώρισης του, φαινόταν στο εν λόγω μητρώο για την Κατηγορουμένη 1, ότι ήταν διοικητική της σύμβουλος κατά τον χρόνο που ο Κατήγορος ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης από πλευράς της Κατηγορουμένης 1, όταν η ίδια, πραγματικά δεν ήταν, από 09/05/
  5. Οι ισχυρισμοί αυτοί της Κατηγορουμένης 3, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και αφορούν την εκτίμηση της μαρτυρίας του ΜΥ1, δεν έχουν γίνει αποδεχτοί. Κάποιος σχολιασμός τους όμως, από νομικής απόψεως, είναι πιστεύω σε κάθε περίπτωση αναγκαίος.
  6. Παρόμοιο πραγματικά ζήτημα και εισήγησης από πλευράς κατηγορουμένου, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μελάς ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την ακόλουθη περικοπή, φαίνονται, τόσο τα γεγονότα που το Εφετείο είχε ενώπιον του προς κρίση, όσο και το σκεπτικό του για την απόφαση του, ότι, μαρτυρία προερχόμενη από το μητρώο εταιρείας που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, γίνεται αποδεκτή προς απόδειξη των αξιωματούχων της: «Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, οι Εφεσείοντες 1 και 2 προσβάλλουν το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο Διευθυντής της εταιρείας. Δεν προσκομίστηκε, ισχυρίζονται, αποδεχτή μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι όντως ήταν Διευθυντής της εταιρείας. Όπως εξήγησε ο δικηγόρος των Εφεσειόντων, ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίστηκε το Πιστοποιητικό Διευθυντών και Γραμματέα, ημερομηνίας 3.2.2006 (Τεκμήριο 2) στο οποίο φαίνονται τα ονόματα και οι διευθύνσεις των Διευθυντών και Γραμματέα της Εφεσείουσας 1 κατά τις 3.2.2006, όχι όμως κατά το χρόνο που αφορούσαν οι κατηγορίες, ήτοι κατά την περίοδο 1.7.92-31.12.
  2. Σύμφωνα με την εισήγηση του δικηγόρου των Εφεσειόντων, το Πιστοποιητικό με κανένα τρόπο δεν αποδεικνύει ότι ο Εφεσείων 2, ήταν Διευθυντής της εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το ίδιο, είπε, ισχύει και για την Ετήσια Έκθεση της εταιρείας. Όπως εξήγησε, αυτή αφορά την περίοδο μέχρι 31.12.92 ενώ οι Εφεσείοντες κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν για αδικήματα που αφορούν στην περίοδο από 1.7.92 μέχρι 31.12.
  3. Τέλος, ο συνήγορος των Εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι η Ετήσια Έκθεση δεν μπορεί να γίνει δεκτή, εφόσον δεν καταχωρίστηκαν επίσης και οι οποιεσδήποτε αλλαγές που αφορούν στους συμβούλους ή τον γραμματέα, σύμφωνα με το Άρθρο 192 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  4. . Ο λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Συμφωνούμε ότι το Πιστοποιητικό, Τεκμήριο 2, βεβαιώνει για το ποιοι ήταν οι Διευθυντές και Γραμματέας της Εφεσείουσας 1 κατά το χρόνο έκδοσής του, ήτοι, κατά τις 3.2.
  5. Δε βοηθά όμως για το ποιοι ήταν οι Διευθυντές κατά τον ουσιώδη χρόνο 1992-
  6. Όμως, ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε μαρτυρία από πλευράς της ΜΚ1, λειτουργού στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, όπου διατηρείται φάκελος της εταιρείας με όσα την αφορούν και στον οποίο, σύμφωνα με την πρώτη ετήσια έκθεση της, για την περίοδο μέχρι 31.12.1992, Διευθυντές της ήταν οι Εφεσείοντες 2 και
  7. Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση, που αφορούσε στην περίοδο μέχρι 31.12.1994, ο Εφεσείων 3 παραιτήθηκε από 31.8.1994, οπότε και Διευθυντής παρέμεινε μέχρι τη δίκη ο Εφεσείων
  8. Οι Εφεσείοντες δεν αμφισβήτησαν αυτή την πτυχή της μαρτυρίας της Λειτουργού. Όπως επίσης εξήγησε η μάρτυρας, μετά την τελευταία ετήσια έκθεση του 1994 δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή ή άλλη ενημέρωση. Από τη μαρτυρία της προκύπτει σαφώς ότι ο Εφεσείων 2 από τον διορισμό του και καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, παρέμεινε διευθυντής της Εφεσείουσας εταιρείας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  9. Στην υπόθεση αυτή, σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ3, κάποιες εβδομάδες πριν την καταχώριση του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης στις 03/11/2014, προέβη σε έρευνα στο μητρώο που τηρεί η Κατηγορούμενη 1 στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη σχετικά με τους αξιωματούχους της, και εξασφάλισε το αποτέλεσμα που αποτυπώνεται στο Τεκμήριο
  10. Σύμφωνα με αυτό, η Κατηγορούμενη 3, κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων από πλευράς Κατηγορουμένης 1, ως έχει προαναφερθεί, ήταν τόσο διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, όσο και η μοναδική γραμματέας της. Η έρευνα της ΜΚ3, όπως η ΜΚ3 υποστήριξε και επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του μητρώου της Κατηγορουμένης 1 που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, Τεκμήριο 15 από τις καταχωρήσεις του, έδειχνε την διοικητική κατάσταση της Κατηγορουμένης 1, ως είχε, βάσει της τελευταίας αλλαγής σε αυτήν, ημερομηνίας 09/10/2012 (που ήταν ο διορισμός παραλήπτη και διαχειριστή επί ολόκληρης της περιουσίας της). Έχοντας απορρίψει την μαρτυρία του ΜΥ1 ως αναξιόπιστη, στην βάσει της μαρτυρίας της ΜΚ3, θεωρώ ότι δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι, η παραίτησης της Κατηγορουμένης 3 από την θέση της ως διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, επιχειρήθηκε μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης στις 03/11/
  11. Για το ζήτημα όμως της παραίτησης από την θέση διοικητικού συμβούλου εταιρείας, συσχετιζόμενο αυτό και με το τι το μητρώο που η εταιρεία τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη παρουσιάζει σχετικά, πρέπει να αναφερθούν τα εξής.
  12. Το καταστατικό έγγραφο μίας εταιρείας και η σύμβασης που τυχόν να υπάρχει για την παροχή των υπηρεσιών του διοικητικού συμβούλου προς την εταιρεία, συνήθως, καθορίζουν και τους όρους παραίτησης του διοικητικού συμβούλου από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Υπό την επιφύλαξη των όρων αυτών όμως, ο γενικός κανόνας είναι ότι, ένας διοικητικός σύμβουλος, δικαιούται να παραιτηθεί από την θέση του αυτή, οποτεδήποτε, με ειδοποίηση που δίνει στην εταιρεία. Η παραίτησης του, συντελείται με το που δίδεται / λαμβάνεται η ειδοποίησης στην εταιρεία, και δεν εξαρτάται από το κατά πόσο θα γίνει ή όχι αποδεκτή από την εταιρεία. Εάν όμως δεν τηρηθούν οι πρόνοιες του καταστατικού εγγράφου μίας εταιρείας ή οι όροι της σύμβασης για την παροχή των υπηρεσιών του διοικητικού συμβούλου προς την εταιρεία για τον τρόπο που η παραίτησης του διοικητικού συμβούλου θα διενεργηθεί, ο διοικητικός σύμβουλος ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με αξίωση της εταιρείας για αποζημίωση σε περίπτωση που υποστεί βλάβη εκ του γεγονότος της αντικανονικής παραίτησης του, ή να απωλέσει ωφελήματα που το γεγονός της αποχώρησης του από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας του συμβατικά του αποφέρει.
  13. Σχετικά, είναι τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδοση, στην σελίδα 506: «Articles of association usually provide that a director vacates office if he resigns by giving written notice to the company. Even though there is no such provision in the articles, a director may resign unless the articles forbid him to do so, or unless he has contracted to serve the company for a fixed period; In such cases his resignation is effective in that he cannot be compelled to serve as a director, but if he has contracted to serve the company for a fixed period, he will be liable to it for the Ioss which it suffers in consequence of the premature termination of his services. Α resignation is effective as soon as it is notified to the company, and cannot then be withdrawn without the consent of the persons entitled to appoint a new director; but if by the articles a director may resign only if the board consents, the resignation is not effective until the board's consent is given, and the resignation may be withdrawn in the meantime. If a director is authorised by the articles to resign by giving a certain length of notice during a stated period (e.g. within one year after control of the company passes to an outsider), the resignation is effective so as to preserve consequential rights to the director (e.g. compensation for Ioss of office) if notice of it is given within the stated period, even though the notice does not expire until after the end of that period. If the articles require resignations to be in writing, they are nevertheless effective if made orally at a general meeting of the company.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  14. Βλ. επίσης στο σύγγραμμα Company Directors, Duties, Liabilities and Remedies, 2η έκδοση, στις παραγράφους από 7.21 έως και 7.
  15. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 192
(1)του Κεφ. 113 (ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που ο Κατήγορος ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα στο κατηγορητήριο της υπόθεσης, -δηλαδή, ως είχε τροποποιηθεί από τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2000, Νόμος 151(Ι)/2000-), κάθε εταιρεία τηρεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της, μητρώο των διοικητικών συμβούλων και γραμματέων της. Μεταξύ των λεπτομερειών που δίδονται για τους διοικητικούς συμβούλους της εταιρείας, είναι το ονοματεπώνυμο και η συνηθισμένη διεύθυνση τους (βλ. Άρθρο 192
(2)(α) του Κεφ. 113). 86. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το Άρθρο 192
(4)του Κεφ. 113 (κατά την προαναφερόμενη τροποποίηση και ισχύ του), το μητρώο των διοικητικών συμβούλων και γραμματέων της, πρέπει να ενημερώνεται κάθε χρόνο με την ετήσια έκθεση της εταιρείας και επιπρόσθετα, να τηρείται ενήμερο για κάθε αλλαγή στους αξιωματούχους της, που πρέπει να κοινοποιείται στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη: «
(4)Μέσα στις αναφερόμενες στο εδάφιο
(5)προθεσμίες αντίστοιχα, η εταιρεία αποστέλλει στον έφορο εταιρειών έκθεση με τον καθορισμένο τύπο, που περιλαμβάνει τις ορισμένες στο αναφερόμενο μητρώο λεπτομέρειες και γνωστοποίηση στον καθορισμένο τύπο οποιασδήποτε αλλαγής μεταξύ των συμβούλων ή του γραμματέα της ή οποιωνδήποτε λεπτομερειών που περιλαμβάνονται στο μητρώο, ορίζοντας την ημερομηνία της αλλαγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 87. Το Άρθρο 192
(5)του Κεφ. 113 (κατά την προαναφερόμενη τροποποίηση και ισχύ του), αναφέρει ότι, η προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να αποσταλεί στον έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, η αναφερόμενη στο προαναφερόμενο εδάφιο
(4)του Άρθρου 192 του Κεφ. 113, γνωστοποίηση αλλαγής στους αξιωματούχους της εταιρείας, είναι δεκατέσσερις ημέρες από τότε που έγινε η αλλαγή αυτή. 88. Σύμφωνα με το Άρθρο 365Α του Κεφ. 113, ως τούτο εισήχθη στον Νόμο από 11/07/2003, με τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2003, Νόμος 70(Ι)/2003 και τροποποιήθηκε στις 22/06/2007, με τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2007, Νόμος 70(Ι)/2007: «365Α.
(1)Με επιμέλεια του Εφόρου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ανακοίνωση περί της αναλήψεως από αυτόν, προς φύλαξη και παρουσίαση ως ορίζεται από το άρθρο 365, όλων των εγγράφων τα οποία παραδίδονται προς αυτόν από τις εταιρείες κατ' επιταγήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Η ανακοίνωση περιέχει υποχρεωτικώς: (α) το όνομα της εταιρείας, (β) την αναφορά του είδους του εγγράφου και του θέματος, εις το οποίο αναφέρεται, (γ) την ημερομηνία της καταθέσεως.
(3)Η ανακοίνωση συντάσσεται με επιμέλεια της καταθέτουσας εταιρείας. Στην περίπτωση αυτή ελέγχεται από τον έφορο για την πληρότητα και ακρίβειά της.
(4)Σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ της καταχωρήσεως στο Μητρώο και της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας, το δημοσιευθέν στην Εφημερίδα της Δημοκρατίας κείμενο δεν δύναται να αντιταχθεί κατά τρίτων από την εταιρεία. Οι τρίτοι δύνανται ωστόσο να το επικαλεσθούν, εκτός εάν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι ήσαν εν γνώσει του κειμένου, το οποίο έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο.
(5)Όλες οι πράξεις και όλα τα στοιχεία που κατ' επιταγήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου παραδίδονται από εταιρεία στον Έφορο και καταχωρούνται στο Μητρώο, αντιτάσσονται κατά τρίτων από την εταιρεία μόνο μετά την στο εδάφιο
(1)ρυθμιζόμενη δημοσίευση, εκτός εάν η εταιρεία αποδείξει ότι οι εν λόγω τρίτοι ήσαν εν γνώσει αυτών των καταχωρηθεισών πράξεων ή καταχωρηθέντων στοιχείων: Νοείται ότι, για τις ενέργειες που συντελούνται πριν από την δέκατη έκτη ημέρα μετά τη δημοσίευση, οι εν λόγω πράξεις και τα εν λόγω στοιχεία δεν αντιτάσσονται κατά τρίτων οι οποίοι αποδεικνύουν ότι δεν ήταν δυνατό να είναι εν γνώσει αυτών των καταχωρηθεισών πράξεων ή καταχωρηθέντων στοιχείων.
(6)Οι τρίτοι δύνανται να επικαλούνται σε κάθε περίπτωση πράξεις και στοιχεία, για τα οποία δεν έχουν ακόμη συμπληρωθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας στο Μητρώο και την Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, εκτός αν λόγω ελλείψεως δημοσιότητας οι πράξεις και τα στοιχεία στερούνται ισχύος.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Το εν λόγω μητρώο των διοικητικών συμβούλων και γραμματέων εταιρείας, μπορεί, σύμφωνα με το Άρθρο 365 του Κεφ. 113 (ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που ο Κατήγορος ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα στο κατηγορητήριο της υπόθεσης, -δηλαδή, ως είχε τροποποιηθεί από τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Νόμο του 2000, Νόμος 151(Ι)/2000-), -και αυτή είναι η σπουδαιότητα του, ως επεξηγώ αμέσως μετά- να επιθεωρηθεί από το οποιοδήποτε πρόσωπο.
  2. Η σημασία, ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα Άρθρα 192, 365 και 365Α του Κεφ. 113, της τήρησης από εταιρεία, σύγχρονου και ενημερωμένου μητρώου [«εγγραφής»] των διοικητικών συμβούλων και γραμματέων της, [και] με τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, ανοικτό προς επιθεώρηση [και] από το κοινό, έγκειται, ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Company Directors, Duties, Liabilities and Remedies, 2η έκδοση, στην παράγραφο 6.89, στο εξής: «It is essential that the identities of those who control companies . should have their record in the public domain and to prevent the easy evasion of the legislation by persons who control companies but who either do not wish to be appointed to the board or, more typically, cannot be appointed because they are undischarged bankrupts or the subject or disqualification orders. . To this end s. 162 provides for the company to keep a register of directors, which is open for inspection by members . and by any other persons. The location of the register is ordinarily the registered office . and must be notified to the Registrar. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  3. Εν προκειμένω, στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδοση, στην σελίδα 511, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Every company must keep at its registered office a register of its directors and secretaries, showing . Every company must send a return to the Registrar of Companies within fourteen days after any change in its directors or the particulars registered in respect of them. The Registrar must advertise in the London Gazette the delivery to him of a return of any change among a company's directors, and until this has been done the company may not rely on any such change having been made as against any person who at the material time is unaware of the change. Consequently, if any person (including a member of the company) enters into a transaction with the directors whose names appear in the most recently advertised returns and he is unaware that they have ceased to hold office or have been replaced, he may treat the company as bound by the transaction.».
  4. Μάλιστα, όπως στο ίδιο σύγγραμμα [Pennington's Company Law, 4η έκδοση], στις σελίδες 119 και 120, επισημαίνεται: «The statement giving particulars of the first directors of a company filed with the papers to lead to its incorporation and the notification of any change in a company's directors or the particulars registered in respect of them which the company is required to give to the Registrar of Companies may be relied on by a third party who deals with the persons currently shown as the company's directors in the belief that they were properly appointed and still hold office, but it is necessary for this purpose that the third party should have inspected the notification in the case of directors other than those appointed on the company's incorporation. The company bound by the notification under the common law rules of estoppel, which apply when a statement of fact is made on which other persons are intended to rely, and so this is not strictly speaking an application of the rule in Royal Bank v Turquand, but an alternative means of achieving the same result. Whether the appointment of directors or change in their number has been gazetted or not is, of course, immaterial. It should be noted that when persons who have not been appointed directors, or who have been defectively so appointed, in fact control the management of the company, there is no need for the person who deals with the company to have inspected the notifications of directors' appointments at the Companies Registry. In this situation the rule in Turquand's case does apply, and as was shown above, the rule is not based on estoppel by representation. Reliance by a third party on the notifications of directors' appointments filed at the Companies Registry is therefore only of significance in the case of persons appointed as directors who do not consistently or regularly take part in the management of the company when the transaction in question is entered into.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  5. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, η εταιρεία, δεσμεύεται, βάσει της αρχής της επιείκειας, του κωλύματος («estoppel»), έναντι τρίτων που βασίζονται στην εικόνα που το μητρώο της που τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη παρουσιάζει, και δεν έχουν γνώση της πραγματικής «διοικητικής της κατάστασης». Όπως άλλωστε σχολιάζεται και στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Acts, 14η έκδοση, τόμος Ι, στις σελίδες 461 και 43 [όπου επεξηγείται το Section 200 του Αγγλικού Companies Act 1948 που περιέχει διατάξεις πανομοιότυπες με τα Άρθρα 192 και 365Α του Κεφ. 113: «It seems a fair inference from these provisions that publication in the Gazette gives 'notice to all the world' (as in the case of the advertisement of a winding-up petition under Winding-up Rule 28, post) of what would be discovered if the reader, having thus been told that the registrar has received a particular description of document, follows it up by making a search of the company's file with the registrar in order to discover what its effect is.».
  6. Και συνεχίζω τα προαναφερόμενα, θέτοντας το εξής ερώτημα. Ο νομοθέτης, έκανε την πρόνοια στο Νόμο 95(I)/2000 του Άρθρου 48, για να καταστήσει τον νόμο πιο αποτελεσματικό, ειδικότερα σε ότι αφορά την είσπραξη του Φ. Π. Α. από υποκείμενα στον Νόμο νομικά πρόσωπα. Όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μελάς ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 ανωτέρω (και σε άλλες), με τον καταλογισμό ευθύνης και τιμωρίας σε αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου, διασφαλίζεται η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου. Πως τούτο όμως διασφαλίζεται, όταν μία εταιρεία δεν τηρεί μητρώο αξιωματούχων, ή το εν λόγω μητρώο της δεν είναι ενημερωμένο, οι δε καταχωρήσεις της στο μητρώο της που τηρείται με τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, ανύπαρκτες, και αυτό, σε σχέση με τους αξιωματούχους της, απαρχαιωμένο ή σκόπιμα μη ενημερωμένο; Ο Κατήγορος, συνεπώς, μπορούσε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και δη ένεκα της σημασίας που ο ίδιος ο Νόμος προσδίδει στο μητρώο που κάθε εταιρεία τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη και τις δημοσιεύσεις που γίνονται σε σχέση με αυτό (τεκμαίρεται, πρέπει να σημειωθεί, η κανονικότητα στην εφαρμογή του Νόμου, βλ. Δήμος Λεμεσού ν Λοφίτη, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 6693, 6696, 15/03/2000), να βασιστεί για την δίωξη της Κατηγορούμενης 3, στο τι το μητρώο της Κατηγορουμένης 1 παρουσιάζει στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη για τους αξιωματούχους της, και έχει, δεδομένης και της απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΥ1, αποσείσει το νομικό ή πειστικό βάρος («persuasive or legal burden»), που έφερε, σχετικά με το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη 3, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, διοικητικός σύμβουλος και η μοναδική γραμματέας της Κατηγορουμένης 1, στο ποινικό του επίπεδο. 95. Καταληκτικά, σημειώνονται επιπρόσθετα και τα εξής. 96. Η Κατηγορούμενη 3, που κατά τον επίδικο χρόνο διάπραξης των αδικημάτων από την Κατηγορούμενη 1, ήταν, ως προαναφέρθηκε, και η μοναδική γραμματέας της, τεκμαίρεται ότι γνώριζε τις πρόνοιες της προαναφερόμενης νομοθεσίας (βλ. Γερολέμου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818) και όφειλε να τις εφαρμόσει. Ακόμη, δηλαδή, και αν ήθελε υποτεθεί ότι όντως είχε παραιτηθεί η Κατηγορούμενη 3 από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1 περί τις αρχές του μηνός Μάϊου του έτους 2011, όφειλε, ως η διοικητική της λειτουργός, να ενημερώσει το μητρώο της Κατηγορουμένης 1 που τηρεί στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω αλλαγής, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 192
(5)του Κεφ.
  1. Η παράλειψη της να το πράξει, πέραν του οτιδήποτε άλλου αυτή τυχόν να συνιστά, της δημιουργεί επιπρόσθετο κώλυμα να ισχυρίζεται τώρα τα όσα ισχυρίζεται.
  2. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η έκδοση, στη σελίδα 128: «The secretary of a company is its administrative officer. It is his function to give effect to the decisions of the board of directors by drafting and signing contracts, drawing cheques on the company's bank account, conducting correspondence, keeping the company's records and doing all such other acts as are necessary. But a company's secretary has no power to make commercial decisions on the company's behalf, and so he acts outside his authority if he borrows money in the company's name, or negotiates contracts on its behalf, other than contracts necessary for carrying of the administration of the company's organisation, such as contracts for the employment of staff, the acquisition of office equipment or the hiring of transport for customers visiting the company's factory. Apart from such exceptional cases, a company is not bound by contracts entered into by its secretary. Of course, if the articles empower the directors to delegate any of their powers to any agent they choose, they may delegate to the secretary, and this is not uncommon, especially when the secretary is also a director.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  3. Βλ. επίσης και στο σύγγραμμα Mayson, French & Ryan on Company Law, 32η έκδοση, την παράγραφο 17.3.3, στην σελίδα 531, όπου αναφέρεται: «The company secretary performs many of the administrative duties imposed upon companies, for instance delivering documents to the Companies House, but CA 2006 does not actually require any specific duties to be performed by the secretary. In Re Maidstone Buildings Provisions Ltd [1971] 1 WLR 1085, Pennycuick V-C said: "So far as the position of the secretary as such is concerned, it is established beyond all question that a secretary, while merely performing the duties appropriate to the office of secretary, is not concerned in the management [of] the company. Equally, I think he is not concerned in carrying on the business of the company. On the other hand, it is equally well established, indeed it is obvious, that a person who holds the office of secretary may in some other capacity be concerned in the management of the company's business."».
  4. Όπως επίσης βλ. και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Gower's Principles of Modern Company Law, 4η έκδοση, στις σελίδες 197 και 198, όπου αναφέρεται: «. It is he that will be charged with the primary responsibility of ensuring that the documentation of the company is in order, that the requisite returns are made to the Companies' Registry, and that the company's registers are properly maintained. . Further it has been recognised that those dealing with the company will be concerned to know who the secretary is, and hence the register of directors has been expanded by the 1948 Act into a register of directors and secretaries. Copies of the particulars in this register must be filed at the Companies' Registry and are available for inspection by the public both there and at the company's office. . Despite this statutory recognition of the increasingly important status of the secretary the courts until recently continued to treat his as a subordinate servant, without ostensible authority to commit the company by his actions apart from such matters as the engagement of clerical staff. However, in Panorama Developments (Guilford) Ltd v Fidelis Furnishing Fabrics Ltd [1971] 2 QB 711, the Court of Appeal held the defendant company liable to a car hire company where the secretary had fraudulently ordered self-drive cars for his own use but ostensibly for the business purposes of his employees. In the words of Lord Denning M.R.: "But times have changed. A company secretary is a much more important person nowadays than he was in
  5. He is an officer of the company with extensive duties and responsibilities. This appears not only in the modern Companies Act, but also by the role which he plays in the day-to-day business of companies. He is no longer a mere clerk. He regularly makes representations on behalf of the company and enters into contracts on its behalf which come within the day-to-day running of the company's business. So much so that he may be regarded as held out as having authority to do such things on behalf of the company. He is certainly entitled to sign contracts connected with the administrative side of a company's affairs, such as employing staff, and ordering cars and so forth. All such matters now come within the ostensible authority of a company's secretary." It is arguable, therefore, that the secretary has also graduated as an organ of the company; he is an officer of the company with substantial authority in the administrative sphere and with powers and duties delivered directly from the articles and the Companies Act. And in the performance of his statutory duties he is clearly entitled to resist interference from the members, board of directors or managing director. Where he differs from them is that he has no responsibility for corporate policy, as opposed to playing an administrative role in ensuring that the policy decisions are implemented.».
  6. Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τον Κανονισμό 101(δ) του καταστατικού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 14, η παραίτησης διοικητικού συμβούλου από το διοικητικό της συμβούλιο, γίνεται με «με γραπτή ειδοποίηση προς την εταιρεία». Η Κατηγορούμενη 3, δια του ΜΥ1, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι, ειδοποίησης περί της παραίτησης της (με ισχύ από 09/05/2011) από διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης 1, δόθηκε και στον παραλήπτη και διαχειριστή της Κατηγορουμένης
  7. Όπως στην επιστολή του δικηγόρου της προς τον Έφορο Φορολογίας ημερομηνίας 17/02/2017, αναφέρεται: «. διευκρινίζουμε ότι η πελάτιδα μας - Κατηγορούμενη αρ.
  8. είχε ήδη παραδώσει προ καιρού προς τον Παραλήπτη - Διαχειριστή της Κατηγορουμένης αρ.
  9. . όλα τα σχετικά έγγραφα που αποδείκνυαν την παραίτηση της από το αξίωμα του Διευθυντή και όπως θα παρατηρήσετε από το έγγραφο ΗΕ 4 που σας επισυνάπτουμε, η Αίτηση αυτή καταχωρήθηκε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών δια της υπογραφής του . μόλις στις 13/03/2015, όμως η παραίτηση της πελάτιδας μας έγινε αποδεκτή από τον Έφορο Εταιρειών, έχοντας ισχύ από τις 09/05/2011.».
  10. Σημειώνεται ότι, ο διορισμός του παραλήπτη και διαχειριστή επί ολόκληρης της περιουσίας της Κατηγορουμένης 1, έγινε στις 09/10/2012 (και υπό εκκαθάριση η Κατηγορούμενη 1 ετέθη 06/10/2014). Αυτό, αν και σήμαινε ότι το διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, δεν έλεγχε πλέον τα διοικητικά της εταιρείας, διατηρώντας μόνο το κατάλοιπο εξουσίας που έχει αναγνωριστεί από την νομολογία σε νομικό πρόσωπο υπό αυτό το καθεστώς (βλ. στο σύγγραμμα The Law of Receivers of Companies, 2η έκδοση, στην παράγραφο 23-15), δεν είχε ως αποτέλεσμα την διάλυση του και συνεπώς, η όποια παραίτησης διοικητικού συμβούλου από το διοικητικό συμβούλιο της Κατηγορουμένης 1, θα έπρεπε να είχε δοθεί στην Κατηγορούμενη 1, ήτοι το διοικητικό της συμβούλιο και όχι στον παραλήπτη και διαχειριστή της (εφόσον, κάτι τέτοιο, δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τις εξουσίες του παραλήπτη και διαχειριστή καθ' οιονδήποτε τρόπο).
  11. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Administrative Receivership: Law and Practise, L.G. Doyle, 1η έκδοση, στην σελίδα 52: «With the onset of administrative receivership, the directors still retain a power (or rather a duty) to maintain the company's statutory books, prepare annual accounts and file statutory returns. To this end they may require from the office-holder such papers, information and accounts as are necessary to enable them to make these returns .».
  12. Επίσης, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα The Law Relating to Receivers, Managers and Administrators, Η. Picarda, 2η έκδοση, στην σελίδα 87: «In considering the effect of a receivership on the powers of the board of directors it is important to bear in mind the distinction between a receiver on the one hand, and a receiver and manager on the other. Α receiver appointed under the statutory power does not enjoy any powers of management of the company's business. His receivership cannot therefore interfere with the managerial powers exercised by the board of directors. The position of a receiver and manager appointed under the terms of a debenture is different. Such a person ex hypothesi enjoys powers of management. Α man cannot serve two masters; and it would be intolerable if the board of directors and the receiver-manager were to vie with each other to manage the company's business, for the company would not know whose directions to follow. At one time it was supposed, on the basis of the decision in Moss Steαmship Co Ltd v Whinney, that the appointment of a receiver and manager resulted in the suspension or paralysis for all practical purposes of the directors' powers. But it is now clear that the receiver and manager does not usurp all the functions of the company's board of directors. The directors have continuing powers and duties. Their statutory duties in relation to the preparation of annual accounts, the auditing of those accounts, calling the statutory meetings of shareholders, maintaining the share register and lodging returns remain.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Κατάληξη
  13. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά του Κατήγορου, έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 3, σε ότι αφορά τις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 στο κατηγορητήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και ως εκ τούτου, οι Κατηγορούμενοι 1 και 3, καταδικάζονται και κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 στο κατηγορητήριο.
  14. Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το ισόποσο των £5.000, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 9 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμος του 2007, Νόμος 33(I)/2007 και της σχετικής Γνωστοποίησης του Υπουργού Οικονομικών, βάσει των προνοιών του Άρθρου 9
(1)αυτού, ημερομηνίας 17/07/2007, Κ. Δ. Π. 312/2007. [ii] Βλ. την υποσημείωση τέλους με αρ. i ανωτέρω. [iii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση θέμα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [v] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [vii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) [viii] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.