← Κύπρος

SAINT GOBAIN HELLAS A.B.E.E. ν. M. & S. MARANGOU (D?COR) LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 34295/2013, 16/9/2019

SAINT GOBAIN HELLAS A.B.E.E. ν. M. & S. MARANGOU (D?COR) LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 34295/2013, 16/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 34295/2013 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: SAINT GOBAIN HELLAS A.B.E.E. Παραπονούμενη - εναντίον -

  1. M. & S. MARANGOU (DÉCOR) LTD
  2. ***** ΜΑΡΑΓΚΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 16/09/
  3. Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κα Αναστασία Γρηγορίου. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Θέμης Θωμά. Κατηγορούμενος 2, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο
  4. Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν, τελικώς, τις ακόλουθες κατηγορίες στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης: (α) Η Κατηγορούμενη 1, τις κατηγορίες με αρ. 1, 3, 5 και 7, που αφορούν το αδίκημα της «Έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβασιν των άρθρων 305Α

(1)
(3)και 29 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, ως ετροποποιήθη μέχρι σήμερα.»; και (β) Ο Κατηγορούμενος 2, τις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6 και 8, που αφορούν το αδίκημα της «Έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβασιν των άρθρων 305Α
(1)
(3), 29 και 20 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, ως ετροποποιήθη μέχρι σήμερα.»; αναφορικά με τις οποίες κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης τους.
  1. Αυτές, αναλόγως περίπτωσης, αφορούν 4 επιταγές, τις υπ' αρ. *****54, *****55, *****56 και *****57, που εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1, επί της Ελληνικής Τράπεζας, για το ποσό των €97.149,
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για τις προαναφερόμενες κατηγορίες στο κατηγορητήριο -ταυτόσημες σε κάθε περίπτωση, με μόνη διαφορά στον αριθμό, τον χρόνο έκδοσης και πληρωμής, το ποσό και την ημερομηνία επιστροφής της κάθε επιταγής-: (α) «Η Κατηγορούμενη αρ. 1 κατά ή περί τον . έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος εξέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας υπ' αρ. . με ημερ. πληρωμής την . για το ποσό των . προς όφελος των παραπονουμένων η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της σύμφωνα με την ενυπόγραφη σημείωση "Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα-Refer to Drawer-Insufficient funds" ημερομηνίας . στην εν λόγω επιταγή από την τράπεζα επί της οποίας αυτή εκδόθηκε και η Κατηγορούμενη αρ. 1 παρέλειψε να εξοφλήσει ταύτην εντός δεκαπέντε ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως.»; και, (β) «Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 κατά ή περί τον . ως αντιπρόσωπος και/ή αξιωματούχος της Κατηγορουμένης αρ. 1 συνέταξε και υπέγραψε δια λογαριασμό της Κατηγορούμενης αρ. 1 την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας υπ' αρ. . με ημερ. πληρωμής την . για το ποσό των ., που εξέδωσε η Κατηγορούμενη αρ. 1 έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, προς όφελος των παραπονουμένων η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά/ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της σύμφωνα με την ενυπόγραφη σημείωση "Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα-Refer to Drawer-Insufficient funds" ημερομηνίας . στην εν λόγω επιταγή από την τράπεζα επί της οποίας αυτή εκδόθηκε και η Κατηγορούμενη αρ. 1 παρέλειψε να εξοφλήσει ταύτην εντός δεκαπέντε ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως.». Η προσαχθείσα μαρτυρία
  3. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν: ο ***** Αρβανίτη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), η ***** Χρίστου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ2»), ο ***** Σιεκκερη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3») και η ***** Κουζάρη (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ4»).
  4. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες που τους αφορούν, κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση τους, παρουσίασαν μόνον, την ένορκη μαρτυρία του Κατηγορουμένου
  5. Η νομική πτυχή
  6. Προτού όμως αναφερθώ στην προσκομισθείσα μαρτυρία, θα παραθέσω τα όσα από νομικής απόψεως είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης.
  7. Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [i] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [ii]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) 8. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016. Όπως λέχθηκε: «Η αντικειμενική υπόσταση (reus actus) του αδικήματος του άρθρου 305(Α)
(1)στοιχειοθετείται με την έκδοση επιταγής, την παρουσίαση της στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε μετά ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, τη μη εξόφληση της επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της και, στη συνέχεια, τη μη πληρωμή της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της.». Η προσκομισθείσα μαρτυρία
  1. Κατά την δίκη, παρουσιάστηκαν οι προαναφερόμενοι μάρτυρες, οι οποίοι, σε γενικές γραμμές, υποστήριξαν τα εξής: Η μαρτυρία του ΜΚ1, ***** Αρβανίτη
  2. Ο ΜΚ1 είναι ένας από της διευθυντές της Παραπονούμενης.
  3. Κληθείς στο Δικαστήριο, κατέθεσε τα εξής:
  4. Η Παραπονούμενη είναι ιδιωτική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Ελλάδα σύμφωνα με τον ελληνικό Νόμο.
  5. Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, είχαν εμπορικές συναλλαγές. Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη 1 αγόραζε από την Παραπονούμενη εμπορεύματα της εμπορίας της. Η Κατηγορούμενη 1, ήταν γνωστή στην Παραπονούμενη με την συντομογραφία και την εμπορική επωνυμία M. & S. Marangou Ltd.
  6. Ο ΜΚ1, λόγω των καθηκόντων του στην Παραπονούμενη, ως διευθυντής προμηθειών και εφοδιασμού, ήταν υπεύθυνος για την εκτέλεση των παραγγελιών που η Κατηγορούμενη 1 υπέβαλλε στην Παραπονούμενη, καθ' όλη την διάρκεια της συνεργασίας τους και ως εκ τούτου, είχε συχνή επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο
  7. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2 προσωπικά. Ο Κατηγορούμενος 2, ήταν ο διευθυντής της Κατηγορουμένης 1 και ο ιθύνων νους της. Με αυτόν, η Παραπονούμενη, προσερχόταν σε συμφωνία, για τις μεταξύ τους συναλλαγές. Ο ΜΚ1, σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, παρουσίασε το Τεκμήριο 1, που είναι αποτέλεσμα έρευνας των στοιχείων του μητρώου της που τηρεί στον Έφορο Εταιρειών.
  8. Κατά την περίοδο των ετών 2012 - 2013, η Παραπονούμενη, μετά από την υποβολή παραγγελιών της Κατηγορουμένης 1, πώλησε στην Κατηγορουμένη 1 διάφορα εμπορεύματα της εμπορίας της. Στη βάση συμφωνίας τους, οι αγορές της Κατηγορουμένης 1, ήταν επί πιστώσει, στην βάση σχετικής τιμολόγησης, και για το χρέος της Κατηγορουμένης 1, τηρείτο, από την Παραπονούμενη, εμπορικός λογαριασμός.
  9. Η οφειλή της Κατηγορουμένης 1, στην Παραπονούμενη, κατ' εκείνη την περίοδο, ανήλθε στις €223.647,85, λόγω μη εξόφλησης έξι τιμολογίων που η Παραπονούμενη της εξέδωσε για εμπορεύματα που της πώλησε. Τα σχετικά έγγραφα αποστολής και τιμολόγησης των προϊόντων, παρουσιάστηκαν από τον ΜΚ1 σε δέσμη και είναι το Τεκμήριο
  10. Περί τον μήνα Ιούνιο του έτους 2013, μετά από πληρωμές της Κατηγορουμένης 1, το χρέος της προς την Παραπονούμενη ήταν €198.064,
  11. Αδυνατούσε, όμως, η Κατηγορούμενη 1, να ανταποκριθεί στην εξόφληση του, και ζητούσε από την Παραπονούμενη, χρόνο για να το πράξει. Παράλληλα επιθυμούσε την συνέχιση της συνεργασίας τους.
  12. Κατόπιν διαπραγματεύσεων, Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, στις οποίες η Κατηγορουμένη 1 εκπροσωπείτο πάντοτε από τον Κατηγορούμενο 2, στις 20/06/2013, τα μέρη προσήλθαν σε σύμβαση διευθέτησης του εν λόγω χρέους της Κατηγορουμένης
  13. Η εν λόγω σύμβαση διευθέτησης, υπογράφτηκε στο γραφείο του δικηγόρου της Κατηγορούμενης 1, στη Λάρνακα. Για την Κατηγορουμένη 1, υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 2, στην παρουσία του ΜΚ
  14. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του, ο ΜΚ2 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 3, την εν λόγω σύμβαση διευθέτησης.
  15. Με την εν λόγω σύμβαση διευθέτησης, η Κατηγορούμενη 1:
(1)αναγνώριζε την εν λόγω οφειλή της προς την Κατηγορούμενη 1,
(2)αναλάμβανε την επιστροφή προϊόντων της Παραπονούμενης προς [από]μείωση της στις €172.149,37 και
(3)συμφωνούσε να εξοφλήσει το ποσό αυτό, σε 7 καθορισμένες μηνιαίες δόσεις, ήτοι στις 28/06/2013, 31/07/2013, 30/08/2013, 30/09/2013, 31/10/2013, 29/11/2013, και 31/12/
  1. Προς εξασφάλιση ότι, η Κατηγορούμενη 1 θα τηρούσε τα συμφωνηθέντα, ως είχε συμφωνηθεί, εξέδωσε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη 7 επιταγές, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο ποσό και στην ημερομηνία πληρωμής έκαστης δόσης. Τέσσερεις από αυτές, είναι οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, συνολικής αξίας €97.149,
  2. Είχε ρητά συμφωνηθεί, ότι, οι εν λόγω 7 επιταγές, θα εκδίδονταν από την Κατηγορούμενη 1 και θα παραδίδονταν στην Παραπονούμενη, ως εγγύηση και εξασφάλιση της εξόφλησης του χρέους δια των δόσεων που είχαν συμφωνηθεί, και ότι η Παραπονούμενη θα τις παρουσίαζε για να πληρωθούν, μόνο σε περίπτωση μη τήρησης των συμφωνηθέντων από την Κατηγορουμένη
  3. Όπως επίσης είχε ρητά συμφωνηθεί, ότι, σε μία τέτοια περίπτωση, η Παραπονούμενη θα μπορούσε να επιδιώξει την είσπραξη αμέσως ολόκληρου του οφειλόμενου υπολοίπου.
  4. Η έκδοσης των προαναφερόμενων 7 επιταγών από την Κατηγορουμένη 1, έγινε όταν υπογράφτηκε η προαναφερόμενη σύμβαση διευθέτησης στις 20/06/2013, στο γραφείο του δικηγόρου της Κατηγορούμενης 1 στη Λάρνακα. Για την έκδοση τους από την Κατηγορουμένη 1, έθεσε την υπογραφή του ο Κατηγορούμενος 2 διευθυντής της, ο οποίος και τις παρέδωσε στον ΜΚ
  5. Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, προσήλθαν και σε σύμβαση συνεργασίας που φέρει ημερομηνία 21/06/
  6. Αυτή παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΚ1 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Λόγω του υφιστάμενου χρέους της Κατηγορουμένης 1, στη σύμβαση συνεργασίας, τέθηκαν όροι που ρύθμιζαν το δικαίωμα της Κατηγορουμένης 1 σε πίστωση, και το όριο της πίστωσης που η Παραπονούμενη θα παρείχε στην Κατηγορούμενη 1 για την εξόφληση των μελλοντικών αγορών της. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, αυτό, τα μέρη, το συσχέτιζαν με την τήρηση των όρων της προαναφερόμενης σύμβασης διευθέτησης.
  8. Η Παραπονούμνη, σε σύμβαση προσήλθε και με την εταιρεία Μ. & S. Marangou (Logistics) Ltd, που φέρει ημερομηνία 01/06/
  9. Ο ΜΚ2 παρουσίασε και αυτή την σύμβαση στο Δικαστήριο. Πρόκειται για το Τεκμήριο
  10. Η εν λόγω εταιρεία, είναι συμφερόντων του Κατηγορουμένου 2, της οποίας είναι επίσης διευθυντής. Για αυτήν, ήτοι την εταιρεία Μ. & S. Marangou (Logistics) Ltd, την υπογραφή του έθεσε ο Κατηγορούμενος
  11. Αντικείμενο της, η παροχή από την Μ. & S. Marangou (Logistics) Ltd, υπηρεσιών αποθήκευσης των εμπορευμάτων της Παραπονουμένης στην Κύπρο. Ο ΜΚ1, σε σχέση με την Μ. & S. Marangou (Logistics) Ltd, παρουσίασε το Τεκμήριο 9, που είναι αποτέλεσμα έρευνας των στοιχείων του μητρώου της που τηρεί στον Έφορο Εταιρειών.
  12. Μετά τα αμέσως προαναφερόμενα γεγονότα, οι συναλλαγές των μερών συνεχίστηκαν, στην βάση των συμβάσεων διευθέτησης και συνεργασίας. Η Κατηγορούμενη 1, αγόρασε από την Παραπονούμενη προϊόντα, τιμολογήθηκε για αυτά και πλήρωσε στην Παραπονούμενη συγκεκριμένο ποσό. Το μεγαλύτερο μέρος του, αφορούσε εξόφληση του χρέους της Κατηγορουμένης 1, από τις καινούριες παραγγελίες της, που η Παραπονούμενη της εκτέλεσε. Έναντι της οφειλής της Κατηγορούμενης 1, συμψηφίστηκαν και οφειλές της Παραπονούμενης προς την Μ. & S. Marangou (Logistics) Ltd για τις υπηρεσίες της. Ο ΜΚ1, προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατάσταση του εμπορικού λογαριασμού που τηρούσε η Παραπονούμενη για την Κατηγορουμένη 1, ήτοι το Τεκμήριο
  13. Οι συναλλαγές της Παραπονούμενης με την Κατηγορούμενη 1, σταμάτησαν περί το τέλος του μηνός Δεκεμβρίου του έτους
  14. Κατά την περίοδο από τον μήνα Ιούνιο του έτους 2013, μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2015, η Κατηγορούμενη 1, κατέβαλε, έναντι του χρέους της προς την Παραπονούμενη, των €172.149,37, μόνον €21.179,49, και τούτο σταδιακά. Ποσό, που όμως, δεν αρκούσε για εξόφληση, έστω και της πρώτης συμφωνηθείσας δόσης της Κατηγορουμένης 1, με βάση την συμφωνία διευθέτησης. Λόγω της παράβασης της συμφωνίας διευθέτησης από πλευράς της Κατηγορούμενης 1, η Παραπονούμενη, παρουσίασε τις 7 επιταγές που η Κατηγορούμενη 1 της είχε εκδώσει για να τις πληρωθεί, όπως δικαιούταν.
  15. Οι επίδικες επιταγές, κατατέθηκαν από την Παραπονούμενη [σε τράπεζα] για να πληρωθούν, στις 13/09/2013 και 02/10/2013, όταν όμως παρουσιάστηκαν στην πληρώτρια τράπεζα [τους] για να πληρωθούν, δεν τιμήθηκαν, λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων της Παραπονουμένης στον λογαριασμό της από τον οποίο εκδόθηκαν, ή λόγω παγοποίησης του, Κ. Α. Π., και το ποσό που αυτές αφορούν, παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα. Η Παραπονούμενη, δεν κατέθεσε τις επίδικες επιταγές [σε τράπεζα], για να παρουσιαστούν ώστε να πληρωθούν από την πληρώτρια τράπεζα, κατά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέες, λόγω παράκλησης του Κατηγορουμένου 2 ότι, η Κατηγορούμενη 1, θα πλήρωνε όλες τις οφειλόμενες δόσεις της, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους
  16. Κάτι που όμως, η Κατηγορούμενη 1 δεν έπραξε ποτέ. Η μαρτυρία της ΜΚ2, ***** Χρίστου
  17. Η ΜΚ2, είναι υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας στο Τμήμα Εμπορικών Συναλλαγών.
  18. Κλήθηκε στο Δικαστήριο και κατέθεσε τα εξής.
  19. Κατά το έτος 2013, ήταν τοποθετημένη στο Τμήμα Εισπράξεων της Ελληνικής Τράπεζας. Στα καθήκοντα της, ήταν και η παραλαβή επιταγών που πελάτες της τράπεζας εξέδιδαν σε δικούς τους πελάτες από το εξωτερικό και οι οποίες αποστέλλονταν στην τράπεζα για σκοπούς πληρωμής τους. Επίσης στα καθήκοντα της, ήταν και η επικοινωνία με τον υπεύθυνο διαχείρισης του λογαριασμού των πελατών από την τράπεζα, για να πληροφορηθούν αν πρέπει να πληρωθεί η επιταγή. Με τον ίδιο τον πελάτη, εκδότη της επιταγής, δεν είχε καμία επικοινωνία.
  20. Η Κατηγορούμενη 1, ήταν πελάτης της Ελληνικής Τράπεζας. Διατηρούσε δηλαδή, στην τράπεζα, λογαριασμό.
  21. Αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 και ανέφερε ότι αυτές παρουσιάστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα για να πληρωθούν, όμως δεν τιμήθηκαν λόγω του ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 για να πληρωθούν. Προς τούτο, είχε ζητηθεί και ελήφθη η απάντησης του υπεύθυνου διαχείρισης του λογαριασμού της Κατηγορουμένης
  22. Με την ίδια την Κατηγορούμενη 1, δεν είχε καμία επικοινωνία. Η Ελληνική Τράπεζα, κατ' ακολουθία, ειδοποίησε τον αποστολέα των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 για τον λόγο της μη τίμησης τους. Ο αποστολέας τους, ήταν η Eurobank. Οι γραπτές αυτές ειδοποιήσεις της Ελληνικής Τράπεζας, που εστάλησαν μαζί με τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 στον αποστολέα τους από την ίδια την ΜΚ2, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από την ΜΚ2 και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 12, 13, 14 και
  23. Σε ότι αφορά την κάθε μία από τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, η ΜΚ2 κατέθεσε τα εξής.
  24. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 4, που συσχετίζεται με την προαναφερόμενη ειδοποίηση, Τεκμήριο 12, παραλήφθηκε από την Ελληνική Τράπεζα προς τον σκοπό πληρωμής της, στις 13/09/2013 και επιστράφηκε πίσω χωρίς να τιμηθεί, ως προαναφέρθηκε, στις 19/09/
  25. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 5, που συσχετίζεται με την προαναφερόμενη ειδοποίηση, Τεκμήριο 13, παραλήφθηκε από την Ελληνική Τράπεζα προς τον σκοπό πληρωμής της, στις 02/10/2013 και επιστράφηκε πίσω χωρίς να τιμηθεί, ως προαναφέρθηκε, στις 09/10/
  26. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 6, που συσχετίζεται με την προαναφερόμενη ειδοποίηση, Τεκμήριο 14, παραλήφθηκε από την Ελληνική Τράπεζα προς τον σκοπό πληρωμής της, στις 02/10/2013 και επιστράφηκε πίσω χωρίς να τιμηθεί, ως προαναφέρθηκε, στις 09/10/
  27. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 7, που συσχετίζεται με την προαναφερόμενη ειδοποίηση, Τεκμήριο 15, παραλήφθηκε από την Ελληνική Τράπεζα προς τον σκοπό πληρωμής της, στις 02/10/2013 και επιστράφηκε πίσω χωρίς να τιμηθεί, ως προαναφέρθηκε, στις 09/10/
  28. Η μαρτυρία του ΜΚ3, ***** Σιεκκερη
  29. Ο ΜΚ3 είναι επίσης υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας, τοποθετημένος στο υποκατάστημα της στο Δάλι.
  30. Για τα γεγονότα της υπόθεσης, κατέθεσε τα εξής.
  31. Η Κατηγορούμενη 1, είναι πελάτης της Ελληνικής Τράπεζας και διατηρούσε και διατηρεί μαζί της λογαριασμό στο υποκατάστημα της στο Δάλι. Ο λογαριασμός αυτός, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν τρεχούμενος, με όριο παρατραβήγματος €5.
  32. Εξουσιοδοτημένος από την Κατηγορούμενη 1, υπογραφέας του λογαριασμού της, είναι ο Κατηγορούμενος
  33. Ο Κατηγορούμενος 2, είναι ο μοναδικός με δικαίωμα υπογραφής, σε ότι αφορά τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης
  34. Δείγμα με την υπογραφή του Κατηγορουμένου 2, δόθηκε στην τράπεζα, το οποίο, ο ΜΚ3, το παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  35. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2 προσωπικά, από τις επισκέψεις του στην τράπεζα. Ο Κατηγορούμενος 2, ήταν το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο η τράπεζα συναλλασσόταν σε ότι αφορούσε τον εν λόγω λογαριασμό της Κατηγορουμένης
  36. Οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, έχουν εκδοθεί από την Κατηγορούμενη 1 και υπογράφονται από τον Κατηγορούμενο
  37. Η υπογραφή που ετέθη και παρουσιάζεται σε αυτές, συνάδει με το δείγμα υπογραφής που η τράπεζα είχε για τον λογαριασμό, Τεκμήριο
  38. Δικαιούχος πληρωμής όλων των επιταγών, ήταν η Παραπονούμενη.
  39. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την κάθε μία από τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, ο ΜΚ3 κατέθεσε τα εξής. Η εν λόγω μαρτυρία του, σημειώνεται, δόθηκε με αναφορά και στις καταχωρήσεις στο λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 με την Ελληνική Τράπεζα από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, κατάσταση του οποίου ο ΜΚ3 παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  40. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 4, παρουσιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα για να πληρωθεί, δεν τιμήθηκε όμως λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Κατά την 21/06/2013, που κατά την θέση της Παραπονούμενης εκδόθηκε, και κατά την 28/06/2013, που ήταν πληρωτέα, ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1, δεν είχε διαθέσιμο υπόλοιπο που αρκούσε για να πληρωθεί η εν λόγω επιταγή, όπως δεν είχε και στις 13/09/2013 που αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα για να πληρωθεί.
  41. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 5, παρουσιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα για να πληρωθεί, δεν τιμήθηκε όμως λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Κατά την 21/06/2013, που κατά την θέση της Παραπονούμενης εκδόθηκε, και κατά την 31/07/2013, που ήταν πληρωτέα, ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1, δεν είχε διαθέσιμο υπόλοιπο που αρκούσε για να πληρωθεί η εν λόγω επιταγή, όπως δεν είχε και στις 02/10/2013 που αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα για να πληρωθεί.
  42. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 6, παρουσιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα για να πληρωθεί, δεν τιμήθηκε όμως λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Κατά την 21/06/2013, που κατά την θέση της Παραπονούμενης εκδόθηκε, και κατά την 30/08/2013, που ήταν πληρωτέα, ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1, δεν είχε διαθέσιμο υπόλοιπο που αρκούσε για να πληρωθεί η εν λόγω επιταγή, όπως δεν είχε και στις 02/10/2013 που αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα για να πληρωθεί.
  43. Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 7, παρουσιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα για να πληρωθεί, δεν τιμήθηκε όμως λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Κατά την 21/06/2013, που κατά την θέση της Παραπονούμενης εκδόθηκε, και κατά την 30/09/2013, που ήταν πληρωτέα, ο λογαριασμός της Κατηγορουμένης 1, δεν είχε διαθέσιμο υπόλοιπο που αρκούσε για να πληρωθεί η εν λόγω επιταγή, όπως δεν είχε και στις 02/10/2013 που αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα για να πληρωθεί.
  44. Αν και ο ίδιος προσωπικά, όταν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, παρουσιάστηκαν στην τράπεζα και δεν τιμήθηκαν, δεν επικοινώνησε με τους Κατηγορουμένους 1 και 2 για το ζήτημα, η Κατηγορουμένη 1, κατά την πάγια τακτική της τράπεζας, ενημερωνόταν για την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού της, τέλος κάθε μήνα, εφόσον της αποστελλόταν κατάσταση του.
  45. Όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 17, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, στις 20/06/2013 και στις 21/06/2013, ήταν: €4.644 και €2.910,98 αντίστοιχα, πιστωτικό (πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000). Περαιτέρω:,
(1)στις 28/06/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €831,31, πιστωτικό (πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000);
(2)στις 31/07/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €2.499,32, χρεωστικό, πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000, ήτοι €2.500,68;
(3)στις 30/08/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €2.829,25, χρεωστικό, πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000, ήτοι €2.170,75;
(4)στις 30/09/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €2.215,41, χρεωστικό, πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000, ήτοι €3.784,59;
(5)στις 13/09/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €3.575,11, χρεωστικό, πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000, ήτοι €1.424,89; Και
(6)στις 02/10/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €1.414,71, χρεωστικό, πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000, ήτοι €3.585,
  1. Η μαρτυρία της ΜΚ4, ***** Κουζάρη
  2. Είναι δικηγόρος, εργοδοτούμενη στην δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Παραπονούμενη στην δικαστική αυτή διαδικασία.
  3. Για σκοπούς υποστήριξης της υπόθεσης της Παραπονούμενης, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Πρεσβεία της Ελλάδας στην Κύπρο, για να της παρασχεθούν έγγραφα με τα οποία να επιβεβαιώνεται επίσημα η σύσταση και οντότητα μέχρι και σήμερα της Παραπονούμενης. Από την Πρεσβεία της Ελλάδας στην Κύπρο της ζητήθηκε να υποβάλει το αίτημα της γραπτώς, όπως και έπραξε με επιστολή της ημερομηνίας 06/02/
  4. Η εν λόγω επιστολή, κατατέθηκε από την ΜΚ4 στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  5. Η ΜΚ4, έλαβε επιστολή από την Πρεσβεία της Ελλάδας στην Κύπρο ημερομηνίας 07/02/2019, με την οποία επιβεβαιώνεται ότι η Ανώνυμη Εταιρεία, με τον διακριτικό τίτλο Saint Gobain Hellas Α. Β. Ε. Ε. υφίσταται και λειτουργεί κανονικά, όπως προκύπτει από το Γενικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) του Υπουργείου Οικονομίας & Ανάπτυξης, όπου είναι καταχωρημένη με τον αριθμό 002508301000 και την επωνυμία Σαιν Γκομπαιν Ελλας Ανωνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Δομικών Υλικών - Γύψου και Συναφών με τον Γύψο Προϊόντων Εισαγωγής και Εμπορίας Σωλήνων. Αυτή παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από την ΜΚ4 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Συνημμένα σε αυτήν, ήταν και η σχετική καταχώρηση του ΓΕΜΗ, καθώς και κατάσταση πρόσφατης οικονομικής δραστηριότητας της Παραπονούμενης Εταιρείας.
  7. Η ΜΚ4, προέβη και η ίδια σε έρευνα του ζητήματος. Μέσω της ιστοσελίδας του αρχείου του εθνικού τυπογραφείου της Ελλάδας, εντόπισε της δημοσιεύσεις στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελλάδας που αφορούν την σύσταση και μετονομασίες της Παραπονούμενης. Δηλαδή, από της ιδρύσεως της Παραπονούμενης μέχρι και σήμερα. Αυτές παρουσιάστηκαν από την ΜΚ4 και κατατέθηκαν σαν δέσμη ως Τεκμήριο
  8. Από αυτές, προκύπτει ξεκάθαρα, υποστήριξε, ότι η Παραπονούμενη έχει συσταθεί δέοντος σύμφωνα με τον Νόμο της Ελλάδας και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να υφίσταται και να λειτουργεί κανονικά. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2
  9. Ο Κατηγορούμενος 2, ενόρκως, υποστήριξε τα εξής.
  10. Κατά το έτος 2013, διετέλεσε ως ένας εκ των διευθυντών της Μ&S Marangou (Décor) Ltd. Η εν λόγω εταιρεία, από το έτος 2013, δεν έχει καμία δραστηριότητα. Περαιτέρω, εξ όσων θυμάται, η εν λόγω εταιρεία, δεν εμπορευόταν με την επωνυμία M&S Marangou Ltd.
  11. Κατά το έτος 2013, διευθύντρια της Μ&S Marangou (Décor) Ltd, ήταν και η πρώην σύζυγος του, Σταυρούλλα Κατούντα. Η ***** Κατούντα, διαχειριζόταν τα οικονομικά ζητήματα της εταιρείας. Αρμόδιος για αυτά, ήταν και ο λογιστής της Μ&S Marangou (Décor) Ltd, ***** Χριστοφίδης. Οι προαναφερόμενοι, ***** Κατούντα και ***** Χριστοφίδης, εργάζονταν, σε ότι αφορούσε τα οικονομικά ζητήματα της Μ&S Marangou (Décor) Ltd, μαζί.
  12. Εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει, κατά το έτος 2013, η Μ&S Marangou (Décor) Ltd, δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα.
  13. Την ημέρα που τα μέρη υπέγραψαν την σύμβαση διευθέτησης του χρέους της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 3, -ήτοι, στις 20/06/2013-, στο γραφείο του δικηγόρου της Κατηγορουμένης 1, ***** Θωμά, ο οποίος και εκπροσωπούσε την Κατηγορουμένη 1, ο ***** Τατάς, δεν ήταν παρόν. Ο δε ΜΚ1, ποτέ δεν ήταν αξιωματούχος ή διευθυντής της Παραπονούμενης, Saint Gobain Hellas A.E.B.E., εφόσον δεν είχε ποτέ συναλλαχτεί με την Κατηγορούμενη
  14. Ο ΜΚ1, ήταν υπεύθυνος αποθήκης και οργανωτής των μεταφορών της Παραπονούμενης, Saint Gobain Hellas A.E.B.E. Ο ΜΚ1, δεν είχε καμία εμπλοκή στον καταρτισμό της σύμβασης διευθέτησης του χρέους της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο
  15. Την σύμβαση διευθέτησης του χρέους της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 3, την ημέρα εκείνη υπέγραψαν, αυτός, ο ΜΚ1 και κάποιος Γιαννακόπουλος και κανείς άλλος. Δεν γνωρίζει ποιος είχε δικαίωμα να υπογράφει για λογαριασμό της Παραπονουμένης.
  16. Τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, δεν τις υπέγραψε αυτός. Αν και οι υπογραφές σε αυτές, φαίνεται ότι μοιάζουν με την δική του, δεν είναι δικές του.
  17. Στις 20/06/2013, στο γραφείο του δικηγόρου ***** Θωμά και εκπροσώπου της Κατηγορουμένης 1, παρευρέθηκε για να υπογράψει την σύμβαση διευθέτησης του χρέους της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο
  18. Εντούτοις, δεν υπέγραψε καμία επιταγή που να αφορά την Κατηγορούμενη
  19. Αγνοεί, πως οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, βρέθηκαν στην κατοχή του δικηγόρου ***** Θωμά, εκπρόσωπο της Κατηγορουμένης
  20. Πιθανόν, υποστήριξε, να του είχαν σταλεί από τον λογιστή της Κατηγορούμενης 1, Σταύρο Χριστοφίδη.
  21. Ο ίδιος, δεν ενημερώθηκε ποτέ, είτε από την Κατηγορούμενη 1, είτε από την πληρώτρια, των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, τράπεζα, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, για τα ισχυριζόμενα ανεπαρκή υπόλοιπα της Κατηγορουμένης 1 ή την μη τίμηση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, ώστε να δρούσε πάνω σε αυτό -δηλαδή, προς εξόφληση των ισχυριζόμενων οφειλόμενων ποσών-. Όταν του επιδόθηκε η κλήση για το κατηγορητήριο της υπόθεσης αυτής, έλαβε για πρώτη φορά γνώση του ισχυριζόμενου αυτού γεγονότος. Αν και η Κατηγορούμενη 1 ελάμβανε κατάσταση του λογαριασμού της κάθε μήνα, ο ίδιος, δεν είχε ποτέ, κατά τον επίδικο χρόνο της επιστροφής, ως απλήρωτων, των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, λάβει από την τράπεζα της Κατηγορουμένης 1, κατάσταση του λογαριασμού της. Την κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1, Τεκμήριο 17, δεν την γνωρίζει. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός της μη τίμησης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, ποτέ δεν φάνηκε στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1, ο οποίος, τότε, ελεγχόταν διαδικτυακά από τον λογιστή και τον υπεύθυνο αποθήκης της Κατηγορουμένης 1 μέσω της υπηρεσίας διαδικτυακής τραπεζικής της τράπεζας. Η Παραπονούμενη, υποστήριξε, δεν έπραξε όπως θα έπρεπε, ώστε, τόσο η Κατηγορούμενη 1, όσο και ο ίδιος, να ενημερώνονταν την μη τίμηση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και
  22. Η εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, ευρήματα και τελικά συμπεράσματα Οι γενικές αρχές
  23. Αυτή είναι η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή ή απορρίπτεται.
  24. Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
  25. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123).
  26. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
  27. Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
  28. Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
  29. Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
  30. Σημαντικά, βεβαίως, στην εκτίμηση της μαρτυρίας, είναι και τα διαδικαστικά.
  31. Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [iii] [iv]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [v] [vi]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [vii]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [viii].
  32. Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
  33. The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...».
  34. Όπως εν προκειμένω έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Βλ. επίσης Νεόφυτος Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
  2. και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
  3. Η εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων και τελικά συμπεράσματα
  4. [Και] Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
  5. Ξεκινώ με την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 που είναι πρόσωπα που δεν έχουν άμεση σχέση με τους διαδίκους. Και οι δύο μου έκαναν καλή εντύπωση. Τους εξέλαβα ότι κατέθεσαν με ειλικρίνεια προς το Δικαστήριο, στη βάση του τι πραγματικά γνώριζαν για τα γεγονότα της υπόθεσης και μπορούσαν να πληροφορηθούν από το αρχείο της επιχείρησης της εταιρείας στην οποία εργάζονται, που αμφότεροι επικαλέστηκαν για κάποιους από τους ισχυρισμούς τους. Η μαρτυρία τους άλλωστε, εκτός του ότι, συνάδει και με τα όσα οι επίδικες επιταγές 4, 5, 6 και 7 παρουσιάζουν -και δη, με τις σφραγίδες που ετέθησαν επί αυτών, που, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, είναι άμεσα σχετικές με τα επίδικα ζητήματα-, δεν αμφισβητήθηκε κατ' ουσίαν από τον αντίδικο. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα ζητήματα.
  6. Αποδεκτή, γίνεται και η μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος, επίσης κρίνεται ότι ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν σαφής, σταθερή, επεξηγηματική, υποστηρίζεται και από τα έγγραφα που παρουσίασε στο Δικαστήριο, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα δικαιολογούσαν να μην γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ιδωμένη δε, μέσα από το σύνολο του προσκομισθέντος μαρτυρικού υλικού, παραμένει ακλόνητη, ενισχυμένη στις διάφορες πτυχές της και από την μαρτυρία των ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ
  7. Σε ότι δε αφορά την ΜΚ4, χωρίς δισταγμό, -και παρά το γεγονός ότι, όπως σχολιάζω στην συνέχεια, ο ρόλος του δικηγόρου, είναι ασυμβίβαστος με αυτόν του μάρτυρα γεγονότων και πρέπει να αποθαρρύνεται- καταγράφω ότι, παρέμεινε ανεπηρέαστη από την σχέση της δικηγορικής εταιρείας στην οποία εργάζεται, με την Παραπονούμενη, και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει για τα γεγονότα που αφορούν ένα συγκεκριμένο επίδικο ζήτημα, προς υποβοήθηση, πρωτίστως, του Δικαστηρίου, στην διαπίστωση της αλήθειας. Η στάση της ήταν θετική, οι τοποθετήσεις της ακριβείς, επεξηγηματικές και πλήρως τεκμηριωμένες, χωρίς διάθεση παραπλάνησης αλλά υποβοήθησης, κάτι που φάνηκε και από την αντεξέταση της, από την οποία όλα αυτά τα θετικά χαρακτηριστικά της μαρτυρίας της, αναδείχθηκαν ακόμη περισσότερο. Άλλωστε, στο βαθμό που αφορά την δική της διερεύνηση του ζητήματος της οντότητας και επωνυμίας της Παραπονούμενης, η μαρτυρία της υποστηρίζεται, τόσο από τα διάφορα έγγραφα που εξασφάλισε και παρουσίασε προς τεκμηρίωση των θέσεων της, όσο και από τα κατατεθέντα από τον ΜΚ
  8. Ο Κατηγορούμενος 2, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν έχω πιστέψει τίποτα από τα όσα ανέφερε για τα ουσιώδη για αυτή την υπόθεση γεγονότα. Δυστυχώς, στο Δικαστήριο, δεν είπε, εξέλαβα, την αλήθεια. Η μαρτυρία του, χαρακτηρίζεται ως αόριστη, ατεκμηρίωτη, υπεκφεύγουσα, παραπλανητική και παράλογη. Θα εξηγήσω αμέσως τους λόγους γιατί.
  9. Κατ' αρχήν, πρέπει να σημειωθεί, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, όπως φαίνεται από το μητρώο της Κατηγορουμένης 1 που το τηρεί στον Έφορο Εταιρειών, Τεκμήριο 1, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ο πλειοψηφικός μέτοχος και ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων της Κατηγορούμενης 1 (ο άλλος διοικητικός σύμβουλος, ήταν η πρώην σύζυγος του Κατηγορουμένου 1, ***** Κατούντα). Για αυτό το γεγονός, κατέθεσε ο ΜΚ1, ο οποίος και παρουσίασε στο Δικαστήριο, το προαναφερόμενο αποτέλεσμα έρευνας του μητρώου της Κατηγορουμένης 1 που το τηρεί στον Έφορο Εταιρειών, Τεκμήριο
  10. Όπως ανέφερε ο ΜΚ1, σε ότι αφορούσε τις συναλλαγές της Παραπονούμενης με την Κατηγορούμενη 1, η Παραπονούμενη είχε επικοινωνία και δοσοληψίες μόνον με τον Κατηγορούμενο
  11. Ο ΜΚ1, αποκάλεσε τον Κατηγορούμενο 2 «ιθύνων νου» της Κατηγορουμένης
  12. Χαρακτηρισμός, που βρίσκει έρεισμα και νομικά, εφόσον, σύμφωνα με την νομολογία, φυσικά πρόσωπα, που, ως εκ της ιδιότητας τους ως μοναδικοί διοικητικοί σύμβουλοι και μέλη μίας νομικής οντότητας, ουσιαστικά ταυτίζονται με αυτήν, χαρακτηρίζονται ως, «ο ιθύνων νους και η θέληση» της (βλ. Metron (Cyprus) Ltd v Μιχάλη Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/2015, 28/11/2017, Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016, Tesco Supermarkets Ltd ν Nattrass
(1972)A.C. 153, Bolton (Engineering) Co v Graham
(1957)1 Q.B.159). Ο Κατηγορούμενος 2, αν και δεν μπορεί να καταταχθεί σε αυτή την κατηγορία, -επειδή δεν είναι ο μοναδικός μέτοχος στην Παραπονούμενη-, δεν μπορεί να παρά να επισημανθεί, ότι, ήταν ο ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων της Κατηγορουμένης 1, που είχε και την πλειοψηφία συμμετοχής σε αυτήν ως μέλος.
  1. Σε κάθε περίπτωση, ο Κατηγορούμενος 2, -που σύμφωνα με τον ΜΚ3, τραπεζικό της Κατηγορουμένης 1 στην Ελληνική Τράπεζα, ήταν το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο η τράπεζα είχε επικοινωνία, δοσοληψίες και συναλλασσόταν σε ότι αφορούσε τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, και ο μοναδικός εξουσιοδοτημένος από την Κατηγορούμενη 1, υπογραφέας, για σκοπούς διαχείρισης του λογαριασμού της (βλ. Τεκμήριο 16)-, ενώ δεν αρνήθηκε ότι εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο για την Κατηγορουμένη 1, προσπάθησε, μέσα από μία πολύ γενική τοποθέτηση, να υποστηρίξει ότι δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 ή γνώση αυτών, όταν το σύνολο των περιστάσεων, καθιστά τον ισχυρισμό του αυτό, παράλογο.
  2. Πως είναι δυνατόν, να γίνει πιστευτός ο Κατηγορούμενος 2, ότι, ναι μεν υπέγραψε, στις 20/06/2013, για την Κατηγορουμένη 1, την σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3, που προνοούσε για την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών για σκοπούς υλοποίησης της, με την πρώτη, σύμφωνα με τον όρο 4, να ήταν πληρωτέα στις 28/06/2013, μίαν ουσιαστικά εβδομάδα μετά, και ενώ ουσιαστικά δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι ήταν το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από την Κατηγορούμενη 1 για να εκδίδει για λογαριασμό της με την υπογραφή του επιταγές της, αρνείται ότι το έπραξε σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, ισχυρίζεται ότι οι υπογραφές επί αυτών μοιάζουν με την δική του, αλλά δεν είναι η δική του, και ότι, δεν γνωρίζει ποιος ουσιαστικά πλαστογράφησε την υπογραφή του. Το πλέον εκπληκτικό, είναι ότι, μετά και την επίδοση της κλήσης του για το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, το έτος 2014, η Κατηγορούμενη 1, την οποία, όπως προανέφερα, ουσιαστικά ελέγχει (και από το 2016, ως ο μοναδικός της διοικητικός της σύμβουλος), και δη ο ίδιος προσωπικά, δεν κατήγγειλαν στην Αστυνομία αυτή την πράξη «καταδολίευσης» τους, που τους εκθέτει σε κίνδυνο καταδίκης για τα αδικήματα του κατηγορητήριου αυτής της υπόθεσης και επιβολής ποινής.
  3. Ανέφερε, ο Κατηγορούμενος 2, ότι, δεν γνωρίζει πως οι εν λόγω επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5 6 και 7, βρέθηκαν στα χέρια του δικηγόρου της Κατηγορουμένης 1, ***** Θωμά, -ήτοι, εκείνη την ημέρα που υπογράφτηκε η σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3 και δόθηκαν στην Παραπονούμενη-, και ότι πιθανόν αυτές να του είχαν σταλεί [στον δικηγόρο ***** Θωμά], από τον λογιστή της Κατηγορουμένης 1, ***** Χριστοφίδη, -αφήνοντας, σε ότι αφορά τους, ως ισχυρίστηκε, πλαστογράφους του, υπονοούμενα που φωτογραφίζουν την πρώην σύζυγο του, ***** Κατούντα και τον εν λόγω λογιστή, οι οποίοι όμως, ως προαναφέρθηκε, ουδέποτε καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία-, όταν ο δικηγόρος των Κατηγορουμένων 1 και 2, κατά την δίκη, που είναι ο ίδιος που ήταν παρόν στην συνάντηση των εκπροσώπων Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 για την υπογραφή της σύμβασης διευθέτησης, Τεκμήριο 3, υπέβαλε στον ΜΚ1, ότι, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, δεν του είχαν παραδοθεί εκείνη την ημέρα.
  4. Το δε γεγονός, ότι, ο δικηγόρος των Κατηγορουμένων 1 και 2, είχε προσωπική εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, αλλά πάραυτα εκπροσώπησε τους Κατηγορουμένους 1 και 2 στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής [και κατά την δίκη], προβληματίζει για την υπόθεση των Κατηγορουμένων 1 και 2, ειδικότερα εφόσον, αυτός, δεν εκλήθη ως μάρτυρας υπεράσπισης, μετά και την κλήση τους σε απολογία [θα γινόταν, φυσικά, κάτι τέτοιο, μόνον κατόπιν απόσυρσης του από την εκπροσώπηση τους], ειδικότερα λόγω των θέσεων που υπέβαλε στον ΜΚ1 για τα επίδικα γεγονότα, εξ ιδίας, όπως προκύπτει, γνώσης. Το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του δικηγόρου των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως μάρτυρα γεγονότων, επέβαλλε, πολύ διαφορετική στάση και προσέγγιση από πλευράς τους, ειδικότερα από τον δικηγόρο. Για κάτι περαιτέρω, θα αρκεστώ να παραπέμψω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημητρίου κ. α. ν Alyona (Alena) Sidorenko
(2011)1Β Α.Α.Δ 1095, που δόθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ. Η υπογραφή επί των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 4, 6 και 7 85. Επιταγή εκδίδεται, όταν υπογραφτεί από νόμιμο και εξουσιοδοτημένο υπογραφέα του λογαριασμού από τον οποίο αυτή εκδίδεται (βλ. Άρθρα 73 [ix], 3 [x], 25 [xi] του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ ν Vrontis Builders Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 90/2014, 20/10/2016 και Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, παραγράφους 17-11 και 21-97). Ως έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Blue Green Wave Frozen Food Ltd v G & P Hadjiyiannis Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 71/2014, 11/02/2016, η έκδοσης επιταγής, μπορεί να γίνει και από πρόσωπο άλλο από αυτό που την δίδει, που είναι εξουσιοδοτημένο να υπογράφει επιταγές για λογαριασμό του. Σε ότι αφορά εταιρείες, τέτοια εξουσιοδότηση μπορεί να δίδεται και σε πρόσωπα που δεν είναι διοικητικοί της σύμβουλοι (βλ. επίσης Μελή ν Vasos Leptos Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015 και Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, παράγραφο 21-97). Σε κάθε περίπτωση, ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Βούρας ν Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 135, «είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής». Δηλαδή, «μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορεί να συναχθεί η έκδοσης (υπογραφής) της επιταγής». Με άλλα λόγια «ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της». 86. Ο γραφικός χαρακτήρας και η υπογραφή επί εγγράφων που δεν επιμαρτυρούνται -κατά γενική αναφορά: η αυθεντικότητα του εγγράφου-, μπορεί να αποδειχθεί με ένα από τους ακόλουθους τρόπους (βλ. το σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, έκδοσης 2014, στις σελίδες 365, 366, 367, 368 και 369, το σύγγραμμα των C. Style και C. Hollander, Documentary Evidence, 6η έκδοση, στην σελίδα 360, το σύγγραμμα του R. Glover, Murphy on Evidence, 14η έκδοση, στις σελίδες 721 και 722 και το σύγγραμμα του C. Tapper, Cross & Tapper on Evidence, 12η έκδοση, στις σελίδες 675, 676 και 677): (α) από μαρτυρία του συντάκτη του• (β) από μαρτυρία προσώπου που είδε την σύνταξη ή υπογραφή του εγγράφου (βλ. Αναστασίου ν Τιμοθέου, Ποινική Εφεση Αρ. 5/2014, 24/03/2017, VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017)• (γ) από μαρτυρία προσώπου (όχι πραγματογνώμονα) που κατέχει γνώση της γραφής ή υπογραφής (βλ. VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017, Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2018)• (δ) συγκρίνοντας το έγγραφο που είναι επίδικο με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο η γνησιότητα του οποίου γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο (βλ. τις πρόνοιες του Section 8 της Criminal Procedure Act 1865 [xii] και την απόφαση του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου [ως μειοψηφία] στην υπόθεση Δημητρίου κ. α. ν Alyona (Alena) Sidorenko
(2011)1Β Α.Α.Δ 1095 που τις πραγματεύεται -η ορθότητα της νομικής προσέγγισης, δεν αποτελούσε την διαφορά από την απόφαση της πλειοψηφίας). (ε) από πραγματογνώμονα, με ή χωρίς σύγκριση.
  1. Στην υπόθεση αυτή, από την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3, μπορώ με βεβαιότητα να αποφανθώ ότι, ο Κατηγορούμενος 2, ήταν το πρόσωπο που έθεσε την υπογραφή του επί των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, για έκδοση τους από την Κατηγορούμενη 1, από την οποία είχε σχετική εξουσιοδότηση. Επαναλαμβάνω, ότι, ο ΜΚ1 μαρτύρησε ότι είδε τον Κατηγορούμενο 2 να υπογράφει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, ενώπιον του [και άλλων], στο γραφείο του δικηγόρου των Κατηγορουμένων 1 και 2, όταν είχε υπογραφεί και η σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3, με την οποία σχετίζονταν -εκδόθηκαν, ουσιαστικά, ως αποτέλεσμα αυτής και αποτελούσε μέρος των όσων είχαν με αυτήν ρυθμιστεί μεταξύ των μερών- (βλ. Αναστασίου ν Τιμοθέου, Ποινική Εφεση Αρ. 5/2014, 24/03/2017, VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017). Και ότι, ο ΜΚ3, τραπεζικός της Κατηγορουμένης 1, μαρτύρησε ότι, το δείγμα που έχει η τράπεζα, της υπογραφής του Κατηγορουμένου 2, συνάδει με τις υπογραφές επί των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και
  2. Άλλωστε, αυτό, καταδεικνύει και η σφράγισης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 από την τράπεζα, σύμφωνα με τον νόμο, όταν θα επιστρέφονταν στον δικαιούχο τους λόγω μη τίμησης τους (βλ. VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017).
  3. Άλλωστε, στην υπόθεση Ζίττη ν Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 272/15, 04/03/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο, για το ζήτημα αυτό, ανέφερε και τα εξής: «Το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν διευθυντής της Εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που αυτή εξέδιδε, ήταν αφ΄ εαυτού ικανό στοιχείο να εκληφθεί από την Τράπεζα ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης των επιταγών ήταν δική του εφόσον μόνο αυτός της είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό,τι είχε σχέση με τις επιταγές της Εταιρείας. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και σε τέτοιες περιπτώσεις το να εναποτίθεται το υπό αναφορά βάρος στον αποδέκτη μιας επιταγής θα αντιστρατευόταν κάθε έννοια λογικής, θα έπληττε την ασφάλεια των συναλλαγών και θα δημιουργούσε πολυπλοκότητα σε ένα ζήτημα που από τη φύση του είναι απλό. Επικαλέστηκε συναφώς ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα την υπόθεση X¨Ιωάννου (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε πως "Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διεφάνη από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με ένα από τους αποδεκτούς τρόπους απόδειξης". Παραβλέπει όμως ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο εφεσείων δεν αρνήθηκε ευθαρσώς ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν δική του, αλλά περιορίστηκε στο να κτίσει επιχειρηματολογία ότι δεν αποδείχτηκε ότι η υπογραφή ήταν δική του στη βάση της μαρτυρίας του τραπεζικού υπαλλήλου ότι δεν είναι γραφολόγος για να πει με βεβαιότητα πως η υπογραφή ήταν όντως δική του. Όπως παραγνωρίζει και το ότι τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα γεγονότα της X¨Ιωάννου. Στη Χ¨Ιωάννου ο παραπονούμενος είχε δανείσει χρήματα στον σύζυγο της εφεσείουσας ο οποίος ήταν εργοδότης του και ο τελευταίος του έδωσε επιταγή της συζύγου του, η οποία αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει τέτοια επιταγή. Η παρούσα όμως αφορά υπογραφή εντολών ανάκλησης επιταγών που υπογράφηκαν από τον εφεσείοντα που μόνο αυτός είχε εξουσιοδότηση να υπογράφει και αν κάποιος άλλος, μη εξουσιοδοτημένος, είχε υπογράψει τις εν λόγω εντολές, το αναμενόμενο θα ήταν να προβεί σε ανάκληση των εντολών μη πληρωμής των επιταγών. Διαπιστώνεται δηλαδή εν τέλει ότι ο εφεσείων δεν ενεργεί με καλή πίστη και τα παράπονα που διατυπώνει για την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης κρίνονται παντελώς αβάσιμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  4. Βλ. επίσης, Νικολάου ν Citi Principal Investments Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 160/2014, 20/12/
  5. Η οντότητα Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1
  6. Οι θέσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως αυτές παρουσιάστηκαν κατά την δίκη από τον Κατηγορούμενο 2, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές, για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι, διαφέρουν ουσιωδώς, ή ακόμη, είναι εντελώς αντίθετες, με θέσεις που υποβλήθηκαν στους μάρτυρες που κατέθεσαν για την υπόθεση της Παραπονούμενης. Ενώ, όπως περαιτέρω προκύπτει, πολλές από αυτές τις θέσεις που υποβλήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2 στους μάρτυρες που κατέθεσαν για την υπόθεση της Παραπονούμενης, τελικά, εγκαταλείφθηκαν, εφόσον ο Κατηγορούμενος 2 δεν κατέθεσε τίποτα σχετικά με αυτές. Για την σημασία των υποβολών της θέσης ενός διάδικου για τα επίδικα γεγονότα κατά την αντεξέταση των μαρτύρων για την υπόθεση του αντιδίκου του προς αυτούς, έχω προαναφερθεί και δεν θα επαναληφθώ.
  7. Παράδειγμα, αποτελεί το ζήτημα της οντότητας της Παραπονούμενης ή/και της Κατηγορούμενης 1, και το κατά πόσο η Κατηγορούμενη 1, ήταν το συμβαλλόμενο μέρος στην σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο
  8. Κατ' αρχήν, αίσθηση προκαλεί το γεγονός, ότι, ενώ από την μία πλευρά, ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2, υπέβαλλε στον ΜΚ1, κατά την αντεξέταση του, ότι ο συμβαλλόμενος στην σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3, «M&S Marangou», ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, από την άλλη πλευρά, αντεξέταζε τον ΜΚ1 και του υπέβαλλε θέσεις για τα γεγονότα, παίρνοντας ως δεδομένο [ή/και με δεδομένο] ότι, αυτός ήταν η Κατηγορούμενη
  9. Σε κάθε περίπτωση, αυτό, πήγε να ξεκαθαρίσει όταν ο Κατηγορούμενος 2, αντεξετάστηκε, εφόσον, αυτός τοποθετείτο ξεκάθαρα, ως αν, πράγματι, ο αντισυμβαλλόμενος της Παραπονούμενης στην σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3, να ήταν η Κατηγορούμενη
  10. Και βεβαίως, τοποθετείτο, χωρίς σε καμία στιγμή να αμφισβητήσει ότι η Παραπονούμενη είναι νομική οντότητα υπαρκτή και η αντισυμβαλλόμενη της Κατηγορούμενης 1, στην σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο
  11. Βεβαίως, αυτό παρατηρήθηκε στην πρώτη ενότητα, ας χαρακτηριστεί, της αντεξέτασης του, επειδή κατά την δεύτερη της ενότητα, ο Κατηγορούμενος 2, αναίρεσε τις εν λόγω παραδοχές του, ήταν αντιφατικός και αλλοπρόσαλλος στις τοποθετήσεις του.
  12. Όπως, σχετικά πρόσφατα, επαναβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Σαββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ., κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, η ύπαρξης διαδίκου και δη μίας νομικής οντότητας, που αποτελεί βεβαίως προϋπόθεση για την όποια διεκδίκηση μέσα από τη δικαστική διαδικασία, μπορεί να αποδειχθεί με μαρτυρία κατά την δίκη. Αν μέσα από την μαρτυρία, προκύπτει ότι, συγκεκριμένος διάδικος, λειτουργούσε ως εταιρεία, η μαρτυρία αυτή, είναι αρκετή για την έγερση του νομικού μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας, ήτοι, ότι ο διάδικος είναι πρόσωπο υπαρκτό. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως αποφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαία η προσκόμισης ειδικής μαρτυρίας για την εγγραφή του νομικού προσώπου (βλ. Χαραλάμπίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση με Αρ. 199/2017, 27/05/2019, Khanji v Latouros Winners Cars Ltd
(2012)1(B) A.A.Δ. 996, Κ.Ν.G. Αutoparts Ltd v Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 689).
  1. Στην προκείμενη περίπτωση, τόσο από την μαρτυρία της ΜΚ4 και τα Τεκμήρια 18, 19 και 20 που αυτή παρουσίασε στο Δικαστήριο, όσο και από την μαρτυρία του ΜΚ1, προκύπτει ότι, η Παραπονούμενη, είναι και ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπαρκτή νομική οντότητα, με την διακριτική επωνυμία Saint Gobain Hellas ABEE, ήταν η αντισυμβαλλόμενη της Κατηγορούμενης 1 στην σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3 και την σύμβαση συνεργασίας, Τεκμήριο 8, και ο δικαιούχος των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, που εξέδωσε η Κατηγορούμενη
  2. Σε κάθε περίπτωση, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει συντριπτική μαρτυρία, περί του ότι η Παραπονούμενη, λειτουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως εταιρεία, ώστε να εγείρεται το προαναφερόμενο τεκμήριο κανονικότητας. Πολύ σημαντικό εδώ, είναι να σημειωθεί, ότι, την προαναφερόμενη διακριτική επωνυμία Saint Gobain Hellas ABEE, φέρουν σε ενυπόγραφη σφραγίδα [ή και λογότυπο, αναλόγως περίπτωσης], τόσο οι προαναφερόμενες συμβάσεις, Τεκμήρια 3 και 4, όσο και τα διάφορα έγγραφα της δέσμης Τεκμήριο 2, που αποτελείται από τιμολόγια, δελτία αποστολής εμπορευμάτων κ. τ. λ., που προχρονολογούνται της σύναψης της σύμβασης διευθέτησης, Τεκμήριο 3, και τα οποία τιμολόγια, αποτέλεσαν και την αιτία της οφειλής της Κατηγορουμένης 1 προς την Παραπονούμενη, που διευθετήθηκε με την σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3 -γεγονότα παραδεκτά, ως προκύπτει από την μαρτυρία, από τους Κατηγορουμένους 1 και 2-. Σε όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, Τεκμήρια 2, 3, 8 και 19, γίνεται αναφορά στον Α.Φ.Μ. της Παραπονούμενης: *****34, όπως και στην διεύθυνση της: XXXXX 5, XXXXX, XXXXX, Αττική, που είναι ο ίδιος. Αποδέχομαι, συνεπώς, την εξήγηση που ο ΜΚ1 έδωσε κατά την δίκη, σε ότι αφορά το γιατί η επωνυμία της Παραπονούμενης, στην σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3, [όπως και στην σύμβαση συνεργασίας, Τεκμήριο 8], αναγράφηκε με τον τρόπο που αναγράφηκε, χωρίς σε καμία περίπτωση αυτό να σήμαινε για οποιονδήποτε από τους συμβαλλόμενους σε αυτήν, οτιδήποτε παραπλανητικό, σχετικά με τον συμβαλλόμενο, που ήταν η Παραπονούμενη.
  3. Σε ότι αφορά τώρα το ζήτημα αυτό, ήτοι της διακριτικής επωνυμίας της Παραπονούμενης [Saint Gobain Hellas ABEE], σχετιζόμενο με την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 από την Κατηγορούμενη 1 προς αυτήν, ήτοι, σε αυτή την επωνυμία, παραπομπή γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση αρ.184/2014, 10/02/
  4. Αποτελεί ζήτημα, που, ως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση A. K. Charalambous Ltd v E.D. Sweet Hart Fashion Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 2/2014, 10/02/2016, επιβάλλεται όπως εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά το στάδιο όπου κρίνεται το κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα κληθεί σε απολογία, καθότι, «Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα (όπως έχει τροποποιηθεί από το Ν. 164
(1)/2003), απαραίτητη προϋπόθεση για ύπαρξη "επιταγής" είναι και η ύπαρξη φυσικού ή νομικού προσώπου προς το οποίο η Τράπεζα καλείται να πληρώσει συγκεκριμένο ποσό. Η ανυπαρξία όμως τέτοιου προσώπου δεν καθιστά την γραπτή εντολή του εκδότη προς την Τράπεζα "επιταγή" εν τη εννοία του Νόμου και κατά συνέπεια το ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση» (βλ. επίσης Re Σταυδηκο Λτδ κ. α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D431, Αίτηση Αρ. 166/2017, 29/11/2017). Κατά το στάδιο όπου έκρινα ότι δικαιολογείτο η κλήσης των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε απολογία, είχα βεβαίως, από την μαρτυρία που η Παραπονούμενη προσκόμισε, ενώπιον μου, τα προαναφερόμενα δεδομένα. Στην προαναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd κ. α., Πoινική Έφεση αρ.184/2014, 10/02/2016, αναφέρθηκαν για το ζήτημα τα εξής: «Ορθά επίσης θα έπρεπε να γίνει συσχετισμός με σχετικά άρθρα που περιλαμβάνονται στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ.262 και ειδικότερα το άρθρο 6
(1)του Κεφ.262, σύμφωνα με το οποίο "ο αποδέκτης πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πώς να δηλώνεται σε συναλλαγματική με εύλογη βεβαιότητα". Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 73 του ιδίου Κεφαλαίου το οποίο ορίζει ότι η επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 3
(1)του ιδίου Κεφαλαίου καθορίζεται το τι είναι συναλλαγματική. Τα πιο πάνω άρθρα δεν έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ανωτέρω, οπότε και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό της γενικότερης έννοιας της επιταγής. Συνεπώς θα έπρεπε να έχει σημασία για το πρωτόδικο Δικαστήριο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, το ζήτημα που εισάγεται από το άρθρο 6
(1)ανωτέρω ως προς την εύλογη βεβαιότητα που θα έπρεπε να καλύπτει το θέμα του δικαιούχου. Με δεδομένο πάντα ότι στο στάδιο στο οποίο βρισκόμαστε η μαρτυρία κρίνεται αντικειμενικά. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd ed. vol.3 p.153, para.242, υπό τον τίτλο, "Certainty as to drawee" αναφέρονται τα εξής: "The drawee must be named or otherwise indicated in a bill with reasonable certainty for it is clear that a holder must know to whom he has to present the bill, whether for acceptance or for payment". Και παρακάτω στη σελ.155, παράγραφο 246 υπό τον τίτλο, "Payee by name or description" αναφέρονται τα εξής: "Where the payee is named, but named incorrectly, or where his name is misspelt, it does not invalidate the instrument, the payee permitted to indorse the instrument as he was described, adding at his option his proper signature". (Βλ. Βank of England v. Vagliano
(1891)A.C. 107 - Viden & Rogers v. Hughes
(1905)1 K.B. 795 - North & South Wales Bank Ltd v. MacBeth
(1908)A.C. 137 - Town & County Advance Co. ltd v. Provincial Bank of Ireland
(1917)2 I.R. 421). Από την ανάλυση των πιο πάνω υποθέσεων αλλά και άλλων, όπως συναντώνται στο Σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques 29th ed. σελ.32 κ.ε. προκύπτει ότι η εύλογη ή όχι βεβαιότητα είναι θέμα πραγματικών περιστάσεων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 95. Σχετική με το ζήτημα, είναι η πιο πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση K.P. Blue Dolphin Homes Ltd v Ευθύβουλου Παρασκευαϊδη κ. α., Ποινική Εφεση Αρ. 67/2017, 27/02/2018, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Υπό το φως των πιο πάνω, η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν τέθηκε ενώπιόν του μαρτυρία περί λάθους στην αναγραφή του τίτλου της παραπονούμενης εταιρείας και περί ανυπαρξίας νομικού προσώπου εγγεγραμμένου με το όνομα της εταιρείας όπως αναγράφεται στο κατηγορητήριο, ήταν εσφαλμένη. Στην υπόθεση Χριστόδουλος Νεοφύτου ν. A.S.G. Solar Technologies Limited, Ποινική Έφεση 147/2015, ημερομηνίας 28.11.2017, το αναγραφόμενο επί του κατηγορητηρίου όνομα της παραπονούμενης εταιρείας διέφερε από το πραγματικό, όπως αποτυπωνόταν στο σχετικό πιστοποιητικό σύστασης του Εφόρου Εταιρειών, καθότι είχε προστεθεί μια τελεία. Προβλήθηκε η εισήγηση ότι το κατηγορητήριο, ως καταχωρηθέν από ανύπαρκτο διάδικο, δεν ήταν έγκυρο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν προέκυψε ζήτημα παραπλάνησης της πλευράς του κατηγορούμενου και απέρριψε τη σχετική εισήγηση. Κρίθηκε κατ΄ έφεση ότι η πρωτόδικη προσέγγιση ήταν ορθή. Τονίσθηκε σχετικά: "Συμφωνούμε απολύτως με την πρωτόδικη προσέγγιση. Κατ' αρχάς, η ύπαρξη ή όχι μιας εταιρείας και επί του προκειμένου δεν θεωρούμε ότι επειδή πρόκειται περί ιδιωτικής ποινικής δίωξης το θέμα είναι διαφορετικό, επιτυγχάνεται με μαρτυρία ότι αυτή λειτουργούσε. (Βλ. K.N.G. AUTOPARTS LTD v. IOANNOU
(1996)1 (B) A.A.Δ. 689 και ΕΔΑΞΥΛ ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ κ.ά. ν. Αγαθοκλέους
(1996)2 Α.Α.Δ. 1337). Παράλληλα, στην υπόθεση ΝΑΝΟΚΑ LIMITED v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 471, κρίθηκε ότι το λανθασμένο όνομα της κατηγορούμενης στην υπόθεση εκείνη εταιρείας, όπου στο κατηγορητήριο υπήρχε το όνομα "Eταιρεία Νανόκα Λτδ», ουδόλως επηρέασε τη διαδικασία από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ότι τα δικαιώματα της κατηγορούμενης εταιρείας δεν επηρεάστηκαν δυσμενώς και είχε τη δυνατότητα προώθησης της υπόθεσης της ενώπιον του δικαστηρίου. Ανάλογο θέμα απασχόλησε προσφάτως το Εφετείο στην υπόθεση IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD v. ACTION CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:D77, Ποιν. Εφ. 184/2014, ημερ. 10 Φεβρουαρίου
  1. Στην εν λόγω υπόθεση στις επιταγές οι οποίες είχαν κατατεθεί, αναφερόταν το όνομα των εφεσειόντων ως «Iacovou Brothers Ltd» και «Iacovou Brothers Ltd (CONCRETE)». Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε επιταγή καθότι δεν υπήρχαν εγγεγραμμένες νομικές οντότητες με τις πιο πάνω επωνυμίες. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση στη βάση της υπάρχουσας μαρτυρίας, η οποία συνέδεε την παραπονούμενη εταιρεία με τη συναλλαγή στη βάση της οποίας είχαν εκδοθεί οι εν λόγω επιταγές, τονίζοντας ότι η ύπαρξη ή όχι της εταιρείας των παραπονουμένων ήταν θέμα πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου, διέταξε την επανεκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης." Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω, είναι η κατάληξή μας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να αντικρύσει υπό τη σωστή διάστασή τους τα ενώπιόν του δεδομένα και να καταλήξει ότι επρόκειτο για απλή λανθασμένη περιγραφή νομικής οντότητας με βάση το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας, η οποία συνέδεε τη συγκεκριμένη παραπονούμενη εταιρεία με τις συναλλαγές επί των οποίων εδραζόντουσαν οι κατηγορίες. Λανθασμένη περιγραφή που δεν επιδρούσε, εν πάση περιπτώσει, στην ορθή αντίληψη του πραγματικού παραπονούμενου, ούτε και επηρέαζε δυσμενώς τους Εφεσίβλητους.».
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, οι περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ως έχουν παρουσιαστεί από τους μάρτυρες που κατέθεσαν τα γεγονότα για την Παραπονούμενη (ΜΚ1 και ΜΚ4), η μαρτυρία των οποίων έχει γίνει τελικώς αποδεκτή, -σε αυτήν έχω προαναφερθεί- καταδεικνύουν και το εύλογο της βεβαιότητας που σε κάθε περίπτωση πρέπει να καλύπτει το θέμα του δικαιούχου (βλ. στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, παραγράφους από 03-01 έως και 03-07). Ότι δηλαδή, δικαιούχος των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, ήταν η Παραπονούμενη.
  3. Οι διατάξεις του Άρθρου 7
(1)του Κεφ. 262, άλλωστε, όπως αναφέρεται και στις προαναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Διακστηρίου, είναι ξεκάθαρες: «7.-
(1)Όταν συναλλαγματική δεν είναι πληρωτέα στον κομιστή, ο δικαιούχος πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πως να δηλώνεται σε αυτήν με εύλογη βεβαιότητα.» και εδώ βεβαιότητα ως προς τον «δικαιούχο κομιστή» («payee»), υπάρχει. Ενώ, υπάρχει και η πρόνοια του Άρθρου 7
(3)του Κεφ. 262, σύμφωνα με την οποία: «7.
(3)Όταν ο δικαιούχος είναι εικονικό ή ανύπαρκτο πρόσωπο η συναλλαγματική δύναται να θεωρηθεί ως πληρωτέα στον κομιστή.», και κομιστής («bearer»), στην προκείμενη περίπτωση, -πέραν του οτιδήποτε άλλου θα μπορούσε να λεχθεί σε ότι αφορά την εφαρμογή αυτής της διάταξης στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης-, είναι η Παραπονούμενη, ως κάτοχος των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7. Χωρίς, ως προανέφερα, να εξετάζω εδώ, γιατί το θεωρώ αχρείαστο, την νομική έννοια των όρων «εικονικό ή ανύπαρκτο πρόσωπο» του προαναφερόμενου Άρθρου 7
(3)του Κεφ. 262 και εάν μπορεί να έχει εφαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης, σημασία έχει ότι, όπου το πρόσωπο που καθορίζεται στην επιταγή ως το πρόσωπο στο οποίο ή κατ' εντολή του οποίου τα χρήματα θα πληρωθούν («payee») είναι φανταστικό / πλασματικό («fictitious») ή ανύπαρκτο («non-existing»), η επιταγή, είναι, παρά ταύτα, έγκυρη και εκλαμβάνεται ότι είναι πληρωτέα στον κομιστή («payable to bearer») (βλ. Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 17η έκδοση, στις παραγράφους 2-017 και από 2-048 έως και 2-058, Τουμάζος Τουμάζου ν Γιώργου Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ. 626, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, 21/12/2010, Χαραλάμπίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση με Αρ. 199/2017, 27/05/2019). Αξιολόγηση της αποδεκτής και παραδεκτής μαρτυρίας
  1. Από την αποδεκτή μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, προκύπτουν περαιτέρω τα εξής:
  2. H σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3, σε ότι αφορούσε την εξόφληση του ποσού των €172.149,37, προνοούσε τα εξής.
  3. Ο όρος 4, όριζε τις δόσεις. Δηλαδή, ότι το προαναφερόμενο ποσό, θα εξοφλείτο με 7 δόσεις, ως ακολούθως. -Παρεμβάλλω εδώ, για να υπενθυμίσω, ότι, η σύμβαση διευθέτησης, συνομολογήθηκε, μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, στις 20/06/2013-: «Η 1η δόση, €22.149,37, θα εξοφλείτο στις 28/06/2013, Η 2η δόση, €25.000, θα εξοφλείτο στις 31/07/2013, Η 3η δόση, €25.000, θα εξοφλείτο στις 30/08/2013, Η 4η δόση, €25.000, θα εξοφλείτο στις 30/09/2013, Η 5η δόση, €25.000, θα εξοφλείτο στις 31/10/2013, Η 6η δόση, €25.000, θα εξοφλείτο στις 29/11/2013, και Η 7η δόση, €25.000, θα εξοφλείτο στις 31/12/2013».
  4. Σύμφωνα με τον ίδιο όρο [όρο 4], η Κατηγορούμενη 1, θα εξέδιδε και θα παρέδιδε στην Παραπονούμενη, 7 επιταγές, η εντολή, [της Κατηγορουμένης 1], πληρωμής τους, από την πληρώτρια τράπεζα επί της οποία θα εκδίδονταν, θα ήταν μεταχρονολογημένη, ώστε, κάθε μία από αυτές, να είναι πληρωτέα σε διαφορετική ημερομηνία, που θα αντιστοιχούσε στην ημερομηνία λήξης της προθεσμίας πληρωμής των δόσεων, ως ανωτέρω.
  5. Εντούτοις, με τον όρο 6, συμφωνήθηκε ότι, οι επιταγές που η Κατηγορούμενη 1 θα εξέδιδε και θα παρέδιδε στην Παραπονούμενη, σύμφωνα με τον όρο 4 ανωτέρω, θα αποτελούσαν εξασφάλιση αποπληρωμής του χρέους, [ήτοι, του προαναφερόμενου ποσού], και δεν θα παρουσιάζονταν από την Παραπονούμενη για να πληρωθούν, παρά μόνο, σε περίπτωση μη τήρησης, από πλευράς της Κατηγορούμενης 1, του συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος εξόφλησης του, [ήτοι, με τις δόσεις - έστω και μίας, οποιασδήποτε, δόσης].
  6. Από νομικής άποψης, αυτό είναι επιτρεπτό. Επιταγές (πλήρως συμπληρωμένες ή ατελής («inchoate»), ανάλογα της περίπτωσης), είναι νομικά αποδεκτό και μπορούν να δοθούν ως εγγύηση πληρωμής ανταλλάγματος σε κάποια συναλλαγή βάσει συμφωνίας και πληρωτέες (βλ. Popovic v Κιττη, Ποινική Έφεση Αρ.173/2017, 17/01/2018), νοουμένου ότι: (α) ο σκοπός για τον οποίο παραδίδονται ως εγγύηση δεν παύει να υφίσταται (βλ. Philippa Estates Ltd v Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142), (β) η υποχρέωση εξόφλησης του ανταλλάγματος έχει προκύψει, χωρίς όμως τούτο να εξοφληθεί και (γ) υπάρχει η άνευ όρων εντολή πληρωμής της επιταγής από την τράπεζα επί της οποίας εκδίδεται, ή συμφωνία για την ενεργοποίηση της εντολής πληρωμής της επιταγής από τον ίδιο τον δικαιούχο να την πληρωθεί (όταν αυτή είναι ατελής («inchoate»), βλ. Αλουμίνια Τάκης Σιεγγερης Λτδ. ν Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 181/15, 10/09/2018), ώστε αυτόματα, να εκπληρωθεί η υποχρέωση πληρωμής από την επιταγή (βλ. Popovic v Κιττη, Ποινική Έφεση Αρ.173/2017, 17/01/2018, Χριστοδούλου ν Μιχαηλίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 2058) και Κυπριανού ν Χατζηγιάννη, ECLI:CY:AD:2015:A392, Πολιτική Έφεση Αρ. 207/2010, 04/06/2015). Συνεπώς, πολύ μεγάλη σημασία, έχουν τα συμφωνηθέντα, και τα γεγονότα που επακολούθησαν σε ότι αφορά την υλοποίηση τους.
  1. Εν προκειμένω, και περαιτέρω, ο όρος 5, προνοούσε, ότι, στην περίπτωση που η Κατηγορούμενη 1, δεν τηρούσε επακριβώς την δέσμευση της για [εμπρόθεσμη] αποπληρωμή των δόσεων, ως ανωτέρω, η Παραπονούμενη, θα μπορούσε να διεκδικήσει εξόφληση ολόκληρου του, [μέχρι και της στιγμής εκείνης], οφειλόμενου, του προαναφερόμενου ποσού.
  2. Μολαταύτα, σύμφωνα με τον όρο 7, καθυστέρηση πληρωμής ποσού έως και 15% έκαστης δόσης από πλευράς της Κατηγορουμένης 1, δεν θα συνιστούσε, μη τήρηση των συμφωνηθέντων από πλευράς της, και αιτία για την Παραπονούμενη, παρουσίασης των επιταγών που θα της παραδίδονταν, βάσει του όρου 4 ανωτέρω, από την Κατηγορούμενη
  3. Η Κατηγορούμενη 1, εξέδωσε, και στις 20/06/2013, παρέδωσε στην Παραπονούμενη, 7 επιταγές, συμφώνως των προνοιών του όρου 4, ανωτέρω. Οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, αντιστοιχούσαν στις πρώτες 4 δόσεις, ως ανωτέρω.
  4. Εντούτοις, η Κατηγορούμενη 1, δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα.
  5. Σύμφωνα με την κατάσταση που η Παραπονούμενη τηρούσε για τον εμπορικό λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 11, η Κατηγορούμενη 1, από τις 20/06/2016 μέχρι και τις 28/06/2013, που θα έπρεπε να πληρωθεί η προαναφερόμενη 1η δόση της, αντί για το ποσό των €22.149,37 (ή έστω, το ποσό των €18.826,96, βάσει του όρου 7 ανωτέρω), στην Παραπονούμενη κατέβαλε μόνον το ποσό των €1.075 (στις 26/06/2013) -είτε αυτό καταβλήθηκε, έναντι καινούριων οφειλών της Κατηγορουμένης 1 από αγορές της, βάσει της σύμβασης συνεργασίας, Τεκμήριο 8, είτε εξ ολοκλήρου έναντι τους χρέους της Κατηγορουμένης 1, που διευθετήθηκε με την σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3-. Συνεπώς, η Παραπονούμενη, μπορούσε, [όπως και τελικά έπραξε], βάσει των όρων 5 και 6, να διεκδικήσει την εξόφληση, ολόκληρου του προαναφερόμενου ποσού, και σε κάθε περίπτωση, να παρουσιάσει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, όταν αυτές θα καθίσταντο πληρωτέες, στην πληρώτρια τράπεζα τους, για να πληρωθεί το προαναφερόμενο χρέος της Κατηγορουμένης
  6. Όπως, ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε, κατά παράκληση του Κατηγορουμένου 2, η Παραπονούμενη, παρά ταύτα, έδωσε στην Κατηγορούμενη 1, παράταση χρόνου, ώστε να συμμορφωνόταν με το πρόγραμμα αποπληρωμής, μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους
  7. Και πάλι όμως, όπως ο ΜΚ1, ανέφερε, η Κατηγορούμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε. Όπως φαίνεται και από την προαναφερόμενη κατάσταση εμπορικού λογαριασμού, Τεκμήριο 11, η Κατηγορούμενη 1, μέχρι και τις 30/08/2013, κατέβαλε στην Παραπονούμενη, συνολικά, μόνον €24.505,52 -είτε αυτό καταβλήθηκε, έναντι καινούριων οφειλών της Κατηγορουμένης 1 από αγορές της βάσει της σύμβασης συνεργασίας, Τεκμήριο 8, είτε εξ ολοκλήρου έναντι τους χρέους της Κατηγορουμένης 1, που διευθετήθηκε με την σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3., αντί του ποσού των €72.149,35, που είχε συμφωνήσει ότι [συνολικά] θα της κατέβαλλε μέχρι και τότε.
  8. Σε κάθε περίπτωση, όπως ο ΜΚ1, εξήγησε, το προαναφερόμενο ποσό των €24.505,52, που πιστώθηκε, ως φαίνεται, από την κατάσταση εμπορικού λογαριασμού, Τεκμήριο 11, στον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, δεν αφορούσε μόνο το χρέος της Κατηγορουμένης 1, που διευθετήθηκε με την σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο
  9. Στην βάση της σύμβασης συνεργασίας, Τεκμήριο 8, η Κατηγορούμενη 1, αγόραζε, εκείνη την περίοδο, παράλληλα και εμπορεύματα από την Παραπονούμενη. Σύμφωνα με τον όρο 8 της σύμβασης συνεργασίας, Τεκμήριο 8, η Κατηγορούμενη 1, θα εξοφλούσε την Παραπονούμενη για τις [καινούριες] αγορές της, κατά την τελευταία εργάσιμη ημέρα του κάθε τρέχοντος μήνα. Θα είχε όμως, περιθώριο πίστωσης, μέχρι και €6.000, -το οποίο όμως μειώθηκε σε €3.000, λόγω της μη καταβολής από πλευράς της Κατηγορούμενης, της 1ης δόσης, όπως συμφωνήθηκε με την σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3, γεγονός για το οποίο η Κατηγορούμενη 1 ήταν ενήμερη, (δεν εναντιώθηκε σε αυτό, ούτε και τερμάτισε την συμφωνία τους)-. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η Παραπονούμενη, κατά την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2013, είχε πληρώσει στην Παραπονούμενη, έναντι του χρέους της βάσει της σύμβασης διευθέτησης, Τεκμήριο 3, μόνον €6.621,47 και πιστώθηκε επιπρόσθετα στον εμπορικό λογαριασμό της, Τεκμήριο 11, με €2.862,33, για συμψηφισμούς του χρέους της Παραπονούμενης προς την M. & S. Marangou (Logistics) Ltd, με αποτέλεσμα, να μην είναι σε συμμόρφωση με το χρονοδιάγραμμα που με την σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3 συμφωνήθηκε για την εξόφληση του χρέους της.
  10. Το σημαντικότερο όμως είναι, και το επαναλαμβάνω, ότι, η Κατηγορούμενη 1, το αργότερο μέχρι και την 28/06/2013, θα έπρεπε σύμφωνα με τον όρο 4, να καταβάλει στην Παραπονούμενη €22.149,37, ή έστω, σύμφωνα με τον όρο 7, τουλάχιστον €18.826,
  11. Σε μία τέτοια περίπτωση, το υπόλοιπο των €3.222,40, η Κατηγορούμενη 1 θα το κατέβαλλε στην Παραπονούμενη, το αργότερο μέχρι και την 21/09/
  12. Όπως προανέφερα, δεν υπήρξε συμμόρφωσης της Κατηγορουμένης 1, η οποία, μέσα στην περίοδο 20/06/2013 - 28/06/2013, κατέβαλε στην Παραπονούμενη, μόνον €1.075 (στις 26/06/2013) και συνεπώς, δεν υπήρξε ποτέ ενεργοποίησης του όρου
  13. Ενώ, μέχρι και τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2019 (το αργότερο δηλαδή, μέχρι και τις 30/08/2013), στην παράταση δηλαδή που της δόθηκε από την Παραπονούμενη, να καλύψει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της βάσει της σύμβασης διευθέτησης, Τεκμήριο 3, εκείνης της περιόδου, δεν φαίνεται να το έπραξε. Πολύ δε περισσότερο, αν λάβει κανείς υπόψη, ότι, κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, σχετικά με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του, από τον συνήγορο υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 2, οι καταβολές από πλευράς της Κατηγορουμένης 1, των ποσών που αναφέρθηκαν και στις περιόδους και χρόνο που αναφέρθηκε, όπως επίσης και οι όποιες άλλες πιστώσεις έγιναν στον λογαριασμό της, ως σε κάθε περίπτωση φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 11, δεν αμφισβητήθηκαν. Με δεδομένες αυτές -και άρα προφανώς αποδεκτές από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2-, στον ΜΚ1 υποβλήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2 δια του συνηγόρου τους, ότι, η κατάθεσης / παρουσίασης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, για να πληρωθούν, έγινε κατά παράβαση των προνοιών της σύμβασης διευθέτησης, Τεκμήριο 3 και δη του όρου 7 αυτής. Όπως όμως προκύπτει από τα γεγονότα και δη τις πληρωμές της Κατηγορουμένης 1 προς την Παραπονούμενη της τότε εποχής, αυτή η πρόνοια της σύμβασης διευθέτησης, Τεκμήριο 3, ουδέποτε ενεργοποιήθηκε πραγματικά. Μάλιστα, πολύ σημαντικό επίσης για να σημειωθεί, είναι το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, για το προαναφερόμενο ζήτημα, καταθέτοντας στο Δικαστήριο, προέβη μόνο σε μία πολύ γενική και αόριστη αναφορά, χωρίς να αμφισβητήσει ουσιαστικά την μαρτυρία του ΜΚ1 εν προκειμένω. Η ευθύνη του Κατηγορουμένου 2
  14. Ο Κατηγορούμενος 2, ως ήταν ξεκάθαρο κατά την δίκη, δεν κατηγορείται ως αυτουργός για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, αντικείμενο των κατηγοριών με αρ. 1, 3, 5 και 7 στο κατηγορητήριο, αλλά, ως είναι ξεκάθαρο από το κατηγορητήριο του, βάσει των κατηγοριών με αρ. 2, 4, 6 και 8 σε αυτό, και τις λεπτομέρειες που δίδονται για αυτές, ως συνεργός της Κατηγορουμένης 1, φυσικής αυτουργού, για την διάπραξη του (βλ. Άρθρο 42 του Κεφ. 155 και Μαρκίδης ν Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 Α.Α.Δ. 598). Άλλωστε, το γεγονός ότι, στην έκθεση του αδικήματος των προαναφερόμενων κατηγοριών με αρ. 2, 4, 6 και 8 στο κατηγορητήριο, περιλαμβάνεται και το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, καθιστά εντελώς ξεκάθαρο ότι, η ευθύνη του Κατηγορουμένου 2 για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, τοποθετείται κάτω από τις διατάξεις [και] του εν λόγω άρθρου του νόμου. 112. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Reza Saremi v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 251: «Το ουσιαστικό αδίκημα για το οποίο κατηγορούνταν οι εφεσείοντες, τόσο στην πρώτη όσο και την δεύτερη κατηγορία, ήταν με βάση τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο του 1977 (Ν. 29/77όπως έχει τροποποιηθεί). Η αναφορά στο Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη κατηγορία, δεν δημιουργεί άλλο αδίκημα. Απλώς καλύπτει την περίπτωση όπου στην διάπραξη του αδικήματος συμμετέχουν πέραν του ενός προσώπου, όπως η παρούσα περίπτωση. Έχει μάλιστα αποφασιστεί ότι και αν ακόμα η Κατηγορούσα Αρχή παρέλειπε να κάμει αναφορά στο Άρθρο 20 του Κεφ. 154 (ή ακόμη και στο 21 που καλύπτει την περίπτωση διάπραξης αδικήματος από συναυτουργούς κατά την επιδίωξη κοινού σκοπού), δεν αποτελεί ουσιαστική παρατυπία. (Βλ. μεταξύ άλλων Ξυδιάς και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, σελ. 225).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Προκύπτει, από την δίκη, ότι, είναι παραδεκτό από τους διαδίκους, το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 2, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν διοικητικός σύμβουλος της Κατηγορουμένης
  2. Ένας εκ των δύο. Δηλαδή, τόσο κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6, και 7 στις 20/06/2013, όσο και κατά την επιστροφή κάθε μίας από αυτές, χωρίς να τιμηθούν, ως εμφαίνετε από τις ενυπόγραφες σφραγίδες που τέθηκαν στο σώμα τους από την τράπεζα με την σχετική ένδειξη, και σύμφωνα με την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, ήτοι στις 19/09/2013 και 09/10/
  3. Και βεβαίως, ως προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος 2, ήταν το πρόσωπο που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, με την υπογραφή του, για την Κατηγορούμενη 1, έχοντας προς τούτο την σχετική εξουσιοδότηση της, προς τον σκοπό εξόφλησης χρέους της προς την Παραπονούμενη βάσει της σύμβασης διευθέτησης, Τεκμήριο 3, τις οποίες και της παρέδωσε, μέσω του αντιπροσώπου της ΜΚ
  4. Το ζήτημα, συνεπώς, που, δεδομένου του κατηγορητηρίου που ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει, τίθεται για να αποφασιστεί, είναι κατά πόσο, ο Κατηγορούμενος 2, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, όταν υπόγραφε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, ότι αυτές, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα τιμούνταν κατά το χρόνο πληρωμής τους.
  5. Υπενθυμίζω, εδώ, ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ3, αλλά και όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, Τεκμήριο 17, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, στις 20/06/2013 (ημερομηνία έκδοσης των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7) και στις 21/06/2013, ήταν: €4.644 και €2.910,98 αντίστοιχα, πιστωτικό (πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000). Και περαιτέρω, ότι:
(1)στις 28/06/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €831,31, πιστωτικό (πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000);
(2)στις 31/07/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €2.499,32, χρεωστικό, πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000, ήτοι €2.500,68;
(3)στις 30/08/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €2.829,25, χρεωστικό, πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000, ήτοι €2.170,75;
(4)στις 30/09/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €2.215,41, χρεωστικό, πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000, ήτοι €3.784,59;
(5)στις 13/09/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €3.575,11, χρεωστικό, πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000, ήτοι €1.424,89; Και
(6)στις 02/10/2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Κατηγορουμένης 1, ήταν: €1.414,71, χρεωστικό, πλέον το διαθέσιμο τρεχούμενο των €5.000, ήτοι €3.585,
  1. Αυτά, άλλωστε, με πολύ πιο γενικό τρόπο σαφώς, αλλά αρκούντος υπό τις περιστάσεις, επιμαρτυρούνται και από τις ενυπόγραφες σφραγίδες, που, ως κατέθεσε η ΜΚ2, ετέθησαν από την τράπεζα, κατά την παρουσίαση των επιδίκων επιταγών, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, για να πληρωθούν από την πληρώτρια τράπεζα. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α[
(4)και
(8)] του Κεφ. 154, ως αυτό έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, η διαδικασία που αφορά στα στάδια της παρουσίασης μιας επιταγής για πληρωμή της και της επιστροφής της χωρίς ο σκοπός αυτός να επιτευχθεί για κάποιο από τους λόγους που προβλέπονται στα εδάφια
(1)και
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, επιμαρτυρείται από την σφραγίδα που εναποτίθεται σε αυτήν από το τραπεζικό ίδρυμα επί του οποίου εκδίδεται για πληρωμή, ή αναλόγως της περίπτωσης, από την σφραγίδα του τραπεζικού ιδρύματος που την παρουσίασε προς πληρωμή (αν η παρουσίασης για πληρωμή γίνει μέσω τράπεζας με ηλεκτρονικά μέσα), το περιεχόμενο της οποίας τεκμαίρεται ως αληθές (βλ. VBH (Cyprus) Ltd v Windoors UPVC Systems Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 204/2014, 28/11/2017, Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, 17/06/2016 και Βαρνάβας Καΐκη ν Kombos Investment Ltd κ. α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 835). 116. Η νομική ευθύνη συνεργού, στην προκείμενη περίπτωση που αφορά τον Κατηγορούμενο 2, διοικητικό σύμβουλο εταιρείας που υπογράφει για την έκδοση επιταγών της, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά πρόσφατα, στην υπόθεση Γρηγορίου Β.Ε. Λτδ ν Ορφανίδη Δημόσια Εταιρεία Λτδ. κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 274/2015, 25/01/2019, όπου με αναφορά και στην προγενέστερα εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/2018, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παρπαρίνου, αναφέρθηκαν [από την Πλειοψηφία] τα εξής: «Στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018 έγινε πλήρης ανάλυση της νομικής ευθύνης συνεργού, εν προκειμένω της υπογραφής επιταγής από Διευθυντή/Εκτελεστικό Πρόεδρο/Σύμβουλο εταιρείας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό μέρος: "Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17 τονίστηκε ότι, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος, όσο και η αδιαφορία ή η απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness) συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης. Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά και στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Prosecutor
(2003)2 LRC 658, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης έκρινε ότι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι εταιρείας έχουν καθήκον να ενεργούν έντιμα, και με εύλογη επιμέλεια. Στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. xxx Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/14, ημερ. 23.10.15, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή, εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου και ότι η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση. Κρίθηκε, στην υπόθεση εκείνη, ότι και οι δύο Εφεσείοντες, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν, θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε. Στις πολύ πρόσφατες αποφάσεις στις υποθέσεις METRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017 και Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18, επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Ιωαννίδης και Θεοχάρους (ανωτέρω). Στην υπόθεση Gilmartin (ανωτέρω), στην οποία ακολουθήθηκε η υπόθεση Reg. v. Charles
(1977)A.C. 177 (που ήταν ποινικές υποθέσεις), τονίστηκε ότι η έκδοση μιας επιταγής εξυπακούει, πρώτον, ότι ο εκδότης έχει λογαριασμό σε τράπεζα, δεύτερον, ότι έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή για το συγκεκριμένο ποσό και, τρίτον, ότι η επιταγή, όπως συμπληρώθηκε, συνιστά έγκυρη διαταγή (προς την τράπεζα) για την πληρωμή του ποσού της επιταγής. Το τελευταίο στοιχείο περιλαμβάνει, εξυπακουόμενα, και τη διαβεβαίωση ότι η οικονομική κατάσταση του εκδότη είναι τέτοια ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επιταγή θα τιμηθεί, κατά την ημερομηνία της παρουσίασης της (που είναι πληρωτέα)." . Η υπογραφή και έκδοση μιας επιταγής εταιρείας, με αδιαφορία (recklesness) εκ μέρους του Διοικητικού ή Εκτελεστικού Σύμβουλου-Διευθυντή που την υπογράφει και την εκδίδει, ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καταστεί πληρωτέα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπάρχουν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της, για την πληρωμή της (όπως ήταν η παρούσα περίπτωση), ικανοποιεί το απαραίτητο νοητικό στοιχείο (mens rea) του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Ο Διοικητικός Σύμβουλος-Διευθυντής, σε τέτοια περίπτωση, υπέχει ποινική ευθύνη, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ως ο «Εκδότης». (Βλ. Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18).».
  1. Όπως προκύπτει από την αποδεκτή και παραδεκτή μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος 2, όταν εξέδιδε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, για την Κατηγορούμενη 1, ως διοικητικός της σύμβουλος, ενήργησε υπό τις περιστάσεις, τουλάχιστον με αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καθίσταντο πληρωτέες -ή ενδεχομένως να καθίσταντο πληρωτέες, σύμφωνα και με την σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3-, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπήρχαν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, για την πληρωμή τους, και ως εκ τούτου, είναι και αυτός ένοχος για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του Άρθρου 305Α του Κεφ.
  2. Καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό, καθότι, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ3, -όπως έχει άλλωστε υποστηριχθεί και από τον ΜΚ1- οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7, κατά την 20/06/2013, ημερομηνία έκδοσης τους από την Κατηγορούμενη 1, και κατά τις 28/06/2013, 31/07/2013, 30/08/2013 και 30/09/2013, ημερομηνία που ήταν αντίστοιχα πληρωτέες, όπως και κατά τις 13/09/2013 και 02/10/2013, που αυτές, αναλόγως περίπτωσης, παρουσιάστηκαν στην πληρώτρια τράπεζα για να πληρωθούν, δεν μπορούσαν να πληρωθούν από τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 από τον οποίο εκδόθηκαν, επειδή δεν υπήρχε σε αυτόν, διαθέσιμο υπόλοιπο, που να αρκούσε για την πληρωμή έκαστης, και ο Κατηγορούμενος 2 το γνώριζε, ή σε κάθε περίπτωση, όφειλε να το γνωρίζει (βλ. Κουδουνα ν Κωστάππη, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2015, 11/09/2017). Με δεδομένο αυτό, όπως και το γεγονός, ότι, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήριο 4, 5, 6 και 7, εκδόθηκαν από την Κατηγορουμένη 1, στο γενικότερο πλαίσιο της σύμβασης διευθέτησης, Τεκμήριο 3, στις 20/06/2013, μόλις κάποιες ημέρες πριν από την ημερομηνία πληρωμής, τουλάχιστον της πρώτης χρονολογικά πληρωτέας επιταγής, ήτοι, της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 4, στις 28/06/2013, καταδεικνύει ότι, ο Κατηγορούμενος 2, ενήργησε υπό τις περιστάσεις, τουλάχιστον με αδιαφορία ή απερισκεψία ως προς το κατά πόσο αυτές θα τιμούνταν, κατά την ημερομηνία που θα καθίσταντο πληρωτέες, ως ανωτέρω.
  3. Σε κάθε περίπτωση, η εθελοτυφλία του Κατηγορούμενου 2, στα προαναφερόμενα γεγονότα, που του έδειχναν ότι η Κατηγορούμενη 1, δεν είχε την ευχέρεια να τιμήσει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 τις οποίες εξέδωσε για να πληρωθούν από τον λογαριασμό της, κατά την ημερομηνία που έδωσε εντολή πληρωμής τους, και δη χωρίς προβλήματα, [στην περίπτωση που με βάση την σύμβαση διευθέτησης, Τεκμήριο 3, καθίσταντο πληρωτέες] και δη, χωρίς ενδεχόμενο διάπραξης από την Κατηγορούμενη 1 του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, και πάλι αποδεικνύει την ενοχή του στον απαιτούμενο βαθμό (βλ. Hudfield ν Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414, Κάνιου ν Success Advertising Co. Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2016, 29/09/2016, Vrontis Builders Ltd v M & H Steel Constructions Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 296/2014, 15/04/2016 και Metron (Cyprus) Ltd v Κάνιου, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2015, 28/11/2017). Κατάληξης
  1. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, αποδέχομαι ότι η πλευρά της Παραπονούμενης, έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 αντίστοιχα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τους οποίους κρίνω, ως εκ τούτου, ένοχους, στις κατηγορίες στο κατηγορητήριο, που αντίστοιχα τους προσήχθησαν: - την Κατηγορούμενη 1, στις κατηγορίες με αρ. 1, 3, 5 και 7, και - τον Κατηγορούμενο 2, στις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 6 και
  2. Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Κεφ. 154, τροποποιήθηκε την 25/07/2008, από τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) Νόμο του 2008, Νόμος 70(Ι)/2008, δια του οποίου το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 ως είχε τότε, αντικαταστάθηκε από το προαναφερόμενο. [ii] Ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο που η Παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα (στην βάση των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος και της αρχής «nullum crimen Nulla poena sine lege», βλ. Ορέστης Βασιλείου ν Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015, 17/2015, 04/07/2017). [iii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργίου ν Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση θέμα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [v] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [vi] Βλ. επίσης, Γρηγορίου ν Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [vii] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) [viii] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ.
  1. [ix] Το Άρθρο 73 του Κεφ. 262 προνοεί: «
  2. Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.». [x] Το Άρθρο 3 του Κεφ. 262 προνοεί: «3.-
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληρεί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική.
(3)Εντολή πληρωμής από ειδικό ταμείο δεν είναι χωρίς όρους εντός της έννοιας του άρθρου αυτού~ αλλά εντολή πληρωμής χωρίς όρους με (α) ένδειξη ειδικού ταμείου από το οποίο ο αποδέκτης θα επανακτήσει το ποσό ή ειδικού λογαριασμού που θα χρεωθεί με το ποσό, ή (β) κατάσταση της συναλλαγής η οποία αποτελεί την αιτία της συναλλαγματικής, είναι χωρίς όρους.
(4)Συναλλαγματική δεν είναι άκυρη λόγω του ότι αυτή- (α) δεν είναι χρονολογημένη, (β) δεν καθορίζει την αξία που δόθηκε, ή ότι έχει δοθεί οποιαδήποτε αξία για αυτή, (γ) δεν ορίζει τον τόπο στον οποίο εκδόθηκε ή τον τόπο όπου είναι πληρωτέα.». [xi] Το Άρθρο 25 του Κεφ. 262 προνοεί: «
  1. Υπογραφή κατ' εξουσιοδότηση ισχύει ως ειδοποίηση ότι ο αντιπρόσωπος έχει μόνο περιορισμένη, εξουσία να υπογράφει και ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται από την υπογραφή αυτή μόνο αν ο αντιπρόσωπος που υπέγραψε με τον τρόπο αυτό ενέργησε εντός των πραγματικών ορίων της εξουσίας του.». [xii] Το Section 8 της Criminal Procedure Act 1865 προνοεί: «
  2. Comparison of a disputed Writing with any Writing proved to the Satisfaction of the Judge to be genuine shall be permitted to be made by Witnesses; and such Writings, and the Evidence of Writing of Witnesses respecting the same, may be submitted to the Court and Jury as Evidence of the Genuineness or otherwise of the Writing in dispute.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.