TAMBOUR LTD ν. D. ELLINAS HOLDINGS LTD κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 23750/2013, 7/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 23750/2013 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: TAMBOUR LTD Παραπονούμενη -εναντίον-
- D. ELLINAS HOLDINGS LTD
- ***** ΕΛΛΗΝΑ
- ***** ΕΛΛΗΝΑ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 07/06/2019 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: Ελένη Βραχίμη & Σια (Κατά την δίκη: κ. Λάρης Βραχίμης) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ......................) Για τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3: Χρήστος Πουργουρίδης & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Χρήστος Πουργουρίδης) (Κατά την εκφώνηση της απόφασης: ........................) Κατηγορούμενοι 2 και 3, Παρόντες ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο
- Στην υπόθεση αυτή, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, αντιμετωπίζουν, τελικώς, τις κατηγορίες υπ' αρ. 1, 2, 3, 4 και 5 στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης, που αφορούν το αδίκημα της «Χωρίς αιτία πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του Άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε υπό του Νόμου 70(Ι)/2008», αναφορικά με τις οποίες κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, δυνάμει του Άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155, προς προβολή της υπεράσπισης τους. Αυτές, αφορούν 5 επιταγές, που εκδόθηκαν επί της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (στο εξής καλούμενη «η Τράπεζα Κύπρου»), για το συνολικό ποσό των €286.247,25 (έκαστη για ποσό €57.279,45). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για τις προαναφερόμενες κατηγορίες στο κατηγορητήριο, -που, στη βάση τους, σε ότι αφορά το κάθε ένα εκ των πέντε προαναφερόμενων αδικημάτων, είναι ταυτόσημες, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς την ημερομηνία πληρωμής της κάθε επιταγής και τον αριθμό της επιταγής-: «Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 έχοντας εκδώσει την επιταγή υπ' αρ. . της Τράπεζας Κύπρου επ' ονόματι των κ. κ. Tambour Ltd για το ποσό των €57.279,45 ημερομηνίας . προκάλεσαν την μη εξόφληση της με αποτέλεσμα αυτή να μην εξοφληθεί την ημέρα που κατέστη πληρωτέα». Η προσκομισθείσα μαρτυρία
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Παραπονούμενης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν, οι ακόλουθοι δύο μάρτυρες: Ο ***** Γεωργίου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), και Ο ***** Kayzerman (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»).
- Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, που, ως προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες κατηγορίες, κλήθηκαν από το Δικαστήριο σε απολογία, προς υπεράσπιση τους, παρουσίασαν την ένορκη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2, ***** Έλληνα, καθώς επίσης και την μαρτυρία του ***** Γιαβρή (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»). Η νομική πτυχή
- Προτού όμως αναφερθώ στην προσκομισθείσα μαρτυρία, θα παραθέσω τα όσα από νομικής απόψεως είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα αυτής της υπόθεσης.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 305Α [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [[ii]]: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(4)(α) Σε περίπτωση παρουσίασης επιταγής, η οποία παρουσιάσθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει να παρέχει πληροφόρηση με ηλεκτρονικά μέσα στο πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, για τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και για την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (β) Κατά την παραλαβή της πληροφόρησης που αποστέλλεται δυνάμει της παραγράφου (α), το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει, στο πρωτότυπο της επιταγής, τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της επιταγής, όπως αυτός περιέχεται στην πιο πάνω πληροφόρηση, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή. (γ) Η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα ή και η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει παρουσιάσει την επιταγή, αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής και με την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής προς πληρωμή, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του δεν συνιστά, ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά, παραβίαση εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.
(5)Παράβαση των δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος, ο οποίος εξουσιοδότησε ή, εν γνώσει του, έχει επιτρέψει ή συνεργήσει στην παράβαση, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις
(3)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000,00) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6)Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη ή σε οποιοδήποτε νόμο.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «πιστωτικό ίδρυμα», σημαίνει- (α) τράπεζα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο, ή (β) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή (γ) οποιοδήποτε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό που έχει συσταθεί με βάση οποιοδήποτε νόμο και εκδίδει βιβλιάρια επιταγών σε πελάτες του.
(8)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η παρουσίαση επιταγής περιλαμβάνει, τόσο τη φυσική παρουσίαση επιταγής, όσο και την παρουσίαση επιταγής με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με διαδικασίες που εγκρίνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει των εξουσιών που της χορηγούνται από το άρθρο 74Α του περί Συναλλαγματικών Νόμου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 6. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, του προαναφερόμενου Άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154, αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Παραθέτω την σχετική περικοπή: «. τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που δημιουργούνται με βάση το άρθρο αυτό είναι:
(1)Η έκδοση της επιταγής.
(2)Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. . Εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που στοιχειοθετείται με το Άρθρο 305Α
(2)τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του Κατηγορουμένου (εκδότη) να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας, για την ανάκληση της επιταγής. Το βάρος απόδειξης από τον Κατηγορούμενο (εκδότη) είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305Α χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες παραμέτρους όπως φαίνεται να είναι η εισήγηση των Εφεσειόντων. ...». 7. Η ύπαρξη «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της πληρωμής μίας επιταγής, που θεσμοθετείται ως υπεράσπιση του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κάτω από το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 από το ίδιο το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154, έχει επίσης εξεταστεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη υπόθεση Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016. Αναφέρθηκαν, σχετικά με την υπεράσπιση αυτή, τα εξής: «Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος από τους Εφεσείοντες. Από κει και πέρα το βάρος μετετέθη επί των ώμων των Εφεσειόντων/Κατηγορουμένων να αποδείξουν στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 8. Περαιτέρω, στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως προς τα της προαναφερόμενης υπεράσπισης, επεξήγησε με την απόφαση του τα εξής: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 9. Βλ. επίσης, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, L.C.D. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/01/2015, Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, Σάββας Χ'Γιώρκης & Υιοί Λτδ ν Αρτοβιομηχανία Μ. Πατής Λτδ, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2014, 24/10/2016, Δαμιανου ν Καναρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/18, 31/10/2018, N.C. Diamonds Co. Ltd v Χρίστου Γεωργίου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Νίκος Ιωάννου ν Ναναιμο Λτδ κ. α.,
(2005)2 Α.Α.Δ.
- Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα: (α) η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης της, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι, κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης, «γραπτώς παρέθεσε» στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή, το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της, και (β) η εύλογη αιτία, «συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά», με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Συνεπώς, η ποινική ευθύνη του εκδότη μίας επιταγής, η πληρωμή της οποίας έχει ανακληθεί από τον ίδιο, καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2)του Άρθρου 305Α του Κεφ. 154, ως τούτο έχει προαναφερθεί. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας, ευρήματα για τα γεγονότα και τελικά συμπεράσματα
- Με αυτές τις πρόνοιες της νομοθεσίας και αρχές της νομολογίας κατά νουν, επανέρχομαι στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Τα παραδεκτά γεγονότα
- Κατ' αρχήν, πρέπει να αναφερθεί, ότι, κάποια από τα γεγονότα που κατά την έναρξη της δίκης, ήταν επίδικα, στην πορεία της διαδικασίας έγιναν παραδεκτά. Συγκεκριμένα, κατά την ακροαματική διαδικασία της 12ης/06/2018, στην βάση δήλωσης των συνηγόρων των διαδίκων, έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο ως γεγονότα παραδεκτά μεταξύ των εντολέων τους, τα ακόλουθα:
- Η Παραπονούμενη, σε κάθε ουσιώδη, σε σχέση με την υπόθεση αυτή, χρόνο, ήταν και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δέοντος εγγεγραμμένη στο κράτος του Ισραήλ.
- Ο Κατηγορούμενος 2, σε κάθε ουσιώδη, σε σχέση με την υπόθεση αυτή, χρόνο, ήταν και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι, διοικητικός σύμβουλος, αλλά και το μοναδικό μέλος (μέτοχος), της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας.
- Η Κατηγορούμενη 3, σε κάθε ουσιώδη, σε σχέση με την υπόθεση αυτή, χρόνο, ήταν και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι, γραμματέας της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας.
- Η Κατηγορούμενη 3, είναι το πρόσωπο που υπέγραψε, προς τον σκοπό έκδοσης τους από την Κατηγορουμένη 1, τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και
- Η Κατηγορούμενη 3, είναι το πρόσωπο που έδωσε, για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, όλες τις οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, και το πρόσωπο που υπέγραψε, για λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1, τα σχετικά έντυπα, για τις τρείς από τις τέσσερεις αυτές οδηγίες, Τεκμήρια 11, 12 και
- Τώρα, σε ότι αφορά τα γεγονότα που παρέμειναν επίδικα, οι διάδικοι, προσπάθησαν, έκαστος, να υποστηρίξουν την δική τους εκδοχή για τα γεγονότα, δια της ακόλουθης μαρτυρίας, την οποία θα προσπαθήσω σε γενικές γραμμές να αναφέρω, παραθέτοντας την με την σειρά που οι προαναφερόμενοι μάρτυρες κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ΜΚ1
- Ο ΜΚ1, είναι στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου.
- Ο ΜΚ1, για τα επίδικα γεγονότα, κατέθεσε τα εξής.
- Ο ΜΚ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο, ως έγγραφα που αποτελούν μέρος του τραπεζικού βιβλίου (αρχείου) της Τράπεζας Κύπρου, και κατέθεσε, κατόπιν αιτήματος από πλευράς Παραπονουμένης, αντίγραφα των επίδικων επιταγών, ήτοι τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4 και 5, στην βάση των οποίων αναγνώρισε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, τις οποίες επίσης κατέθεσε, μετά από αίτημα και πάλι από πλευράς της Παραπονουμένης.
- Οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου για να πληρωθούν, δεν τιμήθηκαν όμως, λόγω οδηγιών της Κατηγορουμένης
- Ο ΜΚ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε, αντίγραφα των εν λόγω οδηγιών της Κατηγορουμένης 1, ήτοι τα Τεκμήρια 11, 12, 13 και
- Με αναφορά στο σώμα των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 και τις ενυπόγραφες, τοποθετημένες επί αυτών, σφραγίδες της Τράπεζας Κύπρου, ο ΜΚ1, σε ότι αφορά κάθε μία από τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, κατέθεσε τα εξής:
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 6, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για να πληρωθεί, στις 03/04/
- Δεν τιμήθηκε όμως, λόγω ανάκλησης της εντολής της Τράπεζας Κύπρου για την πληρωμή της και επιστράφηκε στο δικαιούχο της, στις 04/04/
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 7, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για να πληρωθεί, στις 05/06/
- Δεν τιμήθηκε όμως, λόγω ανάκλησης της εντολής της Τράπεζας Κύπρου για την πληρωμή της και επιστράφηκε στο δικαιούχο της, στις 06/06/
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 8, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για να πληρωθεί, στις 21/05/
- Δεν τιμήθηκε όμως, λόγω ανάκλησης της εντολής της Τράπεζας Κύπρου για την πληρωμή της και επιστράφηκε στο δικαιούχο της, στις 22/05/
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 9, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για να πληρωθεί, στις 28/06/
- Δεν τιμήθηκε όμως, λόγω ανάκλησης της εντολής της Τράπεζας Κύπρου για την πληρωμή της και επιστράφηκε στο δικαιούχο της, στις 01/07/
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 10, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για να πληρωθεί, στις 26/07/
- Δεν τιμήθηκε όμως, λόγω ανάκλησης της εντολής της Τράπεζας Κύπρου για την πληρωμή της και επιστράφηκε στο δικαιούχο της, στις 29/07/
- Ο ΜΚ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο και καταστάσεις του λογαριασμού (παρατραβήματος, με όριο €10.000) της Κατηγορουμένης 1 στην Τράπεζα Κύπρου, από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, ήτοι τα Τεκμήρια 15, 16, 17, 18, 19 και 20 και κατέθεσε ότι, σύμφωνα με την εικόνα που αυτός παρουσιάζει, κατά την ημερομηνία, που, ως προαναφέρθηκε, έκαστη των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6 και 7 παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου για να πληρωθούν, δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια σε αυτόν για να τιμηθούν. Η μαρτυρία του ΜΚ2
- Ο ΜΚ2, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν διευθυντής εξαγωγών στην Παραπονούμενη στο Ισραήλ, η οποία, Παραπονούμενη, είναι εταιρεία, από τις μεγαλύτερες στην χώρα της, που επιχειρεί στον τομέα της εμπορίας μπογιών και βιομηχανικών υλικών, με σημεία πώλησης ανά το παγκόσμιο.
- Ο ΜΚ2, για τα επίδικα γεγονότα, κατέθεσε τα εξής.
- Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, είχαν εμπορικές συναλλαγές.
- Η γνωριμία της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης 1, έγινε μέσω του ΜΚ1 και του Κατηγορουμένου 2, περί τις αρχές του έτους 2012, στο Ισραήλ, στο γραφείο του πρώτου, όπου συζητήθηκε, για πρώτη φορά, η συνεργασία τους εμπορικά. Παρόντες, στην εν λόγω συνάντηση, ήταν και άλλα διευθυντικά στελέχη της Παραπονούμενης, ενώ, συνοδεία του Κατηγορούμενου 2, ήταν ο ***** Γεμεττάς, ο οικονομικός διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας.
- Οι εμπορικές συναλλαγές Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, που αφορούσαν την αγορά γυψοσανίδων, ξεκίνησε αρχές του έτους 2012 και συνεχίστηκαν καθ' όλη την διάρκεια του εν λόγω έτους.
- Περί τα τέλη του έτους 2012, υποβλήθηκε από την Κατηγορούμενη 1, η παραγγελία (βλ. και Τεκμήρια 22 και 23), σε σχέση με την οποία, και προς εξόφληση του τιμολογίου που η Παραππονούμενη της εξέδωσε σχετικά για ποσό €331.629 (βλ. Τεκμήριο 21), εκδόθηκαν οι επιταγές αντικείμενο του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 (βλ. και Τεκμήριο 24). Οι πέντε επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, αξίας €57.279,45 έκαστη (ήτοι, συνολικής αξίας, €286.397,25), παραλήφθηκαν από τον XXXXX Spornes (βλ. Τεκμήριο 24), αντιπρόσωπο της Παραπονούμενης στην Κύπρο και εστάλησαν στον ΜΚ2 στο Ισραήλ μέσω τρίτου, ο οποίος ΜΚ2 τελικά τις παρέδωσε στον διευθυντή του λογιστηρίου της Παραπονούμενης. Κατόπιν τούτου, η Παραπονούμενη απέστειλε τα εμπορεύματα στην Κατηγορούμενη 1 στην Κύπρο, δια θαλάσσης, f.o.b. (free on board / ελεύθερα επί του πλοίου) Χάιφα, Ισραήλ. Δηλαδή, ο κίνδυνος της Παραπονούμενης, σε ότι αφορούσε τα εμπορεύματα, μεταβιβαζόταν με την φόρτωση τους στο πλοίο. Μεταξύ των μερών, της προαναφερόμενης παραγγελίας, είχαν προηγηθεί συζητήσεις, που, μεταξύ άλλων, αφορούσαν τα προϊόντα της Παραπονούμενης και την μελλοντική τους συνεργασία.
- Κατ' αντίθεση όλων των προηγούμενων αποστολών εμπορευμάτων από την Παραπονούμενη στην Κατηγορούμενη 1, σε ότι αφορούσε την τελευταία αυτή συναλλαγή τους, η φόρτωσης των εμπορευμάτων, έγινε, από την Παραπονούμενη, σε πλοίο που μίσθωσε η Κατηγορούμενη 1, στο εσωτερικό του (στο κύτος / αμπάρι), πάνω σε παλέτες (pallets). Όλες οι προηγούμενες φορτώσεις αποστολών εμπορευμάτων, επίσης δια θαλάσσης, έγιναν σε εμπορευματοκιβώτια (κοντέινερς), επί του καταστρώματος πλοίου.
- Τα εμπορεύματα (1.215 παλέττα γυψοσανίδων), παραλήφθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 στην Κύπρο, περί τα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου του έτους
- Τότε, η Κατηγορούμενη 1 (κάποιες ημέρες μετά), είχε, δια του ***** Γεμεττά, αναφέρει ότι, μέρος του εμπορεύματος που της είχε αποσταλεί, είχε υποστεί ζημιά (ήτοι, πέραν των 2.000 γυψοσανίδων, από το σύνολο των 60.820 που παραδόθηκαν), συνολικής περίπου αξίας, €14.000 (βλ. Τεκμήριο 26). Η Κατηγορούμενη 1, πρόβαλε ως αίτιο για την ζημιά, τα παλέτα δια των οποίων μεταφέρθηκαν, φορτώθηκαν και εκφορτώθηκαν τα εμπορεύματα. Η αναφορά της Κατηγορουμένης 1, αφορούσε ζημιά (σύμφωνα με την έκθεση του καπετάνιου του πλοίου) κατά την φόρτωση των εμπορευμάτων στο πλοίο στο Ισραήλ, 800 γυψοσανίδων και κατά την εκφόρτωση τους στην Κύπρο, 1.200 γυψοσανίδων. Σύμφωνα με τους όρους για την μεταφορά των εμπορευμάτων που Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1 είχαν συμφωνήσει, που ήταν, ως προαναφέρθηκε f.o.b. (free on board / ελεύθερα επί του πλοίου), η Παραπονούμενη ήταν υπόλογος, μόνον για την ζημιά που προκλήθηκε κατά την φόρτωση του εμπορεύματος στο Ισραήλ, ήτοι, σε ότι αφορούσε τις 800 γυψοσανίδες, αξίας, περίπου, €
- Σε κάθε περίπτωση, οι γυψοσανίδες που είχαν υποστεί ζημιά, όπως και η Κατηγορούμενη 1 ανέφερε στο προαναφερόμενο μήνυμα της, Τεκμήριο 26, δεν είχαν χάσει εντελώς την αξία τους.
- Τελικά, η Κατηγορούμενη 1, εκτίμησε ότι, η ζημιά στο εμπόρευμα που της παραδόθηκε, ήταν αξίας €19.790, την οποία κοινοποίησε στην Παραπονούμενη, περί τον μήνα Μάρτιο του έτους 2013 (βλ. Τεκμήριο 34, ημερομηνίας 21/03/2013). Η Παραπονούμενη, παρά το γεγονός ότι δεν όφειλε να αποζημιώσει την Κατηγορούμενη 1 με ολόκληρο το ποσό της αναφερόμενης ζημιάς, αποδέχθηκε να επωμιστεί και μέρος της ζημιάς που δεν της αναλογούσε. Συνολικά, η Παραπονούμενη, ανέλαβε ευθύνη για την ζημιά στο εμπόρευμα, αξίας €10.
- Από τα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2012 που τα εμπορεύματα παραδόθηκαν στην Κατηγορούμενη 1, μέχρι και τα τέλη περίπου του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2013, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1 είχαν συνεχή επικοινωνία, αναφορικά με τις πωλήσεις, εμπορευσιμότητα και προώθηση των εμπορευμάτων από την Κατηγορούμενη 1 στην Κύπρο (βλ. Τεκμήρια 27, 28, 29, 30, 31, 32 και 33), από τις οποίες διαφαινόταν ικανοποίηση της Παραπονουμένης από αυτά. Μάλιστα, λόγω της προώθησης των εμπορευμάτων της Παραπονούμενης από την Κατηγορούμενη 1 στην Κυπριακή αγορά, η Παραπονούμενη συμφώνησε να εκπτώσει το τιμολόγιο της Κατηγορουμένης 1 (δια επιστροφής, εφόσον αυτό εξοφλείτο), κατά 15%.
- Η πληρωμή των επίδικων επιταγών Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, είχε, βάσει της συμφωνίας Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, μεταχρονολογηθεί. Είχε συμφωνηθεί, η παράδοσης από την Παραπονούμενη στην Κατηγορούμενη 1 των εμπορευμάτων περί τα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2012 και η σταδιακή εξόφλησης του τιμήματος πώλησης τους από την Κατηγορούμενη 1 με τις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, αρχής γενομένης της 28ης/02/2013 δια της επίδικης επιταγής Τεκμήριο
- Παρά ταύτα, η Παραπονούμενη, στις 28/02/2013, δεν παρουσίασε την εν λόγω επιταγή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για να πληρωθεί (παρά μόνο το έπραξε στις 04/04/2013), μετά από παράκληση του Κατηγορούμενου 2 προς τον ΜΚ2, που έγινε αποδεκτή από την Παραπονούμενη.
- Σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 6, που, ως προαναφέρθηκε, ήταν η πρώτη, που χρονολογικά ήταν πληρωτέα, αλληλογραφία που ο ΜΚ2 είχε με τον Κατηγορούμενο 2, μέσω μνημάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δείχνει ότι, στις 02/04/2013, ο λόγος, επίκλησης του οποίου έγινε από την Κατηγορούμενη 1 ώστε αυτή να μην πληρωθεί, ήταν, τα τότε προβλήματα στο χρηματοοικονομικό σύστημα της Κύπρου και οι περιορισμοί που γενικά ετέθησαν από το κράτος ως αποτέλεσμα, συνέπεια των οποίων ήταν ο επηρεασμός της ρευστότητας της Κατηγορουμένης
- Παρά ταύτα, η Κατηγορούμενη 1, ευελπιστούσε, η καθυστέρηση στην πληρωμή της Παραπονούμενης, της πρώτης δόσης των €57.279, θα ήταν ζήτημα κάποιων ημερών (βλ. Τεκμήριο 35). Ακολούθησαν και άλλα μνήματα, που εστάλησαν στην Παραπονουμενη από πλευράς της Κατηγορουμένης 1, στο ίδιο πνεύμα, με τα οποία, ουσιαστικά, η Κατηγορούμενη 1, ζητούσε από την Παραπονούμενη, να δείξει, λόγω της προαναφερόμενης κατάστασης, κατανόηση, αναφερόμενη πάντοτε στην θέληση της να προβεί σε πληρωμή του οφειλόμενου ποσού, η οποία όμως περιοριζόταν από τα μέτρα που ελήφθησαν στην Δημοκρατία, που επηρέασαν την ρευστότητα της (βλ. Τεκμήρια 36, 37, 38). Δια του Τεκμηρίου 37, η Παραπονούμενη, είχε επιπρόσθετα ενημερωθεί, από την Κατηγορούμενη 1 και για μία πληρωμή που της είχε κάνει, ως είχε υποσχεθεί σε αυτήν στις 02/04/2013 με το Τεκμήριο 35, δια εμβάσματος μετρητών στον λογαριασμό της. Συγκεκριμένα, η πληρωμή που έλαβε χώρα στις 22/04/2013, αφορούσε ποσό €10.
- Πληρωμή στην Παραπονούμενη από την Κατηγορούμενη 1, και πάλι ποσού €10.000, έγινε και στις 26/04/2013, με τον ίδιο και πάλι τρόπο (βλ. Τεκμήριο 38). Πληρωμή από την Κατηγορούμενη 1, στην Παραπονούμενη, έγινε και την 01/05/2013 και αφορούσε ποσό €4.
- Πέραν του προβλήματος πληρωμής της Παραπονούμενης από την Κατηγορούμενη 1, η Κατηγορουμένη 1 παρουσιαζόταν ευχαριστημένη από τα προϊόντα της Παραπονούμενης και την εμπορευσιμότητα τους στην κυπριακή αγορά, γεγονός μάλιστα που την ώθησε, να ζητήσει από την Παραπονούμενη, περί τα μέσα του μηνός Μάϊου του έτους 2013, να της προσφέρει προϊόντα (δηλαδή, να της δώσει τιμές), για να υποβάλει και άλλη παραγγελία κατά τους επόμενους μήνες. Είχε προηγηθεί και συνάντηση, στην οποία, μεταξύ άλλων, μετείχαν, τόσο ο ΜΚ2, όσο και ο Κατηγορούμενος 2, κατά την οποία συζητήθηκαν, η νέα αυτή προσφορά προϊόντων από την Παραπονούμενη στην Κατηγορούμενη 1 (ήτοι, ποσότητα και τιμή προϊόντος, χρονοδιάγραμμα παράδοσης και πληρωμής), η κρίση στην οικονομία της Κύπρου και η αγορά του προϊόντος της γυψοσανίδας στην Κύπρο. Εξ αρχής, θέση της Παραπονουμένης, ήταν ότι, η προαναφερόμενη οφειλή της Κατηγορουμένης 1, θα έπρεπε, πριν από οτιδήποτε άλλο, να εξοφληθεί. Βλ. και Τεκμήριο
- Ενώ, οι τιμές, που η Παραπονούμενη μπορούσε να προσφέρει στην Κατηγορούμενη 1 τα προϊόντα της, λόγω αύξησης του βιομηχανικού τους κόστους, έπρεπε να αυξηθούν.
- Εκτός από την πληρωμή, από την Κατηγορούμενη 1 προς την Παραπονούμενη, ως προαναφέρθηκε, συνολικά, ποσού €24.922, η Κατηγορούμενη 1 δεν πλήρωσε στην Παραπονούμενη, έναντι της οφειλής της, το οποιοδήποτε άλλο ποσό. Οι δε επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, δεν τιμήθηκαν. Και αυτό, παρά το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, είχε αλλεπάλληλα, κατά την περίοδο περί τα τέλη του μηνός Μάϊου, αρχές του μηνός Ιουνίου, του έτους 2013, αναφερθεί στις διεργασίες της Κατηγορουμένης 1, που σκοπό είχαν την εξόφληση της οφειλής της προς την Παραπονούμενη.
- Ο Κατηγορούμενος 2, είχε ενημερώσει τον ΜΚ2, στις 30/05/2013, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι η πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, είχε ανακληθεί και ότι θα τον ενημέρωνε για τις εξελίξεις σχετικά με τα δρώμενα στο χρηματοπιστωτικό τομέα που επηρέαζαν και την Κατηγορούμενη 1, αργότερα, αρχές του μηνός Ιουνίου του έτους
- Ζητούσε δε να πληροφορηθεί και για το υπόλοιπο οφειλόμενο του χρέους της Κατηγορουμένης 1, για να είναι στα υπόψιν του για τον προγραμματισμό και τις διεργασίες του με την τράπεζα της Κατηγορουμένης 1 (βλ. Τεκμήριο 40).
- Περί τις αρχές του μηνός Ιουνίου του έτους 2013, ο Κατηγορούμενος 2, και πάλι με μήνυμα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αναφέρει στον ΜΚ2 ότι, διαβήματα της Κατηγορούμενης 1 με την τράπεζα της, έδειχναν ότι υπήρχε πιθανότητα να καθίστατο δυνατή η εξόφλησης του χρέους της προς την Παραπονούμενη, δια μιας και μόνον πληρωμής (και ανεξαρτήτως δόσεων) (βλ. Τεκμήριο 41). Με το ίδιο μήνυμα, ο Κατηγορούμενος 2, ανέφερε ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, η Κατηγορουμένη 1 θα χρειαζόταν εμπορεύματα περί τον μήνα Ιούλιο του έτους 2013 και εξέφραζε την επιθυμία της Κατηγορουμένης 1, για συνέχιση της συνεργασίας της με την Παραπονούμενη, αναφερόμενος στις προσπάθειες και επένδυση της Κατηγορουμένης 1 προς αυτή την κατεύθυνση. Ζητούσε δε, επιβεβαίωση, κατά πόσο, τα όσα είχαν σχετικά συζητηθεί σε συνάντηση που είχαν στα γραφεία της Παραπονούμενης στο Ισραήλ, εξακολουθούσαν να ισχύουν. Εξέφραζε τελικώς, την απαρέσκεια της Κατηγορουμένης 1, για το γεγονός ότι, οι τιμές, που η Παραπονούμενη της προσέφερε πλέον τα προϊόντα της, ήταν υψηλές και παρουσίαζαν αύξηση, σε σχέση με προηγούμενες προσφορές της, κατά 35% και ζητούσε την αναθεώρηση τους.
- Κάποιες ημέρες μετά, ο Κατηγορούμενος 2, με νέο μήνυμα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, -αφού πρώτα αναφέρεται στο έμβασμα, που με το μήνυμα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Τεκμήριο 41, ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 πιθανόν να πραγματοποιούσε, για να υποστηρίξει ότι ήταν πλέον υπό την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου η εκτέλεσης του-, πληροφορεί ότι, η Κατηγορούμενη 1, λόγω των εξαιρετικά υψηλών τιμών που η Παραπονούμενη της προσέφερε τα προϊόντα της, δεν θα προχωρήσει σε παραγγελία τους και ενημέρωσε ότι η Κατηγορούμενη 1 θα επεδίωκε πλέον την αγορά τους από άλλους προμηθευτές. Αναφέρεται περαιτέρω, στην πεποίθηση του, περί του ότι, οι εξαιρετικά υψηλές τιμές που η Παραπονούμενη έδωσε για την πώληση των εμπορευμάτων της στην Κατηγορουμένη 1, αποσκοπούσαν ακριβώς στην μη συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας, κατ' αντίθεση της θέλησης που η Κατηγορούμενη 1 επέδειξε προς αυτή την κατεύθυνση, δίδοντας και κάποιες πιθανές για τούτο εξηγήσεις. Κλείνει δε, με την διαβεβαίωση της Κατηγορούμενης 1, ότι, η Παραπονούμενη, θα πληρωθεί από αυτήν, ότι της οφείλεται. Βλ. Τεκμήριο
- Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2
- Ο Κατηγορούμενος 2, είναι ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος και μέτοχος της Κατηγορουμένης
- Καταθέτοντας στο Δικαστήριο, ο Κατηγορούμενος 2, υποστήριξε τα εξής (βλ. την γραπτή δήλωση του Έγγραφο Α).
- Η Κατηγορούμενη 3, που είναι η γραμματέας της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας, είναι αδελφή του.
- Η γνωριμία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, προέκυψε λόγω διαβημάτων και μετά από έρευνα της Κατηγορουμένης 1, επειδή επιθυμούσε να διερευνήσει την προοπτική συνεργασίας τους. Αντιπρόσωποι τους, συναντήθηκαν για πρώτη φορά, περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2011, στις εγκαταστάσεις και μονάδα παραγωγής της Παραπονουμένης στο Ισραήλ.
- Η πρώτη εντύπωσης της Κατηγορουμένης 1, ήταν θετική και για τον λόγο αυτό, ζητήθηκε από την Παραπονούμενη, η προσφορά (τιμές) των προϊόντων της, για εξαγωγή στην Κύπρο (βλ. Τεκμήριο 46). Η Κατηγορούμενη 1, αν και οι τιμές που η Παραπονούμενη της προσέφερε τα προϊόντα της, αρχικά, ήταν απαγορευτικές για τον στόχο της να διεισδύσει στην κυπριακή αγορά με ένα νέο προϊόν γυψοσανίδας, το ενδιαφέρον της για το προϊόν της Παραπονουμένης, την ώθησε να συνεχίσει την διερεύνηση τρόπων εισαγωγής του στην Κύπρο με το λιγότερο κόστος (ναύλωσης πλοίου και υποβολή παραγγελίας για μεγάλη ποσότητα), θέτοντας προς την Παραπονούμενη τους προβληματισμούς της σχετικά με το ζήτημα των τιμών των προϊόντων της και το σύνολο του κόστους της Κατηγορουμένης 1 για εισαγωγή τους στην Κύπρο (βλ. Τεκμήριο 47).
- Οι εν λόγω διεργασίες της Κατηγορουμένης 1 και οι σχετικές με αυτές συζητήσεις της με την Παραπονούμενη, συνεχίστηκαν μέχρι και τα τέλη, περίπου, του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2010, που η Κατηγορούμενη 1 κατέληξε ότι ήταν εφικτή η έναρξη συνεργασίας της με την Παραπονούμενη, νοουμένου ότι, κάποιες προϋποθέσεις που έθεσε, που αφορούσαν τις τιμές που θα αγόραζε τα προϊόντα της Παραπονούμενης, στον τρόπο πληρωμή τους και το κατά πόσο θα ήταν η αποκλειστική αντιπρόσωπος πώλησης τους στην Κύπρο, πληρούντο. Προσχέδιο σύμβασης, αναφορικά με το ζήτημα της αποκλειστικής αντιπροσώπευσης της Παραπονουμένης στην Κύπρο, από την Κατηγορούμενη 1, προς τον σκοπό πώλησης των εμπορευμάτων της, εστάλη από την Παραπονούμενη στην Κατηγορούμενη 1, στις 22/10/2012 (βλ. Τεκμήριο 49).
- Στο μεταξύ, η Κατηγορούμενη 1, είχε ζητήσει από την Παραπονούμενη, τις πιστοποιήσεις CE για τα προϊόντα της, των οποίων την αγορά και εισαγωγή τους στην Κύπρο, ενδιαφερόταν. Για να λάβει από την Παραπονούμενη, στις 17/04/2012, την διαβεβαίωση ότι, όλα τα προϊόντα της, γυψοσανίδας, είχαν την πιστοποίηση CE, με εξαίρεση αυτές εξωτερικού χώρου, που, αν και πληρούσαν όλες τις προδιαγραφές, βρίσκονταν ακόμη στην διαδικασία εξασφάλισης των πιστοποιήσεων CE, με αναμενόμενο χρόνο ολοκλήρωσης της, πέντε εβδομάδες από τότε (βλ. Τεκμήριο 48). Εντούτοις, μέχρι και τις 25/09/2012, η Κατηγορούμενη 1, δεν είχε λάβει από την Παραπονούμενη, την πιστοποίηση CE για τις γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου, με αποτέλεσμα να ζητήσει αυτήν από την Παραπονούμενη επειγόντος, καθότι, ζητείτο και από την ίδια από πελάτες της, στους οποίους είχε προμηθεύσει το προϊόν για κατασκευές (βλ. Τεκμήριο 53).
- Αρχές του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2012 (06/11/2012), διευθετήθηκε συνάντηση στα γραφεία της Παραπονούμενης στο Ισραήλ, για να συζητηθεί το ζήτημα της αποκλειστικής αντιπροσώπευσης της Παραπονουμένης στην Κύπρο, από την Κατηγορούμενη 1, προς τον σκοπό πώλησης των εμπορευμάτων της, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να αναφερθεί στην Κατηγορούμενη 1 από την Παραπονούμενη ότι, θα της έδιδε αποκλειστική αντιπροσώπευση για σκοπούς πώλησης των προϊόντων της, αν αγόραζε από αυτήν εμπορεύματα συνολικής αξίας πέραν των €500.000 κατ' έτος (βλ. Τεκμήριο 51).
- Στην εν λόγω συνάντηση, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, συμφώνησαν στο θέμα των τιμών που η Παραπονούμενη θα προσέφερε στην Κατηγορούμενη 1 προς πώληση τα προϊόντα της (που, δεδομένου και του κόστους εισαγωγής τους στην Κύπρο, ήταν συμφέρουσες προς την Κατηγορούμενη 1, καθότι θα μπορούσε να διαθέσει αυτά προς πώληση στην κυπριακή αγορά σε τιμές ανταγωνιστικές), καθώς επίσης και στον τρόπο εξόφλησης της Παραπονούμενης από την Κατηγορούμενη 1 των αγορών της τελευταίας. Εν προκειμένω, συμφωνήθηκε ότι, η Κατηγορούμενη 1, θα πλήρωνε την Παραπονούμενη με επιταγές, οι οποίες θα μεταχρονολογούνταν, έτσι ώστε, η εξόφληση του χρέους της Κατηγορουμένης 1 να γινόταν με δόσεις, της πρώτης πληρωτέας, 90 ημέρες μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων, και κάθε επόμενης, μέχρι εξόφλησης, τριάντα ημέρες μετά. Με τον τρόπο αυτό, η Κατηγορούμενη 1 θα είχε χρόνο να πωλήσει προϊόντα για να υποστηριχθεί η εξόφλησης του τιμήματος του. Για το ζήτημα της συσκευασίας των προϊόντων [για την μεταφορά τους], η Κατηγορούμενη 1 ήταν ήδη σύμφωνη με το τι τους είχε παρουσιαστεί προγενέστερα από πλευράς Παραπονουμένης, κατά την ξενάγηση των αντιπροσώπων της (και του Κατηγορουμένου 2), κατά την επίσκεψη τους στο εργοστάσιο της, μέσα από την γραμμή παραγωγής των προϊόντων.
- Στην ίδια συνάντηση, η Κατηγορούμενη 1, παρουσίασε στην Παραπονούμενη και το πλάνο που κατάρτισε με σκοπό την προώθηση των εμπορευμάτων της Παραπονουμένης στην κυπριακή αγορά (βλ. Τεκμήριο 52), αποτέλεσμα της οποίας ήταν, υπόσχεσης της Παραπονούμενης προς την Κατηγορούμενη 1, δια του ΜΚ2, ότι, για κάθε αγορά της [εμπορευμάτων] από την Παραπονούμενη, θα είχε, από την τελευταία, προς τον σκοπό κάλυψης σχετικών της εξόδων, επιστροφή από την αξία της τιμολόγησης της, του 5%.
- Των προαναφερμένων, ακολούθησε παραγγελία της Κατηγορουμένης 1 (η 5η παραγγελία, βλ. πιο κάτω), για αγορά εμπορευμάτων της Παραπονουμένης. Είχε συμφωνηθεί ότι, η φόρτωσης των εμπορευμάτων αυτών, για μεταφορά τους στην Κύπρο, θα γινόταν στις 05/12/
- Ως εκ τούτου, η Παραπονούμενη εξέδωσε στην Κατηγορούμενη 1 προτιμολόγιο (proforma invoice) και η Κατηγορούμενη 1 προς τον σκοπό εξόφλησης του, τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, οι οποίες, ήταν, ως είχε συμφωνηθεί, μεταχρονολογημένες. Πέραν του εν λόγω ποσού, η Κατηγορούμενη 1, επωμίστηκε και όλα τα έξοδα μεταφοράς και εκτελώνισης των εμπορευμάτων, καθώς επίσης φορολογήθηκε για αυτά από την Δημοκρατία. Δαπάνες, που συνολικά ανήλθαν, στις €140.000 (βλ. Τεκμήριο 50).
- Προηγήθηκαν (στην περίοδο μεταξύ του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2011 και της προαναφερόμενης συνάντησης των μερών του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2012), της προαναφερόμενης αγοράς της Κατηγορουμένης 1, και άλλες αγορές της από την Παραπονούμενη, γυψοσανίδας εξωτερικού χώρου, τέσσερεις στο σύνολο, προς τον σκοπό ελέγχου της εμπορευσιμότητας του εν λόγω προϊόντος, μετά από διάθεση του στην Κυπριακή αγορά, και οι οποίες [γυψοσανίδες] είχαν μεταφερθεί στην Κύπρο δια θαλάσσης, μέσα σε εμπορευματοκιβώτια.
- Μετά την εισαγωγή στην Δημοκρατία των εμπορευμάτων (γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου) που η Κατηγορούμενη 1 αγόρασε από την Παραπονούμενη, βάσει της τρίτης παραγγελίας της προς αυτήν (ως ανωτέρω) (η εκτελώνισης των οποίων έγινε 30/11/2012), η Κατηγορούμενη 1, στις 03/12/2012 κλήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών της Δημοκρατίας, δια επιστολής, για να παρουσιάσει στο αρμόδιο τμήμα του, μέχρι και τις 06/12/2012, την δήλωση συμμόρφωσης και την πιστοποίηση CE για τα εν λόγω εμπορεύματα. Όπως, δια της εν λόγω επιστολής, η Κατηγορουμένη 1, ειδοποιείτο και για το ότι, παράλειψη της να συμμορφωθεί άμεσα με την απαίτηση αυτή, σήμαινε απαγόρευση της να διαθέτει (και υποχρέωση να αποσύρει) τα εν λόγω εμπορεύματα προς πώληση στην κυπριακή αγορά. Ακολούθησαν διαβήματα και επικοινωνία της Κατηγορουμένης 1, τόσο με την Παραπονούμενη, όσο και με το Υπουργείο Εσωτερικών, αποτέλεσμα των οποίων, ήταν: (α) η διαβεβαίωσης της Παραπονούμενης, ότι αυτά θα της αποστέλλονταν (πλήρως διορθωμένη η πιστοποίησης CE για τις γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου) και (β) η διαβεβαίωσης της ιδίας, προς το Υπουργείο Εσωτερικών (στις 04/12/2012), ότι δεν θα διέθετε τα προϊόντα στην αγορά και ότι πελάτες της που τα είχαν αγοράσει, είχαν ειδοποιηθεί να σταματήσουν την χρησιμοποίηση τους μέχρις ότου εξασφαλιζόταν η δήλωση συμμόρφωσης (βλ. Τεκμήριο 54).
- Λόγω του ότι, η τελευταία παραγγελία (5η παραγγελία) της Κατηγορουμένης 1, είχε ήδη υποβληθεί προς την Παραπονούμενη και είχε ήδη γίνει και η πληρωμή των εμπορευμάτων από την Κατηγορουμένη 1 με τις μεταχρονολογημένες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 από 26/11/2012, αλλά και του γεγονότος ότι, η Παραπονούμενη είχε ήδη ετοιμαστεί για εκτέλεση της εν λόγω παραγγελίας και η φόρτωσης των εμπορευμάτων για μεταφορά τους στην Κατηγορούμενη 1 στην Κύπρο ήταν συμφωνημένη για τις 05/12/2012, πάρα το προαναφερόμενο θέμα που προέκυψε με το Υπουργείο Εσωτερικών, ήταν πολύ αργά πλέον για την Κατηγορουμένη 1 να την ακυρώσει.
- Η παραγγελία της Κατηγορουμένης 1, εκτελέστηκε τελικά, αν και καθυστερημένα, λόγω καιρικών συνθηκών, με την φόρτωση στο Ισραήλ των εμπορευμάτων στο πλοίο, στις 18/12/
- Με την ολοκλήρωση της φόρτωσης των εμπορευμάτων στο πλοίο, ο καπετάνιος του πλοίου ανέφερε στην Κατηγορούμενη 1 ότι αυτά υπέστησαν ζημιές. Οι ζημιές στα εμπορεύματα, διαπιστώθηκαν (αν και όχι σε ολόκληρη την έκταση τους, λόγω της περιτύλιξης τους σε νάιλον συσκευασία) και από την ίδια την Κατηγορουμένη 1, κατά την εκφόρτωση τους από το πλοίο στην Κύπρο, στις 20/12/2012 και 21/12/2012, παρουσία αντιπροσώπου και της Παραπονουμένης (βλ. Τεκμήριο 56). Όπως παρατηρήθηκε, η συσκευασία των εμπορευμάτων από την Παραπονουμένη για σκοπούς μεταφοράς τους, δεν ήταν αυτή που είχε παρουσιαστεί στην Κατηγορούμενη
- Ιδιαιτέρως, οι γυψοσανίδες, αντί να τοποθετηθούν σε ξύλινες παλέτες, είχαν τοποθετηθεί σε τάκους, με αποτέλεσμα να μην χαίρουν προστασίας όταν μετακινούνταν κατά την φόρτωση ή εκφόρτωση τους και να παθαίνουν, ως εκ τούτου, ζημιά (βλ. Τεκμήρια 60, 61 και 62). Καμία άλλη εταιρεία, από την οποία εμπορεύεται γυψοσανίδες η Κατηγορούμενη 1, δεν τις συσκευάζει για σκοπούς μεταφοράς με τέτοιο τρόπο. Προφανώς, η Παραπονούμενη, προσπάθησε με αυτό τον τρόπο συσκευασίας για μεταφορά των εμπορευμάτων, να μειώσει το κόστος της για περισσότερο κέρδος.
- Στο τελευταίο αυτό φορτίο εμπορευμάτων, περιλαμβάνονταν γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου αξίας €130.824, που παραλήφθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 στις 20/12/2012, συνοδευόμενα από την πιστοποίηση τους, CE. Στην ίδια ημερομηνία, η Κατηγορούμενη 1, παρέλαβε από το Υπουργείο Εσωτερικών, επιστολή με την οποία πληροφορείτο ότι, οι εν λόγω γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου, δεν πληρούσαν τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Ακολούθησε η αποστολή προς το Υπουργείο Εσωτερικών από την Κατηγορούμενη 1, της πιστοποίησης CE για τις εν λόγω γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου, που είχε παραληφθεί από την Παραπονούμενη με τα εμπορεύματα.
- Στις 24/12/2012, η Κατηγορουμένη 1, κοινοποίησε στην Παραπονούμενη, τις παρατηρήσεις της για την εκτέλεση της παραγγελίας της των εμπορευμάτων που μόλις είχε παραλάβει. Μεταξύ άλλων, ανέφερε στην Παραπονουμένη, την ανάγκη συσκευασίας των γυψοσανίδων επί ξύλινων παλετών για σκοπούς μεταφοράς τους, αλλά και τις ζημιές που είχαν οι γυψοσανίδες του φορτίου που μόλις παρέλαβε. Δύο χιλιάδες κομμάτια γυψοσανίδας υπέστησαν ζημιά (σύμφωνα με την έκθεση του καπετάνιου του πλοίου, 161 παλέτα γυψοσανίδων υπέστηκαν ζημιά κατά την φόρτωση τους στο πλοίο στο Ισραήλ) και διερευνούσε αν υπήρχε κάτι που η Παραπονούμενη μπορούσε να κάνει. Ζητούσε δε, λόγω της καθυστέρησης στην παραλαβή των εμπορευμάτων, αν θα μπορούσε να είχε πίστωση χρόνου, 15 ημερών, σε ότι αφορούσε την πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και
- Αναφορά, έκανε και στην πιστοποίηση CE για τις γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου που της εστάλη από την Παραπονούμενη, παρακαλώντας την Παραπονούμενη να της σταλεί και η σήμανσης της σε ετικέτα για να τοποθετηθεί στα προϊόντα που είχαν μόλις παραληφθεί, ως η υπόδειξης του Υπουργείου Εσωτερικών, προτού ελεγχθεί από αυτό. Παρακαλούσε επίσης και για διόρθωση της πιστοποίησης CE, των υπόλοιπων τύπων γυψοσανίδας. Βλ. Τεκμήριο
- Η πιστοποίησης CE για τις γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου, που η Κατηγορούμενη 1 παρέλαβε μαζί με τα προϊόντα και την προώθησε στο Υπουργείο Εσωτερικών στις 20/12/2012, κρίθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών, ως ανεπαρκής για σκοπούς νομιμοποίησης του εν λόγω προϊόντος. Επικοινωνίες της Κατηγορουμένης 1 με την Παραπονούμενη κατά την περίοδο των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του έτους 2013, που σκοπό τους είχαν την εξασφάλιση από την Παραπονούμενη της πιστοποίησης CE, δεν είχαν αποτέλεσμα, παρά τις προσπάθειες της Κατηγορουμένης 1 να βοηθήσει την Παραπονούμενη σε αυτή την διαδικασία (βλ. Τεκμήριο 64). Μέχρι και τον τερματισμό της συνεργασίας τους (τον μήνα Μάιο του έτους 2013), η Κατηγορούμενη 1 δεν εξασφάλισε από την Παραπονούμενη την πιστοποίηση CE. Η έλλειψης της απαιτούμενης από το Υπουργείο Εσωτερικών πιστοποίησης CE για τις γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου, είχε ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό των πωλήσεων της Κατηγορουμένης 1, την μη εξυπηρέτηση πελατών της, την δυσφήμιση και την ζημιά της.
- Οι ζημιές που προκλήθηκαν στο εμπόρευμα των γυψοσανίδων κατά την μεταφορά τους, ως προαναφέρθηκαν, δεν ήταν μόνο αυτές που αρχικά είχαν παρατηρηθεί από πλευράς Κατηγορουμένης
- Κατηγορούμενη 1 και Παραπονούμενη, συνέχισαν να συζητούν το ζήτημα κάλυψης της ζημιάς της Κατηγορουμένης 1, αποτέλεσμα των οποίων ήταν, η Παραπονούμενη να αποδεχθεί τελικά να επωμιστεί μέρος της ζημιάς, αξίας €10.
- Στις 21/03/2013, η Κατηγορούμενη 1 είχε πληροφορήσει την Παραπονούμενη, ότι η ζημιά στο εμπόρευμα των γυψοσανίδων, ανερχόταν γύρω στις €20.000 (βλ. Τεκμήριο 34). Η ζημιά όμως, δεν είχε αποκαλυφθεί στην Κατηγορούμενη 1, πλήρως. Ειδικότερα, λόγω της συσκευασίας τους σε νάιλον περιτύλιγμα. Σταδιακά, όταν η Κατηγορούμενη 1 ξεκίνησε την πώληση του προϊόντος, οι ζημιές στις γυψοσανίδες, διαπιστώθηκε ότι ήταν περισσότερες. Σχεδόν κάθε παλέτα γυψοσανίδων είχε ζημιές, με αποτέλεσμα η Κατηγορούμενη 1 να αντιμετωπίσει, παράπονα από πελάτες της στους οποίους είχε πωλήσει τα εμπορεύματα, κόστος αντιμετώπισης των παραπόνων αυτών και διαχείρισης του όλου εμπορεύματος, ακόμη και κόστος καταστροφής των κατεστραμμένων (σπασμένων) γυψοσανίδων), ταλαιπωρία και δυσφήμιση. Οι συζητήσεις της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη, δεν επέλυσαν το πρόβλημα. Ακολούθως, η Κατηγορούμενη 1, ανέθεσε σε πραγματογνώμονα την εκτίμηση της ζημιάς του εμπορεύματος, ο οποίος στις 22/05/2013, του ανέφερε ότι ανερχόταν στις €50.560,89 (βλ. Τεκμήριο 63).
- Οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6 και 7, που ήταν πληρωτέες στις 28/02/2013 και 05/04/2013, αντίστοιχα, δεν τιμήθηκαν από την Κατηγορούμενη
- Η εντολή της Κατηγορουμένης 1, ανάκλησης της πληρωμής τους, δόθηκε προς την πληρώτρια τράπεζα, στις 26/03/2013 (βλ. Τεκμήριο 11). Ο Κατηγορούμενος 2, είχε από νωρίτερα, από τα τέλη του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2013, προβληματιστεί, κατά πόσο η εντολή για την πληρωμή των εν λόγω επιταγών, έπρεπε να ανακληθεί από την Κατηγορούμενη 1, λόγω των ζημιών στα εμπορεύματα από την μεταφορά τους και τα ανεπαρκή πιστοποιητικά CE, εντούτοις, η διαπραγμάτευσης τότε του ζητήματος για αποζημίωση της Κατηγορουμένης 1 από την Παραπονούμενη και η επιθυμία της Κατηγορουμένης 1 η συνεργασία της με την Παραπονούμενη να έχει μέλλον, τον οδήγησε στον να αναβάλει την λήψη μιας τέτοιας απόφασης.
- Η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 1, ήταν πληρωτέα στις 28/02/2013, εντούτοις, η Παραπονούμενη αποδέχθηκε, ως παρακλήθηκε από την Κατηγορούμενη 1, να μην την παρουσιάσει στην πληρώτρια τράπεζα για να τιμηθεί, πριν τις 15/03/
- Οι τράπεζες όμως στην Κύπρο, λόγω των προβλημάτων στο χρηματοοικονομικό σύστημα της Κύπρου, στις 15/03/2013 παρέμειναν κλειστές, κατάστασης που συνεχίστηκε μέχρι και τις 28/03/
- Η Κατηγορούμενη 1, κατ' εκείνη την περίοδο, είχε εκδομένο αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών για την πληρωμή συνεργατών της, την πληρωμή των οποίων, λόγω της αβεβαιότητας που η προαναφερόμενη κατάστασης είχε δημιουργήσει στην Κατηγορουμένη 1 σε ότι αφορούσε το επανάνοιγμα των τραπεζών, ο Κατηγορούμενος 2, έδωσε οδηγίες στην Κατηγορούμενη 3 να ανακαλέσει, για λογαριασμό της Κατηγορουμένης
- Μεταξύ των επιταγών, η πληρωμή των οποίων ανακλήθηκε από την Κατηγορουμένη 1, ως προαναφέρθηκε, ήταν και οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6 και
- Οι οδηγίες της Κατηγορουμένης 1 να μην πληρωθούν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6 και 8, δεν σχετίζονταν μόνο με το κλείσιμο των τραπεζών, αλλά και με το γεγονός των ζημιών στο εμπόρευμα των γυψοσανίδων και τις ζημιές της Κατηγορουμένης 1 από την κακή συσκευασία και τα ανεπαρκή πιστοποιητικά τους. Αν και η πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6 και 8, ανακλήθηκε, η Κατηγορούμενη 1, θα μπορούσε, αν δεν είχε ενεργήσει με τον τρόπο αυτό, να τις πληρώσει (ήτοι, στις 28/03/2013 που άνοιξαν τελικά οι τράπεζες, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 6 και στις 05/04/2013, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 8, στην ημερομηνία που ήταν πληρωτέα), επειδή τα χρήματα τα είχε (βλ. Τεκμήριο 58).
- Αρχές του μηνός Απριλίου του έτους 2013, η Κατηγορούμενη 1 επιδίωξε συνάντηση με την Παραπονούμενη, για να συζητήσουν πως θα προχωρούσε η συνεργασία τους, η οποία τελικά διευθετήθηκε για τις 12/05/2013 στα γραφεία της Παραπονουμένης στο Ισραήλ (βλ. Τεκμήριο 65). Στην διάταξη για συζήτηση, προτάθηκαν ως θέματα, μεταξύ άλλων,
(1)η ζημιά στο εμπόρευμα της τελευταίας παραγγελίας (5ης παραγγελίας),
(2)η επόμενη παραγγελία της Κατηγορούμενης 1 και η περαιτέρω ανάπτυξη της συνεργασίας Παραπονούμενης - Κατηγορούμενης 1,
(3)το χρονοδιάγραμμα για την εκτέλεση της επόμενης παραγγελίας της Κατηγορουμένης 1 και την πληρωμή του,
(4)η ευκαιρία που παρουσίαζε η κυπριακή αγορά, λόγω της οικονομικής κρίσης, αύξησης των πωλήσεων των εμπορευμάτων της Παραπονούμενης και
(5)το χρονοδιάγραμμα πληρωμής των οφειλών της Κατηγορουμένης 1 προς την Παραπονούμενη (βλ. Τεκμήριο 66).
- Στο μεταξύ, η Κατηγορούμενη 1, κατέβαλε στην Παραπονούμενη με εμβάσματα που διενήργησε προς πληρωμή της στις 22/04/2013 και 29/05/2013, το συνολικό ποσό των €20.
- Ήταν μία ένδειξη καλής θέλησης της Κατηγορουμένης 1, η οποία ήθελε να συνεχίσει την συνεργασία της με την Παραπονούμενη.
- Η συνάντηση Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 της 12ης/05/2013, έλαβε χώρα ως προγραμματίστηκε και συζητήθηκαν τα προαναφερόμενα, ως είχαν προταθεί, θέματα. Κατάληξης της ήταν, μεταξύ άλλων, ότι,
(1)η Παραπονούμενη θα εξέταζε να καλύψει ολόκληρη τη ζημιά της Κατηγορουμένης 1 από τα καταστραμμένα εμπορεύματα, αν η Κατηγορούμενη 1 εξοφλούσε πλήρως το χρέος της από την αγορά τους στην Παραπονούμενη,
(2)η Παραπονούμενη θα πρόσφερε στην Κατηγορούμενη 1 τα εμπορεύματα της για την επόμενη παραγγελία της Κατηγορουμένης 1 (θα της έδιδε τιμές) το συντομότερο δυνατόν,
(3)η οποία [παραγγελία] θα μπορούσε να εκτελεστεί από την Παραπονούμενη, περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου του έτους 2013,
(4)η Κατηγορούμενη 1 θα πλήρωνε κανονικά τα ποσά των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 7, 9 και 10, στην ημερομηνία που αυτές ήταν πληρωτέες, ενώ, σε ότι αφορούσε τα ποσά των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6 και 8, θα έδιδε στην Παραπονούμενη συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για εξόφληση των ποσών που αυτές αφορούν. Βλ. Τεκμήριο
- Στις 13/05/2013, η Κατηγορούμενη 1, έλαβε από την Παραπονούμενη την προσφορά της για τα προϊόντα της, για την επόμενη παραγγελία της Κατηγορουμένης 1 (βλ. Τεκμήριο 68.1). Οι τιμές της Παραπονουμένης για αυτά, είχαν αύξηση, 30 - 35 %. Η Κατηγορούμενη 1, εξέλαβε ότι, η Παραπονούμενη, με αυτές τις τιμές που της έδωσε, ουσιαστικά ήθελε να τερματίσει την συνεργασία τους, εφόσον, αν λάμβαναν υπόψη και το κόστος που η Κατηγορούμενη 1 θα είχε για την μεταφορά των εμπορευμάτων στην Κύπρο, έθετε την Κατηγορούμενη 1 εκτός ανταγωνισμού στην κυπριακή αγορά. Αποτέλεσμα, τελικά, η Κατηγορούμενη 1, που είχε επενδύσει περί τις €100.000, αλλά και κόπο, για να προωθήσει τα προϊόντα της Παραπονούμενης, να αποκτήσει για αυτά μερίδιο της κυπριακής αφοράς και να θέσει τις βάσεις για μια μακροχρόνια συνεργασία με την Παραπονούμενη και τα κέρδη από αποκλειστική αντιπροσώπευση της για σκοπούς πώλησης των προϊόντων της στην Κύπρο, παραγκωνίστηκε από την Παραπονούμενη, η οποία ξεκίνησε άλλες συνεργασίες.
- Ακολούθως, η Κατηγορούμενη 1, για να διαφυλάξει τα συμφέροντα της, έδωσε, στις 23/05/2013, οδηγίες στην πληρώτρια τράπεζα των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 7, 9 και 10, να μην τις πληρώσει. Η απόφαση για την Κατηγορουμένη 1, ελήφθη από τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος έδωσε σχετικές οδηγίες στην Κατηγορούμενη
- Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη 1, κατέθεσε εναντίον της Παραπονούμενης, αγωγή με την οποία διεκδικεί από αυτήν αποζημιώσεις της τάξης των €499.
- Η ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών από την Κατηγορούμενη 1, δεν ήταν υποκινούμενη από οποιοδήποτε δόλιο σκοπό. Η Κατηγορούμενη 1, πρώτη αποτάθηκε στο Δικαστήριο με την απαίτηση της, ενώ, από της ρήξης της συνεργασίας της με την Παραπονούμενη, η Κατηγορούμενη 1 έχει προβεί σε αγορές γυψοσανίδων από άλλη εταιρεία, αξίας πέραν των €450.000, χωρίς οποιαδήποτε προβλήματα (βλ. Τεκμήριο 69). Η μαρτυρία του ΜΥ2
- Ο ΜΥ2, είναι λειτουργός στο Τμήμα Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών.
- Καταθέτοντας στο Δικαστήριο, υποστήριξε τα εξής.
- Το Υπουργείο Εσωτερικών, είναι, σύμφωνα με τον Νόμο, η αρμόδια αρχή για την εποπτεία της αγοράς των δομικών προϊόντων. Μέσα στα πλαίσια αυτής της αρμοδιότητας του, λειτουργοί του Τμήματος Τεχνικών Υπηρεσιών, προβαίνουν σε ελέγχους των δομικών προϊόντων, κατά πόσο συμμορφώνονται με την κείμενη νομοθεσία και τους κανονισμούς.
- Μετά από πληροφόρηση του Υπουργείου Εσωτερικών, ότι η Κατηγορούμενη 1, στις 30/11/2012, εισήγαγε στην Κύπρο τέτοιου είδους προϊόντα (γυψοσανίδες απλές και γυψοσανίδες με ίνες), ο ΜΥ2 απέστειλε στην Κατηγορούμενη 1, στις 03/12/2012, ειδοποίηση, με την οποία της ζητούσε σχετική πληροφόρηση και δη τα έγγραφα που η Κατηγορούμενη 1 ήταν απαραίτητο να κατέχει για να διαθέσει τα εμπορεύματα στην αγορά (βλ. Τεκμήριο 54.1). Συγκεκριμένα της ζητήθηκαν, η δήλωση συμμόρφωσης των προϊόντων με την ισχύουσα νομοθεσία και η πιστοποίηση τους CE που έπρεπε να συμμορφώνεται με το σχετικό ευρωπαϊκό εναρμονισμένο πρότυπο. Αμφότερα τα έγγραφα αυτά, εκδίδονται από τον παραγωγό των εμπορευμάτων ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του. Τα έγγραφα αυτά, επεξηγούνται ως εξής. Ο παραγωγός επιβάλλεται να κάνει δοκιμές τύπου του προϊόντος του, ούτως ώστε να αποφασιστεί ο τύπος που έχει το συγκεκριμένο προϊόν, να διατηρεί έναν έλεγχο παραγωγής εργοστασίου, ούτως ώστε η παραγωγή του να είναι σταθερή, ώστε και οι δοκιμές του στο δείγμα να μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι ανταποκρίνονται και στα άλλα προϊόντα και ακολούθως αναφέρει τα διάφορα τεχνικά χαρακτηριστικά του προϊόντος του στη δήλωση συμμόρφωσης και στη πιστοποίηση CE και δηλώνει τις επιδόσεις για το κάθε τεχνικό χαρακτηριστικό. Η πιστοποίηση CE, πρέπει, υπό τύπο σήμανσης, να συνοδεύει το προϊόν με τη διάθεση του στην αγορά, επικολλημένο σε αυτό, στην συσκευασία του ή σε συνοδευτικά αυτού έγγραφα.
- Η Κατηγορούμενη 1, απέστειλε στο Υπουργείο Εσωτερικών κάποια έγγραφα, τα οποία όμως δεν έγιναν αποδεκτά, επειδή δεν ήταν σύμφωνα με τον Νόμο. Ως εκ τούτου, η ίδια η Κατηγορούμενη 1, από 04/12/2012 ανέλαβε όπως λάβει εθελοντικά μέτρα μη διάθεσης και απόσυρσης των εμπορευμάτων στην αγορά, μέχρις ότου υπάρξει από πλευράς της σχετική συμμόρφωση (βλ. Τεκμήριο 54.2). Παρά τις προσπάθειες της Κατηγορούμενης 1, στο διάστημα που επακολούθησε (μέχρι και αρχές του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2013), να διαβιβάσει έγγραφα και να συμμορφωθεί, δεν τα κατάφερε, καθότι αυτά κρίθηκαν ότι δεν ήταν όπως απαιτείτο από τη νομοθεσία (βλ. Τεκμήρια 54.3 και 54.4 και Τεκμήρια από 70 μέχρι και 74).
- Για τα ίδια προϊόντα, της ίδιας παραγωγού εταιρείας Tambur από το Ισραήλ, το Υπουργείο Εσωτερικών έλαβε, περί τον μήνα Ιούνιο του έτους 2016, πληροφορία ότι διαθέτονταν στην κυπριακή αγορά, αυτή την φορά από άλλα [τέσσερα] πρόσωπα και όχι από την Κατηγορούμενη
- Τους έγινε ξανά έλεγχος εγγράφων και διαπιστώθηκε ότι και πάλι αυτά δεν ήταν σε συμμόρφωση με την νομοθεσία. Μάλιστα, κάποια από αυτά που αφορούσαν τις γυψοσανίδες με ίνες, ήταν τα ίδια με αυτά που και η Κατηγορούμενη 1 είχε αποστείλει στο Υπουργείο Εσωτερικών το έτος 2012 και δεν έγιναν αποδεκτά. Ορθά έγγραφα, τελικά, για τις γυψοσανίδες με ίνες, απεστάλησαν στο Υπουργείο Εσωτερικών, από ένα από τα πρόσωπα που διέθεταν τα προϊόντα στην κυπριακή αγορά, περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2016, και υπήρξε συμμόρφωσης. Η εκτίμηση της μαρτυρίας και η αξιολόγηση των παραδεκτών και αποδεκτών γεγονότων Οι σημαντικότερες αρχές
- Αυτή είναι η μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο καλείται τώρα να εκτιμήσει για να καταλήξει στα συμπεράσματα του για τα επίδικα ζητήματα. Εκτίμησης που γίνεται στην βάση καλά καθιερωμένων αρχών δικαίου και οι οποίες αναφέρονται εδώ επειδή αποτελούν μέρος του σκεπτικού μου που αφορά την απόφαση μου που ακολουθεί για την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή.
- Σύμφωνα με την νομολογία, η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του (βλ. στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, σελίδα 123, Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1, In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911).
- Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο σύγγραμμα The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα 123).
- Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα (βλ. Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
- Ο καθόλα τα άλλα εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
- Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
- Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους (βλ. Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL, Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm).
- Σημαντικά, βεβαίως, στην εκτίμηση της μαρτυρίας, είναι και τα διαδικαστικά.
- Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[iii]] [[iv]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, σε αστικές υποθέσεις, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[v]] [[vi]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[vii]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[viii]].
- Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. Accordingly, counsel should not in his closing speech attack that part of a witness's evidence which he has not challenged in cross-examination. However, this rule has been held not to apply to a case tried by lay justices in that justices do not have to accept a witness's evidence merely because it is unchallenged. Α strict application of the rule may also not be necessary where a witness is called whose evidence is corroborative of evidence already given by another witness who has himself been cross-examined, e.g. a police officer who gives evidence about an interview with the defendant. ...».
- Όπως εν προκειμένω έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Βλ. επίσης Νεόφυτος Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/
- και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
- [Και] Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Ξεκινώ με την μαρτυρία του ΜΚ1 και του ΜΥ2 που είναι πρόσωπα που δεν έχουν άμεση σχέση με τους διαδίκους. Και οι δύο μου έκαναν καλή εντύπωση. Τους εξέλαβα ότι κατέθεσαν με ειλικρίνεια προς το Δικαστήριο στη βάση του τι πραγματικά γνώριζαν για τα γεγονότα της υπόθεσης και μπορούσαν να πληροφορηθούν από το αρχείο της υπηρεσίας τους που αμφότεροι επικαλέστηκαν για κάποιους από τους ισχυρισμούς τους. Η μαρτυρία τους άλλωστε, ειδικότερα αυτή του ΜΚ1, δεν αμφισβητήθηκε κατ' ουσίαν από τον αντίδικο. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου για τα επίδικα ζητήματα.
- Αποδεκτή, γίνεται και η μαρτυρία του ΜΚ2, ο οποίος, επίσης κρίνεται ότι ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν σαφής, σταθερή, επεξηγηματική, υποστηρίζεται από τα έγγραφα που παρουσίασε στο Δικαστήριο και χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα δικαιολογούσαν να μην γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Το μοναδικό ζήτημα, σε σχέση με το οποίο η μαρτυρία του ΜΚ2 τίθεται υπό αμφισβήτηση, είναι αυτό που αφορά την πιστοποίηση CE για τα εμπορεύματα που η Παραπονούμενη πώλησε στην Κατηγορούμενη 1, σε σχέση με το οποίο ο Κατηγορούμενος 2 και ο ΜΥ2 κατέθεσαν ότι για τις γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου δεν υπήρχαν, ενώ ο ίδιος κατέθεσε ότι υπήρχαν και ότι η Παραπονούμενη το απέστειλε στην Κατηγορούμενη
- Αν και βρίσκω τελικά, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, ότι οι γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου, δεν είχαν, μέχρι και τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2013 που η Κατηγορούμενη 1 προσπαθούσε με το Υπουργείο Εσωτερικών να αποδείξει την νομιμότητα των εμπορευμάτων, πιστοποίηση CE, δεν θεωρώ ότι, η παρατήρησης αυτή και μόνον από την μαρτυρία, δικαιολογεί απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ
- Όπως επεξηγώ στην συνέχεια, ο τρόπος που το ζήτημα αυτό της πιστοποίησης CE των εμπορευμάτων ετέθη στον ΜΚ2, πιθανόν να περιόρισε και τον τρόπο που αυτός τοποθετήθηκε για αυτό. Για τις γυψοσανίδες, που, όπως μαρτύρησε ο ΜΥ2 και προκύπτει ως παραδεκτό από τους διαδίκους, είναι διαφόρων τύπων (και όχι μόνον εξωτερικού χώρου), υπάρχουν σύμφωνα με τον ΜΥ2 διαφορετικά πιστοποιητικά CE. Τα μόνα που η Κατηγορούμενη 1 δεν εξασφάλισε από την Παραπονούμενη, ήταν αυτά για τις γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου. Τις είχαν σταλεί από την Παραπονούμενη προς συμμόρφωση, αλλά δεν ικανοποίησαν το Υπουργείο Εσωτερικών. Αυτό όμως, και οι λεπτομερείς του ζητήματος που τελικά έθεσε ο Κατηγορούμενος 2 με την μαρτυρία του κατά την δίκη, για το οποίο εκλήθη και ο ΜΥ2 για την κατάθεση του, δεν υποβλήθηκαν στον ΜΚ2 με ακρίβεια και λεπτομέρεια, ώστε, η γενική, προαναφερόμενή τοποθέτηση του ΜΚ2, να δικαιολογείται να κριθεί αρνητικά.
- Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, για του λόγους που επεξηγώ με λεπτομέρεια στην συνέχεια, λόγος για τον οποίο δεν θα επεκταθώ εδώ περαιτέρω, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για να εξαχθούν τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου για τα επίδικα ζητήματα. Οι εισηγήσεις της υπεράσπισης
- Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, προς υπεράσπιση τους, εισηγήθηκαν τα εξής. i. Ανάκλησης πληρωμής των επιταγών λόγω εύλογης αιτίας
- Βασική θέσης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 για τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, προς υπεράσπιση τους, είναι αυτή που αφορά, το εύλογο της Κατηγορουμένης 1, να ανακαλέσει από την πληρώτρια τράπεζα, την εντολή της πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 προς την Παραπονούμενη. Όπως οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, υποστηρίζουν, στην πληρώτρια, των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, τράπεζα, δόθηκε από την Κατηγορουμένη 1, ως λόγος για την εντολή της για μη πληρωμή τους -μεταξύ άλλων που επίσης υπήρχαν αλλά δεν δηλώθηκαν-, η κακή ποιότητα των υλικών που παραλήφθηκαν από την Παραπονούμενη, σε σχέση με τα οποία, ή καλύτερα, προς τον σκοπό εξόφλησης του τιμήματος αγοράς των οποίων, η Κατηγορούμενη 1 είχε εκδώσει προς την Παραπονούμενη και της παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές. Η δικαιολογία αυτή, συνεχίζει η εισήγησης του συνηγόρου των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, καλύπτει, τόσο τις ζημιές της Κατηγορουμένης 1 από τις κατεστραμμένες γυψοσανίδες, όσο και τις ζημιές της Κατηγορουμένης 1 από την ανυπαρξία των απαιτούμενων πιστοποιητικών για την καταλληλόλητα τους, που μαζί ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, κατά την τελική τοποθέτηση του, «ο όρος "κακή ποιότητα" είναι ένας ευρύς όρος που καλύπτει κάθε ελάττωμα στο προϊόν».
- Το ζήτημα του τι συνιστά εύλογη αιτία για σκοπούς εφαρμογής της εν λόγω επιφύλαξης του Άρθρου 305A
(2)του Κεφ. 154 ή επίκλησης της υπεράσπισης που αυτό θεσμοθετεί, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά πρόσφατα, στην υπόθεση Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. Solar Technologies Ltd, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, στην απόφαση του οποίου αναφέρθηκαν για αυτό τα εξής: «Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση N.C. DIAMONDS CO. LTD v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το βάρος απόδειξης ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ενέργεια του εφεσείοντος, δηλαδή της ανάκλησης πληρωμής των επιταγών, φέρει ο ίδιος. Το βάρος απόδειξης, μετατοπιζόμενο πλέον στους ώμους του εφεσείοντος, είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην εν λόγω απόφαση υιοθετήθηκε το σκεπτικό της υπόθεσης Pitsillides & another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με την έννοια της καλής πίστης, αναφέρθηκε δε στην υπόθεση N.C. DIAMONDS το εξής: "Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις ." και προστίθεται ότι η ενέργεια του εφεσείοντα θα πρέπει να ήταν "
(1)ειλικρινής και
(2)υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία". Το θέμα της ύπαρξης καλής πίστης εξετάστηκε και στην υπόθεση ΦΩΤΙΟΥ ν. EXANTAS MARINEENTERPRISES LTD κ.ά.
(2012)2 Α.Α.Δ. 704.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 98. Όπως επίσης επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Nikiforos Technologies v Χρήστου, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2012, 16/04/2014 δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ: «Εύλογη αιτία, ., αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142).».
- Περαιτέρω, όπως δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Λ. Παραπαρίνου, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δαμιανού ν Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, 31/10/2018, η εύλογη αιτία, κατά την προαναφερόμενη έννοια της, πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς κατηγορουμένου (στον σχετικό πάντοτε βαθμό), ότι υπήρχε, «κατά το χρόνο που αυτός προέβη στην ανάκληση της επίδικης επιταγής» (Βλ. επίσης, Ttozios Management Ltd v Κυριάκος Κυριάκος, Ποινική Έφεση 96/2014, 15/04/2016).
- Στην υπόθεση αυτή, είναι μεταξύ των διαδίκων παραδεκτό γεγονός, ότι, η Κατηγορούμενη 1, δια της Κατηγορούμενης 3, έδωσε όλες τις οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας αυτές εκδόθηκαν για πληρωμή: (α) γραπτώς, δια των εντολών, Τεκμήρια 11, 12 και 13 και (β) διαδικτυακά, δια της υπηρεσίας 1bank της Τράπεζας Κύπρου, ως το Τεκμήριο 14 βεβαιώνει. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 11, 12, 13 και 14, καθώς επίσης και με βάση τα παραδεκτά, ως προελέχθη, μεταξύ των διαδίκων γεγονότα, αλλά και τα αδιαμφησβήτητα, ως διαπιστώνεται από την μαρτυρία, γεγονότα, η εντολή πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, δεν δόθηκε από πλευράς της Κατηγορουμένης 1, κατά τον ίδιο χρόνο.
- Η οδηγία ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6 και 8, έγινε δια του Τεκμηρίου 11, στις 26/03/
- [Περαιτέρω, σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 8, όπως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 12, οδηγία ανάκλησης της εντολής πληρωμής της, δόθηκε από την Κατηγορούμενη 1 και στις 08/04/
- Τελικά, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, τραπεζιτικού, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 8, παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή, μεταγενέστερα αμφότερων των προαναφερόμενων ημερομηνιών, ήτοι, στις 21/05/2013 και επιστράφηκε στην Παραπονούμενη χωρίς να τιμηθεί, την αμέσως επόμενη ημέρα]. Περαιτέρω, η οδηγία ανάκλησης της εντολής πληρωμής της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 7, έγινε διαδικτυακά, δια της υπηρεσίας 1bank της Τράπεζας Κύπρου, ως το Τεκμήριο 14 βεβαιώνει, στις 13/05/
- Και τέλος, η οδηγία ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 9 και 10, έγινε δια του Τεκμηρίου 13, στις 23/05/
- Σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, η εύλογη αιτία, κατά την προαναφερόμενη νομολογηθείσα έννοια της, πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς της Κατηγορουμένης 1 ότι υπήρχε, κατά τον χρόνο που αυτή προέβη στην ανάκληση της κάθε μίας από τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και
- Δηλαδή, αν από τα γεγονότα που ισχυρίστηκε η Κατηγορούμενη 1, προκύπτει ότι, η αιτία που δηλώθηκε από αυτήν για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 (που ήταν για όλες η ίδια), ήτοι, ότι τα εμπορεύματα που της παραδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 ήταν «κακής ποιότητας παραλαβής υλικών», εύλογα υπήρχε κατά τον χρόνο που η Κατηγορούμενη 1 προέβη σε ανάκληση της πληρωμής των επιταγών στις 26/03/2013, 08/04/2013, 13/05/2013 και 23/05/2013, [αναλόγως περίπτωσης, ως προαναφέρθηκε].
- Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού της Κατηγορουμένης 1, μαρτυρία, κατά κύριο λόγο, δόθηκε από τον Κατηγορούμενο
- Κλήθηκε όμως και ο ΜΥ2, ο λειτουργός του Υπουργείου Εσωτερικών, προς ενίσχυση και περαιτέρω υποστήριξη του. Για τους λόγους που προχωρώ αμέσως να εξηγήσω, δεν αποδέχομαι την εν λόγω μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2 ως ειλικρινή. Ο Κατηγορούμενος 2, που, ως ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος και μέλος της Κατηγορουμένης 1, ουσιαστικά ταυτίζεται με αυτήν (βλ. Metron (Cyprus) Ltd v Κανιου, Ποινική Έφεση Αρ. 64/15, 28/11/2017) σκεπτόμενος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εκ των υστέρων (και μάλιστα, ως προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα κατά την δίκη, έχοντας διαμορφώσει την σκέψη του αυτή κατά την εξέλιξη της δίκης και αναλόγως της προσαχθείσας από πλευράς Παραπονούμενης μαρτυρίας), προσπάθησε να βασιστεί σε κάποια αδιαμφησβήτητα (ή μη δυνάμενα εύκολης αμφισβήτησης από πλευράς Κατηγορούμενης 1) γεγονότα, αλλοιώνοντας όμως την πραγματική τους διάσταση, καταθέτοντας συγχρόνως για κάποια άλλα αναληθώς, για να μπορούν, τόσο ο ίδιος, όσο και οι Κατηγορούμενοι 1 και 3, να επικαλεστούν προς υπεράσπιση τους, την προνοούμενη από το Άρθρο 305Α του Κεφ. 154 υπεράσπιση, ως αυτή έχει προαναφερθεί.
- Όπως προαναφέρθηκε, ο λόγος για την εντολή της Κατηγορουμένης 1, μη πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 προς την Παραπονούμενη, που κατά τον ουσιώδη χρόνο δηλώθηκε στην πληρώτρια τράπεζα, -και ανεξαρτήτως του χρόνου που αυτή δόθηκε αναλόγως περίπτωσης έκαστης επίδικης επιταγής, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10-, ήταν ο ίδιος. Η κακή ποιότητα των εμπορευμάτων που παραλήφθηκαν από την Παραπονούμενη, σε σχέση με τα οποία, ή καλύτερα, προς τον σκοπό εξόφλησης του τιμήματος αγοράς των οποίων, η Κατηγορούμενη 1 είχε εκδώσει προς την Παραπονούμενη και της παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές. Η δικαιολογία αυτή, καλύπτει, όπως ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε, τόσο τις ζημιές της Κατηγορουμένης 1 από τις κατεστραμμένες γυψοσανίδες, όσο και τις ζημιές της Κατηγορουμένης 1 από την ανυπαρξία των απαιτούμενων πιστοποιητικών για την καταλληλόλητα τους, που μαζί ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.
- Για την σημασία που έχει, κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, η υποβολή των θέσεων ενός διαδίκου, στους μάρτυρες που καταθέτουν για την υπόθεση του αντιδίκου, έχω προαναφερθεί σε έκταση και δεν θα τις επαναλάβω εδώ. Αυτό, που στην προκείμενη περίπτωση παρατηρείται σε ότι αφορά την υπόθεση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, που επηρεάζει σαφώς και το πως εκτιμάται η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, είναι ότι, οι θέσεις που υποβλήθηκαν από πλευράς των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 για τα γεγονότα στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του, διαφέρουν από τους ισχυρισμούς που τελικά ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε εξεταζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, σε βαθμό που η αξιοπιστία της μαρτυρίας του τελευταίου (που επαναλαμβάνεται, ταυτίζεται ουσιαστικά με την Κατηγορούμενη 1) να πλήττεται αρνητικά.
- Και εξηγώ. Οι ισχυρισμοί του ΜΚ2 για τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, κατά την δίκη, έχουν ήδη αναφερθεί. Εις αντίκρουση και απάντηση τους, στον ΜΚ2, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, υπέβαλαν, κατά την αντεξέταση του, τις ακόλουθες δικές τους θέσεις για τα γεγονότα;
(1)Ότι, η Κατηγορούμενη 1, καταχώρησε αγωγή εναντίον της Παραπονουμένης, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, δια της οποίας αξιώνει, από αυτήν, αποζημιώσεις, λόγω των ζημιών που υπέστη το εμπόρευμα των γυψοσανίδων κατά την μεταφορά του προς αυτήν στην Κύπρο, που ήταν πολύ μεγαλύτερη των €19.000;
(2)Ότι, η Παραπονούμενη, κατά παράβαση της συμφωνίας στην οποία είχαν προσέλθει με την Κατηγορουμένη 1, φόρτωσε τις γυψοσανίδες, για να μεταφερθούν από το Ιασραήλ στην Κατηγορούμενη 1 στην Κύπρο, σε παλέτες που δεν ήταν ξύλινες, με αποτέλεσμα την προαναφερόμενη ζημιά της Κατηγορουμένης 1;
(3)Ότι, η Κατηγορούμενη 1, λόγω του ότι, με την Παραπονούμενη, συζήτησαν για συνεργασία μακροχρόνια, δαπάνησε περί τις €100.000 για να προβάλει τα προϊόντα της Παραπονούμενης στην Κυπριακή αγορά, το όφελος, της οποίας δαπάνης, προσπορίστηκε η Παραπονούμενη, αφής στιγμής, η συνεργασία της με την Κατηγορούμενη 1 διήρκησε μόνον μερικούς μήνες;
(4)Ότι, τα εμπορεύματα γυψοσανίδων της Παραπονουμένης, ήταν υποδεέστερης ποιότητας, από αυτά άλλων κατασκευαστών που ήταν καθιερωμένα στην κυπριακή αγορά και δεν έφεραν την σήμανση CE, η οποία σήμανσης, εξασφαλίστηκε, μετά από ενέργειες της Κατηγορουμένης 1, και μετά πάροδο δύο μηνών από την παραλαβή των προϊόντων από την Κατηγορουμένη 1 στην Κύπρο, περίοδος κατά την οποία η Κατηγορούμενη 1 δεν μπορούσε να τα διαθέσει προς πώληση στην κυπριακή αγορά;
(5)Ότι, η εντολή της Κατηγορουμένης 1, για ανάκληση της πληρωμής, τεσσάρων από τις πέντε επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, δόθηκε, μετά που η Κατηγορουμένη 1 πληροφορήθηκε από την Παραπονουμένη, για την αύξηση της τιμής που της προσέφερε για αγορά των προϊόντων της;
(6)Ότι, η Κατηγορούμενη 1, είχε στις τράπεζες της (Τράπεζα Κύπρου και Ελληνική Τράπεζα), κατά την ημερομηνία που έκαστη των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, ήταν πληρωτέα, τα χρήματα για να τιμηθούν;
(7)Ότι, η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 6, που ήταν η πρώτη από τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, που χρονολογικά έπρεπε να πληρωθεί, δεν μπορούσε να πληρωθεί κατά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα, λόγω του ότι αυτό ήταν αδύνατο, επειδή η πληρώτρια τράπεζα, όπως όλες οι κυπριακές τράπεζες, κατά την ημερομηνία εκείνη, ήταν κλειστή, λόγω της χρηματοοικονομικής κρίσης στην Δημοκρατία [φορολόγησης (κουρέματος) των καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες]. Οι δε υπόλοιπες των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 7, 8, 9 και 10, δεν τιμήθηκαν, επειδή, η Κατηγορούμενη 1, έδωσε, προς τούτο, εντολή στην πληρώτρια τράπεζα, εξ αιτίας του ότι, παρά τα μεγάλα έξοδα της για να προωθήσει τα προϊόντα της Παραπονουμένης στην κυπριακή αγορά (ένεκα της προοπτικής της μακροχρόνιας συνεργασίας τους), η αύξησης της τιμής που η Παραπονούμενη πλέον της προσέφερε τα προϊόντα της, οδήγησε την συνεργασία τους σε τέρμα;
(8)Ότι, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενη 1, είχαν προσέλθει σε συμφωνία, δια της οποίας η Κατηγορούμενη 1, είχε, από τον Ιανουάριο του έτους 2013, διοριστεί αποκλειστική αντιπρόσωπος πώλησης των εμπορευμάτων της Παραπονούμενης στην Κύπρο. Και ότι, η προαναφερόμενη συμπεριφορά της Παραπονουμένης, έναντι της Κατηγορουμένης 1, αποκλειστικής αντιπροσώπου της στην Κύπρο, οδήγησε την τελευταία στην ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 7, 8, 9 και 10, ως ανωτέρω.
- Αυτές οι θέσεις των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 για τα γεγονότα, διαφέρουν ουσιωδώς από τους ισχυρισμούς που τελικά ο Κατηγορούμενος 2 υποστήριξε για τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής προς υπεράσπιση τους. Σαφώς προκύπτει, ότι, ως λόγος για την ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 7, 8, 9 και 10 από πλευράς Κατηγορουμένης 1, που υποβλήθηκε στον ΜΚ2, δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου 2 περί κακής ποιότητας εμπορευμάτων που η Παραπονούμενη τους παρέδωσε, αλλά αφορά ισχυρισμό της Κατηγορουμένης 1 ότι, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας για συνεργασία, η Παραπονούμενη της πρόσφερε τα εμπορεύματα της σε αυξημένη τιμή, μη συμφέρουσα για αυτήν. Με εξαίρεση, φυσικά, την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 6, που ως λόγος για την ανάκληση της εντολής πληρωμής της από πλευράς Κατηγορουμένης 1, ο οποίος υποβλήθηκε στον ΜΚ2, ήταν το κλείσιμο τότε των κυπριακών τραπεζών ένεκα των γνωστών γεγονότων που αφορούν την χρηματοοικονομική κρίση στην Δημοκρατία το έτος 2013, και όχι ότι τα εμπορεύματα που είχαν παραδοθεί στην Κατηγορούμενη 1 ήταν κακής ποιότητας.
- Δηλαδή, αν και παρατηρείται ότι, στον ΜΚ2, υποβλήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, θέσης τους που αφορά το ότι, τα εμπορεύματα που παραδόθηκαν στην Κατηγορούμενη 1 από την Παραπονούμενη, υπέστησαν κατά την μεταφορά τους ζημιές, αυτές, δεν αναφέρθηκαν ως ο λόγος που η Κατηγορούμενη 1 ανακάλεσε την εντολή της για πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, που εκδόθηκαν προς την Παραπονούμενη προς εξόφληση του τιμήματος τους. Όπως επίσης παρατηρείται ότι, η θέσης της Κατηγορουμένης 1, που υποβλήθηκε στον ΜΚ2, περί του ότι, τα εμπορεύματα που της παραδόθηκαν από την Παραπονούμενη, δεν έφεραν την σήμανση CE, επίσης δεν αναφέρθηκε ως ο λόγος που η Κατηγορούμενη 1 ανακάλεσε την εντολή της για πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, που εκδόθηκαν προς την Παραπονούμενη προς εξόφληση του τιμήματος τους. (Αυτή, μάλλον συνδέθηκε με την θέση της Κατηγορούμενης 1, που επίσης υποβλήθηκε στον ΜΚ2, ότι τα προϊόντα της Παραπονουμένης ήταν υποδεέστερης ποιότητας αυτών που ήδη πωλούνταν στην κυπριακή αγορά). Μάλιστα, ενώ κατά την παρουσίαση της υπόθεσης τους, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, δια του Κατηγορούμενου 2 υποστήριξαν ότι, αυτή η πιστοποίησης CE, δεν εξασφαλίστηκε ποτέ, κατά την αντεξέταση του ΜΚ2, υποβλήθηκε σε αυτόν, ότι αυτή είχε εξασφαλιστεί από την Παραπονούμενη, μετά από διαβήματα της Κατηγορούμενης 1, μετά πάροδο δύο μηνών από την παραλαβή των εμπορευμάτων. Δηλαδή, περί τον μήνα Ιανουάριο του έτους
- Σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, πρέπει βεβαίως να επισημανθεί, ότι, η Κατηγορούμενη 1, εφόσον επιθυμούσε να στηριχθεί στην υπεράσπιση που το Άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 θεσμοθετεί, του εύλογου δηλαδή της ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, όφειλε, σε ότι αφορούσε τις σχετικές με αυτό θέσεις της για τα γεγονότα, να τις υπέβαλλε στον ΜΚ2, τον κυριότερο μάρτυρα της Παραπονούμενης για την υπόθεση της, με ουσιαστική ακρίβεια και πληρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, αυτό δεν παρατηρείται.
- Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, δεν κρίνεται φυσικά μόνον από τα προαναφερόμενα. Όπως ανέφερα και κατά την ανάλυση των αρχών που διέπουν την εκτίμηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο, τα έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς, έχουν μεγάλη σημασία στην αποτίμηση από το Δικαστήριο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στην προκείμενη περίπτωση, υπάρχει πληθώρα αλληλογραφίας αντιπροσώπων Παράπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, από την οποία, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, περί ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, λόγω της κακής ποιότητας των προϊόντων που η Παραπονούμενη παρέδωσε στην Κατηγορούμενη 1, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Οι δε περιστάσεις της υπόθεσης, ως αυτές ελέγχονται ή και διαπιστώνονται μέσα και από την προαναφερόμενη αλληλογραφία, καθιστούν τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου 2 για τα γεγονότα, παράλογους. Υπενθυμίζω, εδώ, ότι, η προαναφερόμενη αιτία που δηλώθηκε από την Κατηγορούμενη 1 για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, πρέπει να αποδειχθεί ότι εύλογα υπήρχε κατά τον χρόνο που η Κατηγορούμενη 1 προέβη σε ανάκληση της πληρωμής τους, στις 26/03/2013, 08/04/2013, 13/05/2013 και 23/05/2013, αναλόγως περίπτωσης, ως προαναφέρθηκε.
- Και ξεκινώντας από αυτό. Δεν βρίσκω λογικό, η Κατηγορούμενη 1, να μην ήταν ικανοποιημένη από την ποιότητα των εμπορευμάτων που της παραδόθηκαν από την Παραπονούμενη, δηλαδή, να διαπίστωνε ότι αυτά ήταν κακής ποιότητας, να αποφάσιζε για τον λόγο αυτό να μην πληρώσει την Παραπονούμενη, αλλά να ανακαλούσε την εντολή πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, σε τρείς (κατ' ουσίαν) διαφορετικές ημερομηνίες και όχι σε μίαν.
- Ακόμη και αν γινόταν αποδεκτός ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, ότι η επίδικη επιταγή, Τεκμήριο 6, που ήταν η πρώτη που χρονολογικά ήταν πληρωτέα, ανακλήθηκε η εντολή πληρωμής της από την Κατηγορούμενη 1, εκτός της αβεβαιότητας του κλεισίματος τότε των κυπριακών τραπεζών, και για το λόγο ότι τα εμπορεύματα που της είχαν παραδοθεί από την Παραπονούμενη ήταν κακής ποιότητας (είχαν υποστεί ζημιές, η έκτασης των οποίων όμως της ήταν ακόμη άγνωστη), δεν βρίσκω λογικό στην συνέχεια, τον μήνα Μάιο του έτους 2013, να ανακαλεί τις επίδικες επιταγές Τεκμήρια 7, 9 και 10, σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες (ήτοι, στις 13/05/2013 και 23/05/2013) και όχι με μιας, με μία δηλαδή εντολή. Όταν μάλιστα, παράλληλα, ή πλησίον αυτού του χρόνου, προβαίνει προς την Παραπονούμενη σε πληρωμές, υποσχόμενη εξόφληση των ποσών που αφορούν οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, τμηματικά και σταδιακά, επικαλούμενη την χρηματοικονομική κρίση στην Δημοκρατία και τους περιορισμούς που υπεβλήθηκαν στις χρηματικές συναλλαγές. Και όταν επίσης παράλληλα, συζητά με την Παραπονούμενη, την ευκαιρία που έδιδε η κρίσης αυτή στην Δημοκρατία, στην απόκτηση μεγαλύτερου μεριδίου της κυπριακής αγοράς στην πώληση γυψοσανίδων, προσβλέποντας στην υποβολή και άλλης παραγγελίας για το ίδιο προϊόν, την ποιότητα του οποίου, λόγω της πιστοποίησης CE, τώρα κακίζει.
- Όπως παράλογο βρίσκω το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη 1, προχώρησε σε ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6 και 8 με μιας, δηλαδή δια της ίδιας εντολής, την ίδια ημέρα. Αν οι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου 2 ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, τότε, δεν βρίσκω λογικό, γιατί η Κατηγορούμενη 1, στις 26/03/2013, να μην ανακαλέσει όλες τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, ή μόνον την επίδικη επιταγή, Τεκμήριο
- Φαίνεται όμως ότι, οι ζημιές, στα εμπορεύματα, δεν ήταν ο λόγος της ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, όπως δεν ήταν λόγος για το γεγονός αυτό η πιστοποίησης CE των εμπορευμάτων, καθότι, αν αυτά τα ζητήματα πραγματικά απασχολούσαν την Κατηγορούμενη 1 ως λόγος μη πληρωμής της Παραπονούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο, αυτή η πρόθεσης της, θα εκδηλωνόταν από την αρχή και θα ήταν διάχυτη στην αλληλογραφία της με την Παραπονούμενη.
- Δεν ήταν όμως φαίνεται αυτή η πρόθεση της Κατηγορουμένης 1 και αυτό προκύπτει από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία, η οποία αλληλογραφία (σε ότι αφορά το χρονικό των γεγονότων που παρουσιάζει), συνάδει εμφανώς με τις υποβολές που έγιναν στον ΜΚ2, κατά την αντεξέταση του, ως θέσεις των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 για τα γεγονότα. Αρχικά, η εντολή πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6 και 8, φαίνεται να ανακλήθηκε από πλευράς της Κατηγορουμένης 1, λόγω της χρηματοικονομικής κρίσης, ένεκα της εγγύτητας της ημερομηνίας πληρωμής τους με τα συμβάντα αυτά. Εξ ου και το γεγονός ότι, στην γραπτή εντολή της Κατηγορουμένης 1 προς την Τράπεζα Κύπρου, Τεκμήριο 11, περιλαμβάνεται, εκτός των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6 και 8, και αριθμός άλλων επιταγών, που καμία σχέση δεν έχουν με την Παραπονούμενη και την επίδικη συναλλαγή τους, και για τις οποίες δόθηκε, η ίδια ακριβώς αιτία για την ανάκληση της πληρωμής τους. Και στην συνέχεια, οι οδηγίες ανάκλησης της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 7, 9 και 10, φαίνεται να δόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1, επειδή, η συνεργασία στην οποία πρόσβλεπε και επιδίωκε με την Παραπονούμενη, δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις να συνεχιστεί, εξ υπαιτιότητας, ως έκρινε, της Παραπονουμένης. Και τούτα, χωρίς σε καμία περίπτωση, ο αποφασιστικός, για την Κατηγορούμενη 1, λόγος για την ανάκληση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, να ήταν η κακή ποιότητα των εμπορευμάτων που της είχαν ήδη παραδοθεί. Δεν μπορεί άλλωστε να δικαιολογηθεί διαφορετικά και η υποβολή που έγινε από πλευράς Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, στον ΜΚ2, κατά την αντεξέταση του, ότι η πιστοποίησης CE για τα εμπορεύματα, εξασφαλίστηκε από την Κατηγορούμενη 1, περί τα τέλη του μηνός Ιανουαρίου του έτους
- Αν στο επίκεντρο των ισχυρισμών των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και της υπεράσπισης τους, ήταν πραγματικά [και] η έλλειψης της πιστοποίησης CE για τα εμπορεύματα, τότε η θέσης τους αυτή, και μάλιστα, ως ακριβώς στην συνέχεια υποστηρίχθηκε με την μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, θα υποβαλλόταν στον ΜΚ2 με ουσιαστική ακρίβεια και χωρίς αντιφάσεις.
- Και για να γίνω πλήρως κατανοητός, θα αναφερθώ στην αλληλογραφία, που ως προαναφέρθηκα, προδίδει την ανειλικρίνεια των ισχυρισμών του Κατηγορουμένου 2, σε συνδυασμό με το χρονικό που αφορά τις εντολές ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και
- Η μαρτυρία του ΜΥ2, είναι επίσης αποκαλυπτική.
- Όπως προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΥ2, οι προσπάθειες της Κατηγορουμένης 1, με το Υπουργείο Εσωτερικών, για να ικανοποιήσει, σε ότι αφορούσε τα απαιτούμενα από την νομοθεσία έγγραφα, για την διάθεση των εμπορευμάτων (γυψοσανίδες με ίνες) στην κυπριακή αγορά, που είχε από 30/11/2012 εισάγει στην Κύπρο (ήτοι, σε ότι αφορούσε, την δήλωση συμμόρφωσης των προϊόντων με την ισχύουσα νομοθεσία και την πιστοποίηση τους CE που έπρεπε να συμμορφώνεται με το σχετικό ευρωπαϊκό εναρμονισμένο πρότυπο), σταμάτησαν περί τις αρχές του μηνός Ιανουαρίου του έτους
- Είχαν προηγηθεί, επικοινωνίες της Κατηγορουμένης 1 με το Υπουργείο Εσωτερικών, από τις οποίες πρόκυπτε ότι, τα έγγραφα που η Παραπονούμενη της απέστελλε για τα εμπορεύματα, δεν ικανοποιούσαν. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΥ2, η Κατηγορούμενη 1, δεν επανήλθε στο Υπουργείο Εσωτερικών για να υποβάλει άλλα έγγραφα ή για επανεξέταση του ζητήματος.
- Συνεπώς, το γεγονός ότι τα πιστοποιητικά των εμπορευμάτων που η Κατηγορούμενη 1 είχε προμηθευτεί από την Παραπονούμενη, δεν ικανοποιούσαν, ήταν γνωστό στην Κατηγορούμενη 1 ή θα έπρεπε να της ήταν γνωστό, τουλάχιστον από τις αρχές, ή έστω από τα μέσα του μηνός Ιανουαρίου του έτους
- Με αυτό ως δεδομένο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, ότι, αποφασιστικός παράγοντας για την ανάκληση από πλευράς της Κατηγορουμένης 1, της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, στις 26/03/2013, 08/04/2013, 13/05/2013 και 23/05/2013, που τούτο έγινε, ήταν η έλλειψης των προαναφερόμενων εγγράφων. Αν αυτός ήταν ένας ουσιαστικός λόγος για την Κατηγορούμενη 1, ώστε αυτή να αποφάσιζε ότι δεν θα πλήρωνε την Παραπονούμενη, για να ανακαλούσε στην συνέχεια την εντολή πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 εξ αιτίας αυτού, τότε, πιο λογικό θα ήταν, να το έπραττε με μιας, δηλαδή, με μία και μόνο εντολή προς την πληρώτρια τράπεζα, για όλες τις εν λόγω επιταγές και μάλιστα, πολύ νωρίτερα από τις 26/03/2013 που για πρώτη φορά έσπευσε να δώσει οδηγίες για την ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6 και
- Και αυτό, είναι πιο λογικό από αυτό που ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίζεται, επειδή, η έλλειψης των απαιτούμενων από την νομοθεσία εγγράφων, επηρέαζε, ως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε, σχεδόν το 25% του εισαχθέντος εμπορεύματος, αξίας €130.
- Αυτό είναι άλλωστε κάτι που προκύπτει και από την αλληλογραφία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 της τότε εποχής, -δηλαδή, του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2013-, από την οποία προκύπτει ότι, η Κατηγορούμενη 1, εστίαζε την προσοχή της, περισσότερο στο να προωθήσει τις πωλήσεις των εμπορευμάτων που αγόρασε από την Παραπονούμενη στην κυπριακή αγορά, παρά στο ζήτημα των προαναφερόμενων εγγράφων (βλ. Τεκμήρια από 27 μέχρι και 33).
- Η αλληλογραφία των μερών, υποστηρίζει περαιτέρω και τα εξής.
- Ότι, ο χρόνος πέρασε, και ενώ από τα μέσα του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2013, η Κατηγορουμένη 1 γνώριζε ότι τα έγγραφα νομιμοποίησης της διάθεσης των εμπορευμάτων (γυψοσανίδες εξωτερικού χώρου) στην κυπριακή αγορά δεν υπήρχαν, τον μήνα Μάρτιο του έτους 2013 και συγκεκριμένα στις 23/03/2013, γράφει στην Παραπονούμενη, όχι για να διαμαρτυρηθεί για το γεγονός ότι τα εμπορεύματα δεν είχαν τα απαραίτητα έγγραφα, στα οποία δεν αναφέρεται καν, αλλά για να αναφερθεί σε κάποιο υπολογισμό της, της ζημιάς που αυτά υπέστησαν κατά την μεταφορά τους (βλ. Τεκμήριο 34).
- Και περνά ο καιρός, και φτάνουμε στον μήνα Απρίλιο του έτους 2013, όπου, αμέσως μετά την ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6 και 8 στις 26/03/2013, η Κατηγορούμενη 1, γράφει στην Παραπονούμενη, στις 02/04/2019, για να της αναφέρει ότι, η πρώτη πληρωμή για εξόφληση του εμπορεύματος που αγόρασε από αυτήν, που θα γινόταν δια της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 6, θα καθυστερούσε για μερικές ημέρες, προβάλλοντας την δικαιολογία της κρίσης στα χρηματοοικονομικά της Κύπρου και τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν από το κράτος σχετικά (δέσμευσης λογαριασμών), στους οποίους υπόκειτο και η ίδια. Και πάλι, στο μήνυμα αυτό της Κατηγορουμένης 1 προς την Παραπονούμενη, δεν γίνεται καμία αναφορά στο γεγονός, που, από τα μέσα του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2013, της ήταν γνωστό, ότι δηλαδή, τα εν λόγω έγγραφα δεν υπήρχαν (βλ. Τεκμήριο 35).
- Στο ίδιο πνεύμα, ήταν και άλλα μηνύματα της Κατηγορούμενης 1, που ακολούθησαν, όπου καμία αναφορά δεν γίνεται στα εν λόγω έγγραφα, παρά μόνο στο γεγονός ότι, οι περιορισμοί στις συναλλαγές λόγω των μέτρων που λήφθηκαν από το κράτος της Κύπρου ένεκα της χρηματοοικονομικής κρίσης, δεν της επέτρεπαν να προβεί στην συμφωνημένη πληρωμή.
- Σχετικό, είναι το μήνυμα της Κατηγορούμενης 1 προς την Παραπονούμενη ημερομηνίας 09/04/2013 (βλ. Τεκμήριο 36), σε σχέση με το οποίο, είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί, ότι, εστάλη στην Παραπονούμενη εις απάντηση μηνύματος της Παραπονούμενης, νωρίτερα της ημέρας εκείνης, τα όσα αναγράφονται στο οποίο, αλλά και το ύφος που αυτό είναι γραμμένο, αν όντως υπήρχε κάποιο ζήτημα που απασχολούσε την Κατηγορούμενη 1 ως λόγος που δικαιολογούσε την μη πληρωμή της Παραπονούμενης, λογικά επέβαλλαν την αναφορά του.
- Η ίδια εικόνα, φαίνεται να επικρατεί και αργότερα στον μήνα αυτό. Στις 22/04/2013, η Κατηγορούμενη 1 απέστειλε μήνυμα στην Παραπονούμενη όπου, αφού την ενημερώνει για πληρωμή ποσού €10.000 δια εμβάσματος στον λογαριασμό της, και πάλι αναφέρεται στην κρίση που επικρατεί στην Κύπρο, τις προσπάθειες της για επιβίωση, αναφέροντας της μάλιστα χαρακτηριστικά ότι, με το να την δυσκολεύει, δεν κερδίζει τίποτα (βλ. Τεκμήριο 37). Υπενθυμίζεται εδώ, το ύφος που είχε το μήνυμα της Παραπονούμενης προς την Κατηγορούμενη 1 της 09ης/04/2013 (βλ. Τεκμήριο 36), με το οποίο, μεταξύ άλλων, της ανέφερε: «We received a note from the bank that the check returned. It is the check from 28/02/
- You know that we have more checks on the way and because of that we want you to send is a timetable for bank transfer. It is very important to see money immediately for the first check ! more the 30 days from the deposit until returned from the bank !. Please make a bank transfer for the 57,000 euro immediately.».
- Δεν μπορώ να αποδεχθώ, ότι, η Κατηγορούμενη 1, απέδιδε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στα εν λόγω έγγραφα, την σημασία που ο Κατηγορούμενος 2 υποστήριξε ότι είχαν για την Κατηγορούμενη 1 για να οδηγηθεί στην ανάκληση της εντολής της για πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 κατά την δίκη, και δεχόμενη την πίεση, που ως η ίδια η Κατηγορούμενη 1 αναφέρει στο μήνυμα της ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Τεκμήριο 37 ότι δεχόταν από την Παραπονούμενη για να πληρωθεί, να μην αναφέρει στην Παραπονούμενη τίποτα για το ζήτημα αυτό και απλά να ζητά την κατανόηση της. Η Κατηγορούμενη 1, όχι μόνο δεν φαίνεται να διαμαρτύρεται στην Παραπονούμενη για το ζήτημα των εγγράφων, -που λογικό ήταν ότι θα έπρεπε να διαμαρτύρεται, (αν σχετικά με αυτό, από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2013, εξ υπαιτιότητας της Παραπονουμένης, αντιμετώπιζε, αναφορικά με τα εμπορεύματα που παρέλαβε, για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς των οποίων εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, ένα τέτοιο ουσιαστικό πρόβλημα), και όχι να ζητά αυτή κατανόηση από την Παραπονούμενη-, αλλά προχωρεί και της καταβάλλει, δια εμβάσματος στον λογαριασμό της, περαιτέρω €10.
- Και πάλι, άνευ επιφυλάξεως ή διαμαρτυρίας για το ζήτημα των εν λόγω εγγράφων, αναφερόμενη μάλιστα, στη θέληση της, το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί από την μη πληρωμή της Παραπονούμενης δια των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6 και 8, ως είχε συμφωνηθεί, να το επιλύσει (βλ. Τεκμήριο 38).
- Το ζήτημα των εν λόγω εγγράφων, δεν φαίνεται να απασχολεί ουσιαστικά την Κατηγορούμενη 1, ούτε τον μήνα Μάιο του έτους
- Τότε, από τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ανταλλάχθηκαν μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, φαίνεται ότι, την Κατηγορούμενη 1, όχι μόνο δεν την απασχολούσε η έλλειψης των εν λόγω εγγράφων για τα εμπορεύματα της Παραπονούμενης, που από τον Ιανουάριο του έτους 2013, ως προαναφέρθηκε, πρέπει να της ήταν γνωστή, αλλά συζητά με την Παραπονούμενη, περαιτέρω ανάπτυξη της συνεργασίας τους για την πώληση από αυτήν στην κυπριακή αφορά, του ιδίου τύπου προϊόντα.
- Δηλαδή, φαίνεται ότι τότε επιθυμούσε την αγορά και άλλου τέτοιου προϊόντος από την Παραπονούμενη, και ότι παρουσίαζε μάλιστα την χρηματοοικονομική κρίση στην Δημοκρατία, ως ευκαιρία για απόκτηση, σε ότι αφορούσε αυτό το προϊόν, μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς. Σχετικά, είναι τα μνήματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 03/05/2013 και 13/05/2013, Τεκμήρια 66 και 67 αντίστοιχα (βλ. και Τεκμήριο 39). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται από πλευράς Παραπονουμένης στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 13/05/2013, Τεκμήριο 67: «
- The financial crisis in Cyprus has presented certain opportunities considering that at least one of the three big players will not continue to import Gypsum boards and therefore an additional business of approximately 3000,000 euro/m may open to claim. . D. Ellinas has already prepared a strategic plan to obtain business from the competition.». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
- Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να αποδεχθώ, -ακόμη και εάν τα προϊόντα της Παραπονούμενης είχαν πράγματι ζήτημα με τα εν λόγω έγγραφα που η νομοθεσία απαιτεί-, ότι αυτό αποτελούσε ουσιαστικό για την Κατηγορούμενη 1 θέμα, που την οδήγησε στην απόφαση της να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7 και 8, όταν, στις 13/05/2013 που απέστειλε το προαναφερόμενο μήνυμα της ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, Τεκμήριο 69, συζητούσε με την Παραπονούμενη, για «στρατηγικό πλάνο» που είχε καταρτήσει για να αποκτήσει από τον ανταγωνισμό, μερίδιο της κυπριακής αγοράς για αυτά τα προϊόντα. Την ίδια μάλιστα ημέρα, που ενώ έλεγε αυτά, προχώρησε και έδωσε εντολή για μη πληρωμή της επίδικης επιταγής, Τεκμήριο 7, ισχυριζόμενη ως λόγο, την κακή ποιότητα των εμπορευμάτων που παρέλαβε (βλ. Τεκμήρια 14 και 67).
- Από την αλληλογραφία των μερών, δεν φαίνεται, κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2013 (ήτοι, ακόμη και μετά την ανάκληση της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 7, 9 και 10, στις 13/05/2013 και 23/05/2013 αντίστοιχα), να υπάρχει αλλαγή στάσης της Κατηγορουμένης 1, σε ότι αφορούσε τα ζητήματα που ουσιαστικά την απασχολούσαν εκείνη την εποχή. Πουθενά στα μηνύματα της ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 30/05/2013, 05/06/2013 και 09/06/2013 προς την Παραπονούμενη, Τεκμήρια 40, 41 και 42, αντίστοιχα, αναφέρεται οτιδήποτε που να αφορά την έλλειψη των εν λόγω εγγράφων. Από αυτά, φαίνεται ξεκάθαρα ότι, το θέμα που ουσιαστικά απασχολεί την Κατηγορούμενη 1, είναι η συνέχιση της συνεργασίας της με την Παραπονούμενη και οι τιμές που η τελευταία θα τις πρόσφερε τα προϊόντα της για άμεσες μελλοντικές της παραγγελίες. (Για αυτά τα προϊόντα, που υπενθυμίζεται, από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2013, πρέπει να γνώριζε ότι δεν είχαν τα εν λόγω έγγραφα). Παράλληλα δε, ανέφερε στην Κατηγορούμενη 1 και για τα διαβήματα αναδιάρθρωσης των λογαριασμών της με την τράπεζα της, το αποτέλεσμα των οποίων ήταν η ευχέρεια πληρωμής της Παραπονουμένης, του συνόλου της οφειλής της από την αγορά των προϊόντων της, η οποία όμως τελούσε υπό έγκριση κρατικού φορέα στην Δημοκρατία, λόγω των περιοριστικών μέτρων που ίσχυαν στις συναλλαγές.
- Ανάλογες, πρέπει να αναφερθεί, είναι και οι παρατηρήσεις μου για τον άλλο λόγο που ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι αποτέλεσε αιτία για την ανάκληση από πλευράς της Κατηγορουμένης 1 της εντολής πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, που αφορά τις ζημιές στα εμπορεύματα που της παραδόθηκαν.
- Η προαναφερόμενη αλληλογραφία, Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, δεν υποστηρίζει ότι, η Κατηγορούμενη 1, κατά τον χρόνο που έδιδε την εντολή της για ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 στις 26/03/2013, 08/04/2013, 13/05/2013 και 23/05/2013, είχε ως λόγο της, τις εν λόγω ζημιές στα εμπορεύματα. Το ζήτημα αυτό των ζημιών στα εμπορεύματα, ναι μεν υπήρχε και η Κατηγορούμενη 1 το συζητούσε και το διαπραγματευόταν με την Παραπονούμενη, μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2013 που επήλθε η ρήξη στην σχέση τους, δεν ήταν όμως ο λόγος γιατί ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, ούτε και είχε την έκταση που η Κατηγορούμενη 1 επιχείρησε δια του Κατηγορουμένου 2 να υποστηρίζει κατά την δίκη. Όπως προκύπτει από την εν λόγω αλληλογραφία, αυτό ήταν ένα δευτερεύον ζήτημα για την Κατηγορούμενη 1, η οποία, αυτό που συνεχώς και επίμονα ζητούσε και επεδίωκε, ήταν η συνέχιση της συνεργασίας της με την Παραπονούμενη σε ότι αφορούσε την προώθηση της πώλησης των εμπορευμάτων της πρώτης στην κυπριακή αγορά.
- Ακολουθώντας κάποιος το χρονικό μέσα από την προαναφερόμενη αλληλογραφία, και συσχετίζοντας τα αναφερόμενα σε αυτήν με τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου 2, βλέπει ότι, η Κατηγορούμενη 1, ποτέ δεν πρόβαλε στις συζητήσεις της με την Παραπονούμενη, κατά τους προαναφερόμενους χρόνους όταν και έγινε από πλευράς της η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, το ζήτημα αυτό των ζημιών στα εμπορεύματα. Τουναντίον, η Κατηγορούμενη 1, στις περισσότερες από αυτές τις επικοινωνίες, αναγνωρίζει την οφειλή της προς την Παραπονούμενη, εξηγεί ότι ο λόγος για την μη πληρωμή της δια των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, είναι τα προβλήματα που δημιούργησε η διαταραχή της χρηματοοικονομικής σταθερότητας στην Κύπρο και οι περιορισμοί που το κράτος επέβαλε στις συναλλαγές, ζητά την κατανόηση της Παραπονούμενης και υπόσχεται να την πληρώσει.
- Ακόμη και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2013, που η Κατηγορούμενη 1 απέστειλε στην Παραπονούμενη το μήνυμα της ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 09/06/2013, Τεκμήριο 42, για να εκφράσει την απογοήτευση της για την αύξηση των τιμών που η Παραπονούμενη της πρόσφερε τα προϊόντα της, η Κατηγορούμενη 1, δια του Κατηγορουμένου 2, υποσχόταν στην Παραπονούμενη, ότι, ό,τι της όφειλε, θα της το πλήρωνε. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο εν λόγω μήνυμα του ο Κατηγορούμενος 2 «Whatever money Tabour has to get, will get them but we are very disappointed .». Εν προκειμένω, η ερμηνεία που ο Κατηγορούμενος 2 έδωσε στο εν λόγω μήνυμα του κατά την δίκη, ότι δηλαδή, αυτό που εννοούσε με αυτό, ήταν ότι η Παραπονούμενη θα πληρωνόταν από την Κατηγορούμενη 1 αυτά που δικαιούταν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και αυτό, όχι μόνον επειδή είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό που χρησιμοποίησε, αλλά και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι, κάποιες ημέρες προηγουμένως, και πάλι υποσχόταν πληρωμή της οφειλής της Κατηγορουμένης 1, αρχικά όταν η αναδιάρθρωση των λογαριασμών της με την τράπεζα της τελεσφορούσε και στην συνέχεια όταν θα ελάμβανε την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (βλ. Τεκμήρια 40, 41 και 42).
- Η ζημιά άλλωστε της Κατηγορούμενης 1, που όχι μόνο δεν αποτελούσε ζήτημα για την Κατηγορουμένη 1 για να μη πληρώσει τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 κατά τον χρόνο που έδωσε τις οδηγίες για την μη πληρωμή τους, δεν είχε ούτε και την έκταση που ο Κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να δώσει για να υποστηρίξει καταληκτικά την πράξη της Κατηγορούμενης 1 να ανακαλέσει την πληρωμή όλων. Για τα δύο αυτά ζητήματα, σημειώνονται τα εξής πολύ σημαντικά. Ότι, η Κατηγορούμενη 1, την εκτίμηση της ζημιάς των εμπορευμάτων, από τον πραγματογνώμονα στον οποίο ανέθεσε την εργασία, την έλαβε στις 22/05/
- Σύμφωνα με αυτήν οι ζημιές στα εμπορεύματα, ήταν συνολικής αξίας €50.560,
- Συνεπώς, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συσχετιστεί, αυτή η διαπίστωση της Κατηγορουμένης 1, της 22ας/05/2013, με τις εντολές που έδωσε για ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7 και 8 που δόθηκαν προγενέστερα, στις 26/03/2013, 08/04/2013 και 13/05/
- Ενώ, σημαντικό για να γίνει παρατήρησης του στο σημείο αυτό, είναι και η δυσαναλογία της ισχυριζόμενης ζημιάς της Κατηγορούμενης 1 των €50.560,89, με το συνολικά οφειλόμενο ποσό, βάσει των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 των €286.247,
- Υπενθυμίζεται εδώ, ότι, ο λόγος που η Κατηγορούμενη 1 έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου για να ανακαλέσει την εντολή της για πληρωμή των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, ήταν αυτός της κακής ποιότητας των εμπορευμάτων (επικαλούμενη ζημιά τους, και τα έγγραφα που αφορούσαν την πιστοποίηση CE), στον οποίο λόγο δεν μπορεί να συμπεριληφθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος, όπως π. χ. παράβαση σύμβασης και η όποια ισχυριζόμενη ζημιά της Κατηγορούμενης 1 ένεκα τούτου, που ήταν ένα ζήτημα που, σε κάθε περίπτωση, στην Κατηγορούμενη 1 προέκυψε τον μήνα Ιούνιο του έτους 2013 (βλ. Τεκμήριο 41 ημερομηνίας 05/06/2013). Μέχρι τότε, ως δείχνει το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Κατηγορουμένης 1 ημερομηνίας 05/06/2013, Τεκμήριο 41, η Κατηγορούμενη 1, προσπαθούσε να πείσει την Παραπονούμενη να διαφοροποιήσει τις τιμές της προς το φθηνότερο.
- Σημειώνοντας εδώ και το εξής. Ότι, προηγούμενα, η Κατηγορούμενη 1, είχε εκτιμήσει την ζημιά αυτή στα εμπορεύματα ότι ήταν λιγότερη: είχε εκτιμηθεί περίπου στις €14.000 τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 (βλ. Τεκμήριο 26, ημερομηνίας 24/12/2012) και περίπου στις €19.790 τον μήνα Μάρτιο του έτους 2013 (βλ. Τεκμήριο 34, ημερομηνίας 21/03/2013). Η έκταση όμως της ζημιάς, δεν έχει τόση σημασία, όσο έχει το γεγονός ότι, όποια και αν ήταν αυτή η ζημιά της Κατηγορουμένης 1, αυτή συζητείτο και το ζήτημα της αποζημίωσης της Κατηγορούμενης 1 από την Παραπονοπύμενη ετύγχανε διαπραγμάτευσης, μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2013 που τερματίστηκε η συνεργασία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης
- H δε συνεννόησης και κατ' αρχήν συμφωνία Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1 σε ότι αφορούσε το ζήτημα αυτό, ήταν ότι, σε όποιο ποσό και να κατέληγε η συμφωνία τους για αποζημίωση της Κατηγορούμενης 1, αυτό θα της επιστρεφόταν, αφότου αυτή εξοφλούσε στην Παραπονούμενη πλήρως το συμφωνημένο τίμημα πώλησης των εμπορευμάτων και δη τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και
- Δηλαδή, τις €286.247,
- Όπως στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Κατηγορουμένης 1 ημερομηνίας 13/05/2013, Τεκμήριο 67, χαρακτηριστικά αναφέρεται, «
- . For the issue of damages: D. Ellinas requested full reimbursement and Tambour (although initially proposed 50% cover) promised to view this issue favourably once full payment is done by D. Ellinas.». Συνεπώς, κατά τον χρόνο που έγινε η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, στις 26/03/2013, 08/04/2013, 13/05/2013 και 23/05/2013, η Κατηγορούμενη 1 δεν μπορούσε να είχε πραγματικά ως λόγο της για την εν λόγω ενέργεια της, τις ζημιές στα εμπορεύματα, ως ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε.
- Κατ' ακολουθίαν των προαναφερόμενων διαπιστώσεων μου, καταλήγω ότι, η Κατηγορούμενη 1, χωρίς εύλογη αιτία, με τις οδηγίες, που, δια της Κατηγορουμένης 3, εντεταλμένης της για τον σκοπό, έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου στις 26/03/2013, 08/04/2013, 13/05/2013 και 23/05/2013, Τεκμήρια 11, 12, 13 και 14, ήτοι, σε χρόνο πριν από την παρουσίαση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 στην Τράπεζα Κύπρου για να πληρωθούν (βλ. Philippa Estates Ltd v Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142), [αναλόγως περίπτωσης], στις 03/04/2013, 05/06/2013, 21/05/2013, 28/06/2013 και 26/07/2013, προκάλεσε την μη εξόφληση των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, τις οποίες εξέδωσε με δικαιούχο πληρωμής τους την Παραπονούμενη, δια της Κατηγορουμένης 3, η οποία είχε τις οδηγίες της για τον σκοπό [μέσω του Κατηγορουμένου 2].
- Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί, -αν και προκύπτει από τα προαναφερόμενα-, ότι, η εισήγησης από πλευράς Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, ότι οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 7, 8, 9 και 10, δεν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου για να πληρωθούν, δεν γίνεται αποδεκτή, δεδομένης της μαρτυρίας του ΜΚ1, τραπεζιτικού, που μάλιστα δεν αμφισβητήθηκε. Ii. Συναλλαγματικές εσωτερικού και εξωτερικού
- Όπως οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 υποστηρίζουν, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, είναι, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, συναλλαγματικές εξωτερικού, οι οποίες, για να μπορούσε να τίθεται ζήτημα ευθύνης της Κατηγορουμένης 1 σε ότι αφορά αυτές (και κατ' επέκταση και των Κατηγορουμένων 2 και 3), θα έπρεπε να είχαν διαμαρτυρηθεί, κατ' εφαρμογής των διατάξεων των Άρθρων 4 και 52 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, κάτι που δεν έχει γίνει.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Κεφ. 262: «4.-
(1)Συναλλαγματική εσωτερικού είναι συναλλαγματική η οποία έχει ή εμφαίνεται στην όψη της ότι έχει- (α) εκδοθεί και είναι πληρωτέα στην Κύπρο, ή (β) εκδοθεί στην Κύπρο επί προσώπου που διαμένει σε αυτήν. Κάθε άλλη συναλλαγματική είναι συναλλαγματική εξωτερικού.
(2)Ο κάτοχος συναλλαγματικής δύναται να θεωρεί αυτή ως συναλλαγματική εσωτερικού εκτός αν επί της όψης της εμφαίνεται το αντίθετο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 139. Με το Άρθρο 4 του Κεφ. 262, γίνεται στον Νόμο διαχωρισμός μεταξύ συναλλαγματικών εσωτερικού και εξωτερικού. Η σημαντικότητα αυτού του διαχωρισμού, έγκειται στις απαιτήσεις που αφορούν την απαίτηση διαμαρτύρησης συναλλαγματικής. Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ μίας συναλλαγματικής εσωτερικού από μία συναλλαγματική εξωτερικού είναι ότι, όλες οι συναλλαγματικές εξωτερικού, όταν, είτε λόγω μη αποδοχής ή μη πληρωμής τους, δεν τιμηθούν, πρέπει να διαμαρτυρηθούν, ενώ οι συναλλαγματικές εσωτερικού δεν είναι απαραίτητο να διαμαρτυρηθούν. Εν προκειμένω, το Άρθρο 51[
(1)και
(2)] του Κεφ. 262, προνοεί τα εξής: «51.-
(1)Όταν συναλλαγματική εσωτερικού δεν έχει τιμηθεί δύναται αν ο κάτοχος θεωρεί σκόπιμο, να διαμαρτυρηθεί για μη αποδοχή ή μη πληρωμή, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά δεν είναι αναγκαίο όπως οποιαδήποτε τέτοια συναλλαγματική διαμαρτυρηθεί για να διαφυλαχθεί το δικαίωμα προσφυγής κατά του εκδότη ή του οπισθογράφου.
(2)Όταν συναλλαγματική εξωτερικού, που φαίνεται στην όψη της ότι είναι τέτοια, δεν έχει τιμηθεί εξαιτίας μη αποδοχής πρέπει να διαμαρτυρηθεί δεόντως λόγω μη αποδοχής, και όταν συναλλαγματική η οποία δεν έχει τιμηθεί προηγουμένως εξαιτίας μη αποδοχής, δεν τιμάται εξαιτίας μη πληρωμής, πρέπει να διαμαρτυρηθεί δεόντως για μη πληρωμή. Αν δεν διαμαρτυρηθεί με τον τρόπο αυτό ο εκδότης και οι οπισθογράφοι απαλλάσσονται. Όταν συναλλαγματική δεν φαίνεται στην όψη της ότι είναι συναλλαγματική εξωτερικού, η διαμαρτύρηση της σε περίπτωση μη τίμησης δεν είναι αναγκαία.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Όπως προκύπτει καθαρά από το λεκτικό των προαναφερόμενων Άρθρων 4 και 51 του Κεφ. 262, ενώ δεν είναι απαραίτητη η διαμαρτύρηση συναλλαγματικής εσωτερικού, ή συναλλαγματικής που στην όψη της φαίνεται ότι είναι εσωτερικού, προκειμένου να διατηρηθεί το δικαίωμα προσφυγής εναντίον του εκδότη ή οπισθογράφου της, όπου αυτός κατοικεί στο εξωτερικό, είναι φρόνιμο αυτό να γίνεται, καθότι, μπορεί με τον τρόπο αυτό να διατηρηθούν τα δικαιώματα από την συναλλαγματική εναντίον του, στην χώρα που αυτός κατοικεί.
- Στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 16η έκδοση, παράγραφο 2-032, σχετικά με τα προαναφερόμενα, αναφέρονται τα εξής: «The importance of the distinction between an inland and a foreign bill is this: a foreign bill, appearing on the face of it to be such, must be duly protested for non-acceptance and for non-payment; and, where a foreign bill has been accepted as to part, it must be protested as to the balance. An inland bill may be noted for non-acceptance or for non-payment, but it is not necessary to note or protest any such bill in order to preserve the recourse against the drawer or indorsers. However, if any party is resident abroad, it should, as a matter of prudence, be protested for the purpose of recourse against him in his own country. The distinction between inland and foreign bills is also relevant in the conflict of laws, where an inland bill is indorsed in a foreign country. .».
- Συνεπώς, μία συναλλαγματική θα είναι εσωτερικού, εάν ικανοποιεί πραγματικά τις απαιτήσεις των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου
(1)του Άρθρου 4 του Κεφ. 262, ή όταν από την όψη της παρουσιάζεται να ικανοποιεί τις εν λόγω απαιτήσεις, είτε στην πραγματικότητα τις ικανοποιεί, είτε όχι. Με την επιφύλαξη των προνοιών του εδαφίου
(2)του Άρθρου 4 του Κεφ. 262, κάθε άλλη συναλλαγματική, είναι συναλλαγματική εξωτερικού. 143. Ως εκ τούτου, η όψη της συναλλαγματικής, δηλαδή, το τι αυτή παρουσιάζει, είναι ζήτημα ουσίας. Όπως επίσης στο σύγγραμμα Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques, 16η έκδοση, στην παράγραφο 2-034, αναφέρεται: «Subsection
(2)in its terms does no more (and no less) than provide that the holder may treat a bill as an inland bill unless, on its face, it appears to be a foreign bill. The intention appears to be that, if it is uncertain from the face of the bill whether it is an inland or foreign bill, but the bill is in fact a foreign bill, the holder may treat it as an inland bill.».
- Για το ίδιο ζήτημα, στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques, 27η έκδοση, στην παράγραφο 5-01, αναφέρονται τα εξής: «The words "or on the face of it purports to be", seem intended to cover the common case of a cheque in fact drawn abroad, but (owing to the use of the ordinary printed cheaque purporting to be drawn within the British Islands.».
- Και συνεχίζουν, οι συγγραφείς του εν λόγω συγγράμματος, την προεκτεθείσα επεξήγηση τους, δίδοντας ως παράδειγμα, τα γεγονότα της υπόθεσης Amner v Clark
(1835)2 C. M. & R. 468; 150 E.R.
- Η εν λόγω υπόθεσης, αφορούσε συναλλαγματική που εκδόθηκε στο Λονδίνο, πληρωτέα σύμφωνα με την διαταγή του εκδότη της στο Λονδίνο, προς έμπορα που διέμενε στις Βρυξέλλες, ο οποίος την αποδέχθηκε πληρωτέα στο Λονδίνο, η οποία, κρίθηκε από το [τότε] Αγγλικό Εφετείο, ότι ήταν συναλλαγματική εσωτερικού, με το εξής σκεπτικό: «This case has been very ingeniously argued; but I do not think that this can be considered as a foreign bill of exchange. The legislature might have defined what was to be considered an inland bill, but they have not done so; and I cannot think that it was necessary to do so, as there is a definition of what a foreign bill is, and I think the act shews that by foreign bills the legislature intended bills drawn in, but payable out of, Great Britain. The legislature never intended to impose a stamp on bills drawn abroad; it was not in their power to do so; but they did mean to impose a stamp on bills drawn in England, payable abroad, because it was in their power to tax them. The statute, primâ facie, intends that inland bills are such as are not drawn payable abroad.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Γενικά, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, βλ. και στο σύγγραμμα Pennington, Commercial Banking Law, στις σελίδες από 196 έως και
- Οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, είναι συναλλαγματικές εσωτερικού και ως εκ τούτου, η διαμαρτύρηση τους από πλευράς Παραπονουμένης δεν ήταν απαραίτητη. Ότι οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, είναι συναλλαγματικές εσωτερικού, προκύπτει από την όψη τους, εφόσον από αυτήν φαίνεται να έχουν εκδοθεί στην Κύπρο και να ήταν πληρωτέες στην Κύπρο. Ως τέτοιες, φαίνεται ότι θεωρήθηκαν και από την Παραπονούμενη, η οποία τις αποδέχθηκε πληρωτέες στην Κύπρο. Ακριβώς, όπως και στα γεγονότα της υπόθεσης Amner v Clark
(1835)2 C. M. & R. 468; 150 E.R. 202 ανωτέρω. Και εξηγώ. 148. Όπως η όψη των επίδικων επιταγών, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10 παρουσιάζει, αυτές εκδόθηκαν επί της Τράπεζας Κύπρου, στην διεύθυνση της επί της οδού «Business Center Linopetra POB ***** L/ssol *****85» που αναγράφεται επί αυτών. Αυτά τα στοιχεία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 45
(1)(δ)[(i) και (ii)] του Κεφ. 262, καθιστούν τις επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, πληρωτέες στην Τράπεζα Κύπρου, στην εν λόγω διεύθυνση, στην Κύπρο. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, οι επίδικες επιταγές, Τεκμήρια 6, 7, 8, 9 και 10, παρουσιάστηκαν (με ηλεκτρονικά μέσα, βλ. Άρθρο 45
(2)του Κεφ. 262) στην Τράπεζα Κύπρου για να πληρωθούν. 149. Σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 45[
(1)(δ) και
(2)του Κεφ. 262: «45.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού συναλλαγματική πρέπει να παρουσιαστεί δεόντως για πληρωμή. Αν δεν παρουσιαστεί με τον τρόπο αυτό ο εκδότης και οι οπισθογράφοι απαλλάσσονται. Συναλλαγματική παρουσιάζεται δεόντως για πληρωμή όταν παρουσιάζεται σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες: . (δ) συναλλαγματική παρουσιάζεται στον κατάλληλο τόπο- (i) όταν ο τόπος πληρωμής ορίζεται σ