ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟ ν. ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 30681/2013, 2/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 30681/2013 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ***** ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟ Κατήγορο -εναντίον - ***** ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ Κατηγορουμένης ---------- Ημερομηνία: 02/09/2019 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κ. Σάββας Μάτσας Για την Κατηγορούμενη: κ. Χρίστος Κληρίδης Κατηγορούμενη, Παρούσα ---------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά
- Η δίκη έχει ξεκινήσει και ο Κατήγορος έχει ήδη δηλώσει ότι έχει ολοκληρώσει με την παρουσίαση της υπόθεσης του. Η Κατηγορούμενη, αν και δήλωσε ήδη την πρόθεση της να εισηγηθεί προς το Δικαστήριο, ότι η προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρία, δεν δικαιολογεί την κλήση της σε απολογία, προτού η διαδικασία προχωρήσει σε αυτό, καταχώρησε το υπό εξέταση διάβημα. Ένα ενδιάμεσο αίτημα. Το Αίτημα
- Με το υπό κρίση αίτημα, η Κατηγορούμενη, αιτείται από το Δικαστήριο, διαταγή απόρριψης ή αναστολής της ποινικής της δίωξης με την υπόθεση αυτή, λόγω, όπως υποστηρίζει, κατάχρησης της διαδικασίας από πλευράς Κατήγορου.
- Το αίτημα της, που υποβλήθηκε γραπτώς, στον τύπο αίτησης δια κλήσεως, που προνοείται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, βασίζεται νομικά: «. επί των άρθρων 3, 48, 175 και 176 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, τους περί Ποινικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 249/1953, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 2, 31 και 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 ΘΘ1-6, Δ.48, ΘΘ1-11, Δ.64, στο Άρθρο 3.20 των Criminal Procedure Rules 2015 (S.I. 2015 No. 1490, τον Κανονισμό 3C των Criminal Practice Direction I (General Matters) 2015, στο Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, επί των Άρθρων 12 και 30 του Συντάγματος, στης Αρχές της Επιείκειας (Equity), την νομολογία των Πρωτοβάθμιων και Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και Αγγλίας, στις σύμφυτες εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου επί της σύμφυτης και γενικής εξουσίας του Δικαστηρίου.».
- Υποστηρίζεται δε, από απόψεως γεγονότων, από την ένορκη δήλωση ενός εκ των δικηγόρων της, του κ. ***** Κληρίδη. Η Ένστασης
- Ο Κατήγορος, ήγειρε ένσταση στο Αίτημα. Καταχώρησε προς τούτο, γραπτή ειδοποίηση Ενστάσεως, στον τύπο ειδοποιήσεως περί της προθέσεως ενστάσεως σε αίτηση δια κλήσεως, που προνοείται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς.
- Η Ένστασης, βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «(α) Η επίδικη αίτηση είναι νόµω και ουσία αβάσιµη, άκυρη και παράτυπη αφού καταχωρήθηκε στη βάση των Θεσµών Πολιτικής Δικονοµίας ενώ η υπόθεση µε τον ως άνω αριθµό και τίτλο είναι Ιδιωτική Ποινική υπόθεση. (β) Η επίδικη αίτηση είναι νόµω και ουσία αβάσιµη, άκυρη και παράτυπη αφού καταχωρήθηκε στη βάση των άρθρων 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόµου Ν. 14/60που καθορίζουν τις εξουσίες του Δικαστηρίου εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας ενώ η υπόθεση µε τον ως άνω αριθµό και τίτλο είναι Ιδιωτική Ποινική υπόθεση. (γ) Η επιδιωκόμενη έκδοση των αιτούµενων Διαταγµάτων για απόρριψη και/ή αναστολή της παρούσας ποινικής υπόθεσης γίνεται πολύ αργά και/ή καθυστερημένα και μετά από το κλείσιμο της υπόθεσης του Παραπονούµενου. (δ) Τα αιτούμενα διατάγματα, ως οι παραγράφοι Α και Β της επίδικης αίτησης ημερομηνίας 16/05/2019, επηρεάζουν δυσµενώς τα δικαιώµατα του Παραπονούµενου για δίκαιη δίκη καθότι η Κατηγορούµενη/Αιτήτρια επιθυµεί την απόρριψη και/ή αναστολή της παρούσας ποινικής υπόθεσης καλώντας το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη µαρτυρία του Παραπονούμενου πριν την έκδοση απόφασης για εκ πρώτης όψεως υπόθεση. (ε) Η Κατηγορούµενη/Αιτήτρια δεν αναφέρει στην αίτηση της οιοδήποτε γεγονός που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων, ειδικότερα σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, και/ή δεν αποκαλύπτει λόγους και/ή στοιχεία που να ικανοποιούν το Δικαστήριο ώστε να εκδώσει τα αιτούµενα Διατάγµατα (ως η Παράγραφοι Α και Β της Αίτησης). (στ) Ενδεχόµενη έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων θα οδηγήσει σε καθυστέρηση και/ή παρεµπόδιση της απονοµής της δικαιοσύνης και/ή σε καθυστέρηση και/ή παρεµπόδιση καταδίκης και/ή επιβολής ποινής σε πρόσωπο στο οποίο αποδίδονται αξιόποινες πράξεις και συγκεκριµένα στην Κατηγορούµενη/Αιτήτρια. (ζ) Δεν πληρούνται οι νόµιµες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έτσι ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς όφελος της Κατηγορούµενης/Αιτήτριας. (η) Ενδεχόµενη έκδοση των αιτούµενων Διαταγµάτων θα επηρεάσει δυσµενώς τα δικαιώµατα και/ή τα συµφέροντα του Παραπονούµενου/Καθου η Αίτηση, καθότι µέσω της επίδικης αίτησης επιχειρείται στην ουσία η διακοπή της παρούσας ποινικής υπόθεσης και η παρεµπόδιση και/ή καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της ποινικής υπόθεσης µε τον ως άνω αριθµό και τίτλο και/ή η παρεµπόδιση και/ή καθυστέρηση της τιµωρίας της Κατηγορουµένης/Αιτήτριας στη βάση των ποινικά αξιόποινων πράξεων που της αποδίδονται µε την παρούσα Ιδιωτική ποινική υπόθεση. (θ) Η επίδικη αίτηση είναι νόµω και ουσία αβάσιµη και/ή άκυρη και/ή παράτυπη αφού βασίζεται στην Ένορκη Δήλωση του δικηγόρου ***** Κληρίδη, η οποία δεν περιέχει µόνον δηλώσεις των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται, ως όφειλε, αλλά περιέχει νοµολογία παίρνοντας µορφή αγορεύσεων. (ι) Η Κατηγορούµενη/Αιτήτρια δεν νοµιµοποιείται και/ή δεν δικαιούται να αιτείται τα αιτούµενα διατάγµατα στα πλαίσια και/ή στο στάδιο αυτό της ως άνω αριθµού και τίτλου ποινικής υπόθεσης. (ια) Δεν πληρούνται οι σχετικές επί του θέµατος νοµοθετικές και/ή δικονοµικές και/ή νοµολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν και/ή πρέπον και/ή προς το συµφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούµενα διατάγµατα. (ιβ) Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Κατηγορούµενης/Αιτήτριας δεν αναφέρεται οιοσδήποτε βάσιµος και/ή ουσιαστικός λόγος, ο οποίος να δικαιολογεί επαρκώς την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης εκ µέρους της Κατηγορούµενης/Αιτήτριας και/ή να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων, ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης, ως αναγκαίων και/ή απαραίτητων για να απονεµηθεί πλήρως η δικαιοσύνη και/ή στη βάση κατάχρησης διαδικασίας και/ή κατάχρησης ποινικής δικαιοδοσίας και/ή αδικίας. (ιγ) Η καταχώρηση της αίτησης της Κατηγορούµενης προσλαµβάνει τη µορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Τα αιτούµενα Διατάγµατα δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court) δεδοµένου και του χρόνου που έχει καταχωρηθεί.».
- Βασίζεται, νομικά: «. στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155 (Άρθρα 2, 35, 36, 69), στους περί Ποινικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 249/1953, ως αυτοί τροποποιήθηκαν, στο περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, Άρθρα 23, 24, 29 ως αυτός τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στο Σύνταγμα, στο Ευρωπαϊκό κεκτημένο, στη Νομολογία, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.».
- Υποστηρίζεται δε, από απόψεως γεγονότων, από την ένορκη δήλωση ενός εκ των δικηγόρων του Κατήγορου, της κας ***** Ζαχαριάδη. Τα διαδικαστικά
- Σε ότι αφορά την εξέταση ζητήματος κατάχρησης διαδικασίας, δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 154 ή τον περί Ποινικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό (249/1953), για την διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται. Στη βάση των όσων στην συνέχεια αναφέρονται σχετικά με το πως συσχετίζεται το ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας με την ειδική απάντηση της προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης («autrefois acquit or convict») του Άρθρου 69
(1)(β) του Κεφ. 155, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι, τυγχάνει εφαρμογής, η διαδικασία που προνοείται από το Άρθρο 69
(2)του Κεφ. 155, έστω κατ' αναλογία (βλ. R v Aldershot Youth Court ex parte A
(1997)3 Archbold News 2 QBD). 10. Σύμφωνα με το Άρθρο 69 του Κεφ. 155, ένας κατηγορούμενος μπορεί, προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο του, να ισχυριστεί ένα από τους λόγους που ορίζονται στο εδάφιο
(1), ως ειδικές απαντήσεις, για να μην συνεχιστεί η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση όπου ο κατηγορούμενος ισχυριστεί την προαναφερόμενη ειδική απάντηση της προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης («autrefois acquit or convict») του Άρθρου 69
(1)(β) του Κεφ. 155, και αμφισβητηθεί από τον κατήγορο του, τότε, το Δικαστήριο, «δικάζει κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός είναι πράγματι αληθινός ή όχι». Αποδοχή της εισηγήσεως του από το Δικαστήριο, οδηγεί σε απαλλαγή του από το κατηγορητήριο του. 11. Σε κάθε περίπτωση, όπως ήταν και η εισήγησης από πλευράς Κατηγορουμένης, το Δικαστήριο, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 3 του Κεφ. 155, στην απουσία ειδικής διάταξης στο Κεφ. 155 ή άλλο Νόμο, «εφαρμόζει» το δίκαιο που εκάστοτε ισχύει στην Αγγλία και τους κανόνες πρακτικής που αφορούν την ποινική δικονομία. Στην προκείμενη περίπτωση, σε ότι αφορά την διαδικασία εξέτασης ζητήματος κατάχρησης διαδικασίας, την Criminal Practise Direction 2015 Division I General Matters. Σύμφωνα με το Άρθρο 3C αυτής, που επιγράφεται «Abuse of process stay applications»: «3C.1 In all cases where a defendant in the Crown Court proposes to make an application to stay an indictment on the grounds of abuse of process, written notice of such application must be given to the prosecuting authority and to any co-defendant as soon as practicable after the defendant becomes aware of the grounds for doing so and not later than 14 days before the date fixed or warned for trial ("the relevant date"). Such notice must: (
- a)give the name of the case and the indictment number; (
- b)state the fixed date or the warned date as appropriate; (
- c)specify the nature of the application; (
- d)set out in numbered sub-paragraphs the grounds upon which the application is to be made; (
- e)be copied to the chief listing officer at the court centre where the case is due to be heard. 3C.2 Any co-defendant who wishes to make a like application must give a like notice not later than seven days before the relevant date, setting out any additional grounds relied upon. 3C.3 In relation to such applications, the following automatic directions shall apply: (
- a)the advocate for the applicant(
- s)must lodge with the court and serve on all other parties a skeleton argument in support of the application, at least five clear working days before the relevant date. If reference is to be made to any document not in the existing trial documents, a paginated and indexed bundle of such documents is to be provided with the skeleton argument; (
- b)the advocate for the prosecution must lodge with the court and serve on all other parties a responsive skeleton argument at least two clear working days before the relevant date, together with a supplementary bundle if appropriate. 3C.4 Paragraphs XII D.17 to D.23 of these Practice Directions set out the general requirements for skeleton arguments. All skeleton arguments must specify any propositions of law to be advanced (together with the authorities relied upon in support, with paragraph references to passages relied upon) and, where appropriate, include a chronology of events and a list of dramatis personae. In all instances where reference is made to a document, the reference in the trial documents or supplementary bundle is to be given. 3C.5 The above time limits are minimum time limits. In appropriate cases, the court will order longer lead times. To this end, in all cases where defence advocates are, at the time of the preliminary hearing or as soon as practicable after the case has been sent, considering the possibility of an abuse of process application, this must be raised with the judge dealing with the matter, who will order a different timetable if appropriate, and may wish, in any event, to give additional directions about the conduct of the application. If the trial judge has not been identified, the matter should be raised with the Resident Judge.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 12. Είναι προφανές ότι, αίτησης κατηγορουμένου για αναστολή της ποινικής δίωξης του, λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, είναι ζήτημα προκαταρκτικό, το οποίο πρέπει να εγείρεται, είτε προδικαστικά, είτε με την έναρξη της δίκης [για να εκδικαστεί προκαταρκτικά]. Ως εκ του αποτελέσματος, που ένα τέτοιο αίτημα μπορεί να επιφέρει στην διαδικασία σε περίπτωση επιτυχίας του, -που είναι, ενδεχομένως, ο τερματισμός της-, πρέπει να εξετάζεται με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Σύμφωνα με την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση CFS v F [2011] EWCA Crim 1844, -που ανέτρεψε, πρέπει να λεχθεί, προηγούμενη νομολογία του στην υπόθεση Smolinski [2004] 2 Cr. App. R. 40-, τέτοια αίτησης, [το αίτημα], είναι ορθό να υποβάλλεται, πριν την δίκη των αδικημάτων στην ουσία τους (ήτοι, πριν την παρουσίαση μαρτυρίας). Το Δικαστήριο, εντούτοις, διατηρεί την ευχέρεια, όταν το κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να αναβάλει την εκδίκαση του, για μεταγενέστερο στάδιο της δίκης. Όπως ελέχθη: «[45] Where there are genuine grounds for an application to stay on the basis that a fair trial will be impossible because of incurable prejudice to the defendant caused by delay, that application is, by its nature, preliminary to rather than part of the trial process. The contention is that the trial should not take place at all. If it is to be made, notice should be given before the trial begins. In the end of course the time when it should be dealt with by argument and ruling is a matter for the trial judge. Although we can envisage cases in which, for example, the application is based on prejudice resulting from the absence of long-lost evidence, such as institutional records, and where the evaluation of the significance of the absence of such evidence may best be undertaken at the close of the Crown's case, in general the question whether the trial should proceed at all should take place before evidence is called. If the ruling is deferred, there is, as this case demonstrates and as Lord Lane envisaged, a significant danger that the submissions to the judge would conflate R v Galbraith principles with the issue of abuse of process. If the application succeeds, it will almost inevitably appear that the judge has usurped the function of the jury. Moreover if the issue is not dealt with before the evidence is heard, the complainant, whose account may, notwithstanding the long delay, be a truthful one, will have been through the ordeal of giving evidence within and as part of a trial process which, afterwards, will then be held to have been an abuse of that very process. That is hardly fair. We do not propose to be prescriptive. However, unless there is a specific reason for deferment, an application to stay on abuse of process grounds is preliminary to the trial, and ought normally to be dealt with at the outset. But perhaps most important of all, as all the authorities underline, it is only in the exceptional cases where a fair trial is not possible that these applications are justified on the grounds of delay, even when the pre-condition to a successful application, serious prejudice, may have occurred, The best safeguard against unfairness to either side in such cases is the trial process itself, and an evaluation by the jury of the evidence.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 13. Κανονικά, αιτήσεις που έχουν ως αντικείμενο τους την αναστολή ποινικής διαδικασίας, εξετάζονται στα πλαίσια διαδικασίας «δίκης εντός δίκης» («voir dire»). Η συνήθης διαδικασία, είναι ο κατήγορος να καλεί μαρτυρία για τα γεγονότα που αφορούν το ζήτημα που έχει εγείρει ο κατηγορούμενος (στη βάση της προαναφερόμενης γραπτής ειδοποίησης και επί των συγκεκριμένων σημείων που όρισε με αυτή) και ακολούθως, ο κατηγορούμενος να καλεί μαρτυρία την οποία θεωρεί πρέπουσα προς υποστήριξη του αιτήματος του. Εντούτοις, το Δικαστήριο, αναμένει την παρουσίαση δια ζώσης μαρτυρίας, μόνο στις περιπτώσεις που κάτι τέτοιο είναι απολύτως απαραίτητο. Συνήθως, και εκτός αν κάτι τέτοιο απλώς δεν είναι δυνατόν, οι διάδικοι υποβάλουν τις παραστάσεις τους, στη βάση έγγραφης μαρτυρίας και τεκμηρίων ή/και παραδεκτών γεγονότων (βλ. R v Barry Magistrates Court ex parte Malpas [1998] COD 90, DC). Αν και ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να δώσει μαρτυρία, μπορεί, αν το επιθυμεί, να το πράξει, με δεδομένο πάντοτε ότι η μαρτυρία του, σε περίπτωση αποτυχίας του αιτήματος του, μπορεί να τύχει εκμετάλλευσης από πλευράς κατήγορου, σε ότι αφορά την συνέχεια της υπόθεσης. (Βλ. στα συγγράμματα, Abuse of Process and Judicial Stays of Criminal Proceedings, Α. L.-T. Choo, σελίδες από 130 έως 136 και Abuse of Process in Criminal Proceedings, D. Young, M. Summers, D. Corker, στην παράγραφο 10.148). 14. Με αυτά ως δεδομένα, αν και η διαδικασία που έχει ακολουθηθεί από πλευράς Κατηγορουμένης, σε ότι αφορά την υποβολή και παρουσίαση του αιτήματος της, δεν είναι η ορθή, δεν αποτελεί, κρίνω, κώλυμα για το Δικαστήριο, να το εξετάσει στην ουσία του. Κάποιες παρατηρήσεις, σε ότι αφορά το λανθασμένο της διαδικασίας, που αφορούν:
(1)το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη παρουσίασε γεγονότα προς υποστήριξη του Αιτήματος της με ένορκη δήλωση του δικηγόρου της, όπως άλλωστε έπραξε και ο Κατήγορος με την Ένσταση του, που η νομολογία αποδοκιμάζει (βλ. Νικολάου ν Total Properties Ltd κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 124/2010, 14/07/2011, Huang v Κυπριακής Δημοκρατίας κ. α. Υπόθεση Αρ. 925/10, 20/08/2010),
(2)ο τύπος της γραπτής αιτήσεως και ενστάσεως που χρησιμοποιήθηκαν, βάσει των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, που δεν αποτελούν θεσμό στην ποινική δικονομία, και
(3)η αντιστροφή στην παρουσίαση των γεγονότων από τους διαδίκους; δεν είναι ικανές να οδηγήσουν σε απόρριψη της Αίτησης, εφόσον, έστω και με αυτό τον τρόπο, διασφαλίστηκε ότι, έκαστη πλευρά, δίκαια είχε την ευχέρεια παρουσίασης στο Δικαστήριο των ισχυρισμών και θέσεων της για το εγειρόμενο ζήτημα. Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι, η διαδικασία που ακολουθήθηκε, -με την οποία, πρέπει να σημειωθεί, αμφότεροι οι διάδικοι, συμφώνησαν- παρά τα όσα προνοούνται στην Criminal Practise Direction 2015 Division I General Matters ανωτέρω:
(1)είναι γνωστή στο δίκαιο μας (αν και όχι στην ποινική δικονομία),
(2)παρείχε την ευχέρεια, μέσα από αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων, ακόμη και αμφισβήτησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών από πλευράς εκατέρωθεν των διαδίκων, και
(3)έχει, σε κάθε περίπτωση, θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, το υλικό που οι διάδικοι θεωρούν σχετικό με το εγειρόμενο ζήτημα, -ειδικότερα εφόσον στην δικονομία μας, σε συνοπτική δίκη, δεν υπάρχει κατατεθειμένο στο Δικαστήριο, πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης, οτιδήποτε που θα μπορούσε να λεχθεί ότι συνιστά, δέσμη εγγράφων δίκης («trial documents bundle»)-. Θεωρώ, ότι, με την διαδικασία που ακολουθήθηκε, τα δικαιώματα των διαδίκων έχουν κατοχυρωθεί (βλ. Udruzena Beogradska Banka v Westcare Investment Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124, Ανδρέας Νεοκλέους & Σια ν Cyllenius Holdings Ltd κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 142/2011, 26/10/2016). Εξ ου και οι οδηγίες του Δικαστηρίου, μετά την καταχώρηση της Αίτησης, με την συγκατάθεση και της πλευράς του Κατήγορου, για τα της διαδικασίας που θα ακολουθείτο, βάσει και των προνοιών του Άρθρου 175 του Κεφ.
- Ο χρόνος υποβολής του αιτήματος, δεδομένων και των προνοιών της Criminal Practise Direction 2015 Division I General Matters ανωτέρω, με έχει προβληματίσει. Όπως έχω προαναφέρει, σύμφωνα με την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση CFS v F [2011] EWCA Crim 1844, τέτοια αίτησης για αναστολή ποινικής δίωξης λόγω κατάχρησης διαδικασίας, πρέπει να υποβάλλεται πριν την δίκη των αδικημάτων στην ουσία τους. Εδώ, η Κατηγορούμενη, υπέβαλε το Αίτημα της, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης του Κατήγορου. Η καθυστέρησης αυτή στην υποβολή του, μακρά και αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις, -εφόσον, εξ όσων γίνεται αντιληπτό, όλα όσα τώρα η Κατηγορούμενη επικαλείται για το Αίτημα της, της ήταν γνωστά πριν την έναρξη της δίκης και θα μπορούσαν να είχαν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, ακριβώς όπως και τώρα-, δικαιολογεί απόρριψη του;
- Στην υπόθεση CFS v F [2011] EWCA Crim 1844 ανωτέρω, δεν ετέθη από το Αγγλικό Εφετείο, άκαμπτος κανόνας για το στάδιο υποβολής ενός τέτοιου αιτήματος, ή και εξέτασης του τελικώς από το Δικαστήριο. Αναγνωρίστηκαν οι δυσκολίες και κίνδυνοι που ενείχε η μέχρι τότε διαδικασία, -κατά την οποία, το ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας, ακριβώς, εξεταζόταν μετά το κλείσιμο της παρουσίασης της υπόθεσης του κατήγορου-, και ανατράπηκε η νομολογία που έθεσε το ίδιο δικαστικό σώμα στην υπόθεση Smolinski [2004] 2 Cr. App. R. 40 ανωτέρω, που ήταν απαγορευτική της εξέτασης του προδικαστικά. Η προσέγγισης του Αγγλικού Εφετείου στην Smolinski [2004] 2 Cr. App. R. 40 ανωτέρω, σημειώνεται, επέτρεπε στο Δικαστήριο να εξετάσει την μαρτυρία από πλευράς του κατήγορου, υπό το πρίσμα της θέσεως της υπεράσπισης περί κατάχρησης διαδικασίας. Αυτό πλέον, δεν είναι θεσμικά ορθό (βλ. Criminal Practise Direction 2015 Division I General Matters ανωτέρω). Συνεπώς, αν η εξέτασης του Δικαστηρίου περιοριζόταν, στα όσα η Αίτηση και η Ένσταση αποκαλύπτουν για το ζήτημα αυτό (και μόνον σε ότι αφορά τα γεγονότα) και τα παραδεκτά γεγονότα, στα πλαίσια μίας διαδικασίας δίκης εντός δίκης (και με δεδομένο ότι δεν υπήρξε αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων: της όποιας αμφισβήτησης που τα γεγονότα επί των οποίων βασίστηκε το Αίτημα της Κατηγορούμενης, έτυχαν ενόρκως από πλευράς Κατήγορου), χωρίς αναδρομή στη μαρτυρία του Κατήγορου που δόθηκε κατά την δίκη, δεν θα υπήρχε λόγος γιατί η Αίτησης αυτή να απορριφθεί, λόγω της καθυστέρησης στην υποβολή της.
- Αυτή την «οδό» θα ακολουθούσα, πρέπει να σημειωθεί, εάν η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν κατεδείκνυε διαφορετικά. Στην υπόθεση Σπύρου ν Ξενή, Ποινική Έφεση Αρ. 223/2014, 11/11/2015, το Ανώτατο Δικαστήριο, φαίνεται ότι υιοθέτησε την προσέγγιση του Αγγλικού Εφετείου στην Smolinski [2004] 2 Cr. App. R. 40 ανωτέρω, εφόσον, το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, -το οποίο βεβαίως, εκεί, είχε εγερθεί προς εξέταση αυτεπάγγελτα από το πρωτόδικο Δικαστήριο-, εξετάστηκε, μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης του Κατήγορου, και στη βάση της προσκομισθείσας, από πλευράς του, μαρτυρίας κατά την δίκη. Καταλήγω, συνεπώς, ότι, η εξέτασης του Δικαστηρίου του Αιτήματος, μπορεί να βασιστεί, στα όσα η Αίτηση και η Ένσταση αποκαλύπτουν για το ζήτημα αυτό (και μόνον σε ότι αφορά τα γεγονότα) και τα παραδεκτά γεγονότα, στα πλαίσια μίας διαδικασίας δίκης εντός δίκης (και με δεδομένο ότι δεν υπήρξε αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων: της όποιας αμφισβήτησης που τα γεγονότα επί των οποίων βασίστηκε το Αίτημα της Κατηγορούμενης, έτυχαν ενόρκως από πλευράς Κατήγορου), με αναδρομή και στη μαρτυρία από πλευράς Κατήγορου που δόθηκε κατά την δίκη (το τι αυτή παρουσιάζει, χωρίς εκτίμηση της, εφόσον δεν είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο για αυτό), εκεί και όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο.
- Σε κάθε περίπτωση, έχοντας υπόψη την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σπύρου ν Ξενή, Ποινική Έφεση Αρ. 223/2014, 11/11/2015 ανωτέρω, το Αίτημα της Κατηγορούμενης, δεν μπορεί να απορριφθεί, μόνο και μόνο, επειδή υποβλήθηκε σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας.
- Καταληκτικά, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, πρέπει να αναφερθούν τα εξής. Το αδικαιολόγητο της καθυστέρησης υποβολής του Αιτήματος, είναι σίγουρα κάτι το οποίο θα ληφθεί υπόψη του Δικαστηρίου, αναλόγως πάντοτε κατάληξης, κατά την επιδίκαση των εξόδων της διαδικασίας. Η δε καθυστέρησης στην τελική διεκπεραίωση αυτής της υπόθεσης, οφειλόμενη ή/και εξ υπαιτιότητας της Κατηγορουμένης και σε ποιο βαθμό, γενικά, εκεί που διαπιστώνεται, είναι επίσης ένα δεδομένο που ίσως να έχει, και ενδεχομένως να έχει σημασία, στην υπόθεση αυτή, αν η διαδικασία κριθεί ότι πρέπει να συνεχίσει, αναλόγως πάντοτε εξέλιξης, στο τέλος της υπόθεσης. Δεν δικαιολογεί όμως απόρριψη του Αιτήματος αυτού.
- Κατ' ακολουθία, οι λόγοι ενστάσεως με αρ. (α), (γ), (δ), (θ), (ι), (ιβ) και (ιγ) του Κατήγορου, απορρίπτονται. Κατάχρηση διαδικασίας: Η γενική αρχή
- Στην υπόθεση R v Derby Crown Court, ex parte Brooks
(1985)80 Cr.App.Rep. 164, ο Sir Roger Ormrod, όρισε την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να αντιμετωπίσει χειραγώγηση ή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (στο εξής καλούμενη «η Κατάχρηση Διαδικασίας») ως εξής: «The power to stop a prosecution arises only when it is an abuse of the process of the court. It may be an abuse of process if either (
- a)the prosecution have manipulated or misused the process of the court so as to deprive the defendant of a protection provided by the law or to take unfair advantage of a technicality, or (
- b)on the balance of probability the defendant has been or will be, prejudiced in the preparation or conduct of his defence by delay on the part of the prosecution .». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) 22. Στην προκείμενη περίπτωση, κατ' ουσίαν, δεν έχει τεθεί ζήτημα καθυστέρησης στην δίωξη της Κατηγορούμενης από πλευράς Κατήγορου, που απολήγει σε κατάχρηση της διαδικασίας. Έχει εγερθεί ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας, το οποίο, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να κατατάσσεται στην πρώτη κατηγορία περιπτώσεων, ως αυτές ορίστηκαν από τον Sir Roger Ormrod ανωτέρω, όπου η δίωξης κατηγορουμένου, μπορεί να ανακοπεί από το Δικαστήριο, ένεκα χειρισμών της του κατήγορου. 23. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να εγερθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός περί κατάχρησης της διαδικασίας, είναι απεριόριστες και απρόβλεπτες. Και τούτο, επειδή, το δίκαιο, είναι μία έννοια στην οποία, οι παράμετροι, δεν μπορούν να καθοριστούν (βλ. Re Περελλα (Αρ. 2)
(1996)1 ΑΑΔ 1009, Re Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529).
- Όταν αποδειχθεί στο Δικαστήριο, κατάχρησης της διαδικασίας από πλευράς κατήγορου, ως ζήτημα, αυτό θεωρείται τόσο σοβαρό, που το Δικαστήριο αναστέλλει αμέσως την δίωξη του κατηγορουμένου, χωρίς περαιτέρω εξέταση. Και ειδικότερα, -και κατ' αντίθεση της περίπτωσης όπου η κατάχρηση της διαδικασίας, εδράζεται επί της καθυστέρησης στην δίωξη του κατηγορουμένου, όπου ισχύει το αντίθετο-, χωρίς να παρίσταται ανάγκη απόδειξης ότι ο κατηγορούμενος υπέστη, ένεκα των χειρισμών του κατήγορου της δίωξης του, πραγματική ζημιά. Το κίνητρο του κατήγορου
- Ισχυρισμοί για ανάρμοστο ή ακατάλληλο κίνητρο του κατήγορου, προκύπτουν, πολύ συχνά και κυρίως, σε διώξεις που εγείρονται από ιδιώτες, με τους κατηγορούμενους, συνήθως, να υποστηρίζουν ότι, υποκείμενα της δίωξης τους, είναι, είτε η θέληση και επιθυμία του κατήγορου τους να τους εκδικηθεί, είτε η εμμονή του κατήγορου τους με το πρόσωπο τους, είτε κάποιο άλλο εντελώς παράπλευρο του σκοπού της ποινικής δίωξης κίνητρο του κατήγορου τους («collateral motive»), που σκοπεί στην καταπίεση ή και εκβιασμό τους, ή και στην έκθεση τους σε αμηχανία ή και ταλαιπωρία.
- Από την νομολογία, φαίνεται ότι, τα Δικαστήρια, εκτός των περιπτώσεων όπου υπάρχει ξεκάθαρη μαρτυρία για το ανάρμοστο ή ακατάλληλο του κινήτρου του κατήγορου που απολήγει σε καταπίεση του κατηγορούμενου, δεν ανακόπτουν ιδιωτικές ποινικές διώξεις με ευκολία, για τους ακόλουθους κυρίως λόγους:
(1)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να φέρει το βάρος της διερεύνησης, σε βάθος, των γεγονότων μίας υπόθεσης, προδικαστικά ή και εκτός του κανονικού πλαισίου της δίκης, περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το ισχυριζόμενο ανάρμοστο ή ακατάλληλο κίνητρο του κατήγορου για την δίωξη;
(2)Οι έκδηλες περιπτώσεις κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, μπορούν να αναφερθούν στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από πλευράς κατηγορουμένου, ο οποίος, Γενικός Εισαγγελέας, έχει την νόμιμη εξουσία να αναλάβει την δίωξη από τον ιδιώτη κατήγορο και να την διακόψει, ή ακόμη και να την συνεχίσει κατά τρόπο ορθότερο ή καταλληλότερο, εάν κρίνει αυτό ορθό υπό τις περιστάσεις; και
(3)Είναι προς το δημόσιο συμφέρον, προς πάταξη της ανομίας και εγκληματικότητας, κάθε ισχυρισμός που αφορά την διάπραξη ποινικών αδικημάτων από κατηγορούμενο πρόσωπο, να εξετάζεται κανονικά και αρμοδίως. Βλ. Humphrys [1977] AC
- Το γεγονός ότι, ο κατήγορος, έχει, ως απώτερο κίνητρο του, για την δίωξη που καταχωρεί, κάτι άλλο, πέραν αυτού της τιμωρίας του κατηγορουμένου από το Δικαστήριο για την παράνομη δράση του, [ήτοι, μικτά κίνητρα («mixed motives»)], σύμφωνα με την νομολογία, δεν είναι ενστάσιμο για την υπόθεση του εναντίον του κατηγορουμένου, στην βάση κατάχρησης της διαδικασίας. Μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες ξεκάθαρα προκύπτει ότι η δίωξης του κατηγορουμένου, αποτελεί απλώς ένα κατασκεύασμα από πλευράς κατήγορου για την επίτευξη ενός παράπλευρου σκοπού («collateral purpose»), εκδίδεται από το Δικαστήριο διαταγή αναστολής της διαδικασίας λόγω κατάχρησης (βλ. R v Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrates, ex parte South Coast Shipping [1993] 1 All ER 219, Σπύρου ν Ξενή, Ποινική Έφεση Αρ. 223/2014, 11/11/2015). Συνεπώς, ποινική δικαστική διαδικασία, που εμποτίζεται από κακοπιστία και έχθρα ή κάποιο άλλο αλλότριο κίνητρο («oblique motive»), θα μπορούσε να συνιστά κατάχρηση. Εντούτοις, η απλή ύπαρξης ενός έμμεσου ή ακατάλληλου κινήτρου, δεν επηρεάζει κατ' ανάγκη μία ιδιωτική δίωξη. Η ορθή στάση για το Δικαστήριο, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει ένα πρωταρχικό κίνητρο («primary motive»), που είναι τόσο απομακρυσμένο από τον σκοπό της δικαστικής διαδικασίας, ώστε, σε συνδυασμό με την όλη διαγωγή του κατήγορου, να την καθιστά καταχρηστική. Εν προκειμένω, στην υπόθεση R (Dacre and Associated Newspapers) v City of Westminster Magistrates Court [2008] EWHC 1667 (Admin), αναφέρθηκαν από Αγγλικό Ανώτερο Δικαστήριο τα εξής: «[26] There has been no dispute before us about the jurisdiction of the magistrates' court to stay proceedings on the grounds that they amount to an abuse of the process of the court. There are essentially two main strands of cases where the jurisdiction has been exercised. The first is where it would be impossible to give the accused a fair trial. That is not suggested in the present application. Second, is where it would offend the court's sense of justice for the prosecution to proceed, to use the words of Lord Lowry in Ex p Bennett (see [18] and [23], above) to which we have already referred. And in this context, both motive and conduct can clearly be relevant. As far as motive is concerned, proceedings tainted by mala fides or spite or some other oblique motive may fall into this category: Raymond v A-G [1982] 2 All ER 487, [1982] QB
- This was established as long ago as 1909 when in R v Baines [1909] 1 KB 258 at 261, [1908-10] All ER Rep 328 at 329, Bigham J said: 'There can be no doubt as to the jurisdiction of the Court to interfere where it is satisfied that its process is being used for indirect or improper objects.' [27] However in R v Bow Street Stipendiary Magistrate, ex p South Coast Shipping Co Ltd [1993] 1 All ER 219, [1993] QB 645 this court held that the mere presence of an indirect or improper motive in launching a prosecution did not necessarily vitiate it; and the court would be slow to halt such a prosecution in the case of mixed motives unless the conduct was truly oppressive. [28] The principle on which the court acts in such cases was set out by Auld LJ in Re Serif Systems Ltd (15 April 1997, unreported) at para 17: 'In my view, it is arguable that improper motive is a relevant matter, depending on the circumstances, in considering whether criminal proceedings before magistrates are an abuse of their process. This is not necessarily a matter of mixed motives of the sort to which Lloyd LJ re-ferred in Ex p South Coast Shipping. It is for consideration whether there is a primary motive and one which is so unrelated to the proceedings that it renders it a misuse or an abuse of the process. I found the reference by Fox LJ in Speed Seal Products Ltd v Paddington [1986] 1 All ER 91 at 98, [1985] 1 WLR 1327 at 1335, to s 682 of the American Second Restatement of the Law of Tort
(1977), a useful touchstone for consideration of the issue: "One who uses a legal process, whether criminal or civil, against another primarily to accomplish a purpose for which it is not designed, is subject to liability to the other for harm caused by the abuse of process."' [29] As to conduct, it is necessary to examine what sort of behaviour the court expects of a private prosecutor. In Ex p Watts [1999] 2 Cr App Rep 188 (see [23], above), Buxton LJ said this about the duty of a private prosecutor (at 200): '. At a time where it appears that the bringing of private prosecutions is to be facilitated (see Law Commission Report No. 255, Consents to Prosecution
(1998)), we do well to remind ourselves that a private prosecutor such as Mr Tivnan is still a prosecutor, and subject to the same obligations as a minister of justice as are the public prosecuting authorities.' [30] It seems to me that this is an important statement of principle but must be kept firmly in context. Despite the concerns expressed by Lord Bingham of Cornhill as to the value of private prosecutions in Jones v Whalley [2006] UKHL 41 at [16], [2006] 4 All ER 113 at [16], [2007] 1 AC 63, they are still one of the means whereby an individual can right what he perceives to be a wrong through the court process. And it is inevitable that many private prosecutions will be brought with mixed motives (hence the decision of this court in Ex p South Coast Shipping (see [27], above)). The neighbour who sought to take out a private summons for assault would not merely have the public interest as his motive. Even the Royal Society for the Prevention of Cruelty to Animals may have its own particular motive in pursuing a particular prosecution. The principle clearly applies to the way in which any private prosecution is presented to the court, in the sense of ensuring that all the relevant material is made available both for the court and for the defence. In other words the actual conduct of the prosecution must be in accordance with the requirements imposed upon public prosecutors.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Θέσης, που φαίνεται να έχει υιοθετηθεί και από το Αγγλικό Εφετείο, στην υπόθεση D Ltd v A and others [2017] EWCA Crim 1172, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «
- ., mixed motives may often be present in many prosecutions. In a public prosecution, the proceedings will be brought in the public interest: but the actual complainant may often be accused of (say) seeking revenge after a relationship has failed, and so on. This may sometimes indeed be the case but the true motive of the complainant may still be to seek justice. In a private prosecution, the complainant of course is frequently the prosecutor. But there too it is well established that mixed motives do not of themselves necessarily vitiate the prosecution: see, for example R v Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrate ex p. South Coast Shipping Co. Ltd [1993] QB
- Be that as it may, and notwithstanding all the very elaborate arguments, written and oral, advanced to us we can see no proper basis for a finding of improper motives, whether for the purposes for limb one or limb two, such as to vitiate this entire prosecution - a finding, in-deed, which the judge herself did not in terms make. In many ways, in fact, the defendants' submissions seemed to conflate the issue of why the applicant initiated the private prosecution with the (distinct) issue of how they are conducting the private prosecution. In substance, notwithstanding the applicant's evident numerous tactical considerations and, for example, seeming satisfaction at being in control of the prosecution once the Police and the Serious Fraud Office declined to interfere (matters which of themselves do not impede the defendants in advancing their own defences), the predominant motive seems clear: to seek just retribution from defendants who the applicant is convinced have engaged in a sustained criminal fraud on the applicant. There is nothing improper in that. On the contrary, it is a facet of the pursuit of justice in punishing alleged criminality: which is itself the rationale for the statutory right to bring a private prosecution.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Οι προαναφερόμενες αρχές, έχουν, σε μεγάλο βαθμό, υιοθετηθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, η νομολογία του οποίου, είναι, βεβαίως δεσμευτική. Σχετικά πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο, με την απόφαση του στην υπόθεση Μ.Α.Ν.Ι. Παναγιώτου Λτδ ν Plyntex Public Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 11/2015, 11/09/2017, επιβεβαίωσε τις αρχές που έθεσε η Ολομέλεια του σώματος, για το ζήτημα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, με την απόφαση του στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522. Σύμφωνα με αυτήν [Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522], τα κίνητρα του κατήγορου και η όποια σχετική με αυτά δήλωση του κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν είναι αποφασιστικά εγειρόμενου ζητήματος περί κατάχρησης της διαδικασίας: «Είναι φανερό πως έπαιξε καταλυτική επίδραση η δήλωση του κατηγόρου αναφορικά με τα ελατήρια του. Όμως, κατά τη γνώμη μας, το πώς εκείνος βλέπει το σκοπό της διαδικασίας δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Σημασία έχει, όπως διευκρινίζει η Ttofinis και η παραπάνω αγγλική νομολογία, ότι ο παθών μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του, άσχετα από οποιαδήποτε ελατήρια του που δεν λείπουν και από άλλης φύσεως διώξεις. Η αντίδραση του κατηγόρου στη Βασιλείου βρίσκεται μέσα στο συνηθισμένο ανθρώπινο μέτρο, αλλά αυτό δεν προσδιορίζει το δικαίωμα ούτε αλλοιώνει το σκοπό της διαδικασίας. Αυτή καθαυτή η δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης. Άλλωστε στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων είπε ουσιαστικά ότι επιδίωκε την τιμωρία του εφεσιβλήτου και όχι την ικανοποίηση της απαίτησης. Διερωτόμαστε αν μια τέτοια απάντηση, σε περίπτωση που γινόταν δεκτή, θα διέσωζε τη διαδικασία. Θα καθιερώναμε όμως τότε ένα πλασματικό κριτήριο. Θα μπορούσε επίσης να λεχθεί ότι ένα από τα κύρια αιτιολογικά στηρίγματα της Βασιλείου είναι η αγγλική νομολογία, η οποία αφορά σε πτωχευτικές και άλλες διαδικασίες στις οποίες κατεστάλη η έκδηλη επιδίωξη παράλληλου ωφελήματος, παντελούς ξένου και ανεξάρτητου από τη φύση ή το σκοπό ή τις ανάγκες της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η διάκριση με την προκείμενη περίπτωση είναι εμφανής. Προλογίζουμε τη συνέχεια με ό,τι ανέφερε ο Λόρδος Denning στην Goldsmith v. Sperrings Ltd [1977] 1 W.L.R. 478, μιλώντας για τη δικαστική διαδικασία στη σελίδα 489: "It is abused when it is diverted from its true cause so as to serve extortion or oppression; or to exert pressure so as to achieve an improper end." Την επίσης σχετική υπόθεση D.P.P. v. Hussain, The Times, June 1, 1994, παραθέτει και σχολιάζει ως εξής ο Archbold στη σελίδα 1/439: "In D.P.P. v. Hussain, The Times, June 1, 1994, the Divisional Court reiterated the exceptional nature of an order staying proceedings on the ground of abuse of process and stated that such an order should never be made where there were other ways of achieving a fair hearing of the case, still less where there was no evidence of prejudice to the defendant." Κατά ποίον τρόπον εδώ, φαίνεται τόσο έντονα ώστε να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος της καταστολής, η προκατάληψη σε βάρος του εφεσίβλητου ή κατά μείζονα λόγο αποτελεί εκβιαστικό μέτρο η ποινική δίωξη. Δεν βλέπουμε πώς πετυχαίνουν οι σκοποί του δικαίου με το να αφεθεί ατιμώρητος ο παραβάτης (δεν αναφερόμαστε σ' αυτή την περίπτωση για την οποία δεν εκφράζουμε άποψη) επειδή λήφθηκε προηγουμένως απόφαση εναντίον του, η οποία δεν εκτελέστηκε. Έχοντας μάλιστα υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στο εμπόριο σχετικά με τις ακάλυπτες επιταγές, που περιγράψαμε στην αρχή. Φυσικά ο φόβος της τιμωρίας είναι συνυφασμένος με τη σωφρονιστική πολιτική του ποινικού δικαίου. Δε συνιστά όμως κατάχρηση. Δε συμφωνούμε, με κάθε σεβασμό προς τους συναδέλφους μας με τις υποθέσεις Βασιλείου και Λοΐζου Λτδ. Η προσέγγιση υπήρξε, κατά τη γνώμη μας, λανθασμένη."». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 30. Όπως επισημαίνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μ.Α.Ν.Ι. Παναγιώτου Λτδ ν Plyntex Public Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 11/2015, 11/09/2017 ανωτέρω, με αναφορά στην απόφαση της Ολομέλειας του σώματος στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 ανωτέρω: «. το ελατήριο του Κατήγορου/Παραπονούμενου είναι άσχετο λαμβάνοντας υπόψιν ότι η "καθ' αυτή δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης". (Βλ. επίσης Μεταφορές Γερολέμου ν. Γερολέμου Λτδ (άνω) και Charilaou Bros Ltd v. Magnor Ltd κ.α. Ποιν. Εφ. 70/2014 ημερ. 20.5.2015.)». 31. Άλλωστε, όπως ελέχθη από την Πλειοψηφία του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στυλιανού ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, (με σκεπτικό, όπως αυτού στις R (Dacre and Associated Newspapers) v City of Westminster Magistrates Court [2008] EWHC 1667 (Admin) και D Ltd v A and others [2017] EWCA Crim 1172 ανωτέρω), πράξεις μπορούν να καταταχθούν, τόσο σε αδίκημα κατά το ποινικό δίκαιο, όσο και σε αστική διαφορά. Το γεγονός ότι, σε ότι αφορά τις πράξεις αυτές, ο θιγόμενος από αυτές, αναζητεί, παράλληλα της δίωξης του κατηγορουμένου για να τιμωρηθεί για το αδίκημα που αυτές συνιστούν, και θεραπεία, κατά την έννοια αυτής στο αστικό δίκαιο, δεν αλλοιώνει την υπόσταση και αυτονομία της ποινικής δίωξης: «Είναι αυτονόητο ότι σε κάθε υπόθεση που σχετίζεται με κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης και την υπεξαίρεση χρημάτων από οποιοδήποτε εργοδοτούμενο, οι ενέργειες του εργοδοτουμένου συνιστούν, με βάση το γενικότερο δίκαιο, πράξεις που μπορούν να καταταχθούν είτε σε αδίκημα κατά το ποινικό δίκαιο είτε σε αστική διαφορά. Η ίδια πράξη μπορεί να ιδωθεί υπό το πρίσμα της ενδεχόμενης τιμωρίας του παρανομούντος από την πολιτεία, η οποία ενδιαφέρεται να τηρείται γενικότερα ο νόμος και να τιμωρείται ο ένοχος, αλλά και υπό το πρίσμα της αναζήτησης από τον εργοδότη της επιστροφής του απωλεσθέντος ποσού, μέσα από αστικές διαδικασίες. Από μόνη της η πρόθεση της ΣΠΕ να μην καταγγείλει στην αστυνομία την υπόθεση, σε περίπτωση διευθέτησης του ποσού, δεν αλλοιώνει την τυχόν ποινική ευθύνη του εφεσείοντος, η οποία διατηρεί τη δική της αυτόνομη υπόσταση. Σημειώνεται ότι υπήρξε πρωτοβουλία από μέρους του εφεσείοντος και των εγγυητών του, όπως αυτή εκδηλώθηκε μέσα από την επιστολή του συνηγόρου του ημερ. 7.11.05, Τεκμ. "31", για φιλικό διακανονισμό. Η όποια παράταση χρόνου ή ανέχεια από την Επιτροπή ως προς την μη άμεση γνωστοποίηση της υπόθεσης στην αστυνομία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται εκ των υστέρων εναντίον της στις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης. Ούτε και η τυχόν πρόθεση μη καταγγελίας ισοδυναμεί με εναπόθεση της προώθησης μιας ποινικής υπόθεσης στα χέρια των ιδιωτών παραπονούμενων, εφόσον πάντοτε, ακόμη και στα σοβαρότερα των εγκλημάτων, η διερεύνηση από την αστυνομία έχει έναυσμα την προς τούτο καταγγελία, εκτός βέβαια όπου η διάπραξη του εγκλήματος είναι οφθαλμοφανής. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, έχει αναλυθεί η έννοια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Είχε εκεί αποφασιστεί, κατά πλειοψηφία, από την Πλήρη Ολομέλεια, ότι δεν πετυχαίνουν οι σκοποί του δικαίου με το να μένει ατιμώρητος ο παραβάτης, επειδή έχει ληφθεί απόφαση υπέρ του παραπονουμένου για το οφειλόμενο από τον παραβάτη ποσό. Στην υπόθεση εκείνη καταγράφηκε ρητά με αναφορά και στην Ttofinis v. Theocharides
(1983)2 C.L.R. 363, ότι το ελατήριο του παθόντος να καταγγείλει ή μη μια υπόθεση δεν σχετίζεται με το ταυτόχρονο δικαίωμα του να προβεί σε δίωξη. Και περαιτέρω, ότι η τυχόν επιδιωκόμενη τιμωρία και ο φόβος που ενυπάρχει στο ενδεχόμενο της, συνυφασμένος με τη σωφρονιστική πολιτική του ποινικού δικαίου, δεν συνιστά κατάχρηση όταν υπάρχει ή προωθείται παράλληλα και αστική διαδικασία είσπραξης του ποσού. Να σημειωθεί ότι ο λόγος της Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (ανωτέρω), ως προς το στίγμα του τι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δόθηκε σε υπόθεση που αφορούσε ιδιωτική ποινική δίωξη, όπου ενδεχομένως το κίνητρο του ιδιώτη κατήγορου είναι πλέον δυσδιάκριτο από την ταυτόχρονη επιδίωξη είσπραξης του λαβείν του. Σε υποθέσεις όμως όπου η ποινική δίωξη άρχεται από τον Γενικό Εισαγγελέα, είτε ως νομική υπηρεσία, είτε μέσω της αστυνομίας, ο σκοπός είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτος, στοχεύοντας στην τιμωρία του δράστη, άσχετα από την οποιαδήποτε παράλληλη προσπάθεια εξώδικης αποπληρωμής του ποσού, όπως στην παρούσα υπόθεση. Είναι γι' αυτό το λόγο που η αποπληρωμή του απωλεσθέντος ποσού από τον κατηγορούμενο, δύναται να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγων στην επιβολή της ποινής, αλλά δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί ότι εξουδετερώνει την ποινική πτυχή της παράνομης δράσης του ή ότι η είσπραξη του ποσού αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας σε βαθμό που να επιβάλλεται η επέμβαση του Δικαστηρίου, για απόρριψη της υπόθεσης με τη χρήση της σύμφυτης εξουσίας του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 32. Όπως βέβαια προκύπτει από την απόφαση του μειοψηφούντος στην προαναφερόμενη υπόθεση [Στυλιανού ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646], έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Δ. Χατζηχαμπή, (ως ήταν τότε Δ. Α. Δ.), το ζήτημα, του κατά πόσο το Δικαστήριο θα κρίνει ποινική δίωξη καταχρηστική της διαδικασίας, είναι, σε κάθε περίπτωση, ζήτημα «ανάγνωσης» των αποδεκτών [σε σχέση με αυτό] γεγονότων.
- Στην προκείμενη περίπτωση, ένας από τους λόγους για τον οποίο ζητείται η απόρριψη ή αναστολή της διαδικασίας από την Κατηγορούμενη στη βάση κατάχρησης διαδικασίας, είναι το κίνητρο, όπως υποστηρίζει η Κατηγορούμενη, του Κατήγορου της, υποκείμενα της δίωξης της, που είναι, όπως ισχυρίζεται, η είσπραξης ενός αστικού χρέους. Η όλη διαγωγή έναντι της από τον Κατήγορο, υποστηρίζει περαιτέρω η Κατηγορούμενη, με τα διάφορα δικαστικά διαβήματα και μέτρα που ο Κατήγορος έλαβε εναντίον της, που ακριβώς αφορούν το προαναφερόμενο αστικό χρέος, απολήγουν σε καταπίεση της.
- Το χρονικό των δικαστικών διαβημάτων και μέτρων του Κατήγορου εναντίον της Κατηγορουμένης και οι περιβάλλουσες αυτών περιστάσεις, φαίνεται να είναι το εξής:
(1)Στις 04/10/2010, Κατήγορος και Παραπονούμενη, προσήλθαν στη γραπτή συμφωνία διευθέτησης, Τεκμήριο 21. Μέρος σε αυτήν, ήταν, μεταξύ άλλης, και ο σύζυγος της Κατηγορούμενης, ***** Ευριπίδου. Στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας, αυθημερόν, ο σύζυγος της Κατηγορούμενης, ***** Ευριπίδου, με την εγγύηση της Κατηγορούμενης, έκδωσε στον Κατήγορο, δύο γραμμάτια συνολικής αξίας €856.500.
(2)Στις 22/10/2010, καταχωρήθηκαν από τον Κατήγορο, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εναντίον του ***** Ευριπίδου και της Κατηγορούμενης, οι Πολιτικές Αγωγές με Αρ. XXXXX/10 και XXXXX/
- Βάση της απαίτησης του Κατήγορου στις εν λόγω Πολιτικές Αγωγές με Αρ. XXXXX/10 και XXXXX/10, τα προαναφερόμενα γραμμάτια, και η δοθείσα, σε ότι αφορούσε αυτά, εγγύηση. Βλ. Τεκμήρια 9 και
- Πρόνοια για αυτό, φαίνεται γινόταν στην γραπτή συμφωνία διευθέτησης, Τεκμήριο 21.
(3)Στα πλαίσια των εν λόγω Πολιτικών Αγωγών με Αρ. XXXXX/10 και XXXXX/10, στις 26/10/2010, εκδόθηκαν, εκ συμφώνου των διαδίκων, αποφάσεις από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, υπερ του Κατήγορου και εναντίον των ***** Ευριπίδου και Κατηγορούμενης, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, για το συνολικό ποσό των €856.500 (στο εξής καλούμενο «το Εκ Δικαστικής Αποφάσεως Χρέος»). Διατάχθηκε, στα πλαίσια της εν λόγω Πολιτικής Αγωγής με Αρ. XXXXX/10, εκ συμφώνου και πάλι των διαδίκων, αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε, μέχρι τις 30/12/2010. Βλ. Τεκμήρια 7 και 8. Πρόνοια για αυτά, φαίνεται γινόταν στην γραπτή συμφωνία διευθέτησης, Τεκμήριο 21.
(4)Μέχρι και τις 07/11/2010, φαίνεται ότι, το ποσό των €685.000, δεν καταβλήθηκε από τους ***** Ευριπίδου και Κατηγορύμενη στον Παραπονούμενο, ως προνοείτο στην γραπτή συμφωνία διευθέτησης, Τεκμήριο 21.
(5)Τις προαναφερόμενες, προς όφελος του αποφάσεις, ο Κατήγορος, τις ενέγραψε ως εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του ***** Ευριπίδου και της Κατηγορούμενης. Επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του ***** Ευριπίδου, ενεγράφη το EB *****5/2010, και επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της Κατηγορουμένης, ενεγράφη το ΕΒ *****1/2010. Βλ το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, Τεκμήριο 36. Πρόνοια για αυτό, φαίνεται γινόταν και στην γραπτή συμφωνία διευθέτησης, Τεκμήριο 21.
(6)Το EB *****5/2010 που ενεγράφη επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του ****** Ευριπίδου, ενεγράφη στις 17/11/2010 (βλ. Τεκμήριο 48). Σύμφωνα δε με τον δικηγόρο του Κατήγορου, ΜΚ7, το ίδιο έγινε, και σε ότι αφορά την εγγραφή του ΕΒ *****1/2010 επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της Κατηγορούμενης. Πρόνοια ειδικά σε ότι αφορούσε τον χρόνο εγγραφής εμπράγματου βάρους στην ακίνητη ιδιοκτησία του ***** Ευριπίδου και της Κατηγορούμενης, φαίνεται γινόταν και στην γραπτή συμφωνία διευθέτησης, Τεκμήριο 21.
(7)Μέχρι και τις 31/12/2010, φαίνεται ότι, το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος, δεν εξοφλήθηκε από τους ***** Ευριπίδου και Κατηγορύμενη στον Παραπονούμενο, ως προνοείτο στην γραπτή συμφωνία διευθέτησης, Τεκμήριο 21.
(8)Σύμφωνα με τον Κατήγορο, εναντίον του ***** Ευριπίδου και της Κατηγορούμενης, κατέθεσε μήνυση («έγκληση») στον Εισαγγελέα Αθηνών, ακριβώς, τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010 (ήτοι, 08/12/2010 - βλ. Τεκμήριο 3 στην ένορκο δήλωση του κ. ***** Κληρίδη που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη του Αιτήματος).
(9)Το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, Τεκμήριο 36, εκδόθηκε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας 03/02/11. Είχε ζητηθεί από τον δικηγόρο του Κατήγορου, ΜΚ7, τέλη του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2011.
(10)Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την Κατηγορουμένη και παραδόθηκαν στον δικηγόρο του Κατήγορου, κ. ***** Ευθυμίου, ΜΚ7, είτε στις αρχές του μηνός Ιουλίου του έτους 2011, ως ισχυρίστηκε ο Κατήγορος, είτε στις 17/10/2011, ως υποστήριξε ο δικηγόρος του, ΜΚ7. [Είτε προς εξόφληση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, όπως ο Κατήγορος ισχυρίζεται, είτε στα πλαίσια συμφωνίας διευθέτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, όπως η Κατηγορούμενη ισχυρίζεται]. Ρύθμισης, -είτε η μία είναι, είτε η άλλη-, που συμφωνήθηκε εκείνο τον καιρό.
(11)Στις 15/12/2011, εδόθη από την Κατηγορούμενη, εντολή προς την τράπεζα της, με την οποία ανακάλεσε την εντολή πληρωμής των πρώτων δύο χρονολογικά πληρωτέων (στις 16/12/2011 και 20/12/2011) επιταγών που εξέδωσε στον Κατήγορο. Βλ. Τεκμήριο 13. Ο λόγος που έδωσε «έλλειψη αντιπαροχής».
(12)Στις 24/02/2012, εδόθη από την Κατηγορούμενη, εντολή προς την τράπεζα της, με την οποία ανακάλεσε την εντολή πληρωμής των ακόλουθων τεσσάρων χρονολογικά πληρωτέων (στις 28/02/2012, 30/04/2012, 30/06/2012 και 20/08/2012) επιταγών που εξέδωσε στον Κατήγορο. Βλ. Τεκμήριο 14. Ο λόγος που έδωσε «έλλειψη αντιπαροχής».
(13)Εναντίον της Κατηγορουμένης, καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, από τον Κατήγορο, η Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση με Αρ. XXXXX/12. Αφορούσε την μη τίμηση της πρώτης, δεύτερης και τρίτης χρονολογικά πληρωτέων (στις 16/12/2011, 30/12/2011 και 28/02/2012) επιταγών που εξέδωσε στον Κατήγορο (βλ. Τεκμήρια προς Αναγνώριση με Αρ. 10 και 10Α). Η Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση με Αρ. XXXXX/12, αρχικά, ορίστηκε για Απάντηση της Κατηγορούμενης στο κατηγορητήριο, στις 17/05/2012 (στην Κατηγορούμενη φαίνεται ότι επιδόθηκε 10/05/2012). Από την μαρτυρία, δεν μπορεί να διαπιστωθεί πότε καταχωρήθηκε η Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση με Αρ. XXXXX/12 και δη, κατά πόσο καταχωρήθηκε, πριν τις 30/04/2012 που ήταν πληρωτέα η τέταρτη χρονολογικά πληρωτέα επιταγή που εξέδωσε στον Κατήγορο.
(14)Εναντίον της Κατηγορουμένης, καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, από τον Κατήγορο, μεταγενέστερα, και οι Ιδιωτικές Ποινικές Υποθέσεις με Αρ. XXXXX/12 και XXXXX/
- Από την μαρτυρία, δεν φαίνεται πότε καταχωρήθηκαν. Αυτές, φαίνεται ότι αφορούσαν, τις τελευταίες τρείς χρονολογικά πληρωτέες (στις 30/04/2012, 30/06/2012 και 20/08/2012) επιταγές που η Κατηγορούμενη εξέδωσε στον Κατήγορο, ή κάποιες από αυτές. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3, η επιταγή που ήταν πληρωτέα 30/04/2012, επιστράφηκε απλήρωτη 25/05/
- Συνεπώς, οι προαναφερόμενες ποινικές διώξεις, δεν μπορεί παρά να καταχωρήθηκαν, μετά από αυτή την ημερομηνία.
(15)Ως προκύπτει μέσα από την αλληλογραφία του συζύγου της Κατηγορουμένης και του δικηγόρου της/τους, με τον δικηγόρο του Κατήγορου, ΜΚ7, και δη τα Τεκμήρια 22, 22Α και 34 -της περιόδου 22 με 26 του μηνός Μαΐου του έτους 2012, όταν και παρουσιάστηκε για να πληρωθεί και δεν τιμήθηκε η επιταγή που ήταν πληρωτέα 30/04/2012-, φαίνεται ότι, ο Κατήγορος, όταν, σύμφωνα με την εντολή πληρωμής των επίδικων επιταγών (που είχε με την έκδοση τους, μεταχρονολογηθεί), παρουσίαζε τις επιταγές για να τιμηθούν και δεν πληρώνονταν από την πληρώτρια τράπεζα, προχωρούσε στην δίωξη της Κατηγορούμενης για το αδίκημα που κατ' ισχυρισμό του διέπραττε και σε ότι αφορούσε αυτές. Τα ποσά, όπως ανέφερε ο δικηγόρος του Κατήγορου, ΜΚ7, ήταν μεγάλα, και οι οδηγίες του, ως εκ τούτου, από τον Κατήγορο, ήταν να πράξει με τον τρόπο αυτό. Από την ίδια αλληλογραφία, προκύπτει επίσης, ότι, η Κατηγορούμενη, γνώριζε για το γεγονός της καταχώρισης εναντίον της από τον Κατήγορο, της Ιδιωτικής Ποινικής Υπόθεσης με Αρ. XXXXX/12, αλλά και για τις προθέσεις του να προχωρήσει σε εκ νέου δίωξη της, για τις επιταγές που ήταν πληρωτέες μεταγενέστερα, αν και αυτές δεν πληρώνονταν.
(16)Στις 22/10/2012, ο δικηγόρος του Κατήγορου, ΜΚ7, ζητεί με επιστολή του, από τον Γενικό Εισαγγελέα, την διακοπή των Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων με Αρ. XXXXX/12, XXXXX/12 και XXXXX/12, που είχαν καταχωρηθεί εναντίον της. Ως λόγος προβάλλεται, η επιθυμία του Κατήγορου, ο οποίος αναφέρει ότι έχει στην κατοχή του και άλλες επιταγές της Κατηγορούμενης που δεν τιμήθηκαν, να καταγγείλει στην υπόθεση στο Τ. Α. Ε. Αστυνομίας. Στον Γενικό Εισαγγελέα, αναφέρεται περαιτέρω, ότι, οι προαναφερόμενες ποινικές διώξεις της Κατηγορούμενης, δεν της είχαν μέχρι και τότε επιδοθεί και ήταν ορισμένες για Απάντηση της στο κατηγορητήριο στις 27/11/2012, 12/11/2012 και 07/12/2012 αντίστοιχα (βλ. Τεκμήριο 52).
(17)Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ανέστειλε την ποινική δίωξη της Κατηγορουμένης, των Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων με Αρ. XXXXX/12, XXXXX/12 και XXXXX/12 ανωτέρω, την οποία και ανακοίνωσε με γραπτή επιστολή του ημερομηνίας 02/11/2012 (Β. Τεκμήριο 53).
(18)Στις 15/11/2012, στα πλαίσια της Πολιτικής Αγωγής με Αρ. XXXXX/10, ο Κατήγορος, εναντίον του ***** Ευριπίδου, της Κατηγορούμενης και άλλων προσώπων, καταχωρεί αίτηση με την οποία ζητεί την ακύρωση μεταβιβάσεων που έγινε, περιουσιακών τους στοιχείων, ισχυριζόμενος δόλο. Η εν λόγω αίτηση, αποσύρεται τελικά από πλευράς Κατήγορου, με επιφύλαξη, την 01/06/2018 (βλ. Τεκμήριο 11).
(19)Σύμφωνα με τον Κατήγορο, η καταγγελία του στο Τ. Α. Ε. Αστυνομίας, εναντίον της Κατηγορουμένης, σχετικά με τις επιταγές που του εξέδωσε και δεν τιμήθηκαν, έγινε το καλοκαίρι του έτους 2013. Τελικά, όπως ο δικηγόρος του Κατήγορου, ΜΚ7, υποστήριξε, -αλλά καταγράφεται και στο Τεκμήριο 42-, ο Παραπονούμενος, επέλεξε να προωθήσει την δίωξη της Κατηγορούμενης, ιδιωτικά, και ζήτησε από τον Τ. Α. Ε. την διακοπή της διερεύνησης του. Αυτή [η ιδιωτική δίωξης], προκύπτει να είναι, η δίωξης, δια του κατηγορητηρίου που εξετάζεται από το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας Ιδιωτικής Ποινικής Υπόθεσης με Αρ. XXXXX/2012.
(20)Στις 16/10/2013, εκδόθηκε, από Ανακρίτρια του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης του ***** Ευριπίδου και της Κατηγορούμενης, για να παραδοθούν στις Ελληνικές Αρχές για να διωχθούν ποινικώς στην Ελλάδα, ο μεν ***** Ευριπίδου, για το αδίκημα της υπεξαίρεσης (χρημάτων σχετιζόμενων με την Arbitron Ltd), η δε Κατηγορούμενη, για το αδίκημα της συνδρομής στον ***** Ευριπίδου στην διάπραξη του (βλ. Τεκμήριο 42). Αυτό, όπως ο Κατήγορος υποστήριξε, ήταν, ως αποτέλεσμα, της μήνυσης που κατέθεσε στον Εισαγγελέα Αθηνών, τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010, και της μη συνεργασίας του ***** Ευριπίδου και της Κατηγορύμενης με τις Ελληνικές Αρχές, στο μεταξύ.
(21)Η παρούσα Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση με Αρ. XXXXX/2013, καταχωρήθηκε στις 03/12/2013 και ορίστηκε για πρώτη φορά για Απάντηση στο κατηγορητήριο στις 14/01/2014. Στην Κατηγορούμενη επιδόθηκε τελικά στις 13/03/2014 και αυτή απάντησε στο κατηγορητήριο της στις 09/04/2014.
(22)Στις 23/04/2014, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αρνήθηκε την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του ***** Ευριπίδου και της Κατηγορούμενης (βλ. Τεκμήριο 42).
(23)Η εκδίκαση της παρούσας Ιδιωτικής Ποινικής Υπόθεσης με Αρ. XXXXX/2013, ξεκίνησε στις 30/05/2018. Πρώτη φορά ορίστηκε για Ακρόαση στις 30/06/2014.
(24)Η εκδίκαση της ποινικής δίωξης της Κατηγορούμενης και του συζύγου της ***** Ευρυπίδου στην Ελλάδα, ενώπιον του Εφετείου Κακουργημάτων Εφετών, ξεκίνησε στις 15/05/2019 και προγραμματίστηκε για την συνέχιση της στις 23/03/
- (βλ. Τεκμήριο 6 στην ένορκο δήλωση του κ. ***** Κληρίδη που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη του Αιτήματος).
- Και το ερώτημα που τίθεται, βάσει της εισήγησης της Κατηγορουμένης, είναι το εξής. Μπορεί από το προαναφερόμενο χρονικό των δικαστικών διαβημάτων και μέτρων του Κατήγορου εναντίον της Κατηγορουμένης και τις περιβάλλουσες αυτών περιστάσεις, να εξαχθεί συμπέρασμα περί κατάχρησης της διαδικασίας από τον Κατήγορο, που απολήγει σε καταπίεση της Κατηγορουμένης;
- Κατ' αρχήν, είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι, ως προαναφέρθηκε, είναι παραδεκτό από τους διαδίκους και δη από πλευράς Κατηγορουμένης, ότι, εναντίον της και του συζύγου της, ***** Ευριπίδου, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, στις 26/10/2010, εκδόθηκαν υπέρ του Κατήγορου, αποφάσεις από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στα πλαίσια πολιτικών Αγωγών που ο τελευταίος καταχώρησε εναντίον τους (Πολιτικές Αγωγές με Αρ. XXXXX/10 και XXXXX/10), για το συνολικό ποσό των €856.500 (πλέον τόκο και έξοδα, ως ορίζεται στις αποφάσεις) (ήτοι, το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος, ανωτέρω).
- Επίσης παραδεκτό από τους διαδίκους, φαίνεται ότι είναι και το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη, εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, συνολικής αξίας €842.070, οι οποίες και παραδόθηκαν στον Κατήγορο, προς εξόφληση του προαναφερόμενου εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους. Σε ότι αφορά όμως, αυτό το τελευταίο γεγονός, σχετικά με τις περιστάσεις που το περιβάλλουν, οι θέσεις των διαδίκων, φαίνεται ότι διίστανται. Διίστανται, προκύπτει, σχετικά με το κατά πόσο υπήρξε, μεταξύ τους, οποιαδήποτε συμφωνία (περί το έτος 2011) που να αφορά την διευθέτηση του προαναφερόμενου εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους (πέραν μίας αρχικής που υπήρξε μεταξύ τους, Τεκμήριο 21, που αναφερόταν στην προοπτική του και μετέπειτα «ρύθμιση» του) και εάν, με αυτήν την συμφωνία, είχε ρυθμιστεί και ο τρόπος είσπραξης των επίδικων επιταγών (που εν συνεχεία εκδόθηκαν). Κατά πόσο, δηλαδή, ετέθησαν όροι, στην μεταξύ τους συμφωνία διευθέτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, που έθεταν προϋποθέσεις για την είσπραξή των επίδικων επιταγών από πλευράς Κατήγορου. Η Κατηγορούμενη, φαίνεται να ισχυρίζεται ότι, υπήρξε μια τέτοια συμφωνία διευθέτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους [μάλιστα, φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. ***** Κληρίδη, που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης της, η Κατηγορούμενη υποστηρίζει ότι αυτές «της εκμαιεύτηκαν» από τον Κατήγορο για αλλότριο σκοπό], και οι όροι της παραβιάστηκαν από τον Κατήγορο, εξ ου και η οδηγία της προς την πληρώτρια τράπεζα, ανάκλησης της εντολής πληρωμής τους. Ενώ, ο Κατήγορος, φαίνεται να ισχυρίζεται ότι, δεν υπήρξε ποτέ μια τέτοια συμφωνία διευθέτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους και ότι, οι επίδικες επιταγές, εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη και του παραδόθηκαν, απλά για την εξόφληση του. Και συνεπώς, παράνομα δεν τιμήθηκαν.
- Ο Κατήγορος, ΜΚ3 κατά την ακροαματική διαδικασία, αναφέρθηκε στο εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος της Κατηγορούμενης και του συζύγου της. Κατά την κυρίως εξέταση του, σε διάφορα στάδια της, σχετικά με αυτό, ανέφερε τα εξής: «[Αναφερόμενος στην αυτιστική θυγατέρα του -γεγονός παραδεκτό από την Κατηγορούμενη-] A. 100% πάσχει από αυτισμό και μπορείτε να ρωτήσετε οποιονδήποτε γιατρό να σας πει τι σημαίνει αυτό και αυτό αποτελεί ότι αυτά τα χρήματα για εμένα είχαν και έχουν ιερό σκοπό και γι' αυτό δεν πρόκειται με όλα τα νομικά μέσα στο να μην επιστρέψουν αυτά τα χρήματα στην κόρη μου. [Απαντώντας, σε ότι αφορά τα διάφορα διαβήματα του εναντίον της Κατηγορούμενης και συζύγου της] E. Όλα αυτά τα κάνατε για να πάρετε τα λεφτά σας, σωστά; A. Σωστά.».
- Οι προαναφερόμενες τοποθετήσεις του Κατήγορου και μόνον, από την στιγμή που είναι παραδεκτό από πλευράς Κατηγορουμένης, ότι υπάρχει το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος, και ότι αυτό δεν έχει εξοφληθεί (καταβλήθηκε ένα μικρό μόνο μέρος του, είτε στο βαθμό που ισχυρίζεται ο Κατήγορος, είτε στον βαθμό που ισχυρίζεται η Κατηγορούμενη), δεν μπορεί να κριθεί ότι καταδεικνύουν αντίδραση από πλευράς Κατήγορου, ασυνήθιστη σε έναν άνθρωπο (που ξεφεύγει, δηλαδή, του συνηθισμένου ανθρώπινου μέτρου), στον οποίο οφείλεται ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό (σε σχέση με το οποίο εκδόθηκαν προς όφελος του δικαστικές αποφάσεις, και για την εξόφληση του οποίου, ως είναι ο ισχυρισμός του, έλαβε τις επίδικες επιταγές, η εντολή πληρωμής των οποίων, στην συνέχεια, ανακλήθηκε χωρίς εύλογη αιτία και δεν τιμήθηκαν ποτέ). Δεν θα κρίνω τώρα, ποια εκδοχή των γεγονότων, που προσφέρθηκε από τους διάδικους μέχρι στιγμής για τα επίδικα ζητήματα, θα αποδεχθώ. Αυτό στο οποίο καταλήγω, είναι ότι, αν ευσταθούν οι ισχυρισμοί του Κατήγορου, δεν υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας.
- Άλλωστε, όπως φαίνεται και από την προαναφερόμενη νομολογία, το κίνητρο αυτό του Κατήγορου, «να εισπράξει τα χρήματα του», δεν αλλοιώνει τον σκοπό της διαδικασίας. Δηλαδή, την τιμωρία της Κατηγορουμένης, στην περίπτωση που κριθεί ότι όντως έχει παρανομήσει, εάν χωρίς εύλογη αιτία δεν τίμησε τις επίδικες επιταγές. Ενώ, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, σε ότι αφορά τα διαβήματα του Κατήγορου και στο βαθμό που αυτά αφορούν την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που έλαβε εναντίον [και] της Κατηγορουμένης, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή απαγόρευση στον Νόμο, ως προς τη λήψη, ταυτόχρονα, περισσότερων του ενός μέτρου εκτέλεσης δικαστικής απόφασης (π. χ. εγγραφή δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνση σε ακίνητη ιδιοκτησία, ακύρωση δολίων μεταβιβάσεων ακίνητης ιδιοκτησίας, κ. τ. λ.) (βλ. Οικονόμου κ. α. ν Κουτσοκούμνη, ECLI:CY:AD:2019:A272, Πολιτική Έφεση Αρ. 37/2013, 02/07/2019, Α/φοι Θράσου & Σια ν Βασιλαρά κ. α.
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ.. 830). Το γεγονός, ότι, παράλληλα της ποινικής δίωξης της Κατηγορουμένης, ο Κατήγορος, επεδίωξε την εκτέλεση και του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, και πάλι δεν μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία, να κρίνει αυτή την διαδικασία καταχρηστική (βλ. Στυλιανού ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646 ανωτέρω). Το δε γεγονός, ότι, ο Κατήγορος, κατά την εξέλιξη των γεγονότων -και δη, με δεδομένο ότι, η πληρωμή των επίδικων επιταγών, κατά την έκδοση τους, είχε μεταχρονολογηθεί, και η μη τίμησης τους, ένεκα [και] τούτου, έγινε σε διαφορετικό χρόνο-, καταχώρησε σε ότι αφορά τα αδικήματα που η μη τίμησης των επίδικων επιταγών κατ' ισχυρισμών του προκάλεσε, διαφορετικές ποινικές διώξεις, τις οποίες στην συνέχεια διέκοψε ο Γενικός Εισαγγελέα κατά παράκληση του, καθότι σκοπός ήταν η συνένωσης τους σε ένα κατηγορητήριο (είτε από την Αστυνομία, είτε όπως τελικά έγινε, ιδιωτικά, με το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης), σύμφωνα με την νομολογία, δεν συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Κατάχρησης ενδεχομένως θα ήταν, αν οι προαναφερόμενες προηγούμενες ιδιωτικές ποινικές διώξεις, δεν διακόπτονταν για να συνενωθούν σε ένα κατηγορητήριο, όπως και έγινε. Παράδειγμα, εν προκειμένω, αποτελούν τα γεγονότα της υπόθεσης Re Fotiou Bros Shipping Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 95, στην οποία ο έντιμος Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ανέφερε τα εξής: «Κατά ανάλογο προς τα ανωτέρω τρόπο, υπενθυμίζεται πρώτιστα ότι οι εδώ ποινικές διώξεις είναι ιδιωτικής φύσεως. Η τιμωρία των τυχόν υπαιτίων για την μη πληρωμή των επιταγών, συνυπάρχει και με τη νόμιμη επιδίωξη είσπραξης του λαβείν της παραπονούμενης εταιρείας. Με βάση το λόγο των πιο πάνω αυθεντιών, δεν συνάγεται κατάχρηση, όπως δεν θα συναγόταν ούτε και αν υπήρχε παράλληλη αστική αγωγή, ένα γεγονός που δεν φαίνεται να υφίσταται εφόσον ουδέν ανεφέρθη. Εκ του πιο πάνω μείζονος δεδομένου, δεν μπορεί να εξαχθεί κατάχρηση εκ του ελάσσονος γεγονότος της καταχώρησης ποινικών και μόνο διώξεων, έστω και αν ήταν πέντε τον αριθμό. Επί του ιδιαίτερου δεδομένου που αντιμετώπιζε το κατώτερο Δικαστήριο, η συνύπαρξη στο ίδιο κατηγορητήριο τριών κατηγοριών για επιταγές δεν οδηγεί σε συμπέρασμα κατάχρησης διαδικασίας έστω και εάν οι δύο εκ των τριών κατηγοριών προστέθηκαν μεταγενέστερα στο κατηγορητήριο με απόσυρση των αντίστοιχων εκκρεμουσών ποινικών διώξεων. Ορθά δε το Δικαστήριο ανεφέρθη και στην υπόθεση N.C.P. Diamonds Co Ltd v. Τάκη Ιωαννίδη Λτδ κ.ά.
(2003)2 Α.Α.Δ. 162, αναφορικά με το γεγονός ότι η καταχώρηση δύο υποθέσεων για δύο διαφορετικές επιταγές δεν συνιστά εκ προοιμίου κατάχρηση διαδικασίας ή ακυρότητα δίκης, προστέθηκε δε ότι το Δικαστήριο διαθέτει επαρκή μέτρα θεραπείας, εάν διαπιστώσει ότι δημιουργείται διαδικαστική ταλαιπωρία στον κατηγορούμενο. Όπως υπέδειξε επίσης στην υπό κρίση απόφαση του το Δικαστήριο με βάση τα παραδεκτά γεγονότα κατά το χρόνο καταχώρησης των δύο πρώτων ποινικών διώξεων, οι επιταγές που αποτελούσαν το αντικείμενο των κατηγοριών ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είχαν ακόμη καταστεί πληρωτέες. Επομένως, δεν κινδύνευαν οι αιτητές ως κατηγορούμενοι κατά την εκδίκαση των πρώτων υποθέσεων να καταδικαστούν και για αδικήματα μεταγενέστερου χρόνου. . Το Δικαστήριο εξήγησε με ικανούς λόγους ότι δεν υπήρχε κατά την άποψη του μια τέτοια "... ξεκάθαρη κατάχρηση της διαδικασίας από μέρους της παραπονουμένης, σε βαθμό που να επιβάλλεται η αναστολή της παρούσας διαδικασίας ...". Όσον αφορά το δεδικασμένο, ορθώς το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απόφαση στην ποινική υπόθεση αρ. 19531/08, αφενός δεν δέσμευε το Δικαστήριο και αφετέρου τα δεδομένα που το Δικαστήριο είχε υπόψη του ήταν ουσιωδώς διαφορετικά από αυτά που βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου του οποίου η απόφαση ελέγχεται εδώ, με δεδομένο ότι τα τρία διαφορετικά κατηγορητήρια ενοποιήθηκαν σε ένα, ώστε να εκκρεμεί μια και μόνο υπόθεση εναντίον των αιτητών. Όπως υποδεικνύει και η απόφαση στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands [1981] 3 All E.R. 727, (μια εκ των υποθέσεων στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος), η σύμφυτη εξουσία για ενεργοποίηση του καθήκοντος του Δικαστηρίου να διακόψει δίκη γίνεται όταν είναι ".. manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into direspute among right-thinking people.", κάτι που δεν κρίνεται ότι υφίσταται εδώ. . Ούτε η υπόθεση της Μείζονος Σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Sergey Zolotukhin v. Russia, (ΕCHR), Application no 14939/03, ημερ. 10.2.2009, συσχετίζεται με τα εδώ δεδομένα. Ως υπεδείχθη στη σκέψη 82, το Άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου 7, τυγχάνει εφαρμογής ως απαγορευτικό της ποινικής δίωξης ή δίκης για ένα δεύτερο αδίκημα στο βαθμό που αυτό εγείρεται από ".. identical facts or facts which are substantially the same.". Το δε res judicata, κατά τη σκέψη 83, ενεργοποιείται κατά την έναρξη νέας κατηγορίας, όταν ήδη υπήρξε προηγούμενη αθώωση ή καταδίκη. Εδώ τα δεδομένα των ποινικών διώξεων διέφεραν ως προς το χρόνο δημιουργίας και στοιχειοθέτησης εκάστης κατηγορίας. ..». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 41. Ανάλογο ήταν το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ. ν Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ. κ. α,
(2013)2 ΑΑΔ 591. Η ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δόθηκε από την έντιμη, Δ. Α. Δ., Δ. Μιχαηλίδου. Αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Το γεγονός του χρόνου, κατά τον οποίο ανακλήθηκε η πληρωμή της επίδικης επιταγής, έχει τη σημασία του, εφ' όσον οι υποθέσεις που καταχωρίστηκαν ανάγονται σε χρόνους όπου οι μεταγενέστερες επιταγές πάλι δεν είχαν καταστεί πληρωτέες. Και πάλι ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπιστώνει ότι η έκδοση περισσοτέρων επιταγών χωρίς αντίκρισμα συνιστά τόσα αδικήματα της ιδίας φύσης, όσα και ο αριθμός των επιταγών και ότι δεν ήταν νοητό να αναμένουν οι εφεσείοντες μέχρι και την κατάθεση της τελευταίας και μετά να καταχωρούσαν την υπό κρίση υπόθεση, αυτό θα οδηγούσε, εξ αντικειμένου σε καθυστέρηση της ποινικής δίωξης, έρχεται εκ των υστέρων να εφαρμόσει τις αρχές που διατυπώθηκαν στις πιο πάνω αποφάσεις, αναστέλλοντας τη διαδικασία. . Το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών κατοχυρώνουν το δικαίωμα της δίκαιης δίκης, δικαίωμα το οποίο δεν μπορεί να είναι αυθαίρετο και καταχρηστικό, αλλά θα πρέπει να επιδιώκεται μέσα στα πλαίσια της δικαστικής λειτουργίας (Χαραλαμπίδης, ανωτέρω). Ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, όπως είπαμε, ορθά στο νομολογιακό πλαίσιο, εν τούτοις κατά την κρίση μας, λανθασμένα εφάρμοσε τις πιο πάνω αρχές στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η περίπτωση, κρίνουμε, δεν ήταν τέτοια, παρά τον αριθμό των υποθέσεων που καταχωρίστηκαν εναντίον των εφεσιβλήτων, ώστε να χαρακτηριστεί καταχρηστική, σε βαθμό που να ανασταλεί η εναντίον τους ποινική διαδικασία. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μας, κατάχρηση διαδικασίας. Το Δικαστήριο, για να επαναλάβουμε το λόγο της N.C.P. Diamonds Co Ltd, ανωτέρω, διαθέτει επαρκή μέτρα θεραπείας, όταν διαπιστώσει πως δημιουργείται διαδικαστική ταλαιπωρία στον κατηγορούμενο, τα οποία επίσης δεν προτιθέμεθα να απαριθμήσουμε εδώ γιατί κάθε υπόθεση αντιμετωπίζεται αναλόγως με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. Ασφαλώς όμως καταχώρηση ξεχωριστών κατηγορητηρίων για αριθμό αδικημάτων δεν οδηγεί εκ προοιμίου, σε ακυρότητα καμίας δίκης. Πολύ περισσότερο που εδώ επρόκειτο για αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών με αποτέλεσμα να καταχωριστούν, δικαιολογημένα, έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, διαφορετικές ποινικές υποθέσεις. Όπως υπογραμμίστηκε στη Ttofinis v. Theocharides
(1983)2 C.L.R. 363 υιοθετήθηκε στη Χαραλαμπίδης, ανωτέρω, το ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης συμβολίζει το κοινό συμφέρον για την εφαρμογή του νόμου, καθώς και το συμφέρον των παθόντων να καταφύγουν στην ποινική διαδικασία για την αυτοπροστασία τους. Εξισορρόπηση των δικαιωμάτων της κατηγορούσας αρχής και του κατηγορουμένου αποτελεί χρέος κάθε Δικαστηρίου, ώστε από τη μια να διασφαλίζεται η πρόσβαση στο Δικαστήριο στη βάση του Άρθρου 30.1 του Συντάγματος, και από την άλλη, τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και προάσπισης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου με επάρκεια και χωρίς καταπίεση. Άρθρο 30.2. Δικαιώματα που σε κάθε περίπτωση επιδιώκεται η διασφάλισή τους στα πλαίσια της δικαστικής λειτουργίας (Γίγας Λτδ ν. Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ. 109, Μαυρομιχάλη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530, 534 και In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, 333). Η περίπτωση, κρίνουμε, δεν χαρακτηρίζεται ως εξαιρετική ή τόσο ξεκάθαρα έντονης κατάχρησης ώστε να δικαιολογείται η αναστολή της διαδικασίας.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Ο κίνδυνος διπλής διακινδύνευσης καταδίκης
- Η εισήγηση της Κατηγορούμενης για το βάσιμο του Αιτήματος της, έχει και ένα άλλο άξονα. Ισχυρίζεται, ότι, υπό τις περιστάσεις, με την υπόθεση αυτή, τίθεται σε κίνδυνο να καταδικαστεί, δύο φορές, για αδικήματα που αφορούν το ίδιο αστικό χρέος, στην βάση γεγονότων που συναποτελούν, ουσιαστικά, ένα ενιαίο περιστατικό.
- Στην υπόθεση Connelly v DPP [1964] 2 All ER 401, η Πλειοψηφία της Αγγλικής Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, αποφάσισε ότι, το Δικαστήριο, έχει σύμφυτη εξουσία να θεσπίσει και εφαρμόσει κανόνες προς διασφάλιση του ότι, η δικαστική διαδικασία, χρησιμοποιείται δίκαια. Η απόφαση της πλειοψηφίας, δόθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Devlin, ο οποίος, εν προκειμένω, ανέφερε τα εξής: «. a general power, taking various specific forms, to prevent unfairness to the accused has always been a part of the English criminal law, and I shall illustrate this with special reference to the framing of the indictments. Secondly, if the power of the prosecutor to spread his case over any number of indictments was unrestrained there could be grave injustice to defendants. Thirdly, a controlling power of this character is well established in the civil law. . The fact that the Crown has, as is to be expected, and that private prosecutors have (as is also to be expected, for they are usually public authorities) generally behaved with great majority in the conduct of prosecutions, up till now avoided the need for any consideration of this point. Now that it emerges, it is seen to be one of great constitutional importance. Are the courts to rely on the Executive to protect their powers from abuse? Have they not themselves an inescapable duty to secure fair treatment for those who come or are brought before them? To questions of this sort there is only one possible answer. The courts cannot contemplate for a moment the transference to the Executive of the responsibility for seeing that the process of law is not abused.».
- Όπως πιο συνοπτικά αναφέρθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Reid, ο οποίος επίσης τάχθηκε με την απόφαση της πλειοψηφίας: «There must always be a residual discretion to prevent anything which savours of abuse of process.».
- Σε ότι δε αφορά, ειδικά, τα της πιθανότητας διαδοχικών δικών, δηλαδή, της περιπτώσεως ένας κατηγορούμενος να βρίσκεται αντιμέτωπος, με ξεχωριστές ποινικές διαδικασίες, που προκύπτουν μέσα από τα ίδια γεγονότα, η διαφορά των οποίων να έγκειται στο ότι υπάρχει ισχυρισμός για την διάπραξη διαφορετικών αδικημάτων, στην ίδια προαναφερόμενη απόφαση του, ο Λόρδος Δικαστής Devlin, αποφάσισε ότι, αυτές, κανονικά, θεωρούνται καταπιεστικές και συνεπώς, καταχρηστικές, και ότι, ως εκ τούτου, η διαδοχική διαδικασία ανακόπτεται. Μόνο όταν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που καθιστούν την διεξαγωγή ξεχωριστής δίκης, βολική και δίκαιη, ανέφερε, η διαδοχική δεν ανακόπτεται: «. a second trial on the same or similar facts is not always and necessarily oppressive and there may be in a particular case special circumstances which make it just and convenient in that case.».
- Στην υπόθεση Connelly v DPP [1964] 2 All ER 401, ενώπιον της Αγγλικής Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, ετέθη, από πλευράς του κατηγορουμένου, και ζήτημα εφαρμογής του δόγματος του δεδικασμένου («issue estoppel»). Ότι δηλαδή, το δόγμα αυτό, το οποίο, μέχρι και τότε, απασχολούσε τα Δικαστήρια μόνο σε αστικής φύσεως υποθέσεις, μπορούσε να εγερθεί και στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, ως ειδική απάντηση («plea in bar») που ανακόπτει το κατηγορητήριο και οδηγεί σε απαλλαγή του κατηγορουμένου από το Δικαστήριο σε ότι αφορά αυτό. Η θέσης, ήταν ότι, αν κατά την διαδικασία λήψης απόφασης σε ποινική δικαστική διαδικασία, κάποιο συγκεκριμένο ζήτημα έχει αποφασιστεί από το Δικαστήριο, τότε, στην περίπτωση που το ζήτημα αυτό προκύψει, ως ουσιαστικό συστατικό στοιχείο υπόθεσης, σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία, μεταξύ κατήγορου και κατηγορουμένου, αυτό δεν μπορεί να εκδικαστεί εκ νέου. Η υπόθεσης εντούτοις, αποφασίστηκε από το Δικαστήριο, επί διαφορετικής βάσης, χωρίς να εξεταστεί το εν λόγω ζήτημα. Επανήλθε όμως, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου προς εξέταση, στην υπόθεση Humphrys [1977] AC 1, οπότε και αποφασίστηκε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής σε ποινικές υποθέσεις -κυρίως λόγω της αβεβαιότητας που το γεγονός της μη δικαιολόγησης των αποφάσεων των ενόρκων δημιουργούσε, στην περίπτωση που, μεταγενέστερα της αποφάσεως τους, το δεδικασμένο βασιζόταν σε ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να είχε επενεργήσει στην κρίση τους, που όμως, στην απουσία του σκεπτικού τους για την απόφαση τους, δεν μπορούσε να αποφασιστεί με ασφάλεια, και η αβεβαιότητα αυτή, αποφασίστηκε ότι θα έπρεπε να λειτουργήσει προς όφελος του κατήγορου- (βλ. και τον σχολιασμό του ζητήματος από τον έντιμο, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στην σελίδα 159).
- Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει ποινικές διώξεις, στη βάση αδικίας που δημιουργεί σε κατηγορούμενο ο κίνδυνος διπλής διακινδύνευσης καταδίκης («όχι δις επί τω αυτώ»: «double jeopardy» ή «ne bis in idem»), ως αποφασίστηκε στην Connelly v DPP [1964] 2 All ER 401 ανωτέρω, αφέθηκε στα Δικαστήρια για να ασκηθεί, οποτεδήποτε αυτά έκριναν αναγκαίο, αναλόγως περιστάσεων (βλ. για παράδειγμα, Riebold [1965] 1 All ER 653).
- Οι αρχές, εν προκειμένω, στην βάση της νομολογίας που ακολούθησε της Connelly v DPP [1964] 2 All ER 401, συνοψίστηκαν από Αγγλικό Εφετείο, σχετικά πρόσφατα, στην υπόθεση Regina v J (JF) [2014] QB
- Όπως αποφασίστηκε:
(1)Το πεδίο εφαρμογής του δόγματος της προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης («autrefois acquit or convict»), είναι αυστηρό και για να τυγχάνει εφαρμογής, το αδίκημα (κατά νόμο), όπως και τα γεγονότα, πρέπει να είναι ακριβώς τα ίδια. Στην εν λόγω υπόθεση, στην περίπτωση που το δόγμα δεν εφαρμοζόταν αυστηρώς, ένα τεχνικό, ως εκρίθη, λάθος από πλευράς του κατήγορου, θα οδηγούσε σε αδικία. Συνεπώς, και με αναφορά στις Connelly v DPP [1964] 2 All ER 401, R v Beedie [1998] QB 356 και R v Bayode [2013] EWCA Crim 356, αποφασίστηκε ότι, σε περιπτώσεις τέτοιες, όπου η αυστηρή εφαρμογή του δόγματος της προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης («autrefois acquit or convict»), θα απέληγε σε αδικία προς τον κατηγορούμενο, που θα συνιστούσε καταπίεση, το ένδικο βοήθημα, είναι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την δίωξη.
(2)Είναι εδραιωμένη αρχή ότι το δόγμα της προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης («autrefois acquit or convict»), προστατεύει ένα κατηγορούμενο στις περιπτώσεις όπου πράγματι τίθεται σε κίνδυνο καταδίκης. Δεν μπορεί να τον προστατεύσει σε περιστάσεις που θα μπορούσε να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης, αλλά πραγματικά ποτέ δεν ετέθη. Τρείς είναι οι προϋποθέσεις, σύμφωνα με την νομολογία (Connelly v DPP [1964] 2 All ER 40, Haynes v Davis [1914-15] All ER Rep Ext 1368, R v Dabhade [1992] 4 All ER 796, R v Brookes [1995] Crim LR 630, DPP v Khan [1997] RTR 82) για να κριθεί ότι κατηγορούμενος βρίσκεται πράγματι σε κίνδυνο καταδίκης: (α) το Δικαστήριο ήταν αρμόδιο να τον εκδικάσει για το αδίκημα; (β) η δίκη διεξήχθη επί κανονικού κατηγορητηρίου επί του οποίου καταδίκη μπορούσε να καταχωρηθεί; και (γ) η αθώωσης ήταν επί της ουσίας της υπόθεσης. Όπου το μόνο που έγινε στην εν λόγω υπόθεση, ήταν ο κατήγορος να αναδιοργανώσει την υπόθεση του, χωρίς ένσταση του κατηγορουμένου, δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι, υπό αυτές τις περιστάσεις, ο κατηγορούμενος τέθηκε σε κίνδυνο καταδίκης. Θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης, μόνο όταν το Δικαστήριο θα εκδίκαζε την υπόθεση για να διαπιστώσει κατά πόσο ήταν ένοχος, και ότι, αυτό, θα μπορούσε να ήταν η πρώτη ακροάσιμος από το Δικαστήριο, όπου η απάντησης του στο κατηγορητήριο θα καταχωρείτο, αλλά πιθανότερο, κατά την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για την συνοπτική εκδίκαση της. 49. Οι αρχές αυτές, έχουν υιοθετηθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο. Πολύ πρόσφατα, στην υπόθεση Δημοκρατία ν Ηλιάδη, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 348/2018, 31/05/2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, αποφάσισε επί της ορθότητας απόφασης του Κακουργιοδικείου να ανακόψει ποινική δίωξη, λόγω κατάχρησης διαδικασίας. Δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Μ. Χριστοδούλου, αυτές συνοψίστηκαν ως εξής: «Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογίας και η οποία - μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 - θεωρείται σταθμός για το ζήτημα. Σε βαθμό που οι νομολογιακές αρχές που αποκρυσταλλώθηκαν στην εν λόγω απόφαση να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως στις Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Μεταφορές Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591, Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014 ημερ. 11.11.2015, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Εφ. 4/2014 ημερ. 3.3.2016, Παναγιώτου Λτδ ν. Plyntex Public Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B291, Ποιν. Εφ. 11/2015 ημερ. 11.9.2017 και άλλες.».
- Εκτενής ανάλυσης της αγγλικής νομολογίας στην υπόθεση Δημοκρατία ν Ηλιάδη, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 348/2018, 31/05/2019, έγινε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Λ. Παραπαρίνο, αναφορά στην οποία γίνεται στην συνέχεια.
- Πολύ σημαντική, για σκοπούς ανάλυσης του σκεπτικού μου που ακολουθεί, είναι και η απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κονε ν Φλουρή κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 209/2013, 05/03/2015, όπου δια της έντιμης, Δ. Α. Δ., Π. Παναγή, αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δόγμα του δεδικασμένου στη σφαίρα του ποινικού δικαίου εφαρμόζεται υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro una et eadem causa ή, nemo debet bis puniri pro una delicto, δηλαδή κανένας δεν υποβάλλεται για δεύτερη φορά στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως το "rule against double jeopardy" (Bλ. το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2015 Ed., παράγραφο 4-221). Για να μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα, πρέπει ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης σε προηγούμενη υπόθεση για το ίδιο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Η λέξη "αδίκημα" (offence) κατά τον Lord Devlin στην υπόθεση Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] Α.C. 1254, περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για να είναι εφαρμοστέο το δόγμα πρέπει να πρόκειται για το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Οι αρχές του αγγλικού δικαίου αντανακλούνται στο Άρθρο 12.2 του Συντάγματος μας, το οποίο ορίζει πως ο "απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου για το αυτό αδίκημα", ενώ η δυνατότητα προβολής των ειδικών απαντήσεων του autrefois acquit και autrefois convict είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη στην Κύπρο με το άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο έχει ως αντικείμενο την κωδικοποίηση του κοινού δικαίου στο θέμα αυτό (βλ. Πικής, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure In Cyprus
(1975)στα Ελληνικά), σελ. 157). Το δε άρθρο 91 του ιδίου Νόμου, παρέχει την ευχέρεια απόσυρσης κατηγορίας, με την έγκριση του Δικαστηρίου, οπότε ο κατηγορούμενος αθωώνεται εάν η κατηγορία αποσυρθεί μετά από την απολογία του σε αυτή, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί βάσει του άρθρου 154 του εν λόγω Νόμου να διακόψει υφιστάμενη διαδικασία, με αναστολή δίωξης και να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος, χωρίς η απαλλαγή του να συνιστά κώλυμα στην ενσωμάτωση των κατηγοριών που αποσύρθηκαν σε νέο κατηγορητήριο. Αναφέρεται δε στην υπόθεση G. Araouzos & Son v. The Police
(1980)2 C.L.R. 131, ότι: "In our opinion, when the provisions of paragraph
(2)of Article 12 of our Constitution are construed against the background of the relevant principles of English Law, to which such provisions were intended to give constitutional effect, it becomes abundantly clear that the term "acquitted" ("απαλλαγείς" in the Greek official text of the said paragraph
(2)) means acquitted on the merits and not merely discharged as a result of entering a nolle prosequi." Το ερώτημα βέβαια που εδώ δεσπόζει είναι κατά πόσο οι εφεσίβλητοι είχαν τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης στην υπόθεση 3682/10. Επί του προκειμένου τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο οι αρχές του αγγλικού κοινού δικαίου επί του θέματος (βλ. R. v. Georghi Andoni Yiallouri 3 C.L.R. 41). Η αρχή, όπως διατυπώθηκε από τον Lord Devlin στην Connelly (ανωτέρω), είναι σαφής: "The doctrine of autrefois protects an accused in circumstances in which he has actually been in peril. It cannot, naturally enough, protect him in circumstances in which he could have been put in peril but was not." Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πραγματικά τεθεί σε κίνδυνο. Συμφωνούμε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσείουσας, η οποία ερείδεται στα λεχθέντα στην υπόθεση London Borough of Islington v. Michaelides (ανωτέρω), πως η απόσυρση μιας υπόθεσης από μόνη της δεν συνιστά κώλυμα στην καταχώριση άλλης αναφορικά με την ίδια κατηγορία εάν δεν υπήρξε δικαστική κρίση επί της ουσίας της κατηγορίας και ο κατηγορούμενος δεν είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης («.. There has been no adjudication upon the merits of the charge in the original summons and the defendant has not been put in peril of conviction upon it»). Η παραπάνω υπόθεση, όμως, διακρίνεται από την παρούσα αφού η εκεί διαδικασία αποσύρθηκε, κατόπιν αποστολής σχετικής επιστολής από την κατηγορούσα αρχή προς το δικαστήριο, πριν από την ημερομηνία ακρόασης, ενώ το τελευταίο απλώς σημείωσε στο φάκελο της διαδικασίας, στην απουσία των διαδίκων, πως η διαδικασία "αποσύρθηκε" (marked the proceedings΄withdrawn'). Oύτε μας βρίσκει σύμφωνους η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσείουσας ότι η φράση "on the merits" (επί της ουσίας) προϋποθέτει την προσκόμιση μαρτυρίας στην προηγούμενη διαδικασία, για να μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα. Η ορθή θεώρηση του ζητήματος, κατά την άποψη μας, διατυπώνεται από το δικαστή Donaldson LJ στην υπόθεση R. v. Swansea Justices ex p Purvis
(1980)JP 252: "Ιn the present context "on the merits" is a phrase which distinguishes between where a court is in a position to convict but does not do so and the position where a court is unable to proceed to consider the question of conviction or acquittal because it has no power, or thinks it has no power, to adjudicate". Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Haynes v. Davis [1915] 1 KB 332, από τον δικαστή Lush, J με αναφορά στην έκφραση "acquittal on the merits", αυτή χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την περίπτωση που η κατηγορία απορρίπτεται για κάποιο τεχνικό λόγο που εμποδίζει την άσκηση δικαστικής κρίσης επί της ουσίας της κατηγορίας ("the expression is used by way of antithesis to a dismissal of the charge upon some technical ground which had been a bar to the adjudicating upon it."). Θέση που βρίσκει έκφραση και στη δική μας νομολογία (βλ. Yiallouri (ανωτέρω) και Αναφορικά με Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 2085). Εν προκειμένω, το στάδιο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αποσύρεται μια ποινική υπόθεση έχουν τη σημασία τους. Μια ενδιαφέρουσα ανασκόπηση της νομολογίας επί του θέματος γίνεται στην πρόσφατη απόφαση του αγγλικού Εφετείου, στην υπόθεση Regina v. JFJ [2013] EWCA Crim 569, όπου συζητούνται τα διάφορα στάδια της ποινικής διαδικασίας κατά τα οποία ένας κατηγορούμενος μπορεί να θεωρηθεί ότι τίθεται σε κίνδυνο για τους σκοπούς εφαρμογής του δόγματος. Αναφορά γίνεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση R. v. Dabhade [1993] QB 329, από την οποία προκύπτει, ότι όταν πρόκειται για συνοπτική διαδικασία, ένας κατηγορούμενος θεωρείται ότι είχε τεθεί σε κίνδυνο αν είχε αρχίσει η διαδικασία με την απάντηση του στο κατηγορητήριο ("by plea in summary proceedings"). Παρόμοια ήταν η προσέγγιση του δικαστηρίου και στην Williams v. DPP [1991] 1 WLR 1160 (βλ. επίσης R. v. Hammersmith Juvenile Court, ex parte O.
(1987)86 Cr. App. R. 343). Ωστόσο στην Regina v. JFJ (ανωτέρω), το Δικαστήριο διατύπωσε επιφυλάξεις αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ διαδικασιών ενώπιον των Magistrates΄ Courts, δηλαδή συνοπτικών διαδικασιών και διαδικασιών ενώπιον του Crown Court, όπου η δίκη διεξάγεται με ενόρκους, καταλήγοντας ότι ένας κατηγορούμενος μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο μόνο την ημέρα της ακρόασης με σκοπό να αποφασίσει το δικαστήριο εάν είναι ένοχος ή αθώος. Παραθέτουμε τα σχετικά αποσπάσματα: (Στις παραγράφους 44 και 45) "There is no doubt that in the Crown Court, the defendant is in peril when the defendant is put in charge of the jury. The position as to when the defendant is in peril in the Magistrates΄Court is less clear on the authorities. If the court sets a date for trial, the defendant attends and the prosecutor unsuccessfully applies for an adjournment of the trial, then the magistrates are entitled to proceed with the trial. The defendant is then in peril. If the prosecution has no evidence to call, an acquittal by the Magistrates is at a time when the defendant is in peril for the purpose of autrefois. This is what happened in R v. Swansea Justices ex p Purvis
(1981)JP 252 ." (Στην παράγραφο 50) "It is clearly right that a defendant is only in peril of conviction at the Crown Court when he is put in charge of the jury. S.9 of the MCA 1980 provides that at a summary trial the court shall put the information to the defendant and ask whether he pleads guilty or not guilty; the court, after hearing the evidence and the parties is to convict or dismiss the information. It does not mean that the trial always commences when the information is put and the plea made. There is no reason for treating the position in the Magistrates΄ Courts as being different. The defendant can be in peril only when the Magistrates or District Judge are at a hearing for the purpose of determining whether the defendant is guilty; that can be the first hearing when the plea is put, but these days it is more likely to be the date fixed for the summary trial." Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι κατηγορίες που οι εφεσίβλητοι αντιμετώπισαν στην υπόθεση αρ. 5351/12 ήταν οι ίδιες με τις κατηγορίες που αντιμετώπισαν στην αποσυρθείσα υπόθεση με αρ. 3682/10, αφορούσαν δηλαδή τα ίδια αδικήματα και βασίζονταν πάνω στα ίδια γεγονότα. Περαιτέρω, δεν υπήρχε οποιοδήποτε τεχνικό ή άλλο πρόβλημα στην υπόθεση υπ΄αρ. 3682/10 που να εμποδίζει το δικαστήριο στην εκδίκαση της ουσίας των κατηγοριών και την άσκηση της κρίσης του αναφορικά με την ενοχή ή όχι των εφεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν απαντήσει στο κατηγορητήριο δηλώνοντας μη παραδοχή. Μετά δε τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση και σε κάθε αναβολή της υπόθεσης για το σκοπό τούτο, οι εφεσίβλητοι ήταν εκτεθειμένοι σε κίνδυνο καταδίκης. Το γεγονός ότι δεν κλήθηκαν μάρτυρες από την κατηγορούσα αρχή κατά τις ημερομηνίες που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, γιατί γίνονταν διαβουλεύσεις για διευθέτηση της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, ουδόλως επηρεάζει αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων, αφού το Δικαστήριο διατηρούσε πάντα τη δυνατότητα να ζητήσει όπως η υπόθεση προχωρήσει σε ακρόαση. Έπεται πως η έφεση πρέπει να απορριφθεί.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 52. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τον λόγο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ. ν Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ. κ. α,
(2013)2 ΑΑΔ 591 ανωτέρω, και για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του δόγματος της διπλής διακινδύνευσης καταδίκης, κατ' επίκλησίν της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, ώστε η παρούσα ποινική δίωξη να διακοπεί ως καταχρηστική της διαδικασίας, λόγω των προηγούμενων Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων με Αρ. 9033/12, 9513/12 και 21173/12, που διακόπηκαν, σημειώνεται, από τον Γενικό Εισαγγελέα, κατά παράκληση του Κατήγορου, με αποτέλεσμα να σχηματιστεί το κατηγορητήριο της παρούσας στο οποίο ενσωματώθηκαν όλες. Σημειώνεται, ότι, οι προαναφερόμενες ιδιωτικές ποινικές διώξεις, διακόπηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ταυτόχρονα και πριν καν η Κατηγορούμενη παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να απαντήσει στο κατηγορητήριο της (βλ. G. Araouzos & Son v The Police
(1980)2 C.L.R. 131, Κονε ν Φλουρή κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 209/2013, 05/03/2015). Σημαντική αλληλοεπικάλυψη μεταξύ των γεγονότων των αδικημάτων των δύο ποινικών διώξεων
- Το ίδιο αποφασίζω και σε ότι αφορά την ποινική δίωξη της Κατηγορουμένης στην Ελλάδα. Το ερώτημα εδώ, είναι το εξής. Μπορεί με δεδομένο ότι, η μήνυση του Κατήγορου για να διωχθεί η Κατηγορούμενη και ο σύζυγος της στην Ελλάδα, προηγήθηκε της καταχώρισης της υπόθεσης αυτής, και το επιπρόσθετο γεγονός ότι, σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ελλάδα, [ένεκα της μήνυσης αυτής του Κατήγορου], ποινική δίωξη της Κατηγορουμένης ενώπιον Ελληνικού Δικαστηρίου [-ανεξαρτήτως του πότε χρονικά, σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο, θεωρείται ότι ξεκίνησε-], που βασίζεται επί γεγονότων, κατά τους ισχυρισμούς της Κατηγορούμενης, σχετικά με το «ίδιο αστικό χρέος», η παρούσα ποινική δίωξη να κριθεί ως κατάχρηση της διαδικασίας;
- Το ζήτημα της σημαντικής αλληλοεπικάλυψης μεταξύ των αδικημάτων δύο ποινικών διώξεων, που καθιστά την διαδοχική ποινική δίωξη κατάχρηση της διαδικασίας, εξετάστηκε, με εκτενή ανάλυση της Αγγλικής νομολογίας, από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Λ. Παραπαρίνο, στην υπόθεση Δημοκρατία ν Ηλιάδη, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 348/2018, 31/05/2019 ανωτέρω: «Το Κακουργιοδικείο καθοδηγήθηκε στην απόφαση του από την απόφαση στην Αγγλική υπόθεση Connelly v. DPP
(1964)A.C. 1254,
(1964)2 All E.R. 4011. Στην υπόθεση αυτή τέθηκε ο ακόλουθος κανόνας: "As a general rule a judge should stay an indictment (that is, order that it remain on the file not be proceeded with) when he is satisfied that the charges therein are founded on the same facts as the charges in a previous indictment on which the accused has been tried.. But a second trial on the same or similar facts is not always necessary oppressive, and there may in a particular case be special circumstances which make it just and convenient in that case. The judge must then, in all the circumstances of the particular case, exercise his discretion as to whether or not he applies the general rule." Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε στην R v. Beedie
(1998)Q.B. 356 η οποία χρονικά ακολούθησε. Τα γεγονότα στην τελευταία αυτή υπόθεση ήταν τα ακόλουθα: Ο Εφεσείων ήταν ο ιδιοκτήτης μικρού διαμερίσματος ενός δωματίου (bedsit) όπου νεαρή γυναίκα δηλητηριάστηκε από διοξείδιο του άνθρακα το οποίο προκλήθηκε από την πτωχή συντήρηση σόμπας γκαζιού. Ο Εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή για το αδίκημα του άρθρου 33 του Health and Safety at Work Act 1979. Ακολούθως, κατηγορήθηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με βάση τα άνω γεγονότα. Το Εφετείο, στο οποίο κατάληξε η υπόθεση, έκρινε ότι θα έπρεπε να διαταχθεί αναστολή επί της αρχής ότι ο Δικαστής έχει εξουσία να διατάξει αναστολή όπου οι κατηγορίες του δεύτερου κατηγορητηρίου στηρίζοντο επί θεμάτων (matters) τα οποία προέκυψαν από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα που αφορούσαν το ίδιο κατηγορητήριο, εκτός και αν υπήρχαν εξαιρετικές συνθήκες οι οποίες να δικαιολογούσαν την μη περίληψη τους στο πρώτο κατηγορητήριο. Κρίθηκε δε περαιτέρω ότι το δημόσιο ενδιαφέρον (public interest) για προώθηση των κατηγοριών δεν αποτελούσε εξαιρετικές περιστάσεις. Στην R. v. Phipps
(2005)EWCA Crim.33,
(2005)All E.R.(D) 88, ο Εφεσείων παραδέχτηκε ενοχή για οδήγηση κάτω από την επήρεια υπερβολικής αλκοόλης. Ακολούθως, πιθανώς λόγω δημοσιότητας που δόθηκε για την ποινή που του επεβλήθηκε, η Κατηγορούσα Αρχή τον κατηγόρησε για το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε εισήγηση του για κατάχρηση της δικαιοδοσίας καθότι, ως έκρινε, η 2η κατηγορία δεν προέκυψε από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα που αφορούσαν την πρώτη κατηγορία επειδή η 2η αφορούσε την οδήγηση ενώ η πρώτη αφορούσε το αλκοόλ στο αίμα του. Το Εφετείο ανατρέποντας το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να προσάψει δεύτερο σετ κατηγοριών οι οποίες προέρχονται από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα διαδικασίας η οποία ήδη είχε αποπερατωθεί. Περαιτέρω επεξέτεινε τον κανόνα δικαίου της Connelly (άνω) αναφέροντας ότι αυτός δεν αναφέρεται μόνο σε "ίδια γεγονότα ("same facts") αλλά και σε παρόμοια γεγονότα ("similar γεγονότα") και ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να καταχωρήσει όλες τις κατηγορίες που επιθυμεί σε ένα κατηγορητήριο. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης εξαιρετικών περιστάσεων κρίθηκε στην ίδια υπόθεση ότι βρίσκεται επί της Κατηγορούσας Αρχής και ο Εφεσείων δεν βαρύνεται να αποδείξει ότι θα ήταν άδικο να προωθηθεί το δεύτερο κατηγορητήριο. Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποφασίσει από την αρχή ποιες κατηγορίες επιθυμούσε να προσάψει εναντίον του εφεσείοντα και οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα ήταν αδίκως καταπιεστική. Όσον δε αφορά το χρόνο επιλογής και καταχώρησης των κατηγοριών από την Κατηγορούσα Αρχή λέχθηκαν τα ακόλουθα: "[14] That principle was approved by the House of Lords in Connelly. This can perhaps be most clearly seen in the speech of Lord Devlin. He said at pp 1356 and 1358 that the principle was essentially the same as that exemplified in the civil law in the classic statement of Wigram VC in Henderson v. Henderson
(1843)3 Hare 100 at pp 114-
- Lord Devlin expressly approved the statement of Cockburn CJ at pp
- However, as we read his speech, he did not restrict the principle to a second trial on the same facts, but extended it to a trial on "the same or similar facts", see p
- See also per Lord Reid (at p 1296) where he said: "So the general rule must be that the prosecutor should combine in one indictment all the charges which he intends to prefer." Στην Director of Public Prosecutions v. Alexander
(2010)EWHC 2066 αποσαφηνίσθηκε περαιτέρω το χρονικό πλαίσιο καταχώρησης των κατηγοριών σε τέτοιες περιπτώσεις. "The principle (which is in essence that identified in the civil law by Wigram CJ in Henderson v. Henderson) is that the Crown should decide at the outset, or at the latest before the conclusion of the first set of proceedings, what charges it wishes to bring arising out of the same incident. Any other approach is unfairly oppressive to a Defendant. It is for that reason that the burden is on the Crown to identify special or exceptional circumstances to justify such a course." Στην R v. Dwyer
(2012)EWCA Crim. 10 το Εφετείο ανέλυσε τις έννοιες "τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα" και "το ίδιο γεγονός" και είπε ότι "αναφέρονται στη σχετική κατάσταση των πραγμάτων όπως αυτά υπήρχαν σε γνώση της Κατηγορούσας Αρχής κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της πρώτης διαδικασίας". Το σχετικό κείμενο έχει ως ακολούθως: "As Lord Devlin and Lord Pearce said in Connelly, and as Clarke LJ re-iterated in Phipps, the principle which underlies the court's special discretion to stay proceedings save in the presence of special circumstances, when the second set of proceedings is founded upon the same or substantially the same facts as the first, is that the obligation is upon the prosecutor to lay all the charges which it wishes to bring arising out of the same incident. Clarke LJ in Phipps, at para 21, and Moses LJ in Marcellin [2010] EWCA Crim 2733, at para 26, both regarded the critical moment as the date when the first proceedings were finally concluded, and not the date when guilt was established. In our judgment, the words "the same or substantially the same facts" and "the same incident" refer to the relevant state of affairs as the existed to the knowledge of the prosecutor at the date the proceedings were concluded. At any time up to that date the prosecutor may lay the charges it wishes for the purpose of capturing the offender's culpability. If that culpability embraces further offences committed on other occasions which are not charged ordinarily they should be charged or taken into consideration." Στην R v. JFJ
(2013)EWCA Crim. 469 επαναλήφθηκαν και υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν από τον Λόρδο Devlin στην Connelly (άνω), ότι δηλαδή συνιστούσαν εξαιρετικές περιστάσεις (special circumstances) οι οποίες θα επέτρεπαν την καταχώρηση περαιτέρω κατηγορητηρίου, το οποίο θα στηρίζετο επί των ίδιων ή ουσιαστικά ίδιων γεγονότων, εκεί όπου η Κατηγορούσα Αρχή κρίνει ως ορθή, την εκδίκαση των αδικημάτων με την καταχώρηση δύο κατηγορητηρίων και η υπεράσπιση αποδέχεται την επιλογή χωρίς παράπονο και ωφελείται από οποιοδήποτε πλεονέκτημα το οποίο μπορεί να απορρέει από αυτή. Στην Jordan Antoine v. The Queen
(2014)EWCA Crim 1971 ο Εφεσείων στις 30.7.2013 καταδικάστηκε και του επιβλήθηκε ποινή σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορούσε κατοχή πυροβόλου όπλου χωρίς πιστοποιητικό και η δεύτερη κατοχή πυρομαχικών χωρίς πιστοποιητικό κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας (Firearms Act 1968 as amended). Στις 14.8.2013 κατηγορήθηκε με δύο επιπλέον κατηγορίες ήτοι (α) κατοχή απαγορευμένου πυροβόλου όπλου και (β) κατοχή πυροβόλου όπλου μετά από κράτηση και Διάταγμα εκπαίδευσης κατά παράβαση του ίδιου Νόμου, ως άνω, αλλά επί διαφορετικών άρθρων. Το Εφετείο, μετά από ανάλυση όλης της σχετικής νομολογίας απέρριψε την Έφεση η οποία προωθήθηκε επί τη βάσει της κατάχρησης της διαδικασίας. Το σκεπτικό ήταν ότι η υπόθεση δεν αφορούσε υπόθεση κλιμάκωσης από ελαφρύτερες κατηγορίες, αποδείχθηκαν ειδικές περιστάσεις και τα γεγονότα ήταν διαφορετικά από τις R v. Beedie και R. v. Dwyer. "
- There is this further consideration. This appellant was carrying a loaded revolver through the streets of Luton. He was subject to a detention and training order. He knew the risk he was taking of being sentenced to a long custodial term. He was expecting to go to the Crown Court. He was expecting a term measured in many years. The sentence of 4 months' detention was an unexpected, astonishing and undeserved windfall. Leaving aside the misguided attempt to have the sentence revisited by the Magistrates, the appellant was aware that appropriate charges were to be brought 9 days after the sentence was imposed and only 19 days after arrest. The facts are quite different from those in R v Beedie and R v Dwyer.
- We have no hesitation in concluding that the judge was justified in finding that there were special circumstances here which required that the prosecution continue. The court's sense of justice and propriety was not offended nor was public confidence in the criminal justice system undermined. On the contrary, a stay would have brought the criminal justice system into disrepute.
- We have made it plain that we accept that serious mistakes were made but there was no bad faith and the mistakes were rectified within a very short time. The fact that the fault lay with the Crown Prosecution Service did not require the grant of a stay, given the circumstances of this case."».
- Πολύ καθοδηγητική επί του ζητήματος, είναι και η σύνοψης που έγινε των αρχών που το διέπουν, από Αγγλικό Ανώτερο Δικαστήριο, στην υπόθεση Fofana v Deputy Prosecutor Thubin Tribunal de Grande Instance de Meaux, France [2006] All ER (D) 61 (Apr): «
- In summary the authorities establish two circumstance in English law that offend the principle of double jeopardy: i) Following an acquittal or conviction for an offence, which is the same in fact and law - autrefois acquit or convict; and ii) following a trial for any offence which was founded on "the same or substantially the same facts", where the court would normally consider it right to stay the prosecution as an abuse of process and/or unless the prosecution can show "special circumstances" why another trial should take place.
- In Connelly, their Lordships reached this position in practical, though not unanimously in formal, terms by, in the main, confining the notion of double jeopardy to the narrow pleas in bar of autrefois acquit or convict, but allowing for a wider discretionary bar through the medium of the protection afforded by the court's jurisdiction to stay a prosecution as an abuse of process. In Humphreys, where their Lordships sanctioned a prosecution for perjury based on the same facts plus evidence of perjury by the defendant at an earlier failed prosecution for a driving offence, Lord Hailsham of St Marylebone indicated the second broader discretionary bar in the following passage at 41D-E: "
(10)Except where the formal pleas of autrefois acquit or convict are admissible, when it is the practice to empanel a jury, it is the duty of the court to examine the facts of the first trial in case of any dispute, and in any case it is the duty of the court to rule as a matter of law on the legal consequences deriving from such facts. In any case it is, therefore, for the court to determine whether on the facts found there is as a matter of law, a double jeopardy involved in the later proceedings and to direct a jury accordingly."
- In R v Beedie [1998] QB 356, the Court of Appeal, Criminal Division, gave more formal expression and separation to the two routes to preventing a second prosecution where the charges and/or facts relied upon are the same or substantially the same, the first, where the charge also is the same, and the second, where the charge is different. It confined the principle or doctrine of autrefois acquit or convict to the first, and allowed the court a "discretion" to stay the proceeding where there are "special circumstances".
- The semantic bonds that so constrained their Lordships in Connelly and the Court of Appeal in Beedie to confine the notion of "double jeopardy" - the terminology now employed in sections 11 and 12 of the 2003 Act - to the absolute plea in bar of autrefois acqui or convict, were loosened by their Lordships, albeit indirectly, in R v Z [2000] 2 AC 483, so as to apply it to a case where, even though the charge is different, it is founded on the same or substantially the same facts as an earlier trial. Lord Hutton, considering the various speeches in Connelly and speaking for their Lordships, said at 497C-D: "In my opinion the speeches in the House recognised that as a general rule the circumstances in which a prosecution should be stopped by the court are where on the facts the first offence of which the defendant had been convicted or acquitted was founded on the same incident as that on which the alleged second offence is founded." .
- Accordingly, I am of the view that, although the extradition offence specified in the Warrant is not based on exactly, or only partly, on the same facts as those charged in the Southwark indictment, there would be a such significant overlap between them as to have required the District Judge to stay the extradition proceedings as an abuse of process. But, in any event, given what was known, and the material available, to the Crown Prosecution Service when committing this matter to the Southwark Crown Court and when framing the in-dictment on which they were respectively convicted and a acquitted, extradition of these men would be an abuse of process and, on that account, in the words of section 11
(1)(
- a)and 12 of the 2003 Act would be barred "by reason of ... the rule against double jeopardy".». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 56. Το ζήτημα συνεπώς, σε κάθε τέτοια περίπτωση, είναι κατά πόσο, η Κατηγορούμενη, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να εκδικαστεί στην Κύπρο, για κάποιο αδίκημα για το οποίο έχει ήδη εκδικαστεί, καταδικαστεί και τιμωρηθεί στην Ελλάδα, ή αν υπάρχει μια τόσο σημαντική αλληλοεπικάλυψη μεταξύ των γεγονότων των αδικημάτων των δύο ποινικών διώξεων, που καθιστά περαιτέρω δίκη στην Κύπρο για την διαδοχική ποινική δίωξη της, κατάχρηση της διαδικασίας. Όπως επεξηγήθηκε από Αγγλικό Ανώτερο Δικαστήριο στην υπόθεση Kotova v Director of Public Prosecutions and another [2015] EWHC 411 (Admin), με αναφορά στην Fofana v Deputy Prosecutor Thubin Tribunal de Grande Instance de Meaux, France [2006] All ER (D) 61 (Apr) ανωτέρω, αυτό που απαιτείται, είναι τα γεγονότα της διαδοχικής ποινικής δίωξης, να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καταδίκης ή της ποινής στην προγενέστερη ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, και όχι απλώς μέρος του παρασκηνίου (όπως, για παράδειγμα, η αναφορά στην προγενέστερη ποινική δίωξη ή καταδίκη, που γίνεται απλά για να καταδειχθεί το συνεχές της εγκληματικής δράσης του κατηγορουμένου): «[32] In my judgment the necessary element of overlap that was found to exist in Fofana is not present here. There, the UK offence was within the ongoing offence that was subject of the European arrest warrant. Here, there is no ongoing offence. There were two separate bribe offences. I note in particular the following: (
- a)the claimant was charged in the Russian proceedings with one offence only (the attempted bribe in re-spect of the Canbaikal project); (
- b)the claimant was convicted of that one offence only; (
- c)the claimant was sentenced for that one offence only; (
- d)the sentence of the Russian court was expressly said to be half of that which would have applied for a completed offence. That was because it was an attempt only. An attempted bribe is an apt description of the Canbaikal transaction because the person from whom the bribe was solicited went to the authorities and no money changed hands; (
- e)the Vostok bribe never formed part of the charge or conviction in the Russian court; (
- f)the Vostok bribe was not taken into account in sentenc-ing because it was a completed offence and the sentence was for an attempt only; (
- g)an attempted bribe was not an apt description of the Vostok bribe because the transaction was completed by a payment to the claimant's company. [33] On the face of it, therefore, the double jeopardy rule is of no application. If the claimant returned voluntarily to the UK and proceedings were brought, she would not, in my view, be in danger of being tried and punished for something for which she has already been tried and punished in Russia. [34] On analysis, the highest that it can be put is that the Vostok bribe was referred to at various times in the judgment of the Russian court. Many of those references appear to go to the background only, and dealing with the claimant's ongoing criminal activities. They related to her course of conduct. In a case in England and Wales they might be regarded as matters of bad character or they might be regarded as matters of corroboration. They were plainly considered by the court, but they were not integral either to the conviction or the sentence. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 57. Καταλήγω με βάση τα προαναφερόμενα, ότι, η Κατηγορούμενη, δεν διατρέχει ένα τέτοιο κίνδυνο. 58. Κατ' αρχήν, στην προκείμενη περίπτωση, η Κατηγορούμενη, δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να εκδικαστεί στην Κύπρο, για κάποιο αδίκημα για το οποίο έχει ήδη εκδικαστεί, καταδικαστεί και τιμωρηθεί στην Ελλάδα. Βλ. επίσης, Re Βιολάρη κ. α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 98/2017, 05/07/2017, όπου δια της έντιμης, Δ. Α. Δ., Κ. Σταματίου, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για περίπτωση όπου οι κατηγορούμενοι έχουν ήδη καταδικαστεί ή απαλλαγεί. Ο κανόνας ότι κανείς δεν υποβάλλεται για δεύτερη φορά στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, όπως υποδηλεί το λεκτικό του, εφαρμόζεται στη «δεύτερη» υπόθεση όπου ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την ίδια κατηγορία. Δεν μπορεί να επεκταθεί η εφαρμογή του κανόνα, όπως εισηγούνται οι αιτητές. Δεν θα μπορούσε δηλαδή η καταχώρηση μιας δεύτερης, μεταγενέστερης υπόθεσης με τις ίδιες κατηγορίες, η ακρόαση της οποίας δεν ξεκίνησε, να οδηγήσει σε αναστολή ή διακοπή της πρώτης υπόθεσης της οποίας ξεκίνησε η ακρόαση. Με τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δε θεωρώ ότι υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων των αιτητών που να δικαιολογεί την ενεργοποίηση της παρούσας διαδικασίας.». (η υπογράμμιση είναι δική μου) 59. Περαιτέρω, όπως φαίνεται, τα γεγονότα της δίωξης της Κατηγορούμενης στην Ελλάδα, δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας ποινικής δίωξης της, αλλά, θα μπορούσε να λεχθεί, όπως και στην Kotova v Director of Public Prosecutions and another [2015] EWHC 411 (Admin) ανωτέρω, ότι αποτελούν, απλώς μέρος του παρασκηνίου. Εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από το υπ' Αρ. 340/2015, Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ημερομηνίας 03/02/2015 (βλ. Τεκμήριο 5 στην ένορκο δήλωση του κ. ***** Κληρίδη που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη του Αιτήματος), η Κατηγορούμενη, κατηγορείται ότι, «κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2002 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2008, με πρόθεση παρείχε στον πρώτο κατηγορούμενο απλή συνδρομή πριν και κατά τέλεση της άδικης πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης από εντολοδόχο αντικειμένου . που του το είχαν εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητας του αυτής .». Καμία αναφορά δεν γίνεται στο Βούλευμα, για οποιαδήποτε γεγονότα επακολούθησαν το έτος 2008 και δη στο γεγονός της έκδοσης των επίδικων επιταγών από την Κατηγορούμενη στον Κατήγορο το έτος 2011. Αυτά, βεβαίως -το πως τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, ή το αποτέλεσμα της υπόθεσης αυτής, μπορούν να επηρεάσουν την δικαστική διαδικασία στην Ελλάδα-, είναι ζητήματα, που δεν μπορούν να απασχολήσουν το Δικαστήριο της Κύπρου. Το παρόν Δικαστήριο, μπορεί να εξετάσει, μόνον αν η δίωξης που εκδικάζει, είναι καταχρηστική της διαδικασίας. Και αφής στιγμής, όπως έχει προαναφερθεί, «τα δεδομένα των ποινικών διώξεων διαφέρουν ως προς το χρόνο δημιουργίας και στοιχειοθέτησης» των κατηγοριών στις δύο υπό αναφορά υποθέσεις (βλ. Re Fotiou Bros Shipping Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 95 ανωτέρω), δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας που βρίσκεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
- Κατ' ακολουθία, οι λόγοι ενστάσεως με αρ. (ε), (στ), (ζ), (η) και (ια) του Κατήγορου, στο βαθμό που συνάδουν με το προαναφερόμενο σκεπτικό του Δικαστηρίου, επιτυγχάνουν. Κατάληξης
- Η Αίτησης (το Αίτημα) συνεπώς απορρίπτεται. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο