ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΓΙΑΓΚΟΥ κ.α., Υπόθεση υπ' αρ.: 10148/2019, 29/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 10148/2019 Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
- XXXXX ΓΙΑΓΚΟΥ
- ΑΝΟΡΘΩΣΗ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ) ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ
- XXXXX ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ
- XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 29/10/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μάρω Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ηλίας Στεφάνου και κα Ιωσηφίνα Ιωάννου. Κατηγορούμενος 1, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
- Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος 1, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε, στις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3, 4 και 5 στο κατηγορητήριο, που του προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · Οι κατηγορίες με αρ. 1, 2 και 3, το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των Άρθρων 4, 20, 29, 331, 333(β), 334 και 335 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ.
- · Η κατηγορία με αρ. 4, το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των Άρθρων 4, 20, 29, 335 και 339 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ.
- Και, · Η κατηγορία με αρ. 5, το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των Άρθρων 4, 29 και 305 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ.
- Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος 1, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή, αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για όλα τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος 1 έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579).
- Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για έκαστο των προαναφερόμενων αδικημάτων: · Σύμφωνα με το Άρθρο 335 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της πλαστογραφίας - εκτός αν, λόγω των περιστατικών της πλαστογραφίας ή της φύσης του πλαστογραφημένου, προβλέπεται στο Νόμο κάποια άλλη ποινή-, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και τριών χρόνων. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154]. · Σύμφωνα με το Άρθρο 339 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και τριών χρόνων -«υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος»-. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154]. Και, · Σύμφωνα με το Άρθρο 305 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και τριών χρόνων. [Σημειώνονται σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του Άρθρου 29 του Κεφ. 154].
- Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά αυτές, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορουμένου 1 από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου, μη εξουδετέρωσης / ουδετεροποίησης της αποτελεσματικότητας του Νόμου και του χαρακτήρα της ποινής, προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου 1 (βλ. και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας) και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς του προς μετριασμό της ποινής του, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Η σοβαρότητα των αδικημάτων του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 1, έγκειται στο ότι, αυτά, διαπράττονται, -και μάλιστα, ως παρατηρείται, με πολύ ευκολία-, για προσπορισμό παράνομου οφέλους ή/και οικονομικού κέρδους. Με τους παραπονούμενους ή τα άμεσα θύματα αυτής της εγκληματικότητας, να υφίστανται τις επιπτώσεις, χωρίς να έχουν τις περισσότερες φορές καμιά θεραπεία. Θεσμοί ελέγχου του κράτους, πολλές φορές παρακάμπτονται, και το δημόσιο συμφέρον δεν εξυπηρετείται δια των διάφορων νομοθετημάτων που επιχειρούν να το προασπίσουν. Πρόκειται, μάλιστα, για αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση. Για το γεγονός, ότι, η διάπραξης των προαναφερόμενων αδικημάτων [της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και εξασφάλισης εγγραφής / πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις], βρίσκεται σε έξαρση, το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση, εκ της θέσεως του («virtute officio») (βλ. Attorney-General v Mavrokefalos
(1966)2 Α.Α.Δ. 93), καθότι, η διάπραξης τους είναι διαδεδομένη, -ως έχει αναφερθεί από το Δικαστήριο στην υπόθεση Attorney-General v Ttofi
(1962)C.L.R. 225- με την έννοια ότι είναι, δυστυχώς, «κοινά». Οι διαστάσεις που έχουν πάρει στην κοινωνία, επιβάλλουν την αυστηρή αντιμετώπιση τους από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Η έξαρσης αυτή στην διάπραξη τους, καθιστά βεβαίως το στοιχείο της αποτροπής, που στην προκείμενη περίπτωση έχει να διαδραματίσει τον δικό του ρόλο, εντονότερο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83, Ιωάννου ν Δημοκρατίας, κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ 171). Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, από τα γεγονότα προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση του Κατηγορουμένου
- Ο Κατηγορούμενος 1, είναι XXXXX με ειδικότητα στην XXXXX και διατηρεί, μαζί με άλλους ιατρούς, ιδιωτική κλινική στον Δήμο Στροβόλου της Επαρχίας Λευκωσίας. Υπήρξε XXXXX της ποδοσφαιρικής ομάδας Ανόρθωσης Αμμοχώστου και για πολλά χρόνια, ο XXXXX των αθλητών / παιχτών της, τους οποίους εξέταζε προσωπικά για σκοπούς, ως αναφέρεται με περισσότερη λεπτομέρεια στην συνέχεια, εξασφάλισης δελτίου υγείας αθλητή. Για να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του ποδοσφαιριστή XXXXX XXXXX Uzoho (στο εξής καλούμενος «ο Uzoho»), στον ποδοσφαιρικό αγώνα της Ανόρθωσης Αμμοχώστου με την ποδοσφαιρική αμάδα Απόλλωνας Λεμεσού, στις 02/02/2019, ο Κατηγορούμενος 1, αλλοίωσε το έντυπο καρδιογράφημα, το έντυπο αναλύσεων γενικής εξέτασης και το έντυπο αναλύσεων βιοχημικού ελέγχου, που είχαν εκδοθεί για πρόσωπο άλλο (επίσης ποδοσφαιριστή / αθλητή της ποδοσφαιρικής ομάδας Ανόρθωσης Αμμοχώστου, ημερομηνίας 18/01/2019, στην βάση των οποίων ο εν λόγω ποδοσφαιριστής, είχε ήδη εξασφαλίσει, από 21/01/2019, Δελτίο Υγείας Αθλητή Α.Σ.Υ.Α.) και όχι για τον Uzoho, -στα οποία είχε πρόσβαση λόγω του επαγγέλματος του, από το αρχείο που διατηρούσε στην ιδιωτική κλινική στην οποία έχει συνεταιρική συμμετοχή- και τα «υπέβαλε» στο Ανώτατο Συμβούλιο Υγείας Αθλητών του Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού, την 01/02/2019, εξασφαλίζοντας για τον Uzoho, αυθημερόν, Δελτίο Υγείας Αθλητή Α.Σ.Υ.Α., προαπαιτούμενο για την συμμέτοχή του Uzoho στον προαναφερόμενο αγώνα ποδοσφαίρου. Κανένας ποδοσφαιριστής / αθλητής, σημειώνεται, δεν μπορεί να εγγραφεί σε φύλλο αγώνα πρωταθλήματος, χωρίς να παρουσιαστεί έγκυρο και σε ισχύ Δελτίο Υγείας Αθλητή Α.Σ.Υ.Α. Ο Uzoho, -ο οποίος είχε προσέλθει σε σύμβαση για τις ποδοσφαιρικές του υπηρεσίες προς την ποδοσφαιρική ομάδα Ανόρθωσης Αμμοχώστου, μόλις στις 31/01/2019- αφίχθηκε στην Κύπρο την 01/02/2019, περί τις 16:15, και ο προαναφερόμενος ποδοσφαιρικός αγώνας, έλαβε χώρα την αμέσως επόμενη ημέρα, ως προελέχθη, στις 02/02/2019, στον οποίο και συμμετείχε. Για να εγγραφεί ο Uzoho, στο φύλλο αγώνα πρωταθλήματος του συγκεκριμένου ποδοσφαιρικού αγώνα, παρουσιάστηκε το προαναφερόμενο Δελτίο Υγείας Αθλητή Α.Σ.Υ.Α. που είχε εξασφαλιστεί για αυτόν. Το δελτίο υγείας αθλητή, σημειώνεται, έχει υιοθετηθεί από τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού, ως μέτρο για την παροχή, στο μέτρο του εφικτού, καλύτερων συνθηκών για τον αθλητισμό. Και αυτό επειδή έχει αναγνωριστεί, ότι, η ιατρική επιστήμη, έχει πλέον σημαντικό και καταλυτικό ρόλο στον αθλητισμό. Πρόκειται, το προαναφερόμενο μέτρο, για προληπτικό μέτρο εξέτασης των αθλητών και ελέγχου της υγείας τους. Ο θεσμός αυτός, λειτουργεί από το έτος 1991 και όλες οι Ομοσπονδίες που έχουν αθλητική αναγνώριση από τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού, έχουν ήδη συμπεριλάβει καταστατική πρόνοια, έτσι ώστε, η έκδοσης δελτίου υγείας για κάθε αθλητή, να είναι υποχρεωτική. Εξ ου και η προαναφερόμενη απαγόρευσης. Ο Κατηγορούμενος 1, έχοντας ενεργήσει την 01/02/2019, ως ανωτέρω, για να εξασφαλιστεί για τον Uzoho, Δελτίο Υγείας Αθλητή Α.Σ.Υ.Α., στις 04/02/2019, ενήργησε ώστε δείγμα αίματος του Uzoho, ετύγχανε ανάλυσης από ειδικό χημικό, και το σχετικό αποτέλεσμα, καταχωρείτο, αντί με την πραγματική ημερομηνία διενέργειας της εξέτασης, με ημερομηνία 26/01/
- Το έντυπο του αποτελέσματος της εν λόγω ανάλυσης, ο Κατηγορούμενος 1, προκάλεσε να περιέλθει στην κατοχή του Κ. Ο. Α., με σκοπό να καταχωρείτο στον φάκελο αθλητή του Uzoho. Την ίδια ημέρα, σημειώνεται, ήτοι, στις 04/02/2019, η Εταιρεία Απόλλων Ποδόσφαιρο Λτδ., είχε ξεκινήσει διερεύνηση για τα της κανονικότητας της συμμετοχής Uzoho στον προαναφερόμενο ποδοσφαιρικό αγώνα. Στις 08/02/2019, -και αφού στον Κατηγορούμενο 1, επιδόθηκε, ειδοποίηση από πλευράς Αστυνομίας για να παρουσιαζόταν στο Τ.Α.Ε. Αρχηγείου Αστυνομίας για ανάκριση, μαζί και κλήση παρουσίασης εγγράφων σχετικών με την διερευνώμενη υπόθεση στον ανακριτή, ο Κατηγορούμενος 1-, αποτάθηκε στον Κ. Ο. Α. για ακύρωση του Δελτίο Υγείας Αθλητή Α.Σ.Υ.Α. που είχε την 01/02/2019 εξασφαλιστεί για τον Uzoho, επικαλούμενος «αμφιλεγόμενα στοιχεία, σχετικά με το ιστορικό του ποδοσφαιριστή». Από τον Κ. Ο. Α., ο Κατηγορούμενος 1, παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Συμβούλιο Υγείας Αθλητών του Οργανισμού, λόγω αρμοδιότητας. Τελικά, ο Κατηγορούμενος 1, αποτάθηκε με επιστολή του προς το Ανώτατο Συμβούλιο Υγείας Αθλητών, -η οποία επιστολή του εστάλη την ίδια ημέρα, ήτοι, στις 08/02/2019-, στην οποία αναφερόταν ότι, οι περιστάσεις, επέβαλλαν την ακύρωση του Δελτίο Υγείας Αθλητή Α.Σ.Υ.Α. που είχε την 01/02/2019 εξασφαλιστεί για τον Uzoho. Στις 08/02/2019, ο Κατηγορούμενος 1, πληροφορήθηκε στο Τ.Α.Ε. του Αρχηγείου Αστυνομίας, για τα αδικήματα που διευρυνόντουσαν εναντίον του. Ο Κατηγορούμενος 1, τότε, δεν αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης. Στις 09/02/2019, ακολούθησε έρευνα από την Αστυνομία στο γραφείο του Κατηγορουμένου 1 στην προαναφερόμενη ιδιωτική κλινική, ως αποτέλεσμα της οποίας ήταν η κατάσχεσης, του ηλεκτρονικού του υπολογιστή και άλλων στοιχείων μαρτυρίας, ως τεκμήρια για την διερευνώμενη τότε υπόθεση. Μετά από δικανική εξέταση του ηλεκτρονικού υπολογιστή του Κατηγορουμένου 1, ανευρέθηκαν τα διάφορα έγγραφα που στοιχειοθέτησαν, μεταξύ άλλων, το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης εναντίον του. Η γραφή, σημειώνεται, επί των εν λόγω εγγράφων, εξετάστηκε από την Αστυνομία και γραφολογικά. Το αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής, επιβεβαιώνει τα προαναφερόμενα γεγονότα, περί πλαστογραφίας των εγγράφων, αντικείμενο των κατηγοριών με αρ. 1, 2 και 3 στο κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου
- Στις 12/02/2019, ελήφθη από τον Κατηγορούμενο 1, ανακριτική κατάθεση από μέλος του Τ.Α.Ε. Αρχηγείου της Αστυνομίας, κατά την διάρκεια της οποίας, ο Κατηγορούμενος 1 παρέμεινε σιωπηλός. Στις 26/03/2019, ο Κατηγορούμενος 1, θεληματικά, έδωσε κατάθεση στο Τ.Α.Ε. Αστυνομίας, στην οποία ομολόγησε τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το κατηγορητήριο του αυτής της υπόθεσης, δίδοντας και την δικαιολογία του για την παράνομη πράξη του. Από τα προαναφερόμενα γεγονότα, προκύπτει, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, ενήργησε, σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, αυτόβουλα, κυρίαρχα και χωρίς πίεση ή επηρεασμό από τρίτο ή τρίτους, καταχρώμενος την επαγγελματική του ιδιότητα και θέση ως ιατρός να έχει πρόσβαση σε έγγραφα «ασθενών» του, προς εξυπηρέτηση -αν και ως προκύπτει, όχι για προσωπικό ή οικονομικό όφελος, αλλά- της ιδιότητας του ως μέλος της ποδοσφαιρικής ομάδας Ανόρθωσης Αμμοχώστου και του ποδοσφαιρικού αυτού σωματίου. Ενήργησε μεθοδικά, κατόπιν σχεδιασμού, -αν και θα μπορούσε να λεχθεί, όχι προσεκτικού σχεδιασμού- και με πλήρη επίγνωση και κατανόηση του εύρους της αντικανονικής -και βέβαια, παράνομης- δράσης του. Ενδεικτικό τούτου, είναι το γεγονός, ότι, [ως προαναφέρθηκε,] ακολούθως της 02/02/2019 που διεξήχθη ο ποδοσφαιρικός αγώνας, στις 04/02/2019, ενήργησε ώστε, δείγμα αίματος του Uzoho, ετύγχανε ανάλυσης από ειδικό χημικό, και το σχετικό αποτέλεσμα καταχωρείτο, αντί με την πραγματική ημερομηνία διενέργειας της εξέτασης, με ημερομηνία 26/01/2019, και να αποστελλόταν στον Κ. Ο. Α. Και τούτο, για ευνόητους λόγους. [Και χωρίς σε καμία περίπτωση να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι, στις 04/02/2019, -αν και θα μπορούσε να αναφερθεί από πλευράς του Κατηγορουμένου 1 και κατ' ακρίβεια έχει αναφερθεί χωρίς να αμφισβητηθεί από πλευράς Κατήγορου, ότι τούτο ήταν εντελώς συμπτωματικό και σε ανύποπτο χρόνο- είχε ξεκινήσει και η διερεύνησης, ως προαναφέρθηκε, από πλευράς Εταιρείας Απόλλων Ποδόσφαιρο Λτδ., της κανονικότητας της συμμετοχής του Uzoho στον προαναφερόμενο ποδοσφαιρικό αγώνα]. Εντούτοις, το περιστατικό ήταν μεμονωμένο, και, αν και η υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου 1, σε ότι αφορά την διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου του, μεγάλη, με τις ενέργειες του, ο Κατηγορούμενος 1, δεν είχε πρόθεση, προκύπτει, να βλάψει ή/και να προκαλέσει ζημιά στον οποιοδήποτε, ούτε και έχει από την δράση του προκύψει στον οποιοδήποτε, οποιαδήποτε πραγματική ζημιά ή/και βλάβη. Όπως έχει αναφερθεί από πλευράς του Κατηγορουμένου 1, και δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Κατήγορο, ελατήριο του Κατηγορουμένου 1, για την παράνομη δράση του, ήταν, ως πρόσφυγας, «η τυφλή αγάπη που τρέφει» για την ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης της Αμμοχώστου, της οποίας, για χρόνια, από την αρχή της επαγγελματικής του καριέρας (περί το έτος 2004), «προσέφερε αφιλοκερδώς της ιατρικές του υπηρεσίες». Δεν είχε, αναφέρθηκε, κανένα προσωπικό ή οικονομικό όφελος από την υπό συζήτηση παράνομη πράξη του, και θέλησης του ήταν, απλά να βοηθήσει την ποδοσφαιρική του ομάδα, -η οποία, κατά την εν λόγω ποδοσφαιρική χρονιά, είχε πολλά αγωνιστικά προβλήματα-, σε έναν σημαντικό αγώνα εναντίον της ποδοσφαιρικής αμάδας του Απόλλωνα Λεμεσού. Ενήργησε πάραυτα, χωρίς αδιαφορία για την υγεία του αθλητή, Uzoho. Όπως αναφέρθηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου 1, ο Uzoho, αν και νεαρός [σε ηλικία (20 ετών)], είναι ποδοσφαιριστής υψηλών προδιαγραφών, και επειδή προερχόταν, ως μεταγραφή, [στα μέσα της ποδοσφαιρικής περιόδου / χρονιάς], από ένα από τα καλύτερα και πιο ανεπτυγμένα πρωταθλήματα του κόσμου, το Ισπανικό, του ήταν γνωστό (έχοντας πληροφορηθεί για το ιστορικό του), ότι είχε πρόσφατους και πλήρεις ιατρικούς ελέγχους. Πέραν τούτου, ο Κατηγορούμενος 1, πριν την έναρξη του ποδοσφαιρικού αγώνα στις 02/02/2019, εξέτασε τον Uzoho, στα πλαίσια προ-αθλητικού ελέγχου, και βεβαιώθηκε, ότι δεν υπήρχε το οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ή οτιδήποτε άλλο το ανησυχητικό σχετικά με τον εν λόγω αθλητή, αποτρεπτικό της συμμετοχής του στον ποδοσφαιρικό αγώνα. Μάλιστα, την αμέσως επόμενη ημέρα, 03/02/2019 και ημέρα Κυριακή, ο Κατηγορούμενος 1, με σκοπό την ενημέρωση του ιατρικού [αθλητικού] φακέλου του Uzoho, τον υπέβαλε σε εξετάσεις και στο ιατρείο του. · Την έξαρση που παρατηρείται, ως προαναφέρθηκε, στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προελέχθη, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο
- · Ότι, η καταδίκη του Κατηγορουμένου 1 στα αδικήματα της υπόθεσης αυτής, ή ακόμη περισσότερο, η επιβολή σε αυτόν ποινής φυλάκισης, θα έχει επιπτώσεις στην εργασία ή και καριέρα / σταδιοδρομία του. Σύμφωνα με την νομολογία, όταν η καταδίκη και η επιβολή ποινής φυλάκισης, μπορεί να προβλεφθεί ότι θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στην εργασία ή και καριέρα / σταδιοδρομία ενός κατηγορουμένου, το Δικαστήριο, μπορεί να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και του συγκεκριμένου κατηγορουμένου, αυτού του είδους η ποινή, μπορεί να αποφευχθεί. Η ύπαρξης, δηλαδή, τέτοιων περιστάσεων, σε κάθε περίπτωση, αποτελούν παράγοντα μετριαστικό της ποινής του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 243, τα Ανώτατο Δικαστήριο ανέλυσε το σκεπτικό αυτής της προσέγγισης: «Σε περιπτώσεις κατηγορουμένων κατά τις οποίες, πέραν της όποιας ποινής την οποία καλείται να επιβάλει το Δικαστήριο, καθίσταται γνωστό ότι ο καταδικασθείς θα έχει περαιτέρω και σοβαρές επιπτώσεις στην εργασία, επιτήδευμα, σταδιοδρομία ή θέση την οποία κατέχει κατ' εφαρμογή νόμου, κανονισμών ή συμβατικών όρων λόγω της επιβολής ποινής φυλάκισης, είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο όπως εξετάσει κατά πόσο υπό τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης, η ποινή φυλάκισης θα μπορούσε να αποφευχθεί και να επιβληθεί εναλλακτική ποινή ως ικανοποιητικό τιμωρητικό μέτρο. Το σκεπτικό αυτής της προσέγγισης προκύπτει από την αναγκαιότητα της διασφάλισής του ότι ο συνδυασμός της επιβαλλόμενης ποινής μαζί με τις σοβαρές παρελκόμενες επιπτώσεις που δυνατόν αυτή να επιφέρει στο άτομο του καταδικασθέντα δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα αυστηρές και δυσανάλογες προς τη σοβαρότητα του αδικήματος, λαμβανομένης βέβαια πάντα υπόψη και της αναγκαιότητας προς επιβολή αποτρεπτικών ποινών, εκεί όπου αυτή υπάρχει.». Εντούτοις, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Σουτζιής ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424, η εφαρμογή αυτής της αρχής, περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου, οι συνέπειες από την ποινή στην εργασία ή και καριέρα / σταδιοδρομία του κατηγορούμενου, δεν είναι παράγωγο αδικημάτων που σχετίζονται με την εργασία του. Δηλαδή, έγκλημα που προκύπτει από την εργασία του. Όπως αποφασίστηκε: «. όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Sentencing and Criminal Justice, A. Ashworth, έκδοση 2000, στη σελ. 152, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του αδικοπραγούντα, όπου τα αδικήματα είναι άσχετα με την εργασία του, είναι παράγων που μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός. Αλλά όπου το έγκλημα προκύπτει από την εργοδότηση του κατηγορούμενου και μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. (Δέστε και Barrick [1985] 7 Cr. App. R. (S.) 142). Στην παρούσα περίπτωση τα αδικήματα δεν είναι άσχετα με την εργασία του εφεσείοντα, αλλά, αντίθετα συνδέονται άμεσα με την θέση του.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Εν προκειμένω, σημειώνεται, ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 4 του περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμεία Συντάξεων) Νόμου του 1967, Νόμος 16/1967: «
(1)Ιατρός υπόκειται εις πειθαρχική δίωξιν: (α) εάν καταδικασθή υπό ∆ικαστηρίου δι' αδίκηµα ενέχον έλλειψιν τιµιότητος ή ηθικήν αισχρότητα· (β) εάν επέδειξε στα πλαίσια της ιδιότητάς του ως ιατρού διαγωγή επονείδιστη ή ασυµβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελµα: Νοείται ότι ως ασυµβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελµα διαγωγή θεωρείται, πλην άλλων, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 22 του περί Εγγραφής Γιατρών Νόµου. (γ) εάν επέτυχε την εγγραφήν του ως ιατρού δυνάµει του περί Εγγραφής Ιατρών Νόµου διά ψευδών ή δολίων παραστάσεων.
(2)Ιατρός διωχθείς διά ποινικόν αδίκηµα και ευρεθείς ένοχος δεν δύναται να διωχθή πειθαρχικώς επί τη αυτή κατηγορία, δύναται όµως να διωχθή διά πειθαρχικόν διάστηµα προκύπτον εκ της διαγωγής του η οποία σχετίζεται µεν προς την ποινικήν υπόθεσιν αλλά δεν εγείρει το αυτό επίδικον θέµα ως το της κατηγορίας κατά την ποινικήν δίωξιν.
(3)Η διαπίστωση των πραγµατικών περιστατικών σε τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε από ποινικό ή πολιτικό δικαστήριο σε διαδικασία στην οποία ιατρός υπήρξε διάδικος δύναται να γίνει δεκτή από το Πειθαρχικό Συµβούλιο ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη.
(4)Η συµµετοχή ιατρού σε Εταιρεία Ιατρών υπό οποιαδήποτε ιδιότητα ή η συνεργασία του µε αυτή µε οποιοδήποτε τρόπο ή η εργοδότησή του από αυτήν ή η ιδιότητα του ιατρού ως αντιπροσώπου ή προστηθέντος της Εταιρείας Ιατρών δεν απαλλάσσει τον ιατρό από τυχόν προσωπική πειθαρχική ευθύνη ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε πειθαρχική διαδικασία δυνάµει του παρόντος Νόµου.». Και περαιτέρω, ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 6Α του Νόμου 16/1967: «
(1)Το Πειθαρχικόν Συµβούλιον, εάν εύρη τον καταγγελθέντα ένοχον, δύναται να επιβάλη εις αυτόν µίαν των ακολούθων ποινών: (α) διαγραφήν του ονόµατος αυτού εκ του Μητρώου Εγγραφής Ιατρών· (β) αναστολήν ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλµατος διά χρονικήν περίοδον οίαν το Πειθαρχικόν Συµβούλιον ήθελε κρίνει πρέπουσαν· (γ) καταβολήν υπό τύπον προστίµου χρηµατικού ποσού µη υπερβαίνοντος τας δέκα χιλιάδες ευρώ· (δ) προφορικήν ή έγγραφον επίπληξιν.
(2)Το Πειθαρχικόν Συµβούλιον δύναται να εκδώση τοιούτο διάταγµα όσον αφορά την πληρωµήν των εξόδων της Πειθαρχικής διαδικασίας οίον ήθελε κρίνει υπό τας περιστάσεις εύλογον.
(3)Παν ποσόν καταβαλλόµενον δυνάµει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)κατατίθεται εις τον Ταµείον του Συµβουλίου.». · Την συνεργασία του Κατηγορουμένου 1 με την Αστυνομία, που διευκόλυνε την εξιχνίαση των αδικημάτων του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Χωρίς βεβαίως να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου, ως με περισσότερη λεπτομέρεια προαναφέρθηκε, πότε ο Κατηγορούμενος 1 ομολόγησε την ενοχή του, με γνώμονα την Αστυνομική διερεύνηση και το τι είχε μέχρις εκείνης της στιγμής προκύψει εναντίον του μέσα από αυτήν. Πολύ συνοπτικά αναφέρεται εδώ, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, κατά τα αρχικά στάδια της διερεύνησης παρέμεινε, ως είχε άλλωστε κάθε δικαίωμα, σιωπηλός, και ότι η ομολογία του ήρθε, σε χρόνο που η Αστυνομία, είχε αρκετά στοιχεία εναντίον του, για να σχηματίσει ο Κατήγορος το κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σουτζιής ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424, η συνεργασία ενός κατηγορουμένου με την Αστυνομία και η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και αποτελούν σημαντικό παράγοντα μετριασμού της ποινής του κατηγορουμένου, αναλόγως του χρόνου και σταδίου που αυτή εκδηλώνεται, σε σχέση με την Αστυνομική διερεύνηση, και δη της υπάρχουσας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, μαρτυρίας εναντίον του. Η μεταμέλεια, σημειώνεται, -που, όταν αποδεικνύεται έμπρακτα, είναι ουσιαστικότερο μετριαστικό στοιχείο στα της ποινής-, δεν πρέπει να είναι υποκινούμενη από τις περιστάσεις, αλλά ελεύθερη, λόγω συνειδήσεως του κατηγορουμένου της σοβαρότητας του «λάθους» του: «Όσον αφορά τον ισχυρισμό του για συνεργασία με την Αστυνομία και παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι πράγματι στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη προς μετριασμό της ποινής και το πρωτόδικο Δικαστήριο τα θεώρησε ως τέτοια. Δεν μπορούμε όμως να μην παρατηρήσουμε πως η συνεργασία του με την Αστυνομία έγινε μετά που συνελήφθηκε και είχε ήδη αποκαλυφθεί η διάπραξη ορισμένων από τα αδικήματα, για τα οποία τελικά καταδικάστηκε. Η συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές και η παραδοχή είναι έτσι ήσσονος σημασίας μετά τη σύλληψη και την ύπαρξη ήδη μαρτυρίας εναντίον του εφεσείοντα για ενοχή σε υπό εξέταση αδικήματα (δέστε και Ghafari v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442).». Στην υπόθεση Attorney-General v Trattou
(1978)2 C.L.R. 69, αναφέρθηκαν εν προκειμένω τα εξής: «This Court has always taken the view . that it should show the proper, in the circumstances, leniency to persons who after they have committed a crime have confessed immediately and helped in its investigation, for the purpose, too, of enabling the police to trace any accomplices. .». Βλ. επίσης, Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 216, Dirazo ν Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Nicola v Police
(1980)2 Α.Α.Δ. 202,
(1980)2 C.L.R. 202, Theodorou v Police
(1979)2 Α.Α.Δ. 191, Philippou a. a. v Republic
(1976)7 J.S.C. 1157. · Το γεγονός, ότι, η καταδίκη του Κατηγορουμένου 1, ήταν το αποτέλεσμα της δικής του παραδοχής. Καθώς επίσης και το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος 1, παραδεχόμενος τα αδικήματα που διέπραξε, στο Δικαστήριο, αναγνώρισε ότι έπραξε λανθασμένα, δήλωσε μετανιωμένος για τις ενέργειες του και απολογήθηκε για την διάπραξη τους. Βλ. Λένος Γεωργίου Μυλωνά ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 384, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60. Χωρίς φυσικά να παραβλέπεται, κατά την αξιολόγηση του παράγοντα αυτού , το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν αυτή την υπόθεση, και πως αυτές μπορούν να συσχετιστούν με την απάντηση του Κατηγορουμένου 1 στο κατηγορητήριο του (βλ. Michal Bukowski v Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, Chucri Saliba v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 388), δεδομένης της μαρτυρίας εναντίον του Κατηγορουμένου 1 (είδους και έκτασης), σε ότι αφορά τον βαθμό του μετριασμού που δικαιούται λόγω της παραδοχής του. Δεν θα έλεγα ότι, ο Κατήγορος, θα είχε δύσκολο έργο να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του Κατηγορουμένου 1. · Ότι, ο Κατηγορούμενος 1, στην ηλικία των 43 ετών, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63), και άτομο καλού χαρακτήρα, εργατικό, με άμεμπτη προηγούμενη διαγωγή και πλούσια προσφορά στην κοινωνία, στον κόσμο του επαγγέλματος του και τους ασθενείς του. Όταν το Δικαστήριο, έχει ενώπιον του έναν άνθρωπο, [μάλιστα κάποιας ηλικίας], χωρίς προηγούμενο, πράγμα που δείχνει ότι σε ολόκληρη την ζωή του είχε σεβασμό προς τον Νόμο, καλού χαρακτήρα, με άμεμπτη προηγούμενη διαγωγή και κοινωνική προσφορά, δικαιολογείται να τον αντιμετωπίσει με επιείκεια (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκά
(1992)2 Α.Α.Δ. 241). Στην υπόθεση Σουτζιής ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424, το Ανώτατο Δικαστήριο, σχολίασε τον ελαφρυντικό αυτό παράγοντα, αναφέροντας τα ακόλουθα: «Παραπονέθηκε, όπως είδαμε, με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εφεσείοντας, ότι δεν λήφθηκε δεόντως υπόψη ο καλός του χαρακτήρας και η προηγούμενη διαγωγή του. Επί του προκειμένου το Δικαστήριο είχε ενώπιον του σωρεία πιστοποιητικών για τον καλό του χαρακτήρα και την εκτίμηση που έχαιρε στην κοινωνία. Είναι νομολογημένο πως ορθή συμπεριφορά μη σχετιζόμενη με το υπό κρίση αδίκημα, αποτελεί ελαφρυντικό που μπορεί να ληφθεί υπόψη (δέστε R. v. Reid [1982] 4 Cr. App. R (S.) 720, R. v. Alexander [1997] 2 Cr. App. R. (S.) 74), όπως και ο καλός χαρακτήρας του κατηγορούμενου. Το Κακουργιοδικείο στην απόφασή του αναγνωρίζει την προσφορά του κατηγορούμενου στο κράτος, αλλά ορθά επισημαίνει πως ανέτρεψε τα πάντα με το να συλλέγει οπλισμό και να τον παραδίδει σε χέρια τρίτων εκτός των αρμοδίων υπηρεσιών του κράτους, απ' όπου δε μπορούσε να ελέγξει τη χρήση του, παρόλον ότι ο ίδιος ο εφεσείων δεν είχε καμμιά πρόθεση να τον χρησιμοποιήσει. Η προσφορά προς το κράτος και την πολιτεία εν γένει, είναι πράγματι σοβαρός ελαφρυντικός παράγοντας, αλλά τονίζουμε πως η μεγαλύτερη προσφορά προς την πατρίδα είναι η υπακοή στους νόμους της.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Και δη το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος 1, που είναι σήμερα ηλικίας 43 ετών, είναι, από το έτος 2004, XXXXX στο επάγγελμα, καταξιωμένος στον χώρο του επαγγέλματος του και αγαπητός από τους συναδέλφους και ασθενείς του, δεσμευμένος και στα πρόθυρα του γάμου με την σύντροφο του από το έτος 2004, της οποίας τα παιδιά από προηγούμενο γάμο βοηθά και υποστηρίζει. Τα εισοδήματα του Κατηγορουμένου 1, από την εργασία του, είναι ικανοποιητικά, έχει περαιτέρω κάποιες αποταμιεύσεις και είναι ιδιοκτήτης του διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου στο οποίο διαμένει. προχωρώ στο να επιβάλω στον Κατηγορούμενο 1 ποινή. 5. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Riley v Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 335, «Ό,τι πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια του καθορισμού της ποινής είναι αν η φυλάκιση ήταν αναπόφευκτη εν όψει των προσωπικών συνθηκών του εφεσείοντα ή, ακόμα ακριβέστερα, αν ποινή αυτής της μορφής ήταν αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Και τούτο, επειδή, όπως σχολιάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, «Η ποινή φυλάκισης επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Επισημαίνοντας μάλιστα, ότι, η «ποινή φυλάκισης με αναστολή αποτελεί ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς. Ό,τι αναστέλλεται είναι η εκτέλεση της ποινής.». Και συνεπώς, ότι, η επιλογή της ποινής από το Δικαστήριο, δεν γίνεται με δεδομένη την ευχέρεια που έχει, βάσει του Νόμου, να αναστείλει ενδεχομένως την ποινή. Το ζήτημα, τελικά, αποφασίστηκε ως εξής: «Συνεπώς το πρώτο ερώτημα το οποίο πρέπει να απαντηθεί είναι αν η επιλογή της φυλάκισης ήταν, εν όψει όλων των σχετικών παραγόντων, αναπόφευκτη. Παρά τη σοβαρότητα του αδικήματος δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο να καταδεικνύει ότι αδικήματα αυτής της κατηγορίας διαπράττονται με συχνότητα που καθιστά το στοιχείο της αποτροπής ουσιαστικό παράγοντα στον καθορισμό της ποινής. Εν όψει αυτής της διαπίστωσης οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα, σε συνδυασμό με τις πιθανές επιπτώσεις που ποινή φυλάκισης δυνατό να έχει στη σταδιοδρομία του, δεν καθιστούσαν την επιβολή αυτού του τιμωρητικού μέτρου (φυλάκισης) αναπόφευκτη. Το πρόστιμο που του είχε επιβληθεί, £300.--, αποδίδει τη σοβαρότητα του αδικήματος και ταυτόχρονα αποτελεί επαρκή τιμωρία για το αδίκημα που διέπραξε ο εφεσείων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, Yeates κ. α. ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Chehab v Republic
(1986)2 Α.Α.Δ. 197, HjiKyriakou v Police, Criminal Appeal No. 3422, 22/02/1973, Papas v Republic
(1970)2 Α.Α.Δ.
- Όπου η αδικοπραγία, παρά το γεγονός ότι τα αδικήματα που αφορά είναι σοβαρά, είναι μεμονωμένη, και από τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, απουσιάζουν αυτά τα στοιχεία που επιβάλλουν την αυστηρότερη αντιμετώπιση του κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, -ήτοι, περιστάσεις υψηλής υπαιτιότητας και προτιθέμενης βλάβης ή/και ζημιάς, και επιπτώσεις πραγματικής βλάβης ή/και ζημιάς-, και ο κατηγορούμενος, ανεξαρτήτως της ποινής που το Πειθαρχικό Συμβούλιο του επαγγέλματος του [ενδεχομένως] θα του επιβάλει -είτε αυτή είναι αυστηρή, είτε αυτή είναι επιεικής-, έχει υποστεί πραγματική ζημιά στην καριέρα / σταδιοδρομία και την φήμη του, που είναι τόσο τεράστια και ανεπανόρθωτη, το Δικαστήριο δικαιολογημένα μπορεί να τον αντιμετωπίσει με επιείκεια. Παράδειγμα αποτελεί, η αντιμετώπισης από το Ανώτατο Δικαστήριο του κατηγορουμένου [/ εφεσείοντα] στην υπόθεση Georghiou v Republic
(1984)2 Α.Α.Δ. 65: «We have anxiously examined the sentence imposed from every angle. Certainly, it was right in principle and warranted by the grave facts of the case, made all the more serious because of the identity of the appellant, a lawyer, pledged as every lawyer, to defend the law and, a Member of the House of Representetives, entrusted by the people with one of the highest offices of the State. It has been said time and again and, now we repeat, that the higher one stands, the higher becomes his duty to observe the law; in fact, give by his conduct an example of obedience to the law. On the other hand, we cannot overlook that the sentence of imprisonment is not the only punishment of appellant. He forfeited his seat as a Member of the House of Representatives—no small punishment by any measure—whereas his law practice, the means of support of himself and his family, was shattered, no mean punishment either. Faced with this human tragedy, we decided, not without reluctance, to temper justice, that justifies a sentence of one; year's imprisonment in the interests of law enforcement, with mercy—that judicial power that enables the Court to adjust punishment to the human dimension and intrinsic complexion of a case. . Lastly, I would like to make some observations regarding the manner in which the sentence was assessed by the trial Court in order to punish the appellant for his misdeeds: I am of the opinion that the trial Court has relied unduly on the analogy with the case of Stephanou v. The Police
(1972)2 C.L.R. 114, in deciding what was the proper evaluation of the factor of the grave detriment to the career of the appellant as an advocate and as a politician. The appellant in the Stephanou case was a school-teacher who had been sentenced to concurrent sentences of imprisonment for periods ranging from one year to six months after he had pleaded guilty to five counts charging him with forgery, two counts charging him with the uttering of false documents and two counts charging him with attempting to obtain money by false pretences. All those offences were committed in respect of winning numbers of State Lottery tickets and, before sentence was passed upon him, he applied that twenty-two other similar offences should be taken into consideration too; and it was held by this Court on appeal that the fact that the appellant had ruined his career was not a sufficient reason in that case for reducing the sentences which were imposed on him. The present instance is a case where the appellant has committed, admittedly very serious offences, not repeatedly and with system as in the Stephanou case, supra, but in the course of one and the same transaction, in an obviously vain, patently transparent and naive effort to evade the consequences of his own lack of diligence; and there is no doubt that irrespectively of how leniently he might be treated for his more foolish rather than calculatedly criminal conduct when he is dealt with disciplinarily as an advocate, the damage done to his career and to his reputation is so immense and irreparable that much greater weight ought to have been attributed to this factor by the trial Court, which seems to have mistakenly regarded the Stephanou case as a proper precedent for the purpose of assessing the sentence to be imposed on the appellant.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) Βλ. Επίσης, HjiKyriakou v Police, Criminal Appeal No. 3422, 22/02/1973. 7. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Polycarpou v Police
(1970)2 Α.Α.Δ. 111, η φυλάκιση, ως τιμωρία σε ένα σύστημα κοινωνικής άμυνας, θα πρέπει να επιδιώκεται μόνο όταν καμία άλλη ποινή δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρέπει να αποφεύγεται κάθε φορά που είναι δυνατή μια τέτοια πορεία και αν δεν μπορεί να αποφευχθεί, πρέπει να προσαρμόζεται κατά τρόπο που να εξυπηρετεί ένα από τα αντικείμενα που μια τέτοια ποινή έχει σκοπό να εξυπηρετήσει: «As the learned trial Judge has readily recognized, this case differs "in many respects" from Psaras v. The Police
(1968)2 C.L.R.
- We have no doubt in our mind that this was not a case for a sentence of imprisonment. It has already been said that sentencing is a very important and a very delicate part of a criminal court's function. (Chariklia Tattari v. The Republic (reported in this Part. at p. 6 ante; at p. 11; Pullen & Another v. The Republic (reported in this Part at p. 13 ante; at p. 16)). And that imprisonment, as a sanction in a system of social defence, should only be resorted to when no other sentence can fit the circumstances of the particular case. It should be avoided whenever such a course is possible; and if it cannot be avoided, it must be made to serve one of the objects which such a sentence is intended to serve. In this case, the only justification for a sentence of imprisonment would be its deterrent, effect on the appellant and other policemen. But, in the circumstances of this case, we think that imprisonment was not unavoidable; and that a fine would meet the case.».
- Μόνον στις περιπτώσεις όπου τα αδικήματα διαπράττονται με ένταση, το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, την επιβολή ποινής φυλάκισης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ένταση στην διάπραξη των αδικημάτων και η έμφασης στον παράγοντα της αποτροπής, καθορίζουν και την βαρύτητα της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί (βλ. Pavlides v Republic
(1979)2 Α.Α.Δ. 138, Kokkinotrimithiotis v Police
(1981)2 Α.Α.Δ. 1, Noni v Republic
(1980)2 Α.Α.Δ. 96). 6. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Σάββας Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Παναγιώτης Γ. Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21, Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824), στον Κατηγορούμενο 1, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στην προκείμενη περίπτωση, η επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο 1, είναι αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο. Τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε, [υπό περιστάσεις, σημειώνεται, ουσιαστικής υπαιτιότητας], είναι στην φύση τους πολύ σοβαρά, βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται όπως η ποινή που θα του επιβληθεί, ενέχει το στοιχείο της αποτροπής, κυρίως από την απόψη της παραμέτρου της αποτροπής τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1, ο έντιμος πρότερος βίος του, η εργατικότητα του, η κοινωνική προσφορά του, οι επιπτώσεις αυτής της υπόθεσης στην εργασία και σταδιοδρομία του, το λευκό του ποινικό μητρώο και η παραδοχή του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, από την παράνομη δράση του, δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο προσωπικό όφελος, και το γεγονός ότι από πλευράς του δεν υπήρξε πρόθεσης πρόκλησης ζημιάς ή βλάβης στον οποιοδήποτε, ούτε και προκλήθηκε πραγματικά ζημιά ή βλάβη στον οποιοδήποτε, δεν είναι ικανά, μετά από συνεκτίμηση με τους προαναφερόμενους λοιπούς παράγοντες, να δικαιολογήσουν την επιλογή της ποινής του προστίμου ή άλλης λιγότερο αυστηρής ποινής. Ως εκ τούτου, του επιβάλλω: Στην 1η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση Στην 2η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση Στην 3η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση Στην 4η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση Στην 5η Κατηγορία: 4 μήνες φυλάκιση Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν (βλ. Σάββας Χρίστος Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Β.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228). Κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στον Κατηγορούμενο 1, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα που ανακοινώθηκε η απόφασης του Δικαστηρίου. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για ομοειδή αδικήματα με αυτά του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου 1 αυτής της υπόθεσης (στις διάφορες εκφάνσεις τους), είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Stephanou v Police
(1972)2 C.L.R. 114, Georghiou v Republic
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, Ioannou v Police
(1985)2 C.L.R. 14, Παναγή ν Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 115, Γερμανού ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 127 και Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22. Στην υπόθεση Stephanou v Police
(1972)2 C.L.R. 114, ο κατηγορούμενος, που κατά την περίοδο διάπραξης των αδικημάτων ήταν δάσκαλος σε σχολείο με προϋπηρεσία 23 χρόνων, νυμφευμένος και πατέρας τριών ενήλικων τέκνων, με λευκό ποινικό μητρώο, εντός περιόδου ενάμιση περίπου μηνός, διέπραξε, στα πλαίσια πλαστογράφησης των νικηφόρων αριθμών εισιτηρίων του κρατικού λαχείου, τα αδικήματα της πλαστογραφίας (πέντε ξεχωριστές κατηγορίες), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (δύο ξεχωριστές κατηγορίες) και της απόπειρας εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (δυο κατηγορίες), αποκομίζοντας όφελος σε βάρος άλλων των £38.600 mils, μετά από παραδοχή του, -και αφού λήφθηκαν υπόψη άλλες είκοσι δύο κατηγορίες για ομοειδή αδικήματα τις οποίες επίσης παραδέχθηκε-, τιμωρήθηκε από το Δικαστήριο με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, για περιόδους μεταξύ ενός χρόνου και έξι μηνών, αναλόγως κατηγορίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απέρριψε την έφεση που ο κατηγορούμενος κατέθεσε εναντίον της ποινής του, χαρακτηρίζοντας την επιεική, διατάζοντας μάλιστα όπως η έκτισης της από τον κατηγορούμενο ξεκινούσε από την ημερομηνία της καταδίκης του. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε υποκινηθεί στην ανομία από τις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε, και παρά τις οικογενειακές του περιστάσεις, το λευκό του ποινικό μητρώο, την μακρά υπηρεσία του ως δάσκαλος και την καταστροφή της καριέρας του (εφόσον θα έχανε πιθανότατα την εργασία του και το δικαίωμα του σε σύνταξη), το γεγονός της σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξε, δεν δικαιολογούσε διαφορετική αντιμετώπιση. Στην υπόθεση Georghiou v Republic
(1984)2 Α.Α.Δ. 65 ανωτέρω, ο κατηγορούμενος, που κατά την περίοδο διάπραξης των αδικημάτων, ήταν μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων και ασκούσε επαγγελματικά την δικηγορία, μετά από ακροαματική διαδικασία, καταδικάστηκε από το Δικαστήριο: (α) σε δύο κατηγορίες για το αδίκημα της πλαστογραφίας, και σε δύο κατηγορίες για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου: ήτοι μίας απόδειξης; και (β) σε δύο κατηγορίες για το αδίκημα της πλαστογραφίας, και σε δύο κατηγορίες για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου: ήτοι ενός επίσημου εγγράφου του κράτους - εξουσιοδότηση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την εξαγωγή χρημάτων, και του επιβλήθηκαν, σε κάθε κατηγορία, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός χρόνου. Τα αδικήματα, διαπράχθηκαν ενόσω ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως δικηγόρος της διαχειρίστριας της περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου που είχε πεθάνει στην Αγγλία, αλλά ήταν ιδιοκτήτης περιουσίας στην Κύπρο. Μεταξύ, άλλων περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντος στην Κύπρο, ήταν και μετρητά που ήταν κατατιθέμενα σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Κύπρο, τα οποία, η διαχειρίστρια θα μετέφερε στην Αγγλία για ανάγκες της οικογένειας του αποβιώσαντος. Το χρηματικό αυτό ποσό, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος ανέλαβε να το αποστείλει στην Κύπρο, αφού θα προχωρούσε η διαδικασία της διαχείρισης και εξασφαλιζόταν η σχετική άδεια για την μεταφορά του από το εξωτερικό από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Όταν, λόγω καθυστέρησης στην υλοποίηση της αναληφθείσας υποχρέωσης του, ο κατηγορούμενος, προειδοποιήθηκε από εκπροσώπους της διαχειρίστριας, με δικαστικά μέτρα εναντίον του, ο κατηγορούμενος τους παρουσίασε την προαναφερόμενη απόδειξη (της τράπεζας) για να αποδείξει ότι τα χρήματα είχαν κατατεθεί σε λογαριασμό στο όνομα της διαχειρίστριας και στην συνέχεια, αφού εξέδωσε στο όνομα της διαχειρίστριας, τραπεζική επιταγή για το ποσό που όφειλε να της επιστρέψει, προσκόμισε στους εκπροσώπους της διαχειρίστριας, την προαναφερόμενη επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, δια της οποίας επιχειρούσε να δείξει ότι, η μεταφορά των χρημάτων στην διαχειρίστρια στην Αγγλία, είχε εξουσιοδοτηθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με όρους. Το Ανώτατο Δικαστήριο, -διαχωρίζοντας την περίπτωση, από αυτήν της υπόθεσης Stephanou v Police
(1972)2 C.L.R. 114- αναφερόμενο στο γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος, λόγω της καταδίκης του, απώλεσε την θέση του στην Βουλή των Αντιπροσώπων, ότι θα τιμωρείτο, επιπρόσθετα, πειθαρχικά, από τον Παγκύπρια Δικηγορικό Σύλλογο και περαιτέρω, ότι η σταδιοδρομία του ως δικηγόρος είχε ανεπανόρθωτα επηρεαστεί, μείωσε την ποινή φυλάκισης που του επέβαλε το Δικαστήριο, ως προαναφέρθηκε, σε έξι μήνες. Στην υπόθεση Ioannou v Police
(1985)2 C.L.R. 14, ο κατηγορούμενος -συζευγμένος, με τέσσερα ανήλικα παιδιά, πλήρως εξαρτώμενα από αυτόν λόγω μη εργασίας της συζύγου του-, μετά από ακροαματική διαδικασία, καταδικάστηκε από το Δικαστήριο, σε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου -ήτοι, μίας σύμβασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας- και της εξασφάλισης εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας με ψευδής παραστάσεις, και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δεκαπέντε μηνών, στις δύο πρώτες κατηγορίες, και έξι μηνών στην τελευταία. Σε έφεση που καταχωρήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον [και] της ποινής που του επιβλήθηκε, το Ανώτατο Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι, σχετικά με το ύψος της ποινής των δεκαπέντε μηνών φυλάκισης για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, αποφάσισε ότι η ποινή ήταν αρμόζουσα λόγω της φύσης των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους, μείωσε την ποινή που του επέβαλε το Δικαστήριο, ως προαναφέρθηκε, σε οκτώ μήνες, λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην δίωξη του κατηγορουμένου από την Αστυνομία για περίοδο έξι χρόνων από την διάπραξη των αδικημάτων. Στην υπόθεση Παναγή ν Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 115, ο κατηγορούμενος -42 ετών, με λευκό ποινικό μητρώο, που συνεργάστηκε με την Αστυνομία για να διαλευκανθεί η υπόθεσης-, μετά από δική του παραδοχή, βρέθηκε ένοχος και καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο, σε έντεκα κατηγορίες για πλαστογραφία επίσημου εγγράφου του κράτους και σε δέκα κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου -ήτοι, ιατρικών πιστοποιητικών, προς τον σκοπό αποφυγής ιατρικών ελέγχων καλλιτεχνίδων που πρακτόρευε ο εργοδότης του, για την διαπίστωση της κατάστασης της υγείας του σε ότι αφορούσε μολυσματικές ασθένειες (έιτζ, ηπατίτιδα και σύφιλη) προς προστασία του κοινού-, στις οποίες, -σε κάθε μία από αυτές- του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης τεσσεράμισι χρόνων. Σε έφεση που ο κατηγορούμενος καταχώρησε εναντίον της ποινής του, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε, σημειώνοντας ότι, η αδιαφορία του κατηγορουμένου για τις επιπτώσεις των πράξεων του, έφθανε τα όρια της ασυνειδησίας, επιμαρτυρούσε την σοβαρότητα των αδικημάτων (δηλαδή, την εγκληματικότητα της πράξης του) και η ανάγκη για προστασία της κοινωνίας από σοβαρές μολυσματικές ασθένειες, δικαιολογούσε την επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Στην υπόθεση Γερμανού ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 127, ο κατηγορούμενος, κρίθηκε, μετά από ακροαματική διαδικασία, ένοχος για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και του επιβλήθηκε από το Δικαστήριο ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών. Στην κατηγορία που αφορούσε την πλαστογραφία του συγκεκριμένου εγγράφου, ο κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχτηκε. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, κρίθηκε από το Δικαστήριο, ότι, με σκοπό να αρχειοθετηθεί στον προσωπικό του φάκελο που τηρείτο στο Αρχηγείο Αστυνομίας και να του αναγνωριζόταν η πολύ καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία, μαζί με υπεύθυνη δήλωσή του, πλαστογραφημένο πιστοποιητικό επιτυχίας εξετάσεων αγγλικού πανεπιστημίου. Η έφεση που ο κατηγορούμενος άσκησε στο Ανώτατο Δικαστήριο, σχετικά [και] με την ποινή που του επιβλήθηκε και δη, σε ότι αφορούσε το είδος της ποινής που επιλέχθηκε από το Δικαστήριο, απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Κρίθηκε ότι, δεδομένης της σοβαρότητας του αδικήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και των συνεπειών που θα υπήρχαν στην εν λόγω υπόθεση, σε περίπτωση που αυτό παρέμενε ανεξιχνίαστο, εφόσον θα επηρέαζε δυσμενώς άλλα πρόσωπα, η ποινή φυλάκισης ήταν το ορθό τιμωρητικό μέτρο. Η χρηματική ποινή, κρίθηκε ότι θα ήταν ανεπαρκής, θα εξουδετέρωνε τον σκοπό του Νόμου και δεν προσέδιδε την απαιτούμενη βαρύτητα στην σοβαρότητα του αδικήματος και δεν θα περιείχε το στοιχείο της αποτροπής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, η κατηγορούμενη -57 ετών και μονογονέας δύο ανήλικων παιδιών, με πολλά χρέη και ανάγκες οικονομικές, αλλά και προβλήματα υγείας, που για να ανταπεξέλθει, εργαζόταν 12 ώρες ημερησίως: σε καντίνα υπεραγοράς κατά την διάρκεια της ημέρας και σε εστιατόριο το βράδυ-, είχε εξασφαλίσει άδεια χειριστή τροφίμων για την εκτέλεση της εργασίας της στην καντίνα της υπεραγοράς, αφού παρουσίασε πλαστογραφημένο πιστοποιητικό υγείας για χειριστές τροφίμων της Δημοκρατίας, με το οποίο επιστοποιείτο ότι είχε εξετασθεί ιατρικώς και βρέθηκε υγιής και κατάλληλη για να ασκεί τέτοιο επάγγελμα. Παραδέχθηκε αμέσως την διάπραξη των αδικημάτων που διέπραξε, τα οποία απέδωσε στην έλλειψη του απαιτούμενου χρόνου να προβεί στις δέουσες ενέργειες για να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση και να εξασφαλίσει τη συνέχιση της εργοδοσίας της με νόμιμο τρόπο, και στο Δικαστήριο, δήλωσε μετανιωμένη και απολογήθηκε. Δεν υπήρχε άλλος λόγος για την ενέργεια της. Μάλιστα, ακολούθως της διάπραξης των αδικημάτων, η κατηγορούμενη εξασφάλισε κανονικό πιστοποιητικό υγείας. Το Δικαστήριο, στις δύο κατηγορίες που η κατηγορούμενη καταδικάστηκε, της πλαστογραφίας επίσημου εγγράφου του κράτους και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δεκαοκτώ μηνών. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε έφεση που η κατηγορούμενη υπέβαλε για την ορθότητα της ποινής που της επιβλήθηκε, μείωσε την ποινή της σε δεκαπέντε μήνες φυλάκιση και διέταξε την αναστολή της για περίοδο τριών χρόνων σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο. 7. Ενόψει των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και του Κατηγορουμένου 1, αποφασίζω, χωρίς, τονίζω, να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος, η οποία είναι δεδομένη, όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής. Ως εκ τούτου, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης ως προαναφέρθηκε, αναστέλλεται με βάση το σχετικό νόμο (βλ. περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/72, Άρθρο 3) για περίοδο τριών χρόνων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ.373, Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22, Γενικός Εισαγγελέας ν Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Χρίστου ν Αδάμου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 772, Νικολάου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 195/2014, 20/03/2015, Σαμπουκασίδης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 37/2015, 08/04/2015, Γεωργίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2016, 19/07/2016, Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνας, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018, Γενικός Εισαγγελέας ν Ιορδάνους κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 222/2017, 09/04/2019 και Αστυνομία ν Βρυώνης, Ποινική Έφεση Αρ. 92/2017, 19/07/2019). Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή της ποινής του Κατηγορουμένου 1, επανεξεταζόμενοι, για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει μόλις επιβληθεί, μέσα από το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1, δικαιολογούν, κατά την κρίση μου, την προαναφερόμενη απόφαση μου. Η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης των τεσσάρων μηνών, με όλες τις συνέπειες της για τον Κατηγορούμενο 1, θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Την ίδια στιγμή, δίδεται στον Κατηγορούμενο 1 η ευκαιρία -ως πολλές φορές αναφέρεται, «μία δεύτερη ευκαιρία»-, χωρίς να εγκλειστεί στην φυλακή, να συνεχίσει τον έντιμο βίο που διήγε προτού υποπέσει στην παρανομία αντικείμενο του κατηγορητηρίου του αυτής της υπόθεσης (βλ. ειδικότερα, Γενικός Εισαγγελέας ν Ιορδάνους κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 222/2017, 09/04/2019 και Αστυνομία ν Βρυώνης, Ποινική Έφεση Αρ. 92/2017, 19/07/2019, ανωτέρω). Δικαστήριο προς Κατηγορούμενο 1: Θα εξηγήσω τι σημαίνει αυτό. Σημαίνει ότι, η ποινή φυλάκισης, είναι ποινή φυλάκισης, αλλά δεν ενεργοποιείται αμέσως, διότι κρίνω ότι θα πρέπει να σας δοθεί άλλη μια ευκαιρία, με την προϋπόθεση ότι δεν διαπράξετε άλλο αδίκημα. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια δεν διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση, δεν θα κληθείτε να υπηρετήσετε την ποινή φυλάκισης. Αν όμως διαπράξετε οποιοδήποτε άλλο τέτοιο αδίκημα, θα μπορεί το Δικαστήριο να σας επιβάλει ποινή για το αδίκημα εκείνο, αλλά και να διατάξει να υπηρετήσετε το υπόλοιπο της ποινής φυλάκισης που σας έχει επιβληθεί και η οποία σήμερα ανεστάλη. Επομένως πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην επιείκεια που ο Νόμος και το Δικαστήριο που εφαρμόζει αυτόν σας έχει επιδείξει σε σχέση με τη μελλοντική σας συμπεριφορά. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο