← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. PARASCHIV, Υπόθεση υπ' αρ.: 19319/2019, 17/12/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. PARASCHIV, Υπόθεση υπ' αρ.: 19319/2019, 17/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:B108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 19319/2019 Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο - εναντίον - XXXXX PARASCHIV Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 17/12/

  1. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο : κα Α. Σιαπανή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Κιτρομιλίδης. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
  2. Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε, στις κατηγορίες με αρ. 1 και 2 στο κατηγορητήριο, που του προσάχθηκαν από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (στο εξής καλούμενος «ο Κατήγορος»), που αφορούν: · Το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 266 του του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»); Και, · Το αδίκημα της αλητείας και περιπλάνησης, κατά παράβαση του Άρθρου 189(ε) του Κεφ.
  3. Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, μετά από αίτημα του Κατηγορουμένου, μέσω του συνηγόρου του και αφής στιγμής ο Κατήγορος δια της εκπροσώπου του συναίνεσε σε αυτό (βλ. Ευστάθιος Ανδρέα Παναγή ν Της Δημοκρατίας

(1993)2 Α.Α.Δ. 47), κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, άσκησα την διακριτική ευχέρεια που αυτό μου παρέχει, ώστε, κατά τη λήψη της απόφασης μου για την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο στην υπόθεση αυτή, έλαβα υπόψη μου τα αδικήματα [και τα γεγονότα που τα αφορούν]:
(1)της Υποθέσεως υπ' αρ. 692/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και
(2)της Υποθέσεως υπ' αρ. Μ/302/2018 (Αρ. Μητρώου Εγκλημάτων Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λευκωσίας), για το οποία δεν καταχωρήθηκε ποινική δίωξης του Κατηγορουμένου στο Δικαστήριο; και τα οποία, ο Κατηγορούμενος, όπως φαίνεται μέσα από τα πρακτικά της Υπόθεσης με αρ. 692/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την τοποθέτηση του συνηγόρου του [και το υπό αναφορά αίτημα του], επίσης παραδέχεται ότι διέπραξε. Σύμφωνα με την νομολογία, «όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιων του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.» (βλ. Ιωάννου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 και στο σύγγραμμα του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, στις σελίδες 231 και 232). 3. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή, αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, για τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, προβλέπεται ποινή φυλάκισης [ή και ποινή φυλάκισης]. Ποινή [η ποινή φυλάκισης], που, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιβολής ποινής, πρέπει να επιβάλλεται, μόνον όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση στην διάπραξή του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επισημαίνεται, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις, που, οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Δηλαδή, μόνο στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο και για περίοδο όχι περισσότερη από ότι υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαίο. Όπως έχει αναφερθεί από τον Αρχιδικαστή Lane στην απόφαση του στην υπόθεση Bibi [1980] 1 WLR 1193: «. τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικά να εξετάζουν την κάθε περίπτωση προς τον σκοπό διασφάλισης, στην περίπτωση που άμεση ποινή φυλάκισης είναι απαραίτητη, ότι η ποινή είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και σύμφωνη μόνο με το καθήκον του Δικαστηρίου για προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας και της αποτροπής του εγκληματία.» (βλ. επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1824, στην παράγραφο Ε.1.11). Η ανώτατη ποινή, επισημαίνεται, που μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να επιβληθεί από το Δικαστήριο, για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, μόνον στις περιπτώσεις όπου: (α) η φύση του αδικήματος είναι τέτοια, ώστε, να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής χάριν της προστασίας της κοινωνίας, (β) όταν από το σύνολο των περιστάσεων, ο καταδικασθείς, φαίνεται, κατά λογική πρόβλεψη, ότι θα συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το κοινό, για ακαθόριστο χρόνο, και (γ) ότι, κάθε ελπίδα αναμόρφωσης του, ακριβώς προς προστασία της κοινωνίας από αυτόν και επανένταξης του σε αυτήν ως νομοταγές μέλος, έχει εκλείψει, από την άποψη ότι, το μητρώο του, τον αποκαλύπτει ως αδιόρθωτο, κατ' εξακολούθηση εγκληματία (βλ. Pernell v Ford
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1998)2 Α.Α.Δ. 458, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Αntoniou ν Police
(1983)2 C.L.R. 319, Kakouris v The Police
(1972)2 C.L.R. 42). Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία, ότι, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, πρέπει να επιφυλάσσεται για τα σοβαρότερα παραδείγματα του συγκεκριμένου αδικήματος. Σύμφωνα με τον Δικαστή Lawton (βλ. Ambler
(1975)CSP A1-4C01), κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι από τα χειρότερα παραδείγματα του είδους του, το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, το φάσμα των περιπτώσεων που πράγματι αντιμετωπίζονται στην πράξη και να αναρωτιέται, εάν η συγκεκριμένη περίπτωση που αντιμετωπίζει, εμπίπτει εντός του ευρύτερου πεδίου του φάσματος αυτού. Το Δικαστήριο, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την φαντασία του προς τον σκοπό δημιουργίας, «απίθανων, χειρότερων πιθανών περιπτώσεων», για να καταλήξει διαφορετικά (βλ. επίσης, Bright [2008] 2 Cr App R (S) 578). Εντούτοις, ακόμη και στις πιο σοβαρές των περιπτώσεων, το πρόσωπο του παραβάτη και πάλι δεν παραβλέπεται. Ο αδικοπραγήσας, όταν υπάρχουν στοιχεία μετριαστικά που το δικαιολογούν, δικαιούται έκπτωση της ποινής του, ανάλογη πάντοτε της σοβαρότητας του αδικήματος. Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll
(1995)16 Cr App R (S) 488, Greene
(1993)14 Cr App R (S) 682 και Barnes
(1983)5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα (βλ. επίσης, Pinto [2006] 2 Cr App R (S) 579).
  1. Είναι συνεπώς, ένεκα των προαναφερόμενων αρχών, αναγκαίο να αναφερθεί, ποια είναι η προνοούμενη από τον Νόμο, μέγιστη ποινή, για τα προαναφερόμενα αδικήματα: · Σύμφωνα με το Άρθρο 266 του Κεφ. 154, το αδίκημα της κλοπής (που διαπράττεται υπό περιστάσεις που ορίζει το συγκεκριμένο Άρθρο του Νόμου), τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνων; Και · Σύμφωνα με το Άρθρο 189 του Κεφ. 154, το αδίκημα της αλητείας και περιπλάνησης, τιμωρείται, σε περίπτωση πρώτης καταδίκης [για αυτό], με ποινή φυλάκισης μέχρι και τριών μηνών.
  2. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο Νόμος και αφορούν το αδίκημα της υπόθεσης αυτής, την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά αυτές, την ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου, μη εξουδετέρωσης / ουδετεροποίησης της αποτελεσματικότητας του Νόμου και του χαρακτήρα της ποινής, προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171), όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης [και των δύο υποθέσεων] και του Κατηγορουμένου (βλ. και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας) και το κάθε τι ελέχθη από πλευράς του προς μετριασμό της ποινής του, και ιδιαίτερα: · Τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις προνοούμενες από τον Νόμο ποινές, με σημείο αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, το μέγιστο της προβλεπόμενης στον Νόμο ποινής. Η σοβαρότητα των αδικημάτων του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου, ιδιαιτέρως σε ότι αφορά αυτό της κατηγορίας με αρ. 1, της κλοπής, έχει υπομνησθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bezanidis v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 785. [Βεβαίως, η αναφορά εκεί, ήταν σχετικά με το αδίκημα της κλοπής από κατοικία -σε συνδυασμό με το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας-, το οποίο είναι αδίκημα επίσης εναντίον περιουσίας και παρουσιάζει, σε ότι αφορά την διάπραξη του, την ίδια έξαρση, και προβλέπεται σχετικά με αυτό, δια του Νόμου, ίδια ποινή. Διαφορετική ποινή, μεγαλύτερη, προβλέπεται για το αδίκημα της διάρρηξης]. Διά του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και στην ευόδωση της επίτευξης του στόχου εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νοιώθει ασφάλεια. Στις πρόσφατες αποφάσεις Mixaylov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 175, αναφέρθηκαν τα εξής: "Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92."». Σε αυτά, για σκοπούς της απόφασης μου αυτής, δεν χρειάζεται να προστεθεί οτιδήποτε, εφόσον, έξι περίπου χρόνια μετά, αντικατοπτρίζουν, δυστυχώς, και την σημερινή κατάσταση πραγμάτων [και για αδικήματα κλοπής της εξεταζόμενης φύσης]. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παγιαβλάς ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου δικαιολογείται, όλως ιδιαίτερα, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισής τους.». Τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, ως προελέχθη, ιδιαιτέρως αυτό της κλοπής της εξεταζόμενης φύσης, [στα οποία αναμεμιγμένοι, σε πολλές περιπτώσεις, είναι αλλοδαποί, βλ. Dirazo v Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, -χωρίς βεβαίως η αναφορά μου αυτή να θέτει, για σκοπούς επιβολής ποινής, σε δυσμενέστερη θέση τον Κατηγορούμενο· απλά αναφέρεται για να καταδειχθεί εντονότερα η ανάγκη για αποτροπή, μέσα από την ποινή, των αδικημάτων αυτών που βρίσκονται σε έξαρση-], έχουν πλέον πάρει διαστάσεις που ανησυχούν ιδιαιτέρως, δεδομένο που καθιστά την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου επιτακτική. Η έξαρσης αυτή στην διάπραξη τους, καθιστά βεβαίως το στοιχείο της αποτροπής, που στην προκείμενη περίπτωση έχει να διαδραματίσει τον δικό του ρόλο, εντονότερο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 83, Ιωάννου ν Δημοκρατίας, κ. α.
(2003)2 Α.Α.Δ 171). Όπως άλλωστε έχει πολύ πιο πρόσφατα αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Balampanidis v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 210/2018, 10/05/2019: «. κατά πάγια νομολογία σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας και όπου εντοπίζεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. (Βλ. ενδεικτικά Lucian Gheorghe v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824, Andrei Alin Bandits v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B696, Ποιν. Εφ. 94/2015 ημερ. 21.10.2015, Ahmed Saadi v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Εφ. 308/2014 ημερ. 24.6.2016 και xxx Yenier v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B153, Ποιν. Εφ. 256/2017 ημερ. 22.4.2019).». Σε ότι αφορά τον παράγοντα της αποτροπής, ως προαναφέρθηκε, στην υπόθεση Πισκόπου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, το Ανώτατο Δικαστήριο, δια του έντιμου Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος . και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας των εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.». · Ότι, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα αδικήματα, από τα γεγονότα προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία, που καθορίζουν το περιθώριο επιείκειας που το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει στην περίπτωση του Κατηγορουμένου. Η Υπόθεση με αρ. 19319/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας / Η Παρούσα Υπόθεση Ο Κατηγορούμενος, στις 25/08/2019, περί την ώρα 23:45, έξω από την επιχείρηση φούρνου με την επωνυμία «Πανδώρα», που βρίσκεται στην περιοχή Ακρόπολη της Επαρχίας Λευκωσίας, έκλεψε από το Αυτοκίνητο της Παραπονούμενης / ΜΚ4, μία μικρή τσάντα/θήκη χειρός (στο εξής καλούμενη «η Τσάντα»), με περιεχόμενο ένα υπολογιστή ταμπλέτα (ipad) αξίας €800 (στο εξής καλούμενος «ο Υπολογιστής»), ιδιοκτησίας του ανήλικου υιού της και έξι χρυσά βραχιόλια με μία χρυσή λίρα αξίας €5.000 (στο εξής καλούμενα «τα Χρυσαφικά»), ιδιοκτησίας της ιδίας. Ο Κατηγορούμενος, αμέσως πριν από την διάπραξη του αδικήματος, αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της Τσάντας και δη, είχε ελέγξει και είδε ότι περιείχε τα Χρυσαφικά της Κατηγορουμένης. Η Κατηγορούμενη, σημειώνεται, είναι μονογονέας και όπως ανέφερε κατά την ακροαματική διαδικασία και το έχω αποδεχθεί, εργάζεται σκληρά για να συντηρήσει την ίδια και το παιδί της. Η Απώλεια συνεπώς των προαναφερόμενων αντικειμένων, ας μου επιτραπεί η έκφρασης, θα την είναι αισθητή. Ο Κατηγορούμενος είχε δει προτού κλέψει από το Αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης, ποιόν θα επηρέαζε με την παράνομη δράση του. Είδε την Κατηγορούμενη, συνοδευόμενη από τον ανήλικο υιό της, να κατεβαίνουν από το αυτοκίνητο και να εισέρχονται στην εν λόγω επιχείρηση του Φούρνου. Έδρασε συνειδητά. Δεν αποδέχθηκα κατά την ακροαματική διαδικασία και το σημειώνω, λόγω της αναφοράς του συνηγόρου υπεράσπισης του κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του εντολέα του, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος ή επηρεασμένος από το αλκοόλ. Αυτό, δεν το αποδέχθηκα κατά την ακροαματική διαδικασία. Βρήκα μάλιστα, από την μαρτυρία, εντελώς το αντίθετο. Τα Χρυσαφικά της Παραπονούμενης / ΜΚ4, αξίζει να σημειωθεί περαιτέρω, πέραν της χρηματικής τους αξίας (που θα μπορούσε να λεχθεί, σε ότι αφορά την κολάσιμη συμπεριφορά που το Άρθρο 266 του Κεφ. 154 οριοθετεί, είναι μέτριας αξίας), είχαν και τεράστια, για την ίδια, συναισθηματική αξία. Επρόκειτο για χρυσαφικά που της δωρίσθηκαν από την μητέρα και γιαγιά της πριν από χρόνια. Τα δε χρυσαφικά που της είχε δωρίσει η γιαγιά της, ανήκαν προηγουμένως στην προγιαγιά της, μικρασιατικής καταγωγής. Η ζημιά, συνεπώς, στην Παραπονούμενη / ΜΚ4, δεδομένου του μη εντοπισμού των Χρυσαφικών της, είναι ανεπανόρθωτη. Όπως διαπιστώθηκε κατά την δίκη, η συναισθηματική δυσφορία που προκλήθηκε στην Παραπονούμενη / ΜΚ4, ένεκα του συμβάντος και της απώλειας των Χρυσαφικών της, ήταν και αναμένεται ότι θα είναι τεράστια. Ενώ, η απώλεια του Υπολογιστή του υιού της, εφόσον δεν έχει επίσης ανευρεθεί, θα προκαλέσει στην Παραπονούμενη / ΜΚ4, λογικά και αντικειμενικά αναμένεται, οικονομική ζημιά, εφόσον, είναι ένα αντικείμενο, το οποίο πολύ πιθανόν, θα αντικατασταθεί. Παρατίθενται εδώ και τα γεγονότα που αφορούν τις άλλες δύο υποθέσεις που αφορούν ποινικά αδικήματα του Κατηγορουμένου, εφόσον επηρεάζουν την ποινή που θα του επιβληθεί στην παρούσα: Υπόθεση με αρ. Μ/302/2018 (Αρ. Μητρώου Εγκλημάτων Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λευκωσίας) Σε ότι αφορά την Υπόθεση με αρ. Μ/302/2018 (Αρ. Μητρώου Εγκλημάτων Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λευκωσίας), ο Κατηγορούμενος, παραδέχεται ότι διέπραξε τα αδικήματα της κλοπής, της κατοχής επιθετικού οργάνου, της παράνομης εισόδου σε ακίνητη ιδιοκτησία, της επίθεσης εναντίον Αστυφύλακα και της ανησυχίας. Στις 20/09/2018, ο Κατηγορούμενος, παρατηρήθηκε από πρόσωπο, στου οποίου την αυλή της οικίας του ο Κατηγορούμενος είχε παράνομα εισέλθει, [εγκαταλείποντας την όμως όταν ήρθαν αντιμέτωποι], ότι έπραττε το ίδιο και σε άλλες γειτονικές κατοικίες. Ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, η οποία μετά από ψάξιμο, εντόπισε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί ένα ποδήλατο. Ο Κατηγορούμενος ελέγχθηκε από την Αστυνομία. Για το ποδήλατο, ανέφερε στον Αστυφύλακα που τον ανέκοψε ότι του το είχε δωρίσει κάποιος φίλος του. Στην πλάτη του, ο Κατηγορούμενος έφερε και μία παιδική τσάντα, στην οποία περιεχόταν ένα ψαλίδι κηπουρικής με ξύλινες χειρολαβές μήκους περίπου 40 εκ. για το οποίο δεν έδιδε στον Αστυφύλακα ικανοποιητικές εξηγήσεις. Ο Αστυφύλακας του ζήτησε να τον ακολουθήσει στον Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας για εξακρίβωση της ταυτότητας του. Ο Κατηγορούμενος ζήτησε από τον Αστυφύλακα να τον οδηγήσει με το αστυνομικό όχημα στην κατοικία του για να του επιδείξει την ταυτότητα του. Ο Αστυφύλακας συμφώνησε και τον οδήγησε εκεί. Ο έλεγχος όμως των στοιχείων του Κατηγορουμένου, βάσει της ταυτότητας που ο Κατηγορούμενος είχε υποδείξει στον Αστυφύλακα, δεν ήταν ικανοποιητικός, και για αυτό τον λόγο ο Αστυφύλακας ζήτησε στον Κατηγορούμενο να τον ακολουθήσει στον Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας για περαιτέρω έλεγχο. Ο Κατηγορούμενος αντέδρασε, πέταξε την τσάντα που κρατούσε στον Αστυφύλακα, τον χτύπησε στα πόδια και στην συνέχεια, τον έσπρωξε από τα χέρια προς τα πίσω, φωνάζοντας και προκαλώντας ανησυχία. Ο Αστυφύλακας τον συνέλαβε. Στην συνέχεια, ο Κατηγορούμενος, παραδέχθηκε ότι, το ποδήλατο που βρέθηκε στην κατοχή του, το είχε κλέψει και ότι παράνομα εισήλθε στην ακίνητη περιουσία του προαναφερόμενου προσώπου. Σχετικά με τα υπόλοιπα αδικήματα, παρέμεινε σιωπηλός. Στα πλαίσια διερεύνησης της προαναφερόμενης υπόθεσης από την Αστυνομίας, ο Κατηγορούμενος προφυλακίστηκε για περίοδο 5 ημερών. Η Υπόθεση με αρ. 692/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Σε ότι αφορά την Υπόθεση με αρ. 692/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο Κατηγορούμενος, παραδέχεται ότι διέπραξε τα αδικήματα της κλοπής, της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, της αντίστασης σε όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του και της δημόσιας εξύβρισης. Ο Κατηγορούμενος, στις 24/05/2017, έκλεψε από υπεραγορά διάφορα φαγώσιμα και ποτά. Είχε τοποθετήσει σε τσάντα ώμου που είχε στην κατοχή του, τρείς συσκευασίες φιλέτο πάπιας, δύο γιαούρτια, μία συσκευασία ψάρι μπαρμπούνι, μία εξάδα μπίρες, ένα βούτυρο και οκτώ συσκευασίες σαρδέλες. Στην κατοχή του, είχε και δύο μπουκάλια ουίσκι. Όλα συνολικής αξίας €116,93. Έγινε όμως αντιληπτός, περιορίστηκε στο χώρο της υπεραγοράς και ειδοποιήθηκε η Αστυνομία. Κατά την άφιξη Αστυφύλακα στην υπεραγορά, δεν ήταν συνεργάσιμος. Όταν του ζητήθηκε να επιδείξει το περιεχόμενο της τσάντας του, ξεκίνησε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται. Επιτέθηκε στον Αστυφύλακα σπρώχνοντας τον στο στήθος. Εντούτοις, ο Αστυφύλακας, παρά το γεγονός ότι, από το σπρώξιμο που δέχτηκε, χτύπησε σε αποθηκευτικό πάγκο, δεν υπέστη κάποια σοβαρή σωματική βλάβη (παρά μόνον δύο εκδορές στον αριστερό καρπό) και ο Κατηγορούμενος, παρά την αντίσταση που του πρόβαλε, τελικά συνελήφθη (ο Αστυφύλακας, βοηθήθηκε προς την επίτευξη τούτου, και από τρίτους). Όλα τα φαγώσιμα και ποτά που βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου, επιστράφηκαν στην ιδιοκτήτρια της επιχείρησης της υπεραγοράς. Ο Κατηγορούμενος, όταν στην συνέχεια μεταφέρθηκε στο αστυνομικό σταθμό, αν και, έναντι του προαναφερόμενου Αστυφύλακα, διέπραξε και το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, συνεργάστηκε με την Αστυνομία, ομολόγησε την διάπραξη των αδικημάτων, απολογήθηκε και υποσχέθηκε ότι δεν θα τα διέπραττε ξανά στο μέλλον. · Την έξαρση, ως προαναφέρθηκε, που παρατηρείται στην διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων, γεγονός, που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα τους, ως προαναφέρθηκε, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στον Κατηγορούμενο. · Ότι ο Κατηγορούμενος, είναι λευκού ποινικού μητρώου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Nicholas Stratos a. a. v Police V17 C.L.R. 73, Γεώργιος Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). · Τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, ως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερείας, στο βαθμό, που, σύμφωνα με την νομολογία, μπορούν να επηρεάσουν μετριαστικά την ποινή, έχοντας ως δεδομένα, ως προελέχθη, την σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη τους και την αναγκαιότητα πάταξης τους (βλ. Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Και δη το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, που είναι Ρουμάνος υπήκοος, είναι ηλικίας 49 ετών, χήρος και πατέρας ενός παιδιού 21 ετών που κατοικεί στην Ρουμανία, με οικονομικές, όπως φαίνεται, δυσκολίες. προχωρώ στο να επιβάλω στον Κατηγορούμενο ποινή. 6. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, Χριστοφόρου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Δημητρίου (Μιχαήλ) ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21), στον Κατηγορούμενο, επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 14 μήνες φυλάκιση Στην 2η Κατηγορία: 1 μήνα φυλάκιση Όλες οι ποινές φυλάκισης, εφόσον δεν αφορούν ένα ενιαίο περιστατικό, θα είναι διαδοχικές (βλ. Σάββας Χρίστος Αχιλλέως ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331, Β.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228). Κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(2)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που επιβάλλω στον Κατηγορούμενο, θα έχει την μείωση που προνοεί το Άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, δεδομένου ότι ο Κατηγορούμενος τέλεσε υπό αστυνομική κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 02/09/2019 μέχρι και σήμερα. Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που αγγίζουν το ζήτημα της ποινής κατηγορουμένου για το αδίκημα του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου αυτής της υπόθεσης / υποθέσεων, είναι μόνον ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι, «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Αυτό, αναφέρθηκε από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, ο οποίος έδωσε την ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808. Όπως επεσήμανε ο έντιμος, Δ. Α. Δ. εν προκειμένω, «εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Τέτοιες, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Χαραλάμπους ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222, Vedat v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787, Χασσάν ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78, Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.
  1. Επισημαίνοντας εδώ και το εξής, που αφορά την ανάγκη, η ποινή που θα επιβαλλόταν στον Κατηγορούμενο, να είναι ανάλογη της εγκληματικής συμπεριφοράς του. Όπως δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Gheorghe v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824 «Η αναλογικότητα στην ποινή συναρτάται όχι μόνο σε σχέση με άλλες παρόμοιες υποθέσεις, αλλά και με τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο δράστης. Όπως υπέδειξε το Κακουργιοδικείο στο σκεπτικό του, η δράση των τριών εφεσειόντων, περιλαμβανομένου και του εφεσείοντος στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, ήταν εκτεταμένη τόσο σε χρονική διάρκεια, όσο και στο ύψος των κλαπέντων αντικειμένων από τα οποία ελάχιστο μέρος μόνο έχει ανευρεθεί. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να απομονωθεί η κατηγορία υπ' αρ. 185 που αντιμετώπισε ο εφεσείων στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013, αλλά πρέπει να ενταχθεί και αυτή στο σύνολο των κατηγοριών, της όλης εγκληματικής συμπεριφοράς και των τριών εφεσειόντων και τις συνέπειες που επέφερε η όλη εγκληματική δράση.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Βλ. επίσης, Hussein v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2018, 31/05/
  2. Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου δεν συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία καταλήγω, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης των αδικημάτων και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, οι οποίες, θεωρώ, δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή τέτοια απόφασης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, ιδιαιτέρως αφής στιγμής βρίσκονται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017, L.C.A. Domiki Ltd v R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 17/03/2015, Συμιλλίδης ν Νικολάου
(2013)2 Α.Α.Δ. 444, Κυπριανού ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 28/2014, 24/02/2014, Ιωσήφ ν Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014 (Σχ. με 149/2014), 25/07/2014, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 121/17, 21/09/2017, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Πoινική Έφεση αρ.129/2015, 15/11/2017, Χαλκιά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 240/2016, 17/03/2017).
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά/ουν την υπόθεση, βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του (βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ. ν Δράκου, Πoινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017). Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση.
  2. Τα Τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης, να κατασχεθούν και καταστραφούν.
  3. Το Τεκμήριο στην Υπόθεση με αρ. Μ/302/2018 (Αρ. Μητρώου Εγκλημάτων Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λευκωσίας) να επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο του.
  4. €160 έξοδα διαδικασίας, να καταβληθούν από την Δημοκρατία.
  5. Λήφθηκε υπόψη σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, η μη καταχωρισθείσα Υπόθεση με αρ. Μ/302/2018 (Αρ. Μητρώου Εγκλημάτων Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λευκωσίας) ΚΑΙ η Υπόθεση με αρ. 692/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.