← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΚΟΥΜΗ, Αρ. Υπόθεσης: 14386/18, 17/1/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΚΟΥΜΗ, Αρ. Υπόθεσης: 14386/18, 17/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14386/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧ ΚΟΥΜΗ Κατηγορούμενος -------------------------------------- Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-Tempore) Στην υπό εκδίκαση υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την τέταρτη κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία κατά παράβαση του Άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 27 Αυγούστου του 2018 στη Λεμεσό εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο αυτοκίνητο που αναγράφεται ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος, ύψους €200, περιουσία του παραπονούμενου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας έχουν δώσει μαρτυρία δύο μάρτυρες. Ο ένας ήταν ο παραπονούμενος, και ο δεύτερος ο κύριος ΧΧΧΧ Βρόντης. Η ακροαματική διαδικασία ήταν σύντομη σχετικά. Ο παραπονούμενος έχει δώσει δύο καταθέσεις στην Αστυνομία, ο οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 και τα οποία υιοθετήθηκαν από τον παραπονούμενο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του Άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου. Ο κοινός παρονομαστής της μαρτυρίας του παραπονούμενου τόσο στην κατάθεση του, αλλά όσο και στη διά ζώσης προφορική του μαρτυρία στην κυρίως εξέταση και στην αντεξέταση του είναι ότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας της ζημιάς που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο του, αλλά η πηγή της γνώσης του προκύπτει από γειτονικά πρόσωπα, τα οποία του ανέφεραν ότι είδαν τον κατηγορούμενο να προβαίνει στη ζημιά στο δεξί καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του. Ο μάρτυρας αυτός το μόνο που είχε να προσφέρει ως άμεση μαρτυρία γι' αυτήν την κατηγορία είναι ότι άκουσε τον θόρυβο και όταν βγήκε στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του είδε τον κατηγορούμενο να του κάνει σήμα με το χέρι του. Ανέφερε ο παραπονούμενος στην έκταση που θυμόταν και ήταν σε θέση να αναφέρει ότι όσον αφορά τα πρόσωπα αυτά, για τα οποία έκανε αναφορά και τα οποία ήταν γείτονες του και που έχουν δει τον κατηγορούμενο να προβαίνει στη διάπραξη του αδικήματος όπως φαίνεται και στη σελίδα 5 των στενοτυπημένων πρακτικών, ημερομηνίας 7/1/2019, αλλά και σε κατοπινό στάδιο της μαρτυρίας του, δεν έχει όμως διαφωτίσει το Δικαστήριο με λεπτομέρειες αναφορικά με τα ονόματα αυτών. Ο ΜΚ2, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, ανέφερε ότι ο παραπονούμενος του έχει κάνει αναφορά για κάποια άτομα που βρίσκονταν στη συγκεκριμένη πολυκατοικία αναφορικά με την υπό εκδίκαση κατηγορία και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πρόθεση για να δώσουν κατάθεση γι' αυτήν την υπόθεση. Με το πέρας της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της και αμφότεροι οι ευπαίδευτοι Συνήγοροι αγόρευσαν για το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως. Το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με βάση την οποία έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες Υπεράσπισης. Η ανώμοτη του δήλωση ήταν συνοπτική και ουσιαστικά αρνείται κάθε ανάμειξη με την υπό εκδίκαση κατηγορία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς τη νομική πτυχή που διέπει την επίδικη κατηγορία αυτό είναι το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: 1) Η καταστροφή ή η πρόκληση ζημιάς. 2) Σε περιουσία. 3) Με σκόπιμη και παράνομη πράξη του αδικοπραγούντος. Είναι αδιάφορο σε περίπτωση που το αδίκημα διαπράττεται με την πρόκληση ζημιάς σε περιουσία το ύψος της ζημιάς καθώς αυτό το στοιχείο δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Επίσης δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ιδιοκτησία της περιουσίας που καταστρέφεται ή ζημιώνεται (βλέπε Θωμά εναντίον Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ σελίδες 255‑ 259). Το στοιχείο που απαιτείται για να αποδειχθεί το αδίκημα είναι η εσκεμμένη σκόπιμη πρόκληση της ζημιάς και δεν απαιτείται όμως η ύπαρξη ειδικής πρόθεσης βλέπε (Μιχαήλ εναντίον Αστυνομίας 1991
(2)ΑΑΔ σελίδες 168 και 176). Όπως εξηγείται στον Archbold 2000 παράγραφος 17‑ 46 "Ο όρος "εσκεμμένα" "willfully" σημαίνει να πράττεις κάτι οικιοθελώς γνωρίζοντας ότι υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί ζημιά ή το να πράττεις κάτι οικιοθελώς χωρίς να σε νοιάζει αν θα επέλθει η ζημιά ή όχι). Χρειάζεται όμως να αποδειχθεί ότι η πρόκληση της ζημιάς ήταν παράνομη, δηλαδή δεν ήταν νόμιμη, ή δεν είχε νόμιμη αιτία (βλέπε Μιχαήλ εναντίον Αστυνομίας 1991, 2Α.Α.Δ., σελίδες 168 και 176). Στη Μιχάλης Δρουσιώτης εναντίον Αστυνομίας Λεμεσού 1996,
(2)ΑΑΔ σελίδα 189, αποφασίστηκε ότι η κυριότητα των αντικειμένων στα οποία αναφέρεται ότι η κατηγορία αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος το οποίο πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπόθεση αυτή η απουσία ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα αντικείμενα δεν ανήκαν στον κατηγορούμενο οδήγησε σε ακύρωση της καταδίκης και σε διαταγή επανεκδίκασης. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η επιφύλαξη της παραγράφου 1 του άρθρου 324 καθώς στη βάση των προνοιών της, για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς περιουσίας περιορίζεται η άσκηση του αδικήματος έγερσης της υπεράσπισης του άρθρου 8 του κεφάλαιο 154 εφόσον αυτή κατ' εφαρμογή της επιφύλαξης, δύναται να ασκηθεί επιτυχώς μονό στην περίπτωση που είναι και εύλογη λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Με άλλα λόγια η ειδική υπεράσπιση που δύναται να εγερθεί στο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς είναι "η υπεράσπιση με καλή πίστη και εύλογης αξίωσης δικαιώματος" . Αυτό που πρέπει να έχουμε κατά νου σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπεράσπιση όπως σε σχέση και με όλες τις άλλες ειδικές υπερασπίσεις, είτε προνοούνται στο Ποινικό Κώδικα, είτε σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο είναι ότι η έγερση τους δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ή παράλειψης που συνιστούν το ποινικό αδίκημα εφόσον στοιχειοθετηθούν με το βάρος απόδειξης να εναποτίθεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων στους ώμους του αδικοπραγούντα αποκλείουν τον ποινικό κολασμό της πράξης του. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)». Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Ως προς την δυνατότητα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας ως εξ΄ ακοής, το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ALI ABDULLAH HAZZAZ ASSAD - ν - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 164/2016 ημερομηνίας 6/12/2017, όπου ο Έντιμος Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Μύρων Νικολάτος, σταχυολογόντας και αναλύοντας τις αρχές που διέπουν αυτό το ζήτημα, αποφάσισε τα ακόλουθα, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ΄ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ΄ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεση και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ΄ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ΄ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ΄ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ΄ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ΄ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331). Η αποδοχή εξ΄ ακοής μαρτυρία, χωρίς οποιανδήποτε αναφορά σ' αυτήν, χωρίς οποιανδήποτε αξιολόγηση της βαρύτητας της, χωρίς να ληφθούν υπόψιν οι προαναφερόμενοι παράγοντες που επηρεάζουν τη βαρύτητα που θα της αποδοθεί, χωρίς να ληφθεί υπόψιν ότι στην προκείμενη περίπτωση ήταν μαρτυρία προερχόμενη από συγκατηγορούμενο και συνεργό του πρώτου Κατηγορούμενου - Εφεσείοντα με ίδιον συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης, και χωρίς σχετική αυτοπροειδοποίηση εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τον κίνδυνο αποδοχής τέτοιας μαρτυρίας, και με μόνο και καθοριστικό κριτήριο την καλή εντύπωση που έδωσε στο Δικαστήριο η ΜΚ10, έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δίκαιη δίκη, σύμφωνα και με την Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Δέστε Al-Khawaja and Tahery v. The United Kingdom
(2012), 54 EHRR 23 (απόφαση ΕΔΔΑ) και R. v. Tahery (No. 2)
(2013)EWCA Crim 1053). (Δέστε επίσης Τουμαζή v. Dixit, Πολιτική Έφεση 27/4/2010, ημερ. 5.5.2015). Στις αποφάσεις Delta v . France
(1993)16 EHRR 574 και Saidi v. France
(1994)17 EHRR 251, του ΕΔΔΑ, αποφασίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6
(1)της ΕΣΔΑ κατά το ότι, η καταδικαστική (εθνική) απόφαση, είχε στηριχθεί κατά κύριο λόγο σε γραπτές καταθέσεις μαρτύρων που δεν παρουσιάστηκαν για αντεξέταση και οι οποίες συνιστούσαν τη μοναδική ή την κύρια μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου, με τρόπο που επηρεαζόταν ο πυρήνας του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη». Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim. L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.» Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα πηγάζουν από την εν λόγω αξιολόγηση. Το Δικαστήριο αναφορικά με τον ΜΚ2 χωρίς καμία αμφιβολία το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη και το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι έχει κάνει εκείνες τις δέουσες ενέργειες που άπτονται στην εκτέλεση του καθήκοντος του για να εντοπίσει μαρτυρία που αφορά την υπό εκδίκαση κατηγορία και δεν έχει αντιληφθεί το Δικαστήριο οτιδήποτε το παράτυπο ή το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο χωρίς καμία αμφιβολία αποδέχεται τη μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Αναμφίβολα κλειδί της υπόθεσης ήταν ο παραπονούμενος. Το Δικαστήριο τον έχει εξετάσει με πάρα πολύ προσοχή και τον έχει προσέξει στη διά ζώσης μαρτυρία του όταν έδινε μαρτυρία και το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι έχει πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ούτε έχει περιπέσει σε αντιφάσεις, ούτε η αξιοπιστία του έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης και γενικά έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι παρέθεσε στο Δικαστήριο όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο. Το ερώτημα βεβαίως που τίθεται είναι κατά πόσο η μαρτυρία του είναι ικανή να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου, έχοντας υπόψη το γεγονός ότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο επίδικο περιστατικό, αλλά η όλη του γνώση προκύπτει από εξ ακοής μαρτυρία όπως την έχει εξιστορήσει, με βάση την οποία γείτονες έχουν δει τον κατηγορούμενο να προβαίνει στη ζημιά στο αυτοκίνητο του. Το ζήτημα είναι απλό. Είναι αυτή η αναφορά του μάρτυρα ικανή να οδηγήσει σε ασφαλή εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το επίδικο αδίκημα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας; Η απάντηση είναι εξίσου απλή, δηλαδή αρνητική και ο λόγος είναι προφανής. Δεν αποκλείεται βέβαια εφόσον και το Δικαστήριο στα πλαίσια της συνολικής αξιολόγησης της μαρτυρίας να προβαίνει σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου στη βάση εξ ακοής μαρτυρίας, αφού δεν απαγορεύεται με μόνο αυτό το γεγονός, ότι δηλαδή η μαρτυρία είναι εξ ακοής, να προβαίνει το Δικαστήριο σε ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα. Στην παρούσα περίπτωση όμως, λόγω ακριβώς ότι είναι ποινική υπόθεση και θα πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ένοχη του κατηγορούμενου και κυρίως λόγω του ότι το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι πολύ επισφαλής επιχείρημα το να στηριχθεί στην εξ ακοής μαρτυρία που προσφέρθηκε, λόγω ακριβώς ότι δεν υπάρχει καν κατονομασία των μαρτύρων, αλλά και γενικά η μαρτυρία αυτή που προσφέρθηκε από τον παραπονούμενο ήταν τόσο γενική, ασαφής και αόριστη που ακόμα και η πηγή της εξ ακοής αυτής μαρτυρίας είναι γενική, ασαφής και αόριστη, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν εξαιρετικά επισφαλές το να στηριχθεί σ' αυτήν την εξ ακοής μαρτυρία για να καλύψει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ουσιαστικά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημιάς, η οποία είναι δεδομένη και οποιασδήποτε ενέργειας ή εμπλοκής του κατηγορούμενου. Ως προς την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι ούτως ή άλλως αρνείται οποιανδήποτε ανάμειξη χωρίς να προσφέρει οτιδήποτε και που ούτως ή άλλως είναι στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής στο να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει και λόγω ακριβώς έλλειψης ικανοποιητικής μαρτυρίας που να καλύπτει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την τέταρτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κακόβουλη Ζημιά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.