← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Κουλέρμος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6020/14, 30/1/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Κουλέρμος κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6020/14, 30/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6020/14 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΧΧΧΧΧ Κουλέρμος ΧΧΧΧΧ Ευαγόρου ΧΧΧΧΧ Αντωνίου Κατηγορούμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30/1/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού Για τον κατηγορούμενο 1 : κ. Ηλίας Κονναρής ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό εξέταση υπόθεση ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά οκτώ κατηγορίες. Η διαδικασία όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο διακόπηκε σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας και όσον αφορά την τρίτη κατηγορούμενη, της επιβλήθηκε ποινή σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, αφού βρέθηκε ένοχη μετά από δική της παραδοχή. Η πρώτη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333, 337 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα, δηλαδή τους υπόλοιπους κατηγορούμενους που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, κατά το μήνα Ιούλιο του 2009 στην Λεμεσό, συνωμότησε μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή πλαστογραφία επίσημου εγγράφου. Η δεύτερη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, συνωμότησε με τα ίδια πρόσωπα, να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κυκλοφορία πλαστού επίσημου εγγράφου. Η τρίτη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, με τα ίδια πρόσωπα, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η τέταρτη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154 και των άρθρων δύο, 3,4

(1)(iii)
(2)και 5
(1)του περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες νόμου 188
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μαζί με τα ίδια πρόσωπα κατά το μήνα Ιούλιο 2009 σε άγνωστη ημερομηνία προς την κατηγορούσα αρχή, συνωμότησε όπως διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή αδίκημα συγκάλυψης. Η πέμπτη κατηγορία αφορά πλαστογραφία επισήμου εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 337 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, με τα ίδια πρόσωπα, με σκοπό την καταδολίευση, πλαστογράφησαν επίσημο έγγραφο, δηλαδή την σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου συγκεκριμένου τύπου, με ενυπόθηκους οφειλέτες συγκεκριμένα πρόσωπα, οι οποίοι εμφανίζονταν ότι ήταν, ενώ δεν ήταν στην πραγματικότητα, δηλαδή έγραψαν συγκεκριμένο αριθμό στον αριθμό δήλωσεως υποθήκης και πλαστογράφησαν την υπογραφή συγκεκριμένου ατόμου στην θέση του διευθυντή του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας. Η έκτη κατηγορία αφορά κυκλοφορία επίσημου πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 337 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο και με τα ίδια πρόσωπα, σε γνώση τους και δόλια, έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό επίσημο έγγραφο, δηλαδή το έντυπο που αναφέρεται στην πέμπτη κατηγορία. Η έβδομη κατηγορία αφορά την απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο και με τα ίδια πρόσωπα, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασαν από συγκεκριμένη τράπεζα, μέσω συγκεκριμένου ατόμου από τη Λευκωσία, με την ιδιότητά του ως υπεύθυνος του τμήματος δανείων συγκεκριμένης τράπεζας, το χρηματικό ποσό του 1 εκατομμυρίου ευρώ, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι ο κατηγορούμενος με τα ίδια πρόσωπα, έδωσε στην πιο πάνω τράπεζα πλαστή υποθήκη, ώστε να φαίνονται υποθηκευμένα τα κτήματα της οικογένειας του δεύτερου κατηγορουμένου, τα οποία ήδη ήταν υποθηκευμένα, ψευδώς προσποιηθέντες ότι η πιο πάνω υποθήκη ήταν γνήσια, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι ήταν πλαστογραφημένη. Η όγδοη κατηγορία αφορά αδίκημα συγκάλυψης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(iii)
(2)και 5
(1)του περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες νόμου 188
(1)/2007 όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο και με τα ίδια πρόσωπα, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η περιουσία, δηλαδή το χρηματικό ποσό των 1 εκατομμυρίου ευρώ αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Κ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  2. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι υπηρετεί στην ΑΔΕ Λεμεσού και είναι τοποθετημένη στο ΤΑΕ, ενώ προφορικά ανέφερε ότι υπηρετεί στο Αρχηγείο. Αναφέρει στην κατάθεση της ότι στις 16 Φεβρουαρίου 2011 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον Μ.Κ. 2, υπεύθυνο του κλάδου μεταβιβάσεων και υποθηκών στο επαρχιακό κτηματολόγιο Λεμεσού και κάνει αναφορά στο περιεχόμενο της κατάθεσης του. Στις 8/6/2011 έλαβε κατάθεση από την Μ.Κ. 7, στην οποία επίσης κάνει αναφορά στο περιεχόμενο της κατάθεσης της και στις 20/10/11 ανέλαβε την συνέχιση της διερεύνησης της υπόθεσης, λόγω της μετάθεσης του μέχρι τότε εξεταστή της υπόθεσης και παρέλαβε από αυτόν τα τεκμήρια της υπόθεσης που είχε μέχρι τότε στην κατοχή του, καθώς επίσης στις 1/12/2011 παρέλαβε από συνάδελφο της δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής της Μ.Κ.
  3. Ακολούθως κάνει αναφορά στην λήψη καταθέσεων από τα πρόσωπα που αναφέρει καθώς επίσης και στο περιεχόμενο των καταθέσεων, μια εξ΄ αυτών κατατέθηκε και εκ συμφώνου αποδεχόμενες και οι δύο πλευρές την αλήθεια του περιεχομένου της, ήτοι του τεκμηρίου
  4. Έλαβε επίσης ανακριτικές καταθέσεις από τον πρώτο κατηγορούμενο, κάνοντας αναφορά στο περιεχόμενο των καταθέσεων του και τα τεκμήρια που παρέλαβε από αυτόν, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον δεύτερο κατηγορούμενο ενώ βρισκόταν κατάδικος στις κεντρικές φυλακές, ο οποίος αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις της και το μόνο που της ανέφερε είναι ότι δεν πήρε κανένα χρηματικό ποσό από το δάνειο. Αναφέρθηκε επίσης και σε διαδικασία παράδοσης τεκμηρίων για μεταφορά τους στην ΥΠΕΓΕ Αρχηγείου. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε ως τεκμήρια τις καταθέσεις που έλαβε από τους κατηγορούμενους 1 και 2, φωτοαντίγραφα επιταγών που έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο, κατάλογο τεκμηρίων, αίτηση για επιστημονική εξέταση τεκμηρίων, αντίγραφο σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου και απόδειξη του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας. Ανέφερε ότι είναι η τελευταία ανακριτής υπόθεσης και αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο και την τρίτη κατηγορούμενη στο εδώλιο. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στα καθήκοντα που έχει τώρα, αλλά και στην εμπλοκή της ως ανακρίτρια της παρούσας υπόθεσης και πιο συγκεκριμένα είναι η τρίτη εξεταστής της υπόθεσης. Αναφέρθηκε στα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της μέσα από το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού που λήφθηκε όσον αφορά την εμπλοκή του πρώτου κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση και την σχέση του με άλλα πρόσωπα, καθώς επίσης και της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για να εξασφαλιστεί το δάνειο από συγκεκριμένη τράπεζα και της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στο κτηματολόγιο για εγγραφή υποθήκης και τα πρόσωπα που εμπλέκονταν στις εν λόγω διαδικασίες και στην ετοιμασία και συμπλήρωση των ανάλογων εγγράφων, εντύπων και ετοιμασία των εξασφαλίσεων, καθώς επίσης και στην πορεία του χρηματικού ποσού που εκταμιεύθηκε από την συγκεκριμένη τράπεζα. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις ότι είχε γνώση για κάποια γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λέγοντας ότι είτε δεν θυμόταν είτε τα πρόσωπα από τα οποία έλαβε κατάθεση θα έπρεπε να της είχαν αναφέρει αυτές τις θέσεις και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι έγινε διερεύνηση κατά την θέληση της, λέγοντας ότι έχει γίνει διερεύνηση σε ότι έχει έρθει στην αντίληψη της. Ο Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  5. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι εργάζεται ως υπεύθυνος στον κλάδο μεταβιβάσεων και υποθηκών του επαρχιακoύ κτηματολογίου Λεμεσού. Στις 14 Φεβρουαρίου 2011 και ώρα 07:45 περίπου όταν πήγε στο γραφείο του που βρίσκεται στο ισόγειο χώρο του επαρχιακού κτηματολογίου Λεμεσού, πάνω στο γραφείο του βρήκε ένα αντίγραφο τύπου Ν.271, δηλαδή σύμβαση και δήλωση υποθήκευσεως ακινήτου, το οποίο πρώτη φορά είδε και δεν γνώριζε τίποτα γι' αυτό. Αφού το ερεύνησε μέσω του προγράμματος του κτηματολογίου Λεμεσού, είδε ότι η υποθήκη που αναφαίρετο με στοιχεία Υ 5598/09 στο πιο πάνω φωτοαντίγραφο δεν είχε καμία σχέση με την πραγματική υποθήκη που ήταν στα αρχεία του κτηματολογίου. Όσον αφορά την Υ 5598 / 09 που αναφέρεται στα αρχεία του κτηματολογίου, ενυπόθηκος οφειλέτης είναι συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο και ενυπόθηκος δανειστής συγκεκριμένη τράπεζα και ενυπόθηκο κτήμα συγκεκριμένο τεμάχιο γης σε χωριό της επαρχίας Λεμεσού για συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Όσον αφορά το φωτοαντίγραφο που βρέθηκε στο γραφείο του, δεν αναφέρεται ποσό υποθήκης και ως ενυπόθηκος δανειστής αναγράφεται συγκεκριμένη Τράπεζα και ενυπόθηκοι οφειλέτες συγκεκριμένα πρόσωπα. Η υποθήκη Υ 5598 / 09 που αναφέρεται στο αμφισβητούμενο έγγραφο τύπου Ν.271 φαίνεται στο κάτω μέρος να είναι υπογραμμένο από δύο μάρτυρες, οι οποίοι είναι υπάλληλοι πιθανόν της τράπεζας καθώς επίσης φέρει και την σφραγίδα συγκεκριμένου προσώπου στην θέση του ενυπόθηκου δανειστή με συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο από έλεγχο που έκανε ο ίδιος στο σύστημα του κτηματολογίου διαπίστωσε ότι φαίνεται ως ανοιχτός φάκελος, ο οποίος δεν ενεγράφη και δεν υπάρχει ο φυσικός φάκελος. Μέσα στο φωτοαντίγραφο της υποθήκης Υ 5598 / 09 που βρέθηκε στο γραφείο του, φαίνονται συγκεκριμένα ενυπόθηκα κτήματα τα οποία αναγράφει λεπτομερώς στην κατάθεση του. Η υποθήκη αυτή φαίνεται ότι έγινε από την υπάλληλο που κατονόμασε την οποία δήθεν έλεγξε άλλη συγκεκριμένη υπάλληλος και φέρει ημερομηνία 20/7/
  6. Η υποθήκη αυτή δεν είναι γνήσια και πιθανό να είναι εικονική. Όσον αφορά το γραφείο του, η πόρτα του είναι πάντα ανοιχτή και ξεκλείδωτη και πρόσβαση έχουν τοσο οι υπάλληλοι του κτηματολογίου, όσο και το κοινό, το οποίο δέχεται καθημερινά για εξυπηρέτηση. Στις 11 Φεβρουαρίου 2011 ώρα 14:30 που είχε σχολάσει από το γραφείο, δεν υπήρχε το έγγραφο αυτό στο γραφείο του. Ακολούθως ενημέρωσε τον διευθυντή του κτηματολογίου, του οποίου και παρέδωσε το αμφισβητούμενο έγγραφο. Όσον αφορά συγκεκριμένη απόδειξη του επαρχιακού κτηματολογίου Λεμεσού, αυτή δεν έχει καμία σχέση με το τι αναφέρεται στο φωτοαντίγραφο του τύπου Ν.271, διότι αυτή η απόδειξη αφορά πληρωμή πιστοποιητικό έρευνας και όχι υποθήκης. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε τα τεκμήρια 29 και 30, τα οποία είναι τα αντίγραφα ων τεκμηρίων 10 και 11 αντίστοιχα , αναγνωρίζοντας επί αυτών την υπογραφή του. Ανέφερε ότι μετά από έρευνα που είχε προβεί ο ίδιος στο σύστημα, ανακάλυψε ότι με τον ίδιο αριθμό ήδη υπήρχε υποθήκη και αυτή η υποθήκη είναι πλασματική διότι ήδη υπήρχε υποθήκη. Δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον πρώτο κατηγορούμενο και τα καθήκοντα του ήταν να συντονίζει το τμήμα όπου εργαζόταν. Αντεξεταζόμενος επεξήγησε την διαδικασία που άπτεται των υποθηκών, ιδίως όταν εμπλέκεται μια τράπεζα, καθώς επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρήκε στο γραφείο του το έγγραφο που ανέφερε, έχοντας υπ΄ όψη ότι την προηγούμενη ημέρα είχε τακτοποιήσει όλες τις εκκρεμότητες που είχε στο γραφείο του, δίνοντας απαντήσεις, στην έκταση που γνώριζε, ως προς την εμπλοκή άλλων προσώπων στην σύνταξη του τεκμηρίου αυτού, ήτοι του τεκμηρίου 10 που είναι το πρωτότυπο του τεκμηρίου
  7. Η ΜΚ 3 ανέφερε στην κατάθεση της - τεκμήριο 31, ότι εργάζεται ως βοηθός γραφείου στον κλάδο γενικής επανεκτίμησης το επαρχιακό κτηματολόγιο Λεμεσού και μεταξύ των καθηκόντων της στο κτηματολόγιο Λεμεσού είναι και οι εισπράξεις για τέλη πληροφοριών από τα δημαρχία και κοινοτικά συμβούλια που βρίσκονται στην πόλη και επαρχία Λεμεσού. Στις20 Ιουλίου 2009 προσήλθε στο γραφείο της συγκεκριμένος υπάλληλος του Δήμου Λεμεσού, ο οποίος και την πλήρωσε για συγκεκριμένο χρηματικό ποσό σε μετρητά και πήρε τις μεταβιβάσεις που έγιναν μεταξύ περιόδου 23 Ιουνίου 2009 και 30 Ιουνίου
  8. Για την πληρωμή αυτή έκδοσε συγκεκριμένη απόδειξη του κτηματολογίου και χωρομετρίας για το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ημερομηνίας 20 Ιουλίου 2009 και η είσπραξη αφορούσε συγκεκριμένο φάκελο, παραδίδοντας την σχετική πρωτότυπη απόδειξη. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε το τεκμήριο 11 ως την απόδειξη για την οποία έκανε αναφορά στην κατάθεση της, την οποία και περιέγραψε, δίνοντας επίσης λεπτομέρειες για τα καθήκοντα της ως προς την παροχή πληροφοριών στον δήμο Λεμεσού. Δεν αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο. Aντεξεταζόμενη αναφέρθηκε στην έκταση που θυμόταν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε το τεκμήριο
  9. Η Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της,ήτοι το τεκμήριο
  10. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι εργάζεται ως κτηματολογικός γραφέας στο επαρχιακό κτηματολόγιο Λεμεσού ως ελεγκτής στον κλάδο μεταβιβάσεων και υποθηκών που βρίσκεται στον ισόγειο χώρο του κτηματολογίου. Στις 14 Φεβρουαρίου 2011 την κάλεσε στο γραφείο του ο προϊστάμενος της και της υπέδειξε το αντίγραφο, δηλαδή φωτοτυπία δηλώσεως υποθήκης ακινήτου Υ 5598 / 09 με ενυπόθηκους οφειλέτες συγκεκριμένα άτομα και ενυπόθηκο δανειστή συγκεκριμένη τράπεζα, χωρίς να υπάρχει αναγραφόμενο ενυπόθηκο πόσο. Η Υποθήκη έφερε τις υπογραφές και των δύο πλευρών με μάρτυρες συγκεκριμένα πρόσωπα, πιθανόν υπάλληλοι της τράπεζας. Πρώτη φορά έβλεπε το έντυπο αυτό της υποθήκης το οποίο έφερε το όνομα και την υπογραφή της ως ελεγκτής της υποθήκης, πράγμα το οποίο δεν ευσταθεί, διότι τα γραφόμενα δεν είναι δικά της και η υπογραφή της είναι πλαστογραφημένη. Στην υποθήκη φαίνεται ως αποδοχεας συγκεκριμένη υπάλληλος με ημερομηνία αποδοχής 20 Ιουλίου 2009 και ώρα 10:
  11. Στην υποθήκη φαίνεται πίνακας στοιχείων ακινήτων που υποθηκεύονται και που κάνει αναφορά στην κατάθεση της λεπτομερώς με συγκεκριμένα στοιχεία. Φαίνεται ότι στην υποθήκη πληρώθηκαν υποθηκευτικά δικαιώματα για εγγραφή της υποθήκης και επιπρόσθετα έξοδα για πιστοποιητικό εγγραφής της υποθήκης έναντι αποδείξεως με συγκεκριμένο αριθμό και συγκεκριμένη ημερομηνία. Η υποθήκη έφερε και σφραγίδα του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας. Από έρευνα που έκανε στο σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή του κτηματολογίου, ο αριθμός της υποθήκης Υ 5598 / 09 δεν έχει καμία σχέση με τους ενυπόθηκους οφειλέτες και δανειστή που ανέφερε στην κατάθεση της. Αντιθέτως, αφορά άλλα πρόσωπα και όσον αφορά την διαδικασία που ακολουθείται για αποδοχή μιας υποθήκης, περιέγραψε λεπτομερώς αυτήν τη διαδικασία. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε το τεκμήριο 10 ως το αντίγραφο του εντύπου Ν271 για την υποθήκη 5598/09, όπου σύμφωνα με την ίδια η υπογραφή που φέρει το τεκμήριο 10 ως δική της δεν είναι, ήτοι η υπογραφή της είναι πλαστογραφημένη και το ίδιο ισχύει και για τα αναγραφόμενα επί του τεκμηρίου 10, όπου τα γράμματα μοιάζουν με τα γράμματα συγκεκριμένου προσώπου. Από έρευνα που έκανε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του κτηματολογίου, είδε ότι ο αριθμός 5598/ 09 αντιστοιχούσε σε άλλον ενυπόθηκο οφειλέτη και δανειστή και άλλο κτήμα και περιέγραψε το τεκμήριο 10 και το περιεχόμενο του και το ίδιο έπραξε με το τεκμήριο 33, αντιπαραβάλλοντας τα και πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι στο τεκμήριο 10 υπάρχουν μόνο 6 ακίνητα ενώ στο τεκμήριο 33 υπάρχουν 14 ακίνητα, τα δε ακίνητα που υπάρχουν στο τεκμήριο 10 υπάρχουν και στο τεκμήριο 33, περιγράφοντας επίσης και την διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις που είναι όμοιες με αυτές που αφορούν έντυπα Ν.271 στην έκταση που γνώριζε υπό το φως των καθηκόντων της. Δεν αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενη, ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις αναφορικά με την διαδικασία που αφορά το έντυπο Ν.271 και ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει αναφορικά με το τεκμήριο
  12. Η Μ.Κ. 5 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  13. Σε αυτήν αφού κάνει εισαγωγική αναφορά στα καθήκοντα της, αναφέρει ότι στις 18/5/2009 συγκεκριμένο πρόσωπο επισκέφθηκε τον διευθυντή του τμήματος δανείων της τράπεζας όπου εργάζεται και ζήτησε δάνειο προς όφελος συγκεκριμένης εταιρείας και το εν λόγω πρόσωπο ήρθε υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής αναπτύξεων εργασιών της εταιρείας αυτής. Εκείνη την ημέρα η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα κατά την συνομιλία που είχαν μεταξύ τους την πιο πάνω μέρα τα πιο πάνω άτομα. Μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης αυτής, ο προϊστάμενος της την ενημέρωσε ότι η εταιρεία αυτή επιθυμεί να αιτηθεί δάνειο ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ προς την συγκεκριμένη τράπεζα με σκοπό να χρηματοδοτηθεί η εταιρεία αυτή για να εισαξει καινούργια επιβατικά λεωφορεία από την Κίνα στην Κύπρο. Παράλληλα της ανατέθηκε από τον προϊστάμενο της η συλλογή πληροφοριών από τον πελάτη, δηλαδή συλλογή στοιχείων και πληροφοριών που αφορούσαν την συγκεκριμένη εταιρεία. Έτσι ξεκίνησε να έχει επικοινωνία μέσω e-mails με το συγκεκριμένο άτομο σε συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση, όπου του ζητούσε πληροφορίες που αφορούσαν την συγκεκριμένη εταιρεία, όπως οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, εταιρικά έγγραφα της εταιρείας, λεπτομέρειες για το πρόγραμμα που ήθελαν να χρηματοδοτήσουν και γενικές πληροφορίες όσον αφορά τις δραστηριότητες της εταιρείας. Επίσης κατά την ηλεκτρονική επικοινωνία που είχε η μάρτυρας με το συγκεκριμένο άτομο, του είχε ζητήσει να ξεκαθαρίσει ποια ακίνητα ήταν διατιθεμένη να υποθηκεύσουν και να παραχωρηθεί στην τράπεζα κάποια επίσημη εκτίμηση από κάποιον εκτιμητή όσον αφορά την εκτιμημένη αξία των ακινήτων που θα υποθηκεύονταν. Στις 2 Ιουνίου 2009 υποβλήθηκε γραπτή αίτηση δανείου προς την τράπεζα από την συγκεκριμένη εταιρεία, με την οποία η εταιρεία ζητούσε να της παραχωρηθεί από την τράπεζα παρατράβηγμα ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ. Στην αίτηση ημερομηνίας 2 Ιουνίου 2009 προσφερόταν ως εξασφάλιση προς την τράπεζα προσωπικές εγγυήσεις και υποθήκευση γης ελάχιστες αξίας 1 εκατομμυρίου ευρώ. Κατά την διάρκεια εξετάσεως της αίτησης δανείου που έκανε η μάρτυρας, φάνηκε ότι κάποια κινητά που ο πελάτης θα υποθήκευε στην τράπεζα για σκοπούς δανείου, ήταν ήδη υποθηκευμένα στην ΣΠΕ Ύψωνα για σκοπούς δανειοδότησης συγκεκριμένου προσώπου. Αυτά τα διαπίστωσε μελετώντας την έκθεση της εκτίμησης που παραλήφθηκε για την αξία των ακινήτων, όπου αναφέρεται στην έκθεση ότι η εκτίμηση αυτή γινόταν μετά από αίτηση της ΣΠΕ Ύψωνα και σκοπούς δανειοδότησης συγκεκριμένου ατόμου από την εν λόγω ΣΠΕ. Μετά την πιο πάνω διαπίστωση, ενημέρωσε μέσω e-mail το συγκεκριμένο πρόσωπο και του ανέφερε ότι η τράπεζα είναι διατεθειμένη για έγκριση του δανείου που ζητήθηκε από την τράπεζα, μόνο αφού η ακίνητη περιουσία που επρόκειτο να υποθηκευτεί για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου από την τράπεζα δεν θα ήταν δεσμευμένη σε οποιαδήποτε τράπεζα, δηλαδή δεν θα ήταν υποθηκευμένη. Στην συνέχεια έλαβε γραπτή επιστολή με ημερομηνία 22 Ιουνίου 2009 από την ίδια εταιρία, στην οποία αναφέρεται ότι αποδέχεται ότι η τράπεζα θα πάρει υποθήκη πρώτης προτεραιότητας πάνω στα ακίνητα που θα υποθηκεύονταν για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου από την τράπεζα και ότι αυτά τα ακίνητα θα ήταν καθαρά από οποιεσδήποτε άλλες επιβαρύνσεις πριν η τράπεζα διαθέσει τα χρήματα προς την εταιρεία. Ακολούθως, γύρω στις 30 Ιουνίου 2009, η αίτηση δανείου που υπέβαλε η εταιρεία προς την τράπεζα εγκρίθηκε με συγκεκριμένους όρους, δηλαδή να παραχωρηθεί προς την εταιρεία από την τράπεζα παρατράβηγμα ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ, το οποίο ήταν διαθέσιμο για αξιοποίηση μέχρι ένα χρόνο, καθώς επίσης η αποπληρωμή του δανείου θα έπρεπε να γίνει πριν το τέλος του ενός χρόνου. Επίσης το επιτόκιο θα ήταν 12% σταθερό ανά έτος πληρωτέο τέλος κάθε μήνα. Επίσης θα υπήρχε επιπλέον επιβάρυνση σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής των δόσεων από την εταιρεία προς την τράπεζα και επιπλέον θα υπήρχε επιβάρυνση πάνω στο 1 εκατομμύριο ευρώ, δηλαδή 10.000 ευρώ για έξοδα και δικαιώματα της τράπεζας. Αφού εγκρίθηκε η αίτηση προς την εταιρεία, ενημερώθηκε το συγκεκριμένο πρόσωπο και ακολούθως αφού η εταιρεία συμφώνησε με τους πιο πάνω όρους παραχώρησης δανείου, ετοίμασε την σύμβαση δανείου με συγκεκριμένη αναφορά ημερομηνίας 8 Ιουλίου
  14. Στις 19 Ιουλίου 2009 ήρθαν στο γραφείο της ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν διευθυντής και μέτοχος της συγκεκριμένης εταιρείας, καθώς επίσης ήρθαν κι άλλα δύο άτομα με σκοπό να υπογράψουν την σύμβαση δανείου και τα έγγραφα εξασφάλισης του δανείου, δηλαδή υποθηκευτικά έγγραφα και προσωπικές εγγυήσεις. Την πιο πάνω ημερομηνία τα πιο πάνω πρόσωπα υπόγραψαν τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 8/7/09 και παρόντες ήταν η ΜΚ7 και άλλο άτομο, ο οποίος είναι πιστοποιών υπάλληλος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της τράπεζας για διεκπεραίωση των εργασιών της τράπεζας στο κτηματολόγιο. Τη συμφωνία αυτή υπέγραψε το ένα από τα άτομα που ήταν παρόντα εκ μέρους του γιου του στην βάση πληρεξουσίου εγγράφου που υπήρχε. Η μάρτυρας αυτή υπέγραψε την συμφωνία δανείου ως μάρτυρας, καθώς επίσης υπογράφτηκε η συμφωνία και από τον προϊστάμενο της τον οποίο έχει κατονομάσει. Διευκρίνησε η μάρτυρας ότι η συμφωνία μπορεί να φέρει ημερομηνία 8 Ιουλίου 2009, αλλά οι υπογραφές τέθηκαν στην συνάντηση που έγινε στις 19 Ιουλίου 2009, χωρίς να θυμάται γιατί υπάρχει αυτή η απόκλιση. Παράλληλα στις 19 Ιουλίου 2009 ανάμεσα στα έγγραφα που υπόγραψαν τα δύο άτομα, πλην του κατηγορουμένου, ήταν και το έντυπο Ν 271 του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετριας, όπου στο έγγραφο αυτό φαίνεται ως ενυπόθηκος δανειστής η τράπεζα και ενυπόθηκοι οφειλέτες τα δύο άτομα που ήταν παρόντα, καθώς επίσης και ο γιος του ενός ατόμου για το οποίο υπήρχε πληρεξούσιο και το ύψος του δανείου ήταν για 1 εκατομμύριο ευρώ και το έγγραφο αυτό υπογράφτηκε στην παρουσία της μάρτυρος και η οποία υπέγραψε ως μάρτυρας και το ίδιο έπραξε και η ΜΚ7 και ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της τράπεζας, ο οποίος και ετοίμασε το έντυπο αυτό. Αφού υπογράφτηκαν τα έγγραφα αυτά, η μάρτυρας παρέδωσε όλα τα έγγραφα στην ΜΚ7 για να προχωρήσει διαδικασία υποθηκεύσεως των ακινήτων. Στις 20 Ιουλίου 2009 πήρε ένα σημείωμα από την ΜΚ7 ότι εσώκλειε τέσσερα πρωτότυπα έγγραφα Ν271 και συμφωνία υποθήκης με αριθμό Υ 5598 / 09 μαζί με τους 14 πρωτότυπος τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων που υποθηκεύτηκαν στο κτηματολόγιο έναντι του δανείου του 1 εκατομμυρίου ευρώ. Από εκείνη την ημέρα το ποσό του 1 εκατομμυρίου ευρώ έγινε διαθέσιμο προς την συγκεκριμένη εταιρεία. Διευκρινησε ότι η επικοινωνία που είχε με το συγκεκριμένο άτομο εκ μέρους της εταιρείας ήταν μόνο μέσω τηλεφώνου και e-mail αλλά όχι με προσωπική συνομιλία. Τον κατηγορούμενο τον είδε για πρώτη φορά στις 19 Ιουλίου 2009 όταν ήρθε στην τράπεζα για να υπογράψει κάποια έγγραφα που αφορούσαν την παραχώρηση δανείου και το ίδιο ισχύει και για τα άλλα δύο άτομα που ήρθανε στις 19 Ιουλίου 2009 και βασικά η όλη επικοινωνία γινόταν με το άτομο που κατονόμασε εκ μέρους της εταιρείας και αυτό συνεχίστηκε μέχρι την έγκριση και διάθεση του δανείου. Η εταιρεία δεν πλήρωσε κανένα ποσό και κινήθηκαν δικαστικά μέτρα εναντίον της εταιρείας και των ενυπόθηκων οφειλετών. Στις 13 Οκτωβρίου 2009, μαζί με τον προϊστάμενο της, πήγαν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας με σκοπό να μιλήσουν με τους υπεύθυνους για ποιον λόγο δεν εκπληρώνονταν οι υποχρεώσεις έναντι του δανείου. Εκεί συνομίλησαν με τον πρώτο κατηγορούμενο και κάποιο άλλο άτομο, ο οποίος ήταν υπάλληλος της εταιρείας και υποσχέθηκαν ότι θα ξεκινήσουν να πληρώνουν σταδιακά για εξόφληση του χρέους προς την τράπεζα. Εκεί στις εγκαταστάσεις είδαν αριθμό λεωφορείων και τους έχουν υποδειχθεί και νέα λεωφορεία που είχαν εισαξει με την εξασφάλιση του δανείου από την τράπεζα. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι παρουσιάζει συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 7 Ιουλίου 2009, αλλά και επιστολή από τον πρώτο κατηγορούμενο ημερομηνίας 22 Ιουνίου 2009, στην οποία αναφέρεται ότι η εταιρία θα δεσμεύεται να παραχωρήσει για σκοπούς υποθήκευσεως έναντι του δανείου ακίνητα τα οποία δεν θα είναι υποθηκευμένα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο, κατέθεσε ως τεκμήριο 35 το πληρεξούσιο έγγραφο στο οποίο έκανε αναφορά στην κατάθεση της, ως τεκμήριο 36 την επιστολή ημερομηνίας 22/6/09 στην οποία κάνει αναφορά στην κατάθεση της και που ανέλυσε προφορικά το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, αναγνώρισε την υπογραφή της επί του τεκμηρίου 33, καθώς επίσης και την υπογραφή της Μ.Κ. 7 και άλλων ατόμων. Αναφέρθηκε εκ νέου στην επίσκεψη που έκανε στα υποστατικά της εταιρείας και στην συνάντηση που είχε με τον πρώτο κατηγορούμενο, τις διαβεβαιώσεις που έλαβε ότι θα πληρωνόταν το δάνειο και που παρέμειναν τελικά ανεκπλήρωτες με το δάνειο να μην εξυπηρετείται, κάνοντας αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενημερώθηκε για αυτό και τι ενέργειες έχουν γίνει συνεπεία της μη εξυπηρέτησης του δανείου. Δεν είχε ανάμειξη με την υποθήκη Υ5598/09 και παρέπεμψε επί αυτού του σημείου στην Μ.Κ. 7 και σε άλλο πρόσωπο, παραπέμποντας επίσης στο νομικό τμήμα της τράπεζας για το τι έχει προηγηθεί της σύμβασης δανείου και η οποιαδήποτε ανάμειξη της ίδιας και του τμήματος της είναι μέχρι την ειδοποίηση ότι έχουν εγγραφεί οι υποθήκες στο κτηματολόγιο. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η αίτηση δανείου, το πρόσωπο με το οποίο η τράπεζα ερχόταν σε επαφή και που εκπροσωπούσε την εταιρεία, εξήγησε ότι για να εκταμιευθεί ένα δάνειο θα πρέπει να υπάρχει η διαβεβαίωση ότι ενεγγράφη η υποθήκη και στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν επιφορτισμένο ένα συγκεκριμένο άτομο το οποίο θα ενημέρωνε την Μ.Κ. 7, όπως και έγινε με την παράδοση της υποθήκης. Αναφέρθηκε επίσης στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 33, τις υπογραφές που αυτό φέρει, τους παρόντες κατά την υπογραφή του και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό έχει συνταχθεί, στην έκταση που θυμόταν. Αναφέρθηκε επίσης στην εμπλοκή της όσον αφορά την έρευνα που προηγήθηκε της έγκρισης της αίτησης για παραχώρηση του δανείου, την έκθεση που ετοίμασε προς αυτόν τον σκοπό και τι έχει περιέλθει στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της που ήταν κυρίως η διαπίστωση ότι τα προτιθέμενα ακίνητα για εξασφάλιση ήταν ήδη υποθηκευμένα σε συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και ο ρόλος του τμήματος της ήταν μέχρι την πίστωση του λογαριασμού της εταιρείας με το ποσό του δανείου. Το τεκμήριο 33 δεν υπογράφτηκε από τον κατηγορούμενο, ο εκπρόσωπος της τράπεζας ανέφερε ότι έχει εγγραφεί η υποθήκη και ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε κάτι ότι έχει εξαλειφθεί η υποθήκη. Αναφέρθηκε επίσης στην επικοινωνία που έγινε όταν διαπιστώθηκε η μη εξυπηρέτηση του δανείου και στην επίσκεψη που έγινε στα υποστατικά της εταιρείας που δανειοδοτήθηκε από την τράπεζα στην οποία η μάρτυρας εργαζόταν, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες στάληκε το τεκμήριο 36, χωρίς να ξέρει ποιος το συνέταξε και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την φύση και την έκταση των δικαστικών μέτρων που λήφθηκαν για την είσπραξη του λαβείν της τράπεζας. Ο Μ.Κ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του - τεκμήριο
  15. Σε αυτήν κάνει αναφορά στα καθήκοντα του, στην διαδικασία που ακολουθείται και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να παραχωρηθεί ένα δάνειο, καθώς επίσης και στην διαδικασία παρακολούθησης του δανείου κατά πόσο αυτό εξυπηρετείται και αν όχι τι ενέργεις γίνονται. Αναφορικά με την υποθήκη Υ5598/09 και την παραχώρηση του παρατραβήγματος ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ, ανέφερε ότι στις 18/5/09 συγκεκριμένο άτομο τον έχει επισκεφθεί στο γραφείο του, ως αντιπρόσωπος συγκεκριμένης εταιρείας για να συζητηθεί η προοπτική χρηματοδότησης της εταιρείας, όπου και του ζητήθηκαν πληροφορίες οι οποίες συλλέγησαν, έγινε σχετική έκθεση και υποβλήθηκε αίτηση χρηματοδότησης από το εν λόγω άτομο εκ μέρους της εταιρείας ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ για να χρησιμοποιηθει στην προπληρωμή για την κατασκευή επιβατικών λεωφορείων στην Κίνα και ακολούθως στην εισαγωγή τους στην Κύπρο για να συνάψει συμφωνία με την Κυπριακή Δημοκρατία για την παροχή υπηρεσιών στο κοινό. Στην αίτηση δανείου προσφέρονταν για εξασφάλιση έναντι του δανείου τεμάχια γης συνολικής αξίας 1 εκατομμυρίου ευρώ. Η αίτηση αυτή συμπληρώθηκε σε σχετικό έντυπο της τράπεζας και συνοδευόταν από επιστολή της εταιρείας υπογραμμένη από συγκεκριμένο άτομο ημερομηνίας Ιουνίου 2009, στην οποία αναφέρεται ότι η εταιρεία αυτή έχει αποκλειστικές συμφωνίες με Κινέζους κατασκευαστές για την κατασκευή και εισαγωγή λεωφορείων στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Επίσης αναφέρεται ότι η Κυπριακή κυβέρνηση είχε ανακοινώσει την αντικατάσταση όλων των δημοσίων λεωφορείων ηλικίας πέραν των 10 ετών μέσα στους επόμενους 18 μήνες και ότι η εταιρεία αυτή ευελπιστούσε ότι θα κέρδιζε συμβόλαια πέραν του 50 τοις 100 για αυτά τα λεωφορεία. Σύμφωνα με έγγραφα που στάλησαν στην εταιρεία, διευθυντής ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, καθώς επίσης φαίνονταν και άλλα άτομα σε άλλες θέσεις, ως επίσης ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έχει την πλειοψηφία των μετοχών στην εταιρεία που αιτήθηκε το δάνειο, ως επίσης είναι μέτοχος και σε άλλες εταιρείες. Στάλησαν επίσης και διάφορα άλλα έγγραφα που αφορούσαν την επιχειρηματική δραστηριότητα και κατεύθυνση της εταιρείας στον τομέα των λεφωρείων και συμπεριλαμβάνονταν μεταξύ άλλων και σχετικές συμφωνίες. Στάληκαν επίσης εκθέσεις εκτιμήσεων της αγοραίας αξίας των ακινήτων που προσφέρονταν για υποθήκευση έναντι του δανείου, μαζί με τους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων, αντίγραφα των ταυτοτήτων κάποιων προσώπων. Κατά την μελέτη των στοιχείων που αποστάλησαν, διαφάνηκε ότι τα ακίνητα που προσφέρθησαν για υποθήκευση έχουν εκτιμηθεί στο παρελθόν για σκοπούς δανειοδότησης και κάποια ήταν ήδη υποθηκευμένα σε άλλη τράπεζα και για αυτό ενημέρωσαν συγκεκριμένο άτομο όπου του ανέφεραν ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν επιβαρύνσεις για να παραχωρηθεί το δάνειο. Ακολούθως με γραπτή επιστολή ημερομηνίας 22/6/09 υπογραμμένη από τον πρώτο κατηγορούμενο προς την τράπεζα, η εταιρεία αποδέχθηκε ότι το δάνειο ή παρατράβηγμα θα δοθεί νοουμένου ότι τα τεμάχια που προσφέρθησαν για εξασφάλιση θα είναι απαλλαγμένα επιβαρύνσεων. Αφού μελετήθηκαν όλα τα έγγραφα που δόθησαν από την εταιρεία, το τμήμα δανείων της τράπεζας προχώρησε σε ετοιμασία έκθεσης, με την οποία εισηγήθηκε την παραχώρηση του δανείου, προς την εταιρεία και η έκθεση παραπέμφθηκε στην αρμόδια επιτροπή της τράπεζας για τελική έγκριση, στην οποία επιτροπή ήταν και ο μάρτυρας ένα εκ των μελών της και η επιτροπή αυτή στις 30/6/09 ενέκρινε το δάνειο ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ. Μετά την έγκριση του δανείου, το αρμόδιο τμήμα ετοίμασε τις σχετικές συμφωνίες δανείου, οι οποίες υπογράφησαν στις 8/7/09 από τα άτομα που κατονόμασε, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου του μάρτυρα και της Μ.Κ.5, αλλά και του πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος υπέγραψε ως διευθυντής της εταιρείας και προσωπικός εγγυητής και τα άλλα άτομα ως ιδιοκτήτες των ακινήτων που θα υποθηκεύονταν ως εξασφάλιση του δανείου, ο ένας εκ των οποίων υπέγραψε και υπό την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος άλλου προσώπου δυνάμει πληρεξουσίου προσώπου. Με βάση την συμφωνία δανείου θα υποθηκεύονταν συγκεκριμένα ακίνητα τα οποία περιέγραψε λεπτομερώς στην κατάθεση του και ήταν ιδιοκτησίας συγκεκριμένων προσώπων. Κάνει επίσης αναφορά ο μάρτυρας στο περιεχόμενο της συμφωνίας δανείου, ως επίσης και σε πρακτικά συνεδρίας της εταιρείας που έλαβε το δάνειο, όπου εξουσιοδοτείτο ο πρώτος κατηγορούμενος να υπογράψει την συμφωνία δανείου και τα πρακτικά ήταν υπογραμμένα από τον πρώτο κατηγορούμενο και από άλλα δύο άτομα. Την ίδια μέρα υπογράφτηκε εγγυητήριο έγγραφο από τον πρώτο κατηγορούμενο, με βάση το οποίο εγγυάται τις υποχρεώσεις της εταιρείας όσον αφορά το δάνειο, καθώς υπόγραψε και έγγραφο υποθήκευσης που αναφέρει ότι συγκεκριμένα άτομα υποθηκεύουν προς την τράπεζα σε σχέση με το δάνειο 14 τεμάχια γης που αναφέρονται στην συμφωνία δανείου. Το εγγυητήριο έγγραφο το υπέγραψε ως μάρτυρας και η Μ.Κ.
  16. Το έγγραφο υποθηκεύσεως το υπέγραψαν συγκεκριμένα άτομα, συμπεριλαμβανομένου του πρώτου κατηγορούμενου εκ μέρους της εταιρείας, αλλά και οι Μ.Κ. 5 και 7 ως μάρτυρες. Διευκρίνησε ο μάρτυρας στην κατάθεση του ότι όταν υπογράφονταν οι συμφωνίες που ανέφερε αυτός δεν ήταν παρών, αλλά τα πρόσωπα που κατονόμασε. Όταν υπογράφηκαν τα σχετικά έγγραφα, το επόμενο βήμα ήταν η εγγραφή της υποθήκης στο κτηματολόγιο, την οποία διαδικασία διεκπεραίωσε συγκεκριμένο άτομο που ήταν εξουσιοδοτημένος από την τράπεζα να το πράξει και με την εγγραφή της υποθήκης, το δάνειο έχει εκταμιευθεί με τον τρόπο που έχει λεπτομερώς αναφέρει στην κατάθεση του και πιο συγκεκριμένα σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας που έλαβε το δάνειο. Σε κατοπινό στάδιο έγινε αντιληπτό ότι το δάνειο δεν εξυπηρετείτο και ήρθαν σε επαφή με δύο άτομα εκ μέρους της εταιρείας, το ένα εκ των οποίων ανέφερε ότι αποχώρησε από την εταιρεία λόγω διενέξεων που είχε με τον πρώτο κατηγορούμενο και ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν από τν πρώτο κατηγορούμενο για αγορά αυτοκινήτων πολυτελείας, το δε άλλο άτομο έβρισκε διάφορες δικαιολογίες. Στις 13/10/09 μετέβηκε μαζί με την Μ.Κ. 5 στις εγκαταστάσεις της εταιρείας με σκοπό να συζητήσουν τα του δανείου και εκεί συναντήθηκαν με τον πρώτο κατηγορούμενο και ένα άλλο άτομο, όπου τους ανέφεραν ότι αντιμετώπιζαν κάποιες δυσκολίες και τους ζητήθηκε όπως προβούν σε κίνηση για κάλυψη των τόκων και τα εν λόγω άτομα υποσχέθηκαν να το πράξουν μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου
  17. Ξεναγήθηκαν επίσης στις εγκαταστάσεις της εταιρείας, όπου τους υποδείχθηκε μοντέλο λεωφορείου που σύμφωνα με τον πρώτο κατηγορούμενο υπήρχε πρόθεση για εισαγωγή του στην Κύπρο. Η τράπεζα δέχθηκε την παράταση, αλλά τον προσεχή Φεβρουάριο και ενώ δεν υπήρξε κίνηση για οποιαδήποτε κάλυψη του δανείου, επικοινώνησαν με τον πρώτο κατηγορούμενο για εξηγήσεις και αυτός τους παρέπεμψε σε άλλα άτομα τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο επωφελήθηκαν των χρημάτων για αγορά πολυτελών αυτοκινήτων. Αφού στάλησαν επιστολές της τράπεζας προς την εταιρεία για πληρωμή όλου του ποσού και με την μη συμμόρφωση της εταιρείας, η υπόθεση στάληκε στο νομικό τμήμα της τράπεζας και καταχωρήθηκε σχετική αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της εταιρείας, του πρώτου κατηγορουμένου και άλλων προσώπων, όπου και εκδόθηκε Δικαστική απόφαση, όπου και εφεσιβλήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο και την εταιρεία και εκκρεμεί στο Ανώτατο Δικαστήριο και όλα τα πρωτότυπα έγγραφα κατατέθηκαν στην εν λόγω υπόθεση. Διευκρίνησε ότι από το ποσό του ενός εκατομμυρίου που ήταν το ύψος του δανείου, δόθησαν €940,000 στην εταιρεία, €10,000 ήταν συμφωνημένη αμοιβή προς την τράπεζα και οι υπολοιπες €50,000 δεν χρησιμοποιήθηκαν από την εταιρεία και χρεώθηκαν ως τόκοι. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της τράπεζας έχει αποβιώσει και καταχώρησε ως τεκμήρια τα έγγραφα τα οποία ανέφερε στην κατάθεση του, τα οποία ανέλυσε και περιέγραψε, δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι η τράπεζα προχώρησε στην παραχώρηση του δανείου έχοντας υπόψη ότι η εταιρεία θα προέβαινε σε αγορά και αξιοποίηση λεωφορείων που ήταν ο επιχειρηματικός σκοπός του δανείου και που λαμβάνεται πάντα υπόψη σε παραχώρηση δανείου ο επιχειρηματικός σκοπός και στην προκειμένη περίπτωση χαρακτηρίστηκε βιώσιμο το δάνειο και επηρέασε θετικά την τράπεζα για να δοθεί το δάνειο, διότι η εταιρεία θα ελάμβανε από την επιχειρηματική δραστηριότητα μεγαλύτερο ποσό από το ύψος του δανείου και συνεπώς το δάνειο θα αποπληρωνόταν, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δίνονταν ως εξασφάλιση διάφορα τεμάχια που είχαν εκτιμημένη αξία που ικανοποιούσε την τράπεζα σε περίπτωση ρευστοποίησης τους για σκοπούς ανάκτησης του δανείου. Κατά τον μάρτυρα η επιβαρύνσεις σε ακίνητα δεν επηρεάζουν την αξία του, αλλά κατά πόσο θα δοθεί το δάνειο και επί αυτού του σημείου κατέθεσε το τεκμήριο 44 που είναι επιστολή ημερομηνίας 22/6/2009 και με την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος εκ μέρους της εταιρείας τα ακίνητα που θα προσφερθούν για εξασφάλιση του δανείου θα είναι απαλλαγμένα επιβαρύνσεων και θα είναι πρώτης προτεραιότητας, κάνοντας ταυτόχρονη αναφορά ο μάρτυρας και στην συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε εις γνώση του το εν λόγω τεκμήριο, τονίζοντας ότι η τράπεζα δεν θα έδινε το δάνειο αν υπήρχαν επιβαρύνσεις επί των ακινήτων. Κατέθεσε επίσης το τεκμήριο 45 ως η συμφωνία δανείου μεταξύ της τράπεζας και της εταιρείας ημερομηνίας 8/6/09, κάνοντας αναφορά στο περιεχόμενο της, αναγνωρίζοντας την υπογραφή του και της Μ.Κ. 5 επί αυτής, καθώς επίσης και την υπογραφή του πρώτου κατηγορούμενου ως διευθυντής της εταιρείας και ως εγγυητής για την εκπλήρωση του δανείου. Με το τεκμήριο 46 που κατέθεσε ο μάρτυρας, ο πρώτος κατηγορούμενος εξουσιοδοτείται από την εταιρεία να υπογράψει την συμφωνία δανείου και το τεκμήριο αυτό υπογράφεται από τον πρώτο κατηγορούμενο, το δε τεκμήριο 47 που κατέθεσε ο κατηγορούμενος είναι η προσωπική εγγύηση απεριόριστου ποσού του πρώτου κατηγορούμενου, αναλύοντας ταυτόχρονο την φύση της εν λόγω εγγύησης. Το τεκμήριο 48 είναι η συμφωνία υποθήκευσης, το δε τεκμήριο 49 είναι οι πληρωμές που έγιναν από την τράπεζα προς τον λογαριασμό της εταιρείας, το οποίο ο μάρτυρας ανέλυσε και περιέγραψε. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις έχει γίνει αντιληπτή η μη εξυπηρέτηση του δανείου και ποιες ενέργειες έχουν γίνει προς αυτήν την κατεύθυνση για να διαπιστωθεί που οφειλόταν αυτό και τι του ανέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος, θέματα για τα οποία αναφέρθηκε και στην κατάθεση του. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στα καθήκοντα του, στο ότι η τράπεζα που παραχώρησε το δάνειο κατηγορήθηκε από τις αρμόδιες Αμερικάνικες αρχές για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, στην σύνθεση του συμβουλίου στο οποίο ήταν μέλος, στο πως γνώριζε άτομο που εκπροσωπούσε την τράπεζα και που η κατάθεση του κατατέθηκε ως τεκμήριο μόνο αφού ο ίδιος έχει αποβιώσει, καθώς επίσης αναφέρθηκε στην διαδικασία που προηγήθηκε της έγκρισης και εκταμίευσης του δανείου με την μελέτη όλων των στοιχείων που απαιτούνταν και προσκομίστηκαν στην τράπεζα, τα πρόσωπα τα οποία εμπλέκονταν στην όλη διαδικασία, κάνοντας ταυτόχρονη παραπομπή στο περιεχόμενο της κατάθεσης του και στα τεκμήρια που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε επίσης στο τι διαπίστωσε ο ίδιος με τη Μ.Κ. 5 στις εγκαταστάσεις της εταιρείας που δανειοδοτήθηκε, λέγοντας ότι είδε μόνο ένα μοντέλο λεωφορείου που υπήρχε πρόθεση να γίνει εισαγωγή λεωφορείων, όμως τα χρήματα του δανείου δεν αξιοποιήθηκαν προς αυτήν την κατεύθυνση αφού δεν έχουν εισαχθεί λεωφορεία, όπως ο ίδιος το έχει αντιληφθεί, σε συνδυασμό με τις ενέργειες που είχαν γίνει όταν διαπιστώθηκε ότι το δάνειο δεν εξυπηρετείτο και τι λέχθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο ως προς τις ενέργειες που θα γίνονταν για να εξυπηρετηθεί το δάνειο. Διευκρίνισε ο μάρτυρας ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των εγγράφων, αλλά υπέγραψε μεταγενέστερα λόγω του ότι ήταν σε συνάντηση σε άλλο τμήμα και την οποία υπογραφή του περιέγραψε ως νομότυπη, επικαλούμενος τους εσωτερικούς κανονισμούς της τράπεζας και εξέφρασε την βεβαιότητα ότι τα πρόσωπα με τα οποία συναντήθηκε εκείνη την ημέρα υπέγραψαν τα εν λόγω έγγραφα και που φαίνονται οι υπογραφές τους σε αυτά. Έδωσε επίσης την δική του ερμηνεία ως προς το κατά πόσο η συμφωνία μεταξύ τράπεζας και εταιρείας ήταν για δάνειο ή παρατράβηγμα, επεξηγώντας τις διαφορές μεταξύ τους, ξεκαθαρίζοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση με βάση το περιεχόμενο και τους όρους της συμφωνίας αφορούσε παρατράβηγμα, ως η αίτηση του πελάτη, κάνοντας επίσης αναφορά και επεξήγηση αναφορικά με τις έννοιες του προσωπικού εγγυητή και του παροχέα εξασφάλισης και στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν προσωπικός εγγυητής και τα άλλα άτομα παροχείς εξασφαλίσεων. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα ποσά που δόθηκαν από την τράπεζα στα πλαίσια του παρατραβήγματος προς συγκεκριμένο λογαριασμό της εταιρείας που δανειοδοτήθηκε, στην κίνηση που είχε ο λογαριασμός του παρατραβήγματος και το περιεχόμενο του, αναλύοντας και την διαδικασία που ακολουθείται, καθώς επίσης αναφέρθηκε, στην έκταση που θυμόταν, για πως έγινε η ενημέρωση ότι εγγράφηκε η υποθήκη, ξεκαθαρίζοντας ότι ο ίδις δεν ήταν παρών στο κτηματολόγιο για αυτήν την διαδικασία. Ανέφερε ότι οι αξίες των ακινήτων που δόθηκαν για εξασφάλιση υπερτερούσαν του δανείου και για αυτόν τον λόγο δόθηκε το δάνειο, σε συνδυασμό με την αποδοχή του όρου που έθεσε η τράπεζα για να αρθούν οι οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις στα εν λόγω ακίνητα και υπεραμύνθηκε της ορθότητας των ενεργειών που προέβη ο ίδιος και η τράπεζα για να γίνει η επίμαχη χρηματοδότηση, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις περί του αντιθέτου. Εξέφρασε την πεποίθηση ότι η Αγγλική γλώσσα ήταν κατανοητή από τους εκπροσώπους της εταιρείας, λόγω του κύκλου των εργασιών της και της επικοινωνίας που υπήρχε, συμπεριλαμβανομένου και με τον πρώτο κατηγορούμενο. Ανέφερε επίσης ότι ο πρώτος κατηγορούμενος του παραδέχθηκε ότι τα χρήματα δεν χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς του δανείου, αλλά χρησιμοποιήθηκαν από τους παροχείς εξασφαλίσεων για αγορά προσωπικών αντικειμένων και για τον μάρτυρα αυτό σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος επέτρεψε, ενώ γνώριζε ως διευθυντής της εταιρείας τους όρους του δανείου, να γίνει αυτή η χρήση των χρημάτων για άλλους σκοπούς. Η Μ.Κ. 7 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  18. Σε αυτήν κάνει αναφορά στα καθήκοντα της στην τράπεζα όπου εργάζεται και όσον αφορά την υποθήκη Υ5598/09, αναφέρει ότι στις 11/6/09, της δόθησαν γραπτές οδηγίες από την Μ.Κ. 5 όπως ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα για υποθήκη που θα έβαζαν τρία άτομα που κατονόμασε για εξασφάλιση δανείου προς την εταιρεία που ανέφερε και ήταν ύψους ενός εκατομυρίου ευρώ ως παρατράβηγμα, ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας ήταν και ο πρώτος κατηγορούμενος και πιο συγκεκριμένα ήταν 14 ακίνητα τα οποία ανέφερε λεπτομερώς στην κατάθεση της. Η συμφωνία υπογράφτηκε στην παρουσία της και στην παρουσία της Μ.Κ. 5 όπου υπέγραψαν ως μάρτυρες στις 19/7/09 και με παρόντες τα επιπλέον άτομα που κατονόμασε εκ μέρους της τράπεζας, όπου εκ μέρους της εταιρείας που έλαβε την τραπεζική διευκόλυνση υπέγραψε ο πρώτος κατηγορούμενος ως διευθυντής της εταιρείας. Ακολούθως η υπογραμμένη συμφωνία δόθηκε στον εκπρόσωπο της τράπεζας σχετικά με πράξεις της τράπεζας στο κτηματολόγιο. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 19/7/09, οι δύο πάροχοι εξασφαλίσεων υπέγραψαν την φόρμα Ν.271 και υπέγραψε η ίδια και η Μ.Κ. 5 αυτήν ως μάρτυρες και αυτή η φόρμα επίσης δόθηκε στον εκπρόσωπο της τράπεζας που ανέλαβε την διαδικασία της υποθήκης. Την επόμενη μέρα ο εκπρόσωπος της τράπεζας της παρέδωσε την πρωτότυπη εγραφή της υποθήκης που είχε αριθμό Υ5598/09 και η μάρτυρας με την σειρά της την παρέδωσε στην Μ.Κ.
  19. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε το τεκμήριο 6 ως οι επιταγές που δόθησαν στα πλαίσια του παρατραβήγματος στον πρώτο κατηγορούμενο από την τράπεζα, δεν αναγνώρισε τα τεκμήρια 17, 40 και 43, αναγνώρισε τα τεκμήρια 10, 29, 33, 38, 39, 41, 42 44, 45, 47, 48 και 49 και τις υπογραφές σε αυτά καθώς επίσης και το περιεχόμενο τους, στο δε τεκμήριο 45 είναι η συμφωνία δανείου που υπογράφεται και από τον πρώτο κατηγορούμενο. Αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο ως ένα από τα άτομα που πήγαν στην τράπεζα για να συνομιλήσουν για το δάνειο που ήθελαν και για τα έγγραφα που έπρεπε να δοθούν, αναφέρθηκε στον συνεργάτη της τράπεζας ο οποίος έχει αποβιώσει και με τον οποίο δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα οποτεδήποτε, τον δε πρώτο κατηγορούμενο δεν τον γνώριζε από προηγουμένως. Μετέβηκε και αυτή στις εγκαταστάσεις της εταιρείας με τον Μ.Κ. 6, όπου εκεί διαπίστωσε μόνο ένα μεταχειρισμένο λεωφορείο, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε ότι με το ποσό του δανείου θα αγοράζονταν καινούργια λεωφορεία, δάνειο το οποίο δόθηκε σε δόσεις αλλά δεν αγοράστηκαν λεωφορεία. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στις υπογραφές που πιστοποίησε η ίδια ως μάρτυρας επί του τεκμηρίου 48, καθώς επίσης και στις συνθήκες σύνταξης του, ξεκαθαρίζοντας ότι υπογράφτηκε και από τον πρώτο κατηγορούμενο ως εγγυητής της εταιρείας, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ως προς το ταυτόχρονο των υπογραφών στο τεκμήριο 48, λέγοντας ότι οι υπογραφές τέθηκαν ταυτόχρονα από τα άτομα που ανέφερε, τα χρήματα δόθησαν στον πρώτο κατηγορούμενο, κάνοντας κάποιες αναφορές στην έκταση που γνώριζε στο πως καταβλήθηκαν και στην διαδικασία που ακολουθείται. Αναφέρθηκε στην επίσκεψη της στα υποστατικά της εταιρείας που έλαβε το δάνειο και τι αντιλήφθηκε στον χώρο, καθώς επίσης και τι ανέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος, αναφέρθηκε επίσης στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 45, στο πως πληροφορήθηκε ότι η εταιρεία δεν εξυπηρετούσε το δάνειο και ότι δεν αγοράστηκαν τα λεωφορεία από την Κίνα, καθώς επίσης και στο πως πληροφορήθηκε για την εγγραφή της υποθήκης. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πιο πάνω μάρτυρος, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο και αυτός επέλεξε όπως παραμείνει σιωπηλός και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Βεβαίως έχει κατατεθεί εκ συμφώνου, όχι όμως και για την αλήθεια του περιεχομένου, η κατάθεση του αποβιώσαντα εκπροσώπου της τράπεζας, με την συνοδεία όμως κοινής δήλωσης ως παραδεκτό γεγονός ότι το τεκμήριο 33 είναι το έγγραφο που ο εν λόγω εκπρόσωπος είχε συμβληθεί με το κτηματολόγιο για διεκπεραίωση της εργασίας που του έχει ανατεθεί και που κάνει αναφορά στο τεκμήριο 51 στην τρίτη σελίδα στην 13η γραμμή. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, σχετικά είναι τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. Από το λεκτικο των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  1. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  2. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  3. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  4. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Ως προς την νομική πτυχή που διέπει τα αδικήματα νομιμοποίησης και συγκάλυψης, κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης, οι επίμαχες διατάξεις είχαν ως ακολούθως: ΄΄ 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε µορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιµοποιεί τέτοια περιουσία˙ διαπράττει αδίκηµα τιµωρούµενο µε φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και µε φυλάκιση πέντε ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) ∆εν έχει καµιά σηµασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκηµα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών ∆ικαστηρίων· (β) τα αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικηµάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικηµάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις. Κοινός πυρήνας των πιο πάνω νομοθετικών ρυθμίσεων, είναι το ότι ως συστατικό στοιχείο είναι η γνώση από τον αδικοπραγούντα ότι το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, προέρχεται από αδίκημα που εμπίπτει στην εφαρμογή του πιο πάνω νόμου και κατ΄ επέκταση ο αδικοπραγών να το αποκτά ή να το κατέχει ή να το χρησιμοποιεί το εν λόγω χρηματικό ποσό. Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας, σχετικά είναι τα άρθρα 331 και 333(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπου προνοούν τα ακόλουθα: <<
  1. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης>>. <<
  2. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα>> Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι:
  3. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου
  4. Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Αναφορικά με το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που αφορά το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος>>. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. <<Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)>>. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν πχ είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα πηγάζουν από την εν λόγω αξιολόγηση. Κατ΄ αρχήν θα πρέπει ευθύς εξ΄ αρχής να τονιστεί, ότι με βάση το κατηγορητήριο, οι ψευδείς παραστάσεις που καταλογίζονται στον πρώτο κατηγορούμενο δεν είναι στο ότι δεν χρησιμοποιήθηκε το ποσό του δανείου για την αγορά λεωφορείων και ότι αυτό χρησιμοποιήθηκε για άλλον σκοπό ως ήταν μέρος της προσφερθείσας μαρτυρίας η οποία θα αξιοογηθεί πιο κάτω, αλλά οι ψευδείς παραστάσεις είναι ως αυτές αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 1, το Δικαστήριο παρακολουθώντας την μάρτυρα μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, κρίνει ότι προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με απώτερο σκοπό να πει την αλήθεια, ως μια εκ των ανακριτών της παρούσας υπόθεσης. Δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο, παράτυπο, ύποπτο ή μεροληπτική στάση στην μάρτυρα είτε ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων της, είτε ως προς την δια ζώσης της μαρτυρία και ούτε η αξιοπιστία της έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Περιέγραψε με σαφήνεια και πληρότητα όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, χωρίς προσφυγή στην ασάφεια, υπερβολή ή ψεύδος και η οποιαδήποτε αναφορά της στο ότι δεν θυμόταν κάτι, δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε προσπάθεια της να αποκρύψει την αλήθεια, αλλά απεναντίας ενισχύει την αντικειμενικότητα της. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 2 και αυτός με την σειρά του άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και κυρίως απλότητα, εκείνα τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και μέσα από την έρευνα που διεξήγαγε, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν ότι το έγγραφο που είχε εντοπίσει στο γραφείο του δεν ήταν γνήσιο, διότι ο αριθμός παρέπεμπε σε υποθήκη που ήδη έχει δοθεί. Επεξήγησε επίσης πλήρως και διαφώτισε το Δικαστήριο όσον αφορά την διαδικασία που ακολουθείται για να εγγραφεί μια υποθήκη και δεν έχει εισέλθει σε ζητήματα που αφορούν καθήκοντα άλλων ατόμων και ούτε μετουσίωσε τον εαυτό του σε αυτόπτη ή αυτήκοο μάρτυρα γεγονότων των οποίων δεν γνώριζε, επιβεβαιώνοντας και αυτός την αντικειμενικότητα του. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ. 3 και αυτή με την σειρά της άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρέθεσε και αυτή με την σειρά της εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, έστω και στην περιορισμένη εμπλοκή της και χωρίς να διαπιστωθεί οποιαδήποτε προκατάληψη εκ μέρους της, παρατυπία ή υποψία ως προς την αξιοπιστία ή τα κίνητρα της. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 3 ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ. 4 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι στην δια ζώσης της μαρτυρία, έπεισε το Δικαστήριο για την φιλαλήθεια, αντικειμενικότητα και αμεροληψία της και διαφώτισε πλήρως το Δικαστήριο ως προς το που έλαβε χώρα η πλαστογράφηση της υπογραφής της, χωρίς να διακρίνει το Δικαστήριο οποιαδήποτε εμπάθεια εκ μέρους της λόγω του ότι η υπογραφή της έχει πλαστογραφηθεί. Περιέγραψε με σαφήνεια και πληρότητα την διαδικασία που ακολουθείται για να εγγραφεί μια υποθήκη, καταδεικνύοντας έτσι την πλαστότητα της υποθήκης που επιχειρήθηκε να εγγραφεί και ότι ο αριθμός της υποθήκης είναι πλαστός, διότι ανταποκρίνεται σε άλλα στοιχεία, αντιπαραβάλλοντας τα τεκμήρια 10 και
  1. Με την αναφορά της Μ.Κ. 4 ως φαίνεται στην σελίδα 23 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 28/8/2018 ότι τα ακίνητα που περιέχονται στο τεκμήριο 10 που είναι το πλαστό περιέχονται στο γνήσιο έγγραφο που είναι το τεκμήριο 33 και συνεπώς παραμένει ο αριθμός που είναι ο πλαστός που αφορά άλλον ενυπόθηκο οφειλέτη, παρουσιάζεται μια μικροαντίφαση με την μαρτυρία της Μ.Κ. 3 επί αυτού του θέματος, που δεν επηρεάζει όμως την όλη μαρτυρία των Μ.Κ. 3 και 4, διότι η πλαστότητα της υπογραφής της Μ.Κ. 4 παραμένει, το ίδιο και ο αριθμός. Συνεπώς, το Δικαστήριο με τις πιο πάνω επισημάνσεις, αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 4 ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ. 5 επίσης άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με απώτερο σκοπό να διαφωτίσει το Δικαστήριο με σαφήνεια, πληρότητα, λεπτομέρεια, χωρίς υπεκφυγές, ασάφειες ή ψεύδη για το τι έχει περιέλθει στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, ρίχνοντας φως ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχουν συνταχθεί και υπογραφεί τα επίμαχα έγγραφα και ποιοι ήταν παρόντες και εμπλεκόμενοι, καθώς επίσης διαφώτισε πλήρως το Δικαστήριο για το τι έχει προηγηθεί της σύναψης δανείου και τα πρόσωπα που εμπλάκησαν σε αυτήν την διαδικασία. Η αναφορά της μάρτυρος ότι της έχουν υποδειχθεί νέα λεωφορεία στα υποστατικά της εταιρείας κατά την εκεί επίσκεψη της, έρχεται σε μερική αντίφαση με τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 6 και 7 επί αυτού του θέματος, οι οποίοι ανέφεραν ότι είδαν μόνο ένα μοντέλο λεωφορείου όπου θα γινόταν εισαγωγή από την Κίνα, όπου η θέση των Μ.Κ. 6 και 7 επί αυτού του θέματος, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστηριο, μέσα από την αξιολόγηση που ακολουθεί πιο κάτω των Μ.Κ. 6 και
  2. Αυτή η αντίφαση κρίνεται από το Δικαστήριο ως μικροαντίφαση, που δεν κλονίζει την αξιοπιστία της μάρτυρος, αλλά απεναντίας την ενισχύει, διότι αποκλείει τον προσχεδιασμό στην μαρτυρία της και εν πάση περιπτώση, το κατά πόσο έχουν ή όχι εισαχθεί τα λεωφορεία από την Κίνα, είναι ζήτημα είσσονος σημασίας, διότι οι ψευδείς παραστάσεις με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων δεν συνίσταντο στο ότι ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα παρουσίασαν ψευδώς στην τράπεζα ότι με το ποσό του δανείου θα εισήγαγαν λεωφορεία και δεν το έπραξαν, αλλά οι λεπτομέρειες των αδικημάτων άλλα αναφέρουν, ως πιο πάνω έχουν αναφερθεί. Ναι μεν μέρος του δανείου θα κάλυπτε τις κεφαλαιακές ανάγκες του δανείου και άλλο μέρος θα εξυπηρετούσε τον πιο πάνω σκοπό, πλην όμως ο πυρήνας της υπόθεσης είναι το σχετικό έντυπο Ν.271 και η όλη διαδικασία που έχει γίνει αναφορικά με την επίδικη υποθήκη στα ακίνητα που προσφέρθησαν ως εξασφάλιση, ως απαραίτητη προϋπόθεση για να εκταμιευθεί το δάνειο που απαίτησε η τράπεζα και που αποδέχθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος. Ούτε έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το παράτυπο ή το μεμπτό από πλευράς της μάρτυρος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και στην διαδικασία που προηγήθηκε της σύναψης συμφωνίας δανείου. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας περί μη υλοποίησης του σκοπού του δανείου, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αναφέρθησαν πιο πάνω. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 5 ως αληθή και αξιόπιστη. Η μαρτυρία του Μ.Κ. 6 ήταν η πιο μακρά από απόψεως διαδικασίας και πιο συγκεκριμένα από απόψεως αντεξέτασης από τους υπόλοιπους μάρτυρες υπεράσπισης, λόγω ακριβώς της λεπτομερούς μαρτυρίας του όσον αφορά την διαδικασία που ακολουθήθηκε τόσο πριν, όσο και μετά την εκταμίευση του δανείου. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης στην δια ζώσης του μαρτυρία μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα και το Δικαστήριο έχει σχηματίσει πολύ καλή εντύπωση για αυτόν τον μάρτυρα. Οι απαντήσεις του διακατέχονταν από σαφήνεια, λεπτομέρεια, πληρότητα, συνοχή και συνέχεια, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις, δεν προσέφυγε στην υπερβολή, στο ψεύδος ή στην ασάφεια με σκοπό να αποκρύψει την αλήθεια ή να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε και παρά την σφοδρή αντεξέταση που υπέστη, η αξιοπιστία του δεν επλήγηκε, αλλά απεναντίας ενισχύθυκε. Δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το μεμπτό στον μάρτυρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως λειτουργός στην τράπεζα που εκταμίευσε το δάνειο, είτε πριν, είτε μετά την εκταμίευση του δανείου, είτε στην διαδικασία που προηγήθηκε της σύναψης συμφωνίας δανείου, πείθωντας το Δικαστήριο ότι ο ίδιος, όσο και η τράπεζα γενικότερα, ενήργησε με βάση τους κανονισμούς που ίσχυαν και απαίτησαν εκείνες τις πληροφορίες και τα εχέγγυα που θα εξασφάλιζαν την βιωσιμότητα του δανείου, μια εκ των οποίων είναι η παραχώρηση πρώτης προτεραιότητας υποθήκη σε ακίνητα τα οποία να ήταν απαλλαγμένα από άλλα εμπράγματα βάρη, που αυτός είναι και ο πυρήνας της παρούσας υπόθεσης, διότι έγκειται στο επίμαχο έντυπο Ν.271 που αφορά την εγγραφή υποθήκης σε ακίνητα. Ούτε έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση του μάρτυρα να αποκρύψει από την αστυνομία κατά την στιγμή λήψης της κατάθεσης του οποιοδήποτε στοιχείο, απεναντίας παρέθεσε στην αστυνομία εκείνα τα έγγραφα που έριχναν φως για το τι έχει προηγηθεί της έγκρισης του δανείου και πληροφόρησε την αστυνομία, αλλά και μέσα από την μαρτυρία του, ότι περιήλθε στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως προς τα επιμαχα έγγραφα, ήτοι την συμφωνία δανείου και υποθήκης. Ούτε έχει διαπιστωθεί οποιαδήποτε παρατυπία στο γεγονός ότι δεν έχει αναζητηθεί νέα εκτίμηση για τα ακίνητα, διότι είναι λογικό από την στιγμή που απαιτήθηκε να είναι τα ακίνητα απαλλαγμένα από οποιανδήποτε επιβάρυνση έτσι ώστε να εκταμιευθεί το δάνειο, έχουσα η τράπεζα πρώτη προτεραιότητα σε αυτά, προϋπόθεση η οποία κρίνεται ως εύλογη και που έχει γίνει αποδεκτή από τον πρώτο κατηγορούμενο. Στην μαρτυρία του Μ.Κ. 6 υπάρχει μια μικροαντίφαση με τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 5 και 7 ως προς την ημερομηνία που υπογράφτηκαν τα έγγραφα για να συναφθεί η συμφωνία δανείου, καθ΄ ότι ο Μ.Κ. 6 αναφέρει ότι αυτά υπογράφτηκαν στις 8/7/09, ενώ οι Μ.Κ. 5 και 7 τοποθετούν χρονικά την υπογραφή των εγγράφων στις 19/7/09, ημερομηνία την οποία αποδέχεται ως ορθή και αληθή, έχοντας υπ΄ όψη την γενικότερη εικόνα των μαρτύρων Μ.Κ. 5 και 7 που ήταν παρούσες κατά την στιγμή που υπογράφονταν ενώπιον τους τα έγγραφα και είναι πολύ λογικό να το θυμούνται καλύτερα, σε αντίθεση με τον Μ.Κ. 6 που υπέγραψε αργότερα τα εν λόγω έγγραφα, λόγω και της συνάντησης που είχε στις 19/7/09 σε άλλο τμήμα της τράπεζας. Η εναπόθεση της υπογραφής του σε μεταγενέστερο στάδιο της ίδιας ημέρας δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ως μοιραία παρατυπία, διότι ο μάρτυρας επεξήγησε οτι αυτό επιτρεπόταν από τις διαδικασίες που τηρούνταν στην τράπεζα και που εν πάση περιπτώση, οι Μ.Κ. 5 και 7 επεξήγησαν πλήρως τις συνθήκες που αυτά υπεγράφησαν, ιδίως δε η Μ.Κ. 7, ως θα αναφερθεί πιο κάτω και εν πάση περιπτώση, ο Μ.Κ. 6 είδε τα εμπκλεκόμενα μέρη στην τράπεζα κατά την ημέρα που αυτά υπογράφησαν και έπεισε το Δικαστήριο με την αναφορά του ότι ήταν βέβαιος ότι υπογράφτηκαν εκείνη την ημέρα, που ήταν η 19/7/09 ως αποκρυσταλλώθηκε μέσα από τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 5 και
  3. Ο μάρτυρας επίσης ήταν πλήρως διαφωτιστικός αναφορικά με την φύση της συμφωνίας δανείου, ήτοι ότι ήταν παρατράβηγμα, έχοντας υπ΄ όψη τους όρους της συμφωνίας και τον τρόπο πληρωμής, αν και ο χαρακτηρισμός της συμφωνίας ως δάνειο ή παρατράγηγμα είναι είσσονος σημασίας, διότι πολύ απλά το συστατικό στοιχείο των αδικημάτων είναι η απόσπαση των χρημάτων με τις ψευδείς παραστάσεις, ασχέτως εάν αφορούσε δάνειο ή παρατράβηγμα, όπου ο μάρτυρας ήταν πλήρως κατατοπιστικός και διαφωτιστικός ως προς τα ποσά που έχουν δοθεί, τον τρόπο και τον χρόνο που έχουν δοθεί, που έχουν δοθεί, τι χρεώσεις έγιναν και τι ποσά δεν δόθησαν, τα οποία το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητα τους. Για σκοπούς αναφοράς και μόνο στο κείμενο της απόφασης θα αναφέρεται ως δάνειο, παρ΄ όλο που από απόψεως τεχνικού χαρακτηρισμού είναι παρατράβηγμα, ως αποδέχεται το Δικαστήριο την μαρτυρία του Μ.Κ. 6 και ο κοινός παρονομαστής είναι η απόσπαση χρημάτων από την τράπεζα. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας περί μη χρησιμοποίησης του ποσού του δανείου για τον επιχειρηματικό σκοπό, ήτοι την αγορά λεωφορείων, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αναφέρθησαν πιο πάνω, η δε αναφορά του μάρτυρα ότι κατά την επίσκεψη του στα υποστατικά της εταιρείας είδε ένα μοντέλο λεωφορείου, κρίνεται ως αξιόπιστη από το Δικαστήριο και επιβεβαιώνεται και από την Μ.Κ.
  4. Εν πάση περιπτώση όμως, ο πυρήνας της υπόθεσης είναι η εξασφάλιση του δανείου με τις ψευδείς παραστάσεις όπως φαίνονται στο κατηγορητήριο και που έχουν ως επίκεντρο το επίμαχο έντυπο Ν.271, με την πλαστογράφηση αυτού, του λανθασμένου αριθμού εγγραφής υποθήκης, την πλαστογράφηση της υπογραφής της Μ.Κ. 4 και την συμπερίληψη ακινήτων που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και στα συμφωνηθέντα με την τράπεζα όπως αποκρυσταλλώθηκαν με την αλληλογραφία που προηγήθηκε, ασχέτως του πότε θα ήταν πληρωτέο το δάνειο, ως εισηγήθηκε και προέβαλε η υπεράσπιση μέσω των υποβολών και της αγόρευσης, διότι το ζητούμενο ήταν η εξασφάλιση του ποσού με τις εν λόγω ψευδείς παραστάσεις και την σύνταξη του επίμαχου εντύπου Ν. 271 με πλαστογραφημένο περιεχόμενο. Ο μάρτυρας δεν δίσταζε να αναφέρει ότι κάτι δεν θυμόταν ή δεν γνώριζε, παραπέμποντας σε άλλο ή άλλα τμήματα της τράπεζας και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ως λογικό και ως ένδειξη αντικειμενικότητας εκ μέρους του μάρτυρα. Επίσης κρίνεται ως λογική, πειστική, αληθή και αξιόπιστη η αναφορά του μάρτυρα ότι η επικοινωνία μεταξύ της εταιρείας και της τράπεζας και ιδίως η αλληλογραφία που υπογράφεται από τον πρώτο κατηγορούμενο ήταν στην Αγγλική γλώσσα και ότι αυτή ήταν κατανοητή και συνεπώς η οποιαδήποτε αμφισβήτηση επί αυτού του θέματος με την υποβολή σχετικών θέσεων παρέμεινε αναπόδεικτη και μετέωρη, χωρίς αντίκρυσμα σε σχετική αξιόπιστη μαρτυρία. Το ότι δεν ήρθε σε επικοινωνία με το υπουργείο συγκοινωνιών και έργων ή με την Κινεζική εταιρεία με την οποία η εταιρεία που χρηματοδοτήθηκε σύναψε συμφωνία για εισαγωγή λεωφορείων για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα από την εταιρεία που χρηματοδοτήθηκε ως προς το σχέδιο εισαγωγής λεωφορείων, ασφαλώς και δεν επηρεάζουν την όλη διαδικασία δανείου και ούτε θα υπήρχε οποιοσδήποτε αντίκτυπος ή βαρύτητα στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπ΄ όψη τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση κατηγοριών και κατ΄ επέκταση των επιδίκων θεμάτων ως πιο πάνω αναφέρθηκαν. Με τις πιο πάνω επισημάνεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ. 7 άφησε και αυτή με την σειρά της θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Αυτή η μάρτυρας με την θετική, σταθερή, βέβαιη, λεπτομερή και άκρως κατατοπιστική μαρτυρία της, συμπλήρωσε το παζλ που η κατηγορούσα αρχή έκτισε το οικοδόμημα της, συνθέτοντας την όλη πλοκή γεγονότων και την εμπλοκή του πρώτου κατηγορούμενου στα υπό εξέταση ποινικά αδικήματα. Περιέγραψε με άμεσο και πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές, ασάφειες ή ψεύδη για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχουν συνταχθεί τα επίμαχα έγγραφα, την εμπλοκή της ίδιας και τους παρόντες κατά την υπογραφή αυτών. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας όσον αφορά την διαπίστωση της ενός μόνο μοντέλου λεωφορείου στις εγκαταστάσεις της εταιρείας, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αναφέρθησαν πιο πάνω στις αξιολογήσεις των Μ.Κ. 5 και 6, με την εξής επισήμανση, ήτοι ότι η Μ.Κ. 7 επιβεβαιώνει την μαρτυρία του Μ.Κ.
  5. Τα όσα ανέφερε περί μη χρησιμοποίησης του δανείου για αγορά των λεωφορείων ισχύουν τα ίδια που αναφέρθησαν πιο πάνω με την εξής επιπρόσθετη επισήμανση, ήτοι ότι η επίδικη συμφωνία στη παράγραφο τρία, πράγματι γίνεται αναφορά για τον εν λόγω επιχειρηματικό σκοπό, αλλά γίνεται αναφορά ότι το δάνειο θα καλύψει και κεφαλαιουχικές ανάγκες της εταιρείας. Η αναφορά της μάρτυρος ότι από ότι γνωρίζει δόθηκε όλο το ποσό του δανείου, κρίνεται από το Δικαστήριο ως μικροαντίφαση με την μαρτυρία του Μ.Κ. 6, διότι επί αυτού του θέματος υπήρξε άκρως διαφωτιστική και λεπτομερής η μαρτυρία του Μ.Κ. 6 με εύστοχη και λεπτομερή παραπομπή επί του τεκμηρίου 49, όπου και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 6 επί αυτού του θέματος και το ποσό που πραγματικά δόθηκε στην εταιρεία, μέσω του τραπεζικού λογαριασμού που είχε στον έλεγχο του ο πρώτος κατηγορούμενος καταγράφεται λεπτομερώς πιο κάτω στα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και που έχουν ως υπόβαθρο την μαρτυρία του Μ.Κ. 6 επί αυτού του θέματος. Το γεγονός ότι υπάρχει κάποια χρονική απόκλιση στις ημερομηνίες που αναγράφονται στο τεκμήριο 48 και πιο συγκεκριμένα προηγείται η ημερομηνία του εφόρου χαρτοσήμων, ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα του εγγράφου, διότι δεν τίθεται ζήτημα ανεπάρκειας της χαρτοσήμανσης αυτού αφενός και αφετέρου, ήδη το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστη την τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία με βάση την οποία το επίμαχο έντυπο Ν.271 είναι πλαστό, έχοντας υπ΄ όψη τον αριθμό της υποθήκης, την πλαστογραφημένη υπογραφή της Μ.Κ. 4 και το περιεχόμενο του όσον αφορά τα στοιχεία που αυτό περιέχει για τα ακίνητα και τα πρόσωπα που αναγράφονται ως πιστωτής και οφειλέτης. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 7 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς το τεκμήριο 51, δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το πρόσωπο που έδωσε την εν λόγω κατάθεση - τεκμήριο 51 έχει αποβιώσει και τέθηκε στο Δικαστήριο ως η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Εν τούτοις όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις δεν θα ήταν ασφαλές επιχείρημα να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα μέσα από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, όχι μόνο λόγω του η πλευρά της υπεράσπισης δεν θα μπορούσε να το αμφισβητήσει μέσω αντεξέτασης, αλλά και επειδή το Δικαστήριο θα εξάξει εκείνα τα ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα μέσα από την αξιολογηθείσα μαρτυρία, όπου η εμπλοκή του εν λόγω ατόμου άπτεται κυρίως του ζητήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, ζήτημα το οποίο έχει αποκρυσταλλωθεί, μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα και συμπεράσματα που ακολουθούν, διότι ως προς την σύνταξη των εγγράφων και την γνώση του πρώτου κατηγορουμένου και κυρίως την συνέργεια του, το Δικαστήριο έχει ξεκάθαρη εικόνα, η οποία αποτυπώνεται στα ευρήματα και συμπεράσματα που ακολουθούν. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση και την αποδοχή της μαρτυρίας που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή στην ολότητα της, με τις επισημάνσεις βεβαίως που έγιναν, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα και κατά πόσο καλύπτουν τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων, ως αυτά έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα και από τις λεπτομέρειες των εκθέσεων των αδικημάτων. Κατ΄ αρχήν, τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν αυτολεξεί τα περιεχόμενα τους. Επιπρόσθετα, αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου τα πιο κάτω: Ο πρώτος κατηγορούμενος, όντας διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας VIAMAX GROUP LTD, αιτήθηκε τραπεζικής διευκόλυνσης από την τράπεζα FBME BANK LTD, όπου στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης και της διαδικασίας που ακολούθησε μέχρι την έγκριση του δανείου, συμμετείχε τόσο ο ίδιος, όσο και ο κ. ΧΧΧΧΧ Σιακόλας. Η τράπεζα απαίτησε ως εμπράγματη εξασφάλιση ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία να είναι απαλλαγμένη από οποιανδήποτε επιβάρυνση, ήτοι η τράπεζα να έχει πρώτη επιβάρυνση, λόγω του ότι παρουσιάστηκε στην τράπεζα εκτίμηση των ακινήτων, όπου διαπιστώθηκε ότι τα ακίνητα είχαν δεχθεί επιβάρυνση προς όφελος άλλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Ο όρος αυτός έχει γίνει αποδεκτός από τον πρώτο κατηγορούμενο, δια μέσου επιστολής που υπογράφτηκε από τον ίδιο ημερομηνίας 22/6/09, όπως διαφαίνεται μέσα από τα τεκμήρια 36 και 44 τα οποία είναι ταυτόσημα μεταξύ τους. Στις 8/7/09, ο πρώτος κατηγορούμενος εξουσιοδοτήθηκε από την εταιρεία VIAMAX GROUP LTD όπως υπογράψει την συμφωνία δανείου με την πιο πάνω τράπεζα, ως φαίνεται και μέσα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  6. Στις 19/7/09, ο κατηγορούμενος, μαζί με τον ΧΧΧΧΧ Ευαγόρου, την ΧΧΧΧΧ Νεοκλέους, μετέβησαν στην τράπεζα, όπου υπόγραψαν την συμφωνία δανείου, ήτοι το τεκμήριο 45, την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος υπέγραψε ως εγγυητής της πιο πάνω εταιρείας, όντας ταυτόχρονα και διευθυντής της. Ανάμεσα στα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στην τράπεζα και που η τράπεζα έλαβε υπ΄ όψην της για να αποδεσμεύσει το χρηματικό ποσό του δανείου, ήταν και το έντυπο Ν.271, που έφερε ως αριθμό υποθήκης Υ5598/09, ο οποίος αριθμός είναι πλαστογραφημένος και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διότι αυτός αριθμός ήδη δόθηκε και αφορούσε άλλη συμφωνία δανείου, διότι το γνήσιο έντυπο Ν.271 με τον αριθμό υποθήκης Υ5598/09 είναι το τεκμήριο 17 και όχι αυτό που εντοπίστηκε στο κτηματολόγιο από τον Μ.Κ. 2 και που παρουσιάστηκε στην τράπεζα. Το εν λόγω πλαστογραφημένο έντυπο, έφερε πλαστογραφημένη υπογραφή της Μ.Κ. 4, διότι η Μ.Κ. 4 δεν αναγνώρισε την υπογραφή της σε αυτό το έγγραφο και ούτε επιθεώρησε και ούτε το έλεγξε. Το πλαστογραφημένο έντυπο φέρει και την υπογραφή πρώην κατηγορούμενης
  7. Μαζί με το πλαστογραφημένο έντυπο Ν.271 που κυκλοφόρησε στο κτηματολόγιο αφου το εντόπισε ο Μ.Κ. 2, πέραν δηλαδή της τράπεζας όπου κυκλοφόρησε στις 19/7/09, ήταν και η απόδειξη με αριθμό 368301, όπως διαφαίνεται μέσα από τα τεκμήρια 10 και 11, όπου αντίγραφα αυτών είναι τα τεκμήρια 29 και 30 αντίστοιχα και που έχει αναγνωρίσει και εντοπίσει ο Μ.Κ.
  8. Το πλαστογραφημένο έντυπο Ν.271 ναι μεν δεν φέρει την υπογραφή του πρώτου κατηγορούμενου, αλλά ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτό ήταν πλαστό και ότι αυτό κυκλοφόρησε στο κτηματολόγιο και στην τράπεζα και ουσιαστικά ως συνεργός, είναι και συναυτουργός δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, με τον ΧΧΧΧΧ Ευαγόρου, την ΧΧΧΧΧ Νεοκλέους και την πρώην τρίτη κατηγορούμενη, διότι από την στιγμή που αποδέχθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος να προσφερθούν ακίνητα προς όφελος της τράπεζας ακίνητα σε πρώτη προτεραιότητα και χωρίς επιβαρύνσεις προς όφελος άλλης τράπεζας και ήταν εξουσιοδοτημένος να υπογράψει την συμφωνία δανείου με αυτόν τον όρο τον οποίο και αποδέχθηκε και παρά ταύτα να παρουσιάζεται το πλαστογραφημένο έντυπο Ν.271 στην τράπεζα και στο κτηματολόγιο για να εκταμιευθεί το δάνειο και ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την υπογραφή των εγγράφων στην τράπεζα, είναι απολύτως λογικό και αναμενόμενο ο πρώτος κατηγορούμενος να είχε γνώση των πιο πάνω, έχοντας ταυτόχρονα και την ευθύνη με βάση την εξουσιοδότητση που είχε να συναφθεί το δάνειο με τον πιο πάνω όρο και ο πρώτος κατηγορούμενος δεν αντέδρασε με την παρουσίαση του πλαστογραφημένου εντύπου, καταδεικνύοντας έτσι την ένοχη διάνοια του και την ενεργή συμμετοχή του στις ψευδείς παραστάσεις ως προς το γνήσιο του εντύπου Ν.271, του αριθμού της υποθήκης Υ5598/09, της υπογραφής της Μ.Κ. 4 και γενικά του περιεχομένου του. Η πιο πάνω τράπεζα έδωσε πίστη στο πλαστογραφημένο έντυπο Ν.271 και εκταμίευσε το δάνειο, όπου από το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ που ήταν η συμφωνία, οι €10,000 ήταν αμοιβή της τράπεζας, €50,000 δεν έχουν δοθεί, και από τις υπόλοιπες € 940,000, δόθησαν στην εταιρεία VIAMAX GROUP LTD σε λογαριασμό που κατείχε και χειριζόταν ο πρώτος κατηγορούμενος το συνολικό ποσό των € 939,274,81, αφού δεν δόθηκε το ποσό των € 725,81 ως φαίνεται στο τεκμήριο 49 ως έξοδα της τράπεζας. Με την κατάθεση του πιο πάνω ποσού, ουσιαστικά συνελέστηκαν και τα αδικήματα της νομιμοποίησης εσόδων και της συγκάλυψης, διότι ο πρώτος κατηγορούμενος έλαβε αυτά τα ποσά, γνωρίζοντας για το πλαστογραφημένο έντυπο Ν.271 και την κυκλοφορία αυτού στην τράπεζα και στο κτηματολόγιο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, την αξιολόγηση που έγινε και τα ευρήματα και συμπεράσματα που εξήχθησαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων ως αυτά αναλύθηκαν και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Συνωμοσία, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, νομιμοποίηση εσόδων, συγκάλυψη, πλαστογραφία, κυκλοφορία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.