Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αθανασιάδης, Αρ. Υπόθεσης: 22528/15, 6/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22528/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. XXXXX Αθανασιάδης Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 6 Φεβρουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 8.7.15 στην οδό Ελλάδος στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα, απόφυγε να παράσχει δείγμα εκπνοής για τη διενέργεια τελικής εξέτασης για έλεγχο αλκοόλης χωρίς εύλογη αιτία (2η κατηγορία)[1]. Προς απόδειξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρα τον Αστ. XXX (ΜΚ1). Η μαρτυρία του μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 8.7.15 (Τεκμήριο 1). Στις 8.7.15 και ώρα 01:30 διενεργούσε έλεγχο αλκοόλης. Ανέκοψε για έλεγχο το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Διαπίστωσε ότι η εκπνοή του μύριζε αλκοόλη. Αφού τον πληροφόρησε ότι είναι υπόχρεος να δώσει δείγμα εκπνοής, τον υπέβαλε σε προκαταρκτικό έλεγχο σε συσκευή, η οποία είναι δεόντως πιστοποιημένη (Τεκμήριο 2). Η ένδειξη ήταν 31mg αντί 22mg. Αφού τον πληροφόρησε για το αποτέλεσμα, τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα. Του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και απάντησε: «Πίνω από τα δεκαέξι». Ακολούθως, οδηγήθηκε στο Τμήμα Τροχαίας. Τον πληροφόρησε ότι θα υποβληθεί σε τελική εξέταση. Του επεξήγησε τη χρήση της συσκευής, ότι είναι υπόχρεος να δώσει δείγμα και ότι τυχόν άρνηση ή παράλειψή του συνιστά ποινικό αδίκημα. Ο κατηγορούμενος απάντησε: «Εντάξει». Στις 1:49 υποβλήθηκε σε τελικό έλεγχο σε συσκευή, η οποία είναι δεόντως πιστοποιημένη (Τεκμήριο 3). Το δείγμα ήταν μη ικανοποιητικό (Τεκμήρια 4 και 5). Ανέφερε στον κατηγορούμενο το αποτέλεσμα, ότι διαπράττει αδίκημα και ότι θα προσαχθεί ενώπιον Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος απάντησε: «Η μηχανή είναι χαλασμένη». Οι συσκευές λειτουργούσαν κανονικά. Ο κατηγορούμενος για τρεις συνεχόμενες φορές δεν φύσηξε το χρόνο που χρειάζεται η συσκευή για να λάβει το δείγμα εκπνοής. Και αυτό παρόλο που ο ΜΚ1 του επεξήγησε ότι θα πρέπει να φυσήξει μέχρι να γεμίσουν όλα τα πράσινα κουτάκια που έβλεπε στην οθόνη της συσκευής. Ταυτόχρονα, τον παρότρυνε λέγοντάς του συνέχεια να φυσά μέχρι να τελειώσει. Μετά την εκτύπωση του αποτελέσματος ως «ανεπαρκές δείγμα», δεν μπορούσε να διενεργηθεί εκ νέου έλεγχος καθότι αυτό θα έδιδε την ευκαιρία νέας εξέτασης μετά από την πάροδο χρόνου με σκοπό να εξασφαλιστεί διαφορετικό αποτέλεσμα. Σε σχέση με το περιστατικό, ο κατηγορούμενος υπόβαλε παράπονο στον Διευθυντή Τροχαίας Λεμεσού (Τεκμήριο 6). Ο ΜΚ1 συνέταξε σχετική αναφορά (Τεκμήριο 7). Με επιστολή του, ημερ. 22.7.15, η Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι έχει το δικαίωμα να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 8). Πριν την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι μηχανές προκαταρκτικού και τελικού ελέγχου αλκοόλης λειτουργούσαν κανονικά. Στη βάση αυτού, η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι δεν θα προσκομίσει άλλο μάρτυρα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία. Η μαρτυρία του μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η συμπεριφορά του ΜΚ1 ήταν ανεπαρκής ή με απώτερους στόχους. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς το τι εννοεί με τη φράση «απώτερους στόχους», απάντησε: «Να σας εξηγήσω. Δύο αστυνομικοί συνέλαβαν δύο ανθρώπους στο δρόμο με αρχική ένδειξη πάνω από το κανονικό. Όταν πήγαμε στο αστυνομικό τμήμα για να δώσουμε την τελική ένδειξη, ο άλλος ύποπτος αφέθηκε ελεύθερος. Άρα θεωρώ ότι κάποιον έπρεπε να κατηγορήσουν για να μην πηγαίνει τζάμπα και η βόλτα που κάνουν στους δρόμους. Γι' αυτό θεωρώ ότι, είτε σκόπιμα είτε με κάποιον τρόπο, ήθελε σώνει και καλά να με κατηγορήσει.». Για τη μη παροχή ικανοποιητικού δείγματος, θεωρεί ότι ίσως να φέρει μερίδιο ευθύνης επειδή δεν φύσηξε παρατεταμένα. Ο ΜΚ1 έχει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης γιατί δεν του είπε ότι έπρεπε να φυσήξει παρατεταμένα. Ανέφερε ότι δεν αντιλαμβάνεται γιατί δεν μπορούσε να υποβληθεί εκ νέου σε τελικό έλεγχο. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι η συζύγος του στον αστυνομικό σταθμό ήταν εριστική και προκλητική. Σε υποβολή ότι η σύζυγός του απείλησε τους αστυνομικούς ότι θα δώσει τα στοιχεία τους σε Αστυνόμο, τον οποίο κατονόμασε, για να τους μεταθέσει, απάντησε: «Αυτό μου ακούγεται εξωπραγματικό, μόνο σε ταινίες το έχω δει, εγώ δεν ξέρω έτσι πράγμα». Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Επεξήγησε λεπτομερώς τις ενέργειες του από τη στιγμή που ανέκοψε το όχημα του κατηγορούμενου για έλεγχο μέχρι την απόλυσή του, καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια. Με πληρότητα και σαφήνεια περιέγραψε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Παρά την επίμονη αντεξέταση σε ορισμένα σημεία, δεν διαπιστώθηκε προσπάθεια παραποίησης γεγονότων ή προκατάληψης. Από τη σαφή και θετική μαρτυρία του, προκύπτει ότι επιχείρησε να παρουσιάσει με αντικειμενικό τρόπο τις διαπιστώσεις του. Συνεπώς, η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου παρουσιάζει αδυναμίες σε βαθμό που δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σ' αυτή. Ήταν η θέση του, όταν ο ΜΚ1 ήταν στα αρχικά στάδια της κυρίως εξέτασης και απαντούσε σε ερωτήσεις της κατηγορούσας αρχής, ότι: «Προκαταρκτικό έλεγχο μου έκανε άλλος αστυνομικός και ο κύριος ήταν στη γωνία και έκανε το τσιγαράκι του. Άλλος αστυνομικός μου έκανε τον προκαταρκτικό έλεγχο. Απλώς αμφισβητώ ότι με πλησίασε ο μάρτυς και μου έκανε τον προκαταρκτικό έλεγχο». Στο τέλος της αντεξέτασης του ΜΚ1, αυτοαναιρέθηκε: Μάρτυρας (προς κατηγορούμενο): Δεν καπνίζω, κύριε Αθανασιάδη, όπως είπατε πριν ότι ήμουν στη γωνία και έκανα το τσιγαράκι μου. Ούτε εγώ καπνίζω ούτε ο συνάδελφος. Κατηγορούμενος: Διορθώνω, δεν τον είδα να ανάβει τσιγάρο. Εγώ δεν λέω ποτέ ψέματα. Ο άλλος συνάδελφος μου έκανε τον έλεγχο και ο [MK1] ήταν στη γωνία και του λέει «Έλα πάρε τον μέσα» και ήρθε και με πήρε μέσα. Εντάξει, αποσύρω ότι κάπνιζε τσιγαράκι. ΟΚ, έχει δίκαιο ο άνθρωπος. Θεωρώ ότι οι δύο διαφορετικές εικόνες που επιχείρησε να παρουσιάσει για τον ΜΚ1, ειδικά σε μια ουσιαστική πτυχή της εκδοχής του, πλήττουν την αξιοπιστία του. Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε για τη συμπεριφορά των αστυνομικών: «.ήταν ψυχρή και απόμακρη θα έλεγα, όχι προσβλητική, αλλά ψυχρή και απόμακρη, καθόλου ευγενική, πώς αλλιώς να το πω; Δεν λέω ότι υπήρξε εξύβριση κακή ή άλλη συμπεριφορά αλλά ήταν ψυχρή και απόμακρη, μονολεκτική, με ένα ύφος έτσι απόμακρο, χωρίς ευγένεια, χωρίς τίποτα». Αντίθετα, στην επιστολή του προς τον Διευθυντή Τροχαίας Λεμεσού (Τεκμήριο 6) αναφέρει ότι «η συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων, ξεκίνησε απότομη, συνέχισε επιθετική και κατέληξε προσβλητική». Η μαρτυρία του κατηγορούμενου παρουσιάζει αντιφάσεις και αδυναμίες σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν να αγνοηθούν, ειδικά στο θέμα της συμπεριφοράς και των ενεργειών του ΜΚ1. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: στις 8.7.15 και ώρα 1:30 ο ΜΚ1, ανέκοψε για έλεγχο το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι η εκπνοή του μύριζε αλκοόλη. Αφού τον πληροφόρησε ότι είναι υπόχρεος να δώσει δείγμα εκπνοής, υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης. Η ένδειξη ήταν 31mg αντί 22mg. Αφού τον πληροφόρησε για το αποτέλεσμα, τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα. Του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο. Ακολούθως, οδηγήθηκε στο Τμήμα Τροχαίας για τελική εξέταση. Στις 01:40 τον πληροφόρησε ότι θα τον υποβάλει σε τελική εξέταση. Του εξήγησε τη χρήση της συσκευής, ότι είναι υπόχρεος να δώσει δείγμα και ότι τυχόν άρνηση ή παράλειψή του συνιστά ποινικό αδίκημα. Ο κατηγορούμενος απάντησε: «Εντάξει». Υποβλήθηκε σε τελικό έλεγχο η ώρα 1:49 (Τεκμήριο 5). Επεξήγησε στον κατηγορούμενο ότι θα πρέπει να φυσήξει μέχρι να γεμίσουν όλα τα πράσινα κουτάκια που έβλεπε στην οθόνη της συσκευής. Ταυτόχρονα, τον παρότρυνε λέγοντάς του συνέχεια να φυσά μέχρι να τελειώσει. Ο κατηγορούμενος δεν φύσηξε το χρόνο που χρειάζεται η συσκευή για να λάβει το δείγμα εκπνοής για τρεις συνεχόμενες φορές. Τότε, η συσκευή εκτύπωσε ως αποτέλεσμα «ανεπαρκές δείγμα». Δεν επιτρέπεται η διενέργεια νέου ελέγχου. Ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε το αποτέλεσμα, ότι διαπράττει αδίκημα και ότι θα προσαχθεί ενώπιον Δικαστηρίου. Απάντησε: «Η μηχανή είναι χαλασμένη». Οι συσκευές λειτουργούσαν κανονικά. Ο ΜΚ1 είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής συσκευών ελέγχου αλκοόλης. Όποιος, χωρίς εύλογη αιτία, αρνείται ή αποφεύγει με οποιοδήποτε τρόπο να δώσει δείγμα εκπνοής για τη διενέργεια τελικής εξέτασης αλκοόλης διαπράττει αδίκημα (άρθρο 7
(4)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου (Ν.174/86)). Εύλογη αιτία για την οποία πρόσωπο μπορεί να αρνηθεί να δώσει δείγμα εκπνοής θεωρείται η αιτία που σχετίζεται με ιατρικούς λόγους, η οποία πιστοποιείται από υπογραμμένη βεβαίωση ιατρικού λειτουργού (άρθρο 8
(1)). Η βεβαίωση θα πρέπει να επιδεικνύεται στον αστυνομικό όταν ζητείται η παροχή δείγματος εκπνοής ή το αργότερο εντός τριών ημερών. Σε αντίθετη περίπτωση, θα τεκμαίρεται ότι το πρόσωπο αυτό αρνήθηκε ή απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής χωρίς εύλογη αιτία (άρθρο 8
(2)). Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Αραμπίδη (Αρ. 1)
(2013)2 Α.Α.Δ. 713, με αναφορά στην αγγλική απόφαση R. v. Chapman [1969] 2 All E.R. 321, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται στο άρθρο 7
(4)του Νόμου το οποίο, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος που δημιουργεί, δεν περιορίζεται μόνο στην «άρνηση» του προσώπου που καλείται να δώσει δείγμα εκπνοής, αλλά και στην «αποφυγή» του να δώσει δείγμα. Δηλαδή, ενώ φαίνεται πως το περί ου ο λόγος πρόσωπο συνεργάζεται στο να δώσει δείγμα, εντούτοις η συνεργασία του δεν είναι γνήσια και κατά τη διαδικασία που ακολουθεί προσπαθεί και κατορθώνει με κάποιο τρόπο να μην δώσει δείγμα. [.] Καταλήγουμε, επομένως, ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η συσκευή λειτουργούσε κανονικά και ότι ο ΜΚ.3 προέβη σε όλους τους προκαταρκτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει - όπως και διαπίστωσε - την ορθότητα λειτουργίας της συσκευής, επρόκειτο για καθαρή υπόθεση ενοχής του εφεσίβλητου στο αδίκημα που του καταλογίστηκε και ανάλογη είναι και η απόφαση μας.» Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 31mg αντί 22mg. Δεκαεννέα λεπτά αργότερα (άρθρο 7
(1)), αφού του επεξηγήθηκε ο τρόπος λειτουργίας της συσκευής και ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να δώσει δείγμα εκπνοής δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα (άρθρο 7
(5)), υποβλήθηκε σε τελικό έλεγχο. Ο κατηγορούμενος δεν φύσηξε το χρόνο που χρειάζεται η συσκευή για να λάβει το δείγμα εκπνοής για τρεις συνεχόμενες φορές. Τότε, η συσκευή εκτύπωσε ως αποτέλεσμα «ανεπαρκές δείγμα». Η παράλειψη του κατηγορούμενου να προσκομίσει ιατρική βεβαίωση εντός της χρονικής προθεσμίας που θέτει ο Νόμος, δημιουργεί τεκμήριο ότι αρνήθηκε ή απόφυγε να δώσει δείγμα χωρίς εύλογη αιτία. Δηλαδή, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον κατηγορούμενο να ανατρέψει το τεκμήριο στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Μια από τις θέσεις που προέβαλε ήταν ότι δεν μπορούσε να φυσήξει παρατεταμένα μέχρι να συμπληρωθούν όλα τα πράσινα κουτάκια στην οθόνη της συσκευής επειδή καπνίζει για 40 χρόνια και οι πνεύμονες του είναι καταστραμμένοι. Ουδεμία ιατρική μαρτυρία προσκομίστηκε προς υποστήριξη της ύπαρξης εύλογης αιτίας και ανατροπή του τεκμηρίου. Οι λοιπές θέσεις του, δηλαδή ότι δεν του επεξηγήθηκε ο τρόπος λειτουργίας της συσκευής ή ότι έτυχε διαφορετικής μεταχείρισης από άλλο οδηγό ή ότι σκόπιμα ενήργησε η αστυνομία με σκοπό να τον κατηγορήσουν, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές αφού η μαρτυρία του έχει απορριφθεί. Η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη 2η κατηγορία. Συνεπώς, κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά: Τελική εξέταση δείγματος εκπνοής [1] Η 1η κατηγορία διακόπηκε από την κατηγορούσα αρχή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο