← Κύπρος

Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Κ. Γ., Αρ. Υπόθεσης: 3646/46, 28/3/2019

Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Κ. Γ., Αρ. Υπόθεσης: 3646/46, 28/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2019:2 ΣΤΟ MONIMO ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3646/46 Δ η μ ο κ ρ α τ ί α ν. Κ. Γ. Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 28 Mαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κος Ζαχαρίας Συμεού (κα Καραολίδου για ν' ακούσει ποινή) Για τον Κατηγορούμενο: κος Χρίστος Αδάμου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος μετά που ζήτησε άδεια να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 3, 4, 5 και 8 επί του κατηγορητηρίου. Ήτοι έχει βρεθεί ένοχος: Στην 1η κατηγορία, στο αδίκημα τέλεσης πράξης που σκοπεύει την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ήτοι ότι με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στον Ι.M. από το Τραχώνι, αποπειράθηκε παράνομα να τον πλήξει με τη χρήση κυνηγετικού όπλου. Στην 2η κατηγορία, στο αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5

(1)(α) και 51, ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 όπως τροποποιήθηκε, ήτοι ότι κατείχε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ, δηλαδή, ένα κυνηγετικό όπλο, χωρίς άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Στην 3η κατηγορία, στο αδίκημα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, κατά παράβαση των άρθρων 2, 28
(1)και 51, ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 όπως τροποποιήθηκε, ήτοι ότι μετέφερε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ, ένα κυνηγετικό όπλο, χωρίς άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Στην 4η κατηγορία, στο αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών άνευ αδείας του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 21/70, 27/78, 95
(1)/03 και 19
(1)/05 ήτοι ότι είχε στην κατοχή του 3 φυσίγγια κυνηγετικού όπλου, χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Στην 5η κατηγορία στο αδίκημα της εκκένωσης πυροβόλου όπλου εντός κατοικημένης περιοχής, κατά παράβαση του άρθρου 374(η) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, Νόμος 166/87 ήτοι ότι εσκεμμένα εκκένωσε πυροβόλο όπλο, δηλαδή, ένα κυνηγετικό όπλο, εντός της κατοικημένης περιοχής Τραχωνίου. Στην 8η κατηγορία στο αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 295 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ήτοι ότι διέρρηξε και εισήλθε στο Σύλλογο με την ονομασία «Πρόοδος» με σκοπό τη διάπραξη κλοπής. Αρχικά ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες 6 και 7 οι οποίες όμως αναστάληκαν υπό του Γενικού Εισαγγελέως. Όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στη Λεμεσό. Τα αδικήματα των κατηγοριών 1 μέχρι 5 διαπράχθηκαν την 07.03.2017 ενώ το αδίκημα της κατηγορίας 8, την 23.12.
  1. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών στις οποίες ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, είναι καταγεγραμμένα στη γραπτή έκθεση γεγονότων που κατατέθηκε στο Δικαστήριο αλλά και στα ό,σα ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής προφορικά προσέθεσε και βρίσκουν σύμφωνη την υπεράσπιση. Τα συνοψίζουμε׃ Στις 07.03.2017 και περί ώρα 12:20 μ.μ, ο ΜΚ 1 οδηγούσε το όχημα του στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου συγκρούστηκε ελαφριά με αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Μετά την σύγκρουση, ο ΜΚ1 και ο κατηγορούμενος κατέβηκαν από το αυτοκίνητό τους και ο τελευταίος, με επιθετική διάθεση, είπε στο ΜΚ1 «Σήκου φύε» και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του. Αυτός τού απάντησε, «Είσαι σοβαρός εχτύπησες μου το αυτοκίνητο τζιε πάεις να φύεις»; Ο κατηγορούμενος επιβιβάσθηκε τότε στο αυτοκίνητό του και ο ΜΚ1 κατευθύνθηκε προς το δικό του. Καθώς ο ΜΚ1 βρισκόταν ακόμη έξω από το αυτοκίνητό του, ο κατηγορούμενος τον προσέγγισε με το αυτοκίνητό του και σταμάτησε στη δεξιά πλευρά του. Ο ΜΚ1 τον είδε να τοποθετεί φυσίγγια μέσα σε ανοικτό κυνηγετικό όπλο που βρισκόταν στην θέση του συνοδηγού. Ο ΜΚ1 επιβιβάσθηκε τότε στο όχημα του και έφυγε από τον χώρο με αυξημένη ταχύτητα, με κατεύθυνση το χωριό Τραχώνι. Ο κατηγορούμενος τον ακολούθησε και σε κάποιο σημείο περίπου 300-400 μέτρα έξω από το χωρίο Τραχώνι και ενώ τα αυτοκίνητα του ΜΚ1 και κατηγορούμενου απείχαν 80 μέτρα περίπου το ένα από το άλλο, ο κατηγορούμενος έριξε ένα πυροβολισμό με σκοπό να πλήξει τόσο το αυτοκίνητο του ΜΚ1 όσο και να τραυματίσει τον ίδιο. Τα σφαιρίδια τα οποία εκτοξεύθηκαν συνεπεία του ως άνω πυροβολισμού έπληξαν το πίσω μέρος του οχήματος του ΜΚ
  2. Εν συνεχεία ο κατηγορούμενος ακολούθησε τον ΜΚ1 εντός του χωριού Τραχώνι όπου και έριξε ακόμη ένα πυροβολισμό, ο οποίος όμως δεν έπληξε το όχημα του ΜΚ
  3. αμέσως μετά εγκατέλειψε τη σκηνή. Ο ΜΚ1 κατήγγειλε το συμβάν στην Αστυνομία. Την ιδίαν ημέρα ο ΜΚ 4 παρέλαβε 3 μεταλλικά σφαιρίδια που βρέθηκαν εντός του πίσω χώρου εμπορευμάτων του αυτοκινήτου του ΜΚ
  4. Ο ίδιος μάρτυρας εντόπισε το εσωτερικό πλαστικό τεμάχιο κυνηγετικού φυσιγγίου σε πεζοδρόμιο στην περιοχή όπου έλαβε χώραν το επίδικο επεισόδιο. Στις 08.03.2017 ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο από φωτογραφία μέσω σελίδας κοινωνικής δικτύωσης, ήτοι το Facebook. Στην εν λόγω σελίδα αναγραφόταν το όνομα του κατηγορούμενου μαζί με άλλα προσωπικά του δεδομένα. Λίγο αργότερα ο ΜΚ1, αναγνώρισε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο. Το όχημα ήταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας που διέμενε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε την επομένη ημέρα δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Στην παρουσία του κατηγορούμενου ερευνήθηκε το όχημα του και εντός αυτού ανευρέθηκαν και παραλήφθηκαν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης όπλου και ένα χρησιμοποιημένο φυσίγγιο κυνηγετικού όπλου. Στις 15.03.17 και καθώς ο ΜΚ1 έφευγε από τον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού, είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ως το άτομο που του κτύπησε το αυτοκίνητο και του έριχνε τους πυροβολισμούς. Ο κατηγορούμενος δεν κατείχε άδεια απόκτησης και κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ από τον Αρχηγό Αστυνομίας, αλλά ούτε και άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών για κατοχή φυσιγγίου κυνηγετικού όπλου. Το εν λόγω όπλο δεν έχει ανευρεθεί. Συνοψίζουμε στη συνέχεια τα γεγονότα που αφορούν την κατηγορία
  5. Στις 23.12.2016 και περί ώρα 02:00 π.μ ενώ ο ΜΚ22, διαχειριστής του συλλόγου «Πρόοδος», βρισκόταν εντός αυτού και κοιμόταν, άκουσε θόρυβο στην αλουμινένια πόρτα της κύριας εισόδου από κλωτσιές. Στη συνέχεια είδε τον κατηγορούμενο που εισήλθε εντός του συλλόγου και κατευθύνθηκε προς την ταμειακή μηχανή. Τότε ο ΜΚ 22 άναψε τα φώτα του συλλόγου και ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή χωρίς να προλάβει να κλέψει ο,τιδήποτε. Από έρευνες της αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι επιτεύχθηκε είσοδος - έξοδος από τον σύλλογο με παραβίαση της μπροστινής αλουμινένιας πόρτας με την χρήση σωματικής βίας και αιχμηρό αντικείμενο. Μέλη της αστυνομίας μετέβησαν στη σκηνή και εντόπισαν ένα όχημα, σταθμευμένο απέναντι από την σκηνή της διάρρηξης, του οποίου τα κλειδιά ήταν ακόμα στην μίζα και η μηχανή του ήταν ζεστή. Κατόπιν ερευνών της αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω όχημα ανήκε στην μητέρα του κατηγορούμενου. Αφού εντοπίστηκε η μητέρα του κατηγορούμενου αυτή ανέφερε ότι το εν λόγω όχημα οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, ανακρίθηκε και αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση. Ακολούθως εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και συνελήφθη. Την ίδια μέρα, σε διαδικασία αναγνώρισης, ο ΜΚ22 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το άτομο που εισήλθε εντός του συλλόγου κατά τον επίδικο χρόνο. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης σήμερα υπό του Δικαστηρίου, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι το υποστατικό το οποίο διέρρηξε ο κατηγορούμενος είναι κατάστημα. Σε αυτό δε, συμφώνησε και ο συνήγορος υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από τις 9.03.
  6. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, ημερομηνίας 5.05.2016, στην υπόθεση 4972/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η εν λόγω υπόθεση αφορά πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με βάση το άρθρο 231 του Κεφ. 154, στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 μηνών και ενεργοποιήθηκε ποινή φυλάκισης με αναστολή που του είχε επιβληθεί στην υπόθεση 22016/
  7. Διατάχθηκε από το Δικαστήριο οι ποινές να είναι διαδοχικές. Ο ευπαίδευτος συνήγορος κατά την αγόρευση του εισηγήθηκε πώς η σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν πρέπει να οδηγήσουν σε εξασθένηση της αρχής για εξατομίκευση της ποινής. αναφερόμενος στα γεγονότα της υπόθεσης χαρακτήρισε τις ενέργειες του κατηγορουμένου ως «ανόητες και βεβιασμένες» και επικαλέστηκε ως ελαφρυντικό παράγοντα την από μέρους του έλλειψη προσχεδιασμού. Τόνισε το γεγονός ότι μόνο τρία σφαιρίδια διέτρησαν το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του παραπονουμένου, αλλά και την απόσταση από την οποία ρίχθηκαν οι πυροβολισμοί, γεγονότα που με βάση την εισήγηση του μειώνουν τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει. Είναι ακόμη εισήγηση του ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας του κατηγορούμενου κατά τον χρόνο διάπραξης των παραδεχθέντων αδικημάτων, ήτοι ήταν περίπου 23 ετών, αυτός θα πρέπει σύμφωνα με την σχετική νομολογία, να αντιμετωπιστεί με ιδιαίτερη ευαισθησία και η ποινολογική μεταχείριση του να είναι αυτή που αρμόζει σε νεαρούς παραβάτες. Προς τούτο μας παρέπεμψε στο σύγγραμμα του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριου Πική, Sentencing in Cyprus[1]. Αναφορά έκανε επίσης στην παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου που έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στοιχείο που δείχνει ότι έχει ειλικρινά μεταμεληθεί και είχε ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου. Όσον αφορά τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αυτός αντιμετώπιζε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει. Έκανε ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος από την ηλικία των 12 ετών άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, κάτι που προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στο οικογενειακό του περιβάλλον. Σε σχέση με τα προβλήματα ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου, επισημαίνουμε ότι δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε πρόσφατο ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο να εκθέτει την κατάσταση της ψυχικής του υγείας κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και σήμερα, παρά το γεγονός ότι ζητήθηκε και δόθηκε σχετικός προς τούτο χρόνος υπό του Δικαστηρίου. Η υπόθεση αναβλήθηκε για το σκοπό αυτό πέραν της μιας φοράς, τελικά όμως ο συνήγορος υπεράσπισης περιορίσθηκε να αναφέρει ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει είναι αυτά που εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ημερομηνίας 20.11.
  8. Ζήτησε ακόμη να ληφθεί υπόψη η συμφιλίωση του κατηγορούμενου με τον παραπονούμενο, όπως και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τον έχει αποζημιώσει πλήρως. Προς τούτο παρουσίασε ένορκη δήλωση με την οποία ο παραπονούμενος δηλώνει ότι έχει συμφιλιωθεί με τον κατηγορούμενο και πώς δεν έχει πλέον καμία απαίτηση ή παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου. Η εν λόγω ένορκη δήλωση κατατέθηκε και έγινε Τεκμήριο Α. Επισημαίνουμε, ότι τα όσα έχουν αναφερθεί από το συνήγορο υπεράσπισης δεν αμφισβητήθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως επανειλημμένως έχει λεχθεί και έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της[2]. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω τα πλείστα των αδικημάτων, ήτοι τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 3, 4, και 8, στα οποία ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος κρίνονται ως πολύ σοβαρά. Τούτο διότι οι προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές είναι για όλα τα αδικήματα πολυετείς ποινές φυλάκισης και πολύ ψηλές χρηματικές τοιαύτες, αφού: · Το αδίκημα της διενέργειας πράξεων που στοχεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης διά βίου. · Τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, τιμωρούνται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 15 χρόνια ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ. 25.000.00, ήτοι €42,715.00 ή και στις δύο ποινές. · Το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 10 χρόνια ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ. 1.500.00, ήτοι €2,562.90 ή και τις δύο ποινές. · Το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου, με βάση το άρθρο 295 του Ποινικού Κώδικα, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 5 χρόνια. Όσον αφορά το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας, ήτοι της εκκένωσης πυροβόλου όπλου εντός κατοικημένης περιοχής, αυτό κρίνεται ως ολιγότερο σοβαρό αφού τιμωρείται μόνο με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.125, ήτοι €
  9. Ακόμα αδικήματα τα οποία αφορούν τη χρήση, κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών και πυροβόλων όπλων, ως τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3, 4 και 5, από την ίδια την φύση τους κρίνονται ως ιδιαίτερα σοβαρά, καθότι τόσο η κατοχή όσο και η μεταφορά και χρήση τους, ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια όχι μόνο του προσώπου που τα κατέχει, τα μεταφέρει ή τα χρησιμοποιεί, αλλά και για την ασφάλεια τρίτων προσώπων και περιουσιών. Είναι δε στα πλαίσια της διατήρησης της ασφάλειας του κοινωνικού συνόλου που ο νομοθέτης προέβλεψε τόσο αυστηρές ποινές, έτσι ώστε αυτές να είναι αποτρεπτικές. Στο σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus[3], αναφέρεται ότι αδικήματα κάτω από το άρθρο 228 που ενέχουν τη χρήση βίας, αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη αυστηρότητα ως επίσης ότι η μόνη αποτελεσματική αντιμετώπιση βίαιης συμπεριφοράς που περιέχει αλαζονικά και βάρβαρα στοιχεία, είναι η πολυετής φυλάκιση. Για σκοπούς δε επιμέτρησης της ποινής λαμβάνεται υπόψη η έκταση της ασκηθείσας βίας, οι προκληθείσες σωματικές βλάβες και το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την πρόκληση τους. Περιπτώσεις δε σοβαρών τραυματισμών ή που έμμεσα οδηγούν σε θάνατο, αντιμετωπίζονται κατά τρόπο παρόμοιο με υποθέσεις ανθρωποκτονίας. Όπως δε επανειλημμένα έχει τονιστεί, η σωματική ακεραιότητα αποτελεί ένα από τα ύψιστα αγαθά και οι οποιεσδήποτε πράξεις ή ενέργειες που στρέφονται εναντίον της αποτελούν πολύ σοβαρά αδικήματα τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια με αυστηρότητα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τόκκαλλου[4]: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας που πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Περαιτέρω στην υπόθεση Φαναρτζής ν. Δημοκρατίας[5], αναφέρθηκε ότι ο νομοθέτης κατέταξε όλες τις διαζευκτικές περιπτώσεις που εντάχθηκαν στο αδίκημα του άρθρου 228 στο ίδιο επίπεδο από άποψη σοβαρότητας, αφού προέβλεψε για όλες την ίδια ανώτατη ποινή. Τα συγκεκριμένα αδικήματα που όπως και πιο πάνω αναφέρεται, κατατάσσονται στην κατηγορία των αδικημάτων που θέτουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή και την υγεία, καθίστανται ακόμη πιο σοβαρά, με αναντίλεκτη και την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους. Προς τούτο λαμβάνουμε και δικαστική γνώση από την συχνότητα που τέτοιου είδους υποθέσεις τίθενται ενώπιον μας, αλλά και από τα όσα η σχετική νομολογία[6] έχει αναγνωρίσει. Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα θα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα[7]. Λαμβάνεται ακόμη υπόψη, είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας ανάλογα με την περίπτωση[8], η ύπαρξη ή έλλειψη προσχεδιασμού ή προσυνεννόησης. Σημασία για το ύψος της ποινής έχουν επίσης οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, περιλαμβανόμενων ασφαλώς κάθε μιας εκ των προαναφερόμενων παραμέτρων, που την χαρακτηρίζει[9]. Αδικήματα δε βίας, όπως αυτά που διέπραξε ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών ακόμη και σε άτομα λευκού ποινικού μητρώου για να δοθεί έμφαση στο στοιχείο της αποτρεπτικότητας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Θ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας[10], Γεώργιος Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Γενικού Εισαγγελέα v. Μάστρου[11]. Η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, στην αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και στην αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη δε περίπτωση η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτο, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση[12]. Επιπρόσθετα επισημαίνουμε ότι ο κατηγορούμενος, στην παρούσα υπόθεση, δεν περιορίστηκε στο να πυροβολήσει μία φορά κατά του παραπονούμενου, αλλά δύο. Ακόμη στην προσπάθεια του να προκαλέσει στον παραπονούμενο πραγματική σωματική βλάβη τον καταδίωξε και δεν δίστασε αδιαφορώντας για τον κίνδυνο να τραυματίσει και άλλα πρόσωπα, να ρίξει τους πυροβολισμούς εντός δημοσίας οδού και κατοικημένης περιοχής. Το γεγονός δε ότι ο κατηγορούμενος αστόχησε και στις δύο περιπτώσεις και δεν τραυματίσθηκε ο παραπονούμενος ή κάποιος άλλος που χρησιμοποιούσε το δημόσιο δρόμο τη συγκεκριμένη στιγμή, δεν είναι στοιχείο βαρύνουσας σημασίας. Όπως αναφέρθηκε σχετικά στη Προδρόμου ν. Δημοκρατίας[13]: «Είναι μικρής σημασίας το ότι οι επιβαίνοντες πρόφτασαν να απομακρυνθούν και ότι ο τραυματισμός ενός από αυτούς ήταν ελαφρύς ή αποτέλεσμα εξοστρακισμού. Το πόσο επικίνδυνη είναι μια ενέργεια δεν συναρτάται μόνο από το τελικό αποτέλεσμα, αλλά και από τα αντικειμενικά στοιχεία που την περιβάλλουν. Και τα αντικειμενικά στοιχεία στην παρούσα υπόθεση ήταν ότι ο εφεσείων έστρεψε το όπλο του και πυροβόλησε προς την κατεύθυνση αριθμού ατόμων, παραγνωρίζοντας τον κίνδυνο τραυματισμού τους. Έστω και αν σκοπός του ήταν ίσως μόνο ο εκφοβισμός.» Επιβαρυντικό είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος για να ικανοποιήσει τα κίνητρα εκδίκησης και τιμωρίας εναντίον του παραπονούμενου για την παρατήρηση που του έκανε, χρησιμοποίησε, ένα επικίνδυνο για την σωματική ακεραιότητα, αλλά και της ίδιας της ζωής όπλο, ήτοι κυνηγετικό, το οποίο μάλιστα με ιδιαίτερα προκλητικό τρόπο, εξόπλισε με φυσίγγια στη θέα του παραπονούμενου. Το στοιχείο δε αυτό σε υποθέσεις άσκησης βίας και πρόκλησης σωματικών βλαβών, όπως δια της Νομολογίας έχει αναγνωρισθεί, επιτείνει έτι περαιτέρω την σοβαρότητα του αδικήματος (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας[14]). Θα πρέπει βεβαίως να επισημάνουμε ότι στην εν λόγω υπόθεση τονίζεται μεταξύ άλλων ότι το είδος του όπλου συνιστά παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή ποινής. Υπάρχουν όπλα πιο επικίνδυνα από το κυνηγετικό όπλο, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι η χρήση ακόμη και του κυνηγετικού όπλου συνιστά σοβαρή εγκληματική ενέργεια. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Είναι αλήθεια ότι η νομολογία από την οποία το Δικαστήριο φαίνεται να άντλησε καθοδήγηση αναφέρεται σε παράνομη κατοχή πυροβόλων όπλων, άλλων από κυνηγετικών. Το είδος του πυροβόλου όπλου έχει σημασία. Κι αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα της παράνομης χρήσης, ακόμα και κυνηγετικού.» Η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου συνιστά πράξη ωμής βίας[15], για την οποία δεν υπάρχει οποιονδήποτε ελαφρυντικό. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε εγκληματικές πράξεις εναντίον του παραπονουμένου, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε συμπεριφορά από πλευράς του τελευταίου που να δικαιολογούσε έστω και σε ελάχιστο βαθμό πρόκληση, σύμφωνα πάντοτε με την νομική έννοια του όρου. Ως έχουμε ήδη αναφέρει είχε προηγηθεί σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων του κατηγορούμενου και του παραπονούμενου. Ο κατηγορούμενος αντί να συνεργασθεί με τον παραπονούμενο για επίλυση του θέματος που δημιουργήθηκε από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, αυτός υπό την απειλή του όπλου ανάγκασε τον παραπονούμενο να εγκαταλείψει τη σκηνή. Οι εγκληματικές του δε ενέργειες δεν σταμάτησαν δυστυχώς εκεί αλλά καταδίωξε τον παραπονούμενο και στη συνέχεια πυροβόλησε το όχημα στο οποίο αυτός επέβαινε, με τον τρόπο που περιγράψαμε ανωτέρω, γεγονότα τα οποία είναι πρωτόγνωρα στη χώρα μας. Είναι επίσης πρόδηλο από τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι ο κατηγορούμενος άνευ λόγου η νόμιμης αιτίας, παράνομα, τοποθέτησε εντός του οχήματος που οδηγούσε κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια του όπλου και κυκλοφορούσε με αυτά σε δημόσια οδό. Επισημαίνουμε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος δεν παρέδωσε στην Αστυνομία το πυροβόλο όπλο που χρησιμοποίησε και για το οποίο δεν είχε άδεια κατοχής. Αρκετά σοβαρό αναγνωρίστηκε από την σχετική νομολογία και το αδίκημα της κατηγορίας 8, ήτοι αυτό της διάρρηξης. Όπως έχει τονιστεί, η σοβαρότητα ενός αδικήματος προκύπτει και από τη συχνότητα με την οποία αυτό εμφανίζεται, αλλά και τις συνέπειες που αυτό επιφέρει σε πρόσωπα, στη κοινωνία και στο Κράτος. Δυστυχώς εδώ και αρκετά χρόνια τα αδικήματα που σχετίζονται με διαρρήξεις, ληστείες και κλοπές, παρουσιάζουν έξαρση στην Κύπρο και σε τέτοια περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής για προστασία του κοινωνικού συνόλου, υπερτερεί έντονα. Στην υπόθεση Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας[16], λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών. Οι ίδιες αρχές τονίζονται στην υπόθεση Nteni Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας[17], και στην Abunazha v. Δημοκρατίας[18]. Στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας[19] το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων προσεγγίστηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική ΄Εφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: 'οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη'.»[20] Βεβαίως, παρά τα πιο πάνω και τη σοβαρότητα των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, στοιχείο που καθιστά την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους επιβεβλημένη, δεν μειώνεται σε καμία περίπτωση η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του κάθε κατηγορούμενου. Το καθήκον δε εξατομίκευσης της ποινής, δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής τοιαύτης (βλ. Φιλίππου ανωτέρω). Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα Κατ' εφαρμογή λοιπόν της πιο πάνω Νομολογιακής αρχής, λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής προς όφελος του κατηγορούμενου τα πιο κάτω. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία ναι μεν δεν ήταν άμεση, όμως έλαβε χώρα πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι ο συσχετισμός του κατηγορούμενου με τη διάπραξη των αδικημάτων, δεν θα ήταν έργο ιδιαίτερα δύσκολο για την κατηγορούσα αρχή καθότι αναγνωρίστηκε σαν ο δράστης, από τους παραπονούμενους[21]. Όπως όμως έχει επανειλημμένα τονιστεί, η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, καθ' ότι αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων[22]. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι δεν προκλήθηκαν στον παραπονούμενο σωματικές βλάβες αλλά μόνο υλικές ζημιές στο όχημα του. Δεν μας διαφεύγει βεβαίως, ως και άνωθι αναφέρουμε, πώς είναι μόνο από ευτυχείς συγκυρίες που δεν προκλήθηκαν στον παραπονούμενο η ακόμη και σε άλλα πρόσωπα, οποιοιδήποτε τραυματισμοί. Όσον αφορά τις υλικές ζημιές που ο κατηγορούμενος προκάλεσε στο όχημα του παραπονούμενου, επισημαίνουμε ότι αυτές έχουν αποκατασταθεί, στοιχείο που επενεργεί προς όφελος του, αφού η αποζημίωση του θύματος, όπως νομολογιακά έχει αναγνωριστεί, εκφράζει και την έμπρακτη μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου[23]. Λαμβάνουμε υπόψη και τη συμφιλίωση του κατηγορούμενου με τον παραπονούμενο, όπως ο ίδιος ο παραπονούμενος ρητά δηλώνει στο Τεκμήριο Α, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε και ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής Σε αυτήν ο παραπονουμενος δηλώνει ότι έχει συμφιλιωθεί με τον κατηγορούμενο, έχει αποζημιωθεί πλήρως από αυτόν και πλέον δεν έχει κανένα παράπονο εναντίον του (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας[24]). Δεν μας διαφεύγει ακόμη ότι ο κατηγορούμενος από και κατά την διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας 8, ήτοι της διάρρηξης καταστήματος, δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος και ούτε προκάλεσε οποιαδήποτε ζημία στον παραπονούμενο. Δεόντως λαμβάνουμε επίσης υπόψη, τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου ως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ως έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο του, τις οποίες και παραθέτουμε κατωτέρω. Ο κατηγορούμενος είναι 25 ετών, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λεμεσό. Προέρχεται από οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Είναι το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας του και έχει ακόμη ένα ετεροθαλή αδελφό. Οι σχέσεις του κατηγορούμενου με όλα τα μέλη της οικογένειας του περιγράφηκαν από τον ίδιο ως καλές. Φοίτησε μέχρι την Α' Τάξη Γυμνασίου όπου και διέκοψε λόγω χαμηλής επίδοσης, έμεινε στάσιμος στη συγκεκριμένη τάξη για τρεις συνεχόμενες χρονιές. Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης του, παρουσίασε σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες και προβλήματα συμπεριφοράς. Μετά που εγκατέλειψε το σχολείο, εργάσθηκε για μερικές εβδομάδες σε γκαράζ αυτοκινήτων. Στη συνέχεια και μέχρι τη σύλληψη του ήταν άνεργος και στηριζόταν οικονομικά στους γονείς του. Πήρε απαλλαγή από την εκτέλεση της στρατιωτικής του θητείας λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. Στην ηλικία δώδεκα ετών ξεκίνησε τη χρήση παράνομων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κάνναβης. Παρακολουθείτο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και είχε συνεργασία με το ψυχίατρο Δρ. XXXXX Αργυρίου. Αναφέρεται στο ιστορικό του μηνιγγίτιδα σε παιδική ηλικία και μαθησιακές δυσκολίες. Σε υποθέσεις τέτοιας σοβαρότητας όπως η παρούσα, οι προσωπικές συνθήκες ενός καταδικασθέντα είναι ήσσονος σημασίας[25]. Αυτές δε λαμβάνονται υπόψη σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους παράγοντες, την εν γένει σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό διαπράχθηκε. Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, δεν θα πρέπει όμως, να εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής αναφορικά με τη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων και ειδικότερα εγκλημάτων βίας[26]. Στην υπόθεση Χ″Πέτρου ν. Δημοκρατίας[27] στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 3½ ετών στον κατηγορούμενο για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α), στη σελ. 472 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού το Κακουργιοδικείο καταλήξει στην επιβληθείσα ποινή, συνυπολόγισε κάθε παράγοντα που επιδρά στο μέτρο της. Στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα έδωσε τη δέουσα βαρύτητα. Εάν τους έδιδε μεγαλύτερη, τότε θα εξουδετέρωνε το στοιχείο της αποτροπής, απαραίτητο για κάθε ποινή που επιβάλλεται σε σχέση με αδικήματα που στρέφονται εναντίον προσώπων, με στόχο να πλήξουν τη σωματική ακεραιότητα και υγεία τους.» Ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε ως μετριαστικό παράγοντα τα σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα του κατηγορούμενου, όπως και άνωθι όμως αναφέρουμε, ουδεμία ιατρική έκθεση τέθηκε ενώπιον μας αναφορικά με την ψυχική υγεία του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ελλείποντος δε του στοιχείου αυτού, καθίσταται αδύνατη η εκτίμηση του παράγοντα αυτού στα υπό της νομολογίας καθοριζόμενα πλαίσια και βαθμό. Όσον αφορά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού 4972/2016, θα πρέπει καταρχάς να επισημάνουμε ότι η προηγούμενη καταδίκη δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο σαν επιβαρυντικός παράγοντας, απλώς αφαιρεί και αποστερεί από τον κατηγορούμενο του ελαφρυντικού παράγοντα του λευκού ποινικού του μητρώου. Ούτε πρέπει αυτή να δικαιολογεί την επιβολή ποινής τέτοιας, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση πώς ο κατηγορούμενος τιμωρείται για δεύτερη φορά[28]. Η σημασία της προηγούμενης καταδίκης έγκειται στο ότι τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό των καταδικών και το χρόνο και τη φύση του αδικήματος ή των αδικημάτων, την επιείκεια που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει[29]. Κρίνουμε λοιπόν ότι η προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου στην πιο πάνω υπόθεση, η οποία σημειώνουμε ότι χρονικά είναι σχετικά πλησίον με τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας, ήτοι είναι ημερομηνίας 5.05.2016 και αφορά αδίκημα που επίσης έχει σχέση με την άσκηση βίας, ήτοι του αδικήματος της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, δείχνουν χωρίς καμία αμφιβολία, την ασέβεια του κατηγορούμενου προς την έννομη τάξη. Ακόμη η ροπή του κατηγορούμενου προς εγκληματικές συμπεριφορές, καταδεικνύεται και από την διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας
  1. Όπως πλειστάκις έχει λεχθεί, η επιμέτρηση της ποινής είναι διαδικασία εξισορρόπησης όλων των πιο πάνω παραγόντων και κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της γεγονότα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Οι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με το είδος και το ύψος των ποινών, είναι καθοδηγητικές αλλά όχι καθοριστικής σημασίας. Συνακόλουθα θα αναφερθούμε στη συνέχεια σε προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με ποινές που επιβλήθηκαν για παρόμοιας φύσεως αδικήματα με αυτά στα οποία ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος στην παρούσα υπόθεση, τούτο όμως έχοντας πάντα κατά νου ότι αυτές δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα. Οι ποινές αυτές είναι ενδεικτικές του μέτρου της τιμωρίας εγκλημάτων παρόμοιας φύσης με αυτά της παρούσας και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής[30]. Σε σχέση λοιπόν με το αδίκημα της κατηγορίας 1, ήτοι αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 228(β) του Ποινικού Κώδικα, δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος. Ενόψει τούτου αντλήσαμε κάποια καθοδήγηση από ποινές που επιβλήθηκαν με βάση το άρθρο 228(α) και το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, προβαίνοντας βεβαίως στις αναγκαίες προσαρμογές. Στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), σε κατηγορίες κάτω από το άρθρο 228(α) του Κεφ. 154 επεβλήθη εξαετής φυλάκιση η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο σε εφεσείοντα ο οποίος κρατώντας σουγιά κατάφερε τραύμα στον παραπονούμενο μήκους 4 εκ. στη μεσότητα της αριστερής τραχηλικής χώρας που έφθασε μέχρι το νωτιαίο μυελό προκαλώντας τετραπληγία στο θύμα. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου και κρίθηκε ένοχος μετά από παραδοχή. Στην Παρούτη ν. Δημοκρατίας[31], σε κατηγορία με βάση το άρθρο 228(α) του Κεφ. 154, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 χρόνων και 2 χρόνων σε κατηγορία με βάση το άρθρο 231 του Κεφ. 154, για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης που επιβλήθηκε στην κατηγορουμένη μετά από ακρόαση. Η εφεσείουσα επιτέθηκε στην παραπονουμένη προκαλώντας της τραύματα στο σώμα, στο πρόσωπο και στην κεφαλή, ανάμεσα στα οποία ήταν κτύπημα με βέλος ψαροτούφεκου, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο 12ο θωρακικό σπόνδυλο. Στη Φαναρτζής ν. Δημοκρατίας[32], ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο για το αδίκημα της εκ προθέσεως πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Κεφ. 154 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 46 ετών, είχε απρόκλητα επιτεθεί στον παραπονούμενο και τού κατάφερε επανειλημμένα κτυπήματα με μαχαίρι στο πρόσωπο, στη ράχη και σε άλλα μέρη του σώματος του και σταμάτησε μόνο ύστερα από επέμβαση τρίτου προσώπου. Ο κατηγορούμενος περιγραφόταν ως σχιζοφρενής που διαχώριζε μεταξύ του καλού και του κακού, αλλά είχε μειωμένη κρίση. Το Εφετείο έκρινε πως η ποινή δεν μπορούσε να επικριθεί ως έκδηλα υπερβολική. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου και κρίθηκε ένοχος μετά από παραδοχή. Στη X"Πέτρου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών επικυρώθηκε από το Εφετείο. Ο εφεσείων είχε τραυματίσει με μαχαίρι τον παραπονούμενο, αλλά υπήρχε απουσία οργάνωσης και σχεδιασμού. Ο εφεσείων δεν είχε παραδεχθεί ενοχή αρχικά, αλλά στη συνέχεια άλλαξε την απάντησή του στην κατηγορία από μη παραδοχή σε παραδοχή. Στην Προδρόμου ν. Δημοκρατίας[33], αφού λήφθηκαν υπόψη διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, ότι ο τραυματισμός του παραπονούμενου δεν ήταν σοβαρός, η συμφιλίωση μεταξύ του εφεσείοντα και των παραπονουμένων και ότι από την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αυτός παρουσιάζετο ως άτομο εργατικό, ευσυνείδητο, φιλήσυχο και χωρίς οποιανδήποτε στο παρελθόν αντικοινωνική συμπεριφορά, ποινή φυλάκισης 2½ ετών που επιβλήθηκε για τη χρήση κυνηγετικού όπλου, κρίθηκε υπερβολική και μειώθηκε σε 18 μήνες. Η ποινή φυλάκισης 18 μηνών που επιβλήθηκε για την κατοχή του όπλου και η ποινή φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκε στην κατηγορία τραυματισμού, επικυρώθηκαν. Παραθέτουμε στη συνέχεια κάποιες ποινές που αφορούν την παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών. Στην υπόθεση Νικολεττή ν. Δημοκρατίας[34], ο κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο παραδέχθηκε ενοχή μεταξύ άλλων σε κατηγορία κατοχής πιστολιού και 7 φυσιγγίων, με τα οποία ήταν έμφορτο το πιστόλι. Οι ποινές φυλάκισης 4 ετών και 3 ετών που επιβλήθηκαν για τα πιο πάνω αδικήματα, πρωτόδικα, επικυρώθηκαν. Στην υπόθεση Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν. Αστυνομίας[35], ο κατηγορούμενος, ηλικίας 61 ετών, παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορίες κατοχής και μεταφοράς πιστολιού, το οποίο ήταν έμφορτο με 8 πλήρη φυσίγγια και για κατοχή 44 φυσιγγίων. Το όπλο δεν χρησιμοποιήθηκε για εγκληματική πράξη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 ετών για τις κατηγορίες της κατοχής και μεταφοράς όπλου και 6 μηνών για τη κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινές που επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Chronny (ανωτέρω), ο κατηγορούμενος, νεαρός Ουκρανός, κατείχε παράνομα τυφέκιο και δύο σφαίρες. Πρωτόδικα του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών μετά από ακροαματική διαδικασία. Το Εφετείο θεώρησε ότι η ποινή των 10 μηνών απέληγε να ήταν «όχι μόνο ούτε απομακρυσμένα άκρως επιεικής αλλά βοερά ανεπαρκής ως εντελώς έξω από τα ορθά πλαίσια, όσο πλατιά και αν προσπαθήσει κάποιος να τα δει». Τελικά αντικατέστησε την ποινή των 10 μηνών με ποινή φυλάκισης 4 ετών, με το σκεπτικό ότι «Η κατοχή πυρυβόλου όπλου, και μάλιστα και πυρομαχικών, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής». Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολόπουλου - Βασιλείου κ.α. (ανωτέρω), οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πυροβόλου όπλου, κατοχή φυσιγγιοθήκης, κατοχή σιγαστήρα όπλου και κατοχή 17 φυσιγγίων πυροβόλου όπλου. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 3½ χρόνων, ενός χρόνου, 6 μηνών και 2 χρόνων αντίστοιχα. Οι ποινές επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Τέλος παραθέτουμε κάποιες ποινές που αφορούν το αδίκημα της διάρρηξης. Στη Nteni Bezanidis v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 3½ ετών για αδικήματα που αφορούσαν σε διαρρήξεις και κλοπές. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας[36], ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, για τη διάπραξη του αδικήματος της διάρρηξης καταστήματος και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 291, 294(α), 255, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα. Το Κακουργιοδικείο του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. Λήφθηκε υπόψη ακόμη μία υπόθεση. Είχε βεβαρυμένο ποινικό μητρώο, αφού είχε 6 προηγούμενες καταδίκες. Ο εφεσείων είχε δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια, διετέλεσε τρόφιμος σε παιδική στέγη. Η ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις συνεκδικασθείσες Ποινικές Εφέσεις Lucian Gheorghe ν. Δημοκρατίας, Ciprian Alexandrou Cornea ν. Δημοκρατίας, και Cosmin Alin Cousin ν. Δημοκρατίας[37], στις οποίες οι εφεσείοντες αντιμετώπισαν σωρεία κατηγοριών αναφορικά με διάρρηξη κατοικίας κατά τη διάρκεια νύκτας, απλή διάρρηξη κατοικίας, διάρρηξη καταστήματος με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος και κλοπή, επικυρώθηκαν οι πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές η ανώτερη των οποίων ήταν 4½ έτη φυλάκισης για τους εφεσείοντες στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 18/2013 και 19/2013, στις κατηγορίες που αφορούσαν τη διάρρηξη κατοικίας εν καιρώ νυκτός, ενώ στον εφεσείοντα στην Ποινική Έφεση αρ. 20/2013 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών στη μοναδική κατηγορία που αντιμετώπιζε σε σχέση με διάρρηξη κατοικίας εν καιρώ νυκτός. Μικρότερες ποινές που κυμαίνονταν μεταξύ 2 ετών μέχρι 3½ ετών, επιβλήθηκαν στις υπόλοιπες κατηγορίες. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην Ιωάννης Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας[38], στην οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής των τριών ετών που επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο για έξι διαρρήξεις και κλοπές που απέφεραν στον εφεσείοντα τιμαλφή και μετρητά ύψους €64.000 περίπου, από τα οποία τίποτε δεν επιστράφηκε στους δικαιούχους. Το Εφετείο τόνισε εκ νέου ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα παραμένουν «στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, χωρίς σημεία κάμψης». Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα εφόσον δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Στην Ανδρέας Σωκράτους ν. Δημοκρατίας[39], στην οποία, μετά από παραδοχή, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 5 χρόνων σε κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύκτας, 4 και 3 χρόνων σε κατηγορίες κλοπής από κατοικία, 2½ χρόνων σε κατηγορίες διάρρηξης κτιρίου με σκοπό την κλοπή και 1 χρόνου στη κατηγορία της απόπειρας διάρρηξης. Έχουμε συνεκτιμήσει όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μας και κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους νέους παραβάτες. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις πιο κάτω ποινές: Στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 3 ετών και έξι μηνών Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην κατηγορία 8 ποινή φυλάκισης 1 έτους και έξι μηνών. Στις κατηγορίες 2 και 5, δεν επιβάλλουμε ποινή αφού τα γεγονότα αυτών εμπεριέχονται και αποτελούν συστατικό στοιχείο των κατηγοριών 3 και 1 αντίστοιχα, στις οποίες έχουμε ήδη επιβάλει ποινή. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν, μειώνονται δε κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από την 9.3.
  2. Περαιτέρω και εξασκώντας την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων 170 και 171, του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, διατάσσουμε όπως:
  3. όλα τα αντικείμενα που αναφέρονται στον κατάλογο τεκμηρίων που έχει καταθέσει η Κατηγορούσα Αρχή και έγινε Τεκμήριο Β, δημευθούν και καταστραφούν:
  4. ένας φορητός ασύρματος ο οποίος ευρίσκεται στην κατοχή της αστυνομίας και αποτελεί μέρος της περιουσίας που αναφέρεται στην ανασταλείσαν κατηγορία αριθμ.7, με σειριακό αριθμό 749HDXXXX, επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του. (Yπ.) .............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, διάρρηξης κτιρίου [1] 2η έκδοση
(2007), σελίδες 88‑90. [2] (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 Α.Α.Δ. 264 και Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). [3] 2η έκδοση, σελ. 112-116 [4]
(2001)2 Α.Α.Δ. 95, 98, 99 [5]
(1998)2 Α.Α.Δ. 43 [6] Βλ. Urgur v. Aστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189, Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολόπουλου-Βασιλείου κ.α.
(2007)2 Α.Α.Δ. 84 και Φαναρτζής (ανωτέρω) [7] Βλ. Εvans (ανωτέρω), Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 [8] Βλ. Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397 [9] Βλ. Γέωργιος Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 463 και Αεροπόρος ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275 [10]
(1996)2 Α.Α.Δ. 241 [11]
(2003)2 Α.Α.Δ. 166 [12] Βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 [13]
(2001)2 Α.Α.Δ. 169 [14]
(2012)2 Α.Α.Δ. 930 [15] Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) [16]
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 [17]
(2013)2 Α.Α.Δ. 785 [18]
(2009)2 Α.Α.Δ. 551 [19]
(1997)2 Α.Α.Δ. 138 [20] Βλέπετε επίσης Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47, Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 [21] Βλέπετε σχετικά Raymond Elias Ghafari και Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442 [22] Βλ. σχετικά Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 [23] Βλ. Στέλιος Κουλουντής ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 154/2015, ημερομ.2.12.2015 [24]
(1998)2 Α.Α.Δ. 327, 333 [25] Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382 [26] Βλέπετε σχετικά Περικλέους και Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 [27]
(2007)2 Α.Α.Δ. 468 [28] Βλέπετε σχετικά Περικλέους και Αστυνομία
(1996)2 Α.Α.Δ. 34 [29] Βλέπετε σχετικά Γενικός Εισαγγελέας και Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17 [30] Βλ. Σαμπής ν. Δημοκρατίας
(2012)Α.Α.Δ. 100 και Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123 [31]
(2009)2 ΑΑΔ 446 [32]
(1998)2 Α.Α.Δ. 43 [33]
(2001)2 Α.Α.Δ. 169 [34]
(2000)2 Α.Α.Δ. 279 [35]
(2005)2 Α.Α.Δ. 646 [36]
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, 142, 143 [37]
(2013)2 A.A.Δ 824, [38]
(2013)2 Α.Α.Δ. 272 [39] Ποινική Έφεση υπ' αριθμό 311/2014, ημερομηνίας 22.2.2016, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.