← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Περδίου, Αρ. Υπόθεσης: 20374/15, 27/3/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Περδίου, Αρ. Υπόθεσης: 20374/15, 27/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20374/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή -Εναντίον- ΧΧΧΧΧ Περδίου Κατηγορούμενος ---------------------------------- Ημερομηνία: 27 Μαρτίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χριστίνα Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο : κ. Χρήστος Αδάμου Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής από αντιπρόσωπο εταιρείας, κατά παράβαση των άρθρων 255, 260 και 270 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2009 και 2011 στην Λεμεσό, ενώ ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας που αναγράφεται στο κατηγορητήριο ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, έκλεψε το χρηματικό ποσό των € 97.598,5,1 περιουσία της πιο πάνω εταιρείας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΜΚ 1 ως μέρος της κύριας εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο
  2. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι στις 20 Δεκεμβρίου 2012, μετά από οδηγίες του υπεύθυνου του ΤΑΕ Λεμεσού, ανέλαβε ως επικεφαλής ανακριτικής ομάδας μαζί με άλλους συναδέλφους της την διερεύνηση καταγγελίας, η οποία υποβλήθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού την ίδια μέρα από την ΜΚ 3, διευθύντρια του λογιστηρίου της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον του κατηγορουμένου για κλοπή χρημάτων περιουσίας της εταιρείας. Από την ΜΚ 3 είχε λάβει γραπτή κατάθεση η ΜΚ 2, η οποία της παρέδωσε την κατάθεση, καθώς και σειρά τεκμήριων. Στις 21 Ιανουαρίου 2013 έλαβε συμπληρωματική κατάθεση από την ΜΚ 3 στα πλαίσια της οποίας παρέλαβε συγκεκριμένα τεκμήρια. Στα πλαίσια των εξετάσεων της υπόθεσης λήφθηκε αριθμός καταθέσεων από πελατολόγιο του κατηγορουμένου. Εντοπίστηκε αριθμός πελατών, οι οποίοι αρνήθηκαν να προβούν σε γραπτές καταθέσεις, επικαλούμενοι προσωπικούς λόγους. Στις 15 Φεβρουαρίου 2013 διαβιβάστηκε η υπόθεση προσωπικά από την ίδια στην νομική υπηρεσία της Δημοκρατίας, όπου αφού μελετήθηκε, δόθηκαν οδηγίες για ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για το αδίκημα της κλοπής από αντιπρόσωπο. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης της κατέθεσε σειρά τεκμηρίων που έκανε αναφορά στην κατάθεση της. Αντεξεταζόμενη κατέθεσε ως τεκμήριο 21 την έκθεση γεγονότων όπως κάνει σε κάθε υπόθεση και ανέφερε ότι ενημερώθηκε για την πρώτη κατάθεση της ΜΚ 3 διότι λήφθηκε από άλλη συνάδελφο και ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης και έχει διαβάσει την πρώτη κατάθεση της ΜΚ 3, η οποία αρχικά καταχωρήθηκε ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση και ακολούθως κατατέθηκε ως τεκμήριο 23, για το περιεχόμενο της οποίας ερωτήθηκε, κάνοντας αναφορά στο τι αφορούσε η αρχική καταγγελία, σε συνδυασμό με το τεκμήριο 7, και μετά από την συμπληρωματική κατάθεση η παραπονούμενη διευκρίνισε ότι το ποσό είναι αυτό που αναγράφεται στο κατηγορητήριο. Διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ασφαλιστικός πράκτορας και δεν ήταν εργοδοτούμενος. Αναφέρθηκε επίσης στην διεκπεραίωση του φακέλου και τις οδηγίες που έλαβε με την συγκατάθεση του γενικού εισαγγελέα για ποινική δίωξη για κλοπή από αντιπρόσωπο και στις 20 Φεβρουαρίου 2013 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς από άλλο συνάδελφο της. Στην επανεξέταση της ερωτήθηκε διευκρινιστικά επί του τεκμηρίου
  3. Η ΜΚ 2 ως μέρος της κύριας εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο
  4. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι στις 20 Δεκεμβρίου 2012 προσήλθε στο ΤΑΕ Λεμεσού η ΜΚ 3, διευθύντρια του λογιστηρίου της ασφαλιστικής εταιρείας που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος και που είναι η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση, η οποία ΜΚ 3 ως εξουσιοδοτημένη της παραπονούμενης υπέβαλε καταγγελία γραπτή εναντίον του κατηγορουμένου για κλοπή χρημάτων περιουσία της εταιρείας. Σύμφωνα με την καταγγελία της ΜΚ 3, ο κατηγορούμενος ήταν ασφαλιστικός διαμεσολαβητής για την παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία με υπογραφή συμβολαίου συμφωνίας 30 Νοεμβρίου 2009 μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους
  5. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την καταγγελία, μετά από έλεγχο που διενήργησε η πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία, διαπιστώθηκε ότι όφειλε προς την εταιρεία το χρηματικό ποσό των € 102.000, ως υπόλοιπο ασφαλίστρων από συμβόλαια του κλάδου γενικής φύσεως και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και στις 13 Σεπτεμβρίου 2011 υπέγραψε αναγνώριση οφειλής των χρημάτων, ως επίσης και έξι γραμματεία συνήθως τύπου για το ποσό των € 17.000 το καθένα. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος είχε εκδώσει έξι μεταχρονολογημένες επιταγές προς € 17.000 η καθεμία, οι οποίες όμως επιστράφηκαν, αφού κατατέθηκαν στην τράπεζα, απλήρωτες. Η ΜΚ 3 της παρέδωσε μεταξύ άλλων φωτοαντίγραφα της αναγνώρισης της οφειλής προς την εταιρεία με ημερομηνίες 13 Σεπτεμβρίου 2011 και 9 Δεκεμβρίου 2011 και φωτοαντίγραφα των έξι επιταγών. Της παρέδωσε φωτοαντίγραφο επιστολής ενημέρωσης προς τον κατηγορούμενο για ακύρωση της σύμβασης του ως ασφαλιστικός πράκτορας ημερομηνίας 30 Νοεμβρίου 2009 και διαγραφή του από το μητρώο ασφαλιστικών πρακτόρων και αναλυτική κατάσταση του χαρτοφυλακίου (πελατών) του κατηγορουμένου. Επίσης, μέσω fax, την ίδια μέρα, της απέστειλε φωτοαντίγραφα των γραμματίων που υπέγραψε προς την εταιρεία ο κατηγορούμενος. Τα πιο πάνω παρέδωσε την ίδια ημέρα στις 20 Δεκεμβρίου 2012 στην ΜΚ 1, η οποία ανέλαβε τις παραπέρα εξετάσεις της υπόθεσης. Στην συνέχεια της κύριας εξετάσεως της, είχε αναγνωρίσει τα τεκμήρια 7, 15 και 23, τα τεκμήρια 9 έως 14 και διευκρίνισε ότι δεν έχει προβεί σε άλλες ενέργειες και ότι ουσιαστικά ανέλαβε φωτοαντίγραφα. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν εντόπισε την επιστολή ενημέρωσης, εκφράζοντας την βεβαιότητα ότι κρατείται από την παραπονούμενη εταιρεία. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσον στο τεκμήριο 23 γίνεται αναφορά για κλοπή, ανέφερε ότι δεν υπάρχει σημασία εάν καταγράφεται η λέξη κλοπή, αλλά καταγράφονται τα γεγονότα, όμως δεν αναφέρεται οτιδήποτε για κλοπή, παρά μόνο ότι ο κατηγορούμενος χρωστούσε. Η ΜΚ 3 ως μέρος της κύριας εξετάσως της, υιοθέτησε τα τεκμήρια 20 και 23, όπου είναι οι καταθέσεις της. Χρονικά πρώτη κατάθεση ήταν το τεκμήριο
  6. Σε αυτήν αναφέρει ότι εργάζεται ως διευθύντρια λογιστηρίου στην παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία διεξάγει ασφάλειες γενικού κλάδου και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ανήκει σε συγκεκριμένο όμιλο εταιρειών. Έχουν συνεργασία με πολλούς ασφαλιστικούς πράκτορες σε όλη την Κύπρο και επίσης ασφαλίζει απευθείας πελάτες, ο ένας από τους ασφαλιστικούς πράκτορες ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ενεργούσε ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής με την παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία στην βάση σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα ημερομηνίας 30 Νοεμβρίου
  7. Η πιο πάνω σύμβαση προνοεί ότι ο πράκτορας να αναλαμβάνει να προβαίνει στην είσπραξη ασφαλίστρων και απόδοση αυτών στην εταιρεία εντός 90 ημερών από την πρώτη μέρα του μήνα που ακολουθεί τον μήνα έκδοσης του τιμολογίου του κάθε ασφαλιστηρίου. Η πληρωμή θα γίνεται αφαιρεμένων των προμηθειών του πράκτορα ή ακύρωση των συμβολαίων. Βάσει της συμφωνίας αυτής, ο πράκτορας δεν έχει σε καμία περίπτωση την εξουσία ή την δυνατότητα να τροποποιεί ή να αλλοιώνει ή να μετατρέπει ή να απαλλάσσει ή να κάνει προσθήκες σε οποιοδήποτε ασφαλιστήριο ή σύμβαση ή συμφωνία της εταιρείας. Επίσης ο πράκτορας παραμένει πάντοτε υπόχρεος έναντι της εταιρείας για την πληρωμή των ασφαλίστρων σε ασφαλιστικές εργασίες που συστήνει ή διεξάγει και θεωρείται προσωπικά υπόλογος για οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις αυτού ή των συνεργατών και υπαλλήλων του για οτιδήποτε διενεργηθεί εκ μέρους του / των κατά την διάρκεια της συμφωνίας κατά παράβαση των οδηγιών και των κανονισμών της εταιρείας. Ειδικότερα, συμφωνείται και αναγνωρίζεται βάση της σύμβασης ότι είσπραξη από του πράκτορα ασφαλίστρων από τους ασφαλισμένους δεν λογίζεται έναντι του ασφαλισμένου ότι έχουν καταβληθεί στην εταιρεία, παρά μόνο με την κατάθεση τους. Μετά από έλεγχο που διεξήγαγε η ασφαλιστική εταιρεία περί το έτος 2011, διαπιστώθηκαν τα παρακάτω: Ο κατηγορούμενος χρωστούσε στην εταιρεία το ποσό των € 102.000 ως υπόλοιπο ασφαλίστρων από συμβόλαια του κλάδου γενικής φύσεως και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και στις 13 Σεπτεμβρίου 2011 ο κατηγορούμενος υπέγραψε εγγραφή αναγνώριση οφειλής και έξι γραμματεία συνήθως τύπου € 17.000 έκαστο και τα οποία περιέγραψε στην κατάθεση της, όλα συνόλου € 102.
  8. Για το ίδιο ποσό, ο κατηγορούμενος είχε εκδώσει έξι μεταχρονολογημένες επιταγές συγκεκριμένης τράπεζας, με εκδότη τον κατηγορούμενο και δικαιούχο την παραπονούμενοι εταιρεία για το ποσό των € 17.000 έκαστη με ημερομηνίες πληρωμής ίδιες με τα έξι γραμμάτια. Ο λόγος που ο κατηγορούμενος υπόγραψε τα γραμμάτια, ήταν για εγγύηση σε περίπτωση που δεν εξοφλούνται οι επιταγές. Όλες οι επιταγές μετά που έγιναν κατάθεση στο λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας κατά ή μετα την ημερομηνία πληρωμής τους δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν με την σφραγίδα ΄΄να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα΄΄. Στις 22 Νοεμβρίου 2011 η ασφαλιστική εταιρεία τερμάτισε την συνεργασία της με τον κατηγορούμενο μετά από εντολή της εφόρου ασφαλίσεων για ακύρωση της σύμβασης ημερομηνίας 30 Νοεμβρίου 2009 και διαγραφή του από το μητρώο ασφαλιστικών πρακτόρων. Ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε σχετικά με την επιστολή της υπηρεσίας ελέγχου ασφαλιστικών εταιρειών, η οποία κοινοποιήθηκε τόσο στην ασφαλιστική εταιρεία, όσο και σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες που ο κατηγορούμενος συνεργαζόταν. Ο κατηγορούμενος δεν εξόφλησε ούτε τα γραμμάτια. Στις 6 Δεκεμβρίου 2011 ο δικηγόρος της ασφαλιστικής εταιρείας έστειλε φαξ στον κατηγορούμενο και στους δύο εγγυητές του, δηλαδή την σύζυγο και την κόρη του, οι οποίες τον εγγυήθηκαν στα αναφερόμενα γραμμάτια ,στο οποίο τους πληροφορούσε ότι έπρεπε να καταβάλουν μέχρι τις 16 Δεκεμβρίου 2011 τις μέχρι τότε οφειλές τους που ανέρχονταν στο χρηματικό ποσό των € 97.947,
  9. Σε αντίθετη περίπτωση θα καταχωρούνταν ιδιωτικές και ποινικές υποθέσεις. Στο μεταξύ, κατά τον έλεγχο της εταιρείας, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος παραποίησε συγκεκριμένο συμβόλαιο, δίνοντας συγκεκριμένες λεπτομέρειες για την εν λόγω παραποίηση στην κατάθεση της. Στις 9 Δεκεμβρίου 2011, ο κατηγορούμενος υπέγραψε νέα δήλωση και έγγραφη ανάληψη ευθύνης προς την ασφαλιστική εταιρεία για το συνολικό ποσόν των € 97.977,09, ως είχε την συγκεκριμένη μέρα. Επίσης, αναγνώρισε ότι είχε εισπράξει από όλους τους ασφαλισμένους του χαρτοφυλακίου του το συνολικό ποσό των € 126,709,15, το οποίο αποτελεί το συνολικό ποσό ασφαλίστρων, συμπεριλαμβανομένης και της προμήθειας του. Επίσης, σε εκείνη την δήλωση, είχε αναλάβει να επιστρέψει στους πελάτες την διαφορά που προέκυψε από τα ασφάλιστρα που κατέβαλαν με βάση την παραποίηση των ασφαλίστρων όπως αναφέρθηκε. Αφού κάνει αναφορά σε διάφορα έγγραφα, αναφέρει ότι όταν διαπιστώθηκε η πιο πάνω κατάσταση δεν ακυρώθηκαν τα συμβόλαια και ότι θα προχωρήσουν στις ανάλογες Δικαστικές διαδικασίες και η εταιρεία έχει παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου. Στη δεύτερη κατάθεση της αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα της ασφαλιστικής εταιρείας, ούτε και δικαίωμα να εκδίδει ασφαλιστικά συμβόλαια, διότι αυτό ενέπιπτε στην εργασία της ασφαλιστικής εταιρείας. Ο τρόπος που εργαζόταν ο κατηγορούμενος ήταν όταν είχε κάποιο πελάτη και θα έπρεπε να του εκδόσει ασφαλιστικό έγγραφο, πήγαινε στα γραφεία της εταιρείας στη Λεμεσό και αφού έδινε τα στοιχεία του, του εκδιδόταν το σχετικό ασφαλιστήριο. Ο κάθε ασφαλιστικός πράκτορας είχε την δική του μερίδα στο σύστημα της εταιρείας, αλλά για κάθε δικό του πελάτη υπήρχε ξεχωριστή καταχώρηση. Η ασφαλιστική εταιρεία γνωρίζει τον κάθε πελάτη σε ποιον πράκτορα ανήκει. Όσον αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο του κατηγορουμένου προς την εταιρεία, αυτό είναι € 97.598,
  10. Μετά από σχετική επεξεργασία βγήκε το τελικό ποσό. Όσον αφορά την επικοινωνία της εταιρείας με τους πελάτες της μερίδας του κατηγορουμένου, αυτοί ενημερώθηκαν επίσημα με επιστολή της εταιρείας και ανταποκρίθηκαν με αποδείξεις πως έχουν πληρώσει τον πράκτορα τους. Όλοι αυτοί οι πελάτες φαίνονται στον κατάλογο που παρέδωσε η μάρτυρας στην αστυνομία και όσον αφορά τα παραποιημένα τιμολόγια, δεν έχουν βρει άλλο παραποιημένο, εκτός από την περίπτωση που είχε ήδη αναφέρει. Όσον αφορά τις υπογραφές στο ασφαλιστήριο έγγραφο σε αυτό που παραδίδεται στον πελάτη υπάρχουν δύο υπογραφές, δηλαδή του εκτελεστικού διευθυντή και της υπαλλήλου που εκδίδει το ασφαλιστήριο την δεδομένη στιγμή. Έχει μιλήσει με την αστυνομία και θα παραδώσουν τα αντίγραφα των εγγράφων που έχουν ζητηθεί και όσον αφορά ασφαλιστήρια έγγραφα και αποδείξεις, αυτά είναι φωτοαντίγραφα, κάνοντας αναφορά ότι παραδίνει πίνακες ασφαλιστηρίων συμβολαίων, εκτός από τις τρεις τελευταίες σελίδες του συγκεντρωτικού πίνακα, τις οποίες θα παραδώσει το συντομότερο, όπως αναφέρει στην κατάθεση της. Επίσης κάνει αναφορά σε συγκεκριμένα έγγραφα που παραδίδει στην αστυνομία. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε σειρά τεκμηρίων και για τα οποία έκανε μια σύντομη αναφορά, στην έκταση που γνώριζε και θυμόταν, για το τι ακριβώς περιέχουν και ποιών τις υπογραφές αναγνωρίζει, όπως είναι τα τεκμήρια 3 έως 19, αν και δεν θυμόταν για ποιον σκοπό προσκομίστηκε το τεκμήριο
  11. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στον χρόνο οπου εργάστηκε στην παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία και τις οδηγίες που έλαβε από τον διευθυντή της για να προβεί στην εν λόγω κατάθεση, κάνοντας αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ερωτήθηκε επίσης επί των περιεχομένων των τεκμηρίων 9 έως 14, ήτοι τις επιταγές που δόθηκαν από τον κατηγορούμενο έναντι των οφειλών του και την παρουσίαση τους για πληρωμή, επίσης ερωτήθηκε και επί των γραμματίων και της γραπτής ανάληψης χρέους που εκδόθηκαν για τον ίδιο σκοπό, κάνοντας επίσης αναφορά στην επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο για να βρεθεί κάποιος διακανονισμός και γενικά αναφέρθηκε στην εμπλοκή της στην παρούσα υπόθεση και στο ύψος της οφειλής του κατηγορουμένου. Η Μ.Κ. 4 ανέφερε ότι εργάζεται στην παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία, γνωρίζει τον κατηγορούμενο διότι ήταν υπεύθυνη για την εξυπηρέτηση του όσον αφορά την επαρχία, αναγνώρισε την υπογραφή της στα τεκμήρια 7, 8 και 15, τα οποία και περιέγραψε, αναγνώρισε επίσης τα τεκμήρια 9 έως 14 ως τις επιταγές που εξέδωσε ο κατηγορούμενος. Ακολούθως, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  12. Στην κατάθεση της αναφέρθηκε στα καθήκοντα της στην παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία, ως επίσης και τον τρόπο συνεργασίας της εν λόγω εταιρείας με τον κατηγορούμενο και τον τρόπο και γενικά την διαδικασία που ακολουθείτο για να εκδοθεί ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο και τον τρόπο καταβολής των ασφαλίστων και την υποχρέωση του κατηγορουμένου να αποδώσει αυτά στην εν λόγω εταιρεία και το ανάλογο δικαίωμα του για προμήθεια και την επακόλουθη αφαίρεση του ποσού που ο κατηγορούμενος όφειλε προς την ασφαλιστική εταιρεία. Η μάρυρας παρακολουθούσε την εν λόγω κίνηση και από τα μέσα του 2010 η μερίδα του κατηγορουμένου άρχισε να παρουσιάζει καθυστερήσεις και προς αυτόν τον σκοπό η μάρτυρας ενημέρωσε τον κατηγορούμενο και τα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Ο κατηγορούμενος έδωσε κάποιες επιταγές, οι οποίες δόθηκαν στα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία και τον Σεπτέμβριο ενημερώθηκαν ότι οι επιταγές δεν είχαν περάσει. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να δίνει κάποια ποσά, αλλά μικρά ποσά και έτσι το έλλειμμα άρχισε να μεγαλώνει. Ο κατηγορούμενος τους έλεγε κατά καιρούς ότι κάνει κάποιες ενέργειες με σκοπό να πληρώσει αυτά τα χρήματα, αλλά μέχρι και τον μήνα Σεπτέμβριο του 2011 δεν είχε πληρώσει και έτσι τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναφέρθηκε στην ενημέρωση του κατηγορούμενου για τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν και τις προσπάθειες που έγιναν για να διευθετηθεί το οφειλόμενο ποσό, καθώς επίσης αναφέρθηκε και στα λεγόμενα του κατηγορούμενου για τον λόγο της καθυστέρησης. Αντεξεταζόμενη, ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις, στην έκταση που γνώριζε, ως προς το ύψος της καθυστέρησης που παρουσίαζε η μερίδα του κατηγορούμενου και αναφέρθηκε επίσης στον τρόπο είσπραξης των ασφαλίστρων, παραπέμποντας επίσης στο λογιστήριο για περαιτέρω λεπτομέρειες σε ασφαλιστήρια συμβόλαια, πληρωμές και ποσά, κατέθεσε όμως το τεκμήριο 25, όπου είναι σχετική κατάσταση και έδωσε κάποιες διευκρινίσεις και επεξηγήσεις επί αυτού του τεκμηρίου και το ίδιο έπραξε και κατά την επανεξέταση της. Ο Μ.Κ. 5 αναφέρθηκε στα καθήκοντα του στην παραπονούμενη εταιρεία, στο πως γνωρίζει τον κατηγορούμενο μέσα από την συνεργασία που υπήρξε και που περιέγραψε, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα το τεκμήριο 6 ως την συμφωνία συνεργασίας που υπήρξε μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας, την οποία περιέγραψε, επεξήγησε και ανέλυσε εν συντομία σε κάποια σημεία αυτής και με σχετική παραπομπή σε νομοθεσία, αλλά και στην σχετική σύμβαση συνεργασίας μεταξύ της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας και του κατηγορούμενου και που είχαν ως επίκεντρο την υποχρέωση του ασφαλιστικού πράκτορα να αποδίδει στην ασφαλιστική εταιρεία, ως θεματοφύλακας των ασφαλίστρων τα σχετικά ασφάλιστρα, αλλά και την συνέπεια της μη καταβολής των ασφαλίστρων, ήτοι την διαγραφή από το σχετικό μητρώο, καταθέτοντας προς αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο
  13. Αναφέρθηκε στις συναντήσεις που είχε με τον κατηγορούμενο για να διευθετηθεί το καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό, τις δικαιολογίες που προέβαλλε ο κατηγορούμενος, τις διευθετήσεις που έγιναν για τα καθυστερημένα ποσά που αναφέρθηκε και που αυξάνονταν κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους και κατέθεσε το τεκμήριο 31 ως την έγγραφη διευθέτηση που είχε γίνει και την μερική αποπληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων δυνάμει του τεκμηρίου 31, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα και το τεκμήριο 7 που ακολούθησε χρονικά του τεκμηρίου 31 και κατέθεσε το τεκμήριο 32 που μεσολαβεί μεταξύ των τεκμηρίων 7 και 31, κάνοντας μια αναφορά στο τι αφορούσαν ξεχωριστά τα εν λόγω τεκμήρια. Ακολούθησε η μη εξόφληση των επιταγών και η απόφαση του Εφόρου Ασφαλίσεων για τον τερματισμό της άδειας του κατηγορούμενου και αναφέρθηκε στο τεκμήριο 15 για την σχετική ανάληψη χρέους από μέρους του κατηγορούμενου και γενικά στο τι αφρούσε η εν λόγω διευθέτηση. Ο κατηγορούμενος κατά τις συναντήσεις του παραδεχόταν ότι οικειοποιήθηκε τα ασφάλιστρα και ζητούσε κάποιες ευκαιρίες και για αυτό έγιναν οι σχετικές διευθετήσεις, πλην όμως ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο, έχοντας υπ΄ όψη και τον τερματισμό που έγινε μετά από καταγγελίες άλλων ασφαλιστικών εταιρειών. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι λόγω και της εμπειρίας του έχει αντιληφθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό, αναφέρθηκε στο χαρτυφυλάκιο του κατηγορουμένου, τις εισπράξε και τις πληρωμές που γίνονταν και τον τρόπο που γίνονταν, στην συνέχιση της συνεργασίας μεταξύ της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας και του κατηγορούμενου, δίνοντας την δική του ερμηνεία ως προς την φύση των οφειλόμενων χρημάτων. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και όταν του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση, η οποία ουσιαστικά ήταν η υιοθέτηση των καταθέσεων του, ήτοι των τεκμηρίων 27 και 28 και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Με βάση το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, επίμαχες νομοθετικές διατάξεις είναι τα άρθρια 255, 260 και 270 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως ίσχυαν βεβαίως κατά τον ουσιώδη χρόνο. Έγινε κάποια αναφορά στον περί ασφαλιστικών εργασιών του 2002 και στον περί ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών και άλλων συναφή θεμάτων νόμο του 2016, που βεβαίως ο τελευταίος νόμος δεν εφαρμόζεται, διότι είναι μεταγενέστερος του ουσιώδη χρόνου της παρούσας υπόθεσης, ο μεν πρώτος νόμος δεν εμπίπει στην νομική βάση του κατηγορητηρίου και εν πάση περιπτώση, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως στην κατακλείδα της γραπτής αγόρευσης, γίνεται ευθέως αναφορά στο άρθρο 270 του Ποινικού Κώδικα και συνεπώς είναι αυτή η νομική βάση που θα κριθεί κατά πόσο έχουν αποδειχθεί ή όχι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το Δικαστήριο θα παραθέσει τις πρόνοιες των άρθρων 255, 260 και 270 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως ίσχυαν βεβαίως κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης. Ορισµός. 255.—
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται µε δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόµιµα, αν είναι θεµατοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, µε δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαµβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
  1. i)µε τέχνασµα· (
  2. ii)µε εκφοβισµό· (iii) µε συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώµενου αποκτήθηκε µε τέτοιο τρόπο· (
  3. iv)µε ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης µπορεί να ανακαλυφθεί µε εύλογα διαβήµατα· (β) ο όρος "αποκοµίζει" περιλαµβάνει κάθε µετακίνηση οποιουδήποτε πράγµατος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειµένου όµως για πράγµα προσαρτηµένο, µόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς· (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαµβάνει και τον ιδιοκτήτη µέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγµατος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείµενο κλοπής.
(3)∆ύναται να είναι αντικείµενο κλοπής κάθε πράγµα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειµένου όµως για πράγµα προσκολληµένο σε ακίνητο µετά το διαχωρισµό του από τέτοιο ακίνητο.
  1. Όταν κάποιο πρόσωπο αποκτά κατοχή πράγµατος ή σφετερίζεται πράγµα που µπορεί να κλαπεί, κάτω από περιστάσεις οι οποίες διαφορετικά θα υπαγόταν η πράξη σε κλοπή, είναι αδιάφορο ότι αυτός αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή συµφέρον στο πράγµα ή είναι ο ιδιοκτήτης του πράγµατος που έχει αποκτηθεί ή σφετεριστεί εφόσον σε αυτό αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή έχει συµφέρον κάποιο τρίτο πρόσωπο ή είναι µισθωτής του πράγµατος ή είναι ένας από τους συνιδιοκτήτες του ή είναι διευθυντής ή είναι αξιωµατούχος οργανισµού ή εταιρείας ή οργάνωσης που έχουν την κυριότητα του πράγµατος που έχει αποκτηθεί ή που έχει σφετεριστεί.
  2. Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγµατα, δηλαδή— (α) περιουσία που λήφθηκε από τον υπαίτιο µε πληρεξουσιότητα για να τη διαθέσει· (β) περιουσία εµπιστευµένη στον υπαίτιο, είτε σε µόνο του, είτε µαζί µε άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωµή, ή παράδοση αυτής ή µέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο· (γ) περιουσία που λήφθηκε από τον υπαίτιο, είτε από µόνο του, είτε µαζί µε άλλο εκ µέρους ή για λογαριασµό τρίτου· (δ) το προϊόν, ολόκληρο ή µέρος, αξιογράφου που λήφθηκε από τον υπαίτιο µε εντολή όπως το προϊόν από αυτό να χρησιµοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό ή να πληρωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο όπως ορίζεται στην εντολή· (ε) το προϊόν, ολόκληρο ή µέρος, το οποίο απορρέει από τη διάθεση περιουσίας, το οποίο λήφθηκε από τον υπαίτιο δυνάµει πληρεξουσιότητας για τέτοια διάθεση, εφόσον η πληρεξουσιότητα δόθηκε στον υπαίτιο µε εντολή το πιο πάνω ποσό να χρησιµοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό ή να πληρωθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο όπως ορίζεται στην εντολή, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων. Ουσιαστικά στην παρούσα υπόθεση, τα ουσιώδη άρθρα είναι αυτά του άρθρου 255 που είναι ο γενικός ορισμός της κλοπής, σε συνδυασμό με το άρθρο 270 του Ποινικού Κώδικα, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του κατηγορουμένου και συνεπώς το άρθρο 260 είναι γενικότερο του άρθρου
  3. Ουσιαστικά για να στοιχειοθετηθεί η επίδικη κατηγορία, θα πρέπει να αποδειχθεί η κλοπή εκ μέρους του κατηγορουμένου του ποσού που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος και στην προκειμένη υπόθεση των ασφαλίστρων, με την συγκεκριμένη ιδιότητα του κατηγορουμένου και την μη απόδοση τους στην παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία, έχοντας πρόθεση για μόνιμη αποστέρηση αυτών από την εν λόγω εταιρεία. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναμφίβολα δικαίωμα του κατηγορουμένου. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.΄΄ Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Με γνώμονα, πυξίδα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην πιο κάτω αξιολόγηση. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου δεν δύναται να έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι ο κατηγορούμενος από την στιγμή που επέλεξε να υιοθετήσει τις καταθέσεις του ως ανώμοτη δήλωση και αυτές δεν υιοθετήθηκαν ενόρκως και να υποστεί την βάσανο της αντεξέτασης, δεν μπορούν να προσφέρουν στο Δικαστήριο ασφαλές υπόβαθρο για να αξιολογηθούν οι εν λόγω καταθέσεις, έστω και ως ανώμοτη δήλωση. Ότι έχει λεχθεί για παραποίηση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, αυτά δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι δεν αποτελεί επίδικο θέμα, ούτε υπάρχει σχετική κατηγορία στο κατηγορητήριο. Ως προς τις Μ.Κ. 1 και 2, οι οποίες είχαν εμπλακεί στην διερεύνηση της υπόθεσης, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό κρίνει ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να πουν την αλήθεια και να αναφέρουν όλα όσα γεγονότα και έγγραφα περιήλθαν στην αντίληψη τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, χωρίς να έχουν οποιανδήποτε πρόθεση να μεροληπτήσουν υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε, δεν απέκρυψαν την αλήθεια, αποκάλυπταν την πηγή της γνώσης τους, απαντούσαν με ευθύτητα και χωρίς δισταγμό και το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα για την φιλαλήθεια και αντικειμενικότητα τους και συνεπώς οι μαρτυρίες τους κρίνονται ως αξιόπιστες και ως τέτοιες γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 3, το Δικαστήριο κρίνει ότι προσήλθε μεν στο Δικαστήριο με σκοπό να παραθέσει εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη της, ως επίσης και για τα έγγραφα που αναφέρθηκε, όμως, η ίδια η μάρτυρα ανέφερε ότι ουσιαστικά η κατάθεση της που δόθηκε από την ίδια στην αστυνομία, δόθηκε μετά από οδηγίες που έλαβε, αφού η ίδια δεν είχε άμεση εμπλοκή και προσωπική γνώση, αποκαλύπτοντας όμως την πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και συνεπώς για γεγονότα τα οποία δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με βεβαιότητα, όπως π.χ. κατά πόσο καταχωρήθηκαν άλλες Δικαστικές διαδικασίες δεν κλονίζουν την αξιοπιστία της επί αυτού του σημείου. Όμως, μέσα από την μαρτυρία της Μ.Κ. 3, αρχίζει να εξυφαίνεται το όλο πλέγμα της συνεργασίας μεταξύ της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας και του κατηγορούμενου και ειδικότερα η φύση της συνεργασίας, το πως εξελίχθηκε και ποιος είναι ο χαρακτήρας της διαφοράς που προέκυψε. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας ως προς τον αριθμό των περιπτώσεων όπου παρουσιάστηκαν οι επιταγές - τεκμήρια 9 έως 14 για εξαργύρωση, ήτοι κατά πόσο παρουσιάστηκαν μια ή δύο φορές, δεν έχει αποφασιστική σημασία, διότι το ποσό που οφείλει ο κατηγορούμενος προς την ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει ασφαλίστρων, έχει αποκρυσταλλωθεί με τις διευθετήσεις που έγιναν με την αναγνώριση χρέους και τα σχετικά γραμμάτια, για τα οποία θα γίνει ειδική μνεία πιο κάτω. Σημειοτέο, ότι το παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου έλαβε χώρα μετά τις διευθετήσεις που έγιναν για να πληρωθούν τα οφειλόμενα και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η διαφορά μεταξύ της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας και του παραπονουμένου είναι αστικής φύσεως, το δε παράπονο που υποβλήθηκε είναι υστερόβουλο και που δεν αναιρεί τον αστικό χαρακτήρα της διαφοράς και αυτό διαφαίνεται άλλωστε και μέσα από την χρονική σειρά που έλαβε χώρα κάθε γεγονός και για τα οποία θα γίνει ξεχωριστή αναφορά πιο κάτω. Κατ΄ αρχήν, σε κανένα από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν γίνεται αναφορά για οποιανδήποτε παραδοχή ή οποιαδήποτε μνεία για κλοπή ή κατάχρηση των εν λόγω ποσών, αλλά μέσα από το λεκτικό των τεκμηρίων, ήτοι των γραμματίων και της αναγνώρισης χρέους, αυτό που καταδεικνύεται είναι η ύπαρξη μιας αμιγώς αστικής διαφοράς. Το ότι οφείλονται τα εν λόγω ποσά από τον κατηγορούμενο και που αντιστοιχούν σε ασφάλιστρα που είχε εισπράξει και η υποχρέωση του να τα αποδώσει στην ασφαλιστική εταιρεία που είναι ο δικαιούχος αυτών και η ιδιότητα του κατηγορούμενου ως αντιπροσώπου της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας και που αποτελούν μέρος των συστατικών στοιχείων του υπό εξέταση αδικήματος δεν έχουν αμφισβητηθεί και αυτά αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Αυτό που έχει αποφασιστική σημασία για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, είναι το κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση μόνιμης αποστέρησης των εν λόγω ποσών, έτσι ώστε να στοιχειοθετείται το αδίκημα της κλοπής από αντιπρόσωπο της εταιρείας. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι αρνητική, για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω. Οι όλες περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης και η χρονική σειρά των γεγονότων που έλαβαν χώρα και η σύνταξη των σχετικών τεκμηρίων, καταδεικνύουν όχι μόνο την μη πρόθεση του κατηγορουμένου να αποστερήσει τα χρηματικά ποσά από την παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία, αλλά και την αποδοχή εκ μέρους της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας της συνέχισης της υπάρχουσας κατάστασης με την συνέχιση της συνεργασίας που είχαν με τον κατηγορούμενο και τις αλλεπάλληλες διευθετήσεις που γίνονταν μεταξύ τους για απόδοση των οφειλόμενων ασφαλίστρων και την μερική απόδοση αυτών, αλλά και συνέχιση είσπραξης ασφαλίστρων από τον κατηγορούμενο, χωρίς να γίνεται παράπονο ή αναφορά για οποιανδήποτε κλοπή ή κατάχρηση. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και περιορισμούς, η μαρτυρία της Μ.Κ. 3 γίνεται αποδεκτή ως προς το μέρος των πιο πάνω αναφερόμενων ευρημάτων του Δικαστηρίου, όχι όμως στο μέρος που τείνει να καταδείξει την πρόθεση του κατηγορούμενου για μόνιμη αποστέρηση των ασφαλίστρων. Τα ίδια ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών και όσον αφορά την μαρτυρία της Μ.Κ. 4, με τις εξής επισημάνσεις, έχοντας υπ΄ όψη τα καθήκοντα της εν λόγω μάρτυρος. Συγκεκριμένα, η εν λόγω μάρτυρας παρέθεσε και αυτή με την σειρά της, στην έκταση που γνώριζε και θυμόταν, όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της στην παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία, μέσα και από τα έγγραφα τα οποία περιέγραψε και ανέλυσε, χωρίς να αντιληφθεί το Δικαστήριο οποιαδήποτε μεροληπτική στάση υπέρ ή εναντίον είτε της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας ή του κατηγορούμενου. Η μάρτυρας αποκάλυπτε την πηγή της γνώσης και δεν δίσταζε εάν κάτι δεν γνώριζε να παραπέμψει ευθέως στο λογιστήριο της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας. Η αναφορά της μάρτυρος ως προς τα λεγόμενα του κατηγορούμενου ως προς το ζήτημα των καθυστερήσεων, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε κάποιον λόγο παρά μόνο ότι ΄΄έκοψε μέσα΄΄ δεν προσδίδει οποιονδήποτε άλλον χαρακτήρα στην επίδικη διαφορά, ήτοι δεν προσδίδει οποιανδήποτε πρόθεση του κατηγορούμενου για μόνιμη αποστέρηση των ασφαλίστρων. Απεναντίας, αυτό που προσδίδει, είναι μια αδυναμία εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδώσει τα ασφάλιστρα, χωρίς οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να ενέχει ποινικό χαρακτήρα αυτή η παράλειψη καταβολής από δόλο και κατ΄ επέκταση δεν νοείται ποινικοποίηση αυτής της παράλειψης καταβολής των ασφαλίστρων λόγω αυτής της αδυναμίας, διότι η κλοπή απαιτεί και την ένοχη διάνοια, ήτοι την πρόθεση για μόνιμη αποστέρηση των ασφαλίστρων, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Ούτως ή άλλως, η ίδια η μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος συνέχιζε να δίνει κάποια ποσά, έστω μικρά και ο κατηγορούμενος τη έλεγε ότι προέβαινε σε ενέργειες για να εξοφλήσει, καταδεικνύοντας έτσι την πρόθεση του κατηγορούμενου να εξοφλήσει την παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία. Το ότι δεν γνώριζε το ακριβές υπόλοιπο των καθυστερήσεων σε κάποιες χρονικές στιγμές για τις οποίες ερωτάτο, ασφαλώς δεν κλονίζουν την αξιοπιστία της και ούτε έχει ούτως ή άλλως οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι το οφειλόμενο ποσό έχει αποκρυσταλλωθεί τελικά μέσα από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο και που θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Εν πάση περιπτώση, η μάρτυρας παρέπεμπε στο λογιστήριο της εταιρείας για οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες και ήταν έτοιμη να καταθέσει κάποια επιπρόσθετα στοιχεία όταν διακόπηκε η μαρτυρία της σε άλλη δικάσιμο. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και περιορισμούς, η μαρτυρία της Μ.Κ. 4 γίνεται αποδεκτή ως προς το μέρος των πιο πάνω αναφερόμενων ευρημάτων του Δικαστηρίου που αναφέρθηκε και κατά την αξιολόγηση της Μ.Κ. 3, δεν υπάρχει όμως κάτι στην μαρτυρία της που να τείνει να καταδείξει την πρόθεση του κατηγορούμενου για μόνιμη αποστέρηση των ασφαλίστρων, αλλά διαφαίνεται η αδυναμία του κατηγορουμένου να καταβάλει τα οφειλόμενα και τις προσπάθειες που είχε κάνει να αποδώσει έστω μέρος αυτών, με αποτέλεσμα αυτό που καταδεικνύεται είναι η αδυναμία μεν του κατηγορουμένου να ανταποκριθεί στο έπακρο στις συμβατικές του υποχρεώσεις, αλλά δεν υπάρχει πρόθεση για μόνιμη αποστέρηση των ασφαλίστρων, παραμένοντας έτσι ο χαρακτήρας της διαφοράς ως αστικός. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 5, αυτή παρουσιάζει κάποιες διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 3 και 4, διότι αυτός είναι ο μοναδικός μάρτυρας που έκανε αναφορά για οικειοποίηση των ασφαλίστρων από τον κατηγορούμενο και προσπάθεια του κατηγορουμένου να κερδίσει χρόνο, παραπέμποντας ευθέως την κρίση του ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε κλοπή. Αναμφίβολα, τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αυτός ως προς το νόμο του 2016 και της παραποίησης ασφαλιστηρίου εγγράφου, ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και συνεπώς δεν έχουν οποιανδήποτε βαρύτητα. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αυτός αναφορικά με την οικειοποίηση των ασφαλίστρων από τον κατηγορούμενο και προσπάθεια του κατηγορουμένου να κερδίσει χρόνο, παραπέμποντας ευθέως την κρίση του ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε κλοπή, κρίνονται από το Δικαστήριο ότι είναι υστερόβουλα και τέθηκαν για πρώτη φορά στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας με σκοπό να καταδείξουν ένοχη διάνοια του κατηγορουμένου και συνεπώς να επιτύχουν καταδίκη του κατηγορούμενου. Η όλη πορεία και χρονική συνοχή και συνέχεια των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην παρούσα υπόθεση και η σύνταξη των σχετικών εγγράφων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια, καταδεικνύουν αμιγώς τον αστικό χαρακτήρα της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας και του κατηγορούμενου. Αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα και ως λογική απόρροια από τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί και την χρονική σειρά που έχουν συνταχθεί και που καταδεικνύουν τον αμιγώς αστικό χαρακτήρα της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας και του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, πρώτα έχει συνταχθεί η μεταξύ των πιο πάνω εμπλεκόμενων μερών συμφωνία, ήτοι το τεκμήριο 6, ημερομηνίας 30/11/2009. Ακολούθως, συντάθηκε το τεκμήριο 31, το οποίο αποτελεί έγγραφη αναγνώριση χρέους ημερομηνίας 2/9/10 και με την οποία αναγνωρίστηκε όχι μόνο η μέχρι τότε οφειλή του, αλλά ρυθμίστηκε και ο τρόπος εξόφλησης του εν λόγω ποσού, η δε συνεργασία όμως μεταξύ των εμπλεκόμενων εξακολούθησε να είναι σε ισχύ. Τρεις μήνες αργότερα, συντάχθηκε το τεκμήριο 32, με βάση το οποίο ρυθμίστηκε η καταβολή συγκεκριμένων χρηματικών ποσών σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από τον κατηγορούμενο. Εννέα μήνες αργότερα, συντάχθηκαν τα τεκμήρια 7 έως 14, όπου οι εμπλεκόμενοι, ήτοι η παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία και ο κατηγορούμενος, όπου με βάση την έγγραφη αναγνώριση οφειλής ημερομηνίας 13/9/2011, αναγνωρίστηκε το μέχρι τότε διαμορφωθέν υπόλοιπο, αλλά και ο τρόπος πληρωμής και με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και εξασφαλίσεις, ήτοι με τα γραμμάτια - τεκμήριο 8 και τις επιταγές - τεκμήρια 9 έως 14, με την συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών να συνεχίζεται. Ακολούθησε το τεκμήριο 30, με βάση το οποίο ακυρώθηκε η εγγραφή του κατηγορούμενου από το μητρώο ασφαλιστικών πρακτόρων με ημερομηνία 22/11/2011. Λίγες μέρες αργότερα, συντάχθηκε μια νέα και η τελευταία στην σειρά δήλωση και έγγραφη ανάληψη ευθύνης για τα ποσά που εισπράχθηκαν με ημερομηνία 9/12/2011, ήτοι το τεκμήριο 15. Τα όσα αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο περί παραποίησης δεν λαμβάνονται υπ΄ όψη, διότι δεν αποτελούν επίδικα θέματα. Δηλαδή, μέσα σε μια περίοδο 15 μηνών, η παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία αποδεχόταν την ρύθμιση των οφειλών του κατηγορούμενου και συνέχιζε να τον αποδέχεται ως ασφαλιστικό αντιπρόσωπο της και να προβαίνει στις πιο πάνω διευθετήσεις των οφειλόμενων ποσών. Μέσα στην πιο πάνω περίοδο δεν υποβλήθηκε κανένα παράπονο και τα εμπλεκόμενα μέρη ασφαλώς θεωρούσαν την μεταξύ τους διαφορά ως αστική, αφού καμία αναφορά για κλοπή δεν γινόταν, αλλά δινόταν πίστωση χρόνου με συγκεκριμένο τρόπο πληρωμής των οφειλόμενων ποσών. Συνεπώς, τα παράπονα που υποβλήθηκαν ένα χρόνο μετά την τελευταία διευθέτηση, ήτοι με τις καταθέσεις - τεκμήρια 23, 20 και 24, μόνο υστερόβουλα και ετεροχρονισμένα μπορούν να κριθούν, σε μια προσπάθεια ποινικοποίησης της μεταξύ των εμπλεκόμενων διαφορά. Επιπρόσθετα, ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 5, το Δικαστήριο προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις: Κατά την διάρκεια της συνεργασίας μεταξύ της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας και του κατηγορούμενου και των διευθετήσεων που γίνονταν, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να καταβάλλει δόσεις, έστω και με μικρή έκταση, αλλά και να εισπράττει και να αποδίδει ασφάλιστρα και αυτό καταδεικνύει την μη πρόθεση του κατηγορουμένου να αποστερήσει μόνιμα από την παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι και η παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία τερμάτισε την συνεργασία της με τον κατηγορούμενο μόνο με την απόφαση του Εφόρου ασφαλιστικών εταιρειών, η οποία μάλιστα λήφθηκε μετά από παράπονα άλλων ασφαλιστικών εταιρειών και όχι από την παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία και τότε ήταν, ήτοι με την ακύρωση εγγραφής του κατηγορούμενου από το μητρώο ασφαλιστικών αντιπροσώπων που οριστικά σταμάτησε η οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω απόδοση ασφαλίστρων που και πάλι, η παραπονούμενη εταιρεία λίγες μέρες μετά την διαγραφή του κατηγορούμενου, αποδέχθηκε εκ νέου την τελευταία ρύθμιση των οφειλομένων, ήτοι με το τεκμήριο 15 και κατ΄ επέκταση, δεν νοείται εκ των υστέρων ποινικοποίηση της διαφοράς μεταξύ της παραπονούμενης ασφαλιστικής εταιρείας και του κατηγορουμένου. Συνεπώς, τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ. 5 περί παραδοχής του κατηγορούμενου για οικειοποίηση των ασφαλίστρων και πρόθεσης του να κερδίσει χρόνο, δεν πείθουν το Δικαστήριο και κρίνονται ως υστερόβουλες σκέψεις με σκοπό να επιτύχουν καταδίκη του κατηγορούμενου και παρουσιαστούν εκ των υστέρων ως παραπονούμενοι και να ποινικοποιήσουν την μεταξύ των εμπλεκόμενων διαφορά, η οποία διαφορά εν πάση περιπτώση έχει ρυθμιστεί με τα πιο πάνω αναφερόμενα τεκμήρια, παραμένοντας έτσι ο χαρακτήρας της διαφοράς ως αστικός. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται μεν την μαρτυρία του Μ.Κ. 5, όχι όμως ως προς το σκέλος που έτεινε να αποδώσει ένοχη διάνοια εις βάρος του κατηγορούμενου και που να καταδεικνύει την μόνιμη πρόθεση του κατηγορουμένου να αποστερήσει μόνιμα από την παραπονούμενη ασφαλιστική εταιρεία και κατ΄ επέκταση το ανάλογο συστατικό στοιχείο της κλοπής. Συνεπώς, τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, είναι ότι ο κατηγορούμενος, όντας ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της παραπονούμενης εταιρείας, εισέπραξε ασφάλιστρα τα οποία αποτελούν δικαιωματικά περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας και το ύψος το οφειλόμενου ποσού είναι αυτό που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, πλην όμως δεν έχει αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συστατικό στοιχείο της μόνιμης πρόθεσης αποστέρησης των εν λόγω ασφαλίστρων, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να αθωωθεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κλοπή από αντιπρόσωπο εταιρείας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.