← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κανάρης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23395/14, 28/2/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κανάρης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23395/14, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23395/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-

  1. ΧΧΧΧΧ Κανάρης
  2. ΧΧΧΧΧ Δημητρίου
  3. ΧΧΧΧΧ Ζαχαριάδου
  4. ΧΧΧΧΧ Μασώνος
  5. ΧΧΧΧΧ Κατσουνωτός Κατηγορούμενοι ---------------------------------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού με κα. Χρ. Σίρτσιην Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Ανδρέας Σάββα Για τον κατηγορούμενο 3: κα. Σύλβια Αδάμου Για τον κατηγορούμενο 4: κ. Χρίστος Ιάσωνος ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 αντιμετωπίζουν συνολικά 13 κατηγορίες. Ο πρώτος κατηγορούμενος σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας έχει δηλώσει παραδοχή και του έχει επιβληθεί ποινή. Ο πέμπτος κατηγορούμενος μετά την επιφύλαξη της απόφασης απεβίωσε με βάση και την ενημέρωση που έτυχε το Δικαστήριο από τον ευπαίδευτο συνήγορο του πέμπτου κατηγορούμενου και ποθ επιβεβαιώθηκε και από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής και συνεπώς το Δικαστήριο θα προβεί στην ανάλογη αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων αναφορικά με τα πρόσωπα των κατηγορουμένων 2, 3 και4 και κατά πόσο έχουν στοιχειοθετηθεί εναντίον τους οι επίδικες κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333, 336 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  6. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι μεταξύ 28 Φεβρουαρίου 2014 και 26 Αυγούστου 2014 στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή πλαστογραφία εγγραφου. Η δεύτερη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  7. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του, οι κατηγορούμενοι τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο με την πρώτη κατηγορία, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή την κυκλοφορία πλαστού έγγραφο. Η τρίτη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  8. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο ουσιώδη τόπο και χρόνο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η τέταρτη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 341 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  9. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή πρόκληση εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις. Η πέμπτη κατηγορία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 33Α και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  10. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο ουσιώδη τόπο και χρόνο συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή δόλια συναλλαγή σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο πρόσωπο. Η έκτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333Α , 336 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  11. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι στις 28 Φεβρουαρίου 2014 στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατάρτισαν πλαστό έγγραφο, δηλαδή ένα ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 28 Φεβρουαρίου 2014 με πληρεξιοδοτούσα την Μ.Κ 10 από τη Λευκωσία, το οποίο εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Η έβδομη κατηγορία αφορά την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  12. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι στις 26 Αυγούστου 2014 στη Λεμεσό, εις γνώση τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφ,ο δηλαδή το έγγραφο που αναφέρεται στην έκτη κατηγορία. Η όγδοη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α)(δ)(ι), 336 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  13. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία προς την κατηγορούσα αρχή στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, πλαστογράφησαν την επιταγή της τράπεζας Κύπρου με αριθμό XXXXX7427, η οποία εκδόθηκε στην Μ.Κ. 10 από τη Λευκωσία για το ποσό των € 20.000, οπισθογράφοντας την πιο πάνω επιταγή με το όνομα της Μ.Κ. 10 από τη Λευκωσία, χωρίς την εξουσιοδότηση της. Η ένατη κατηγορία αφορά την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339, 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα κεφάλαιο
  14. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοιστις 26 Αυγούστου 2014 στη Λεμεσό, εις γνώση τους και δολίως, έθεσαν σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή την επιταγή που αναφέρεται στην όγδοη κατηγορία. Η 10η κατηγορία αφορά το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  15. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι μεταξύ 28 Φεβρουαρίου 2014 και 26 Αυγούστου 2014 στη Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασαν από τον Μ.Κ. 6 από την Λεμεσό το χρηματικό ποσό των € 107.000, των ψευδών παραστάσεων συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι οι κατηγορούμενοι του είπαν να του πουλήσουν το ακίνητο που αναφέρεται στην λεπτομέρειες του αδικήματος, ενώ στην πραγματικότητα οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι το τεμάχιο δεν τους ανήκε, ούτε και είχαν πληρεξούσιο από τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου. Η 11η κατηγορία αφορά την απόπειρα αποσπάσεως περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298

(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι στις 26 Αυγούστου 2014 στη Λεμεσό, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, αποπειράθηκαν να αποσπάσουν το ακίνητο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 10ης κατηγορίας αξίας € 230.000, περιουσία της Μ.Κ. 10 από τη Λευκωσία. Η 12η κατηγορία αφορά δόλια συναλλαγή σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 303Α
(1)
(2)(β)
(3), 20, 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι στις 26 Αυγούστου 2014 στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, συναλλάχθηκαν σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλον, δηλαδή στο ακίνητο που αναφέρεται στην 10η κατηγορία που ανήκει στην Μ.Κ. 10 από τη Λευκωσία. Η 13η κατηγορία αφορά πρόκληση εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 341, 337, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι στις 26 Αυγούστου 2014 στη Λεμεσό, με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις ως προς το περιεχόμενο της δηλώσεως μεταβίβασης ακινήτου με αριθμό Π1468/14 τύπος Ν270 σε σχέση με το ακίνητο που αναφέρεται στην 12η κατηγορία, παρουσίασαν στην Μ.Κ. 5, δημόσιο υπάλληλο του επαρχιακού κτηματολογίου Λεμεσού, του κλάδου μεταβιβάσεων και υποθηκών, την εν λόγω δήλωση μεταβιβάσεως ακινήτου, προκαλώντας την να υπογράψει ή να εκτελέσει αυτήν, κάνοντας την δεκτή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Κ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  3. Σε αυτήν αναφέρει ότι στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της ως ανακριτής, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Μ.Κ. 9, ανακριτική κατάθεση από τον δεύτερο κατηγορούμενο, από τον οποίο έλαβε επίσης με την γραπτή του συγκατάθεση δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώην πρώτο κατηγορούμενο και με την δική του γραπτή συγκατάθεση δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής, καθώς επίσης έλαβε από τον Μ.Κ. 7 συγκεκριμένα έγγραφα. Σε κατοπινό στάδιο παρέδωσε τα έγγραφα σε συγκεκριμένο συνάδελφο της. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι είναι η μια εκ των ανακριτών, μαζί με τον Μ.Κ. 2 και άλλον συνάδελφο της που κατονόμασε, αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, αναγνωρίζοντας τον ταυτόχρονα μέσα από το εδώλιο, αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 3 την κατάθεση που έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο, αναγνωρίζοντας τον ταυτόχρονα μέσα από το εδώλιο του. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 4 το έντυπο Ν. 270 του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας, το τεκμήριο 5 με τίτλο ως ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 28/2/2014, το τεκμήριο 6 το έγγραφο με τίτλο ως αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/3/2014, το τεκμήριο 7 την επιταγή με αριθμό XXXXX7427 ημερομηνίας 21/3/2014 για το ποσό των € 20,000, τα τεκμήρια 8(α)(β) τις αποδείξεις του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας με αριθμούς 1464894 και 1534580, το τεκμήριο 9 με τίτλο ως γενικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 25/4/2012, το τεκμήριο 10 το οποίο περιέχει σφραγίδες του κοινοτάρχη κοινότητας Χρυσελεούσης Στροβόλου, το τεκμήριο 11 με έντυπο πιστοποίησης υπογραφής από τον κοινοτάρχη της πιο πάνω κοινότητας. Η κυρίως εξέταση της μάρτυρος συνεχίστηκε σε άλλη δικάσιμο, όπου κατέθεσε ως τεκμήριο 12 έγγραφο με τίτλο ως ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 24/8/2014, κατέθεσε ως τεκμήριο 13 υπεύθυνη δήλωση ημερομηνίας 25/8/2014, κατέθεσε ως τεκμήριο 14 έγγραφο με τίτλο ως ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 22/3/2014, θέτωντας ταυτόχρονα το υπόβαθρο για την κατάθεση του ως τεκμηρίου, κατέθεσε ως τεκμήριο 15 την κατάθεση της Μ.Κ. 10, κατέθεσε ως τεκμήριο 16 δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής του τέταρτου κατηγορούμενου, κατέθεσε ως τεκμήριο 17 δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής που λήφθηκαν από τον τέταρτο κατηγορούμενο, κατέθεσε ως τεκμήριο 18 δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής από τον αποβιώσαντα πλέον πρώην κατηγορούμενο 5, κατέθεσε ως τεκμήριο 19 δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής που λήφθηκαν από τον Μ.Κ. 11, κατέθεσε ως τεκμήριο 20 δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής που λήφθηκαν από τον Μ.Κ. 12, κατέθεσε ως τεκμήριο 21 δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής που λήφθηκαν από την Μ.Κ. 10, κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 22 δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής που λήφθηκαν από τον πρώην κατηγορούμενο
  4. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχουν και άλλα τεκμήρια στην υπηρεσία γραφολόγων του αρχηγείου αστυνομίας. Ακολούθως, αναγνώρισε τους κατηγορούμενους στο εδώλιο, επεξήγησε και ανέλυσε την πορεία της παρούσας υπόθεσης και πιο συγκεκριμένα με την έγερση του συγκεκριμένου παραπόνου, ποιο ήταν το περιεχόμενο του εν λόγω παραπόνου, τι ενέργειες έγιναν για να διερευνηθεί το εν λόγω παράπονο, τι έγγραφα έχουν συλλεχθεί, τι ισχυρισμοί προβλήθηκαν και γενικά ανέφερε, ανέλυσε και περιέγραψε τι περιήλθε στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της από απόψεως εγγράφων και καταθέσεων ως μια εκ των τριών ανακριτών της παρούσας υπόθεσης που αποτελούσαν την ανακριτική ομάδα αυτής της υπόθεσης. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε, ανέλυσε, περιέγραψε εκ νέου τις ενέργειες που έγιναν κατά την διερεύνηση της υπόθεσης και τι έχει περιέλθει στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως προς την εμπλοκή των κατηγορουμένων, μέσα από τα έγγραφα και τις καταθέσεις που συλλέγησαν. Προέβησε σε επιπρόσθετες διευκρινίσεις και λεπτομέρειες, μέσα από τις ερωταπαντήσεις που γίνονταν κατά την διαδικασία της αντεξέτασης, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα και τα έγγραφα αυτής της υπόθεσης. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 23 την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που έγινε στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης. Υπεραμύνθηκε της ορθότητας των πράξεων όσον αφορά την πρόσαψη κατηγοριών και στο ότι οι προτιθέμενοι αγοραστές δεν είναι κατηγορούμενοι, αρνούμενη ταυτόχρονα αντίθετες σχετικές υποβληθείσες θέσεις. Ο Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  5. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά και αυτός με την σειρά του στον διορισμό του ως μέλος της ανακριτικής ομάδας στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης που ανέλαβε το ΤΑΕ. Στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του, αναφέρει στην λήψη του παραπόνου από τον Μ.Κ. 11, στην σύλληψη του Μ.Κ. 6 και στην έρευνα που έγινε στα υποστατικά του Μ.Κ. 6, στην σύλληψη του δεύτερου κατηγορούμενου, στην λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ως επίσης και από την τρίτη κατηγορούμενη, στην σύλληψη των Μ.Κ. 8 και 9, στην λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον τέταρτο κατηγορούμενο, ως επίσης και από τον αποβιώσαντα πέμπτο κατηγορούμενο, τον πρώτο κατηγορούμενο και στην πρόσαψη κατηγορίας στην τρίτη, κάνοντας ταυτόχρονα μια σύνοψη στο τι του ανέφεραν τα πιο πάνω άτομα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε ως τεκμήριο 25 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ως τεκμήριο 26 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την τρίτη κατηγορούμενη, ως τεκμήριο 27 η ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον τέταρτο κατηγορούμενο, αφού προηγήθηκε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με βάση την οποία δεν χρειαζόταν η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης διότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το ενοχοποιητικό σε αυτήν. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 28 τις γραπτές κατηγορίες που είχε προσάψει στην τρίτη κατηγορούμενη, ως τεκμήριο 29 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον αποβιώσαντα πέμπτο κατηγορούμενο, ως τεκμήριο 30 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο, αναγνώρισε τους κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 5 στο εδώλιο του κατηγορουμένου και εκείνη την ημέρα απουσίαζε ο τέταρτος κατηγορούμενος και διευκρίνισε ότι δεν έχει προβεί σε άλλες ενέργειες πέραν αυτών που αναφέρονται στην κατάθεση του. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του δεύτερου κατηγορουμένου, αναφέρθηκε στην έκταση που θυμόταν στις ενέργειες που είχε κάνει ως ανακριτής, παραπέμποντας ουσιαστικά στην κατάθεση του, καθώς επίσης αναφέρθηκε στην έκταση που θυμόταν τι ισχυρισμοί περιήλθαν στην αντίληψη του ως ανακριτής. Αντεξετάστηκε επίσης και από τον ευπαίδευτο συνήγορο του πρώτου και πέμπτου κατηγορουμένου, αν και σε κατοπινό στάδιο, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση και του επιβλήθηκε ποινή, ο δε πέμπτος κατηγορούμενος απεβίωσε μετά την επιφύλαξη της απόφασης, το δε αντικέιμενο της αντεξέτασης αφορούσε τις ενέργειες που έγιναν στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης και τι περιήλθε στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του από την λήψη του παραπόνου και τις καταθέσεις που λήφθηκαν, δίνοντας τις δικές του θέσεις και εξηγήσεις, στην έκταση που θυμόταν. Αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο της τρίτης κατηγορούμενης, αναφέρθηκε επίσης στα όσα έχουν σχέση με την τρίτη κατηγορούμενη ως προς την μαρτυρία που υπήρχε και που έχει συλλεχθεί κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, στην έκταση που θυμόταν, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η κατάθεση της τρίτης κατηγορουμένης, υπεραμύνθηκε των ενεργειών που έχει κάνει, αρνούμενος ταυτόχρονα αντίθετες υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την μη ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του όσον αφρά την τρίτη κατηγορούμενη. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο του τέταρτου κατηγορουμένου, διευκρίνισε ότι στην κατάθεση του κατέγραψε τις ενέργειες που έχει προβεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και που ήταν αναγκαίες να καταγραφούν. Αναφέρθηκε επίσης, στην έκταση που θυμόταν, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο τέταρτος κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στην Λεμεσό μετά την σύλληψη του και γενικά ότιδήποτε είχε σχέση με την σύλληψη του, καθώς επίσης και ποια μαρτυρία υπήρχε εναντίον του τέταρτου κατηγορούμενου. Η Μ.Κ. 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  6. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι εργάζεται στην επαρχιακή διοίκηση Λεμεσού στο τμήμα αρχείου πληθυσμού και μετανάστευσης ως βοηθός γραμματειακός λειτουργός. Μετά από έρευνα που έκανε στο μηχανογραφημένο σύστημα του αρχείου, διαπίστωσε ότι η ΧΧΧΧΧ Γεωργίου με αριθμό Δ.Τ. ΧΧΧ 244 δεν έχει αποταθεί ποτέ για έκδοση μηχανογραφημένης Κυπριακής ταυτότητας, ούτε είχε εκδοθεί τέτοιου είδους ταυτότητα στο αρχείο πληθυσμού και διαπίστωσε επίσης ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν κατέχει την Κυπριακή ιθαγένεια, αλλά είναι άτομο με Ελληνική ιθαγένεια και γεννήθηκε στις ΧΧ/ΧΧ/ΧΧΧ4 στην Ελλάδα και έχει γονείς συγκεκριμένα άτομα που αναφέρει στην κατάθεση της. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, όσον αφορά το τεκμήριο 32, ανέφερε ότι στο σύστημα τους δεν υπάρχει τέτοια ταυτότητα και ούτε είχε εκδοθεί τέτοια ταυτότητα, είναι λάθος αυτό που αναγράφεται στο τεκμήριο 32 για την ύπαρξη Κυπριακής ιθαγένειας, διότι η ΧΧΧΧΧ Γεωργίου δεν έχει και οι γονείς της είναι άλλοι. Στην σύντομη αντεξέταση της αναφέρει ότι τον συγκεκριμένο αριθμό ταυτότητας τον βρήκε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του αρχείου πληθυσμού, αποτελούσε σύνηθες φαινόμενο, που δεν ισχύει τώρα, να εκδίδονται σε μη Κύπριους πολίτες ταυτότητες και καταγράφονταν τα στοιχεία τους, όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εκδοθεί μηχανογραφημένη ταυτότητα. Η Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  7. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι είναι κτηματολογική λειτουργός, υπεύθυνη στο κλάδο μεταβιβάσεων του κτηματολογίου Λεμεσού. Η εργασία της στο κτηματολόγιο συνίσταται στο να παραλαμβάνει τις αιτήσεις μεταβιβάσεως ή και δωρεές που παραλαμβάνουν οι υπάλληλοι στο γραφείο αποδοχής και αφού τις μελετήσει, δίνει γραπτές οδηγίες για την μετέπειτα πορεία των αιτήσιων. Σε σχέση με την δήλωση μεταβίβασης πώλησης με αριθμό Π1468 / 14, που η αστυνομία τους ενημέρωσε γραπτώς ότι πιθανόν να διαπράχθηκαν αδικήματα πλαστογραφίας, ανέφερε ότι μετά την ενημέρωση της αστυνομίας, παρέλαβε την αίτηση την συγκεκριμένη και την μελέτησε. Η πράξη που αναφέρεται στην συγκεκριμένη αίτηση, αφορά πώληση οικοπέδου στον άγιο Νικόλαο από την ΧΧΧΧΧ Γεωργίου, η οποία αντιπροσωπεύτηκε στο κτηματολόγιο από τον πρώτο κατηγορούμενο προς τους αγοραστές Μ.Κ. 6, 8 και 9, οι οποίοι παρουσιάστηκαν στο κτηματολόγιο αυτοπροσώπως. Κατά την μελέτη του φακέλου, έχει διαπιστώσει πως η Γεωργίου είχε δώσει πληρεξούσιο στην τρίτη κατηγορούμενη. Σύμφωνα με το πληρεξούσιο, η τρίτη κατηγορούμενη εξουσιοδοτείτο από την Γεωργίου να πωλήσει το ακίνητο της για οποιοδήποτε ποσό. Επίσης την εξουσιοδοτούσε να μεταβιβάσει τις εξουσίες σε τρίτο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, με πληρεξούσιο ημερομηνίας 24 Αυγούστου 2014, εξουσιοδότησε τον πρώτο κατηγορούμενο να παρουσιαστεί στο κτηματολόγιο και να πουλήσει το οικόπεδο στους αγοραστές. Η δήλωση πωλήσεως παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 22 Αυγούστου 2014, αλλά δεν έγινε αποδεκτή, διότι το πληρεξούσιο της τρίτης κατηγορουμένης προς τον πρώτο κατηγορούμενο με ημερομηνία 22 Μαρτίου 2014 ήταν λαθασμένο γι' αυτό και η μεταβίβαση δεν έγινε αποδεκτή. Η δήλωση διεκπεραιώθηκε στις 26 Αυγούστου
  8. Από ότι γνωρίζει είχαν παρουσιαστεί στις 25 Αυγούστου 2014, χωρίς όμως να προσκομίσουν την ταυτότητα της Γεωργίου και έτσι η μεταβίβαση δεν έγινε και πάλι αποδεκτή. Στις 28 Αυγούστου 2014 παρουσιάστηκε η Γεωργίου μαζί με το σύζυγό της και κατάγγειλαν ότι ουδέποτε υπέγραψαν πληρεξούσιο έγγραφο για πώληση του οικοπέδου τους. Τους παρέδωσαν μετά από αίτηση πιστά αντίγραφα της πράξης και του πωλητηρίου. Στις 29 Αυγούστου 2014 ενημερώθηκαν επίσημα από την αστυνομία ότι εξετάζεται υπόθεση σε σχέση με την εν λόγω πράξη. Τα πρωτότυπα έγγραφα της πώλησης με αριθμό Π1468 / 14 και το πωλητηρίου έγγραφο με αριθμό ΠΩΕ 256 / 14 αναφέρει ότι τα παραδίδει στον αστυφύλακα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 34 την δέσμη των εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίδικη πράξη. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 4 που είναι η επίδικη πράξη μεταβίβασης, αναγνώρισε τα τεκμήρια 5, 6, 8 (α)(β), 12, 13 και τα περιέγραψε σε συντομία. Αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις και διευκρινίσεις αναφορικά με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στο κτηματολόγιο και ειδικότερα για τα πληρεξούσια έγγραφα. Η Μ.Κ. 5 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  9. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι εργάζεται στο επαρχιακό κτηματολόγιο Λεμεσού ως κτηματολογικός γραφέας και ειδικότερα στο τμήμα υποδοχής μεταβίβασης και υποθήκης. Όσον αφορά την πράξη μεταβίβασης με αριθμό Π1468/14 που έγινε στις 26/8/2014, ανέφερε ότι είναι η ίδια που την έχει διενεργήσει και παρόντες ήταν οι αγοραστές, ήτοι ο Μ.Κ. 6, 8 και 9 και εκ μέρους του πωλητή, ήτοι της ΧΧΧΧΧ Γεωργίου αντιπροσώπευε ο πρώτος κατηγορούμενος, όπου στην παρουσία των πιο πάνω η μάρτυρας διάβασε την πράξη και το ποσό της πώλησης που ήταν € 150,
  10. Ρωτήθηκε ο πωλητής, ήτοι ο πρώτος κατηγορούμενος εάν το τίμημα εξοφλήθηκε και αυτός απάντησε θετικά. Κατά την διάρκεια της πράξης η μάρτυρας ζήτησε από τους παρευρισκόμενους τις ταυτότητες τους, τις οποίες παρέλαβε και τις φωτοτύπησε. Όσον αφορά την ταυτότητα της ΧΧΧΧΧ Γεωργίου, ο πρώτος κατηγορούμενος της έδωσε φωτοτυπία αυτής που ήταν και ο αντιπρόσωπος της. Όταν η πράξη ολοκληρώθηκεεκδόθηκε απόδειξη για την πληρωμή των μεταβιβαστικών τελών. Μετά το κλείσομο της πράξης, η μάρτυρας έδωσε την δήλωση μεταβιβασης στο γραφείο της Μ.Κ.
  11. Η μάρτυρας κατά την διάρκεια της πράξης δεν είδε τίποτε το ύποπτο μεταξύ πωλητών και αγοραστών και στην δήλωση μεταβίβασης όλοι οι εμπλεκόμενοι υπέγραψαν στην παρουσία της. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε το τεκμήριο 34 ως τις φωτοτυπίες της πράξης που περιέγραψε στην κατάθεση της, ανέφερε ότι ζήτησε τις ταυτότητες των εμπλεκόμενων προσώπων, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα το τεκμήριο 32 ως το αντίγραφο της ταυτότητας που της παρουσιάστηκε και που αφορούσε το πρόσωπο της πωλήτριας. Περιέγραψε επίσης την διαδικασία που ακολουθείται σε παρόμοιες περιπτώσεις και ειδικότερα τον έλεγχο που γίνεται, όπως π.χ. να συμβαδίζει ο αριθμός ταυτότητας με τον αριθμό που αναγάραφεται στο πληρεξούσιο και στην προκειμένη περίπτωση εξουσιοδοτείτο ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε από την τρίτη κατηγορούμενη και η τρίτη κατηγορούμενη από την ΧΧΧΧΧ Γεωργίου. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν παρουσιάστηκε ο δεύτερος και ο τέταρτος κατηγορούμενος, ούτε η τρίτη κατηγορούμενη και το ίδιο ισχύει και για την πωλήτρια, όπου της παρουσιάστηκε φωτοαντίγραφο της ταυτότητας της και γενικά περιέγραψε την διαδικασία που ακολουθήθηκε την ημέρα που έγινε η επίδικη πράξη και ειδικότερα τι έλεγχοι έγιναν. Ο Μ.Κ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  12. Σε αυτήν αναφέρει ότι για το ακίνητο, κατά τον Φεβρουάριο του 2014 ρώτησε τον ιδιοκτήτη τους τον ΧΧΧΧΧ Γεωργίου όταν θα του κατέβαλλε το ενοίκιο, κατά πόσο είναι προς πώληση και όταν ο ιδιοκτήτης του ανέφερε την τιμή πώλησης €320,000, του ανέφερε ότι δεν μπορεί να καταβάλει αυτό το αντίτιμο. Επίσης ο ιδιοκτήτης τον προειδοποίησε ότι εφόσον το είχε προς πώληση, σε περίπτωση που πωλείτο θα έπρεπε να μετακινηθούν τα οχήματα που είχε εντός αυτού και ο ίδιος δεν έφερε αντίρρηση, λόγω της μη προβληματικής μακρόχρονης συνεργασίας τους. Κατά τον Μάρτιο του 2014 και ενώ ήταν στο γκαράζ, είδε ένα αυτοκίνητο στο οικόπεδο και δύο άτομα και τότε πήγε κοντά τους και ο ένας του συστήθηκε ως Φίλιππος κτηματομεσίτης και ο άλλος ενδιαφερόταν να το αγοράσει. Ρώτησε τότε τον κτηματομεσίτη ποια ήταν η τιμη πώλησης και του είπε ότι ήταν €220,000 συζητήσιμη και τότε ο μάρτυρας του ανέφερε ότι δύναται για το ποσό των €190,
  13. Τότε την νύκτα τον επισκέφθηκε στο σπίτι του ο κτηματομεσίτης και συμφώνησαν όπως την επόμενη μέρα ετοιμάσουν τα συμβόλαια και πιο συγκεκριμένα συμφώνησαν όπως με την σύνταξη των συμβολάιων να δώσει ο μάρτυρας το ποσό των €30,000, ακολούθως άλλες €40,000 και με την μεταβίβαση τις άλλες €120,
  14. Την επόμενη μέρα πήγαν στο γραφείο του Μ.Κ. 13 για να γίνουν τα συμβόλαια. Εκεί παρόντες ήταν ο κτηματομεσίτης, ο πρώτος κατηγορούμενος όπου ήταν το άτομο που του σύστησαν ότι είχε το πληρεξούσιο, ως επίσης υπήρχε ακόμα ένα άτομο το οποίο δεν γνώριζε, αλλά του έδωσαν την επιταγή που τους έκδοσε. Μαζί του ήταν και ο γιός του, ήτοι ο Μ.Κ. 9 και η νύφη του η Νίκη. Όταν υπογράφτηκαν τα συμβόλαια, έδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο την επιταγή για το ποσό των € 20,000, καθώς επίσης έδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των € 10,000 σε μετρητά. Στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο εγγράφησαν ως αγοραστές ο ίδιος και ο γιος του, ήτοι ο Μ.Κ. 9 και το συμβόλαιο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο και η ημερομηνία τυ συμβολαίου είναι 28/3/2014 και από εκείνη την ημέρα μέχρι τις 8/8/2014 έδωσε σταδιακά στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των € 43,000 και πάντα υπογραφόταν απόδειξη από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος κάποιες φορές όταν τον έστελνε ο πρώτος κατηγορούμενος εισέπραττε χρήματα. Για το υπόλοιπο ποσό των €120,000 ο ίδιος έχει αποταθεί για δάνειο σε συγκεκριμένη τράπεζα, η οποία όμως δεν έχει εγκρίνει την αίτηση και έλαβε έγγραφη παράταση από τον πρώτο κατηγορούμενο όπως η μεταβίβαση παραταθεί μέχρι τις 30/9/2014 και σε κατοπινό στάδιο, ήτοι γύρω στα μέσα Αυγούστου 2014, ο πρώτος κατηγορούμενος του πρότεινε όπως προχωρήσουν στην μεταβίβαση, νοουμένου ότι θα καταβάλλεται το ποσό των € 1500 μηνιαίως, μέχρι ο μάρτυρας να εξασφαλίσει δάνειο από τράπεζα, πράγμα το οποίο ο μάρτυρας αποδέχθηκε. Εν τω μεταξύ αποφάσισε μαζί με τους γιους του να εγγραφεί το ακίνητο και στο όνομα του άλλου του γιου, ήτοι του Μ.Κ. 8 για φορολογικούς λόγους. Στις 22/8/2014 μετέβησαν στο κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση, αλλά κάποιο πρόβλημα είχαν τα πληρεξούσια και δεν έγινε η πράξη. Μετέβησαν ξανά στις 25/8/2014, όπου εκεί ζήτησαν το δελτίο ταυτότητας της ΧΧΧΧ Γεωργίου και δεν το είχε ο πρώτος κατηγορούμενος και τότε πήγαν ξανά την επόμενη μέρα, όπου έγινε η μεταβίβαση και παρόντες ήταν ο ίδιος, τα παιδιά του και ο πρώτος κατηγορούμενος και εκείνη την ημέρα πλήρωσε ο μάρτυρας περίπου € 7000 ως μεταβιβαστικά, πριν όμως την μεταβίβαση, ο ίδιος μαζί με τον πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενο μετέβησαν στον φόρο εισοδήματος και πλήρωσε το ποσό των € 13,000 ως φορολογίες του ακινήτου. Έδωσε επίσης στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των € 2000 για πληρωμή άλλων φορολογιών και αυτά τα ποσά αφαιρέθηκαν από το αρχικό ποσό. Για την πράξη αυτή δεν μίλησε με τον ΧΧΧΧΧ Γεωργίου διότι το εν λόγω πρόσωπο του είπε πιο ακριβή τιμή από την τιμή του μεσίτη, για δε την πράξη αυτή που ξεγελάστηκε, έδωσε στους κατηγορούμενους 1 και 2 το ποσό των € 100,
  15. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο στο εδώλιο, καθώς επίσης και τον τέταρτο κατηγορούμενο ως το άτομο που πήρε την επιταγή στο κτηματολόγιο, ήτοι το τεκμήριο 7, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την εν λόγω επιταγή. Αναγνώρισε επίσης στο τεκμήριο 34 το αγοραπωλητήριο έγγραφο και την υπογραφή του πάνω σε αυτό, καθώς επίσης και την υπογραφή του γιου και της νύφης του. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 4, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τους κατηγορούμενους 1 και 2, ότι στο γραφείο του Μ.Κ. 13 του υποδείχθηκε το τεκμήριο ως το σχετικό πληρεξούσιο, δεν γνώρισε ποτέ την σύζυγο του ΧΧΧΧΧ Γεωργίου και με τον ίδιο δεν έχει μιλήσει σε κατοπινό στάδιο από την ημέρα που συζήτησαν για την τιμή του οικοπέδου, από αυτήν δε την πράξη έχει να λαμβάνει γύρω στις € 90,000, όπου εξαπατήθηκε από τους κατηγορούμενους 1 και 2, εξ΄ ου και η κατάθεση που του λήφθηκε από την αστυνομία. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην χρήση του επίδικου ακινήτου από τον ίδιο και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την διαφωνία που υπήρχε ως προς την χρήση του οικοπέδου. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η αρχική πρόταση για την αγορά του ακινήτου και η οποία ναυάγησε και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο ως μεσίτη, δίνοντας ουσιαστικά πίστη στην ύπαρξη των πληρεξουσίων λόγω και της νομικής συμβουλής που έλαβε από την νύφη του που είναι δικηγόρος και θεώρησε καλή ευκαιρία την αγορά του ακινήτου λόγω της τιμής που ήταν σε καιρό κρίσης. Στην κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο κτηματολόγιο ήταν ο ίδιος, οι δύο γιου του και ο πρώτος κατηγορούμενος. Αναφέρθηκε επίσης στα ποσά που δόθηκαν και στις αποδείξεις που εκδόθηκαν για την αγορά του ακινήτου, στις Δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν και που έχουν ως επίκεντρο την διεκδίκηση του ακινήτου και διευκρίνησε ότι δεν είδε τον δεύτερο κατηγορούμενο να υπογράφει οποιοδήποτε πληρεξούσιο ή να προχωρά σε οποιανδήποτε κατάθεση αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο κτηματολόγιο. Αναφέρθηκε στο αγοραπωλητήριο έγγραφο και στις υπογραφές που υπάρχουν σε αυτό, στους παρόντες κατά την υπογραφή, ήτοι ο ίδιος, οι γιοι του, η νύφη του, και οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 4 και ο Μ.Κ. 13, όχι όμωςη τρίτη κατηγορούμενη, την οποία δεν γνωρίζει. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως κοινό παρονομαστή ότι γνώριζε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την όλη διαδικασία και αυτός ήταν ο λόγος που αποδέχθηκε να αγοράσει το ακίνητο σε αυτήν την χαμηλή τιμή, λέγοντας ότι εάν κάτι γνώριζε ότι δεν πάει καλά δεν θα έδινε τα χρήματα του και ο λόγος που δεν μίλησε απευθείας με τον ιδιοκτήτη είναι διότι ήξερε ότι ο ιδιοκτήτης είχε το ακίνητο σε μεσίτη. Αναφέρθηκε επίσης στην εμπλοκή του Μ.Κ. 13 στην σύνταξη των εγγράφων και στο πως τον έχει γνωρίσει. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες είδε τον τέταρτο κατηγορούμενο και ειδικότερα ήταν το άτομο που παρέλαβε την επιταγή των € 20,000 από τον πρώτο κατηγορούμενο και που ο πρώτος κατηγορούμενος την πήρε από τον μάρτυρα, διευκρινίζοντας ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος δεν τον εξαπάτησε και ότι απλά ήταν παρών στην σύνταξη των συμβολαίων. Ο Μ.Κ. 7 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  16. Σε αυτήν κάνει αναφορά στα καθήκοντα του σε συγκεκριμένη τράπεζα, καθώς επίσης και σε έγγραφα τα οποία παραδίνει στην αστυνομία. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε το τεκμήριο 7 ως την επιταγή που κάνει αναφορά στην κατάθεση του, με εκδότη τον Μ.Κ. 6 και προς όφελος της ΧΧΧΧΧ Γεωργίου και στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε τα τεκμήρια 38 και 39 για τα οποία έκανε αναφορά στην κατάθεση του. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ. 8 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  17. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά ότι εργάζεται στην εταιρεία του πατέρα του, δεν έχει εμπλακεί στις συζητήσεις μέχρι και την πράξη μεταβίβασης και ότι ο μοναδικός λόγος που έχει εγγραφεί το οικόπεδο και στο όνομα του είναι επειδή ο πατέρας ήθελε να το χρησιμοποιήσει για επαγγελματικούς σκοπούς και το οποίο ο πατέρας του το ενοικίαζε και τοποθετούσε μέσα αυτοκίνητα. Η μοναδική εμπλοκή που είχε με την επίδικη πράξη ήταν όταν μετέβηκε στο κτηματολόγιο, όπου παρόντες ήταν ο ίδιος, ο Μ.Κ. 6, ο Μ.Κ. 9 και ο πρώτος κατηγορούμενος. Γνωρίζει ότι ο πατέρας του έδωσε για την πράξη περίπου € 100,000 και το ακίνητο αγοράστηκε για το ποσό των € 190,000 και για τα υπόλοιπα χρήματα έγινε δάνειο από συγκεκριμένη τράπεζα. Ενημερώθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα για το ακίνητο όταν έχουν συλλάβει τον πατέρα του και εξέφρασε την άποψη ότι ο πατέρας του ξεγελάστηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε μόνο τον δεύτερο κατηγορούμενο ως το άτομο που ήταν εμπλεκόμενο σε όλη την διαδικασία και ερχόταν στο κατάστημα τους και έπαιρνε τις επιταγές, ήξερε βεβαίως και τον πρώτο κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση του, επανέλαβε την θέση του για το πως γνωρίζει τον δεύτερο κατηγορούμενο, δεν θυμόταν αν στο κτηματολόγιο ο δευτερος κατηγορούμενος παρέμεινε έξω ή αν εισήλθε μέσα, ούτε γνώριζε για πληρεξούσια και ότι την υπόθεση την ανέλαβε εξ΄ ολοκλήρου ο πατέρας του, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος γνωρίστηκε με τον πατέρα του όταν ερχόταν στο επίδικο ακίνητο. Επανέλαβε επίσης τους λόγους για τους οποίους αγοράστηκε το ακίνητο και φαίνεται και ο ίδιος ως αγοραστής, περιέγραψε την τοποθεσία όπου βρίσκεται το χωράφι, καθώς επίσης επανέλαβε την θέση του για το πως αναγνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ. 9 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  18. Στην κατάθεσή του αναφέρει και αυτός με τη σειρά του στα καθήκοντα που έχει στην οικογενειακή επιχείρηση που διατηρεί με τον πατέρα του. Όσον αφορά το επίδικο ακίνητο το οποίο βρίσκεται απέναντι από την επιχείρηση και το οποίο ενοικιάζεται από το 1992 και χρησιμεύει για την εργασία τους, ανέφερε ότι πριν 1- 2 χρόνια είδε κάποιον να βρίσκεται στον χώρο που είναι το χωράφι και να το βλέπει και ήταν ένας άντρας ψηλός, αδύνατος και οδηγούσε συγκεκριμένη μάρκα και τύπο αυτοκινήτου. Τότε ο μάρτυρας τον προσέγγισε και τον ρώτησε τι ήθελε και αυτός το ανέφερε ότι ήταν κτηματομεσίτης και ότι ήρθε να δει το ακίνητο για να το πουλήσει. Ο μάρτυρας κατάλαβε ότι μιλούσε για το συγκεκριμένο ακίνητο που ενοικιάζουν, διότι του ανέφερε ότι θέλει να δει το ακίνητο που έχει αυτοκίνητα μέσα. Δεν αντάλλαξαν άλλη κουβέντα και ο άντρας αυτός έφυγε, αλλά τον έχει δει μετά από έξι - 8 μήνες να επισκέπτεται ξανά το ακίνητο με το ίδιο αυτοκίνητο. Απλά τον είδε μόνο να περνά από το ακίνητο αλλά δεν αντάλλαξαν οποιαδήποτε κουβέντα. Μέσα στον Μάρτη του 2014 τον ενημέρωσε ο πατέρας του ότι ήρθε μεσίτης, ένας κοντός χοντρός άντρας και ότι ήταν να αγοράσει ο πατέρας του το ακίνητο για το ποσόν των € 190.000 και ότι ήταν να το αγοράσουν για την επιχείρηση τους και όπως του ανέφερε ο πατέρας του θα έμπαινε ως συνιδιοκτήτης. Μαζί με τον πατέρα του ξεκίνησαν τις διαδικασίες για να βρουν χρήματα για να αγοράσουν το ακίνητο και έκαναν μαζί ένα κοινό δάνειο σε συγκεκριμένη τράπεζα για να προχωρήσουν κανονικά στην διαδικασία αγοράς. Τέλος του Μάρτη του 2014 πήγαν για πρώτη φορά στο γραφείο του ΜΚ 13 που είναι πιστοποιών υπάλληλος για να υπογράψουν έγγραφα. Ο μάρτυρας ήταν με τον πατέρα του και στον Μ.Κ 13 ήρθαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και ο άντρας που τον είδε στο παρελθόν και του συστήθηκε ως κτηματομεσίτης. Ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με τον άλλον άντρα έφεραν μαζί τους τα πληρεξούσια και ήταν να πιστοποιήσει ο Μ.Κ 13 τις υπογραφές για τα έγγραφα για να κατατεθούν στο κτηματολόγιο. Ο πρώτος κατηγορούμενος εκείνη την ημέρα τους είπε ότι γνώριζε ότι κάποιος μηχανικός ενοικιάζει το χωράφι, χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν οι ίδιοι και τους είπε ότι μόλις γίνει πράξη ο μηχανικός θα φύγει. Τότε το ανέφεραν ότι ήταν οι ίδιοι που ενοικίαζαν το ακίνητο. Ο άλλος άντρας που ήταν με τον πρώτο κατηγορούμενο δεν τους συστήθηκε καθόλου, ούτε είπε το όνομα του. Μετά την επίσκεψη τους στο γραφείο του Μ.Κ 13, έρχονταν κατά διαστήματα οι κατηγορούμενοι 1 και 2, στους οποίους έδιναν χρήματα για την πράξη και υπόγραψαν κάποια έγγραφα ως συμφωνία. Δεν θυμάται πόσα χρήματα έδωσε ο πατέρας του. Στις 22 Αυγούστου 2014 πήγαν στο κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση και στο κτηματολόγιο ήταν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, η Μ.Κ 6 και 9 και ο ίδιος. Όταν κατατέθηκαν τα έγγραφα σταμάτησαν την πράξη, διότι όπως είπαν στο κτηματολόγιο, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν καλύπτετο από το πληρεξούσιο για να μεταβιβάσει το ακίνητο. Ξαναμπήκαν μέσα με τον Μ.Κ 13 για να καταθέσουν τα έγγραφα για να μην μπορεί να γίνει άλλη πράξη και ο πρώτος κατηγορούμενος έφυγε, αφού ο Μ.Κ 13 του έκανε κάποια έγγραφα και του εξήγησε τι θα κάνει. Στις 25 Αυγούστου 2014 τους τηλεφώνησαν να πάνε ξανά στο κτηματολόγιο για να καταθέσουν τα έγγραφα. Εκείνη τη μέρα στο κτηματολόγιο παρόντες ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο Μ.Κ 6, ο Μ.Κ 9 και μια γυναίκα, την οποία έφερε ο πρώτος κατηγορούμενος και την είχε μέσα στο αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ 13 πιστοποίησε την υπογραφή αυτής της γυναίκας και τους είπε ότι είναι η τρίτη κατηγορούμενη και ήταν πάνω στο πληρεξούσιο που θα κατατίθετο στο κτηματολόγιο. Κατέθεσαν τα έγγραφα στο κτηματολόγιο, αλλά πάλι τους σταμάτησαν την πράξη, διότι έλειπε η ταυτότητα της ΧΧΧΧΧ Γεωργίου, δηλαδή της ιδιοκτήτριας του οικοπέδου. Διευκρίνισε επίσης ότι στις 25 Αυγούστου 2014 παρών στο κτηματολόγιο ήταν και ο δεύτερος κατηγορούμενος. Ο πρώτος κατηγορούμενος έφυγε για να πάει να φέρει την ταυτότητα της Γεωργίου και ο δεύτερος κατηγορούμενος είπε ότι θα πήγαινε να μιλήσει στους λειτουργούς του κτηματολογίου για να γίνει πράξη. Τα έγγραφα κατατέθηκαν ξανά στο κτηματολόγιο. Στις 26 Αυγούστου 2014 τους τηλεφώνησαν ξανά για να πάνε στο κτηματολόγιο. Παρόντες ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο Μ.Κ 13, οι Μ.Κ 6 και
  19. Στις 26 Αυγούστου 2014 πλήρωσαν τα μεταβιβαστικά και συμπληρώθηκε η πράξη μεταβίβασης, έδωσαν χρήματα στον πρώτο κατηγορούμενο γύρω στις € 15.000 που ήταν η προκαταβολή, μαζί με τα άλλα χρήματα για την πράξη. Όταν έφευγαν, είδαν τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ΄΄καλορίζικο το χωράφι΄΄. Περίμεναν ότι θα ερχόταν ο πρώτος κατηγορούμενος στις 28 Αυγούστου 2014 για να ετοιμάσουν τα υπόλοιπα έγγραφα για τα χρήματα και θα του έδιναν σταδιακά € 1500 μέχρι να πάρουν το δάνειο από την τράπεζα. Προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τον πρώτο κατηγορούμενο σε συγκεκριμένο τηλέφωνο, αλλά δεν ανταποκρίνετο. Στις 2 Σεπτεμβρίου 2014, ενώ ο ίδιος μαζί με τον αδερφό του βρίσκονταν στην Ελλάδα για εκπαίδευση, ενημερώθηκαν από το οικογενειακό τους περιβάλλον ότι όλα ήταν πλαστά και ότι συνέλαβαν τον πατέρα του. Οι ίδιοι έδωσαν πολλά χρήματα για την πράξη αυτή και απ' ό,τι έχουν καταλάβει τους έχουν εξαπατήσει. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον τέταρτο κατηγορούμενο ως το άτομο που επισκέφθηκε το επίδικο ακίνητο με συγκεκριμένο αυτοκίνητο που έχει περιγράψει, την τρίτη κατηγορούμενη ως το άτομο που την έφερε στο κτηματολόγιο, αναγνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο ως το άτομο που έπαιρνε τα χρήματα και είχε όλα τα έγγραφα για να πωλήσει το ακίνητο και που τους πήρε στο γραφείο του Μ.Κ. 13 για να πιστοποιηθούν τα έγγραφα, αναγνώρισε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο τεκμήριο 34 και τις σχετικές υπογραφές. Ολοκληρώντας την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τον ιδιοκτήτη του ακινήτου τον είδε λίγες φορές για να πάρει το ενοίκιο, όχι όμως την σύζυγο του και ο λόγος που συναίνεσε ο μάρτυρας για να αγοραστεί το ακίνητο είναι διότι ήταν βολικό για την επιχείρηση. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν το άτομο που παρουσιαζόταν ως μεσίτης και ότι το επίδικο ακίνητο ήταν προς πώληση και έπαιρνε τα χρήματα, ήταν το άτομο που ήταν παρών και στο γραφείο του Μ.Κ. 13, περιγράφοντας επίσης ποιοι ήταν παρόντες στο γραφείο του Μ.Κ. 13 όταν γινόταν η πιστοποίηση, ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν παρών και στο κτηματολόγιο, τα χρήματα τα διαχειριζόταν ο πατέρας του μάρτυρα και αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήταν σε θέση να πει λεπτομέρειες όπως ανέφερε, διότι τον ενημέρωνε ο πατέρας του επί αυτού του θέματος και εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι τα χρήματα τα παραλάμβανε ο δεύτερος κατηγορούμενος και τα παρέδιδε στον πρώτο κατηγορούμενο. Δεν θυμόταν να αναφέρει που ακριβώς υπογράφτηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο, παρών όμως ήταν ο δεύτερος και ο τέταρτος κατηγορούμενος, όχι όμως η τρίτη κατηγορούμενη, η οποία ήταν στο αυτκίνητο στον χώρο του κτηματολογίου σε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος και ήταν στην θέση του συνοδηγού στο αυτοκίνητο το οποίο περιέγραψε, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι δεν ήταν η τρίτη κατηγορούμενη στο αυτοκίνητο εκείνη την ημέρα. Εξέφρασε την αποψη ότι η μεταβίβαση έγινε και το δάνειο εγκρίθηκε, αν και σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι όλα παγοποιήθηκαν λόγω των πλαστογραφιών, όπως έμαθε άλλωστε και από την αστυνομία. Ως προς τον τέταρτο κατηγορούμενο ανέφερε ότι τον είδε τρεις φορές όπως τις περιέγραψε, ήτοι μια φορά στο οικόπεδο, μια φορά περαστικό και μια φορά στο γραφείο του Μ.Κ. 13 και περιέγραψε τον τύπο του οχήματος που είδε τον τέταρτο κατηγορούμενο, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις ότι δεν ήταν ο τέταρτος κατηγορούμενος. Ανέφερε επίσης ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος ήταν το άτομο που έφερε τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την υπογραφή της συμφωνίας και παρών ήταν και ο δέυτερος κατηγορούμενος και η συμφωνία υπογράφτηκε στο γραφείο του Μ.Κ.
  20. Η Μ.Κ. 10 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  21. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι η ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου. Για αυτό το ακίνητο, αλλά και για όλη της την περιουσία, υπέγραψε στις 25/4/2012 γενικό πληρεξούσιο έγγραφο προς τον σύζυγο της ΧΧΧΧΧ Γεωργίου, για να έχει την πλήρη διαχείριση όλης της ακίνητης περιουσίας της. Από εκείνη την ημέρα, η ίδια δεν ασχολείται καθόλου με αυτά τα θέματα. Τα χειρίζεται αποκλειστικά ο σύζυγος της. Στις 27/8/2014 ενημερώθηκε από τον συζυγο της ότι κάποιος πώλησε παράτυπα το επίδικο ακίνητο της, διότι ο σύζυγος της δεν έκανε ποτέ τέτοια πώληση, ούτε η ίδια. Δεν υπέγραψε κανένα έντυπο, ούτε έκανε κάποια συμφωνία και ούτε ασχοληθηκε με το θέμα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε το τεκμήριο 9, ως το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο έδωσε στον σύζυγο της, αναγνώρισε την υπογραφή της στα δέκα δείγματα γραφής και υπογραφής που φαίνονται στο τεκμήριο 21, καθώς επίσης αναγνώρισε την ταυτότητα της, ήτοι το τεκμήριο 42, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει εκδώσει άλλη ταυτότητα πέραν αυτής. Ως προς το τεκμήριο 32, ανέφερε ότι δεν το αναγνωρίζει, αναγράφεται μεν ο αριθμός ταυτότητας της και η ημερομηνία γέννησης, όμως τα υπόλοιπα στοιχεία της είναι άγνωστα, ως επίσης και το πρόσωπο που απεικονίζεται. Δεν αναγνώρισε κανέναν από τους κατηγοούμενους. Στην αντεξέταση της αναφέρθηκε στις συνθήκες και τους λόγους που συνέταξε το πληρεξούσιο έγγραφο και παρέπεμψε ουσιαστικά στον σύζυγο της για θέματα που αφορούν το επίδικο ακίνητο και γενικά την οικονομική διαχείριση, στον οποίο έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Δεν έχει εκδώσει άλλη ταυτότητα και η υπηκοότητα της παραμένει η Ελληνική. Το παράπονο της συνίσταται στο ότι πουλήθηκε το οικόπεδο χωρίς να ξέρει τίποτε η ίδια και ο σύζυγος της. Ο Μ.Κ 11 ως μέρος της κύριας εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του, δηλαδή τα τεκμήρια 43 και
  22. Στο τεκμήριο 43 αναφέρει ότι είναι ο σύζυγος της Μ.Κ 10, η οποία είναι η ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου. Για το πιο πάνω ακίνητο, η σύζυγος του υπέγραψε στις 25 Απριλίου 2012 γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, όπου με αυτό ο μάρτυρας έχει την πλήρη διαχείριση όλης της ακίνητης περιουσίας της. Το πιο πάνω ακίνητο το ενοικίαζε τα τελευταία 15 χρόνια για € 500 τον χρόνο στον Μ.Κ 6, ο οποίος το χρησιμοποιούσε για να σταθμεύει παλιά αυτοκίνητα ή αυτοκίνητα προς επιδιόρθωση, αφού ο ίδιος είναι μηχανικός και το γκαράζ του βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το οικόπεδο. Κατά το έτος 2012, ζήτησε από τον Μ.Κ 6 να φύγει από το οικόπεδο, αφού ήθελε να το πουλήσει λόγω οικονομικής κρίσης. Αυτός αρνήθηκε και έτσι ο μάρτυρας του έστειλε επιστολή μέσω δικηγόρου, στην οποία του ζητούσε να φύγει από το οικόπεδο. Αυτός του απάντησε επίσης με επιστολή μέσω δικηγόρου, στην οποία ζητούσε το ποσό των € 100.000 ως αποζημίωση, αφού αυτό θα δημιουργούσε πρόβλημα στη δουλειά του. Κατά τον Ιανουάριο του 2014, του τηλεφώνησε στο αρχιτεκτονικό γραφείο που διατηρεί ο μάρτυρας στην Λευκωσία κάποιος ΧΧΧΧΧ Γεωργίου από την Λεμεσό, ο οποίος του ανέφερε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει το επίδικο ακίνητο. Τον ρώτησε την τιμή του ακινήτου και ο μάρτυρας του είπε τρακόσιες χιλιάδες ευρώ. Αυτός του ζήτησε τον τίτλο ιδιοκτησίας και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα είχε σχετικά και ο μάρτυρας του απέστειλε σε φαξ το πληρεξούσιο που είχε από τη σύζυγό του, τον τίτλο ιδιοκτησίας και το χωρομετρικό του ακινήτου. Μετά από μερικές μέρες, επικοινώνησε μαζί του ξανά και του ζήτησε να συναντηθούν στο κτηματολόγιο Λευκωσίας, αφού θα βρισκόταν εκεί για άλλες εργασίες για να συζητήσουν σχετικά. Έτσι τον συνάντησε στο κτηματολόγιο όπου γνωρίστηκαν και του είπε ότι προτίθεται να το αγοράσει, συμφώνησαν την τιμή και ότι θα υπογράφανε σχετικό συμβόλαιο, δηλαδή το αγοραπωλητήριο έγγραφο με το οποίο θα του έδινε το ποσό των € 50.000 και θα γινόταν η εξόφληση κατά την μεταβίβαση. Με τον ΧΧΧΧΧ Γεωργίου επικοινώνησε ξανά και του ζήτησε όπως του δώσει στοιχεία των προσώπων στους οποίους θα μεταβιβάζετο το ακίνητο έτσι ώστε να ετοιμάσει το συμβόλαιο. Αυτός της είπε ότι τα πρόσωπα στα οποία θα εγγραφεί το το ακίνητο είναι η τρίτη κατηγορούμενη και η ΧΧΧΧΧ Λαμπή. Ο Γεωργίου επικοινώνησε μαζί του ξανά και συγκεκριμένα του ανέφερε ότι θα ερχόταν με τα χρήματα για να υπογράψουνε το συμβόλαιο, χωρίς όμως να το πράξει, αναφέροντας του ότι είχε τροχαίο δυστύχημα, στη συνέχεια δεν απαντούσε στις κλήσεις του και θεώρησε ότι δεν επρόκειτο να γίνει πράξη. Με τον ενοικιαστή του οικοπέδου, δηλαδή των Μ.Κ 6,τα βρήκαν, στις 5 Μαρτίου 2014 υπόγραψαν συμφωνία, την οποία ετοίμασε η δική του δικηγόρος, στην οποία ο Μ.Κ 6 συμφώνησε να φύγει από το οικόπεδο εντός 20 ημερών, δεν ξέρει όμως ο μάρτυρας αν το έπραξε διότι όταν ναυάγησε η πώληση του ακινήτου δεν ενδιαφέρθηκε να δει. Στις 27 Αυγούστου 2014 πληροφορήθηκε από ανώνυμο τηλεφώνημα ότι κάποιος προσπαθεί να του ΄΄φάει΄΄ το χωράφι του. Έτσι στις 28 Αυγούστου 2014 ήρθε στη Λεμεσό και μετέβηκε στο κτηματολόγιο, όπου από έρευνα που έκανε, διαπίστωσε ότι η τρίτη κατηγορούμενη, την οποία ο μάρτυρας δεν γνωρίζει, παρουσίασε ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο αναφέρει ότι η σύζυγός του την εξουσιοδοτεί να διαχειρίζεται το συγκεκριμένο ακίνητο. Τέτοιο πληρεξούσιο δεν υπογράφηκε από την σύζυγό του. Έτσι συμφώνησε σύμφωνα με την έρευνα που έκανε να πουλήσει το πιο πάνω ακίνητο στους Μ.Κ. 6, 8 και 9 για το ποσό των € 150.000, ενώ η εκτιμημένη αξία του φαίνεται να είναι € 230.
  23. Από την έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι η τρίτη κατηγορούμενη παρουσίασε ψεύτικη ταυτότητα της συζύγου του, διότι τα στοιχεία που αναγράφονται είναι λαθασμένα, ενώ η σύζυγος του δεν έχει εκδόσει δελτίο ταυτότητας νέου τύπου, αφού ίδια κατάγεται από την Ελλάδα και η διαδικασία έκδοσης της ταυτότητας ήταν δύσκολη. Σύμφωνα με την έρευνα, στις 24 Μαρτίου 2014, όλοι οι πιο πάνω χαρτοσήμαναν αγοραπωλητήριο έγγραφο και ακολούθως το κατέθεσαν στο κτηματολόγιο Λεμεσού, ενώ στις 26 Αυγούστου 2014, μετέβησαν στο κτηματολόγιο οι Μ.Κ. 6, 8 και 9 οι οποίοι δέχτηκαν την μεταβίβαση στο όνομα τους. Το κτηματολόγιο όμως δεν έχει ολοκληρώσει την πράξη και δεν προχώρησε στην έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας στα ονόματα των πιο πάνω προς ένα τρίτο μερίδιο στον καθένα. Στο κτηματολόγιο συνομίλησε με κάποια ΧΧΧΧΧ Ιωάννου και την εκτελώντα χρέη διευθυντή ΧΧΧΧΧ Τσολάκκη, η οποία διαπίστωσε ότι η ταυτότητα της συζύγου του περιείχε λανθασμένα στοιχεία, δεν θα προχωρούσε στην έκδοση τίτλου και θα έγραφε πάνω στο φάκελο ότι το θέμα θα χειριστεί το τμήμα ανιχνεύσεως εγκλημάτων Λεμεσού. Έχει λάβει πιστοποιημένα αντίγραφα όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν κατά την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, τα οποία και παραδίδει, όπως αναφέρει στην κατάθεση του και εξέφρασε το παράπονο εναντίον των πιο πάνω και επιθυμεί η υπόθεση να διερευνηθεί. Συμπληρωματικά στην κατάθεσή του, δηλαδή το τεκμήριο 44, αναφέρει ότι ο ΧΧΧΧΧ Γεωργίου που του είχε τηλεφωνήσει τον Ιανουάριο και συναντήθηκαν, έχει συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου. Αυτός είναι περίπου στην ηλικία του μάρτυρα, ψηλός, αδύνατος με άσπρα μαλιά και οτι όταν τον δει μπορεί να τον αναγνωρίσει, παρόλο που τον είδε μόνο μια φορά. Το όνομα που ανέφερε στην αστυνομία είναι αυτό που του είπε ο ίδιος. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε το τεκμήριο 9, ως το πληρεξούσιο έγγραφο με βάση το οποίο διαχειρίζεται την περιουσία της συζύγου του και ως προς τα τεκμήρια 9 και 34, ανέφερε ότι είναι τα πλαστά έγγραφα που εφοδιάστηκε από το κτηματολόγιο, λέγοντας ότι δεν έγινε τέτοιο πληρεξούσιο έγγραφο, ούτε αγοραπωλητήριο έγγραφο από τον ίδιο, λέγοντας επίσης ότι το τεκμήριο 19 είναι επίσης από τα έγγραφα που πήρε από το κτηματολόγιο. Δεν αναγνώρισε κανέναν από τους κατηγορούμενους, αφού δεν τους έχει δει ξανά, ξέρει όμως για τα ονόματα των κατηγορουμένων 1 και 3 που φαίνονται στα πλαστά έγγραφα που παρουσιάστηκαν στο κτηματολόγιο. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 32, ως την πλαστή ταυτότητα που παρουσιάστηκε στο κτηματολόγιο, στην οποία αναγράφεται το όνομα και ο αριθμός ταυτότητας της συζύγου του, όμως τα ονόματα των γονέων της δεν είναι τα ίδια. Δεν αναγνώρισε τα τεκμήρια 10 και 11 και αναφέρθηκε στην αστική διαδικασία που εκκρεμεί . Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην ενοικίαση του ακινήτου, στην διαφωνία που υπήρξε στην τιμή για να πωληθεί το ακίνητο, δεν άκουσε το όνομα του δεύτερου κατηγορούμενου, εκδηλώθηκε η πρόθεση τους να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο μέσω των Χρυσών Ευκαιριών και σε διάφορα μεσιτικά γραφεία, υπήρχε ενδιαφέρον για αγορά του ακινήτου μέσω τηλεφωνικών επικοινωνιών και κάποιοι το επισκεφθηκαν, ο Μ.Κ. 6 ενδιαφερόταν και από πριν να το αγοράσει αλά δεν συμφώνησαν στην τιμή, δίνοντας και κάποιες διευκρινίσεις ως προς την συνεργασία που είχε με τον Μ.Κ. 6 και την διαφωνία που υπήρξε στο πλαίσιο ανταλλαγής επιστολών και την μεταγενέστερη κατάληξη σε συμφωνία. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε ότι το επίδικο ακίνητο επρόκειτο να μεταβιβαστεί, την μετάβαση του στο κτηματολόγιο και στην αστυνομία και τι έχει περιέλθει στην αντίληψη του από αυτήν την έρευνα, όπως π.χ. την πλαστή ταυτότητα που προσκομίστηκε, διευκρινίζοντας ότι η γνώση του προέρχεται μέσα από τα έγγραφα που παραλήφθησαν από το κτηματολόγιο. Ως προς το πρόσωπο του τέταρτου κατηγορουμένου δεν είχε να πει οτιδήποτε, αναφέρθηκε στην δημοσίευση της αγγελίας στις Χρυσές ευκαιρίες όσον αφορά την πώληση του επίδικου ακινήτου, εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος έφερε σε επαφή τους κατηγορούμενους 1 και 2 για να γίνει η πώληση και ότι δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση να κάνει οποιανδήποτε ζημιά. Αναφέρθηκε επίσης στην ύπαρξη της πολιτικής αγωγής που εκκρεμεί και που αφορά το επίδικο ακίνητο, καθώς επίσης αναφέρθηκε και στο πρόσωπο του αποβιώσαντα πέμπτου κατηγορούμενου, καταθέτοντας επίσης το τεκμήριο 46, που είναι αντίγραφο της ταυτότητας του πρώτου κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ. 12 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του, ήτοι τα τεκμήρια 47 και
  24. Στο τεκμήριο 47 αναφέρει ότι από το 1997 εκτελεί χρέη κοινοτάρχη της ενορίας που αναφέρει στην κατάθεση του. Διατηρεί γραφείο σε συγκεκριμένη διεύθυνση. Μέσα στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του είναι να πιστοποιεί υπογραφές και έγγραφα, όπως αγοραπωλητήρια έγγραφα και άλλα. Μέσα στον Φεβρουάριο Μάρτιο του 2014, του τηλεφώνησαν δύο πρόσωπα ότι ήθελαν να τον δουν στο γραφείο του. Του τηλεφώνησαν συγκεκριμένα στο σπίτι. Τους είπε ότι θα βρισκόταν στο γραφείο του γύρω στις εννιά το πρωί. Πράγματι, όταν πήγε στο γραφείο, ήρθαν δύο πρόσωπα, τα οποία δεν γνώριζε καθόλου και δεν θυμάται να τους περιγράψει. Του έδειξαν ένα έγγραφο, το οποίο είχε σφραγίδες της ενορίας για την οποία υπογράφει μαζί με υπογραφή. Μόλις είδε την σφραγίδα και υπογραφή, ο μάρτυρας του είπε ότι δεν είναι η ίδια σφραγίδα μαζί με αυτήν που χρησιμοποιεί ο ίδιος, αλλά ούτε είναι η υπογραφή του. Αυτοί του είπαν ότι ήξερε την δουλειά του. Τότε κατάλαβε αμέσως ότι δεν υπέγραψε, ούτε σφράγισε εκείνο το έγγραφο, διότι όπως διαπίστωσε τόσο η σφραγίδα, όσο και άλλα στοιχεία, δεν ήταν στην θέση που χρησιμοποιεί ο ίδιος τόσα χρόνια όταν πιστοποιεί έγγραφα. Δεν είδε τι έγγραφο ήταν. Ρώτησε αυτά τα δύο πρόσωπα ποιοι ήταν και με τι ασχολούνταν και αυτοί απάντησαν ότι ήταν κτηματομεσίτες από την Λεμεσό. Τους έχει ακούσει να μιλούν μεταξύ τους και να λένε ΄΄ήταν να φάσιν την περιουσία της κοτζιάκαρης΄΄. Μετά από αυτό, τα δύο πρόσωπα έφυγαν από το γραφείο του με ένα αυτοκίνητο μάρκας Mercedes χρώματος γκρίζο. Αυτά τα δύο πρόσωπα δεν τα είδε ξανά μπροστά του μέχρι τότε. Το έγγραφο που του υποδείχτηκε όπως αναφέρεται στην κατάθεσή του, το οποίο είναι ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, έχει σφραγίδες της ενορίας και υπογραφές, όμως δεν είναι η σφραγίδα που χρησιμοποιεί ο ίδιος, αλλά ούτε και η δική του υπογραφή και γραφικός χαρακτήρας. Η σφραγίδα που χρησιμοποιεί ο ίδιος έχει μαζί με το λεκτικό της πιστοποίησης και τα δικά του στοιχεία. Σε ό,τι αφορά την στρογγυλή σφραγίδα της κοινότητας, που είναι πάνω στο έγγραφο που του υποδεικνύεται στην κατάθεση του, μόνο ο ίδιος έχει στην κατοχή του επίσημα αυτήν την σφραγίδα. Το έγγραφο εκείνο δεν το είδε ποτέ του, ούτε έβαλε σφραγίδες πάνω σε αυτό, ούτε υπόγραψε την πιστοποίηση. Αναφέρει ότι δίνει την γραπτή του συγκατάθεση για να ληφθούν δείγματα γραφής του και παραδίνει τις δύο σφραγίδες του. Όσον αφορά την σφραγίδα πιστοποιήσεως που παραδίδει, αναφέρει ότι από τον καιρό που είναι κοινοτάρχης μόνο εκείνη χρησιμοποιεί. Όσον αφορά την στρογγυλή σφραγίδα που επίσης παραδίδει όπως λέει στην κατάθεσή του, την χρησιμοποιεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αλλά εκεινη την στιγμή δεν θυμοταν αν χρησιμοποίησε άλλη από αυτήν, μόλις διορίστηκε κοινοτάρχης. Στο τεκμήριο 48 αναφέρει ότι παρέλαβε τις δύο σφραγίδες που είχε παραδώσει στο ΤΑΕ Λεμεσού στην κατάσταση που είχαν παραληφθεί. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι το τεκμήριο 14 δεν το έχει δει ποτέ ξανά, ούτε ο γραφικός χαρακτήρας και τα γράμματα είναι δικά του, ούτε η τρίτη σφραγίδα είναι η δική του, ενώ η δική του σφραγίδα είναι αυτή που φαίνεται στο τεκμήριο 10 και η δική του πιστοποίηση είναι στο τεκμήριο 11, στο δε τεκμήριο 20 φαίνεται ο δικός του γραφικός χαρακτήρας και γράμματα. Στο τεκμήριο 14 δεν έβαλε ο ίδιος την σφραγία αυτή, διότι πάντα την βάζει στο ίδιο μέρος με την ίδια πένα. Τα δύο άτομα που τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του δεν είναι κάποιοι από τους κατηγορούμενους, οι σφραγίδες του ουδέποτε κλάπησαν, εξέφρασε όμως την άποψη ότι μπορεί να πλαστογραφηθεί οποιαδήποτε σφραγίδα, αφού κάποιος που έκανε σφραγίδες κοντά στο γραφείο του ανέφερε ότι μπορεί να κάνει οποιαδήποτε σφραγίδα. Όταν προβαίνει σε πιστοποιήσεις, πρέπει να είναι παρών το άτομο που πιστοποιεί την υπογραφή του με την ταυτότητα του και στην προκειμένη περίπτωση θα απαιτούσε να ήταν η τρίτη κατηγορούμενη. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν αναγνωρίζει τον δεύτερο κατηγορούμενο, ούτε τον τέταρτο κατηγορούμενο γνωρίζει ή έχει ακούσει. Επανέλαβε την θέση του για το μέρος που τοποθετεί στην σφραγίδα και ότι δεν είναι το λεκτικό το δικό του, ούτε ο γραφικός χαρακτήρας που είναι στο τεκμήριο 14, αποκλείωντας το ενδεχόμενο να τοποθέτησε ο μάρτυρας τις σφραγίδες απλά σε διαφορετικό σημείο. Ο Μ.Κ. 13 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  25. Σε αυτήν, αφού κάνει αναφορά στο επάγγελμα του ως πιστοποιών υπάλληλος, αναφέρει ότι στις 24/3/2014 τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του ο πρώτος κατηγορούμενος, ο δεύτερος κατηγορούμενος, οι Μ.Κ. 6 και 9 για να τους ετοιμάσει ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο για την αγορά του επίδικου ακινήτου και οι Μ.Κ. 6 και 9 ήθελαν να το αγοράσουν. Ο πρώτος κατηγορούμενος πήγε ως ειδικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της τρίτης κατηγορούμενης, αφού είχε ειδικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 22/3/2014, η δε τρίτη κατηγορούμενη διοριζόταν από την ΧΧΧΧΧ Γεωργίου με πληρεξούσιο ημερομηνίας 23/2/2014, το οποίο παρουσιάστηκε ενώπιον του. Ο δεύτερος κατηγορούμενος έφερε τους υπόλοιπους στο γραφείο του, διότι γνωρίζονταν επαγγελματικά και γνωρίζει τον δεύτερο κατηγορούμενο ότι ενεργεί ως μεσάζων για αγοραπωλησίες. Ο μάρτυρας ετοίμασε όλα τα σχετικά έγγραφα, αφού υπόγραψαν όλοι οι συμβαλλόμενοι, πιστοποίησε τις υπογραφές τους, χαρτοσήμανε τα έγγραφα και αυτά κατατέθηκαν στο κτηματολόγιο στις 24/3/2014 στην παρουσία των δύο αγοραστών. Πριν κατατεθούν τα έγγραφα αυτά, συμβούλεψε τους αγοραστές όπως για να γλιτώσουν κάποια μεταβιβαστικά έξοδα, να μεταβιβαστεί το τεμάχιο σε τρία άτομα. Οι αγοραστές όταν ήρθαν για να μεταβιβάσουν, ανέφεραν ότι επιθυμούν να μεταβιβαστεί το ακίνητο και στον Μ.Κ. 8 και ο μάρτυρας ενήργησε ενάλογα. Όταν προχώρησε η πράξη για να μεταβιβαστεί το οικόπεδο, τον επισκέφθηκαν στο κτηματολόγιο Λεμεσού ο πρώτος κατηγορούμενος, ο δεύτερος κατηγορούμενος και οι Μ.Κ. 6, 8 και 9 για να μεταβιβαστεί το οικόπεδο. Στις 22 Αυγούστου 2014, το πληρεξούσιο της τρίτης κατηγορουμένης προς τον πρώτο κατηγορούμενο δεν τον κάλυπτε για να κάνει την μεταβίβαση, καθώς σύμφωνα με το περιεχόμενο του, καλυπτόταν μόνο για αγοραπωλητήριο έγγραφο. Έτσι, το κτηματολόγιο είχε ζητήσει από τον πρώτο κατηγορούμενο να παρουσιάσει άλλο πληρεξούσιο που να το καλύπτει για την μεταβίβαση ή να παρουσιάσει την τρίτη κατηγορούμενη ή την ΧΧΧΧΧ Γεωργίου που ήταν η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου. Ο πρώτος κατηγορούμενος του ανέφερε ότι τόσο η Γεωργίου, όσο και η τρίτη κατηγορούμενη βρίσκονταν στα κατεχόμενα στο χωριό Κορμακίτης, είναι ανήμπορες και κωλύονται να παρουσιαστούν. Ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε να ετοιμάσει ένα ειδικό πληρεξούσιο με το οποίο η Γεωργίου τον διορίζει να μεταβιβάσει το ακίνητο. Ο μάρτυρας το ετοίμασε και ο πρώτος κατηγορούμενος το πήρε για να υπογραφτεί και να πιστοποιηθεί για να μπει μέσα στην πράξη. Όταν το πληρεξούσιο δεν έγινε δεκτό στις 22 Αυγούστου 2014, ήδη το συμβόλαιο αποσύρθηκε από το κτηματολόγιο, αλλά μετά από επιμονή δική του, επανακατατέθηκε το αρχικό πωλητήριο για να είναι καλυμμένοι οι αγοραστές, αναμένοντας το νέο πληρεξούσιο για να επαναληφθεί η διαδικασία. Την Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014, ενώ βρισκόταν στο κτηματολόγιο για να προχωρήσει με την μεταβίβαση, πήρε τηλεφώνημα από τον πρώτο κατηγορούμενο ότι είχε στο αυτοκίνητο του την τρίτη κατηγορούμενη για να την πιστοποιήσει. Του παρουσίασε άλλο πληρεξούσιο, το οποίο πρώτη φορά έβλεπε, με το οποίο η τρίτη κατηγορούμενη εξουσιοδοτεί τον πρώτο κατηγορούμενο να μεταβιβάσει το κτήμα στο όνομα των αγοραστών. Ο μάρτυρας είδε την τρίτη κατηγορούμενη, της μίλησε για να δει αν είχε σώας τας φρένας, του φάνηκε ότι ήταν εντάξει, υπέγραψε ενώπιον του και αυτός πιστοποίησε το έγγραφο. Τα έγγραφα συντάχθηκαν στις 24 Αυγούστου 2014 και ο ίδιος υπέγραψε και πιστοποίησε τα έγγραφα, βάζοντας την ημερομηνία 24 Αυγούστου 2014, παρασυρόμενος από την αναγραφομένη ημερομηνία που ήταν Κυριακή. Προχώρησαν κανονικά στην μεταβίβαση και το κτηματολόγιο ζήτησε αντίγραφο της ταυτότητάς της ΧΧΧΧΧ Γεωργίου, διότι έτσι συνηθίζεται με τα πληρεξούσια. Ο μάρτυρας το γνώριζε και το προανέφερε στους συμβαλλόμενους. Έτσι, ούτε την Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014 έγινε η μεταβίβαση. Πάλι ο μάρτυρας επέμενε να κατατεθεί το αγοραπωλητήριο έγγραφο, το οποίο πάλι είχε αποσυρθεί από το κτηματολόγιο. Ο πρώτος κατηγορούμενος τους είπε ότι θα πήγαινε στη Λευκωσία για να φέρει αντίγραφο της ταυτότητας της ΧΧΧΧΧ Γεωργίου και να το προσκομίσει. Την Τρίτη 26 Αυγούστου 2014 κατέθεσαν εκ νέου τα έγγραφα της μεταβίβασης και προχώρησαν κανονικά στην διεκπεραίωση της πράξης. Το αντίγραφο της ταυτότητας που έφερε ο πρώτος κατηγορούμενος δεν το είδε καθόλου, παρά μόνο την ώρα της μεταβίβασης και το οποίο παρέλαβε η λειτουργός του κτηματολογίου. Στις 1 Σεπτεμβρίου 2014, ενημερώθηκε από την αστυνομία και την λειτουργό του κτηματολογίου, ότι υπήρξαν διάφορες παρατυπίες στην πράξη αυτή. Στις 25 Αυγούστου 2014 όταν ο πρώτος κατηγορούμενος του έφερε την τρίτη κατηγορούμενη για να την πιστοποιήσει, δίπλα του στεκόταν και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος είδε ότι υπέγραψε τα έγγραφα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο και την τρίτη κατηγορούμενη, αναφέρθηκε στα καθήκοντα του ως γραφέας και πιστοποιών υπάλληλος και στον τρόπο που τα εκτελεί, ανέφερε ότι είδε το αρχικό πληρεξούσιο και βάσει αυτού ετοίμασε ο μάρτυρας ένα άλλο πληρεξούσιο, το οποίο τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε. Είδε επίσης και τον πρώτο κατηγορούμενο και τους αγοραστές, δεν θυμάται όμως άλλο πρόσωπο. Δεν είδε την ιδιοκτήτρια κατά την πράξη, όμως την είδε μετά στο κτηματολόγιο όταν του την υπέδειξαν και του είπαν ότι είναι η ιδιοκτήτρια, όπου ο μάρτυρας έμεινε έκπληκτος, αλλά δεν έχει συνομιλήσει μαζί της. Επί του τεκμηρίου 34 αναγνώρισε την ταυτότητα του πρώτου κατηγορούμενου, το έντυπο κατάθεσης στο κτηματολόγιο, το αγοραπωλητήριο έγγραφο, δίνοντας τις δικές του εξηγήσεις ως προς το περιεχόμενο του, αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 14, αναφέρθηκε στις συνθήκες και τον τρόπο όπου πιστοποίησε την υπογραφή και γενικά την ταυτότητα της τρίτης κατηγορούμενης, ανέφερε ότι δεν έχει δει τα τεκμήρια 32 και 42, ούτε γνωρίζει το πρόσωπο που απεικονίζεται στο τεκμήριο 42, τον δε κατηγορούμενο 4 τον γνωρίζει μόνο φυσιογνωμικώς και δεν έχει συνεργαστεί ξανά μαζί του στο παρελθόν, ενώ με τον δεύτερο κατηγορούμενο έχει ξανασυνεργαστεί σε κτηματολογικές εργασίες ως επί των πλείστων στο παρελθόν, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Τον δεύτερο κατηγορούμενο τον είδε στο γραφείο του μαζί με τους αγοραστές και τον πρώτο κατηγορούμενο. Ανεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην γνωριμία του με τον δεύτερο κατηγορούμενο και την συνεργασία του που είχε, η οποία ήταν χωρίς προβλήματα όπως ανέφερε, την ημέρα που μετέβηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος στο γραφείο του Μ.Κ. 13 δεν είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε έγγραφο, ούτε υπέγραψε οποιοδήποτε πληρεξούσιο, αλλά ήταν στην κατοχή του πρώτου κατηγορούμενου. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν παρών στο κτηματολόγιο για την κατάθεση των εγγράφων στο κτηματολόγιο ως μεσάζων και για να δει εάν θα διεκπεραιωθεί η πράξη στο κτηματολόγιο και παρόντες ήταν και οι αγοραστές και ο πρώτος κατηγορούμενος, επιπρόσθετα δε, ήταν παρών ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά την πιστοποίηση της υπογραφής της τρίτης κατηγορούμενης. Αναφέρθηκε επίσης στην ετοιμασία πληρεξουσίου εγγράφου με βάση τα λεγόμενα του πρώτου κατηγορούμενου, ήτοι ότι η τρίτη κατηγορούμενη και η Γεωργίου είναι στον Κορμακίτη και δεν χρειάστηκε να έρθει σε επικοινωνία με τα πρόσωπα που αναγράφονταν στο πιστοποιημένο πληρεξούσιο, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι ήταν πιστοποιημένο και ο ρόλος του εκείνη την ημέρα ήταν η πιστοποίηση της υπογραφής της τρίτης κατηγορούμενης, έχοντας υπ΄ όψη και τι ζήτησε το κτηματολόγιο από την στιγμή που δεν καλυπτόταν το πληρεξούσιο έγγραφο που αρχικά παρουσιάστηκε, με βάση και την πρακτική που ακολουθείτο και που περιέγραψε. Περιέγραψε επίσης την διαδικασία όπου πιστοποίησε την υπογραφή της τρίτης κατηγορούμενης, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι του λέχθηκε πως η τρίτη κατηγορούμενη ήταν τυφλή και ότι δεν υπέγραψε ποτέ ενώπιον του, υπεραμυνόμενος ταυτόχρονα της ορθότητας και της επάρκειας των πράξεων του ως πιστοποιών υπάλληλος. Ως προς το πρόσωπο του τέταρτου κατηγορούμενου, αναφέρθηκε στις περιπτώσεις που τον έχει δει, ειδικότερα για την επίδικη πράξη τον έχει δει μια φορά το 2014, θεωρόντας τον ως ένα από τους μεσάζοντες, ο τέταρτος κατηγορούμενος ήταν στην καφετέρια και έπινε καφέ και υπέθεσε ότι περίμενε να ολοκληρωθεί η πράξη, εκφράζοντας ταυτόχρονα άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος απλά μετέφερε τον πρώτο κατηγορούμενο στο κτηματολόγιο διότι δεν είχε άλλο τρόπο να μεταβεί στο κτηματολόγιο. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα και με την κατάθεση των τεκμηρίων 50 έως 53 εκ συμφώνου, αποδεχόμενες όλες οι πλευρές την αλήθεια του περιεχομένου τους ως παραδεκτά γεγονότα και την έγκριση τους ως τέτοια από το Δικαστήριο, οι ευπαίδευτου συνήγοροι έκαναν εισηγήσεις ότι δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, η τρίτη κατηγορούμενη επέλεξε όπως παραμείνει σιωπηλή, ο δεύτερος και ο τέταρτος κατηγορούμενος επέλεξαν όπως καταθέσουν ενόρκως, όλοι δε οι κατηγορούμενοι κάλεσαν έναν κοινό μάρτυρα, ήτοι τον πρώην πρώτο κατηγορούμενο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ως μέρος της κύριας εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του, δηλαδή τα τεκμήρια 2 και
  26. Στο τεκμήριο 25, που χρονολογικά προηγείται, αναφέρει ότι γνωρίζει μεν για το επίδικο ακίνητο, αλλά δεν γνωρίζει τίποτα για πλαστογραφία και για απάτη. Τον Μάρτιο του 2014 δέχτηκε τηλεφώνημα από τον τέταρτο κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι έχει ένα οικόπεδο στη Λεμεσό στην περιοχή Αγίου Νικολάου για πώληση. Ο τέταρτος κατηγορούμενος διαμένει στην Λευκωσία και έχει μεσιτικό γραφείο. Ο τέταρτος κατηγορούμενος του έστειλε τον τίτλο ιδιοκτησίας και το χωρομετρικό και ο δεύτερος κατηγορούμενος μόλις το παρέλαβε πήγε στην περιοχή και είναι το οικόπεδο. Έψαξε και βρήκε τον ΧΧΧΧΧ Νικολάου που ενδιαφερόταν να αγοράσει οικόπεδο. Τον πήρε και το είδε. Του είπε ότι δεν ενδιαφέρεται και έφυγε. Μόλις έφυγε, τον πλησίασε ο Μ.Κ 6 που είναι μηχανικός και έχει γκαράζ απέναντι από το οικόπεδο. Ο Μ.Κ 6 τον ρώτησε εάν η συζήτηση τους με τον άλλο κύριο ήταν για το οικόπεδο και όταν του απάντησε καταφατικά, τότε ο Μ.Κ. 6 τον ρώτησε πόσα πωλείται το οικόπεδο και ο ίδιος του είπε € 220.000, όσα δηλαδή του είπε ο τέταρτος κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ. 6 του είπε ότι δίνει € 190.000 και τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος του είπε ότι θα ρωτήσει τον ενδιαφερόμενο και θα του απαντούσε. Πράγματι τον πήρε πίσω και του είπε ότι είναι εντάξει. Ενημέρωσε τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος τον Μ.Κ. 6 και συμφώνησαν να κλείσει η πράξη. Μετά από λίγες μέρες πήγαν στον Μ.Κ 13, έγιναν τα συμβόλαια, υπέγραψε ο πρώτος κατηγορούμενος και ο Μ.Κ. 6 και ο δεύτερος κατηγορούμενος έλαβε το ποσό των € 120 ως μέρος του φιλοδωρήματός για τον κόπο του. Ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε ότι θα του έδινε συνολικά € 1500 και μέχρι σήμερα έλαβε το ποσό των €
  27. Ανέφερε ότι πήγε μαζί τους έξω από το κτηματολόγιο όταν κατέφθασαν τα έγγραφα. Από ότι του είπαν κάτι πήγαινε λάθος με το πληρεξούσιο και δεν το δέχτηκαν. Έτσι ο πρώτος κατηγορούμενος έφυγε για να πάει πίσω στη Λευκωσία για να βρει την τρίτη κατηγορούμενη για να του κάνει άλλο πληρεξούσιο. Ο ίδιος δεν ήταν παρών. Δεν πρόλαβε να ξυπνήσει και να πάει την ώρα που πήγαν στο κτηματολόγιο. Άκουσε ότι ιδιοκτήτρια του οικοπέδου ήταν κάποια Γεωργίου την οποία δεν ξέρει, ούτε την είδε ποτέ του. Την τρίτη κατηγορούμενη την γνώρισε όταν την έφερε ο πρώτος κατηγορούμενος για να υπογράψει το πληρεξούσιο στην παρουσία του Μ.Κ
  28. Εξέφρασε άγνοια για οποιαδήποτε πλαστογραφία και γενικά για τα έγγραφα που κατατέθηκαν, όπως εξουσιοδοτήσεις και λοιπά. Σε μία περίπτωση έλαβε € 10.000 από τον Μ.Κ. 6 και άλλη μία € 1000 και τα έστειλε στον πρώτο κατηγορούμενο και εκδόθηκε σχετική απόδειξη. Στην δεύτερη του κατάθεση απλά αναφέρει ότι ξεγελάστηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναφέρθηκε στην γνωριμία και συνεργασία του με τον τέταρτο κατηγορούμενο σε υπηρεσίες όπως τις χαρακτήρισε κτηματολογικής φύσεως και το πως ενημερώθηκε από αυτόν ότι πωλείται το επίδικο ακίνητο και επιβεβαίωσε τα όσα είπε στην κατάθεση του όσον αφορά τον προτιθέμενο αγοραστή που ανέφερε στην κατάθεση του και την αποστολή των εγγράφων από τον τέταρτο κατηγορούμενο και την πρόθεση ενδιαφέροντος από τον Μ.Κ. 6 για την αγορά του επίδικου οικοπέδου και τι έχει λεχθεί μεταξύ τους μέχρι να καταλήξουν σε συμφωνία, αφού υπήρχε επικοινωνία και με τον τέταρτο κατηγορούμενο, ο οποίος θα μιλούσε με τον πρώτο κατηγορούμενο, τον οποίο γνώρισε για πρώτη φορά στο γραφείο του Μ.Κ. 13 όταν τον μετέφερε ο τέταρτος κατηγορούμενος, λόγω των προβλημάτων που είχε ο πρώτος κατηγορούμενος στα πόδια του, όπου και υπογράφτηκε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και έλαβε ο κατηγορούμενος 2 το ποσό των 150 και 650 ευρώ. Στο κτηματολόγιο ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν την πρώτη φορά, όπου δεν έγινε δεκτό το πληρεξούσιο έγγραφο, ενώ την δεύτερη φορά δεν πρόλαβε διότι ήταν πού πρωί, συνάντησε όμως εκεί τον Μ.Κ. 13, ο οποίος του είπε ότι τελείωσαν πριν αρκετή ώρα. Όταν ήταν στο κτηματολόγιο, μπήκε μέσα με τους υπόλοιπους, αλλά σε απόσταση από τον πάγκο, αναφέρθηκε στα χρηματικά ποσά που έλαβε όπως τα αναφέρει στην κατάθεση του και τα έστελνε στον πρώτο κατηγορούμενο, περιγράφοντας τον τρόπο που γινόταν η παράδοση των χρημάτων, όπου για τα ποσά αυτά εκδίδονταν αποδείξεις, τις οποίες δεν έδωσε στην αστυνομία. Πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για τα υπό διερεύνηση αδικήματα από την αστυνομία και μέχρι τότε νόμιζε ότι ήταν μια πράξη καθαρή. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις επαγγελματικές του δραστηριότητες, όπου ήταν οικοδόμος μεν, αλλά λόγω κρίσης ασχολείτο και με τις υπηρεσίες κτηματολογικής φύσεως, όπως τις έχει περιγράψει, αρνούμενος όμως ότι προέβαινε σε μεσιτίες, αλλά προέβαινε ως μεσολαβητής. Περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μετέβηκε στο επίδικο ακίνητο και ειδικότερα με το πρόσωπο που αναφέρει στην κατάθεση του και που τελικά ανέφερε ότι δεν ενδιαφέρεται, αναφερόμενος ταυτόχρονα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τον πλησίασε ο Μ.Κ. 6 και που ενδιαφέρθηκε για το επίδικο ακίνητο, περιγράφοντας την συζήτηση που έγινε και το πως κατέληξαν στην τιμή πώλησης του επίδικου ακινήτου και στην μετάβαση τους στο γραφείο του Μ.Κ. 13 και τους εκεί παρόντες και τι λέχθηκε εκεί και τι έλαβε χώρα. Αναφέρθηκε επίσης στο πως γνώριζε τον τέταρτο κατηγορούμενο, πότε και πως είδε για πρώτη φορά τον πρώτο κατηγορούμενο και γενικά πως τον έχει γνωρίσει, ο τέταρτος κατηγορούμενος του είπε ότι την υπόθεση την χειρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ως προς την φύση και την έκταση της παρουσίας του στο γραφείο του Μ.Κ. 13, αναφέρθηκε στα χρηματικά ποσά που έλαβε, αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις ως προς τον τρόπο γνωριμίας του με τον πρώτο κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε επίσης στο τι έλαβε χώρα στο κτηματολόγιο όταν ήταν ο ίδιος παρών και στην έκταση και στον ακριβή τόπο που ο μάρτυρας ήταν παρών και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε για το πρόβλημα που ανέκυψε με το πηρεξούσιο, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε την τρίτη κατηγορούμενη και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η τρίτη κατηγορούμενη υπέγραφε το πληρεξούσιο στο αυτοκίνητο. Αναφέρθηκε επίσης και στα χρηματικά ποσά που έλαβε από τον Μ.Κ. 6 και την απόδοση τους στον πρώτο κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που εκδίδονταν για αυτόν τον σκοπό και ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του, αρνήθηκε υποβηθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την δική του συμβολή μαζί με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους για να εξαπατήσουν τους παραπονούμενους και που σχετίζονται με τις υπό εξέταση κατηγορίες. Στην συνέχεια κατέθεσε ο τέταρτος κατηγορούμενος, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  29. Στην κατάθεσή του αναφέρει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ασχολήθηκε ως μεσολαβητής σε λίγες πράξεις κτηματομεσιτικές, δηλαδή αν κάποιος γνωστός ήθελε να αγοράσει ένα χωράφι τότε αυτός τον έπαιρνε σε κτηματομεσίτη και αν έκλεινε συμφωνία τότε θα έπαιρνε ένα ποσό για τον κόπο του. Για τη συγκεκριμένη πράξη αναφέρει ότι τον δεύτερο κατηγορούμενο τον γνωρίζει εδώ και πολλά χρόνια, καθώς επίσης γνωρίζει και τον πρώτο κατηγορούμενο από τον καιρό που ήρθε ο τέταρτος κατηγορούμενος στην Κύπρο. Γνωρίζει ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος κάνει και ο ίδιος ότι κάνει και ο τέταρτος κατηγορούμενος. Σε κάποιες φάσεις ενεργεί ως μεσολαβητής για την πώληση οικοπέδου. Όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο έχουν τακτική επαφή και από την ξέρει είναι καλλιτέχνης, ζωγραφίζει κτλ. Σε κάποια φάση, μέσα στον χειμώνα, του τηλεφώνησε ο πρώτος κατηγορούμενος και του είπε πως ένας γνωστός του ήθελε να πωλήσει ένα οικόπεδο στη Λεμεσό και αν μπορούσε ο τέταρτος κατηγορούμενος να ρωτήσει για να δει αν μπορεί να βρει πελάτη. Του είπε ότι το μόνο που μπορεί να κάνει για την Λεμεσό είναι να πάρει τηλέφωνο ένα φίλο του και να ρωτήσει ή αν έχει κανένα γνωστό που ενδιαφέρεται. Τηλεφώνησε τότε στον δεύτερο κατηγορούμενο και του είπε ότι έχουν ένα φίλο που θέλει να πουλήσει ένα οικόπεδο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος του είπε να του στείλει ένα τίτλο ιδιοκτησίας και φωτογραφίες και θα έψαχνε να βρει κάποιο για να το αγοράσει. Τότε ο τέταρτος κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον πρώτο κατηγορούμενο και ο πρώτος κατηγορούμενος του έδωσε ένα αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας και ο ίδιος το έστειλε με φαξ στον δεύτερο κατηγορούμενο. Επίσης έδωσε το τηλέφωνο του πρώτου κατηγορουμένου στο δεύτερο κατηγορούμενο για να έρθουν σε άμεση επαφή. Μετά μιλούσε κατά διαστήματα με τον δεύτερο κατηγορούμενο για άλλους λόγους και τον ρώτησε δυο τρεις φορές για το εάν βρήκαν αγοραστή. Ο δεύτερος κατηγορούμενος του έλεγε ότι δεν βρήκε. Μια μέρα του είχε τηλεφωνήσει ο δεύτερος κατηγορούμενος και του είπε ότι βρήκε αγοραστή, αλλά με πιο λίγα χρήματα από το ποσό που του είπε ο πρώτος κατηγορούμενος και αν θυμάται καλά ο αγοραστής πρότεινε € 190.
  30. Τότε του είπε να τηλεφωνήσει στον πρώτο κατηγορούμενο για να τα βρουν, επειδή ο ίδιος δεν ήξερε για να του πει, ούτε και είχε δικαίωμα. Μετά από λίγο διάστημα, που δεν θυμάται ακριβώς, του είχε τηλεφωνήσει ο πρώτος κατηγορούμενος και του είπε ότι συμφώνησαν με τον αγοραστή και ότι έπρεπε να πάει στη Λεμεσό για να κάνουν τα έγγραφα. Τότε ο τέταρτος κατηγορούμενος του είπε ότι ευτυχώς που το πουλήσε. Ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε ότι δεν μπορούσε να οδηγήσει λόγω προβλήματος που έχει με τα πόδια του και του ζήτησε να τον πάρει μαζί του. Μάλιστα επειδή το αυτοκίνητο του τέταρτου κατηγορουμένου είναι παλιό πήγαν με το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου. Ήρθαν στη Λεμεσό και πήγαν στον Μ.Κ 13 που θα είχε ετοιμάσει τα έγγραφα. Μπήκε στο γραφείο του και εκεί βρήκαν τον Μ.Κ. 6, που ήταν ο αγοραστής, μαζί με τον γιο του και τη νύφη του. Μαζί τους ήταν και ο δεύτερος κατηγορούμενος, στον οποίο είχαν τηλεφωνήσει για να τους οδηγήσει στο γραφείο του Μ.Κ. 13, επειδή δεν γνώριζαν που είναι. Εκεί στο γραφείο ήταν και ο δεύτερος και ο τέταρτος κατηγορούμενος μέσα μέχρι ενός σημείου και μετά βγήκαν έξω μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο για να καπνίσουν. Δεν ξέρει τι ακριβώς ειπώθηκε ή τις συμφωνίες έκαναν ακριβώς. Σε κάποια στιγμή τον φώναξαν μέσα και του είπαν να υπογράψει ως μάρτυρας και τότε ο ίδιος ανέφερε ότι δεν έχει πρόβλημα και υπέγραψε ως μάρτυρας. Μετά απ' αυτό έφυγαν και πήγαν στην Λευκωσία, ο πρώτος κατηγορούμενος τότε του έδωσε € 300 για τον κόπο του και τότε ο τέταρτος κατηγορούμενος τον ευχαρίστησε και έφυγε. Αυτά ήταν που γνωρίζει και από κει και πέρα σε κατοπινό στάδιο έμαθε ότι το πρώτο πληρεξούσιο είχε πρόβλημα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναφέρθηκε στις περιπτώσεις όπου ενεργούσε ως μεσολαβητής, περιγράφοντας την διαδικασία που ακολουθείτο και γενικά την εμπλοκή του, καθώς επίσης αναφέρθηκε γενικά για τις επαγγελματικές του δραστηριότητες στο παρελθόν. Αναφέρθηκε στην γνωριμία του με τους κατηγορούμενους 1 και 2 και ότι για πρώτη φορά ενημερώθηκε για τα επίδικα αδικήματα στο Αρχηγείο, όπου ακολούθησε η σύλληψη και η μεταφορά του στη Λεμεσό και η κράτηση του. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπήρξε επικοινωνία μεταξύ του ιδίου και των κατηγορούμενων 1 και 2 για το επίδικο ακίνητο, την αποστολή στον δεύτερο κατηγορούμενο τον τίτλο του ακινήτου με φαξ. Στην Λεμεσό για την επίδικη πράξη ήρθε μόνο μια φορά και δεν είχε λόγο σε αυτήν, απλά έφερε τον πρώτο κατηγορούμενο στη Λεμεσό επειδή δεν μπορούσε να οδηγήσει, λόγω του ότι ήταν φουσκωμένα τα πόδια του. Μέχρι σήμερα δεν ξέρει που είναι το επίδικο ακίνητο, ούτε πήγε ποτέ σε αυτό, περιέγραψε τον ρόλο του και γενικά την παρουσία του στο γραφείο του Μ.Κ. 13 όπου εκεί ετοιμάστηκαν τα έγγραφα και ποιοι ήταν παρόντες, υπογράφοντας ο ίδιος ως μάρτυρας. Ο πρώτος κατηγορούμενος του υπέδειξε μια επιταγή για να τον ρωτήσει ποιο όνομα αναγράφεται, ίσως επειδή δεν έβλεπε. Όταν ολοκληρώθηκε η πράξη, ο πρώτος κατηγορούμενος του έδωσε το χρηματικό ποσό των € 300 για τον κόπο του που του έκανε τον οδηγό, δεν γνωτίζει την ιδιοκτήτρια του ακινήτου, παρά μόνο ήξερε ότι ήταν μια γνωστή του πρώτου κατηγορουμένου και σκοπός της πώλησης ήταν για να βοηθηθεί ένα συγγενικό πρόσωπο που είχε προβλήματα υγείας και ο ίδιος δεν είχε κανένα κέρδος. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στο καθεστώς του ως πτωχεύσαντα, στην επαγγελματική του ενασχόληση ως μεσολαβητής αλλά και σε άλλες ενασχολήσεις και τα εισοδήματα που είχε, στα αυτοκίνητα που κατείχε στο παρελθόν, στα προβλήματα υγείας που είχε και έχει ο ίδιος, αναφέρθηκε στους παρόντες που ήταν στο γραφείο του Μ.Κ. 13 και τον λόγο που ήταν ο ίδιος που μετέφερε τον πρώτο κατηγορούμενο στη Λεμεσό, εξιστορώντας επίσης τι ακριβώς έγινε εκεί, τι περιήλθε στην αντίληψη του, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε ως μάρτυρας και την φύση και την έκταση της εκεί παρουσίας του. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που άπτονταν την εμπλοκή του και γενικά την γνώση του σε σχέση με τα υπό εξέταση αδικήματα, όπως π.χ. την γνώση του για τα παιδιά του Μ.Κ. 6 και την μετάβαση του ιδίου στο επίδικο ακίνητο και την αναγνωριση του από τον Μ.Κ. 6 και τον Μ.Κ. 9 και την μη τυχαία παρουσία του στο γραφείο του Μ.Κ. 13 στη Λεμεσό. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επικοινωνία μεταξύ του ιδίου και των κατηγορουμένων 1 και 2 αναφορικά με το επίδικο ακίνητο και υπερτόνισε ότι εάν ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά δεν θα ασχολείτο, διότι ουδέποτε ασχολήθηκε με απατεωνιές, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, κάνοντας επίσης αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε ότι το πληρεξούσιο είχε πρόβλημα. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες είδε την επιταγή που κάνει αναφορά στην κατάθεση του και στην λήψη του ποσού των € 300 από τον πρώτο κατηγορούμενο, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις ότι η εμπλοκή του στην λήψη του πιο πάνω χρηματικού ποσού, αλλά και στην γνώση του ως προς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 εμπίπτουν στο όλο πλαίσιο που καταδεικνύουν γνώση και εμπλοκή του για το παράνομο της όλης συναλλαγής. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του τέταρτου κατηγορούμενου, προσήλθε ως κοινός μάρτυρας υπεράσπισης ο πρώην κατηγορούμενος
  31. Ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε ότι γνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο μέσω του τέταρτου κατηγορουμένου όταν είχε αποταθεί κοντά του για να βρει κάποιον αγοραστή για το οικόπεδο και τον είδε για πρώτη φορά στη Λεμεσό κοντά στο διοικητήριο και ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν το άτομο που έψαξε να βρει αγοραστή για το ακίνητο αυτό και ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος αποτάθηκε στον τέταρτο κατηγορούμενο, ο τέταρτος κατηγορούμενος σύστησε στον πρώτο κατηγορούμενο τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος ενημέρωσε τον τέταρτο κατηγορούμενο για την ύπαρξη κάποιου ενδιαφερόμενου, ο τέταρτος κατηγορούμενος ενημέρωσε τον πρώτο κατηγορούμενο και ακολούθησαν απευθείας επαφές και συναντήσεις μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του αγοραστή και συνεπώς από εκείνο το σημείο ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν είχε καμία εμπλοκή. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφτηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο, τον τόπο που υπογράφτηκε και τους εκεί παρόντες και το ίδιο έκανε όσον αφορά τους παρόντες στο κτηματολόγιο όταν ήταν παρούσα και η τρίτη κατηγορούμενη. Επεξήγησε τους λόγους όπου έχει δηλώσει παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι παραδέχθηκε ως προς το αποτέλεσμα και όχι ως προς την διαδικασία, ενώ οι άλλοι συγκατηγορούμενοι του δεν γνώριζαν τι γινόταν, αφού ούτε ο ίδιος γνώριζε επακριβώς, κατονομάζοντας τρίτο άτομο ως τον καθοδηγητή της όλης πλοκής, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του ως αφελή και βλάκα και ότι είχε άγνοια. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε με την τρίτη κατηγορούμενη, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει συνταχθεί το πρώτο πληρεξούσιο και την μεταβίβαση των εξουσιών του πρώτου πληρεξουσίου από την τρίτη κατηγορούμενη στον πρώτο κατηγορούμενο, τονίζοντας ότι είναι το τρίτο άτομο που έχει κατονομάσει που είχε συμμετοχή στην όλη διαδικασία, ο οποίος είχε προβλήματα με την Δικαιοσύνη. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον τέταρτο κατηγορούμενο και την εμπλοκή του τέταρτου κατηγορούμενου για να πωληθεί το επίδικο ακίνητο και τις συνθήκες όπου έγινε η μεταξύ τους επικοινωνία και το περιεχόμενο αυτής, δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε από τον τέταρτο κατηγορούμενο να βρει αγοραστή για το επίδικο ακίνητο, στις συναντήσεις που είχε με τον αγοραστή του ακινήτου, στις συστάσεις που είχε από τον δικολάβο όπως τον περιέγραψε για να γίνει το σχετικό πληρεξούσιο, την μετάβαση του στην Λεμεσό με τον τέταρτο κατηγορούμενο, όπου σε μια περίπτωση έγινε ένα προσύμφωνο μέχρι να γίνει το πληρεξούσιο, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η παρουσία του τέταρτου κατηγορούμενου δεν ήταν ουσιαστική και δεν χρειαζόταν. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι υιοθετεί τις καταθέσεις του, ήτοι τα τεκμήρια 3 και 30, στις οποίες ουσιαστικά αναφέρει πως ότι έχει να πει και να παρουσιάσει θα το πράξει στο Δικαστήριο και ότι έχει ενεργήσει με καλή πίστη. Ως προς την καλή πίστη, ανέφερε ότι δεν είχε υπόψη του ότι γινόταν κάτι το παράτυπο, αποδεχόμενος ενοχή ως προς το αποτέλεσμα, όχι όμως ως προς την διαδικασία, δηλώνοντας ότι από την στιγμή που ο ίδιος δεν γνώριζε, πόσο μάλλον οι άλλοι κατηγορούμενοι δεν γνώριζαν. Αναφέρθηκε επίσης στην σχέση μεταξύ τρίτης κατηγορούμενης και του τρίτου ατόμου που κατονόμασε και τους λόγους όπου έγινε το σχετικό πληρεξούσιο, τι γνώριζε για αυτό το τρίτο άτομο και την όλη εμπλοκή του, εξηγώντας τους λόγους που δεν ανέφερε οτιδήποτε για αυτό το θέμα στις καταθέσεις του, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι κατάλαβε ότι ήταν ο ίδιος που θα πλήρωνε το τίμημα και ήθελε να συντομεύσει η διαδικασία. Ανέφερε ότι έχει στηριχθεί στο πληρεξούσιο της τρίτης κατηγορούμενης θεωρόντας το αληθινό, αναφέρθηκε στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει σε συνδυασμό με τις φορές που ήρθε στη Λεμεσό μαζί με τον τέταρτο κατηγορούμενο, αναφέρθηκε στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε η τρίτη κατηγορούμενη, έδωσε την δική του ερμηνεία ως προς το τεκμήριο 32 , ως προς το τεκμήριο 42 ανέφερε ότι δεν είδε ποτέ το άτομο που απεικονίζεται σε αυτό. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, όταν έκανε παράπονο η παραπονούμενη, αναφερόμενος ταυτόχρονα τι περιήλθε στην αντίληψη του από την καταγγελία και μετέπειτα, στην επικοινωνία που είχε με τους κατηγορούμενους 2 και 4, στο ποσό που συμφωνήθηκε για την πώληση του επίφικου ακινήτου και την αμοιβή που έδωσε ο ίδιος στον δεύτερο και στον τέταρτο κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφτηκαν τα έγγραφα στο γραφείο του Μ.Κ. 13 και τους εκεί παρόντες και την εμπλοκή που είχαν ο καθένας και την υπογραφή ως μαρτύρων των κατηγορουμένων 2 και
  32. Αναφέρθηκε επίσης στην έκταση που γνώριζε για τα χρηματικά ποσά που έλαβε για την επίδικη πράξη και αρνήθηκε υποβληθείσες γνώσεις που είχαν ως επίκεντρο το ότι ήταν ο ενορχηστρωτής της όλης παρανομίας και συνωμότησε με τους κατηγορούμενους, οι οποίοι γνώριζαν για την παρανομία στην πώληση του επίδικου ακινήτου, εν αγνοία της ιδιοκτήτριας. Επέρριψε ευθύνες και γνώση στον Μ.Κ. 6, λόγω του ότι ο Μ.Κ. 6 γνώριζε τον ιδιοκτήτη, λόγω της ενοικίασης του επίδικου ακινήτου, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ο Μ.Κ. 6 εξαπατήθηκε και ότι ουσιαστικά δελεάστηκε από την τιμή πώλησης, από την στιγμή που ο ιδιοκτήτης άμεσα ζητούσε περισσότερα χρήματα, καθώς επίσης αρνήθηκε υποβληθεία θέση ότι σκοπός της μαρτυρίας του ήταν για να βοηθήσει τους κατηγορούμενους 2 έως
  33. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, σχετικά είναι τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. Από το λεκτικό των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι: Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας, σχετικά είναι τα άρθρα 331 και 333(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπου προνοούν τα ακόλουθα: <<
  1. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης>>. <<
  2. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα>> Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι:
  3. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου
  4. Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Αναφορικά με το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος>>. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. <<Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)>>. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν πχ είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." Ως προς το αδίκημα της δωδέκατης κατηγορίας, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 303 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο 303 Α.-
(1)Πρόσωπο το οποίο, με σκοπό καταδολίευσης, συναλλάττεται σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο είναι ένοχο κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση εφτά χρόνων.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου πρόσωπο συναλλάττεται σε ακίνητη περιουσία όπου - (α) πωλεί σε άλλο, ή ενοικιάζει σε άλλο, ή υποθηκεύει σε άλλο ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο, ή διαθέτει προς χρήση σε άλλο ακίνητη περιουσία, ή (β) διαφημίζει ή άλλως πως προωθεί τη σε άλλο πώληση ή ενοικίαση ή υποθήκευση ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο ή την από άλλο χρήση ακίνητης περιουσίας, ή (γ) συνάπτει συμφωνία για την πώληση σε άλλο, ή την ενοικίαση σε άλλο, ή την υποθήκευση σε άλλο, ή την επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο προς όφελος άλλου, ή τη χρήση από άλλον ακίνητης περιουσίας, ή (δ) αποδέχεται την ακίνητη περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της συναλλαγής όπως αυτή ορίζεται στο παρόν εδάφιο.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, πρόσωπο ενεργεί με σκοπό καταδολίευσης εάν προβεί σε οποιαδήποτε από τις πράξεις που καθορίζονται στο εδάφιο
(2)ενώ γνωρίζει ή, υπό τις περιστάσεις, έπρεπε εύλογα να γνωρίζει, ότι δεν έχει τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας, ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που έχει νόμιμη εξουσία παροχής τέτοιας συγκατάθεσης.
(4)H απόπειρα διάπραξης του αδικήματος που ορίζεται στo εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου συνιστά κακούργημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων.
(5)Το παρόν άρθρο ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα ιδιοκτήτη μεριδίου ή άλλου νομικού συμφέροντος σε ακίνητη περιουσία όπως συναλλάττεται σε σχέση με αυτό ως ο νόμος επιτρέπει.
(6)Οι διατάξεις του άρθρου 8 δεν εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου αυτού.» Αναφορικά με το αδίκημα της δέκατης τρίτης κατηγορίας, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 341 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις ως προς το χαρακτήρα, το περιεχόμενο ή την ισχύ εγγράφου, προκαλεί άλλο να υπογράψει ή να εκτελέσει το έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το έγγραφο.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα πηγάζουν από την εν λόγω αξιολόγηση. Η Μ.Κ. 1 είναι η μια εκ των ανακριτών της υπόθεσης, μαζί με τον Μ.Κ. 2 και άλλον αστυφύλακα και συνεπώς θα αξιολογηθεί η μαρτυρία της υπό αυτό το πρίσμα. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ως ανακρίτρια έχει εκτελέσει στο ακέραιο τα καθήκοντα της, στο μερίδιο που της αναλογούσε. Δεν έχει αντιληφθεί το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, ούτε έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε αμέλεια ή πλημμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων της, ούτε έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε προκατάληψη ή μεροληπτική στάση της, είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, είτε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όπου κατά την διάρκεια αυτής, η μαρτυρία της είχε συνοχή, λογική και συνέχεια, αμεσότητα, σαφήνεια και πληρότητα και αποκάλυπτε την πηγή της γνώσης της. Το γεγονός ότι αρχικά έχει συλληφθεί και ο Μ.Κ. 6 αυτό ήταν λογικό, διότι η διερεύνηση της υπόθεσης τότε βρισκόταν στα αρχικά στάδια, όμως σε κατοπινό στάδιο, όταν άρχισε να εξυφαίνεται η όλη πλοκή της υπόθεσης, διαφάνηκε ότι ο Μ.Κ. 6 εξαπατήθηκε, μέσα από την πλοκή των κατηγορουμένων 2 έως 4 κατά το μερίδιο των πράξεων τους, ως θα αξιολογηθεί λεπτομερώς πιο κάτω και συνεπώς ορθώς ο Μ.Κ. 6 και τα παιδιά του δεν είναι συγκατηγορούμενοι με τους υφιστάμενους κατηγορούμενους. Αντίθετη εισήγηση από πλευράς κατηγορουμένων θα σήμαινε ότι αποδέχονται αυτομάτως πλήρη γνώση της παρανομίας, από την στιγμή που η ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και ο σύζυγος της, ως πληρεξούσιος της, ουδέποτε έδωσαν σε οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους την συγκατάθεση τους να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο, ως θα αξιολογηθεί λεπτομερώς και πιο κάτω. Τα όσα ανέφερε η ανακρίτρια αναφορικά με την σημασία των τεκμηρίων και γενικά του μαρτυρικού υλικού δεν δεσμεύουν βεβαίως το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο θα προβεί αναλυτικά στην αξιολόγηση αυτών, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να έχει διακρίνει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην έκφραση των απόψεων της μάρτυρος. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 1 ως αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 2 και αυτός με την σειρά του θα κριθεί υπό το πρίσμα της ιδιότητας του ως ενός εκ των ανακριτών της παρούσας υπόθεσης. Τα όσα αναφέρθησαν για το πρόσωπο της Μ.Κ. 1, ισχύουν τα ίδια και για το πρόσωπο του Μ.Κ. 2, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, αφού είναι διαφορετικό πρόσωπο και επιπρόσθετα το Δικαστήριο προβαίνει στις πιο κάτω επισημάνσεις: Είναι απόλυτα λογικό και φυσικό ο μάρτυρας να μην θυμόταν κάποιες λεπτομέρειες για τις οποίες ερωτάτο και που παρέπεμπε στην κατάθεση του για τις έρευνες που έχει προβεί ο ίδιος και το ίδιο ισχύει για τα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως π.χ. η λήψη παραπόνου και καταθέσεων. Τα όσα ανέφερε ως προς το πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου, δεν έχουν οποιανδήποτε βαρύτητα, διότι ο πρώτος κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή, αν και αναπόφευκτα η μαρτυρία του πρώτου κατηγορουμένου θα αξιολογηθεί πιο κάτω από την στιγμή που κλητεύθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης των κατηγορουμένων 2 έως
  1. Τα όσα ανέφερε ως προς το πρόσωπο του πέμπτου κατηγορουμένου, βεβαίως δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα διότι αυτός απεβίωσε. Δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο ως προς τις έρευνες που έχει προβεί ο μάρτυρας για το πρόσωπο της τρίτης κατηγορουμένης και στην ενέργεια του να κατηγορήσει την τρίτη κατηγορουμένη, έχει πειστεί απόλυτα το Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας αυτός υπήρξε αντικειμενικός και αμερόληπτος όταν ανέφερε ότι είναι το Δικαστήριο που θα αποφασίσει για την ενοχή ή όχι, πράγμα το οποίο θα αξιολογηθεί πιο κάτω. Ως προς τις ενέργειες που είχε προβεί ο μάρτυρας αναφορικά με το πρόσωπο του τέταρτου κατηγορουμένου, το Δικαστήριο επίσης δεν έχει διαπιστώσει οτιδήποτε το επιλήψιμο, ούτε έχει διαπιστωθεί οποιαδήποτε ολιγωρία, λόγω ακριβώς και της υποστελέχωσης που υπήρχε και που το Δικαστήριο αποδέχεται ως πραγματικό γεγονός. Επίσης αποτελεί ένδειξη φιλαλήθειας και αντικειμενικότητας η αναφορά και παραδοχή του ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος μετέβηκε στο ΤΑΕ Αρχηγείου και εκεί συνελήφθη. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει παράπονο εναντίον του τέταρτου κατηγορουμένου με βάση την αναφορά του, αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν έχει την οποιανδήποτε σημασία, διότι αυτό που έχει σημασία είναι το σύνολο της μαρτυρίας που έχει συλλεχθεί και δεν είναι απαραίτητο οι παραπονούμενοι στην προκειμένη περίπτωση να γνώριζαν κάτι παραπάνω από αυτό που κατήγγειλαν και συνεπώς οι έρευνες απέφεραν την σχετική μαρτυρία. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ως αξιόπιστη. Ως προς την Μ.Κ. 3, αναμφίβολα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη, διότι μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι ήταν απόλυτα φιλαλήθης και αντικειμενική. Ούτως ή άλλως η αντεξέταση της ήταν σύντομη και περιελάμβανε κυρίως διευκρινιστικές ερωτήσεις. Η μαρτυρία της βεβαίως είναι κομβικής σημασίας και είναι ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας που συνδέει την ένοχη σκέψη και την συνωμοσία όλων των κατηγορουμένων μεταξύ τους, διότι μέσα από την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο 31, αλλά και από την δια ζώσης μαρτυρία της, σε συνδυασμό με το τεκμήριο 32 που φέρει τον αριθμό ταυτότητας της Μ.Κ. 10 μεν, αλλά τα στοιχεία που αναγράφονται σε αυτήν όπως είναι η ιθαγένεια και τα ονόματα των γονέων της είναι λανθασμένα και ότι τέτοιου είδους ταυτότητα δεν εκδόθηκε ποτέ, καταδεικνύει, αλλά και αποδεικνύει περίτρανα ότι το τεκμήριο 32 είναι ένα πλαστογραφημένο έγγραφο, διότι τα στοιχεία που αναφέρθησαν πιο πάνω δεν είναι ορθά και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 3 ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ. 4 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί και έχει πειστεί ότι προσήλθε στο εδώλιο με σκοπό να εξιστορίσει με αντικειμενικότητα και αμεροληψία εκείνα τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε ή να προσφύγει στο ψεύδος. Δεν δίσταζε η μάρτυρας να αναφέρει εάν κάτι δεν το γνώριζε και γενικά η μάρτυρας είχε όλα τα εχέγγυα της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας. Μέσα από την μαρτυρία της καταδεικνύεται, αλλά και αποδεικνύεται, ότι το τεκμήριο 34, είναι η δέσμη των εγγράφων που παρουσιάστηκαν στο κτηματολόγιο για την επίδικη πράξη για το επίδικο ακίνητο και διαφαίνεται η μη γνώση και συγκατάθεση της Μ.Κ. 10 να πωλήσει το επίδικο ακίνητο και το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο 4 που είναι η πράξη μεταβίβασης και αυτά αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Αποδεικνύεται επίσης ότι το τεκμήριο 5 είναι πλαστό πληρεξούσιο, αφού η Μ.Κ. 10 δεν είχε γνώση, ούτε συγκατάθεση, το ίδιο ισχύει και με το τεκμήριο 6 που είναι το πλαστό αγοραπωλητήριο έγγραφο. Το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο 12, καθώς επίσης αποδεικνύεται ότι υπήρχε πλαστό πληρεξούσιο ημερομηνίας 28/2/2014 και συντάχθηκε επιπρόσθετα άλλο ημερομηνίας 24/8/2014 και πιο συγκεριμένα, η πρώτη απόπειρα να πωληθεί το επίδικο ακίνητο ήταν στις 22/8/2014 με το πρώτο πλαστό πληρεξούσιο και στις 25/8/2014 παρουσιάστηκε το δεύτερο πλαστό πληρεξούσιο και αυτά αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 4 ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ. 5 και αυτή με τη σειρά της άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, διότι μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, η μάρτυρας παρέθετε με απλό και συνάμα λεπτομερειακό τρόπο εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, χωρίς υπεκφυγές, ασάφειες ή προσφυγή στο ψεύδος ή στην απόκρυψη της αλήθειας, ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το ύποπτο ή το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ή στην δια ζώσης μαρτυρία της. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος, καταδεικνύεται και αποδεικνύεται και κατ΄ επέκταση αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου ότι η Π 1468/2014 είναι στο σύνολο της πλαστή, στην πράξη αυτή ενώπιον της στο κτηματολόγιο ήταν οι Μ.Κ. 6, 8 και 9 και ο πρώτος κατηγορούμενος, ζητήθηκαν οι ταυτότητες τους, ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε στην μάρτυρα την φωτοτυπία της πλαστής ταυτότητας της Μ.Κ. 10, ήτοι το τεκμήριο
  2. Βεβαίως, οι κατηγορούμενοι 2 έως 4 είναι συνεργοί και συνεπώς συναυτουργοί και συνένοχοι στην βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, έχοντας υπόψη το μερίδιο της εμπλοκής τους και την συνεπακόλουθη ένοχη διάνοια και γνώση τους, ως πιο κάτω θα αξιολογηθεί. Στην παρουσία της υπέγραψαν την δήλωση μεταβίβασης οι Μ.Κ. 6, 8 και 9 και ο πρώτος κατηγορούμενος και ισχύουν τα ίδια ως προς τους κατηγορούμενους 2 έως 4 ως προς την ένοχη διάνοια και γνώση τους δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Η αναγνώριση εκ μέρους της μάρτυρος των τεκμηρίων 32 και 34, ως την πλαστή ταυτότητα που παρουσιάστηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο και η δέσμη των πλαστών εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίδικη πράξη, καταδεικνύουν την πλαστότητα των εν λόγω εγγράφων, γεγονός που αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Μέσα λοιπόν από τα πιο πάνω έγγραφα και την μαρτυρία που προσκομίστηκε από την εν λόγω μάρτυρα, αποδεικνύεται ότι η Μ.Κ. 10 εξουσιοδότησε την τρίτη κατηγορούμενη και η τρίτη κατηγορούμενη τον πρώτο κατηγορούμενο για να πωληθεί το επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας της Μ.Κ. 10, ενώ αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, διότι η Μ.Κ. 10 τελούσε σε πλήρη άγνοια για την επικείμενη αγοραπωλησία και ουδέποτε εξουσιοδότησε την τρίτη κατηγορούμενη για οτιδήποτε, αφού πηρεξούσιος αντιπρόσωπος της, ως θα αξιολογηθεί πιο κάτω, ήταν ο Μ.Κ. 11, ο οποίος επίσης τελούσε σε πλήρη άγνοια για την επίδικη πράξη και ούτε έδωσε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση είτε στην τρίτη κατηγορουμένη, είτε σε οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους να προβούν στην επίδικη πράξη πώλησης. Ενώπιον της εν λόγω μάρτυρος δεν παρουσιάστηκαν οι κατηγορούμενοι 2 έως 4, αλλά η ένοχη διάνοια και η γνώση τους και γενικά η ευθύνη τους είναι δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, αλλά και θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, η μαρτυρία της Μ.Κ. 5 κρίνεται ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς τον Μ.Κ. 6, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα, λόγω ακριβώς της εμπλοκής του στην επίδικη πράξη πώλησης, όντας αρχικά και ύποπτος στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και κυρίως λόγω του ότι ήταν το πρόσωπο που είχε πρωταγωνιστικό ενδιαφέρον στην απόκτηση του επίδικου ακινήτου. Ο μάρτυρας αυτός άφησε πολυ καλή και γενικά θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο ή ύποπτο στην δια ζώσης του μαρτυρίας, απαντούσε με πληρότητα και αμεσότητα, χωρίς δισταγμό, ασάφεια, γενικότητα ή προσφυγή στην υπερβολή ή στο ψεύδος, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και αυτό που διαφάνηκε και αποδείχθηκε, είναι ότι ο μάρτυρας αυτός έχει πέσει θύμα της δολιότητας των κατηγορουμένων και ιδίως των κατηγορουμένων 1, 2 και
  4. Συγκεκριμένα, διαφάνηκε και αποδείχθηκε και συνακόλουθα αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, εν γνώση του και δολίως, παρουσιαζόταν ως μεσίτης, ενώ κάτι τέτοιο δεν ίσχυε και ούτε βεβαίως αποδείχθηκε. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Μ.Κ. 6, υπήρχε ετοιμότητα την επόμενη μέρα της συνάντησης τους να ετοιμαστούν τα συμβόλαια, συνεπώς από την στιγμή που υπήρχε ετοιμότητα για ετοιμασία συμβολαίων, το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να σιγουρευθεί ο δεύτερος κατηγορούμενος και να επιβεβαιώσει με την ιδιοκτήτρια του ακινήτου ότι το ακίνητο είναι προς πώληση, πράγμα βεβαίως που δεν έγινε, αποδεικνύοντας περίτρανα την δολιότητα του και την προσπάθεια του να πωληθεί το επίδικο ακίνητο, εν αγνοία της ιδιοκτήτριας, παρακάμπτοντας την εντελώς και αγνοώντας τα έννομα συμφέροντα της. Επίσης μέσα από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, καταδεικνύεται ότι παρόντες όταν δόθηκε η επίδικη επιταγή όπου υπάρχει και η σχετική κ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.