← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αθανασίου, Αρ. Υπόθεσης: 6200/17, 22/3/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αθανασίου, Αρ. Υπόθεσης: 6200/17, 22/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6200/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. XXXXX Αθανασίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Σωφρονίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 18.5.16 στη συμβολή των οδών Σπ. Κυπριανού και Πάφου στη Λεμεσό οδηγούσε όχημα χωρίς επιμέλεια και προσοχή (1η κατηγορία), υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών (2η κατηγορία) και ότι αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής για την προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης (3η κατηγορία). Στην 4η και 5η κατηγορία, ως έχει τροποποιηθεί το κατηγορητήριο μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, παραδέχθηκε ενοχή. Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τον Αστ. XXXXX (ΜΚ1) και τη Δρα XXXXX Λοΐζου (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 1). Στις 18.5.16 και ώρα 01:00 μετέβηκε στη σκηνή του ατυχήματος, μετά από πληροφορία που λήφθηκε από άγνωστο άνδρα. Το όχημα, ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 4), είχε καταστραφεί. Ετοίμασε πρόχειρο και συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος είχε ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Μια ώρα αργότερα, η ΜΚ2, θεράπων ιατρός του, υπόγραψε έντυπο με το οποίο επιτρεπόταν να λάβει δείγμα εκπνοής για έλεγχο αλκοόλης (Τεκμήριο 7). Ρώτησε τον κατηγορούμενο πως έγινε το ατύχημα, όμως αρνήθηκε να του απαντήσει λέγοντάς του ασυναρτησίες. Μύριζε αλκοόλ, τα μάτια του ήταν κόκκινα και ήταν συγχυσμένος. Τον πληροφόρησε ότι θα τον υποβάλει σε έλεγχο αλκοόλης και απάντησε: «Άτε ολάν που δαμέ, εγώ εν φυσώ» (Τεκμήριο 5). Τότε τον πληροφόρησε ότι διαπράττει αδίκημα και απάντησε: «Φύε που δαμέ να μεν σου την σπάσω». Την επόμενη μέρα ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς. Απάντησε: «Εν θέλω να δώκω κατάθεση. Εν υπογράφω τίποτε» (Τεκμήριο 6). Ερωτηθείς αν ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός, παρέπεμψε στη μητέρα του κατηγορούμενου και την ΜΚ

  1. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την αντεξέτασή του. Σε σχέση με τα λεγόμενα της μητέρας του κατηγορούμενου: E. Επίσης είπατε ότι όταν πήγατε στη σκηνή ήταν η μητέρα του κατηγορουμένου εκεί και σας ανάφερε, ότι σας έδωσε τα στοιχεία του οδηγού. Γνωρίζετε κατά πόσο η μητέρα του κατηγορουμένου ήταν παρούσα στη σκηνή κατά την ώρα του ατυχήματος ή πήγε μετά, μετά που πόση ώρα, έχετε κάποιες λεπτομέρειες; A. Όχι, εγώ απλώς τη βρήκα εκεί όταν πήγα στη σκηνή και μου ανάφερε αυτά που ανέφερα πριν, την ρώτησα «ποιος οδηγά το αυτοκίνητο, ποιου είναι το αυτοκίνητο;» μου είπε «είναι του γιου μου, το οδηγούσε ο γιος μου» και ρώτησα «πού είναι;» Μου είπε «στο νοσοκομείο είχε τραυματιστεί και είναι στο νοσοκομείο». E. Δεν την ρώτησες, καλά πώς ήξερε ότι οδηγός είναι ο γιος της, δεν τη ρωτήσετε πώς ήξερε ότι οδηγούσε ο γιος της; A. Όχι, όταν πήγα εκείνη τη στιγμή εκεί, το πρώτο πράγμα που ρώτησα ήταν για τον οδηγό τα στοιχεία του οδηγού, όταν μου ανάφερε ότι είναι η μητέρα του το θεώρησα δεδομένο, είναι η μητέρα του μου ανάφερε αυτό το πράγμα δεν είχα κάποια αμφιβολία. Σε σχέση με τα λεγόμενα της ΜΚ2: E. Είπατε ότι όταν πήγατε στο νοσοκομείο ρωτήσατε να σας πουν πού ήταν ο οδηγός του δυστυχήματος; A. Ναι. E. Ποιον ρωτήσατε εκεί; A. Γενικά στις Πρώτες Βοήθειες είναι όλοι οι γιατροί μαζεμένοι, ρώτησα ποιος είναι ο οδηγός που μεταφέρθηκε και μου απάντησε η γιατρός ότι είναι ο κατηγορούμενος, μου τον υπέδειξε και μου είπε ότι είμαι εγώ η θεράπων γιατρός και μου υπέδειξε τον κατηγορούμενο, ότι αυτός που εφέραν από το δυστύχημα. E. Σας είπε ότι ο οδηγός που εφέραν από το δυστύχημα; A. Μου είπε ο οδηγός του αυτοκινήτου. E. Ήταν σε θέση να γνωρίζει; A. Φαντάζομαι πρέπει να ξέρει τις λεπτομέρειες, φαντάζομαι πρέπει να της είπαν γιατί όταν ζήτησα να μου υπογράψει για προκαταρκτικό αλκοτέστ μου ανάφερε ότι ήταν οδηγός, φαντάζομαι αν ήταν συνοδηγός, αν υπήρχαν άλλα άτομα ή είχαν αμφιβολία ότι ήταν οδηγός θα μου τα ανάφερνε η γιατρός. E. Άρα εφόσον λέτε και τη λέξη φαντάζομαι δεν υπήρχε η απόλυτη βεβαιότητα, όμως διορθώστε με αν κάνω λάθος, καταλήξατε στο συμπέρασμα ότι ήταν ο οδηγός λόγω του ότι υπήρχε εύλογη υποψία ότι ήταν ο οδηγός; A. Αυτό μου ανάφερε η γιατρός και αυτό μου ανάφερε η μητέρα του όταν πήγα στη σκηνή. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία του ΜΚ
  2. Η ΜΚ2 είναι γιατρός στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών. Αναγνώρισε την υπογραφή της στο έντυπο της αστυνομίας με το οποίο επέτρεψε να ληφθεί δείγμα εκπνοής από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 7). Δεν γνωρίζει αν ο ασθενής της ήταν ο οδηγός του οχήματος. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τα στοιχεία που αναγράφονται στο έντυπο (Τεκμήριο 7) συμπληρώθηκαν από τον αστυνομικό που το προσκόμισε. Το μόνο που γνωρίζει είναι το ονοματεπώνυμο και η ημερομηνία που δηλώθηκε από τον ασθενή ως η ημερομηνία γέννησής του. Επανέλαβε ότι δεν γνωρίζει αν το πρόσωπο το όνομα του οποίου αναγράφεται στο έντυπο ήταν ο οδηγός. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν προσκόμισε άλλη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι το βράδυ της 17.5.16 οδήγησε το όχημά του για να μεταβεί στα εγκαίνια ενός μαγαζιού. Εκεί άρχισε να ζαλίζεται και να μη νιώθει καλά. Ζήτησε από κάποιους φίλους του να τον μεταφέρουν στο σπίτι. Βρέθηκε στη θέση του συνοδηγού. Δεν θυμάται κάτι άλλο. Ξαφνικά ξύπνησε στο νοσοκομείο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν ποιος τον κάλεσε στα εγκαίνια λόγω του χρόνου που έχει παρέλθει. Δεν θυμόταν με ποιους μίλησε εκεί. Δεν θυμόταν σε ποιο πρόσωπο έδωσε το όχημά του για να το οδηγήσει. Δεν θυμόταν να έχει μιλήσει με τον ΜΚ
  3. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος είχα την ευκαιρία να μελετήσω τα όσα ανέφεραν, σε συνάρτηση με τη δοθείσα μαρτυρία. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα έχουν λεχθεί. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας

(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική. Επεξήγησε με λεπτομέρεια τις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διερεύνηση του ατυχήματος. Κατέθεσε σχετικά τεκμήρια. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Η ΜΚ2 μου έκανε θετική εντύπωση. Επιχείρησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο όσα γνώριζε για το περιστατικό με ειλικρίνεια. Με γνήσιο αυθορμητισμό ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει μνήμες για το συγκεκριμένο περιστατικό. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Συνεπώς, κρίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία τους για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ιδιαίτερη αναφορά στη μαρτυρία τους θα γίνει στη συνέχεια. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου παρουσιάζει αδυναμίες. Θυμάται, όπως ανέφερε, ότι οδήγησε το όχημά του στα εγκαίνια, ότι ήπιε ένα ποτήρι μπύρα και έφαγε ένα κομμάτι σούβλα και ότι ζήτησε από κάποιους φίλους του να τον μεταφέρουν στο σπίτι όταν άρχισε να μην νιώθει καλά. Αντεξεταζόμενος όμως ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί από ποιο πρόσωπο ζήτησε να τον μεταφέρει σπίτι, ούτε με ποιους μίλησε. Θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ειλικρινής αφού δεν είναι λογικό να θυμάται συγκεκριμένες λεπτομέρειες, όπως το τι ήπιε και τι έφαγε, και ταυτόχρονα να μην θυμάται με ποιους μίλησε ή σε ποιο πρόσωπο έδωσε τα κλειδιά του οχήματός του για να τον μεταφέρει σπίτι. Ειδικά όταν στην αντεξέταση ανέφερε ότι είχε εμπιστοσύνη στο πρόσωπο που έδωσε τα κλειδιά και ότι «δεν είναι κάποιου μιτσή που τα έδωσε». Οι πιο πάνω διαπιστώσεις, σε συνδυασμό με τη συνολική εικόνα του κατηγορούμενου, ο οποίος απέφευγε να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις κατά την αντεξέτασή του, είναι σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Συνεπώς, κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Παρενθετικά σημειώνω ότι είναι θεμελιωμένο ότι ένας ύποπτος έχει το δικαίωμα της σιωπής. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν πρόβαλε την εκδοχή του και την υπεράσπισή του στην κατάθεσή του δεν μπορεί να καταλογιστεί σε βάρος του (Ανδρέου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 107/16, ημερ. 27.9.16). Παρά την απόρριψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, παραμένει το ερώτημα κατά πόσον η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι επαρκώς ισχυρή ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη (Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 176/18, ημερ. 11.1.19). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα όταν αυτός οδηγούσε το όχημά του (βλ. κατηγορίες 1-3). Ήταν μέσα σ' αυτό το πλαίσιο που κινήθηκε η γραμμή της υπεράσπισης και της κατηγορούσας αρχής. Από τα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας διαφάνηκε ότι η υπεράσπιση αμφισβητούσε την ύπαρξη του συστατικού στοιχείου της οδήγησης. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρώτα το ζήτημα αυτό. Ερωτηθείς αν ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός, ο ΜΚ1 παρέπεμψε στα λεγόμενα της μητέρας του πρώτου και της ΜΚ2. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Η εξ ακοής μαρτυρία δεν απορρίπτεται για το μόνο λόγο ότι είναι εξ ακοής, ούτε όμως γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Προσδίδεται σ' αυτή η δέουσα βαρύτητα υπό το φως των παραμέτρων των σχετικών νομικών αρχών (άρθρα 24 και 27 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9, Ανδρέου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 152, Τουμάζου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 142/14, ημερ. 17.12.15, Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2η έκδ., σελ. 320-331). Ειδικότερα ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι η μητέρα του κατηγορούμενου, η οποία βρισκόταν στη σκηνή του ατυχήματος, του ανέφερε ότι ήταν η μητέρα του οδηγού και του έδωσε τα στοιχεία του. Ο ΜΚ1 δεν την ρώτησε κάτω από ποιες συνθήκες γνώριζε ότι ο γιος της ήταν ο οδηγός. Ως εκ τούτου (ο ΜΚ1) δεν ήταν σε θέση να πληροφορήσει το Δικαστήριο κατά πόσον ήταν παρούσα την ώρα του ατυχήματος ή αν πήγε μετά το ατύχημα και μετά από πόση ώρα. Η μητέρα του κατηγορούμενου δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε επεξήγηση ή λόγος για τη μη κλήτευσή της. Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνεται ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα εξυπηρετούσε τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης (Assad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 164/16, ημερ. 6.12.17). Ομοίως, δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι όταν ρώτησε στο νοσοκομείο ποιος είναι ο οδηγός που ενεπλάκη στο ατύχημα, η ΜΚ2, ως θεράπων ιατρός, του υπέδειξε τον κατηγορούμενο. Και αυτό διότι η ΜΚ2 στη μαρτυρία της ανέφερε ότι το έντυπο στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία του κατηγορούμενου ως οδηγού συμπληρώθηκε από την αστυνομία και ότι η ίδια δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός. Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ ότι υπάρχει λογική αμφιβολία, η οποία αναδύεται από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κατά πόσο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα (Mariano v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 112/14, ημερ. 20.11.15). Ούτε μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε βάσει περιστατικής μαρτυρίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει, για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορούμενου, να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του (Plesca v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση 20/16, ημερ. 18.1.18, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 96/16, ημερ. 28.11.17). Η ενοχή πρέπει να μη μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία (Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73). Στην προκειμένη περίπτωση, ελλείπουν τα στοιχεία αυτά. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι οδήγησε το όχημά του για να μεταβεί στα εγκαίνια δεν μπορεί να αποτελέσει περιστατική μαρτυρία ότι οδήγησε όταν έφυγε απ' αυτά. Για τον ίδιο λόγο, δεν μπορεί να εξαχθεί τεκμήριο ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε όταν έφυγε από το μαγαζί, μετά που είχε παρευρεθεί στα εγκαίνια. Δεν πρόκειται για οδήγηση σε συνεχή και αδιάλειπτη πορεία, όπως στην απόφαση Beresford v. St. Albans [1905] 22 T.L.R. 1. Εκεί το Δικαστήριο κατέληξε ότι υφίσταται το τεκμήριο της συνέχειας όταν ο οδηγός οδηγούσε για απόσταση 4 μιλίων (βλ. Nanoka Ltd v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 471). Η ιδιοκτησία του οχήματος από τον κατηγορούμενο δεν μπορεί να αποτελέσει αφ' εαυτής μαρτυρία οδήγησής του (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 28th ed., 2017, par. 1-90). Η απόδειξη των κατηγοριών και κάθε στοιχείου που τις συνιστά βαρύνει την κατηγορούσα αρχή. Υποθετικοί συλλογισμοί και υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, δεν επιτρέπονται (Κλεάνθους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 236/18, ημερ. 11.1.19). Προκύπτει ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό το συστατικό στοιχείο της οδήγησης. Στοιχείο το οποίο εμπεριέχεται σ' όλα τα αδικήματα, ως αναγράφεται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Επαναλαμβάνω οτι ήταν μέσα σ' αυτό το πλαίσιο που κινήθηκε η υπεράσπιση και η κατηγορούσα αρχή. Συνεπώς, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η, 2η και 3η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτές. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά: Αμελής οδήγηση κ.ά. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.