← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λοΐζου, Αρ. Υπόθεσης: 11416/14, 19/3/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λοΐζου, Αρ. Υπόθεσης: 11416/14, 19/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11416/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. XXXXX Λοΐζου Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 19 Μαρτίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ντ. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Χατζηλευτέρη Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οδηγούσε όχημα χωρίς επιμέλεια και προσοχή, προκαλώντας ατύχημα[1] (1η κατηγορία) και προσπέρασε άλλο όχημα σε σημείο όπου υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή[2] (2η κατηγορία). Παραδεκτά γεγονότα αποτελούν ότι ο κατηγορούμενος στις 21.10.13 και ώρα 6:40π.μ. οδηγούσε σκυβαλοφόρο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX στον κύριο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών. Ο ΜΚ2 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX. Μεταξύ των δύο οχημάτων υπήρξε σύγκρουση. Στο σημείο της σύγκρουσης υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή. Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τον Αστ. XXXXX (ΜΚ1) και τον XXXXX Κυριάκου (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 έχει εκπαιδευτεί στη διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων. Υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 6.11.13 (Τεκμήριο 1). Είκοσι λεπτά μετά το ατύχημα, πήγε στη σκηνή στο 8.200 χλμ του δρόμου Λεμεσού-Πλατρών. Οι δύο οδηγοί είχαν ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Ετοίμασε πρόχειρο και συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα). Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήρια 4), την οποία δακτυλογράφησε για να είναι ευανάγνωστη (Τεκμήριο 5). Τον κατηγόρησε γραπτώς για αμελή οδήγηση και παράβαση άσπρης συνεχούς γραμμής (Τεκμήριο 6). Ο κατηγορούμενος απάντησε: «Ό,τι είχα να πω, το είπα στην κατάθεσή μου». Έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ2 (Τεκμήριο 7), την οποία δακτυλογράφησε για να είναι ευανάγνωστη (Τεκμήριο 8). Ο δρόμος όπου έγινε το ατύχημα είναι διπλής κατεύθυνσης. Στο σημείο σύγκρουσης υπάρχει στη μέση του δρόμου συνεχής διπλή άσπρη γραμμή. Τα δύο οχήματα κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση. Η σύγκρουση έγινε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Και οι δύο οδηγοί παραβίασαν τη συνεχή άσπρη γραμμή. Το όριο ταχύτητας είναι 65χ.α.ώ. Η θέση της υπεράσπισης -η οποία υποβλήθηκε στον ΜΚ1- ήταν ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα 89χ.α.ώ. και αναγκάστηκε να προσπεράσει το όχημα του ΜΚ2 όταν ο τελευταίος εξήλθε από πάροδο (2η πάροδο). Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν συμφωνεί με τη θέση αυτή επειδή η απόσταση από την πάροδο (2η πάροδο) μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι μεγάλη, δηλαδή 141 μέτρα. Διερωτήθηκε, αν ισχύουν οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου, γιατί να μην είχε προκληθεί σύγκρουση σε σημείο πιο κοντά στην πάροδο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το κυρίως χτύπημα στο όχημα του ΜΚ2 ήταν στο μπροστινό φτερό της πόρτας του οδηγού. Από το σφοδρό κτύπημα με το όχημα του κατηγορούμενου, το όχημα γύρισε και συγκρούστηκε πλαγίως στο πίσω μέρος της δεξιάς πλευράς. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε την κατάθεσή του, ημερ. 31.10.13 (Τεκμήρια 7 και 8). Εισήλθε στον κύριο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών από πάροδο (1η πάροδο) στη συμβολή της Παλώδιας. Δεν υπήρχαν άλλα οχήματα στο δρόμο. Διακόσια μέτρα μετά την πάροδο οδηγούσε με ταχύτητα 70χ.α.ώ. με πρόθεση να συνεχίσει ευθεία. Ξαφνικά το όχημά του δέχθηκε ένα διπλό κτύπημα πρώτα πίσω δεξιά και ακολούθως στη δεξιά πλευρά μεταξύ της πόρτας του οδηγού και του μπροστινού φτερού. Ταυτόχρονα είδε να τον προσπερνά από τα δεξιά ένα σκυβαλοφόρο. Το σκυβαλοφόρο αφού εισήλθε στο δεξιό αυλάκι ανατράπηκε. Είδε για πρώτη φορά το σκυβαλοφόρο μετά τη σύγκρουση. Πριν το σημείο σύγκρουσης -δεν θυμάται την ακριβή απόσταση- έλεγξε τα καθρεφτάκια του και δεν είδε κάποιο όχημα πίσω του. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε για ποιο λόγο κινήθηκε προς τα δεξιά, παραβιάζοντας την άσπρη γραμμή. Απάντησε ότι δεν είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά. Λόγω λάθους, «μπορεί να του έφυγε το τιμόνι» όπως ανέφερε, βρισκόταν ήδη μερικώς στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Σε σχέση με τη συνεχή διαχωριστική γραμμή στο σημείο του ατυχήματος, ο ΜΚ2 στην κατάθεσή του (Τεκμήρια 7 και 8) αναφέρει ότι δεν γνωρίζει αν είναι διπλή ή μονή. Τρεις μέρες πριν να δώσει κατάθεση είχε επισκεφθεί τη σκηνή με την ασφάλεια του κατηγορούμενου για να γίνουν μετρήσεις, όμως δεν είχε προσέξει αν ήταν διπλή ή μονή. Σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν επισκέφθηκε ξανά τη σκηνή μόνος του, είδε ότι η γραμμή ήταν διπλή. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν πρόσφερε άλλη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος αναγνώρισε την κατάθεσή του, ημερ. 4.11.13 (Τεκμήρια 5 και 6). Εργάζεται ως οδηγός σκυβαλοφόρου στο Δήμο XXXXX. Στις 21.10.13 και ώρα 1:00π.μ. πήγε στη δουλειά του. Αφού περισυνέλλεξε τα σκουπίδια, πήγε στο σκυβαλότοπο για να αδειάσει το όχημά του. Αφού το έπλυνε, ξεκίνησε να επιστρέφει στη Λεμεσό για να σχολάσει. Στις 6:40π.μ. οδηγούσε στον κύριο δρόμο Λεμεσού-Πλατρών με κατεύθυνση προς Λεμεσό. Πέρασε την έξοδο της Παλώδιας και δεν υπήρχαν άλλα οχήματα. Δεν γνωρίζει πόση ήταν η ταχύτητά του, όμως στο σκυβαλοφόρο υπάρχει περιορισμός στα 89χ.α.ώ. Ξαφνικά σε απόσταση 50 μέτρων είδε να εισέρχεται στο δρόμο από αριστερή πάροδο με κατεύθυνση προς Λεμεσό το όχημα του ΜΚ2 με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Για να αποφύγει τη σύγκρουση, αφού κοίταξε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και δεν υπήρχαν οχήματα, κινήθηκε δεξιότερα. Όταν το σκυβαλοφόρο ήταν στη δεξιά πλευρά περίπου στη μέση του οχήματος, είδε από το αριστερό πλαϊνό καθρεφτάκι το όχημα του ΜΚ2 να στρίβει δεξιά για να εισέλθει σε χωματόδρομο στη δεξιά πλευρά του δρόμου ως η πορεία τους. Το όχημα του ΜΚ2 με τη δεξιά μπροστινή γωνιά του κτύπησε το σκυβαλοφόρο στη μέση της αριστερής πλευράς. Ακολούθως το σκυβαλοφόρο έπεσε στο δεξιό αυλάκι του δρόμου. Το σημείο σύγκρουσης ήταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Το ατύχημα έγινε σε απόσταση περίπου 40-50 μέτρων από την πάροδο που εισήλθε το όχημα του ΜΚ2 στο δρόμο. Κινήθηκε προς τα δεξιά επειδή: «[ο ΜΚ2] πήγαινε με πολύ χαμηλή ταχύτητα και χωρίς να δείξει και εγώ προσπάθησα να αποφύγω τη σύγκρουση αφού βγήκε από την πάροδο στα αριστερά μου». Διαφωνεί με τον ΜΚ1 ότι η απόσταση από την πάροδο απ' όπου είδε το όχημα του ΜΚ2 να εισέρχεται στον κύριο δρόμο μέχρι το ατύχημα ήταν 141 μέτρα. Αντίθετα, είναι η θέση του ότι η απόσταση μεταξύ τους είναι 56 μέτρα. Στο σημείο όπου άρχισε να προσπερνά, η συνεχής άσπρη διαχωριστική γραμμή ήταν μονή, όχι διπλή ως ο ισχυρισμός του ΜΚ1 και του ΜΚ2. Αντεξεταζόμενος απαντούσε επανειλημμένα στις ερωτήσεις της κατηγορούσας αρχής ότι δεν είχε πρόθεση να προσπεράσει, αλλά να αποφύγει τη σύγκρουση. Και αυτό διότι, όπως ανέφερε, ο ΜΚ2 οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, περίπου 40-45χ.α.ώ. Όταν είδε το όχημα του ΜΚ2 να βγαίνει από την πάροδο, τον ακολούθησε για λίγα δευτερόλεπτα. Ερωτηθείς γιατί δεν ελάττωσε ταχύτητα και ο ίδιος, απάντησε ότι όταν το προπορευόμενο όχημα κινείται με χαμηλή ταχύτητα σημαίνει ότι εμποδίζει. Ρωτήθηκε κατά πόσον θα ήταν ορθότερο ο ίδιος να ελαττώσει ταχύτητα, αφού το όχημα του ΜΚ2 προπορευόταν για κάποια δευτερόλεπτα με χαμηλότερη ταχύτητα ως ο ισχυρισμός του. Απάντησε «τώρα να φέρουμε και καφέ». Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Η κα Χατζηκωνσταντίνου αγόρευσε προφορικά. Η κα Χατζηλευτέρη προσκόμισε γραπτή αγόρευση και εφοδίασε το Δικαστήριο με σχετική νομολογία. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος είχα την ευκαιρία να μελετήσω τα όσα ανέφεραν, σε συνάρτηση με τη δοθείσα μαρτυρία. Οι εμπεριστατωμένες αγορεύσεις και των δύο συνηγόρων ήταν ιδιαίτερα βοηθητικές. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα έχουν λεχθεί. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας

(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και ν' απορρίψει άλλο (Βασιλειάδης ν. Δημήτριος Γ. Σπύρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 123/09, ημερ. 14.10.15). Ο ΜΚ1 μου έκανε θετική εντύπωση. Επεξήγησε με πληρότητα τις ενέργειές του για τη διερεύνηση του ατυχήματος, καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια. Θεωρώ ότι επιχείρησε να παρουσιάσει τις διαπιστώσεις του με αντικειμενικό τρόπο. Δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε μεροληπτική διάθεση ή προσπάθεια παραποίησης γεγονότων. Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε να περιγράψει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα με συνοχή και φυσικό τρόπο. Παρά την αντεξέταση, η οποία σε ορισμένα σημεία ήταν επίμονη, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του. Οι διαφορές που εντοπίζονται στη μαρτυρία του με τη μαρτυρία του ΜΚ1, ως προς τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημά του κατά τη σύγκρουση και με ποια σειρά έγιναν, δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία του. Αναμενόμενο είναι, υπό το φως των χρονικών περιθωρίων που εκτυλίσσονται τα γεγονότα σε περιπτώσεις ατυχημάτων, να μην είναι σε θέση οι εμπλεκόμενοι να καταθέτουν με κάθε λεπτομέρεια σε σχέση με το σύνολο των γεγονότων (Ποππού v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 142/15, ημερ. 7.7.17). Με ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό ανέφερε ότι δεν μπορεί να θυμάται λεπτομέρειες αφού έχουν περάσει σχεδόν 6 χρόνια από το ατύχημα. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ΜΚ2 ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του ότι η απόσταση μεταξύ του σημείου σύγκρουσης και της «2ης εξόδου προς Παλώδια που είναι μονόδρομος να μπεις από τον κύριο δρόμο» δεν είναι 20 μέτρα, όπως αναγράφεται στην κατάθεσή του (Τεκμήρια 7 και 8), αλλά πάνω από 120 μέτρα. Αυτό είχε δηλώσει στην κατάθεσή του, ανέφερε. Έχοντας υπόψη τη θετική εντύπωση που αποκόμισα από το μάρτυρα και τον αυθορμητισμό του, δεν θεωρώ ότι η διαφορά αυτή είναι καταλυτική ώστε να πλήξει την αξιοπιστία του (Yasin v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 207/16, ημερ. 16.2.17, Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148). Εξάλλου, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι ο ΜΚ2 χωρίς περιστροφές και με ειλικρίνεια παραδέχτηκε πως έφερε και ο ίδιος μερίδιο ευθύνης για το ατύχημα αφού είχε εισέλθει μερικώς στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας και είχε ήδη παραδεχτεί σ' άλλη ποινική υπόθεση (Κώστα v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 195). Συνεπώς, κρίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Εκεί όπου κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του, χωρίς να επηρεάζεται η αξιοπιστία του, είναι στις αναφορές του σε σχέση με τις αποστάσεις μεταξύ των παρόδων και του σημείου σύγκρουσης και στις ζημιές του οχήματός του. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος προέβη στις απαραίτητες μετρήσεις, εξετάσεις και διαπιστώσεις ως εξεταστής της υπόθεσης. Εξάλλου, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να θυμάται λεπτομέρειες. Σε σχέση με τις ζημιές του οχήματός του παρέπεμψε σε εκτιμήσεις, οι οποίες όμως δεν προσκομίστηκαν. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου παρουσιάζει αδυναμίες σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Πρώτον, στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι το όριο ταχύτητας ήταν 65χ.α.ώ. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο σημείο σύγκρουσης ήταν 80χ.α.ώ. Ο ισχυρισμός αυτός δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ1 και τον ΜΚ
  1. Δεύτερον, ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα 89χ.α.ώ. και αναγκάστηκε να προσπεράσει το όχημα του ΜΚ2 όταν ο τελευταίος εξήλθε από πάροδο με ταχύτητα 40χ.α.ώ. Η θέση αυτή δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ
  2. Τρίτον, ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι στο σημείο που άρχισε να προσπερνά το όχημα του ΜΚ2 η διαχωριστική γραμμή ήταν μονή, και όχι διπλή ως η θέση του ΜΚ1 και του ΜΚ
  3. Η θέση αυτή, όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση με το σχέδιο (Τεκμήριο 3), αλλά και δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ
  4. Η παράλειψη υποβολής ουσιωδών θέσεων στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει (Πολυκάρπου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149/15, ημερ. 25.4.17). Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Προτού καταγραφούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σημειώνω τα ακόλουθα: Το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα ατύχημα. Αποτελεί όμως οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας, για την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων (Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307). Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι η άσπρη συνεχής γραμμή χαράχτηκε με ή κατ' εντολή της αστυνομίας ή αρμόδιας αρχής. Θεωρώ όμως ότι επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας. Η ύπαρξή της στο οδόστρωμα δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η σήμανση έγινε νόμιμα (Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ. 780). Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων και της αξιόπιστης μαρτυρίας, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: ο ΜΚ2 στις 21.10.13 και ώρα 6:40π.μ. οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα εισερχόμενος στον κύριο δρόμο Λεμεσού- Πλατρών, από τη συμβολή της Παλώδιας, με κατεύθυνση προς Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε σκυβαλοφόρο όχημα με ίδια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, στο 8.200 χλμ, όπου υπάρχει διπλή άσπρη συνεχής γραμμή, ο ΜΚ2, με ταχύτητα 70χ.α.ώ., εισήλθε μερικώς στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ο κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα του ΜΚ2, παραβιάζοντας κι αυτός την άσπρη συνεχή γραμμή. Τότε το μπροστινό φτερό της πόρτας του οδηγού του οχήματος του ΜΚ2 συγκρούστηκε με την αριστερή πλευρά του σκυβαλοφόρου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Λόγω της σφοδρότητας, το όχημα του ΜΚ2 γύρισε και συγκρούστηκε πλαγίως στο πίσω μέρος της δεξιάς πλευράς με το σκυβαλοφόρο. Το σκυβαλοφόρο ανατράπηκε. Το όριο ταχύτητας είναι 65χ.α.ώ. Η οδήγηση συναρτάται με την επιμέλεια και προσοχή. Η έλλειψή τους θεμελιώνει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης (άρθρου 8, Ν.86/72). Ο βαθμός αμέλειας είναι ίδιος με τις αστικές υποθέσεις (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409). Το ερώτημα είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για τους υπόλοιπες χρήστες του δρόμου. Οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και οι παράμετροί του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα, και όχι του τέλειου οδηγού. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Ένας οδηγός υπέχει καθήκον τήρησης της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις (Σιλβέστρου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 151). Όταν η οδική συμπεριφορά συνδέεται ευθέως με το ατύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (Γιωργαλλή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 21). Η αμέλεια είναι πάντοτε συνυφασμένη με τον τόπο, χρόνο και όλες τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου, Ποινική Έφεση 193/14, ημερ. 15.3.19). Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2 υπερβαίνοντας κεντρική διπλή διαχωριστική γραμμή όταν το προπορευόμενο όχημα βρισκόταν ήδη μερικώς στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Η απόφασή του να προσπεράσει, παραβιάζοντας τη διπλή γραμμή, υπό αυτές τις συνθήκες, υποδήλωνε έλλειψη επιμέλειας για την ασφάλεια τρίτων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Δεν επρόκειτο, βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας, για απρόοπτο κίνδυνο που θα επέβαλλε τέτοια αντίδραση προς αντιμετώπισή του ή αγωνία της στιγμής. Η παράβαση της άσπρης γραμμής και η υπέρβαση ταχύτητας από τον ΜΚ2 έχει σημειωθεί. Τυχόν συντρέχουσα αμέλεια άλλου εμπλεκόμενου όμως, δεν επηρεάζει την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Με κάθε σεβασμό, η θέση της υπεράσπισης ότι η παράβαση συνεχούς άσπρης γραμμής είναι τυπική παράβαση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η συμμόρφωση προς τις διατάξεις των νόμων και κανονισμών της τροχαίας είναι επιτακτική και απαραίτητη για να επιτευχθεί μείωση των ατυχημάτων (Τροκούδης v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 306). Η απαγόρευση υπέρβασης συνεχούς άσπρης γραμμής τέθηκε για την αποφυγή ατυχημάτων (Κώστα v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 195). Η κατηγορούσα αρχή, η οποία είχε το βάρος απόδειξης, απόδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Συνεπώς, κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1 και 2. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά:Αμελής οδήγηση κ.ά. [1] Άρθρο 8 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου (Ν.86/72) [2] Καν. 58
(2)(δ) των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.