← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Α. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 4800/17, 3/4/2019

Δημοκρατία ν. Α. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 4800/17, 3/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2019:3 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4800/17 Δημοκρατία ν. Α. Κ. Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - - - - 03.04.2019 Για τη Δημοκρατία: κ. Ζ. Συμεού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Χ. Χατζηλοΐζου Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε δώδεκα κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα. Πρόκειται για τις κατηγορίες 4, 5, 6, 7, 8, 9, 20, 21, 22, 29, 54 και 55 και πέντε κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Πρόκειται για τις κατηγορίες 13, 24, 30, 35 και

  1. Όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στη Λεμεσό, κατά τη χρονική περίοδο 1986 -1993 και παραπονούμενοι είναι τα πέντε παιδιά του παραπονούμενου, Αxxx, Σxxx, Μxxx, Θxxx και Δxxx. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και βρίσκουν σύμφωνη την Υπεράσπιση. Τα συνοψίζουμε: Στις 05.10.2016 στάλθηκε ανώνυμη επιστολή στο Γραφείο της Επιτρόπου για την προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος ήταν παιδεραστής και είχε παρενοχλήσει πέραν των δύο θυμάτων στο παρελθόν. Αναφέρετο επίσης ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόσφατα αποκτήσει μια κόρη, με τη δεύτερη του σύζυγο, η οποία διέτρεχε άμεσο κίνδυνο από τον κατηγορούμενο να την παρενοχλήσει σεξουαλικά όπως έπραξε στο παρελθόν. Η εν λόγω επιστολή προωθήθηκε, μεταξύ άλλων, στον Αρχηγό Αστυνομίας για περαιτέρω διερεύνηση. Από εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν το άτομο στο οποίο γινόταν αναφορά στην ως άνω επιστολή. Στη συνέχεια, η αστυνομία πρόβηκε σε εξετάσεις αναφορικά με την ταυτότητα του επιστολογράφου και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για το Μ.Κ.
  2. Ο Μ.Κ.4 δήλωσε στην Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο πατέρας τους και ότι, μέχρι και το 1993, κακοποιούσε σεξουαλικά όλες τις κόρες του σε μικρή ηλικία, πλην της μικρής του κόρης η οποία ήταν αγέννητη κατ' εκείνο τον χρόνο ενώ κτυπούσε όλα τα μέλη της οικογένειας του. Ανέφερε επίσης ότι ο σκοπός που απέστειλε την επιστολή, μαζί με την αδελφή του Αxxx, Μ.Κ.2, ήταν για να προστατεύσουν τη νεογέννητη κόρη του κατηγορούμενου. Κατόπιν τούτου, κλήθηκαν η πρώην σύζυγος και οι θυγατέρες του κατηγορούμενου και έδωσαν γραπτές καταθέσεις στην Αστυνομία. Παραθέτουμε στη συνέχεια τα γεγονότα που αφορούν την κάθε παραπονούμενη ξεχωριστά. Η Α.K., Μ.Κ.2, παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από τον κατηγορούμενο στις πιο κάτω περιπτώσεις: · Το 1986 όταν η Μ.Κ.2 ήταν 9 ετών, ο κατηγορούμενος την πήρε αγκαλιά στο κρεβάτι του ένα βράδυ και έβαλε το χέρι του μέσα από το εσώρουχό της και χάιδευε το αιδοίο της με το δάκτυλο του (κατηγορία 4). · Λίγο καιρό αργότερα, κατά το ίδιο έτος, ο κατηγορούμενος ξάπλωσε στο κρεβάτι του, κατέβασε το παντελόνι του, έπιασε το χέρι της Μ.Κ.2, το έβαλε στο πέος του και την ανάγκασε να του το τρίβει (κατηγορία 5). · Σε άγνωστη ημερομηνία, κατά το έτος 1986, καθώς η Μ.Κ.2 ξάπλωνε στο κρεβάτι του δωματίου της, εισήλθε ο κατηγορούμενος στο δωμάτιο της, μετακίνησε το σουτιέν της και άρχισε να της γλύφει το στήθος. Αυτός σταμάτησε μόλις άκουσε την σύζυγο του, Μ.Κ.5 να περπατά προς το μέρος τους. Φεύγοντας ο κατηγορούμενος είπε στην Μ.Κ.2 εάν την ρωτήσει η Μ.Κ.5 τι κάνανε, να μην της πει οτιδήποτε (κατηγορία 6). · Σε άλλη ημερομηνία, κατά το έτος 1986, ενώ η Μ.Κ.2 καθόταν στην κουζίνα και διάβαζε, ο κατηγορούμενος πήγε από πίσω της και έβαλε το χέρι του μέσα από το τρικό της, από τον λαιμό της προς τα κάτω, έπιασε το στήθος της και το χάιδευε (κατηγορία 7). · Σε άγνωστη ημερομηνία, κατά το έτος 1987, η Μ.Κ.2 βρισκόταν σπίτι μόνη της με τον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2 βρισκόταν στο δωμάτιο της και ξάπλωνε στο κρεβάτι της. Τότε εισήλθε ο κατηγορούμενος στο δωμάτιο της, έβαλε το χέρι του μέσα από το εσώρουχο της και της χάιδευε το αιδοίο της (κατηγορία 8). · Σε άλλη ημερομηνία, κατά το έτος 1987, ο κατηγορούμενος πήρε την Μ.Κ.2 στο μπάνιο της οικίας και την έβαλε να φορέσει μόνο το μαγιό της. Την χάιδευε σε όλο της το κορμί και σε μια στιγμή έβαλε το δάκτυλό του στο αιδοίο της (κατηγορία 9). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 1983 και 1989, παράνομα επιτέθηκε στην Μ.Κ.2, κτυπώντας την με τα χέρια του, σε διάφορα μέρη του σώματός της (κατηγορία13). Η Σ.Κ., Μ.Κ.6, αναφέρθηκε στις διάφορες περιπτώσεις που παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από τον κατηγορούμενο, ήτοι: · Σε άγνωστη ημερομηνία, κατά το έτος 1988, όταν η Μ.Κ.6 ήταν 5 ετών και ενώ κοιμόταν στο κρεβάτι των γονιών της, μαζί με τους γονείς της, ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του μέσα από τις πιτζάμες της και της χάιδευε το στήθος της (κατηγορία 20). · Σε άγνωστη ημερομηνία, κατά το καλοκαίρι του 1989 και όταν η Μ.Κ.6 ήταν 6 χρονών, ο κατηγορούμενος την πήρε θάλασσα κοντά στο ξενοδοχείο Le Meridien στη Λεμεσό. Ήταν και οι δύο έξω από τη θάλασσα με τα μαγιό. Ο κατηγορούμενος κάθισε τη Μ.Κ.6 ανάμεσα στα πόδια του, της άνοιξε τα πόδια της, τράβηξε στο πλάι το μαγιό της, της χάιδευε τον κόλπο και της έβαζε το δάκτυλο του μέσα στον κόλπο της (κατηγορία 21). · Σε άγνωστη ημερομηνία, κατά το έτος 1989, άλλη από την πιο πάνω ημερομηνία, όταν η Μ.Κ.6 ήταν 6 ετών και ενώ κοιμόταν στο κρεβάτι των γονιών της, μαζί με τους γονείς της, ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του μέσα από τις πιτζάμες της και της χάιδευε το στήθος της (κατηγορία 22). · Σε άγνωστη ημερομηνία, κατά το έτος 1989, άλλη από τις πιο πάνω ημερομηνίες, όταν η Μ.Κ.6 ήταν 6 ετών, ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του μέσα από τις πιτζάμες της και της χάιδευε τα γεννητικά της όργανα. (κατηγορία 54). · Σε άγνωστη ημερομηνία, κατά το έτος 1989, άλλη από την πιο πάνω ημερομηνία, όταν η Μ.Κ.6 ήταν 6 ετών, ο κατηγορούμενος ξάπλωσε μαζί της στο κρεβάτι της και έβαλε το χέρι του μέσα από το εσώρουχο της και έβαλε το δάκτυλο του στα γεννητικά της όργανα (κατηγορία 55). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 1989 και 1993, παράνομα επιτέθηκε στη Μ.Κ.6, κτυπώντας την με τα χέρια του, σε διάφορα μέρη του σώματός της (κατηγορία 24). Η Μ.K., Μ.Κ.7, δέχτηκε άσεμνη επίθεση από τον κατηγορούμενο, σε μια περίπτωση, όταν ήταν 9 ετών. Το περιστατικό έγινε κατά τον Αύγουστο του 1993, σε άγνωστη ημερομηνία, όταν ο κατηγορούμενος κοιμήθηκε το βράδυ στην κουζίνα με ένα σεντόνι και μαζί του είχε και τη Μ.Κ.
  3. Ο κατηγορούμενος έτριβε το πέος του σ' αυτή, όπου και εκσπερμάτωσε στο φόρεμα που φορούσε. Το φόρεμα της Μ.Κ.7 εντόπισε την επόμενη μέρα η Μ.Κ.5, λερωμένο με αντρικό σπέρμα (κατηγορία 29). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 1989 και 1993, παράνομα επιτέθηκε στη Μ.Κ.7, κτυπώντας την με τα χέρια του, σε διάφορα μέρη του σώματός της (κατηγορία 30). Ο κατηγορούμενος, μεταξύ των ετών 1989 και 1993, παράνομα επιτέθηκε στο Δ.Κ., Μ.Κ.4, κτυπώντας τον με τα χέρια του, σε διάφορα μέρη του σώματός του (κατηγορία 35). Ο κατηγορούμενος, μεταξύ των ετών 1989 και 1993, παράνομα επιτέθηκε στη Θ.Κ., Μ.Κ.5, κτυπώντας την με τα χέρια του, σε διάφορα μέρη του σώματός της (κατηγορία 46). Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν πριν τριάντα περίπου έτη. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με τη μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου, αποτελεί, σύμφωνα με την εισήγησή του, παράγοντα βαρύνουσας σημασίας. Επικαλούμενος δε την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας και Αβρααμίδης[1], εισηγήθηκε ότι το πιο πάνω στοιχείο αποτελεί παράγοντα που καθιστά ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης σ' αυτό το στάδιο. Επικαλούμενος δε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη[2], εισηγήθηκε πως σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης, αυτή συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για να ανασταλεί. Σήμερα ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 68 ετών και έχει τελέσει δεύτερο γάμο με αλλοδαπή γυναίκα από το Xxxx με την οποία απέκτησε μία θυγατέρα η οποία είναι δύο ετών περίπου. Ο κατηγορούμενος είναι ο μοναδικός προστάτης της οικογένειας αυτής, καθότι η σύζυγος του δεν εργάζεται και δεν έχουν οποιουσδήποτε άλλους οικονομικούς πόρους. Πέραν τούτου, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη η κατάσταση της υγείας του, αντιμετωπίζει σακχαρώδη διαβήτη και καρδιολογικά προβλήματα. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε ιατρική βεβαίωση στην οποία διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «Δια του παρόντος πιστοποιείται ότι ο πιο πάνω ασθενής πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη και υπέρταση από δεκαετίας και πλέον. Τελευταία ανέπτυξε βαλβιδική βλάβη, ανεπάρκεια αορτικής και μιτροειδικής βαλβίδας. Προοδευτικά η κατάσταση του επιδεινώνεται και έχει αναπτύξει ορθοστατική υπόταση και σχετικά εύκολη κόπωση.» Σε σχέση με την πρώτη οικογένειά του και τα παιδιά του, τα οποία είναι παραπονούμενοι στην παρούσα υπόθεση, ο κ. Χατζηλοΐζου τόνισε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τα στήριξε οικονομικά και τους παραχώρησε το εργοστάσιο που κατείχε, το οποίο είναι μεγάλης αξίας. Τις μετοχές της πιο πάνω επιχείρησης, τις μεταβίβασε στα πέντε παιδιά του και στην πρώην σύζυγο του, ενώ ο ίδιος κράτησε ένα μικρό ποσοστό, 10%. Ο κατηγορούμενος από το 1993, που ήταν η τελευταία φορά που επιτέθηκε άσεμνα σε θυγατέρα του, μέχρι και το 2009 που έφυγε από τη συζυγική εστία λόγω της διάστασης του με τη σύζυγο του, δεν παρενόχλησε καμία θυγατέρα του και δεν άσκησε βία εναντίον οποιουδήποτε μέλους της οικογένειας του. Αντιθέτως, η οικογένεια ζούσε αρμονικά, στήριξε τα παιδιά του και τους παρείχε μέχρι και τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές και την παραδοχή ενοχής ενώπιον του Δικαστηρίου οι οποίες αποδεικνύουν την έμπρακτη μεταμέλεια του. Τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι μετά τη σύλληψη του έδωσε κατάθεση με την οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Τα αδικήματα της φύσης που διέπραξε ο κατηγορούμενος, ιδιαίτερα αυτά της άσεμνης επίθεσης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι σοβαρά. Αδικήματα σεξουαλικής φύσης τιμωρούνται από τα Δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο γιατί στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και γιατί προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων. Καθίστανται δε ιδιαίτερα σοβαρά όταν στρέφονται εναντίον νεαρών προσώπων και δη παιδιών, τα οποία δεν έχουν ολοκληρωμένη και ορθή εικόνα για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής, ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης[3]. Η ανάγκη για γενική αποτροπή, θα πρέπει να αξιολογηθεί υπό το φως της διαπίστωσης ότι ζούμε πλέον σε μια εποχή που δυστυχώς τα αδικήματα αυτής της φύσης αυξάνονται, όπως καταδεικνύει η δικαστική μας γνώση. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον μας για εκδίκαση, μεγάλο ποσοστό αφορούν σεξουαλικά αδικήματα και μάλιστα οι παραπονούμενες είναι νεαρά πρόσωπα ή παιδιά. Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη ότι, τέτοιας φύσης αδικήματα, δεν στρέφονται μόνο κατά της έννομης τάξης και της κοινωνίας, αλλά προσβάλλουν βάναυσα και χυδαία την προσωπικότητα του θύματος και, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, που το θύμα είναι παιδί, πλήττουν μία από τις υψηλότερες, ίσως, κοινωνικές και ηθικές αξίες, την παιδική αθωότητα. Η εξατομίκευση της ποινής είναι μια διεργασία απαραίτητη που σκοπό έχει να προσαρμόσει την ποινή, όχι μόνο στο αδίκημα αλλά και στο συγκεκριμένο δράστη. Στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων, όπως η υπό κρίση, αυτή δεν μπορεί να αφήνεται να οδηγεί στην εξουδετέρωση είτε της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής, είτε του αποτρεπτικού χαρακτήρα της. Στρεφόμενοι στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, παρατηρούμε ότι ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως πατέρας και την αδυναμία των παιδιών του να αντισταθούν στις αισχρές επιθέσεις που δέχονταν, προφανώς λόγω φόβου και ή ντροπής ή ακόμα και λόγω της βίας που ασκούσε εναντίον τους, τους υπέβαλλε στην απάνθρωπη αυτή μεταχείριση. Επιδιδόταν σε ψαύση των γεννητικών τους οργάνων και χάδια σε άλλες ευαίσθητες περιοχές του σώματος, σε κάποιες περιπτώσεις έβαλε το δάκτυλο του στο αιδοίο τους, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις ανάγκαζε τις θυγατέρες του να του τρίβουν το πέος του. Σε μία δε περίπτωση, ο κατηγορούμενος, αφού έτριψε το πέος του πάνω στη θυγατέρα του Μxxx, εκσπερμάτωσε πάνω στο φόρεμα της. Οι πράξεις του μας δημιουργούν συναισθήματα αποτροπιασμού και βδελυγμίας. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι κατηγορίες της άσεμνης επίθεσης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, εδράζονται στο άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα και προβλέπει ότι «όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος πλημμελήματος». Το πλημμέλημα τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι με την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου με το Νόμο 64(Ι)/2009, η έκνομη αυτή συμπεριφορά κατατάσσεται στα κακουργήματα και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη. Η ποινή των πέντε ετών όμως, δεν είναι η ποινή που προβλέπεται για τα υπό κρίση αδικήματα, καθότι πρόκειται για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν την τροποποίηση του Νόμου. Στις περιπτώσεις άσεμνης επίθεσης η ποινή θα πρέπει να αντανακλά τη σοβαρότητα της πράξης που συνιστά το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας. Η άσεμνη επίθεση μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, μπορεί να είναι ένα απλό άγγιγμα πάνω από τα ρούχα ή σοβαρότερης μορφής που δυνατόν να στιγματίσει το θύμα δια παντός και ως εκ τούτου τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης έχουν κυρίαρχη σημασία. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην υπόθεση Αδαμάντιος Μιχαηλίδης και Δημοκρατία[4]: «Σχετικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται ποινή φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης». Σε σχέση με τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, παρατηρούμε ότι εδράζονται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης ενός έτους ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου Υπεράσπισης ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταγγελία των υπό κρίση αδικημάτων. Είναι γεγονός ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά τη χρονική περίοδο 1986 - 1993 και η υπόθεση καταγγέλθηκε από το γιο του κατηγορούμενου, Μ.Κ.4, την 05.10.
  4. Η καθυστέρηση καταγγελίας σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης, είναι συχνό φαινόμενο, κάτι που αναγνωρίζεται και από τη νομολογία. Τα θύματα σεξουαλικής βίας είναι διστακτικά να καταγγείλουν την κακοποίηση που έχουν δεχθεί και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, κάποιοι εκ των οποίων παρατίθενται στην απόφαση Παντελής Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας[5]. Παραθέτουμε αυτούσιο το απόσπασμα που αφορά την καθυστέρηση: «Όμως, αυτού του είδους η καθυστέρηση είναι κατανοητή δοθέντος ότι, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου, ο εφεσείων ασκούσε, ποικιλοτρόπως, ψυχική πίεση πάνω στα παιδιά και τα πειθανάγκαζε να υποκύπτουν για να τον ικανοποιούν. Είναι φανερό πως εδώ απέτρεπε την καταγγελία ο φόβος των παιδιών, η ντροπή, η σύγχιση τους, καθώς και οι ανανεωνόμενες απειλές του εφεσείοντα. Την άποψη μας ισχυροποιεί η υπόθεση L.P.B. [1990] 91 Cr. App. R.
  5. Στη σελ. 361 η απόφαση αναφέρει: «The delay here is the result of reticence by the alleged victim in reporting the allegation. Such delay is not uncommon and is wholly understandable. It takes considerable courage for a young victim of sexual indecency at the hands of a parent or step-parent to report it. Delay is directly connected with and may well be a consequence of the offences themselves and the relationships between the victim and the alleged offender and indeed other relationships within the family ........................................................ It is sufficient for me to say that similar observations explaining delay are a commonplace feature in cases of this kind. It needs no unusual sensitivity to comprehend why it can be agonisingly difficult for a victim of sexual abuse in her home to make a complaint against the man responsible." Σε μετάφραση: «Η καθυστέρηση εδώ είναι το αποτέλεσμα της επιφυλακτικότητας του θύματος να αναφέρει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Τέτοια καθυστέρηση δεν είναι ασυνήθης και είναι πλήρως κατανοητή. Χρειάζεται αρκετό θάρρος από νεαρό θύμα γενετήσιας ασέλγειας από πατέρα ή θετό πατέρα να το καταγγείλει. Η καθυστέρηση συνδέεται απευθείας και δυνατό να είναι απόρροια των ίδιων των αδικημάτων και των σχέσεων μεταξύ θύματος και δράστη και όντως και άλλων σχέσεων μέσα στην οικογένεια. ........................................................................................................ Είναι αρκετό για μένα να πω ότι παρόμοιες παρατηρήσεις που επεξηγούν την καθυστέρηση αποτελούν κοινοτοπία σε υποθέσεις αυτού του είδους. Δε χρειάζεται ασυνήθιστη ευαισθησία να κατανοηθεί γιατί μπορεί να είναι αγωνιωδώς δύσκολο για το θύμα σεξουαλικής κακομεταχείρισης μέσα στο σπίτι του να παραπονεθεί εναντίον του άνδρα που είναι υπεύθυνος γιαυτό» Συνεπικουρείται η άποψη αυτή και από την υπόθεση J.W. [2000] 1 Cr. App. R. (S)
  6. Ο εφεσείων, που στη δίκη του ήταν 80 χρονών, άρχισε να διαπράττει ομοειδή αδικήματα σε βάρος της θυγατέρας του (51 χρονών κατά τη δίκη) 40 χρόνια πριν από τη δίωξη του, όταν αυτή ήταν μεταξύ 11 και 15 χρονών.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, δίδουμε στην καθυστέρηση τη δέουσα σημασία. Υπενθυμίζουμε ότι η καταγγελία έγινε 23 χρόνια μετά τη διάπραξη του τελευταίου αδικήματος, όταν ο κατηγορούμενος απέκτησε θυγατέρα με τη δεύτερη σύζυγο του. Η καταγγελία έγινε για σκοπούς προστασίας της ανήλικης θυγατέρας. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε αρχικά ότι η καταγγελία έγινε για εκδικητικούς λόγους, εισήγηση που τελικά ανακλήθηκε. Η καθυστέρηση στην υπό κρίση υπόθεση είναι μεγάλη, δεν είναι όμως καθοριστικής σημασίας ως προς το είδος της ποινής, έχοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης και την εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο σύνολο της. Τονίζουμε ιδιαίτερα το γεγονός ότι παρενοχλούσε τα ίδια του τα παιδιά, τις θυγατέρες του από πολύ νεαρή ηλικία, τις δύο δε εξ αυτών, την Αxxx και τη Σxxx, τις παρενοχλούσε συστηματικά. Η σεξουαλική παρενόχληση της Αxxx άρχισε όταν ήταν 9 ετών, της Σxxx όταν ήταν 5 ετών ενώ το επεισόδιο με τη Μxxx έλαβε χώραν όταν αυτή ήταν 9 ετών. Ιδιαίτερης σημασίας σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η παραδοχή του κατηγορουμένου. Αναγνωρίζουμε ότι η παραδοχή ενοχής πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στη ποινή, ιδιαίτερα όταν γίνεται στην αρχή της διαδικασίας, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας[6]: «.Τονίζουμε συναφώς ότι η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης». Η παραδοχή του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση έλαβε χώραν πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, γεγονός που εκφράζει την ειλικρινή μεταμέλεια του. Πέραν τούτου, η παραδοχή σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι σημαντικό στοιχείο έχοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι τα θύματα δεν θα χρειασθεί να βιώσουν εκ νέου τις τραυματικές αυτές εμπειρίες μέσω της εξιστόρησης τους στο Δικαστήριο. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες ως αυτές παρατίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ως τις περίγραψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος ότι μεταβίβασε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στα παιδιά του και την πρώην σύζυγό του. Δίδουμε βαρύτητα, μεταξύ άλλων, στην ηλικία του, είναι σήμερα 68 ετών και το γεγονός ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού. Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου σε τέτοιας φύσης περιπτώσεις, δεν έχουν καθοριστική σημασία καθότι είναι επιτακτική η ανάγκη για τους λόγους που εξηγήσαμε. Τη δέουσα βαρύτητα δίδουμε στην κατάσταση της υγείας του και στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου. Παραθέτουμε στη συνέχεια μερικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν ποινές που επιβλήθηκαν σε κατηγορούμενους σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης, τα γεγονότα των οποίων προσομοιάζουν σε κάποιο βαθμό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και από τις οποίες έχουμε αντλήσει καθοδήγηση. Ως αναφέρθηκε στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας[7]: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γιαυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοϊνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις.» Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε 19 κατηγορίες άσεμνης επίθεσης εναντίον κοριτσιών. Του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης κυμαινόμενες μεταξύ ενός μηνός και 15 μηνών για κάθε αδίκημα. Σε μια κατηγορία παρά φύση ασέλγειας κατά παράβαση του άρθρου 171 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 36 μηνών, ενώ σε δύο κατηγορίες απόπειρας διάπραξης του ίδιου αδικήματος ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Ο κατηγορούμενος ήταν 57 ετών κατά το χρόνο επιβολής της ποινής και για μια σχεδόν δεκαετία ασελγούσε πάνω σε παιδιά τη φροντίδα των οποίων τού είχε αναθέσει το Γραφείο Ευημερίας, ως «ανάδοχη οικογένεια». Ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Διατάχθηκε όπως μερικές από τις ποινές είναι συνεχόμενες και μερικές συντρέχουσες. Η συνολική ποινή που ανέρχετο σε 9 χρόνια και 3 μήνες επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Σ.Π. ν. Αστυνομίας[8] ο εφεσείων κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε σε μια και μοναδική κατηγορία ότι επιτέθηκε άσεμνα εναντίον γυναίκας κατά παράβαση των άρθρων 151 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση ότι μεταξύ 13.12.1993 και 07.08.2000 παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης, δηλαδή της χαΐδευε τα γεννητικά της όργανα, έτριβε το πέος του πάνω στο σώμα και στα γεννητικά της όργανα, εκσπερμάτωνε στο σώμα της και την έβαζε να του πιάνει το πέος του. Η παραπονούμενη, σε ηλικία τριών ετών τέθηκε υπό τη φροντίδα του εφεσείοντα και της οικογένειας του, ως ανάδοχη οικογένεια, όπου και διέμενε μέχρι τα 9½ της χρόνια. Η καταγγελία της παραπονούμενης εναντίον του εφεσείοντα για το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε και εν τέλει καταδικάστηκε, έγινε μετά από πολλά χρόνια, το 2011 και αφού προηγήθηκε η παρουσία της θείας της σε τηλεοπτική εκπομπή κατά την οποία αποκάλυψε τα όσα της είχε η ίδια η παραπονούμενη αναφέρει. Τότε μόνο η παραπονούμενη αποφάσισε να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία, κατόπιν και προτροπής από Λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας. Η πιο πάνω ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Το Εφετείο, αφού τόνισε ότι τέτοιας φύσης υποθέσεις θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ανάστειλε την ποινή. Ένα τελευταίο ζήτημα που μας έχει απασχολήσει είναι κατά πόσο σε περίπτωση που επιβληθούν στον κατηγορούμενο ποινές φυλάκισης, αυτές θα πρέπει να είναι συντρέχουσες ή να είναι διαδοχικές. Η βασική αρχή είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές για αδικήματα που, ουσιαστικά, διαπράχθηκαν στα πλαίσια και αποτελούν μέρος μιας ενιαίας συμπεριφοράς και τούτο, για να μην οδηγείται η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε υπερβολή. Ταυτόχρονα όμως, σε περιπτώσεις επιβολής διαδοχικών ποινών, το αριθμητικό άθροισμα των ποινών που επιβάλλονται, πρέπει να είναι ανάλογο και με τη σοβαρότητα των επί μέρους αδικημάτων. Το Δικαστήριο πρέπει να «δει» την υπόθεση από απόσταση και να αναρωτηθεί κατά πόσο η συνολική ποινή είναι αρμόζουσα προς τα δεδομένα της υπόθεσης και των διαπραχθέντων αδικημάτων[9]. Στην υπόθεση Christoforos Nicolaou Pirikkis v. The Republic[10], το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα: «It is correct that when a person is charged with two or mοre counts for distinct offences he may upon conviction be sentenced to imprisonment for consecutive terms one in respect of each count, although the total of the punishments may exceed the punishment allowed by law for one offence, there being a general rule that Courts have power to direct that sentences may run consecutively or concurrently. As to what is appropriate a fundamental rule is that consecutive sentences should not be passed for offences arising out of the same transaction and the reason for this, as pointed out in the case of R. v. Kastercum [1972] 56 Cr. Appeal Rep. 298, is that the total sentence may usually prove to be too great. Needless to say, however, that where the maximum sentence on a count is insufficient for the protection of the public and the treatment of the offender, it is proper to pass consecutive sentences, as stated in R. v. Cowburn [1959] Cr. L.R. 590 C.A. Furthermore a multiplicity of short consecutive sentences adding up to a substantial term of imprisonment is not to be encouraged. As pointed out in R. v. Brown [1970] 54 Cr. Ap. Rep. 176 followed in R. v. Simpson [1972] Cr. L.R. 383 C.A. where the offences are a series of similar transactions, it is the overall picture that matters.» Σε ελεύθερη δε δική μας μετάφραση: «Είναι ορθό πως όταν ένα πρόσωπο κατηγορείται με δύο ή περισσότερες κατηγορίες για διαφορετικά αδικήματα μπορεί με την καταδίκη να τιμωρηθεί με διαδοχικές ποινές φυλάκισης η κάθε μια σε σχέση με έκαστη κατηγορία, και παρόλο που το σύνολο των τιμωριών μπορεί να ξεπερνά την ποινή που προνοείται από το Νόμο για ένα έκαστο ξεχωριστό αδίκημα, υπάρχει ο γενικός κανόνας ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να διατάσσουν όπως οι ποινές μπορούν να είναι συντρέχουσες ή διαδοχικές. Ως προς το τι είναι αρμόζον, βασικός κανόνας είναι ότι διαδοχικές ποινές δεν θα πρέπει να επιβάλλονται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται στο ίδιο επεισόδιο και ο λόγος γι΄ αυτό είναι όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση R. v. Kastercum [1972] 56 Cr. Appeal Rep. 298, είναι ότι η συνολική ποινή μπορεί συνήθως να αποδεικνύεται υπέρμετρα ψηλή. Είναι όμως περιττό να λεχθεί ότι όπου η μέγιστη ποινή σε μία κατηγορία είναι ανεπαρκής για την προστασία του κοινού και την μεταχείριση του κατηγορουμένου είναι αρμόζον να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές όπως ελέχθη στην υπόθεση R. v. Cowburn [1959] Cr. L.R. 590 C.A. Περαιτέρω πολλαπλότητα μικρών διαδοχικών ποινών οι οποίες αθροιστικά οδηγούν σε μία σημαντική ποινή φυλάκισης δεν θα πρέπει να ενθαρρύνεται. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση R. v. Brown [1970] 54 Cr. Ap. Rep. 176 η οποία εφαρμόστηκε και στην υπόθεση R. v. Simpson [1972] Cr. L.R. 383 C.A. όπου τα αδικήματα αποτελούν μία σειρά παρόμοιων συμπεριφορών εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι η συνολική εικόνα.» Στην υπόθεση R v. Andrew David Fletcher[11], όπου γίνεται αναφορά και στην προϋπάρχουσα Αγγλική νομολογία, αποφασίστηκε πώς παρά την βασική αρχή ότι για αδικήματα τα οποία διαπράττονται στα πλαίσια μίας ενιαίας εκδηλούμενης συμπεριφοράς, οι ποινές που επιβάλλονται δέον να συντρέχουν, έτσι ώστε να μην εκφεύγει η συνολική ποινή της αρχής της αναλογικότητας, σε υποθέσεις που η σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά και ο χαρακτήρας του δράστη επιβάλλει την προστασία του κοινού από αυτόν, η αρχή αυτή δεν είναι απαγορευτική για την επιβολή διαδοχικών ποινών. Τούτο για να αντανακλάται στο εύρος της συνολικής ποινής και η ανάλογη απαξίωση και τιμωρία του δράστη, ή ακόμη και η προστασία του κοινού όπου αυτό προβάλλει ως αναγκαιότητα. Τονίστηκε ακόμη στην εν λόγω υπόθεση, πώς και με ποίο τρόπο θα ικανοποιηθεί αυτή η αναγκαιότητα, δηλαδή με διαδοχικότητα στις ποινές ή με επιβολή ποινής πέραν του μέτρου που επιφέρουν συγκεκριμένα αδικήματα με βάση προηγούμενες αποφάσεις, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού ο Δικαστής ως ο μόνος κριτής του είδους και του μέτρου της τιμωρίας είναι και ο μόνος που θα σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες προτού καταλήξει στην τελική του κρίση. Αφού συνεκτιμήσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, τις ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης: 12 μηνών Στην κατηγορία 5 ποινή φυλάκισης: 16 μηνών Στην κατηγορία 6 ποινή φυλάκισης: 9 μηνών Στην κατηγορία 7 ποινή φυλάκισης: 9 μηνών Στην κατηγορία 8 ποινή φυλάκισης: 12 μηνών Στην κατηγορία 9 ποινή φυλάκισης: 16 μηνών Στην κατηγορία 13 ποινή φυλάκισης: 1 μηνός Στην κατηγορία 20 ποινή φυλάκισης: 9 μηνών Στην κατηγορία 21 ποινή φυλάκισης: 16 μηνών Στην κατηγορία 22 ποινή φυλάκισης: 9 μηνών Στην κατηγορία 24 ποινή φυλάκισης: 1 μηνός Στην κατηγορία 29 ποινή φυλάκισης: 16 μηνών Στην κατηγορία 30 ποινή φυλάκισης: 1 μηνός Στην κατηγορία 35 ποινή φυλάκισης: 1 μηνός Στην κατηγορία 46 ποινή φυλάκισης: 1 μηνός Στην κατηγορία 54 ποινή φυλάκισης: 12 μηνών Στην κατηγορία 55 ποινή φυλάκισης: 16 μηνών Οι κατηγορίες στις οποίες κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος αφορούν 17 διαφορετικά επεισόδια που έλαβαν χώραν σε μία μεγάλη χρονική περίοδο, επτά περίπου ετών, από το 1986 μέχρι το
  7. Καθοδηγούμενοι όμως από τις αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω και έχοντας υπόψη ότι οι κατηγορίες 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 13 στρέφονται εναντίον του ιδίου προσώπου, της A.K., κρίνουμε ότι οι ποινές πρέπει να συντρέχουν μεταξύ τους και εκδίδουμε σχετικό διάταγμα. Για τους ίδιους λόγους, κρίνουμε ορθό όπως και οι ποινές που αφορούν τη Σ.Κ., ήτοι οι ποινές στις κατηγορίες 20, 21, 22, 24, 54 και 55 συντρέχουν μεταξύ τους. Θα συντρέχουν επίσης μεταξύ τους οι ποινές στις κατηγορίες 29 και 30 που αφορούν την παραπονούμενη Μ.Κ. Εκ του περισσού αναφέρουμε ότι οι ποινές που δεν θα συντρέχουν μεταξύ τους, θα είναι διαδοχικές. Ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης, αυτή θα πρέπει να ανασταλεί, επικαλούμενος το μεγάλο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της διάπραξης των αδικημάτων και της καταγγελίας, τις προσωπικές του συνθήκες και το λευκό ποινικό του μητρώο. Κρίνουμε ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών, τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος κακοποιούσε σεξουαλικά τις τρεις θυγατέρες του από πολύ νεαρή ηλικία, σε βάθος χρόνου κατ' επανάληψη, αμαυρώνοντας και σπιλώνοντας τις παιδικές αθώες ψυχές τους. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή[12] τονίστηκε ότι η διάπραξη αδικημάτων κατά συρροή, αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. Το θέμα της καθυστέρησης έχει ληφθεί δεόντως υπό το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής, δεν δικαιολογεί όμως, κατά την άποψη μας, την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Καταλήγουμε επομένως ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Όλοι οι παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής. (Υπ.) ............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Άσεμνη επίθεση - κοινή επίθεση [1]

(1993)2 Α.Α.Δ. 355 [2]
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 [3] Γ.Ε. ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562 και Β.Ε.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228 [4]
(1991)2 ΑΑΔ 391, 402-403 [5]
(2003)2 Α.Α.Δ. 123 [6]
(2002)2 ΑΑΔ 28. [7]
(2003)2 Α.Α.Δ. 123 [8]
(2014)2 Α.Α.Δ. 468 [9] Βλ. απόφαση του Δικαστή Νικολαΐδη, ως ήταν τότε, στην υπόθεση Παναγιώτης Γ. Δημητρίου (Μιχαήλ) ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21 [10]
(1985)2 C.L.R 232 [11]
(2002)Cr.App.R.(S) 127 [12]
(2005)2 Α.Α.Δ. 101 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.