← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μαρκαντώνη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20592/15, 12/4/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μαρκαντώνη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20592/15, 12/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B19 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20592/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή -εναντίον-

  1. ΧΧΧΧΧ Μαρκαντώνη
  2. ΧΧΧΧΧ Ψαρά
  3. ΧΧΧΧΧ Κωνσταντίνου Κατηγορούμενοι ---------------------------------- Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού με κα Χρ. Σίρτσιην και κ. Κ. Ανδρεάκο Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Σάββας Βασιλείου Κατηγορούμενος 2: παρών ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος 2 (εν τοις εφεξοίς ο κατηγορούμενος) αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Η διαδικασία εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 3 έχει διακοπεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Στην πρώτη κατηγορία, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20, 231 και 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μαζί με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, στις 15/6/2014 στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Στην δεύτερη κατηγορία, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, μαζί με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Μ.Κ. 1 από τη Λευκωσία. Στην τρίτη κατηγορία, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  6. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μαζί με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, στις 15/6/2014 στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα, δηλαδή επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Στην τέταρτη κατηγορία, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  7. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μαζί με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, στις 15/6/2014 στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Μ.Κ. 1 από τη Λεμεσό. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο ΜΚ 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του. Στην πρώτη του κατάθεση, δηλαδή στο τεκμήριο 1, αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, γύρω στις 4:30 το απόγευμα, πήγε σε συγκεκριμένο νυχτερινό κέντρο μαζί με τους φίλους του, δηλαδή τους ΜΚ 2 και 3 με το αυτοκίνητο του ΜΚ
  8. Όταν έφτασαν στο κέντρο, ο ΜΚ 3 είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του απέναντι από συγκεκριμένο υποστατικό. Έξω από το κέντρο, βρέθηκαν μαζί με άλλους φίλους του που κατονόμασε για να μπουν όλοι μαζί μέσα, διότι είχαν κράτηση VIP στο μπαλκόνι του εν λόγω κέντρου. Μαζί με τους φίλους του παρέμειναν συνεχώς στο χώρο κράτησης, ο οποίος είναι υπερυψωμένος ο χώρος, στον οποίο είσοδο έχουν μόνο τα άτομα της κράτησης. Εκεί παρέμειναν μέχρι την ώρα που έκλεισε το κέντρο γύρω στις 1:30 το βράδυ. Όταν έκλεισε το κέντρο, οι φίλοι του κατευθύνθηκαν προς την έξοδο και ο ίδιος έμεινε στο μέρος της κράτησης μαζί με τους φίλους του που κατονόμασε, διότι εκεί βρήκαν δύο τσάντες και προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιου ήταν. Ο φίλος του του είπε ότι είναι των ανιψιών του και θα πήγαιναν να τις βρουν για να τις δώσουν. Τότε ο ίδιος έφυγε από το κέντρο μόνος του και κατευθύνθηκε προς το χώρο όπου είχαν σταθμεύσει το αυτοκίνητο για να βρει τους φίλους του. Όταν βγήκε από το κέντρο, είδε στο χώρο στάθμευσης που βρίσκεται ακριβώς απέναντι τους δύο φίλους του και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Εκεί στο χώρο στάθμευσης ο ΜΚ 3 συνομιλούσε μαζί με ένα νεαρό, γύρω στα 20 χρόνια, ο οποίος ήταν κανονικής σωματικής διάπλασης γύρω στο 1,70 με ξανθά μαλλιά με κότσο. Όταν κόντεψε στο μέρος όπου μιλούσαν, ο νεαρός γύρισε και του είπε ΄΄να μπου ρε έσιει τίποτε;΄΄ και ο ίδιος του απάντησε ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα και είπε του φίλου του, δηλαδή του ΜΚ 3 να φύγουν για να πάνε στο αυτοκίνητο. Στη συνέχεια ο νεαρός αυτός τον ρώτησε από που είναι και όταν του είπαν ότι είναι από τη Λευκωσία, εξαγριώθηκε και άρχισε να φωνάζει και να τους ζητά να φύγουν και τον έσπρωξε. Ξαφνικά ήρθαν κοντά τους ακόμα τέσσερα με πέντε άτομα, ένας απ' αυτούς ο οποίος είναι νεαρός περίπου 20 με 25 χρονών, σωματώδης 1,75 με 1,80 με στρατιωτικό στυλ κουρέματος και τον χτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο. Τότε ο ίδιος ζαλίστηκε και έσκυψε για να προστατευτεί. Αμέσως άρχισαν όλοι να τον χτυπούν με τα χέρια και τα πόδια τους σε διάφορα σημεία του σώματος του. Τους άλλους που ήταν μαζί τους δεν τους θυμάται, το πρόσωπο που τον χτύπησε πρώτος και τον άλλο που μίλησαν πριν τον χτυπήσουν αν τους δει μπορεί να τους αναγνωρίσει. Στην δεύτερη του κατάθεση, δηλαδή το τεκμήριο 2, αναφέρει ότι ενημερώθηκε από κάποιον γνωστό του ότι ένα από τα πρόσωπα που είχαν εμπλακεί στο ξυλοδαρμό ήταν και κάποιος με συγκεκριμένο όνομα που ουσιαστικά είναι ο δεύτερος κατηγορούμενος. Μετά από αυτό, μπήκε στο facebook και αναζήτησε αυτό το άτομο για να βρει περισσότερα στοιχεία για αυτόν και τελικά εντόπισε και αναγνώρισε από την φωτογραφία το πιο πάνω πρόσωπο και ένα από τα άτομα που τον χτύπησαν. Αυτό το άτομο στο facebook είναι γραμμένος με συγκεκριμένα στοιχεία που αναφέρει στην κατάθεση του και με συγκεκριμένη ημερομηνία γέννησης, αναφέροντας ότι όταν τον δει μπορεί να τον αναγνωρίσει και είναι σίγουρος ότι είναι το πρόσωπο που είδε σε φωτογραφία στο facebook. Στην τρίτη του κατάθεση, δηλαδή το τεκμήριο 3, αναφέρει ότι την ημέρα που έδωσε την κατάθεση για σκοπούς αναγνώρισης των προσώπων που τον χτύπησαν και αναφέρει ότι είναι τρία πρόσωπα, εκ των οποίων το πρώτο πρόσωπο που είδε το έχει αναγνωρίσει ως ένα από τα πρόσωπα που του χτύπησαν και ανέφερε του αστυνομικού ότι ήταν και εκείνος με αυτούς. Από ότι άκουσε όταν τον είχε καλέσει ο αστυνομικός να αναφέρει το όνομα του με συγκεκριμένο όνομα, που ουσιαστικά είναι ο πρώτος κατηγορούμενος. Όταν αναφερόταν του αστυνομικού ότι ήταν κι αυτός με εκείνους, εννοούσε ότι ήταν από τα πρόσωπα που τον χτύπησαν με γροθιά στο πρόσωπο. Το δεύτερο πρόσωπο που είδε το αναγνώρισε ως ένα από τα πρόσωπα που ήταν στο επεισόδιο και ανέφερε του αστυνομικού ότι ήταν κι αυτός μαζί με εκείνους που τον χτύπησαν. Από ότι άκουσε όταν τον είχε καλέσει ο αστυνομικός να αναφέρει το όνομα του, αυτός έχει συγκεκριμένο όνομα που δεν είναι στο κατηγορητήριο. Όταν ανέφερε στον αστυνομικό ότι ήταν και αυτός μαζί με εκείνους που τον χτύπησαν, εννοούσε ότι ήταν από τα πρόσωπα που του επιτέθηκαν, αλλά δεν πρόσεξε αν τον χτύπησε, αφού σε κάποια στιγμή ζαλίστηκε από τα χτυπήματα. Τον θυμάται όμως ότι του επιτέθηκε με τους υπόλοιπους. Το τρίτο πρόσωπο που είδε, το αναγνώρισε ως το πρόσωπο που ξεκίνησε τον καβγά και ένα από τα πρόσωπα που τον χτύπησαν και ανέφερε στον αστυνομικό ότι είναι εκείνος που ήταν στο μέρος και ξεκίνησε τον καβγά, τον έσπρωξε και τον χτύπησε. Από ότι άκουσε, όταν τον κάλεσε ο αστυνομικός να αναφέρει το όνομα του, ουσιαστικά φέρει το όνομα του δεύτερου κατηγορουμένου. Το πρόσωπο αυτό ήταν αυτός που συζητούσε με τον ΜΚ 3 και ξεκίνησε τον καβγά. Στη συνέχεια το πρόσωπο αυτό τον έσπρωξε με αποτέλεσμα να του επιτεθούν και υπόλοιποι. Ο κατηγορούμενος τον χτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο. Επίσης αναγνώρισε το τεκμήριο 4, ήτοι το ημερολόγιο ενεργείας, συμφωνόντας με αυτό ως προς την διαδικασία αναγνώρισης. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, αναγνώρισε επίσης στο τεκμήριο 5 τα τραύματα που υπέστη, περιγράφοντας ταυτόχρονα την φύση, την έκταση, την προέλευση και τον τρόπο πρόκλησης των τραυμάτων του και για αυτά εξετάστηκε από ιατροδικαστή, καθώς επίσης περιέγραψε τον χώρο, τον τρόπο και γενικά τις συνθήκες όπου με βάση την εκδοχή του, δέχθηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο και από τα άλλα πρόσωπα, ως επίσης και τις συνέπειες αυτής της επίθεσης, ήτοι τα τραύματα του, τους εκεί παρόντες, την μετέπειτα μετάβαση του στο νοσοκομείο από τους φίλους του, την μετέπειτα αναγνώριση του κατηγορούμενου μέσω Facebook, αλλά και στην αναγνώριση των άλλων εμπλεκόμενων προσώπων, διευκρινίζοντας ότι σε όλη την διάρκεια του συμβάντος ήταν αμυνόμενος και δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε επίθεση. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι στην κατάθεση του ανέφερε τα άτομα που ήταν στον χώρο στάθμευσης, συζήτησε με τον Μ.Κ. 3 το συμβάν και δεν υπήρχε οποιαδήποτε διαφωνία, ήρθε στη Λεμεσό στο συγκεκριμένο νυκτερινό κέντρο για να διασκεδάσει, είχε καταναλώσει αλκοόλ αλλά ήταν νηφάλιος, περιέγραψε τον τρόπο όπου δέχθηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο και τα άλλα άτομα, την φύση και την έκταση των τραυμάτων που υπέστη από την εν λόγω επίθεση, όντας ο ίδιος σε άμυνα, ξεκαθαρίζοντας ότι μπορούσε να διακρίνει ποιος τον κτυπούσε, παρά την ζάλη που του είχε προκληθεί από την απώλεια μέρους του δοντιού του. Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εντόπισε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο μέσω Facebook, καθώς επίσης και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι επιδιώκει αποζημιώσεις, λέγοντας ότι θα πρέπει να υπάρξει τιμωρία, τονίζοντας το γεγονός ότι είχε έρθει στη Λεμεσό να διασκεδάσει και κατέληξε στο νοσοκομείο για μια μέρα. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν τον έχει κτυπήσει και ότι το όλο συμβάν εκτυλίχθηκε από παρεξήγηση που δημιούργησε η παρέα του με άγνωστα άτομα προς τον κατηγορούμενο επειδή πείραζαν την αδελφή κάποιου φίλου του, εκφράζοντας μάλιστα την άποψη ότι δεν τον ενδιαφέρει τι έχει προηγηθεί, διότι για αυτόν έχει σημασία το γεγονός ότι η παρεξήγηση και το όλο συμβάν ξεκίνησε όταν ερωτήθηκε για την καταγωγή και την ομάδα του. O M.K. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  9. Σε αυτήν αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα ξεκίνησε με τον παραπονούμενο, τον Μ.Κ. 3 και άλλα πρόσωπα να πάνε στο συγκεκριμένο κέντρο στη Γερμασόγεια. Όταν έφυγαν από το κέντρο και κατευθύνθηκαν προς τον χώρο στάθμευσης, όπου είδε κάποια άτομα να στέκονται κοντά στο αυτοκίνητο τους και να ρωτούν τον παραπονούμενο από που είναι και με ποια ομάδα είναι, ο δε παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν ασχολείται με το ποδόσφαιρο και ότι είναι από την Λευκωσία. Πριν να μπουν στο αυτοκίνητο ένα από αυτά τα άτομα κτύπησε τον παραπονούμενο στο πρόσωπο και μετά άρχισαν να κτυπούν τον παραπονούμενο και άλλα άτομα και ο παραπονούμενος άρχισε να τρέχει, ο δε μάρτυρας προσπάθησε να τραβήξει τον παραπονούμενο από κοντά τους. Στη συνέχεια ειδοποίησε την αστυνομία και μετά ήρθε το ασθενοφόρο, όπου πήρε τον ίδιο και τον παραπονούμενο, περιέγραψε δε τα πρόσωπα που μπορούσε να αναγνωρίσει ως τα πρόσωπα που κτύπησαν τον παραπονούμενο και ήταν τρία στον αριθμό, όπου ουσιαστικά ήταν ο κατηγορούμενος και ο πρώην κατηγορούμενος 1, ο δε κατηγορούμενος ήταν αυτός που ξεκίνησε τον καυγά και έσπρωχνε τον παραπονούμενο, τον προκαλούσε και τον κτυπούσε με μπουνιές, το ένα άτομο δεν κτύπησε κανένα, ο δε πρώτος κατηγορούμενος κτυπούσε τον παραπονούμενο με μπουνιές. Επίσης ο κατηγορούμενος με τον πρώτο κατηγορούμενο κλωτσούσαν τον παραπονούμενο και έσπρωχναν τους υπολοίπους φίλους του παραπονούμενου και του μάρτυρα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο, αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 12 όπου είναι το ημερολόγιο ενεργείας στο οποίο καταγράφεται η διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορουμένου από τον μάρτυρα, αναγνωρίζοντας επίσης τον παραπονούμενο, τον κατηγορούμενο και τον πρώην κατηγορούμενο 3 στο τεκμήριο
  10. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο άτομο, ήτοι τον πρώην κατηγορούμενο 1 κλώτσησε τον παραπονούμενο πάνω από μια φορά, περιέγραψε την απόσταση που βρισκόταν από τον παραπονούμενο όταν δεχόταν τα κτυπήματα, τους εκεί παρόντες και την θέση που βρίσκονταν, τα άτομα που γρονθοκόπησαν τον παραπονούμενο, ο Μ.Κ. 3 παρέμεινε αμέτοχος σε όλο το περιστατικό, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι η μαρτυρία του είναι κατασκευασμένη με στόχο να βοηθήσει τον παραπονούμενο και στην επιδίωξη αποζημιώσεων, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν κλώτσησε τον παραπονούμενο, εκφράζοντας την βεβαιότητα του για αυτό και την ίδια στάση κράτησε και για τα γρονθοκοπήματα. Ο Μ.Κ. 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του, ήτοι τα τεκμήρια 13 και
  11. Στο τεκμήριο 13 αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα πήγαν στο συγκεκριμένο κέντρο, όπου και παρέμειναν μέχρι τις 9:00 μ.μ. και κατευθύνθηκαν προς τον χώρο στάθμευσης που βρίσκεται απέναντι από το κέντρο. Ο ίδιος ήταν με τον παραπονούμενο και ενώ πήγαιναν προς το αυτοκίνητο τους και μιλούσαν, κάποιο άλλο άγνωστο τους πρόσωπο τους ρώτησε από που είναι και όταν του απάντησαν ότι είναι από την Λευκωσία, τότε αυτό το άτομο χωρίς λόγο τους είπε να φύγουν και άρχισε να τους σπρώχνει. Τότε ο μάρτυρας προχώρησε και ο παραπονούμενος είπε στο άγνωστο πρόσωπο να μην σπρώχνει και τότε αυτό το άγνωστο άτομο μαζί με άλλα πέντε άτομα περίπου κτυπούσαν τον παραπονούμενο με τα χέρια και τα πόδια τους για περίπου ένα λεπτό και ακολούθως έφυγαν χωρίς να δει ο μάρτυρας που πήγαν. Ο μάρτυρας δεν πήγε να βοηθήσει τον παραπονούμενο την ώρα που τον κτυπούσαν διότι φοβήθηκε. Περιέγραψε κάποια από τα εμπλεκόμενα άτομα, λέγοντας ότι μπορεί να τους αναγνωρίσει, ενώ άλλα άτομα δεν θα μπορούσε να τα αναγνωρίσει. Μετά του κτύπησαν τον παραπονούμενο ο μάρτυρας πήγε να βρει τους υπόλοιπους για να τους πει τι έγινε, ο δε παραπονούμενος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Στο τεκμήριο 14 που είναι η συμπληρωματική του κατάθεση, ουσιαστικά αναφέρει την διαδικασία αναγνώρισης, όπου αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, ως επίσης και τον πρώην κατηγορούμενο
  12. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε επίσης την υπογραφή του στο τεκμήριο 15 και συμφώνησε με το περιεχόμενο του, όπου ουσιαστικά είναι το ημερολόγιο ενεργείας, στο οποίο καταγράφεται η διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορουμένου και ακολούθως ο μάρτυρας αναγνώρισε εκ νέου τον κατηγορούμενο στο εδώλιο. Αντεξεταζόμενος υιοθέτησε εκ νέου την κατάθεση του, ανέφερε ότι είναι φίλος με τον παραπονούμενο, με τον οποίο συζήτησαν τότε την υπόθεση και συμφωνούσαν με τα γεγονότα και του ζήτησε να καταθέσει στο Δικαστήριο. Περιέγραψε τον τρόπο όπου δέχθηκαν την πρόκληση και τα σπρωξίματα αρχικά από τον κατηγορούμενο, δεν περιέπεσε στην αντίληψη του οποιαδήποτε παρεξήγηση στο κέντρο προηγουμένως ή να ξέχασε κάποια φίλη τους τσάντες και ερωτήθηκε για τα άτομα που ήταν παρόντα στην έκταση που θυμόταν. Μετά τα σπρωξίματα περιέγραψε την απόσταση που βρισκόταν ο μάρτυρας από τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο, δεν θυμόταν πόσες φορές ο κατηγορούμενος κτύπησε τον παραπονούμενο με τα χέρια, ο δε παραπονούμενος όμως αμυνόταν βάζοντας τα χέρια του, χωρίς να θυμάται εάν έσκυψε ο παραπονούμενος ή εάν ο κατηγορούμενος κλωτσούσε τον παραπονούμενο. Περιέγραψε επίσης την επίθεση που δέχθηκε ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο και άλλα πρόσωπα, την αντίδραση του μάρτυρα να φύγει από το μέρος και να φωνάξει άλλα άτομα, την επακόλουθη μετάβαση των Μ.Κ. 1 και 2 στο νοσοκομείο. Τέλος, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι η εκδοχή του είναι αποκύημα της φαντασίας του ιδίου και του παραπονούμενου και πιο συγκεκριμένα ότι δεν κτυπήθηκε ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο με τον τρόπο που περιγράφηκε, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι η μαρτυρία του είχε σκοπό να βοηθήσει τον παραπονούμενο στις αποζημιώσεις, ανέφερε δε ότι δεν έχει αντιληφθεί κάποιο άτομο να παίρνει φόρα και να κτυπά τον παραπονούμενο από ψηλά, ούτε τον κατηγορούμενο να τραβά άλλα άτομα και να τους λέει να σταματήσουν να κτυπούν. Ο Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  13. Στην κατάθεση του ουσιαστικά μεταφέρει, όπως και διευκρινιστικά κατά την σύντομη υπόλοιπη κυρίως εξέταση του, ότι περιήλθε στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στην διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης μέσα από τα λεγόμενα των συναδέλφων του που επισκέφθηκαν τον παραπονούμενο και τα λοιπά εμπλεκόμενα πρόσωπα και μάρτυρες, καταγράφοντας τις θέσεις των μερών όπως αυτές προβλήθηκαν, καθώς επίσης και το πως εκτυλίχθηκε η όλη υπόθεση χρονολογικά. Επίσης ο μάρτυρας αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, εξέφρασε άγνοια κατά πόσο γειτονικό υποστατικό του χώρου όπου έγινε το συμβάν είχε κάμερες ασφαλείας, αλλά εάν υπήρχαν θα λαμβάνονταν το ανάλογο υλικό, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του ανακριτικού υλικού που συλλέχθηκε και στις ενέργειες που έγιναν από τον ίδιο ως ανακριτής της υπόθεσης, αρκετό μέρος της αντεξέτασης αναλώθηκε στις καταθέσεις συγκεκριμένου προσώπου, οι οποίες κατατέθηκαν για σκοπούς λήψης ως τεκμήρια 26 και 27 και αρνήθηκε υπόβληθείσες θέσεις ότι υπήρξε πλημμελής διερεύνηση της υπόθεσης σε συνδυασμό με υπερβάλλοντα ζήλο να καταχωρηθεί η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και άλλων προσώπων. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος όταν του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης, όπου προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς και υιοθετεί την κατάθεση του. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 3 που αφορούν την συνωμοσία, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134. Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομοθετική διάταξη που διέπει την δεύτερη κατηγορία, είναι αυτή του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: <<Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές>>. Με βάση την πιο πάνω νομοθετική διάταξη, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) η πρόκληση Β) με παράνομη ενέργεια του αδικοπραγούντα Γ) βαριάς σωματικής βλάβης Δ) σε άλλο πρόσωπο Επίσης, μέσα από το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, προκύπτει ότι για την διάπραξη του αδικήματος δεν απαιτείται ειδική πρόθεση. Είναι αρκετό για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, η βαριά σωματική βλάβη να είναι το αποτέλεσμα της παράνομης ενέργειας του αδικοπραγούντα. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, «βαριά σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη που ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό ή επικίνδυνη σωματική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή μόνιμη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται μέχρι τη μόνιμη παραμόρφωση ή τη μόνιμη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωματικού οργάνου, μεμβράνης ή αίσθησης». Αναφορικά με το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι ο Μ.Κ. 4, θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ.Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.΄΄ Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Με γνώμονα και οδοδείκτης τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα. Ο Μ.Κ. 1 άφησε εξαιρετικά θετική εντύπωση. Το Δικαστήριο το έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς και της ιδιότητας του ως παραπονούμενος. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο Μ.Κ. 1 προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να πει την αλήθεια, χωρίς να προσφύγει στην υπερβολή, στο ψεύδος ή στην ασάφεια με σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του ή να βλάψει τον κατηγορούμενο. Απαντούσε με φυσικότητα και απλοϊκότητα, χωρίς δισταγμό ή προβληματισμό, περιέγραψε με σαφήνεια και πληρότητα το πως έλαβαν χώρα τα γεγονότα την επίδικη μέρα στον επίδικο χώρο, η δε αξιοπιστία του ότι μόνο δεν κλονίστηκε, αλλά απεναντίας ενισχύθηκε κατά την αντεξέταση που υπέστη. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο Μ.Κ. 1 δεν επεδίωκε την καταδίκη του κατηγορούμενου ως αυτοσκοπό, αλλά για να απονεμηθεί Δικαιοσύνη, λόγω των τραυμάτων που δέχθηκε ενώ ήρθε στη Λεμεσό με σκοπό να διασκεδάσει. Ούτε έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο όποιοδήποτε οικονομικό κίνητρο ή επιδίωξη του παραπονούμενου που να μολύνει την αξιοπιστία του λόγω της ύπαρξης αστικής διαδικασίας για το ίδιο περιστατικό που ούτως ή άλλως είναι δικαίωμα του. Η μαρτυρία του παρουσίαζε χρονική και λογική συνοχή, συνέχεια και συνέπεια, δεν έχει αντιληφθεί το Δικαστήριο οτιδήποτε το επίληψιμο αναφορικά με την διαδικασία που ο παραπονούμενος ακολούθησε και βρήκε τα ίχνη του κατηγορουμένου στο διαδίκτυο μέσω συγκεκριμένης ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης, ούτε βεβαίως οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορουμένου στην αστυνομία. To Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο παραπονούμενος κατά την διάρκεια του επεισοδίου ήταν νηφάλιος με την έννοια ότι δεν βρισκόταν υπό την επίρρεια αλκοολούχων ποτών που να επηρεάζουν την κρίση του και γενικά την αξιοπιστία του ως προς την εξιστόριση των γεγονότων, παρά και την ζάλη που δέχθηκε, ως είναι φυσικό και λογικό λόγω και του κτυπήματος που δέχθηκε με αποτέλεσμα να απωλέσει μέρος του μπροστινού δοντιού του, καθώς επίσης το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο παραπονούμενος ήταν αμυνόμενος, έχοντας τα χέρια του μπροστά μεν, που δεν τον εμπόδιζαν όμως να έχει επαρκή οπτικό πεδίο για να αντιληφθεί την επίθεση και τα κτυπήματα που δεχόταν και έπεισε ο παραπονούμενος προς αυτό το γεγονός το Δικαστήριο. Η αντικειμενικότητα και η αξιοπιστία του παραπονούμενου έγκειται και στο γεγονός ότι δεν προσπάθησε να εμπλέξει αποκλειστικά τον κατηγορούμενο της παρούσας διαδικασίας, αλλά διαχώρισε την θέση του για κάποια τραύματα που υπέστη από άλλο άτομο. Το κατά πόσο προηγήθηκε ή όχι άλλο επεισόδιο ή αφορμή εντός του κέντρου διασκέδασης δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία διότι δεν αποτελεί επίδικο γεγονός και το όλο επίδικο περιστατικό έγινε εκτός του κέντρου διασκέδασης, ήτοι στον χώρο στάθμευσης απέναντι από το εν λόγω κέντρο. Το κατά πόσο ο παραπονούμενος δέχθηκε κλωτσιά ή αεροκλωτσιά όπως αναφέρθηκε από άλλο άτομο, επίσης δεν διαδραματίζει οποιονδήποτε ρόλο διότι αφορά ακριβώς άλλο άτομο. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία του παραπονούμενου, αυτό που προκύπτει είναι ότι την επίδικη ημέρα, σε χώρο στάθμευσης που βρίσκεται απέναντι από συγκεκριμένο κέντρο διασκέδασης στη Λεμεσό, κατά την αναχώρηση του ο παραπονούμενος και όταν μετέβηκε στον εν λόγω χώρο στάθμευσης, ο κατηγορούμενος υπήρξε αρχικά φραστικά εριστικός έναντι του παραπονούμενου και του Μ.Κ. 3, ακολούθως ο κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια του τον παραπονούμενο περίπου στην περιοχή του στήθους του, ακολούθησε κτύπημα με γροθιά που δέχθηκε ο παραπονούμενος από άλλο πρόσωπο και ακολούθησε ο ξυλοδαρμός του παραπονούμενου τόσο από τον κατηγορούμενο, όσο και από άλλα άτομα, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να υποστεί τα τραύματα, όπως αυτά φαίνονται στο τεκμήριο 5, αλλά και στα τεκμήρια 8 και 23, τα οποία όμως δεν προέρχονται όλα από τα κτυπήματα του κατηγορουμένου, ως θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Αυτό που προκύπτει όμως μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου για το πως άρχισε και εξελίχθηκε όλο το δυσάρεστο αυτό γεγονός, είναι ότι ναι μεν ο παραπονούμενος δέχθηκε κτυπήματα σε κάποια φάση τόσο από τον κατηγορούμενο, όσο και από άλλα άτομα, όμως με τον τρόπο που άρχισε το περιστατικό, δεν προκύπτει συνωμοσία του κατηγορουμένου με άλλα άτομα, διότι το περιστατικό άρχισε με την εριστική φραστικά συμπεριφορά του κατηγορουμένου και μόνο, έσπρωξε ο κατηγορούμενος τον παραπονούμενο ως πιο πάνω αναφέρθηκε και ακολούθως παρενέβηκε αυτόβουλο τρίτο άτομο το οποίο γρονθοκόπησε τον παραπονούμενο και ακολούθησε ο ξυλοδαρμός του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο και από άλλα άτομα. Συνεπώς, αυτό που καταδεικνύεται είναι η στιγμιαία, αυτόβουλη εκ των υστέρων επέμβαση και άλλων ατόμων και αυτό το στοιχείο δεν δύναται να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία της συνωμοσίας, ως αυτά έχουν αναλυθεί πιο πάνω. Τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος και που δεν οφείλονται από την επίθεση του κατηγορουμένου αλλά από άλλο άτομο, είναι το σπάσιμο του δοντιού του παραπονούμενου και το ίδιο ισχύει και για το κτύπημα στο δεξί φρύδι όπου χρειάστηκε να συρραφεί. Όμως, το τραύμα που δέχθηκε ο παραπονούμενος στο αριστερό φρύδι και που χρειάστηκε συρραφή και που συνιστά βαριά σωματική βλάβη με βάση την νομική πτυχή ως αυτή έχει εκτεθεί πιο πάνω, προέρχεται αποκλειστικά από την γροθιά που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Τα υπόλοιπα τραύματα, προέρχονται από τα κτυπήματα που δέχθηκε ο παραπονούμενος από κοινού από τον κατηγορούμενο και από άλλα άτομα και η ενοχή του κατηγορούμενου συνίσταται στην βάση του συναυτουργού με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει η μαρτυρία του Μ.Κ. 1 είναι αληθή και αξιόπιστη. Ο .Κ. 2 επίσης άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου περιστατικού, αλλά και λόγω της φιλίας του με τον παραπονούμενο. Το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οτιδήποτε το επίληψιμο στην μαρτυρία του και στην όλη του συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα, ο μάρτυρας υπήρξε ψύχραιμος, παραστατικός, λεπτομερειακός και διαφωτιστικός κατά την εξιστόριση του επίδικου συμβάντος, πηγαίος, χωρίς υπερβολές ή ψεύδη με σκοπό να βοηθήσει τον παραπονούμενο φίλο του ή να βλάψει τον κατηγορούμενο, η δε αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης και δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν θυμόταν, χωρίς να εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση του μάρτυρα να αποκρύψει την αλήθεια. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνει τον παραπονούμενο για το πως ξεκίνησε και εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό ως πιο πάνω αναφέρθηκε, καθώς επίσης και τα κτυπήματα του παραπονούμενου, όπου κοινός παρονομαστής είναι η λεκτικά εριστικά συμπεριφορά του κατηγορούμενου, το σπρώξιμο του κατηγορούμενου, και η επακόλουθη ενεργός συμμετοχή και άλλων προσώπων στον ξυλοδαρμό του παραπονούμενου, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και του κατηγορούμενου, με γροθιές και κλωτσιές. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ως αληθή και αξιόπιστη. Τα όσα αναφέρθηκαν αναφορικά με την αξιοπιστία του Μ.Κ. 2 ισχύουν τα ίδια και για τους ίδιους λόγους και για την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, με τις ακόλουθες επιπρόσθετες επισημάνσεις και αναφορές: Το γεγονός ότι σπρώχθηκε και αυτός ο μάρτυρας από τον παραπονούμενο και εν τούτοις δεν υπέβαλε παράπονο, αν και είχε τέτοιο δικαίωμα να πράξει, καταδεικνύει ένα επιπρόσθετο στοιχείο αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας του μάρτυρα, αφού προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια, χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση να βοηθήσει τον παραπονούμενο φίλο του, αφού για τον εαυτό του δεν προέβαλε κάποιο παράπονο, καταδεικνύοντας έτσι την απουσία οποιασδήποτε πρόθεσης να βλάψει τον κατηγορούμενο, έστω και εάν σπρώχθηκε από τον κατηγορούμενο και παρά την εριστική και προκλητική συμπεριφορά και προσέγγιση του κατηγορουμένου. Επίσης το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο μάρτυρας δεν ήταν υπό την επίρρεια αλκοολούχων ποτών λόγω του ότι θα οδηγούσε αργότερα και συνεπώς είχε νηφάλια και ξεκάθαρη αντίληψη των γεγονότων, επιβεβαιώνει και αυτός ο μάρτυρας τα πολλαπλά κτυπήματα που δέχθηκε ο παραπονούμενος από τον κατηγορούμενο και από άλλα άτομα και είναι πολύ λογικό και φυσικό να μην θυμάται πόσες φορές ήταν αυτά τα κτυπήματα, λόγω ακριβώς της έντασης που υπήρχε, ούτε έχει διαπιστώσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στο γεγονός ότι ο μάρτυρας μίλησε με τον παραπονούμενο για το επίδικο περιστατικό, απεναντίας είναι πολύ λογικό και φυσικό λόγω και της φιλίας τους και δεν έχει εντοπίσει άλλωστε το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση προκατασκευής της μαρτυρίας του. Το ότι δεν θυμόταν ο μάρτυρας να τραβά ο κατηγορούμενος τον παραπονούμενο για να μην τον κτυπούν τα άλλα άτομα, είναι απόλυτα λογικό, λόγω ακριβώς της εμπλοκής και του ρόλου του κατηγορούμενου εναντίον του παραπονούμενου που ήταν επιβλαβής και όχι προστατευτικός και εν πάση περιπτώση αυτή η θέση προβλήθηκε στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, η οποία θα αξιολογηθεί πιο κάτω. Αναμφίβολα η αναφορά του μάρτυρα ότι ο παραπονούμενος είπε στον κατηγορούμενο να μην σπρώχνει και η αναφορά του κατηγορούμενου να φύγουν διότι εδώ είναι Λεμεσός είναι επουσιώδης, διότι το σημαντικό αποτελεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μετά την φραστικά εριστική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ο τελευταίος έσπρωξε τον παραπονούμενο και ακολούθησε το περιστατικό ως πιο πάνω αναφέρεται. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 3 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο αξιολογεί την μαρτυρία του υπό το πέπλο της ιδιότητας του ως ανακριτής, με βάση και τα πιο πάνω εκτεθέντα νομολογιακά κριτήρια. Το Δικαστήριο παρακολουθώντας τον μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρας της δίκης, έχει ικανοποιηθεί ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να πει την αλήθεια και να πει στο Δικαστήριο όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ανακριτής και εάν κάτι δεν ενέπιπτε στην σφαίρα της άμεσης εμπλοκής του, αποκάλυπτε πλήρως την πηγή άντλησης της γνώσης του και δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν γνώριζε. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ως προς την αντικειμενικότητα, την αμεροληψία και την φιλαλήθεια του μάρτυρα, δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του μάρτυρα. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί επίσης απόλυτα ότι ο μάρτυρας έχει διερευνήσει πλήρως την υπόθεση, χωρίς να έχει εντοπίσει οποιαδήποτε προκατάληψη, ή υπερβάλλον ζήλος, ως ήταν οι εισηγήσεις της υπεράσπισης και ούτε έχει εντοπιστεί ούτως ή άλλως ένα τέτοιο στοιχείο ή μαρτυρία. Το Δικαστήριο δέχεται ως απόλυτα λογική και πειστική την αναφορά του μάρτυρα ότι δεν θυμόταν κάτι για κάμερες από παρακείμενο υποστατικό που θα κατέγραφαν το επίδικο περιστατικό και ότι εάν υπήρχαν θα το διερευνούσε και εν πάση περιπτώση δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία προς αυτήν την κατεύθυνση και κατ΄ επέκταση η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης παρέμεινε μετέωρη. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 4 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου, αναμφίβολα αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του κατηγορουμένου. Με βάση όμως τα πιο πάνω νομολογιακά κριτήρια, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να αποδώσει σε αυτήν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, όχι μόνο επειδή δεν υιοθετήθηκε ενόρκως, αλλά και επειδή αυτή έρχεται σε αντίθεση με την ήδη αποδεχθείσα μαρτυρία με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, αλλά και επειδή προβάλλονται θέσεις που δεν έχουν προβληθεί καν στους μάρτυρες κατηγορίας, όπως είναι: η συμβουλή του κατηγορούμενου προς τον παραπονούμενο να φύγει για να μην τον κτυπήσουν άλλα άτομα και η επιμονή του παραπονούμενου να φωνάζει και να ζητά εξηγήσεις η πρόταση που απηύθυνε προς τον παραπονούμενο ΄΄καλάν ήρτες από την Λευκωσία για να κάμεις παλλικαρκές;΄΄ η πρόταση που εκστομίθηκε από άλο άτομο ΄΄καλά ρε εννα τον αφήκουμε να φύει, αν ήμασταν εμείς Λευκωσία θα μας εκάμναν μαύρους΄΄ η αναφορά του κατηγορουμένου ότι έκανε κάποια βήματα πίσω επειδή φοβήθηκε μην κτυπήσουν και τον ίδιο τον κατηγορούμενο τα άλλα άτομα που κτυπούσαν τον παραπονούμενο. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδώσει στην εν λόγω ανώμοτη δήλωση οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων, χωρίς αυτά να επαναλαμβάνονται αυτολεξεί, ο πυρήνας των ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο, σε χώρο στάθμευσης που βρίσκεται πλησίον νυκτερινού κέντρου στη Λεμεσό, αρχικά ο κατηγορούμενος προσέγγισε τον παραπονούμενο με τον οποίο ήταν φραστικά ερειστικός και προκλητικός μαζί του, ακολούθως ο κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια τον παραπονούμενο περίπου στην περιοχή του στήθους, ακολούθως τρίτο άτομο αυτόβουλα και στιγμιαία και χωρίς καμία προσυνεννόηση με την κατηγορούμενο, κτύπησε τον κατηγορούμενο και ακολούθως ο κατηγορούμενος μαζί με άλλα άτομα, χωρίς να έχουν κάποια προσυνεννόηση μαζί τους, άρχισαν να κτυπούν τον παραπονούμενο με γροθιές και κλωτσιές σε διάφορα σημεία του σώματος του για ένα με δύο λεπτά περίπου. Ο παραπονούμενος τελούσε σε κατάσταση άμυνας. Από την πιο πάνω, ο παραπονούμενος τραυματίστηκε και τα τραύματα του φαίνονται στα τεκμήρια 5, 8 και
  2. Τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος και που δεν οφείλονται από την επίθεση του κατηγορουμένου αλλά από άλλο άτομο, είναι το σπάσιμο του δοντιού του παραπονούμενου και το ίδιο ισχύει και για το κτύπημα στο δεξί φρύδι όπου χρειάστηκε να συρραφεί. Όμως, το τραύμα που δέχθηκε ο παραπονούμενος στο αριστερό φρύδι και που χρειάστηκε συρραφή και που συνιστά βαριά σωματική βλάβη με βάση την νομική πτυχή ως αυτή έχει εκτεθεί πιο πάνω, προέρχεται αποκλειστικά από την γροθιά που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Τα υπόλοιπα τραύματα, προέρχονται από τα κτυπήματα που δέχθηκε ο παραπονούμενος από κοινού από τον κατηγορούμενο και από άλλα άτομα και η ενοχή του κατηγορούμενου συνίσταται στην βάση του συναυτουργού με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Μετά την επίθεση, όλοι οι δράστες τράπηκαν σε φυγή και ο παραπονούμενος μετέβηκε στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού για περιποίηση των τραυμάτων του, εξετάστηκε επίσης και από ιατροδικαστή. Από την πιο πάνω αξιολόγηση και τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα, αυτό που προκύπτει είναι ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 4 και κατ΄ επέκταση ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις εν λόγω κατηγορίες. Όμως, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα, αυτό που προκύπτει είναι ότι δεν αποδείχθηκε με την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οποιαδήποτε προσυνεννόηση και συνωμοσία του κατηγορουμένου με άλλα άτομα στο να διαπράξει τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3 και κατ΄ επέκταση ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες 1 και
  4. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2 και 4 και αθωώνεται στις κατηγορίες 1 και
  5. (Υπ.) ............ Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Συνωμοσία, βαριά σωματική βλάβη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.