Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρυσοστόμου, Αρ. Υπόθεσης: 4434/19, 23/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B20 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4434/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- XXXXX Χρυσοστόμου Κατηγορούμενος ------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Σαουρής Κατηγορούμενος: παρών -------------------------------------------------- (Στενοτυπημένα πρακτικά λαμβάνονται από τη στενοτυπίστρια Καρολίνα Χατζηφώτη) --------------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-tempore) Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου πρόβαλε εισήγηση ότι η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος έχει παραγραφεί, καθότι αφορά αδίκημα παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα κεφ. 154, το όποιο προνοεί ανώτατο όριο ποινής στους 6 μήνες φυλάκισης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ουσιώδης χρόνος της παρούσας υπόθεσης είναι 28.01.2011 και ο χρόνος καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης είναι η 20.03.19. Νομικό υπόβαθρο της εισήγησης αποτέλεσε η πρόσφατη τροποποίηση του άρθρου 88, του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου κεφ. 155 με βάση το Άρθρο 88(β) που προνοεί ότι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες της Ποινικής Δικονομίας νόμου, καμία κατηγορία δεν δύναται να προσαφθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου μετά την πάροδο 12 μηνών από την ημέρα της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Έχω ακούσει με πάρα πολλή προσοχή τα όσα ανέφεραν οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι, οι θέσεις τους είναι καταγεγραμμένες και θα αξιολογηθούν. Ο κύριος άξονας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής για να αντικρούσει αυτήν την εισήγηση αποτέλεσε το άρθρο 29 του Ποινικού Κώδικα κεφ. 154, ενώ η πλευρά της υπεράσπισης εξ αντιδιαστολής έδωσε διαφορετική ερμηνεία στο άρθρο 29 και παρέπεμψε σε σχετική νομολογία. Ο πιο πάνω νόμος τέθηκε σε εφαρμογή, δηλαδή ο τροποποιητικός νόμος 129
(1)/18 στις 26.10.18. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή τις εισηγήσεις αμφοτέρων των ευπαίδευτων συνηγόρων και το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Το ζήτημα κατά πόσο ο εν λόγω νόμος είναι αναδρομικής ισχύος ή όχι, παρέμεινε ανοιχτό από την πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ποινική αίτηση 9/19, ημερομηνίας 26.03.19 από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κυρία Τάσια Ψαρά ‑ Μιλτιάδους. Στην εν λόγω απόφαση ανατράπηκε πρωτόδικη απόφαση, καθότι στο νομοθέτημα το οποίο ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε στην εν λόγω απόφαση υπήρχε διαζευκτικά πρόνοια για χρηματική ποινή που υπερβαίνει το ύψος των 1708 ευρώ που είναι το όριο που προβλέπεται από το άρθρο 88 του κεφ. 155 για να παραγραφεί ένα αδίκημα. Στην παρούσα περίπτωση δεν προβλέπεται από το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα κεφ.154 διαζευκτικά χρηματική ποινή, αλλά προνοείται αποκλειστικά ποινή φυλάκισης με ανώτατο όριο τους 6 μήνες. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο κρίνει ότι ο εν λόγω νομοθέτης με τη θέσπιση του νόμου 129
(1)/18, ουσιαστικά έθεσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου και δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικότητας αυτού του νομοθετήματος και συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι το ζήτημα της παραγραφής εξετάζεται έχοντας το Δικαστήριο τα εξής δεδομένα ενώπιον του, δηλαδή την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης και την ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό έχει διαπραχθεί το αδίκημα. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο το αδίκημα έχει παραγραφεί έχοντας υπόψη στην παρούσα περίπτωση την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης σε συνδυασμό με την ημερομηνία που κατ' ισχυρισμό έχει διαπραχθεί το υπό εξέταση αδίκημα. Χωρίς καμία αμφιβολία έχοντας υπόψη ότι ο ουσιώδης χρόνος της παρούσας υπόθεσης είναι 28.01.11 και η ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης είναι 20.03.19, αναμφίβολα έχουν παρέλθει πέραν των 12 μηνών από τη διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος. Τίθεται τώρα το εξής, μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 29 ότι το αδίκημα δεν έχει παραγραφεί ως ήταν η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής; Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική και το Δικαστήριο εξηγεί. Πράγματι, ο νομοθέτης με τη θέσπιση του νόμου 129/18, μέσα από το γράμμα του, είχε τον εξής σκοπό, δηλαδή να μην προσάπτονται κατηγορίες εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για αδίκημα το οποίο ουσιαστικά έχει παραγραφεί με βάση τις σχετικές πρόνοιες. Ο νόμος αυτός είναι ειδικότερος και μεταγενέστερος και υπερισχύει του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα κεφ. 154. Όμως αυτό δεν είναι και η κατακλείδα του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολύ προσοχή τα άρθρα, όχι μόνο το άρθρο 29 του Ποινικού Κώδικα κεφ. 154, αλλά αυτό θα πρέπει να ερμηνευτεί, να εφαρμοστεί και να συνδυαστεί με το άρθρο 31 του Ποινικού Κώδικα κεφ. 154 όπου έχοντας υπόψη τις πρόνοιες των εν λόγω άρθρων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτές εφαρμόζονται νοουμένου ότι προνοείται σε οποιοδήποτε αδίκημα συγκεκριμένη χρηματική ποινή, όπου στην παρούσα περίπτωση δεν προνοείται. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου η πρόνοια ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει χρηματική ποινή η οποία να μην είναι δυσανάλογη. Αυτό όμως δεν αρκεί, διότι εάν υιοθετείτο η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής με βάση τις εξουσίες του Δικαστηρίου, όπως προνοείται με βάση τις συνδυασμένες εφαρμογές των άρθρων 29 και 31 του Ποινικού Κώδικα κεφ. 154 και ιδιαίτερα του άρθρου 29 το Δικαστήριο, ουσιαστικά το Δικαστήριο θα ήταν αντιμέτωπο με το εξής νομικά παράδοξο, δηλαδή με απλή επίκληση του άρθρου 29 του Ποινικού Κώδικα κεφ. 154, θα εξουδετερωνόταν η πρόθεση και ο σκοπός του νομοθέτη με τη θέσπιση του νόμου 129
(1)/18 και μάλιστα θα κρινόταν ίσως ότι το Δικαστήριο προαποφάσιζε ότι ο κατηγορούμενος θα αντιμετωπίσει ποινή μεγαλύτερη των 1708 ευρώ, πράγμα βεβαίως που δεν μπορεί να γίνει σε αυτό το στάδιο. Για τους λόγους λοιπόν που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η εισήγηση που προβλήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης ευσταθεί ως νόμω βάσιμη και κατ' επέκταση ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο λόγω παραγραφής. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο