← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ευαγγέλου, Αρ.Υπόθεσης: 25705/15, 16/5/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ευαγγέλου, Αρ.Υπόθεσης: 25705/15, 16/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B24 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 25705/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧ Ευαγγέλου Κατηγορούμενος ------------------------------------------------ Ημερομηνία: 16 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού με κα Χριστίνα Σίρτσιην και κ. Κ. Ανδρεάκο Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ανδρέας Γιαλελής Κατηγορούμενος: παρών ------------------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής, κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 11 Δεκεμβρίου 2010 στην Λεμεσό, αποδέκτηκε περιουσία, δηλαδή το αυτοκίνητο με πραγματικό αριθμό πλαισίου όπως αυτό αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, περιουσία της ασφαλιστικής εταιρείας που αναφέρεται στην λεπτομέρειες του αδικήματος, γνωρίζοντας ότι αυτή ήταν κλοπιμαία. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας επίσημου εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(β) και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας προς την κατηγορούσα αρχή και τις 11 της Δεκεμβρίου 2010 στην Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, αλλοίωσε έγγραφο, δηλαδή αλλοίωσε τον αριθμό πλαισίου που υπήρχε στο πιστοποιητικό εγγραφής του Ηνωμένου Βασιλείου με συγκεκριμένο αριθμό του αυτοκινήτου με πραγματικό αριθμό πλαισίου, όπως αυτά φαίνονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, χωρίς εξουσία, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλε τις συνέπειες του εγγράφου. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 11 Δεκεμβρίου 2010 στην Λεμεσό, εν γνώση του και δολίως, έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το πιστοποιητικό που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία. Η τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(ιιι)
(2)και 5
(1)του περί της παρεμπόδισης και καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες νόμου 188
(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας προς την κατηγορούσα αρχή και τις 11 της Δεκεμβρίου 2010 στην Λεμεσό, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η περιουσία, δηλαδή το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής Ηνωμένου Βασιλείου όπως αναφέρεται στην λεπτομέρειες του αδικήματος και με πραγματικό αριθμό πλαισίου όπως αυτός αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος αξίας € 25.000, αποτελούσε έσοδο από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, απέκτησε και κατείχε το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  2. Σε αυτήν αναφέρει ότι αναφέρει ότι στις 28/12/2010 έλαβε αλληλογραφία από τμήμα τελωνείου για διερεύνηση πληροφορίας που αφορά εισαγωγή από την Αγγλία του επίδικου αυτοκινήτου, το οποίο αφίχθηκεστο λιμάνι Λεμεσού από την Αγγλία την επίδικη ημέρα με συγκεκριμένο πλοίο με παραλήπτη συγκεκριμένη εταιρεία σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην Λάρνακα. Αργότερα και συγκεκριμένα στις 12/1/2011 και ώρα 12:30 παρέλαβε έναντι απόδειξης παραλαβής τεκμηρίων από τον Μ.Κ. 2 συγκεκριμένα τεκμήρια και τα μετέφερε στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Στις 14/1/2011 και ώρα 07:20 παρέδωσε σε συγκεκριμένο αστυφύλακα το πιστοποιητικό εγγραφής του Ηνωμένου Βασιλείου με συγκεκριμένο αριθμό για να το μεταφέρει στο αρχηγείο Αστυνομίας και συγκεκριμένα στο εργαστήριο εντύπων και εκτυπώσεων ασφαλείας της ΥΠ.ΕΓ.Ε για να εξεταστεί με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι πλαστό. Δύο μέρες αργότερα έλαβε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Στις 10/3/2011 παρέλαβε την έκθεση της εμπειρογνώμονα Μ.Κ. 4 του εργαστηρίου εντύπων και εκτυπώσεων ασφαλείας της ΥΠ.ΕΓ.Ε στην οποία ανέφερε ότι από εξετάσεις που διενήργησε στο πιστοποιητικό εγγραφής του Ηνωμένου Βασιλείου με συγκεκριμένο αριθμό διαπίστωσε ότι αυτό είναι πλαστογραφημένο. Στις 21/3/2011 το επίδικο αυτοκίνητο εξετάστηκε και φωτογραφήθηκε στην παρουσία του από τον Μ.Κ. 3 του δικανικού εργαστηρίου της ΥΠ.ΕΓ.Ε, όπου διαπίστωσε ότι ο γνήσιος αριθμός πλαισίου του επίδικου αυτοκινήτου είναι άλλος, όπως αυτός αναγράφεται λεπτομερώς στην κατάθεση του. Τις πλαστές ετικέτες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που αναφέρονται λεπτομερώς στην κατάθεση του, τις παρέλαβε από τον Μ.Κ. 3 ως τεκμήριο. Στις 5/4/2011 παρέλαβε την έκθεση του Μ.Κ. 3 του δικανικού εργαστηρίου της ΥΠ.ΕΓ.Ε, στην οποία ανέφερε αναλυτικά τα αποτελέσματα της επιστημονικής εξέτασης που διενήργησε. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο, κατέθεσε ως τεκμήρια 2 και 3 την κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο και την γραπτή κατηγορία που του απαγγέλθηκε αντίστοιχα, ανέφερε ότι το επίδικο αυτοκίνητο είναι κλειδωμένο και φυλαγμένο στις αποθήκες του τελωνείου, κατέθεσε ως τεκμήριο 4 το πιστοποιητικό εγγραφής οχήματος του Ηνωμένου Βασιλείου που έχει αναφερθεί και ως τεκμήριο 5 τις δύο πλαστές ετικέτες που έχει αναφερθεί επίσης. Ανέφερε επίσης ότι είναι ο εξεταστής της υπόθεσης, ανάμεσα στις ενέργειες που είχε προβεί ήταν και μια χρονοβόρα αλληλογραφία μεταξύ του τμήματος του και σε Βρετανικές αρχές και την Interpol σχετικά με το επίδικο όχημα, από τις οποίες ζητείτο κατά πόσο το επίδικο όχημα είναι καταγγελμένο ως κλοπιμαίο και η απάντηση ήταν ότι το επίδικο όχημα ήταν κλοπιμαίο. Ακολούθως συμπλήρωσε τον ποινικό φάκελο και τον διαβίβασε με τις οδηγίες της νομικής υπηρεσίας. Από τις εξετάσεις φάνηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο παραλήπτης του επίδικου οχήματος, και το τμήμα του τελωνείου ενημέρωσε την αστυνομία για το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο παραλήπτης του κλοπιμαίου αυτοκινήτου. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην αλληλογραφία που υπήρξε με το τμήμα τελωνείου στη Λεμεσό, στο οποίο αργότερα ο μάρτυρας μετέβηκε για να παραλάβει το επίδικο αυτοκίνητο, το κλειδί του και το πιστοποιητικό εγγραφής του, στην πληροφόρηση που έλαβε ότι το όχημα είναι κλοπιμαίο, στις οδηγίες που δόθηκαν για να καταχωρηθεί αυτή η υπόθεση και της χρονοβόρας διαδικασίας που προηγήθηκε, ανέφερε ότι παραπονούμενη είναι η Κυπριακή Δημοκρατία στην παρούσα υπόθεση, δεν έλαβε κατάθεση από τον ιδιοκτήτη του οχήματος διότι δεν έλαβε οποιαδήποτε θετική απάντηση από αυτό το άτομο μέσω της αλληλογραφίας, δεν μπορούσε να εκφράσει άποψη κατά πόσο το πιστοποιητικό εγγραφής είναι πλαστογραφημένο, παραπέμποντας όμως επί αυτού του σημείου στην επιστημονική εξέταση που έγινε επί αυτού και στην χρονοβόρα διαδικασία που το αφορούσε, καθώς επίσης και στην αλληλογραφία από το Ηνωμένο Βασίλειο που αναφέρει ότι το επίδικο όχημα είναι κλοπιμαίο και δεν έχουν εντοπίσει τον ιδιοκτήτη του οχήματος, αν και σε κατοπινό στάδιο με βάση την αλληλογραφία εντόπισε το όνομα του ιδιοκτήτη και ότι κλάπηκε το όχημα με τα κλειδιά από την οικία του. Αναφέρθηκε επίσης στα τιμολόγια που υπάρχουν εντός του φακέλου, παραπέμποντας επίσης για αυτά τα έγγραφα και άλλα σχετικά έγγραφα στο τελωνείο και τις αρμοδιότητες του. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι το όχημα το πούλησε ο ιδιοκτήτης του, παραπέμποντας στα τεκμήρια που παραλήφθηκαν και στην αλληλογραφία με το Ηνωμένο Βασίλειο με βάση την οποία το όχημα είναι κλοπιμαίο. Στην κατακλείδα της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι δεν έχει οποιαδήποτε μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου ότι έχει αλλοιώσει έγγραφο ή οτιδήποτε άλλο στο αυτοκίνητο και στην επανεξέταση του κατέθεσε ως τεκμήριο σχετική αλληλογραφία και ερωτήθηκε και από τις δύο πλευρές επί του περιεχομένου της αλληλογραφίας. 0 Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  3. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι τελωνειακός λειτουργός κα ότι στις 15/12/2010 προέβηκε σε κατακράτηση του επίδικου οχήματος στην βάση σχετικού εντύπου, το οποίο επέδωσε στον κατηγορούμενο και ο οποίος παρουσιάστηκε ως διευθυντής συγκεκριμένης εταιρείας που ήταν ο παραλήπτης του οχήματος. Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ηγέρθηκαν υποψίες από συγκεκριμένο τελωνειακό λειτουργό ότι το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος ήταν πλαστό και την επιβεβαίωση των υποψιών από άλλη τελωνειακή λειτουργό και έκανε αναφορά στο πως μεταφέρθηκε το πλοίο στην Κύπρο, την παράδοση του οχήματος στον Μ.Κ. 1, καθώς επίσης και του κλειδιού και του πιστοποιητικού εγγραφής του, το οποίο πιστοποιητικό του παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο κα το τεκμήριο 4 ως το πιστοποιητικό εγγραφής που έκανε αναφορά, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες το τελωνείο αντιλήφθηκε ότι το τεκμήριο 4 είναι πλαστό, καθώς επίσης και στην έκταση που γνώριζε ότι σχετιζόταν με την εισαγωγή του αυτοκινήτου αυτού στην Κύπρο. Ως προς το τεκμήριο 4 ανέφερε ότι μπορούσε κάποιος να αντιληφθεί ότι ήταν πλαστό, νοουμένου ότι ήταν γνώστης της πληροφορίας από τις αρμόδιες αρχές ότι το τεκμήριο 4 περιλαμβανόταν αυτών στα οποία είχαν κλαπεί. Την ώρα της κατακράτησης του οχήματος ως τελωνείο δεν υπήρχε γνώση αν υπήρχε άλλος αριθμός πλαισίου, ούτε και ποια η αξία του επίδικου οχήματος. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην διαδικασία και στον χαρακτήρα της εισαγωγής του επίδικου αυτοκινήτου από το Ηνωμένο Βασίλειο και εξέφρασε άγνοια στο ποια έγγραφα παρουσιάστηκαν επακριβώς σε αυτήν την διαδικασία, έχοντας υπ΄ όψη ότι έχει ήδη αφυπηρετήσει από το αρμόδιο τμήμα, εκφράζοντας παράλληλα άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι παρουσιάστηκε τιμολόγιο και απόδειξη εξόφλησης για να παραληφθεί το επίδικο αυτοκίνητο. Ως προς το τεκμήριο 4 ανέφερε ότι ήταν σε σειρά πιστοποιητικών που κλάπησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, εκφράζοντας παράλληλα την θέση ότι δεν πιστεύει το τελωνείο να ενημέρωσε το κοινό για αυτήν την κλοπή και πιθανολόγησε ότι το τελωνείο να έλαβε αυτήν την ενημέρωση αυτήν από την αστυνομία, εκφράζοντας επίσης άγνοια εάν υπήρχε διερεύνηση από ποιούς έγιναν οι παστογραφίες και εάν έγινε έρευνα. Ο Μ.Κ. 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την έκθεση του, ήτοι το τεκμήριο 9, όπου με βάση αυτήν, διαπιστώθηκε ότι ο πραγματικός αριθμός πλαισίου του επίδικου αυτοκινήτου καλυπτόταν από τις πλαστικές ετικέτες που αφαίρεσε και στις οποίες αναγραφόταν άλλος αριθμός. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε με κάποια περισσότερη διάνθηση, επεξήγηση και ερμηνεία ως προς τα αποτελέσματα που αναγράφονται στην έκθεση του, αναγνώρισε το τεκμήριο 10 που είναι δέσμη από φωτογραφίες που έλαβε κατά την διάρκεια των εξετάσεων που έκανε στο όχημα, τις οποίες περιέγραψε και ανέλυσε στο τι απεικονίζουν σε συνδυασμό με τις ενέργειες που είχε προβεί ο ίδιος και τα προσόντα που απαιτούνται για να γίνει η σχετική εξέταση. Αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις και διευκρινίσεις ως προς την εξέταση που έκανε επί του οχήματος, τα ευρήματα και τα συμπεράσματα του, σε συνδυασμό και παραπομπή επί των τεκμηρίων 9 και 10 και που καταδεκνύουν την παραποίηση που έγινε επί του αυτοκινήτου με την απόκρυψη του πραγματικού αριθμού πλαισίου με τις ετικέττες που ανέγραφαν άλλον αριθμό πλαισίου, έχοντας υπ΄ όψη ότι η συγκεκριμένη μάρκα με βάση και την επικαιροποιημένη χρονιαία βάση δεδομένων ο αριθμός πλαισίου γίνεται με εγχάραξη, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα το τεκμήριο 5, ήτοι τις σχετικές ετικέτες, εκφράζοντας άγνοια εάν είναι εύκολο να γίνει μία τέτοια ετικέτα και κατά πόσο το υλικό της είναι εύκολο να βρεθεί. Η Μ.Κ. 4 ανέφερε ότι είναι τοποθετημένη στο εργαστήριο εξέτασης εντύπων, κάνοντας αναφορά στα καθήκοντα της, τα δε προσόντα της δεν αμφισβητήθηκαν και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την έκθεση που ετοίμασε, ήτοι το τεκμήριο 11, στην οποία ουσιαστικά αναφέρει ότι έχει εξετάσει το τεκμήριο 4 που φέρεται να είναι πιστοποιητικό εγγραφής και μετά από εξέταση που έγινε, διαπιστώθηκε ότι το τεκμήριο 4 αποτελεί μέρος παρτίδας πιστοποιητικών εγγραφής Ηνωμένου Βασιλείου που έχει δηλωθεί κλοπιμαία , ως έντυπο είναι γνήσιο μεν, αλλά ορισμένα από τα στοιχεία του έχουν αλλοιωθεί και συνεπώς το τεκμήριο 4 πλαστογραφημένο, το οποίο στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της το αναγνώρισε, προβαίνοντας παράλληλα και σε μια περαιτέρω διανθισμένη επεξήγηση των ευρημάτων και συμπερασμάτων της όπως αυτά αποτυπώνονται στην έκθεση της και στις ενέργειες και τα μέσα που είχε προβεί στα πλαίσια της εξέτασης που είχε προβεί και τον τρόπο με τον οποίο έχει προβεί στην εν λόγω εξέταση επί του τεκμηρίο 4, επί του οποίου σημείωσε τις αλλοιώσεις που έγιναν επί αυτού. Αντεξεταζόμενη, έδωσε διευκρινήσεις ως προς την ορολογία που χρησιμοποίησε στην έκθεση της και στην κυρίως εξέταση της, σε συνδυασμό με τα ευρήματα και συμπεράσματα της, εξέφρασε άγνοια για το που και πότε έγιναν οι αλλοιώσεις επί του τεκμηρίου 4, οι δε αλλοιώσεις περιορίζονται στα σημεία που είχε επεξηγήσει στην κυρίως εξέταση της. Η Μ.Κ. 5 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12, το οποίο αποτελεί την απόδειξη παράδοσης - επιστροφής τεκμηρίου του επίδικου αυτοκινήτου με τον Μ.Κ. 1 και που ουσιαστικά η μαρτυρία της επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι το επίδικο αυτοκίνητο μαζί με το κλειδί του φυλάσσονται σε αποθήκη του τελωνείου Λεμεσού και η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  4. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι τεχνικός στο τμήμα οδικών μεταφορών της επαρχίας Λεμεσού και εντός των καθηκόντων του είναι ο έλεγχος και η επιθεώρηση μηχανοκίνητων οχημάτων. Στις 11/10/2011 προσήλθε στο γραφείο του ο Μ.Κ. 1 και του ζήτησε να προβεί στον έλεγχο του επίδικου οχήματος με σκοπό τον εντοπισμό του αριθμού μηχανής του. Από έλεγχο που διενήργησε στο αυτοκίνητο και συγκεκριμένα στην μηχανή του, σύμφωνα με τις εξετάσεις του στο σημείο όπου καθορίζεται από τον κατασκευαστή ο αριθμός μηχανής, δεν εντόπισε τον συγκεκριμένο αριθμό μηχανής. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε δια μέσου του τεκμηρίου 10 το επίδικο όχημα το οποίο και εξέτασε, παραπέμποντας σε συγκεκριμένα σημεία που έχει εξετάσει επί του οχήματος και δεν θυμόταν εάν έχει δει ξανά το τεκμήριο
  5. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, νομική βάση αυτής αποτελεί το άρθρο 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Στην υπόθεση Μιχάλης Ψύλλας - ν - Αστυνομίας 2011 2 ΑΑΔ σελ. 466, αποφασίστηκε ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η γνώση της κλοπιμαίας προέλευσης. Επίσης αποφασίστηκε ότι η κατοχή προσφάτως κλαπείσας περιουσίας μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα γνώσης και συνακολούθως ενοχής. Εκτός αν δοθεί εξήγηση που οδηγεί προς άλλη κατεύθυνση την οποία το Δικαστήριο αξιολογεί, με συνέπεια την αθώωση αν τη δεχτεί ή αν δεν είναι διατεθειμένο να την αποκλείσει. [Βλ. Antonis Ioannou Christofides v. The Police
(1965)2 C.L.R. 69, Efstathios Charalambous Paspalli v. The Police
(1968)2 C.L.R. 108, και Ioannis Kyprianou v. The Police
(1976)2 C.L.R. 75.] Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας, σχετικά είναι τα άρθρα 331 και 333(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπου προνοούν τα ακόλουθα: <<
  1. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης>>. <<
  2. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι:
  3. Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου
  4. Με σκοπό καταδολίευσης.
  5. Να γίνεται χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: «By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Αναφορικά με το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. «Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original).» Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν πχ είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: «A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice.» Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 «Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough.» Ως προς την νομική πτυχή που διέπει το αδίκημα νομιμοποίησης, κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης, οι επίμαχες διατάξεις είχαν ως ακολούθως: 4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε µορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιµοποιεί τέτοια περιουσία˙ διαπράττει αδίκηµα τιµωρούµενο µε φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και µε φυλάκιση πέντε ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) ∆εν έχει καµιά σηµασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκηµα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών ∆ικαστηρίων· (β) τα αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικηµάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικηµάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις. Κοινός πυρήνας των πιο πάνω νομοθετικών ρυθμίσεων, είναι το ότι ως συστατικό στοιχείο είναι η γνώση από τον αδικοπραγούντα ότι το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, προέρχεται από αδίκημα που εμπίπτει στην εφαρμογή του πιο πάνω νόμου και κατ΄ επέκταση ο αδικοπραγών να το αποκτά ή να το κατέχει ή να το χρησιμοποιεί το εν λόγω χρηματικό ποσό. Όπως επισημάνθηκε στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B534, Ποιν. Εφ. 40/2015 ημερ. 25.11.2016 με αναφορά στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικώς από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Τούτο γιατί ο σκοπός του Νόμου είναι η πάταξη της κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των εσόδων της παρανομίας αφού η κατοχή και διαχείριση των εσόδων επεκτείνεται σε εύρος χρόνου πέραν του χρόνου διάπραξης του γενεσιουργού αδικήματος. Πρόκειται επομένως για αυτοτελές αδίκημα, το οποίο στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται μια από τις πέντε ενέργειες του άρθρου 4[3] του Νόμου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο δράστης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι «οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος». To το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην πρόσφατη απόφαση Λεμονάρη - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 212/2017 ημερ. 17/4/2019. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο Μ.Κ. 1 θα αξιολογηθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)». Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Οι Μ.Κ. 3 και 4 που προσήλθαν στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονες, αυτοί επιτελελούν ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλούνται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσουν με τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους και την επιστημονική τους κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).» Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ
(2003)1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.» Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/
  1. Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα πηγάζουν από την εν λόγω αξιολόγηση. Ο Μ.Κ. 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μάρτυρας αυτός ως ο ανακριτής της υπόθεσης, προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να παραθέσει στο Δικαστήριο εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς επίσης και να αναφέρει την φύση, την έκταση και την κατεύθυνση των ερευνών του. Δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στον Μ.Κ. 1 είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ή στην δια ζώσης του μαρτυρία και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης του μάρτυρα υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε. Ο μάρτυρας ακολούθησε την πρέπουσα διαδικασία και εφαρμόστηκαν οι οδηγίες που δόθηκαν από την νομική υπηρεσία, παρόλη την ομολογουμένως μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε. Το ότι δεν έχει λάβει κατάθεση από τον ιδιοκτήτη του οχήματος, αυτό βεβαίως δεν διαδραματίζει οποιονδήποτε ρόλο ή βαρύτητα, διότι ο μάρτυρας προέβηκε σε ότι ήταν δυνατόν εκ μέρους του, εξαρτώμενος μάλιστα σε μεγάλο βαθμό από την ενημέρωση που ελάμβανε από τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, με τα μέσα που είχε στην διάθεση του. Ο μάρτυρας δεν μετουσίωσε τον εαυτό του σε αυτόπτη ή αυτήκοο μάρτυρα σε θέματα που δεν γνώριζε άμεσα, παραπέμοντας εύστοχα στα αρμόδια πρόσωπα να απαντήσουν, όπως π.χ. σε θέματα εμπειρογνωμοσύνης, διατηρώντας έτσι την αντικειμενικότητα και αμεροληψία του και το ίδιο έπραξε για τα ζητήματα που ενέπιπταν άμεσα με την εμπλοκή του τελωνείου. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και ειδικότερα μέσα από την αλληλογραφία που είχε από τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, διαφάνηκε ότι το επίδικο όχημα ήταν κλοπιμαίο από συγκεκριμένο πρόσωπο και αναμφίβολα η αναγραφή άλλου ονόματος στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ως ιδιοκτήτη του οχήματος δεν διαδραματίζει μοιραίο ρόλο, διότι δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος το όνομα του ιδιοκτήτη του οχήματος, αλλά το κατά πόσο το επίδικο όχημα ήταν περιουσία άλλου ατόμου, ανεξαρτήτως εάν το όχημα ήταν στα πλαίσια ενοικιαγοράς ή εάν το όνομα που αναγράφεται ως ιδιοκτήτης του οχήματος στην πρώτη κατηγορία είναι η ασφαλιστική εταιρεία που αποζημίωσε τον νόμιμο ιδιοκτήτη. Αυτό το οποίο αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο και βαρύνουσα σημασία από την μαρτυρία του Μ.Κ. 1, είναι ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε οποιανδήποτε αλλοίωση εγγράφου και κατ΄ επέκταση, την μη στοιχειοθέτηση των επίδικων κατηγοριών, καθώς επίσης και της ένοχης διάνοιας που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση τους. Όμως, δεν είναι μόνο αυτό το στοιχείο που δημιουργεί το αναπλήρωτο κενό στο οικοδόμημα της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, αλλά και τα υπόλοιπα στοιχεία, μέσα από την αξιολόγηση που ακολουθεί πιο κάτω. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος φερόταν να είναι ο παραλήπτης του επίδικου οχήματος, χωρίς όμως αυτό να είναι αρκετό για να καταδείξει γνώση του κατηγορουμένου και γενικά ένοχη διάνοια, ως πιο πάνω αναφέρεται αναφορικά με την αλλοίωση στο επίδικο όχημα, αλλά και στο πιστοποιητικό εγγραφής αυτού, δηλαδή επί των τεκμηρίων 4 και
  2. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και διευκρινήσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 2 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι προσήλθε και αυτός ο μάρτυρας να παραθέσει τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στο τμήμα του τελωνείου όπου εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, αφού όταν έδινε μαρτυρία στο Δικαστήριο είχε ήδη αφυπηρετήσει. Ούτε αυτός έχει μετουσιώσει τον εαυτό του σε αυτόπτη ή αυτήκοο μάρτυρα για θέματα που δεν γνώριζε και παρέπεμπε ωρίς δισταγμό στην πηγή άντλησης της γνώσης του για θέματα που δεν ήταν άμεσα εμπλεκόμενος, διατηρώντας έτσι την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα του και αυτός, όπως π.χ. για τις συνθήκες κάτω από τις πληροφορήθηκε για την πλαστότητα του τεκμηρίο 4, αναμφίβολα η μη γνώση τυ ως προς την αξία του επίδικου οχήματος δεν διαδραματίζει οποιονδήποτε ρόλο διότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο οποιουδήποτε αδικήματος της παρούσας υπόθεσης, το ότι δεν γνώριζε λεπτομέρειες για τα απαιτούμενα έγγραφα για να εισαχθεί το επίδικο όχημα επίσης δεν διαδραματίζει οποιονδήποτε ρόλο, έχοντας υπ΄ όψη τα καθήκοντα του κατά τον ουσιώδη χρόνο, αφού παρέπεμψε το αρμόδιο άτομο του τμήματος για αυτό το ζήτημα. Το ίδιο ισχύει στην άγνοια του εάν έχουν γίνει εξετάσεις από ποιούς έγιναν οι πλαστογραφίες, αφού δεν ενέπιπτε στα καθήκοντα του. Μέσα όμως από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, καταδεικνύεται το εξής σημαντικό γεγονός, που αναμφίβολα δημιουργεί ένα ανυπέρβλητο κενό στο οικοδόμημα της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με την ένοχη διάνοια του κατηγορουμένου αναφορικά με την πλαστότητα του τεκμηρίου 4 και γενικά με την γνώση του ότι το επίδικό όχημα ήταν κλοπιμαίο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ο μάρτυρας ανέφερε ότι μπορούσε κάποιος να αντιληφθεί ότι το τεκμήριο 4 είναι πλαστό, νοουμένου ότι ήταν γνώστης της πληροφορίας από τις αρμόδιες αρχές ότι το τεκμήριο 4 περιλαμβάνονταν αυτών τα οποία είχαν κλαπεί. Συνεπώς, από την στιγμή που δεν υπάρχει σχετική μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος ήταν ενήμερος αυτής της πληροφορίας, ελλείπει το ουσιώδης συστατικό στοιχείο της γνώσης και γενικά της ένοχης διάνοιας που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση των επίδικων κατηγοριών. Απεναντίας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν πιστεύει ότι το τελωνείο να ενημέρωσε το κοινό για αυτήν την κλοπή, εκφράζοντας απλά την πιθανολόγηση ότι το τελωνείο ναενημέρωσε την αστυνομία για αυτήν την πληροφορία. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και διευκρινήσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ως προς τα προσόντα του για την εξέταση που είχε διενεργήσει. Έχει επίσης ικανοποιηθεί το Δικαστήριο αναφορικά με την ορθότητα των ενεργειών που είχε προβεί, χωρίς να εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο είτε ως προς τις ενέργειες του μάρτυρα, είτε ως προς την δια ζώσης του μαρτυρία. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός έχει εντοπίσει και διαπιστώσει ότι έχει καλυφθεί ο πραγματικός αριθμός πλαισίου του επίδικου οχήματος με τις ετικέττες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι με βάση την μαρτυρία του, μέσω της Interpol ο αριθμός πλαισίου στην συγκεκριμένη μάρκα αυτοκινήτου γίνεται με εγχάραξη και όχι με ετικέττα, καταδεικνύοντας έτσι την αλλοίωση που έγινε επί του επίδικου οχήματος, όπου δηλαδή καλύφθηκε ο πραγματικός αριθμός πλαισίου του επίδικου οχήματος με ετικέττες, ήτοι το τεκμήριο 5, που ανέγραφαν διαφορετικό αριθμό πλαισίου και αυτό αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Αυτό όμως που ελλείπει από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, είναι η διασύνδεση του κατηγορουμένου με την εν λόγω αλλοίωση, είτε ως προς την γνώση αυτής, είτε ως προς την ενεργό εμπλοκή του με αυτήν την αλλοίωση. Με τις πιο πάνω διευκρινήσεις και επισημάνσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 3 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί αναφορικά με τα προσόντα της για την διενέργεια της εξέτασης που έχει προβεί και που εν πάση περιπτώση δεν έχουν αμφισβητηθεί τα προσόντα της. Επίσης, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι η μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα με σκοπό να διαφωτίσει το Δικαστήριο με τα επιστημονικά της εχέγγυα για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με το τι περιήλθε στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, χωρίς το Δικαστήριο να εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, είτε κατά την διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας της. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί απόλυτα ως προς τον τρόπο και τα μέσα που διενήργησε τον έλεγχο επί του τεκμηρίου 4, διαδικασία την οποία ανέλυσε και επεξήγησε η μάρτυρας με σαφήνεια και πληρότητα και στο πως διαπιστώθηκαν οι πλαστογραφίες στα συγκεκριμένα μέρη του τεκμηρίου 4 που σημείωσε με κόκκινο μελάνι, αφου διαπιστώθηκε ότι το δάπεδο, ήτοι η επιφάνεια του εγγράφου του τεκμηρίου 4 έχει αλλοιωθεί και αυτό διαπιστώθηκε με συγκεκριμένο τεχνικό μέσο που κατονόμασε. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία της, προκύπτει ότι το τεκμήριο 4 που φέρεται να είναι το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος που εισήχθηκε από το Ηνωμένο Βασιλείο με συγκεκριμένο πλοίο, να είναι πλαστό, διότι αποτελεί μέρος παρτίδας που κλάπηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και έχει δηλωθεί ως κλαπέν κενό, δηλαδή έχει συμπληρωθεί το εν λόγω έντυπο από αναρμόδια αρχή και πρόσωπο και εδώ έγκειται η πλαστογραφία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχουν πλαστογραφηθεί τα σημεία όπου έχει σημειώσει επί του τεκμηρίο 4 με κόκκινο μελάνι και αυτά αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία της και η προσκόληση της αποκλειστικά στα καθήκοντα και την ειδικότητα της, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η μάρτυρας αρκέστηκε να αναφερθεί στα όσα έχει πράξει η ίδια, αφού δεν τοποθετήθηκε σε ερώτηση για ποιον λόγο έγιναν οι πιο πάνω αλλοιώσεις, ούτε και που και πότε έγιναν αυτές οι αλλοιώσεις. Ελλείπει βεβαίως από την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος οποιαδήποτε διασύνδεση του κατηγορουμένου με τις εν λόγω αλλοιώσεις, είτε εάν γνώριζε για αυτές, είτε εάν έχει προβεί ο ίδιος ως αυτουργός ή συνεργός σε αυτές. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και διευκρινήσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Κ. 4 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ. 5, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία της ως αξιόπιστη, όχι μόνο επειδή δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά και επειδή η μαρτυρία της περιορίστηκε σε τυπικής φύσεως ζήτημα, ήτοι ότι το επίδικο όχημα με το κλειδί του είναι υπό φύλαξη σε αποθήκη του τελωνείου στη Λεμεσό, γεγονός που αποδέχεται το Δικαστήριο ως εύρημα και συμπέρασμα. Τα ίδια ισχύουν και ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 6, αφού και αυτός δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά και επιπρόσθετα η μαρτυρία του περιορίστηκε στον έλεγχο που έκανε επί του επίδικου οχήματος, όπου δεν έχει εντοπίσει τον αριθμό μηχανής. Ως προς την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο προβαίνει στις πιο κάτω επισημάνσεις, ήτοι ότι μεγάλο μέρος της εκδοχής που παρουσίασε ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αγόρασε το επίδικο όχημα δεν υποβλήθηκαν καν τους μάρτυρες υπεράσπισης και ούτε καλύπτεται από μαρτυρία και συνεπώς παρέμεινε μετέωρη επί αυτού του σημείου. Ως προς τις αναφορές του ότι δεν είχε γνώση ότι το όχημα ήταν κλοπιμαίο και περί μη εμπλοκής του σε αλλοιώσεις, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τις διαπιστώσεις του επί αυτών των σημείων, με βάση και την αξιολόγηση που προηγήθηκε και η οποιαδήποτε προσπάθεια και εισήγηση έγινε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για τα πιο πάνω εν΄ όψει της επαγγελματικής δραστηριότητας του κατηγορουμένου, δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο, έχοντας υπ΄ όψη την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω και τα ευρήματα και συμπεράσματα που έχουν εξαχθεί και το κενό που υπάρχει επί αυτών των σημείων που δεν δύναται να καλυφθεί με μόνη την αναφορά του κατηγορουμένου στην ανώμοτη του δήλωση όσον αφορά την επαγγελματική του δραστηριότητα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, αποτελούν ευρήματα και συμπεράματα ότι το επίδικο όχημα εισήχθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο στο λιμάνι Λεμεσού με πλοίο, με παραλήπτη την εταιρεία του κατηγορουμένου στην οποία είναι υπέυθυνος, το επίδικο όχημα είναι κλοπιμαίο διότι έχει κλαπεί από τον νόμιμο ιδιοκτήτη του που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κλοπή έχει γίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο, το τεκμήριο 4 είναι πλαστό διότι αποτελεί μέρος παρτίδας κλοπιμαίων πιστοποιητικών που έχουν κλαπεί κενά στο Ηνωμένο Βασίλειο και συνεπώς συμπληρώθηκε από αναρμόδια αρχή και πρόσωπο, ιδίως στα σημεία που έχουν υπογραμμιστεί με κόκκινο μελάνι στοο τεκμήριο 4, ο πραγματικός αριθμός πλαισίου του επίδικου οχήματος έχει καλυφθεί με ετικέτες, ήτοι με το τεκμήριο 5, στις οποίες αναγράφεται άλλος αριθμός πλαισίου. Δεν έχει διαπιστωθεί με αξιόπιστη μαρτυρία, είτε άμεση, είτε περιστατική, ότι ο κατηγορούμενος είτε γνώριζε για την κλοπή του επίδικου οχήματος και την πλαστότητα των εν λόγω εγγράφων και γενικά τις πιο πάνω αλλοιώσεις, είτε ότι είχε οποιανδήποτε άμεση ή έμμεση εμπλοκή είτε ως αυτουργός, είτε ως συνεργός με τα πιο πάνω και συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί η ένοχη διάνοια του κατηγορουμένου, ως απαραίτητο συστατικό στοιχείο των επίδικων κατηγοριών, με την μοιραία κατάληξη για την τύχη τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυσε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συστατικό στοιχείο της ένοχης διάνοιας και ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κλεπταποδοχή. Πλαστογραφία, κυκλοφορία, νομιμοποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.