← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. USUPYAN, Αρ. Υπόθεσης: 9623/18, 13/5/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. USUPYAN, Αρ. Υπόθεσης: 9623/18, 13/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B22 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9623/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧΧ USUPYAN Κατηγορούμενος ----------------------------------------- Ημερομηνία: 13 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Θεμιστοκλέους με κ. Σ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο: κα. Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος: Παρών Διερμηνέας από Ελληνικά στα Ρωσικά: ο κ. Α. Χάρπας ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-tempore) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες που οδηγήθηκαν σε ακρόαση, αφού οι κατηγορίες 3 και 4 έχει δηλώσει από την αρχή παραδοχή. Η 1η κατηγορία, αφορά συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 292 (α), 255 και 20 του Ποινικού Κώδικα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 31/1/18 στη Λεμεσό, συνωμότησε με τον Kutchasvili XXXXX από τη Γεωργία να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή διάρρηξη κατοικίας και κλοπή και η 5η κατηγορία αφορά το ίδιο αδίκημα, με τις ίδιες λεπτομέρειες του αδικήματος αλλά με διαφορετική ημερομηνία, δηλαδή 25/1/18. Η 2η κατηγορία, αφορά το ουσιαστικό αδίκημα για το οποίο υπήρχε η κατηγορία της συνομωσίας στην 1η κατηγορία, όπου ο κατηγορούμενος στις 31/1/18, στη Μουτταγιάκα της Επαρχίας Λεμεσού, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του Μάρτυρα 10 επί του κατηγορητηρίου, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτή, δηλαδή έκλεψε από αυτήν τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Η 6η κατηγορία, αφορά το ουσιαστικό αδίκημα της 5ης κατηγορίας, δηλαδή ο κατηγορούμενος στις 25/1/18 στη Λεμεσό, κατά τη διάρκεια της νύχτας, διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της Μάρτυρας 14 επί του κατηγορητηρίου, με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτή, δηλαδή έκλεψε, τα αντικείμενα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 6ης κατηγορίας. Στην ακροαματική διαδικασία, έδωσαν μαρτυρία 12 μάρτυρες και κατατέθηκαν 43 τεκμήρια. Δηλώθηκαν επίσης παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, τα οποία δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί, αλλά το Δικαστήριο τα έχει μετουσιώσει αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134. Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Αναφορικά με τα ουσιαστικά αδικήματα, σχετική είναι η ρύθμιση του 292(α) σε συνδυασμό με το άρθρο 255, του Κεφ. 155, με την εξής διευκρίνιση ότι η 6η κατηγορία απαιτεί ως επιπρόσθετο συστατικό στοιχείο η διάρρηξη και η κλοπή να γίνει κατά τη διάρκεια της νύκτας και κατ΄ επέκταση, η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή αυξάνεται από τα επτά χρόνια στα δέκα χρόνια. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ.Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.» Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Ο Μ.Κ. 12 που προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).» Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.» Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας......................................................................................................................................................................................................................... Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Η μαρτυρία για ύπαρξη γενετικού υλικού (DNA) που να συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη αδικήματος, δεν είναι από μόνη της καθοριστική για την ενοχή του, αλλά συνεκτιμούμενη όμως μαζί με άλλα περιστατικά του εγκλήματος, μπορεί σωρευτικά να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής εφόσον τα συγκεκριμένα περιστατικά δεν επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης εκτός από την ενοχή του κατηγορουμένου (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗ ΓΙΑΝΝΙΔΗΣ - ν - ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ 2 Α.Α.Δ. σελ. 143). Σε αυτό το στάδιο θα παρατίθεται συνοπτικά η μαρτυρία ενός εκάστου μάρτυρα και θα ακολουθεί η αξιολόγηση αυτού. Ο Μ.Κ.1 έκανε αναφορά στα καθήκοντα του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 1, στην οποία ουσιαστικά κάνει αναφορά ότι έλαβε μέρος στη διερεύνηση των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος έχει δηλώσει παραδοχή, δηλαδή στις κατηγορίες 3 και 4, ότι τον συνέλαβε, όπου τότε ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν απάντησε στις πλείστες ερωτήσεις και δεν την υπέγραψε, ούτε υπέγραψε το ιδιόχειρο λεκτικό που του υπαγόρευσε και ο κατηγορούμενος δεν ήταν συνεργάσιμος με την αστυνομία. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 και 3 την κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο στην ελληνική, αλλά και στη μητρική γλώσσα του κατηγορούμενου, επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 έως 7, τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση, κάνοντας αναφορά στις συνθήκες και τα πρόσωπα όπου τα παρέλαβε, δηλαδή ψηφιακό δίσκο με αντίγραφο του και δέσμη φωτογραφιών που εκτυπώθηκαν από το ψηφιακό δίσκο. Στη σύντομη αντεξέταση του, ερωτήθηκε για το ζήτημα της διακίνησης Τεκμηρίων. Ο μάρτυρας αυτός άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ούτε οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως π.χ. στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο και ούτε έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο στη διακίνηση των τεκμηρίων. Η Μ.Κ.2, υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το Τεκμήριο 8 και η μαρτυρία της εστιάστηκε αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 2 και ανάφερε ότι πήγε στη σκηνή όπου έγινε η διάρρηξη, όπου διαπίστωσε παραβίαση της αλουμινένιας συρόμενης μπαλκονόπορτας, σπάζοντας οι δράστες το γυαλί με αιχμηρό αντικείμενο και παραλήφθηκε κηλίδα από αίμα εξωτερικά του σημείου παραβίασης. Έκανε έλεγχο στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και είδε ότι επρόκειτο για δύο άτομα και πήρε κατάθεση από τον παραπονούμενο, έλαβε δειγματοληψίες από τη σκηνή, παρέδωσε τα Τεκμήρια για μεταφορά στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, παρέλαβε και παρέδωσε τον ψηφιακό δίσκο, εκτυπώθηκαν οι φωτογραφίες, παραλήφθηκε η έκθεση από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, χωρίς οποιαδήποτε διασύνδεση με οποιοδήποτε πρόσωπο, λήφθηκε πληροφορία όπου εμπλέκεται ο κατηγορούμενος και άλλο πρόσωπο σε υποθέσεις διαρρήξεων και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, κατάθεσε τις δειγματοληψίες ως Τεκμήριο 9, κάνοντας μία σύντομη αναφορά σε αυτές και το ίδιο έπραξε και σε ότι αφορά το ψηφιακό δίσκο. Στην αντεξέταση της αναφέρθηκε στις δειγματοληψίες και στον ψηφιακό δίσκο, την διακίνηση και φύλαξη τους. Η Μ.Κ.2 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, καθότι δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της αλλά και στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ούτε έχει διαπιστωθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο στη διακίνηση των τεκμηρίων και κατ΄ επέκταση και αυτή η μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστη από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.3, αναγνώρισε το Τεκμήριο 12 που αφορά έντυπο επιστροφής τεκμηρίων και στα οποία κάνει αναφορά στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κάνοντας αναφορά στη διακίνηση και φύλαξη τους και τα οποία αναγνώρισε, δηλαδή τα Τεκμήρια 9(α) έως (δ). Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ.3, αναμφίβολα η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, όχι μόνο διότι δεν αντεξετάστηκε, αλλά και επειδή αφορά το ζήτημα διακίνησης τεκμηρίων για το οποίο τελικώς δεν υπήρχε οποιαδήποτε αμφισβήτηση στο νομότυπο αυτών και ούτε έχει διαπιστώσει ούτως ή άλλως το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στη μαρτυρία του κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του εν λόγω μάρτυρα. Ο Μ.Κ.4, αναφέρθηκε στα καθήκοντα του για τη διακίνηση και φύλαξη των τεκμηρίων, περιγράφοντας τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση με τα τεκμήρια της υπόθεσης και αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε επίσης ως προς το ζήτημα της διακίνησης και φύλαξης των τεκμηρίων. Ο Μ.Κ.4 κρίνεται αξιόπιστος, διότι η μαρτυρία του επικεντρώθηκε στο ζήτημα της διακίνησης τεκμηρίων, που τελικώς δεν υπήρχε αμφισβήτηση στο νομότυπο αυτής αλλά και επειδή το Δικαστήριο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, δεν έχει διαπιστώσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στα καθήκοντα του ή στη μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.5, υιοθέτησε την ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την κατάθεση του δηλαδή, το Τεκμήριο 13 και η μαρτυρία του αφορά τις κατηγορίες 5 και
  1. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά στις καταθέσεις που έδωσαν οι Μ.Κ.8 και Μ.Κ.
  2. που συμβαδίζουν μεταξύ τους και που είδαν δύο άγνωστα πρόσωπα στην είσοδο της πολυκατοικίας που διαμένει η Μ.Κ.8 και που η Μ.Κ.9 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και άλλο πρόσωπο σε φωτογραφίες που υποδείχθηκαν. Ακολούθως ο μάρτυρας έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο και ο οποίος δεν απαντούσε στις πλείστες των ερωτήσεων και δεν την υπέγραψε και ούτε υπέγραψε το ιδιόχειρο λεκτικό που του υπαγόρευσε. Επίσης αρνήθηκε ο κατηγορούμενος τη σχέση του με άλλο πρόσωπο, λέγοντας ο μάρτυρας ότι αυτό δεν ευσταθεί, διότι σε προγενέστερο χρόνο, υπάρχει καταχώρηση της αστυνομίας ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο ίδιο ενοικιαζόμενο όχημα, το οποίο ανακόπηκε από την αστυνομία για έλεγχο. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του, ανάφερε ότι είναι ο ανακριτής της υπόθεσης, αναφορικά με τις κατηγορίες 5 και 6, κατάθεσε ως Τεκμήρια 14 και 15, την κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, κατάθεσε το Τεκμήριο 16 που είναι η αναφορά της αστυνομίας που διαψεύδει τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι δεν γνωρίζεται με το άλλο άτομο, περιέγραψε την επίδικη σκηνή των κατηγοριών 5 και 6, στην οποία ανάφερε ότι για να εισέλθει κάποιος εκεί, πρέπει να πάρει άδεια από κάποιον ιδιοκτήτη και η οποία πόρτα ήταν παραβιασμένη με αιχμηρό αντικείμενο και αφορά το διαμέρισμα της παραπονούμενης. Περιέγραψε την ακαταστασία που υπήρχε, ανάφερε ότι η Μ.Κ.8 που είδε τον κατηγορούμενο και το άλλο άτομο, κατάθεσε ως Τεκμήριο 17 την έγχρωμη φωτογραφία που έχει αναρτηθεί στην επίσημη ιστοσελίδα της αστυνομίας και που οι Μ.Κ.8 και 9 είδαν. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 18 τα παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι άλλο πρόσωπο και που συνδέθηκε επιστημονικά ο κατηγορούμενος, δηλαδή με το Τεκμήριο 19, γι΄ αυτό και στο Τεκμήριο 19 ο κατηγορούμενος αναγράφεται με άλλο όνομα λόγω της πλαστοπροσωπίας που έκανε ο κατηγορούμενος. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, κατάθεσε ως Τεκμήριο 20 το έντυπο παράδοσης και παραλαβής των παρειακών επιχρισμάτων. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις αναφορικά με τη μαρτυρία που έχει συλλεχθεί, για τις ενέργειες που έγιναν για εντοπισμό του κατηγορούμενου και του άλλου προσώπου μετά την επιστημονική διασύνδεση τους, όπως π.χ. η ανάρτηση των φωτογραφιών και η αναγνώριση τους από τις Μ.Κ.8 και Μ.Κ.9, την αναγνώριση που είχε από προηγούμενη ανακοπή του κατηγορούμενου με άλλο πρόσωπο και ανάφερε ότι η φωτογραφία Τεκμήριο 17 λήφθηκε με τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου, όταν ανακόπηκε σε προηγούμενο χρονικό σημείο ως ύποπτος σε άλλη υπόθεση και που αναγνώρισαν οι Μ.Κ.8 και Μ.Κ.9 και που υπέδειξε ο μάρτυρας στις Μ.Κ.8 και Μ.Κ.
  3. Επίσης αναγνωρίστηκε εκ νέου ο κατηγορούμενος σε διαρρυθμισμένο γραφείο από άλλο αστυνομικό, αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκαν τα παρειακά επιχρίσματα από τον κατηγορούμενο και όσον αφορά επίσης την μετέπειτα επιστημονική διασύνδεση. Ο Μ.Κ.5 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο, ως ανακριτής. Το Δικαστήριο, δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην εκτέλεση των καθηκόντων του, είτε ως προς τη μαρτυρία του, είτε κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η διακίνηση των τεκμηρίων, αλλά και η διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορούμενου από τις Μ.Κ.8 και Μ.Κ.9 και η διαδικασία που προηγήθηκε, πριν και κατά την αναγνώριση του κατηγορούμενου, όπως π.χ. από ανάρτηση της φωτογραφίας του κατηγορούμενου, δηλαδή το Τεκμήριο 17 και γενικά η όλη διαδικασία που προηγήθηκε είχε όλα τα εχέγγυα και ήταν νομότυπη και δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο και το ίδιο έκρινε και το Δικαστήριο και ως προ τη διαδικασία που λήφθηκε το Τεκμήριο 17, διότι αυτό έγινε με τη συγκατάθεση του Κατηγορούμενου και το ίδιο ισχύει και ως προς τη διαδικασία λήψης των παρειακών επιχρησμάτων του κατηγορούμενου, καθότι αυτή έγινε με τη συγκατάθεση του, αλλά ούτε έχει αμφισβητηθεί η επιστημονική διασύνδεση του κατηγορούμενου που αφορά τις κατηγορίες 5 και 6 και συνακόλουθα ο Μ.Κ.5 κρίνεται ως αξιόπιστος. Ο Μ.Κ.6, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο
  4. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι έλαβε μήνυμα στις 23/5/18 ότι υπάρχει συγκεκριμένο πρόσωπο σε υποστατικό, νεκρό πιθανόν, λόγω χρήσης ναρκωτικών ουσιών και μετέβηκε στη σκηνή, αλλά ο νοσηλευτής που ήταν εκεί, τον ενημέρωσε ότι τελικά δεν είναι νεκρός, αλλά το άτομο αυτό ήταν ζωντανό και του ανάφερε ότι έκανε χρήση ηρωίνης μία ώρα ενωρίτερα, ενώ αρνήθηκε να μεταβεί στο Νοσοκομείο για εξέταση και υπέγραψε το σχετικό έντυπο. Το άτομο αυτό, ισχυρίστηκε ότι το όνομα του είναι αυτό που αναγράφεται στην 3η κατηγορία, στην οποία ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε. Αναζητήθηκαν τα στοιχεία του, αλλά ισχυρίστηκε ότι κρατεί το διαβατήριο του άλλο άτομο για να διακριβώσει τη διαμονή του στη Δημοκρατία, τα στοιχεία του όμως δεν εντοπίζονταν στο σύστημα της Δημοκρατίας. Μεταφέρθηκε ο κατηγορούμενος στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, όπου ο κατηγορούμενος επιδείνωσε την ύποπτη του συμπεριφορά στη θέα διερμηνέα, όπου τον αναγνώρισε και προέβαλε ο κατηγορούμενος κάποιους ισχυρισμούς και ότι δεν αντιλαμβανόταν τη διερμηνέα λόγω της διαλέκτου. Ο μάρτυρας ήρθε σε επικοινωνία με τη συμβία του κατηγορούμενου, η οποία του προέβαλε κάποιες θέσεις, λήφθηκε η συγκατάθεση του κατηγορούμενου για λήψη αποτυπωμάτων και γενετικού υλικού, όπου ο μάρτυρας αργότερα ενημερώθηκε ότι ταυτοποιήθηκε ο κατηγορούμενος στη βάση δεδομένων της ΥΠΕΓΕ και ότι ο κατηγορούμενος ήταν στον κατάλογο stop-list ως απαγορευμένος μετανάστης, δηλαδή αφορά το αδίκημα της 4ης κατηγορίας, που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο που εντόπισε την πιο πάνω ημέρα και που ισχυρίστηκε ότι έχει το όνομα που αναγράφεται στην 3η κατηγορία, κάνοντας επίσης αναφορά ο μάρτυρας στις οδηγίες που δόθηκαν για να ληφθεί γενετικό υλικό και αποτυπώματα από τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην άφιξη του στη σκηνή και στη συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο και τους ισχυρισμούς που έθεσε ο κατηγορούμενος, τον οποίο και αναγνώρισε και ήταν πλήρως συνεννοήσιμος και συνεργάσιμος και δεν ήθελε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ο Μ.Κ.6 κρίνεται ως αξιόπιστος, διότι το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά και στον τρόπο που έδινε τη μαρτυρία του κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και γενικά στη συμπεριφορά του. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ως προς τη μαρτυρία του αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εντόπισε τον κατηγορούμενο, τον οποίο και αναγνώρισε και που διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε πλαστοπροσωπία και ήταν απαγορευμένος μετανάστης και το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί απόλυτα αναφορικά με το νομότυπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκαν τα αποτυπώματα και το γενετικό υλικό από τον κατηγορούμενο, με το οποίο ο ύποπτος συνδέθηκε επιστημονικά και το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν συνεννοήσιμος και έδωσε τη συγκατάθεση του και εν πάση περιπτώσει τελικά δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε θέση αναφορικά με οποιαδήποτε παρατυπία στη λήψη του γενετικού υλικού και των αποτυπωμάτων από τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.7, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 22, στην οποία ουσιαστικά ανάφερε τα ίδια με τα όσα ανάφερε ο Μ.Κ.6 στην κατάθεση του, αφού ήταν μαζί με τον Μ.Κ.6 που μετέβηκαν στη σκηνή και που εντόπισαν τον κατηγορούμενο. Ακολούθως συνέλαβε τον κατηγορούμενο, ο οποίος απάντησε ότι είναι Κούρδος και ακολούθως παρέδωσε τον κατηγορούμενο σε συνάδελφο του για να αναλάβει τα περαιτέρω. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως Τεκμήρια 23 και 24 τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου για λήψη αποτυπωμάτων και γενετικού υλικού και κατάθεσε επίσης ως Τεκμήριο 25 το έντυπο δικαιωμάτων συλληφθέντος στη Ρωσική γλώσσα, το οποίο ο κατηγορούμενος δεν υπέγραψε. Αναγνώρισε επίσης τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που εντόπισε την εν λόγω ημέρα. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εντόπισε τον κατηγορούμενο, την κατάσταση του και ότι ο κατηγορούμενος του ανάφερε προφορικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκεί ο νοσοκόμος τον ενημέρωσε ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε έντυπο, με βάση το οποίο δεν επιθυμεί να πάει στο Νοσοκομείο και ότι είναι σε καλύτερη κατάσταση και ότι οι απαντήσεις του κατηγορούμενου ήταν μελετημένες. Ο Μ.Κ.7 κρίνεται από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος, διότι το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ούτε κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και το ίδιο ισχύει και για τη διαδικασία ως προς τη λήψη γενετικού υλικού και αποτυπωμάτων, αλλά και στη διαδικασία ενημέρωσης των δικαιωμάτων στον κατηγορούμενο και στην αναγνώριση του κατηγορούμενου και στα όσα ο κατηγορούμενος του ανάφερε και στις απαντήσεις του και εν γένει με την κατάσταση του όταν ερωτείτο και έδινε απαντήσεις ο κατηγορούμενος, οι οποίες ήταν μελετημένες. Η Μ.Κ.8, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της τα Τεκμήρια 26 και 27 και που αφορούν τις κατηγορίες 5 και 6 και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Στο Τεκμήριο 26, αναφέρει ότι στις 25/1/18 κατά την αναχώρηση της από την πολυκατοικία που διαμένει, είδε με την Μ.Κ.9 δύο άτομα, που της φάνηκαν περίεργα, δεν έδωσε μεν σημασία, αλλά αποτύπωσε πολύ καλά στη μνήμη της τα άτομα αυτά. Μετά από παρέλευση μικρού χρονικού διαστήματος, έμαθαν για τη διάρρηξη που έγινε στην πολυκατοικία και μετά από λίγες μέρες, δημοσιεύτηκαν στο διαδίκτυο στην επίσημη εφημερίδα της αστυνομίας οι φωτογραφίες του κατηγορούμενου και του άλλου ατόμου που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών των συνομωσιών. Στο Τεκμήριο 27, ουσιαστικά αναγνωρίζει τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, περιέγραψε το συγκρότημα που διαμένει, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως ένα από τα δύο άτομα που είδε την επίδικη μέρα, δηλαδή στις 25/1/18, που αφορά εκείνες τις κατηγορίες στο εν λόγω συγκρότημα και τον αναγνώρισε τόσο στο εδώλιο του μάρτυρα και κατηγορούμενου αντίστοιχα, όσο και μέσω του Τεκμηρίου 17 και κατάλαβε η μάρτυρας ότι δεν είχε λόγο παρουσίας ο κατηγορούμενος στο κτίριο, αφού μόνο ένοικοι μπαίνουν σε αυτό και ότι κάτι περίεργο συνέβαινε. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος και το άλλο άτομο, δεν φαίνονταν να είναι φίλοι κάποιου ένοικου, τους οποίους γνώριζε όλους προσωπικά για όσο καιρό έμενε εκεί. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει αυτή τη μάρτυρα με ιδιαίτερη προσοχή, λόγω ακριβώς της εμπλοκής της στην υπόθεση και την αναγνώριση του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί απόλυτα ως προς το αξιόπιστο της μαρτυρίας της και που αφορά την αναγνώριση του κατηγορούμενου, τόσο μέσω του Τεκμηρίου 17, αλλά και από τη μνήμη της και το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί για το λογικό και πειστικό της αναφοράς της, όπου σε λίγο χρονικό διάστημα όπου έλειψε, έγινε η διάρρηξη, ότι δεν είχαν λόγο παρουσίας στο χώρο ο κατηγορούμενος και το άλλο πρόσωπο, αφού μόνο ένοικοι μπορούν να εισέλθουν σε αυτό και τους οποίους ήξερε προσωπικά. Η συμπεριφορά της στο εδώλιο ήταν άψογη, χωρίς να εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο και το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί μέσα και από τη μαρτυρία της ότι είναι λογικό ο κατηγορούμενος ήταν και το άτομο όπου μαζί με άλλο άτομο προέβηκε στη διάρρηξη αλλά και λόγω και της μαρτυρίας που θα αναφερθεί πιο κάτω, όπου γίνεται σχετική διασύνδεση. Συνακόλουθα η μαρτυρία της Μ.Κ.8 κρίνεται ως αξιόπιστη. Η Μ.Κ.9 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το Τεκμήριο 28, στην οποία ουσιαστικά ανάφερε ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και ένα άτομο τόσο στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο της αστυνομίας, όσο μέσω της διαδικασίας που προηγήθηκε, διότι ο γιος της παραπονούμενης στις κατηγορίες 5 και 6, μέσω εφαρμογής, εντόπισε το σήμα του κλοπιμαίου κινητού τηλεφώνου, μέσω συγκεκριμένης εφαρμογής που αναφέρθηκε στη χώρα Γεωργία. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, περιέγραψε τη σκηνή όπου εντόπισε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και ένα άλλο άτομο, αναγνωρίζοντας επίσης τον κατηγορούμενο τόσο στο εδώλιο, όσο και μέσω του Τεκμηρίου
  5. Αντεξεταζόμενη επανέλαβε και επιβεβαίωσε τη βεβαιότητα της ως προς το ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που είδε στις 25/1/18 και που θυμόταν, αλλά και που αναγνώρισε μέσω της συγκεκριμένης φωτογραφίας, δηλαδή το Τεκμήριο
  6. Το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό, αποδέχεται τη μαρτυρία της Μ.Κ.9, ως αξιόπιστη, τόσο λόγω της συμπεριφοράς της στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, αλλά και επί του γεγονότος ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο μέσω του Τεκμηρίου 17, αλλά και από τη μνήμη της, ως το πρόσωπο που είδε στις 25/1/18 και γενικά δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στη μαρτυρία της. Ο Μ.Κ.10, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 29, στην οποία ανάφερε ότι έλαβε μέρος στην αναγνωριστική παράταξη που έγινε στον Αστυνομικό Σταθμό, όπου ο κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε από τις Μ.Κ.8 και 9, περιγράφοντας τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την αναγνώριση, τις απαντήσεις των Μ.Κ.8 και 9 και του κατηγορούμενου, καθώς επίσης και την προηγούμενη επικοινωνία του κατηγορούμενου με το δικηγόρο του, αφού ενημερώθηκε για τη διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης, στην οποία και συγκατατέθηκε δια μέσου του Τεκμηρίου
  7. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι οι Μ.Κ.8 και 9 είδαν φωτογραφίες του κατηγορούμενου στο διαδίκτυο, στην επίσημη εφημερίδα της αστυνομίας. Ο Μ.Κ.10 κρίνεται ως αξιόπιστος από το Δικαστήριο, διότι η όλη συμπεριφορά του κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έπεισε το Δικαστήριο για την φιλαλήθεια, αντικειμενικότητα και αμεροληψία του, δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στην εκτέλεση των καθηκόντων του, ούτε οτιδήποτε το επιλήψιμο στη διαδικασία που ακολουθήθηκε όσον αφορά την αναγνώριση του κατηγορούμενου στην αστυνομία και η διαδικασία που έγινε είχε όλα τα εχέγγυα, καθότι και ο κατηγορούμενος έδωσε τη συγκατάθεση του και είχε την ευκαιρία να λάβει προηγουμένως νομική συμβουλή και γενικά η διαδικασία της αναγνώρισης που έλαβε χώρα και που αφορά τις κατηγορίες 5 και 6 έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έγινε καθ΄ όλα νομότυπα και συνακόλουθα ο Μ.Κ.10 κρίνεται ως αξιόπιστος. Ο Μ.Κ.11 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 31 και που αφορά τις κατηγορίες 1 και 2 και έκανε αναφορά ότι έλαβε δειγματοληψίες που έλαβαν χώρα στη σκηνή και που αφορά τον ουσιώδη χρόνο δηλαδή 31/1/18 και στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του περιέγραψε την κηλίδα αίματος που βρέθηκε στη σκηνή και πιο συγκεκριμένα στο πάτωμα της βεράντας μπροστά από παραβιασμένη συρόμενη είσοδο. Ο Μ.Κ.11 κρίνεται αξιόπιστος από το Δικαστήριο, όχι μόνο επειδή δεν αντεξετάστηκε, αλλά και γενικά η συμπεριφορά του στο εδώλιο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ικανοποίησε το Δικαστήριο για να φιλαλήθεια, αντικειμενικότητα και αμεροληψία του και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στην άσκηση των καθηκόντων του. Με βάση αυτή τη μαρτυρία και την αλυσίδα Τεκμηρίων που κατά τα υπόλοιπα δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός για τις κατηγορίες 1 και 2, αλλά και των υπόλοιπων παραδεκτών γεγονότων, προκύπτει ότι το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου εντοπίστηκε στη σκηνή και αποτελεί λογικό συμπέρασμα και εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος είναι το άτομο που τραυματίστηκε διαρρηγνύοντας την είσοδο του υποστατικού, όπου έγινε ακολούθως η κλοπή και που αφορά τις κατηγορίες 1 και
  8. Ο Μ.Κ.12 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 37, όπου ουσιαστικά περιγράφει τη διαδικασία που έγινε στο οπτικό υλικό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και που αφορά τις κατηγορίες 1 και 2 και τη λήψη από αυτό το υλικό των σχετικών φωτογραφιών, τα οποία Τεκμήρια στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε και περιέγραψε, προβάλλοντας με τη βοήθεια σχετικού τεχνικού εξοπλισμού το σχετικό οπτικό υλικό που συλλέχθηκε και που αφορά τον ουσιώδη χρόνο των κατηγοριών 1 και 2, κάνοντας κατά τη διάρκεια της προβολής ορισμένα σχόλια, διευκρινίσεις και παρατηρήσεις, απαντώντας ταυτόχρονα σε ερωτήσεις που έγιναν και από τις δύο ευπαιδεύτους συνηγόρους, όπου κοινός άξονας των απαντήσεων του, είναι ότι λόγω του ότι οι φωτογραφίες δεν είναι υψηλής ευκρίνειας, δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν ο κατηγορούμενος είναι το ένα εκ των δύο ατόμων που απεικονίζονται σε αυτό. Ο Μ.Κ.12 χωρίς κανένα δισταγμό, κρίνεται ως αξιόπιστος βεβαίως, όχι μόνο επειδή η αξιοπιστία του δεν αμφισβητήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορούμενου, αλλά και επειδή κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί για τη φιλαλήθεια και αντικειμενικότητα του και ούτε έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και γενικά ως εμπειρογνώμονας, ο μάρτυρας έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τα προσόντα και την αμεροληψία του, αφού δεν δίστασε να μην πει κάτι με βεβαιότητα εναντίον του κατηγορούμενου, χωρίς αυτό βεβαίως να οδηγεί σε οποιαδήποτε αμφιβολία του Δικαστηρίου για την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, αφού με βάση την αξιολόγηση που προηγήθηκε και τα ευρήματα και συμπεράσματα και παραδεκτά γεγονότα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ο κατηγορούμενος συνδέεται και επιστημονικά με τη διάρρηξη και κλοπή που έγινε στις 31/1/18 και που αφορά τις κατηγορίες 1 και
  9. Ως προς την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, αυτή με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, δεν έχει καμία αποδεικτική βαρύτητα, διότι από τη μία έρχεται σε αντίθεση με τα ευρήματα και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, με βάση δε την αξιολόγηση που έγινε και που οδηγούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην ενοχή του κατηγορούμενου αλλά και επειδή δεν υποβλήθηκε καν στους μάρτυρες κατηγορίας η θέση του ότι έχει δεχθεί πρόκληση και ότι η αστυνομία του πρότεινε να δώσει μαρτυρία εναντίον άλλων ατόμων. Συνοπτικά λοιπόν ως ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως. Ο κατηγορούμενος, στις 25/1/18 στη Λεμεσό, συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή διάρρηξη κατοικίας και κλοπής και που αφορά ουσιαστικά τη διάρρηξη της κατοικίας και κλοπής της παραπονούμενης της 6ης κατηγορίας και από αυτή κλάπηκαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στην 6η κατηγορία. Επίσης, στις 31/1/18, ο κατηγορούμενος στη Λεμεσό, συνωμότησε με άλλο άτομο να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή διάρρηξη κατοικίας και κλοπής, δηλαδή διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του πραπονούμενου στη 2η κατηγορία και έκλεψε από αυτήν τα αντικείμενα που αναγράφονται τη 2η κατηγορία. Κατ΄ επέκταση ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2, 5 και
  10. (Υπ.) ............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.