Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 12670/16, 3/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B21 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12670/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον ΧΧΧΧΧ Δημητρίου Κατηγορουμένου ------------------------ Ημερομηνία: 03.05.2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χριστίνα Θεμιστοκλέους Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν κ. Χαράλαμπος Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων, κατά παράβαση των άρθρων 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 16ην Δεκεμβρίου 2015 στην τοποθεσία που αναγράφεται στο κατηγορητήριο, οδηγούσε το τρακτέρ του με τους αριθμούς εγγραφής που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, σε δημόσια διάβαση, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να έθετε σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη στον Μ.Κ. 1 - παραπονούμενο της παρούσας υπόθεσης. H MAΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο παραπονούμενος, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Στην κατάθεση του αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, ενώ ήταν στην τοποθεσία που αναφέρει και ενώ του απέμεναν λίγα από τα ζώα του για να τα διασταυρώσει, εκείνη την στιγμή περνούσε ο κατηγορούμενος και οδηγούσε ένα γεωργικό τράκτορ όπως το περιέγραψε, ήταν μόνος του πάνω στο τράκτορ και αντί να ελαττώσει ταχύτητα, επιτάχυνε και προσπάθησε να τον κτυπήσει, ερχόμενος προς το μέρος του. Στην προσπάθεια του ο παραπονούμενος να αποφύγει, έπεσε μέσα στις ψάθες του καγκέλου της εισόδου του χωραφιού του. Ο κατηγορούμενος συνέχισε με αυξημένη ταχύτητα και έφυγε από το μέρος, χωρίς να πει στον παραπονούμενο οτιδήποτε. Εξέφρασε την βεβαιότητα ο παραπονούμενος ότι ήθελε να τον τρομάξει, στο μέρος δεν είχε κανέναν άλλο που να είδε το περιστατικό, με τον κατηγορούμενο έχουν προηγούμενα με περιουσιακές διαφορές που εκκρεμούν Δικαστικές διαδικασίες και από τότε δεν έχει οποιαδήποτε συναλλαγή μαζί του και εξέφρασε άγνοια γιατί ο κατηγορούμενος να πράξει με αυτόν τον τρόπο την επίδικη ημέρα. Από την πτώση του δεν έχει τραύματα και δεν ήθελε να εξεταστεί από ιατρό. Έχει παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου και εξέφρασε επίσης την ετοιμότητα του να υποδείξει το σημείο που έγινε το περιστατικό την επίδικη ημέρα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του εξέφρασε το παράπονο του εναντίον του κατηγορούμενου, διότι προσπάθησε να τον ΄΄τσιλλίσει΄΄ με το τράκτορ, ανέφερε ότι μπήκε στο τράκτορ του για να ακολουθήσει τον κατηγορούμενο για να τον ακολουθήσει αλλά κόπηκε ο συμπλέκτης (κλατς) και δεν ξεκίνησε, πίσω από το τράκτον υπάρχει συγκεκριμένο εξάρτημα που εξέχει σχεδόν μισό μέτρο, όταν είδε το τράκτορ ο παραπονούμενος προσπάθησε να φύγει και έπεσε στην ψάθα του καγκελιού. Περιέγραψε επίσης την επίδικη περιοχή και την απόσταση όπου είδε το τράκτορ του κατηγορούμενου, λέγοντας επίσης ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να τον τρομάξει και πράγματι ο παραπονούμενος τρόμαξε, επαναλαμβάνοντας ταυτόχρονα το γεγονός της ύπαρξης διαφορών με τον κατηγορούμενο, τον οποίο και αναγνώρισε στο εδώλιο. Αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις και τις δικές του εξηγήσεις, ερμηνείες και τοποθετήσεις ως προς τις διαφορές που έχει με τον κατηγορούμενο πέραν της επίδικης διαφοράς, όπως είναι οι καταγγελίες στην αστυνομία και οι διαφορές για κάποια τουρκοκυπριακά ακίνητα και τις Δικαστικές διελκυστίνδες για αυτά, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι προέβηκε σε ψευδή καταγγελία για το επίδικο περιστατικό λόγω του μίσους που έτρεφε στον κατηγορούμενο συνεπεία των εν λόγω διαφορών, αρνούμενος επίσης υποβληθείσα θέση ότι οι υποθέσεις εναντίον του παραπονούμενου δεν προχώρησαν επειδή ο κατηγορούμενος ζητούσε μόνο να γίνει σχετική παρατήρηση στον παραπονούμενο, λέγοντας ταυτόχρονα ότι η αστυνομία βαρέθηκε τον κατηγορούμενο, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και ότι είναι ο ίδιος ο παραπονούμενος που έχει καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου αγροτικής φύσεως και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν υπάρχει εκκρεμούσα υπόθεση στο Δικαστήριο για τα τουρκοκυπριακά ακίνητα. Aνέφερε επίσης ότι υπέδειξε σε αστυνομικό στην σκηνή τις αντροσιές του τράκτορ του κατηγορούμενου και ότι μπορεί να γίνει και αναπαράσταση, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι δεν υπήρχαν τέτοια ίχνη στην σκηνή, καθώς επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι λόγω της απουσίας άλλων μαρτύρων βρήκε την ευκαιρία να πει ψέματα, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι την επίδικη ημέρα ο κατηγορούμενος είχε μαζί του τον Μ.Υ. 2 που οδηγούσε φορτηγό που τον βοήθησε να σπείρει και ότι ο Μ.Υ. 2 τον χαιρέτησε. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα είχε τα γενέθλια του και είχε καλεσμένους από το εξωτερικό και δεν θα προέβαινε σε μια τέτοια ενέργεια για να μην έχει μπλεξίματα με την αστυνομία, περιέγραψε την σκηνή όπου ο παραπονούμενος για να αποφύγει τον κατηγορούμενο έπεσε πάνω στις σιδερένιες ψάθες, εκφράζοντας την βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να τον κτυπήσει, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι δεν έπεσε πάνω στις ψάθες. Η Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι στις 17/12/2015 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σχετικά με υπόθεση αμελούς και απερίσκεπτης πράξης εναντίον του παραπονούμενου, αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε την προηγούμενη μέρα στον επίδικο χώρο. Στην συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται την κατηγορία. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι είναι η εξεταστής της παρούσας υπόθεσης, κατέθεσε ως τεκμήρια 3 και 4 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο και την γραπτή κατηγορία που του απάγγειλε αντίστοιχα, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες δέχθηκε το τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο και την μετάβαση της στην σκηνή μαζί με άλλον συνάδελφο της και περιέγραψε το μέρος όπου μετέβηκε. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στους λόγους που προέβηκε στην κατάθεση της - τεκμήριο 2, αρνούμενη υποβληθείσα θέση ότι τα όσα ανέφερε προφορικά στην κυρίως εξέταση της ήταν μετά από διαβούλευση με τον παραπονούμενο, εξέφρασε την πίστη ότι πιθανότατα πρώτα μετέβηκε στην σκηνή και μετά πήρε κατάθεση από τον παραπονούμενο. Αναφέρθηκε στο τι είδε στην σκηνή, ήτοι τις σιδερένιες ψάθες που ανέφερε ο παραπονούμενος, τον δρόμο όπου έγινε το περιστατικό και που ο παραπονούμενος υπέδειξε, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι έχει προαποφασίσει να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι τον κατηγόρησε στην βάση της κατάθεσης του παραπονουμένου, υπεραμυνόμενη της ορθότητας της διαδικασίας που έγινε και εξέφρασε άγνοια γιατί ο Μ.Υ. 2 δεν συμπεριλήφθηκε στο κατηγορητήριο. Ο Μ.Κ. 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι προέβηκε στην σύλληψη του κατηγορούμενου για την διερευνόμενη υπόθεση και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε ότι είναι αναληθές και ακολούθως πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του και αυτός επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την δικηγόρο του. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε το εκδοθέν ένταλμα σύλληψης μαζί με τον όρκο που το συνόδευε. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι πέραν των πιο πάνω ενεργειών, έλαβε κατάθεση και από τον Μ.Υ. 2, αναφέρθηκε στο ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε και το περιεχόμενο του, στις οδηγίες που έλαβε από την Μ.Κ. 2 για να λάβει κατάθεση από τον Μ.Υ. 2, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέλαβε τον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό που υπηρετεί και την μεταφορά του στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό, διότι ο αστυνομικός σταθμός που υπηρετεί δεν διαθέτει κρατητήριο. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, αφού άκουσε τις δύο πλευρές, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του και αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Στην κατάθεση του αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα και στο επίδικο μέρος, οδηγούσε το τράκτορ του και προπορευόταν από αυτόν ο Μ.Υ. 2 ο οποίος τον έχει βοηθήσει προηγουμένως στο χωράφι του, ο παραπονούμενος ήταν εντός της μάντρας του με τα ζώα του στην είσοδο του καγκελιού το οποίο ήταν κειστό και κανένα ζώο δεν διασταύρωνε τον δρόμο, περιέγραψε τον δρόμο και την ταχύτητα που οδηγούσε, στο μέρος δεν υπήρχε άλλος, δεν χαιρέτησε τον παραπονούμενο λόγω των διαφορών που έχουν και χαρακτήρισε τα όσα επίπε ο παραπονούμενος ως φαντασιώσεις και άκρως αναληθή. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε την καταγγελία που υπήρχε εναντίον του από τον παραπονούμενο, την ειδοποίηση που έλαβε από συγκεκριμένο αστυφύλακα για να δώσει κατάθεση στην αστυνομία την επίδικη ημέρα το βράδυ και την διευθέτηση που έγινε για να πάει την επόμενη μέρα το πρωί, λόγω του ότι είχε προγραμματισμένο πάρτι ένεκα των γενεθλίων του στο σπίτι με καλεσμένους από το εξωτερικό. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πήγε στον αστυνομικό σταθμό την επόμενη μέρα ως η προηγούμενη διευθέτηση και στην σύλληψη του που ακολούθησε, στην λήψη κατάθεσης από τον ίδιο και στις συνθήκες κράτησης του και μεταφοράς του στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό. Δεν έχει κάποια συγγένεια με τον Μ.Υ. 2, περιέγραψε τον σπορέα που είχε μαζί του και ποια η λειτουργία του, τις εργασίες που προέβη την επίδικη ημέρα, την ώρα που άρχισαν και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες, αναφέρθηκε στις διαφορές που έχει με τον παραπονούμενο και που έχουν ως επίκεντρο διαφορές για κάποια τουρκοκυπριακά τεμάχια, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να αποκόπτει μέρος της περίφραξης των εν λόγω τεμαχίων και την αναφορά τέτοιων περιστατικών στην αστυνομία και την παράκληση του ιδίου να προβούν σε συστάσεις προς τον παραπονούμενο. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο αστυνομικός που του έλαβε την κατάθεση δεν του ζήτησε να πάνε να δουν το τράκτορ που οδηγούσε την επίδικη ημέρα και ούτε του έδειξε φωτογραφίες με τις αντροσιές τροχών από τράκτορ στην μάντρα του παραπονούμενου. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε εκ νέου στις διαφορές που έχουν ως επίκεντρο τουρκοκυπριακά τεμάχια και την εκκρεμότητα των διαφορών στο Δικαστήριο, στις καταγγελίες που έκανε ο ίδιος εναντίον του παραπονουμένου για άλλα περιστατικά, στις ενέργειες που έκανε ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα για να παραλάβει άτομα από το αεροδρόμιο για τα γενέθλια του, στις γεωργικές εργασίες που εκτέλεσε και την ώρα που άρχισαν και ολοκληρώθηκαν, στην βοήθεια που είχε από τον Μ.Υ. 2 και περιέγραψε τον δρόμο όπου έγινε το ισχυριζόμενο περιστατικό, το οποίο ο κατηγορούμενος χαρακτήρισε ως φαντασιώσεις του παραπονούμενου. Ειδικότερα δε, περιέγραψε την διαδρομή που ακολούθησε μετά το πέρας των γεωργικών εργασιών, την θέση του ιδίου και του Μ.Υ. 2 και την απόσταση που είχαν μεταξύ τους, την ορατότητα που υπήρχε και την ταχύτητα που κρατούσε. Ως προς το κατ΄ ισχυρισμό περιστατικό, ανέφερε ότι δεν έγινε τίποτα από αυτά που αναφέρει ο παραπονούμενος, όταν πέρασαν ο ίδιος και ο Μ.Υ. 2 από την μάντρα του παραπονουμένου, ο Μ.Υ. 2 χαιρέτησε τον παραπονούμενο ενώ ο κατηγορούμενος όχι, ο δε παραπονούμενος ήταν εντός της μάντρας του με τα ζώα του με κλειστό το κάγκελλο, δεν ζήτησε από τον αστυνομικό να του υποδείξει την σκηνή διότι δεν έγινε οτιδήποτε, αναφέρθηκε στην γνωριμία και την συνεργασία του με τον Μ.Υ. 2 και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο τα γεγονότα όπως τα εξιστόρισε ο παραπονούμενος. Στην επανεξέταση του αναφέρθηκε στην Δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί και που αφορά τα τουρκοκυπριακά ακίνητα. Ο Μ.Υ. 1 στην κυρίως εξέταση του αναγνώρισε το τεκμήριο 8, το οποίο ετοιμάστηκε από τον ίδιο και υπογράφτηκε από άλλο άτομο που έπρεπε να είναι αξιωματικός, υιοθετώντας το ταυτόχρονα. Στην αντεξέταση του, ερωτήθηκε αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8 και στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς το περιεχόμενο αυτού, γνωρίζοντας ότι ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος έχουν προστριβές μεταξύ τους για τεμάχια γης, δίνοντας κάποιες λεπτομέρειες και διευκρινίσεις για τις καταγγελίες που καταχωρήθηκαν και το αποτέλεσμα τους. Ο Μ.Υ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Στην κατάθεση του κάνει αναφορά στις επαγγελματικές του δραστηριότητες και στην γνωριμία και συνεργασία του με τον κατηγορούμενο. Ως προς την επίδικη ημέρα, αναφέρει στην βοήθεια που παρείσχε στον κατηγορούμενο, στο όχημα που οδηγούσε, στην διαδρομή που ακολούθησε ο ίδιος και ο κατηγορούμενος μετά το πέρας της βοήθειας που έδωσε στον κατηγορούμενο γεωργικής φύσεως, όπου σε κάποιο σημείο πέρασαν και από το σημείο όπου βρίσκεται η μάντρα του παραπονούμενου, όπου ο παραπονούμενος και ο Μ.Υ. 2 χαιρέτησαν ο ένας τον άλλον και ο παραπονούμενος ήταν εντός της μάντρας του που ήταν περιφραγμένη και τα ζώα του παραπονούμενου εντός της μάντρας και το κάγκελλο της μάντρας κλειστό. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε απόσταση πίσω από τον Μ.Υ. 2, τον οποίο όμως έβλεπε, δεν είδε οποιοδήποτε περιστατικό μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενο να γίνεται, περιέγραψε τον δρόμο και την ταχύτητα που κρατούσε. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναφέρθηκε στο πως γνωρίζει τον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο με τους οποίους δεν έχει κάποια συγγένεια, αναφέρθηκε στην ορατότητα που υπήρχε στον δρόμο και προς τον κατηγορούμενος και τον παραπονούμενο, την απόσταση που υπήρχε μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου όταν οδηγούσαν τα οχήματα τους, δεν έχει οποιαδήποτε διαφορά με τον παραπονούμενο και αναφέρθηκε συνοπτικά στην βοήθεια που παρείσχε τον κατηγορούμενο την επίδικη ημέρα. Αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις αναφορικά με την απόσταση που είχε από τον κατηγορούμενο, την κατεύθυνση του ιδίου και του κατηγορούμενου, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ειδοποιήθηκε να δώσει την κατάθεση του για την παρούσα υπόθεση, που έδωσε την κατάθεση και το πότε και πως πληροφορήθηκε για την κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την προσυνεννόηση μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου ως προς το περιεχόμενο της κατάθεσης του, περιέγραψε τον δρόμο όπου έγιναν τα κατ΄ ισχυρισμόν συμβάντα από τις δύο πλευρές, αναφέρθηκε στις διαφορές που έχουν ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος και τις καταγγελίες του τελευταίου εναντίον του παραπονούμενου για ισχυριζόμενες ζημιές στην περίφραξη των ακινήτων του παραπονούμενου και την επιδιόρθωση τους από τον Μ.Υ.
- Αναφέρθηκε επίσης στην διαδρομή που ακολούθησε ο ίδιος και ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα προς και από την φάρμα του κατηγορούμενου για να τον βοηθήσει και τους εκεί παρόντες, την φύση των εργασιών που έγιναν, την ορατότητα που υπήρχε και την θέση και απόσταση που κρατούσαν μεταξύ τους. Επανέλαβε την θέση του ότι αντάλλαξε χαιρετισμούς με τον παραπονούμενο, αναφέρθηκε εκ νέου στην εκάστοτε συνεργασία που είχε με τον κατηγορούμενο, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι τα όσα ανέφερε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και σκοπό είχε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και ότι ο παραπονούμενος ήταν εκτός του περιφραγμένου χώρου και προσπαθούσε να περάσει τα ζώα του απέναντι. Στην επανεξέταση του έδωσε κάποια διευκρίνηση που αφορά την επίδικη σκηνή. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς την νομική βάση της υπό εξέταση κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 236(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο- (α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση είναι ένοχος πλημμελήματος΄΄ Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο παραπέμπει στο σύγγραμμα του Κώστα Σατολιά ΄΄ Στοιχεία Ποινικού Δικαίου και Δικονομίας΄΄ σελ. 187 - 194, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: Στη ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ V ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(1996)2 Α.Α.Δ.69 (υπόθεση ιατρικής αμέλειας) έγινε μια εκτεταμένη ανάλυση των απαιτούμενων στοιχείων για απόδειξη του αδικήματος και του απαιτούμενου βαθμού αμέλειας και διατυπώθηκαν οι αρχές που εφαρμόζονται: «Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 236 ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" (Criminal Recklessness and Negligence) και τον πλαγιότιτλο "Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις" (Reckless and Negligent Acts στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο), εν τούτοις από το περιεχόμενό του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οποιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο. (Gavalas ν. The Police
(1985)2 C.L.R. 114, 131, 134). Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 αποκλείει, όπως είπαμε και προηγουμένως, ως εκ της διατυπώσεως του την υπαίτιο αμέλεια (βλ. Gavalas, ανωτέρω). Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Πριν αναλύσουμε περισσότερο τον απαιτούμενο από το άρθρο 236 βαθμό αμέλειας, θα πρέπει να αναφέρουμε για σκοπούς συμπλήρωσης του όλου φάσματος της αμέλειας, το βαθμό αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν.86/72)που εξισώνεται με την αμέλεια του αστικού δικαίου (βλ. Charalambous ν. The Police
(1982)2 C.L.R. 134, 143 και Rayas ανωτέρω). Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του νόμου 86/
- Ο βαθμός αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Gavalas ν. The Police ανωτέρω, στη σελ. 135). Το κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Στην υπόθεση Gavalas επιχειρήθηκε η διαφοροποίηση της έννοιας της αμέλειας αναλόγως του κατά πόσο η αμέλεια ανάγεται στο actus reus του αδικήματος ή στο mens rea. Η διαφοροποίηση όμως αυτή δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς δεν προτιθέμεθα να εμβαθύνουμε σε αυτή ν. Επειδή ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας του άρθρου 210 (πριν την τροποποίηση του) και του άρθρου 236 ήταν ο αυτός, μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τη νομολογία που ερμηνεύει το άρθρο 210, πάντοτε βέβαια πριν από την τροποποίηση του. Στην υπόθεση Gavalas αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να παραμείνουμε στην αναζήτηση ψηλού βαθμού αμέλειας ως αναγκαίου συστατικού στοιχείου του αδικήματος βάσει του άρθρου 210 του Κεφ.
- Σε κάθε περίπτωση το θέμα, κατά πόσο η αμέλεια που έχει επιδειχθεί είναι τέτοια που μπορεί να καταλήξει σε καταδίκη, είναι πάντα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, (βλ. Kaunas ν. The Police
(1968)2 C.L.R. 29, Mylordis v. The Police
(1981)2 C.L.R. 219) αλλά ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας είναι πάντα ψηλός (Stylianou ν. The Police
(1981)2 C.L.R. 245, 249). Όπως έχει λεχθεί, τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης θα πρέπει να καθοδηγούν το Δικαστήριο στην απόφαση κατά πόσο ο θάνατος προήλθε από οποιαδήποτε από τις απαγορευμένες πράξεις ήτοι, τη βεβιασμένη ή αμελή συμπεριφορά ή συνδυασμό και των δύο, έχοντας πάντα κατά νου ότι η πράξη δεν απαιτείται να συνιστά υπαίτιο αμέλεια ή αλόγιστη συμπεριφορά (βλ. Gavalas ν. The Police ανωτέρω, σελ. 128). Αν και ο βαθμός της ποινικής αμέλειας που απαιτείται από το άρθρο 236(ε) δύσκολα μπορεί να αναλυθεί περιγραφικά, θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τις αρχές που διέπουν το θέμα. Κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι κατέχει ειδικά προσόντα και γνώσεις και στη φροντίδα του οποίου ασθενής εμπιστεύεται τη θεραπεία του, κατά την άσκηση της θεραπείας οφείλει στον ασθενή καθήκον επίδειξης της δέουσας προσοχής. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη της θεραπείας οφείλει καθήκον επίδειξης επιμέλειας, φροντίδας, γνώσης, ικανότητας και προσοχής. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει τη φύση του καθήκοντος, το επίπεδο που επιβάλλεται και τέλος κατά πόσο το οφειλόμενο καθήκον εκπληρώθηκε. Δεν θα πρέπει να τίθεται ούτε το ανώτατο ή έστω ένα πολύ υψηλό επίπεδο, αλλά ούτε από την άλλη το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται με ένα πολύ χαμηλό επίπεδο προσοχής. Απαιτείται δίκαιο και εύλογο επίπεδο προσοχής και ικανότητας. Αν ο ασθενής έχει αποβιώσει λόγω αδράνειας ή έλλειψης προσοχής δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος ιατρός κατείχε τις απαιτούμενες γνώσεις. Αν πάλι ο ασθενής έχει αποβιώσει λόγω επίδειξης μεγάλης άγνοιας ή σοβαρής έλλειψης ικανότητας, η απόδειξη ότι ο ιατρός ήταν επιμελής κατά τη νοσηλεία, δεν είναι αρκετή για να τον απαλλάξει. Το επίπεδο ικανότητας και φροντίδας που κάθε ιατρός θα πρέπει να επιδεικνύει είναι ο βαθμός της ικανότητας και φροντίδας που κανονικά επιδεικνύεται από εύλογα ικανά μέλη του ίδιου επαγγέλματος τα οποία κατέχουν τον ίδιο βαθμό και την ίδια εξειδίκευση αν υπάρχει, όπως ο κατηγορούμενος.» Στην Μαυρομμάτης (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι: «........... στη μετάφραση που κυκλοφορεί εκτυπωμένη από το Τυπογραφείο της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και στη μεταγλωττισμένη στη δημοτική μετάφραση του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στο άρθρο 236 έχει προστεθεί στα συστατικά του αδικήματος και η αλόγιστη συμπεριφορά ("όποιος με τρόπο αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή ") που δεν υπάρχει στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο ("........... in a manner so rash or negligent"). Με τον τρόπο αυτό εισάγεται στα συστατικά του άρθρου 236 και η καλούμενη "αλόγιστη συμπεριφορά" (recklessness) ή κατά την ελληνική νομική ορολογία ο "ενδεχόμενος δόλος", με αποτέλεσμα η ευρύτητα του άρθρου προφανώς να μεταβάλλεται παρά τη σαφή περί του αντιθέτου νομολογία. Θεωρούμε ότι σ' αυτή την περίπτωση, όπως και σε άλλη περίπτωση που η μετάφραση στα ελληνικά δεν ανταποκρίνεται με ακρίβεια στο περιεχόμενο της βασικής νομοθεσίας, το Δικαστήριο θα πρέπει για επιβεβαίωση της έννοιας του συγκεκριμένου νομοθετήματος να καταφεύγει στο αρχικό αυθεντικό αγγλικό κείμενο». Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 98 αναλύεται σε έκταση το ζήτημα της αμέλειας για θεμελίωση της ποινικής ευθύνης. Αναφέρθηκε ότι οι αρχές που προκύπτουν από διάφορες αποφάσεις, στις οποίες έγινε αναφορά που αφορούσαν αδικήματα ανθρωποκτονίας ή τροχαίων αδικημάτων, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, στις οποίες το στοιχείο της αμέλειας αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Στην ίδια υπόθεση επισημαίνεται ότι μια πρόδηλη προέκταση αυτών των αρχών υπαγορεύει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ποια ήταν η αμέλεια που έχει επιδείξει ο κατηγορούμενος. Να δώσει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας με το να υποδείξει ποιες είναι οι πράξεις, οι παραλείψεις του κατηγορουμένου οι οποίες συνιστούν αμέλεια. Στον Russel on Crime, Vol. 1, σελ. 44, υποδεικνύεται ότι οι λέξεις "αμέλεια'' και "αμελής" δεν είναι πρόσφορες για να θεμελιώσουν ποινική ευθύνη. Έτσι τα δικαστήρια έχουν δυστυχώς επιδιώξει να μεταβάλουν το νόημα του ουσιαστικού "αμέλεια" με το να συνοδεύουν επίθετα όπως "υπαίτια", "ποινική" "κατάφωρη" κλπ. Στη συνέχεια το Ανώτατο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από αποφάσεις σε ποινικές υποθέσεις, στις οποίες το στοιχείο της αμέλειας αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, όπως το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Κεφ. 154 και το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του άρθρου 205 του Κεφ. 154. Η απόφαση στη Mcleod ν. Police
(1973)2 C.L.R. 63 αφορούσε καταδίκη δυνάμει του άρθρου 210 του κεφ. 154. Το Εφετείο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Lord Atkin στην Andreas ν. Director of Public Prosecutions
(1937)A.C. 576, η οποία αφορούσε ανθρωποκτονία με αυτοκίνητο: "In order to establish criminal liability the facts must be such as to show that the negligence of the accused wend beyond a mere matter of compensation between subjects and was 'such disregard for the life and safety of others as to amount to a crime against the state and conduct deserving punishment". Σε μετάφραση: «Για να θεμελιωθεί ποινική ευθύνη τα γεγονότα πρέπει να είναι τέτοια που να καταδείχνουν ότι η αμέλεια του κατηγορουμένου προχώρησε πέρα από το απλό θέμα αποζημίωσης μεταξύ ατόμων και αποτελούσε τέτοια περιφρόνηση για τη ζωή και ασφάλεια των άλλων έτσι που να ισοδυναμεί έγκλημα κατά της Πολιτείας και συμπεριφορά που αξίζει να τιμωρηθεί» Στην R ν. Bateman
(1925)L.J.K.B. 791,793, η οποία αφορούσε ανθrωποκτονία, ο Lord Heward C.J. πραγματεύεται την διάκριση ανάμεσα στην αστική αμέλεια και την ποινική αμέλεια. Έθεσε το θέμα ως εξής: " If A has caused the death of B by alleged negligence, then, in order to establish civil liability, the plaintiff must prove (in addition to pecuniary loss caused by the death) that A owed a duty to B to take care, that that duty was not discharged, and that such default caused the death of B. To convict A of manslaughter, the prosecution must prove the three things above mentioned and must satisfy the jury, in addition, that A's negligence amounted to a crime. In the civil action, if it is proved that A fell short of the standard of reasonable care required by law, it matters not how far he fell short of that standard. The extent of his liability depends not on the degree of negligence, but on the amount of damage done. In the criminal Court, on the contrary, the amount and degree of negligence are the determining question. There must be mens rea". Σε μετάφραση: "Αν ο Α έχει προκαλέσει το θάνατο του Β με ισχυριζόμενη αμέλεια τότε για να θεμελιωθεί αστική αμέλεια ο ενάγων πρέπει να αποδείξει (πρόσθετα με την χρηματική απώλεια που προκλήθηκε από το θάνατο) ότι ο Α είχε υποχρέωση έναντι του Β να είναι προσεκτικός, ότι εκείνη η υποχρέωση δεν έχει εκπληρωθεί και ότι η παράλειψη προκάλεσε το θάνατο του Β. Για να καταδικαστεί ο Α για ανθρωποκτονία η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει τα πιο πάνω 3 στοιχεία και πρόσθετα πρέπει να ικανοποιήσει τους ενόρκους ότι η αμέλεια του Α ισοδυναμούσε με έγκλημα. Στην αστική αγωγή εάν αποδειχθεί ότι ο Α υστέρησε από το επίπεδο της εύλογης επιμέλειας που απαιτείται από το Νόμο δεν έχει σημασία το πόσο υστέρησε από εκείνο το επίπεδα. Η έκταση της ευθύνης του δεν εξαρτάται από το βαθμό αμέλειας αλλά από το ποσό της ζημιάς. Τουναντίον στο ποινικό δικαστήριο η έκταση και ο βαθμός της αμέλειας είναι καθοριστικοί παράγοντες. Πρέπει να υπάρχει mens rea. " Σύμφωνα με τον Charlesworth & Percy on Negligence,8η έκδοση, παραγρ. 1-14, χρήση του όρου "αμέλεια" παρόμοια με την πιο πάνω έχει γίνει από τον Lord Atkin στην Andrews ν. Director of Public Prosecutions
(1937)A.C. 576, στην οποία τονίστηκε: "Simple lack of care such as will constitute civil liability is not enough: for purposes of the criminal law there are degrees of negligence: and a very high degree of negligence is required to be proved before the felony is established". Σε μετάφραση: "Απλή έλλειψη επιμέλειας οποία ισοδυναμεί με αστική ευθύνη δεν είναι αρκετή: για τους σκοπούς του ποινικού δικαίου υπάρχουν βαθμοί αμέλειας: και είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται ψηλός βαθμός αμέλειας προτού αποδειχθεί το έγκλημα". Το τι πρέπει να κάμει ο κατήγορος για να αποδείξει αμέλεια το πραγματεύεται ο Glanville Williams στο βιβλίο του Textbook of Criminal Law" σελ. 44: "What should prosecutor do to prove negligence? In an action in tort for negligence the plaintiff must give particulars of the alleged negligence in his statement of claim. For example, in a running -down case he will say that the defendant drove too fast, on the wrong side of the road, without keeping a proper look -out, and so on. There are no similar pleadings in criminal cases, but the prosecutor who alleges negligence must be prepared to say what the defendant could and should have done (or refrained from doing) in order to avoid the accident or other occurrence. The evidence given on the negligence issue is almost exclusively evidence of what the defendant did (or failed to do). After that, it is for the jury (or magistrates) to say whether the defendant's behavior showed a lack of due caution". Σε μετάφραση: Τι πρέπει να κάμει ο κατήγορος για να αποδείξει αμέλεια; Σε αγωγή για αστική αμέλεια ο ενάγων πρέπει να δώσει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας στην έκθεση απαίτησης. Για παράδειγμα σε υπόθεση τραυματισμού πεζού από αυτοκίνητο θα πει ότι ο ενάγων οδήγησε με μεγάλη ταχύτητα, στην εσφαλμένη μεριά του δρόμου, χωρίς να τηρεί δέουσα παρατηρητικότητα κ.λπ. Δεν υπάρχουν παρόμοια δικόγραφα στις ποινικές υποθέσεις, αλλά ο κατήγορος που ισχυρίζεται αμέλεια πρέπει να είναι έτοιμος να πει τι μπορούσε να κάμει και έπρεπε να κάμει ο κατηγορούμενος (ή να απείχε από το να το κάμει) για να αποφύγει το ατύχημα ή άλλο συμβάν. Η μαρτυρία που δίδεται πάνω στο θέμα της αμέλειας είναι σχεδόν αποκλειστικά μαρτυρία για το τι έκαμε ο κατηγορούμενος (ή παρέλειψε να κάμει). Μετά από αυτό εναπόκειται στους ενόρκους (ή τους πταισματοδίκες) να πουν πόσο η συμπεριφορά του εναγομένου αποκάλυπτε έλλειψη της δέουσας προσοχής. Στην Αντωνίου (ανωτέρω) γίνεται παραπομπή και στην απόφαση Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 30, 39, στην οποία υποδείχθηκε ότι «η εκπλήρωση του καθήκοντος για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων» (βλ. και Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, 163). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι η Μ.Κ. 2 θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 1 - παραπονούμενου, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω και της εμπλοκής του στην υπόθεση και της ιδιότητας του, ήτοι του παραπονούμενου. Αυτό που αποκόμισε το Δικαστήριο, είναι η προσπάθεια του παραπονούμενου να εμπλουτίσει, να διανθίσει, να εξογκώσει την εκδοχή του, προσπαθώντας να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο και να πείσει για την εκδοχή του. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι μεταξύ του παραπονουμένου και του κατηγορουμένου υπάρχουν χρόνιες προστριβές που είχαν ως επίκεντρο κυρίως την κατοχή και εκμετάλλευση ακινήτων στην επίδικη περιοχή και που εκ πρώτης όψεως θα έπρεπε το Δικαστήριο να είναι επιφυλακτικό και προσεκτικό στις εκδοχές που παρουσίασαν αμφότερες οι πλευρές για το ενδεχόμενο να υπάρχουν αλλότρια κίνητρα και σκοποί από οποιανδήποτε πλευρά εναντίον της άλλης. Όμως, το Δικαστήριο και για τους λόγους που επεξηγεί αναλυτικά πιο κάτω, δεν διαδραμάτισαν αυτές οι προστριβές οποιονδήποτε ρόλο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των πιο πάνω προσώπων, διότι αυτό που έπαιξε σημαντικό και πρωτεύοντα ρόλο, είναι η συνολική εικόνα τους μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης τους και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους και που εν πάση περιπτώση, οι πιο πάνω προστριβές δεν αποτελούν επίδικα γεγονότα και εκκρεμεί Δικαστική διαδικασία όπως αναφέρθηκε για μια εκ των διαφορών που αφορούν τουρκοκυπριακά τεμάχια. Ο Μ.Κ. 1 για πρώτη φορά προέβαλε κατά την ακροαματική διαδικασία την θέση ότι μετά το κατ΄ ισχυρισμό περιστατικό, μπήκε στο τρακτέρ του για να ακολουθήσει τον κατηγορούμενο αλλά κόπηκε ο συμπλέκτης (κλατς) και δεν ξεκίνησε. Αυτή η αναφορά του παραπονούμενου κρίνεται από το Δικαστήριο ως υστερόβουλη που σκοπό είχε να πείσει το Δικαστήριο για την αληθοφάνεια της εκδοχής του, προσπαθώντας να ακολουθήσει τον κατηγορούμενο μετά το συμβάν, οχυρομένος όμως πίσω από το υστερόβουλο γεγονός της πιο πάνω μηχανικής βλάβης που δεν αποδείκτηκε με σχετική μαρτυρία από ανεξάρτητη πηγή και που να αποδεικνύει τόσο την βλάβη, όσο και την επιδιόρθωση. Μια ακόμα προσπάθεια του παραπονουμένου για να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του, αποτελεί και ο ισχυρισμός του ότι στην σκηνή το τράκτορ του κατηγορούμενου άφησε ίχνη (αντροσιές) και ότι τα υπέδειξε στην αστυνομία επί τόπου. Αυτή όμως η θέση του παραπονούμενου καταρρίπτεται, διότι η Μ.Κ. 2 δεν ανέφερε κάτι τέτοιο και ούτε το επιβεβαίωσε και ούτε αποδείχθηκε αυτή η θέση με οποιανδήποτε πραγματική μαρτυρία, ήτοι με σχεδιάγραμμα ή φωτογραφίες ή και τα δύο μαζί. Επί αυτού του σημείου μάλιστα ο παραπονούμενος προέβαλε την παντελώς άστοχη τοποθέτηση ότι τον ισχυρισμό του για ύπαρξη των αντροσιών μπορεί να την επιβεβαιώσει η αστυνομία διότι ο ίδιος μπορεί να μην γίνει πιστευτός και αποτελεί πραγματικά απορίας άξιο γιατί να προβεί σε μια τέτοια τοποθέτηση και που εν πάση περιπτώση η αστυνομία δεν επιβεβαίωσε αυτήν του την τοποθέτηση. Επιπρόσθετα δε, η αναφορά του ότι η τοποθέτηση του για ύπαρξη αντροσιών μπορεί να επιβεβαιωθεί με σχετική αναπαράσταση, κρίνεται ως παντελώς προσχηματική και σκόπιμη, διότι εάν γινόταν τέτοια αναπαράσταση θα φαίνονταν πράγματι τέτοια ίχνη αφού συμφωνούν και οι δύο πλευρές ότι θα άφηναν τέτοια ίχνη εάν πράγματι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με τον τρόπο που ανέφερε ο παραπονούμενος, ενώ την επίδικη ημέρα δεν υπήρχαν τέτοια ίχνη, διότι το περιστατικό όπως το εξιστόρισε ο παραπονούμενος δεν έγινε για να υπάρχουν αυτά τα ίχνη, διότι δεν αποδείχθηκε με αξιόπιστη και πραγματική μαρτυρία ότι τέτοια ίχνη υπήρχαν. Ένα ακόμα στοιχείο που ρίχνει σκιές στην όλη εκδοχή που παρουσίασε ο παραπονούμενος, είναι και η αναφορά του ότι δεν επιθυμούσε να εξεταστεί από ιατρό. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί οποιαδήποτε σωματική βλάβη για την στοιχειοθέτηση της επίδικης κατηγορίας, διότι μπορεί να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία και με την ύπαρξη ακόμα κινδύνου για πραγματική σωματική βλάβη. Όμως, το Δικαστήριο έχοντας υπ΄ όψη ήδη την πιο πάνω αξιολόγηση του παραπονούμενου, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ο παραπονούμενος ανέφερε ότι έπεσε στις σιδερένιες ψάθες απότομα, προφανώς για να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο για την ισχυριζόμενη επικινδυνότητα οδήγησης του κατηγορουμένου και από την άλλη να μην θυμάται πως έπεσε στις σιδερένιες ψάθες που ασφαλώς δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι ένα τέτοιο έντονο γεγονός είναι λογικό και αναμενόμενο να το θυμάται με ακρίβεια και δεν αποτελεί κάποια ασήμαντη λεπτομέρεια που θα ήταν λογικό και αναμενόμενο να μην μπορεί να δώσει λεπτομέρειες. Η δε αναφορά του εκ νέου για αναπαράσταση, κρινεται εκ νέου από το Δικαστήριο ως προσχηματική και σκόπιμη έτσι ώστε να προβεί ο ίδιος σε μια τέτοια πτώση στις σιδερένιες ψάθες για να προκληθούν έστω και κάποια σημάδια στο σώμα του, ενώ την επίδικη ημέρα δεν υπήρχαν διότι δεν έπεισε ο παραπονούμενος για την εκδοχή του. Η προσπάθεια εμπλουτισμού της εκδοχής του και να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο, αποτελεί και το γεγονός ότι ενώ στην κατάθεση του ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να τον τρομάξει, στην ακροαματική διαδικασία ανέφερε ότι είναι μάλιστα σιγουρότατος ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να τον κτυπήσει. Όλα τα πιο πάνω συνηγορούν ότι ο παραπονούμενος προσπάθησε να εμπλέξει τον κατηγορούμενο με μια αναξιόπιστη εκδοχή και η μαρτυρία του παραπονούμενου απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Η Μ.Κ. 2, ως η εξεταστής της υπόθεσης, άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο ή μεμπτό ή ύποπτο στον τρόπο όπου έδινε μαρτυρία και το Δικαστήριο έχει πειστεί για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία της και ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πεί όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Ως προς τον χρόνο που μετέβηκε στην επίδικη σκηνή, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι λογικό να πήγε μετά την λήψη της κατάθεσης από τον παραπονούμενο, διότι εάν πήγε πριν την λήψη της κατάθεσης ο παραπονούμενος θα έλεγε στην κατάθεση του ότι υπέδειξε την σκηνή και όχι ότι θα υποδείξει στην σκηνή, όπως ανέφερε. Επί αυτού του σημείου, η Μ.Κ. 2 δεν ανέφερε οτιδήποτε και δεν επιβεβαίωσε την θέση του παραπονούμενου ότι στην σκηνή υπήρχαν ίχνη (αντροσιές) από το τράκτορ του κατηγορούμενου, καταρρίπτοντας έτσι ένα κρίσιμο στοιχείο της εκδοχής του παραπονούμενου και που ο ίδιος ο παραπονούμενος παρέπεμψε στην αστυνομία για επιβεβαίωση της θέσης του. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση της υπεράσπισης ότι η μάρτυρας διαβουλεύθηκε με τον κατηγορούμενο για την μαρτυρία της και ούτε αποδέχεται το Δικαστήριο την θέση της υπεράσπισης ότι η μάρτυρας έχει προαποφασίσει να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο, διότι το Δικαστήριο θεωρεί μεν ως ορθή και λογική την ενέργεια να κατηγορηθεί ο κατηγορούμενος στην βάση της μαρτυρίας του παραπονούμενου, αν και θα ήταν επιθυμητό να αναμενόταν και η λήψη της κατάθεσης του Μ.Υ. 2 για σκοπούς πληρότητας και ολοκλήρωσης του ανακριτικού έργου μέχρι εκείνη την στιγμή τουλάχιστον, αν και δεν θεωρεί το Δικαστήριο μοιραία την πιο πάνω ενέργεια της αστυνομίας. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, το Δικαστήριο χωρίς κανένα ενδοιασμό αποδέχεται την μαρτυρία του ως αξιόπιστη, η όλη του εμπλοκή στην υπόθεση ήταν ουσιαστικά η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του κατηγορουμένου και την λήψη κατάθεσης από τον Μ.Υ. 2 με οδηγίες της Μ.Κ. 2 και την μεταφορά του κατηγορουμένου από τον αστυνομικό σταθμό που υπηρετούσε στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό, λόγω της απουσίας κρατητηρίου και δεν εντόπισε το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στην άσκηση των καθηκόντων του εν λόγω μάρτυρα ή στην μαρτυρία του δια ζώσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 3 ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει επίσης με αυξημένη παρατηρητικότητα και προσοχή, λόγω ακριβώς και της ιδιότητας του ως κατηγορουμένου και της όλης εμπλοκής του. Το Δικαστήριο αποκόμισε από τον εν λόγω μάρτυρα την εικόνα ενός απλοϊκού μάρτυρα, που απαντούσε με απλότητα, αμεσότητα και ευθύτητα με τον δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο και ιδιοσυγκρασία της ηλικίας και των βιωμάτων του. Το Δικαστήριο έχει πειστεί με τον τρόπο που περιέγραφε τα όσα έλαβαν χώρα την επίδικη ημέρα κατά την εκδοχή του και που ουσιαστικά ότι την επίδικη ημέρα στον επίδικο δρόμο, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το τράκτορ του φεύγοντας από το χωράφι του στο οποίο εκτέλεσε γεωργικές εργασίες με τον Μ.Υ. 2 και όταν έφτασαν στο σημείο όπου βρισκόταν η μάντρα του παραπονούμενου, ο παραπονούμενος ήταν εντός της μάντρας του, με το κάγκελο κλειστό, τα ζώα του εντός της μάντρας του, δεν χαιρέτισε τον παραπονούμενο, αλλά ο παραπονούμενος και ο Μ.Υ. 2 αντάλλαξαν χαιρετισμούς και αυτή η θέση του κατηγορουμένου αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος για το ομολογουμένως βεβαρυμένο ιστορικό προστριβών μεταξύ του ιδίου και του παραπονουμένου, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αξιολογήθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονουμένου και το γεγονός ότι δεν χαιρέτισε τον παραπονούμενο, τον οποίο χαρακτήρισε ως κακό άνθρωπο και ότι δεν χρήζει χαιρετισμούς, κρίνεται από το Δικαστήριο ως μια γνήσια και αυθόρμητη έκφραση συναισθημάτων του ιδίου προς τον παραπονούμενο, που ουδόλως όμως επηρέασε την φιλαλήθεια του για το τι έλαβε χώρα την επίδικη ημέρα και την εκδοχή του, η οποία έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Η αναφορά του ότι δεν έχει ζητήσει από την αστυνομία να μεταβούν στην σκηνή, διότι επί αυτού του σημείου είναι ο παραπονούμενος που έκανε επίκληση ότι μπορεί να προβεί σε υπόδειξη στην σκηνή και όχι ο κατηγορούμενος και έχει ήδη αξιολογηθεί το θέμα της υπόδειξης σκηνής πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου και εν πάση περιπτώση, δεν είχε κάτι να υποδείξει στην σκηνή ο κατηγορούμενος διότι δεν υπήρχε κάτι να υποδείξει, έχοντας υπ΄ όψη το πιο πάνω εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου που εξάχθηκε από την αξιολόγηση του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οτιδήποτε το ύποπτο ή προσυνεννόηση από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και ο Μ.Υ. 2 έχουν συνεργαστεί στο παρελθόν και την επίδιη ημέρα, αλλά και μετά από αυτήν σε αγροτικής φύσεως εργασίες. Η αναφορά του στην ακροαματική διαδικασία ότι πρώτη φορά ακούσει την εκδοχή του παραπονούμενου, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι σε εκείνο το σημείο έχει συγχυστεί, διότι ο κατηγορούμενος ευθύς εξ΄ αρχής απέρριψε την εκδοχή του παραπονούμενου ως φαντασιώσεις και προέβαλε την δική του εκδοχή, η οποία έχει γίνει ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο, ως πιο πάνω αξιολογήθηκε. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, η μαρτυρία του κατηγορουμένου κρίνεται ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ. 1, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του από την στιγμή που επικεντρώθηκε στις προστριβές μεταξύ παραπονουμένου και κατηγορουμένου, δεν έχει την οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, έχοντας υπ΄ όψη τα όσα αξιολογήθηκαν επί αυτού του θέματος πιο πάνω. Κατά τα λοιπά, δεν διαπίστωσε το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την μαρτυρία του, ο μάρτυρας αποκάλυπτε την πηγή της γνώσης του, ιδίως ως προς το περιεχόμενο του τεκμηρίο 8, από την στιγμή μάλιστα που προέρχεται από το ηλεκτρονικό ημερολόγιο του σταθμού που υπηρετεί, αλλά και από την εμπλοκή του ως ανακριτής σε κάποιες περιπτώσεις, οι οποίες όμως δεν είναι επίδικες. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις και διευκρινίσεις, η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 κρίνεται ως αξιόπιστη. Ως προς τον Μ.Υ. 2, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με προσοχή, διότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να επιβεβαιώσει μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, ιδίως ως προς το ζήτημα της χαιρέτισης με τον παραπονούμενο. Το Δικαστήριο έχει πειστεί για την φιλαλήθεια του, διότι μέσα από τον ομολογουμένως ιδιόρυθμο τρόπο που έδινε μαρτυρία, έχοντας υπ΄ όψη το υπόβαθρο του, έδινε τις απαντήσεις του με τέτοιο τρόπο, που έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι την επίδικη ημέρα έχει ανταλλάξει χαιρετισμούς με τον παραπονούμενο και ότι ο παραπονούμενος ήταν εντός της μάντρας του με το κάγκελο κλειστό και τα ζώα του εντός της μάντρας του. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει κλητευθεί για να δώσει κατάθεση στην αστυνομία, χωρίς να εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο ή το ύποπτο από το γεγονός ότι έχει μιλήσει και έχει συναντηθεί με τον κατηγορούμενο μετά την επίδικη ημέρα και κρίνεται ως ένδειξη φιλαλήθειας και μη πρόθεσης απόκρυψης της αλήθειας το γεγονός ότι το έχει αναφέρει αυτό ως γεγονός, ήτοι της συνάντησης και της επικοινωνίας του με τον κατηγορούμενο. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Υ. 2 ως αληθή και αξιόπιστη. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου ότι την επίδικη ημέρα στον επίδικο δρόμο, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το τράκτορ του φεύγοντας από το χωράφι του στο οποίο εκτέλεσε γεωργικές εργασίες με τον Μ.Υ. 2 και όταν έφτασαν στο σημείο όπου βρισκόταν η μάντρα του παραπονούμενου, ο παραπονούμενος ήταν εντός της μάντρας του, με το κάγκελο κλειστό, τα ζώα του εντός της μάντρας του, δεν χαιρέτισε τον παραπονούμενο, αλλά ο παραπονούμενος και ο Μ.Υ. 2 αντάλλαξαν χαιρετισμούς και δεν έγινε τίποτα άλλο και συνεπώς δεν αποδείχθηκε η εκδοχή του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε το τράκτορ του προς το μέρος του παραπονούμενου με τέτοιο επικίνδυνο και αλόγιστο τρόπο έτσι ώστε ο παραπονούμενος να αναγκαστεί να πέσει στις σιδερένιες ψάθες και κατ΄ επέκταση δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία της επίδικης κατηγορίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και γενικά την εκδοχή του παραπονούμενου και συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ........................................................... ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Αμελείς και απερίσκεπτες πράξεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο