← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Β.Γ., Αρ. Υπόθεσης: 11395/16, 31/5/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Β.Γ., Αρ. Υπόθεσης: 11395/16, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11395/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Β.Γ. Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ντ. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση Κατηγορούμενος απών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 9.5.16 στην οδό Γεώργιου Α' στη Μουταγιάκα οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα χωρίς ασφαλιστική κάλυψη[1] (1η κατηγορία) και χωρίς άδεια οδήγησης[2] (2η κατηγορία). Κατηγορείται επίσης ότι στη συμβολή των οδών Γεώργιου Α' και Αριάδνης οδηγούσε επικίνδυνα, προβαίνοντας σε επαναστροφή[3] (3η κατηγορία). Προς απόδειξη των κατηγοριών, κατέθεσε ο Λοχίας ΧΧΧ2 (ΜΚ1) και ο ΧΧΧΧΧ λειτουργός του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 10.5.16 (Τεκμήριο 1). Στις 9.5.16 και ώρα 16:15 ήταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην οδό Αριάδνης. Οδηγούσε άλλος συνάδελφός του. Ανάμεναν στα φώτα τροχαίας με την οδό Γεωργίου Α' επειδή το φως της πορείας τους ήταν κόκκινο. Τότε αντιλήφθηκε ένα άσπρο όχημα, συγκεκριμένης μάρκας, με κίτρινες πινακίδες και αριθμούς εγγραφής ΧΧΧΧΧ, με ανατολική κατεύθυνση στην οδό Γεωργίου Α', να προβαίνει σε επαναστροφή στα φώτα τροχαίας και να συνεχίζει με δυτική κατεύθυνση στην ίδια οδό. Δεν είχε την ευκαιρία να το ακολουθήσει λόγω της τροχαίας κίνησης και επειδή ανέμεναν στα φώτα τροχαίας. Όταν επέστρεψε στον αστυνομικό σταθμό, διαπίστωσε από έλεγχο που έγινε, ότι το όχημα, ταξί, ανήκει σε κάποιον Α.Α. Σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, ο Α.Α. του ανάφερε ότι εκμίσθωσε το ταξί στον κατηγορούμενο. Ακολούθως κάλεσε τον κατηγορούμενο να προσέλθει στον αστυνομικό σταθμό με τα έγγραφα του οχήματος και την επαγγελματική άδεια οδήγησής του. Την επόμενη μέρα η ώρα 18:40 ο κατηγορούμενος προσήλθε στο σταθμό και ανάφερε ότι η επαγγελματική άδεια οδήγησής του του είχε αφαιρεθεί από την Αρχή Αδειών, ότι το ταξί του ήταν σταθμευμένο σπίτι του την προηγούμενη μέρα η ώρα 16:15 και ότι δεν οδηγείτο από κάποιον. Ο ΜΚ1 τον πληροφόρησε ότι τον αναγνώρισε ως τον οδηγό του οχήματος, ότι διέπραξε «το αδίκημα της επαναστροφής» (sic) και ότι οδηγούσε χωρίς να είναι κάτοχος επαγγελματικής άδειας οδηγού. Του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε: «Δεν ήταν το ταξί μου που είδες». Αφού πληροφορήθηκε ότι θα καταγγελθεί απάντησε: «Εγώ δεν οδηγούσα το ταξί, το είχα σταθμευμένο». Αντεξεταζόμενος σε σχέση με την αναγνώριση του οδηγού, ανέφερε ότι η αναγνώριση έγινε διότι η φυσιογνωμία του κατηγορούμενου ήταν εύκολη. Όταν προσήλθε στον σταθμό, πριν καν μιλήσει ο κατηγορούμενος, ο ΜΚ1 του είπε: «Είσαι ο οδηγός». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης, ρωτήθηκε με ποιο τρόπο αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό. Απάντησε ότι εντόπισε τον οδηγό από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Πρόσθεσε ότι συγκράτησε στη μνήμη του την εικόνα του οδηγού και ότι ήταν ευκόλως αντιληπτό από την εμφάνιση και το σωματότυπο του κατηγορούμενου όταν προσήλθε στο σταθμό ότι επρόκειτο για τον οδηγό. Σε διαφορετικό σημείο της αντεξέτασης, ο ΜΚ1 ρωτήθηκε αν έλεγξε αν ο κατηγορούμενος σχετίζεται με τον εν λόγω όχημα. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν το θεώρησε απαραίτητο αφού διαπίστωσε ότι το οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Ερωτηθείς με ποιο τρόπο το διαπίστωσε, ο ΜΚ1 απάντησε ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο όταν τον είδε να παραβιάζει τα σήματα τροχαίας και να κάνει επαναστροφή. Αρνήθηκε την υποβολή ότι στο σταθμό, όπου προσήλθε ο κατηγορούμενος μαζί με τον αδελφό του, ο ΜΚ1 τον σύγχισε με τον αδελφό του, προσθέτοντας ότι οι σωματότυποί τους είναι διαφορετικοί. Ο ΜΚ2 κατέθεσε φωτοαντίγραφο της άδειας οδήγησης του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2). Στις 23.11.15 κρίθηκε, κατόπιν επανεξέτασης, ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια. Αυθημερόν παρέδωσε την πρωτότυπη άδεια οδήγησής του στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, η οποία παραμένει στον προσωπικό του φάκελο. Ο κατηγορούμενος, μέσω του δικηγόρου του, ενημερώθηκε ότι έχει δικαίωμα να υποβάλει εκ νέου αίτηση για έκδοση άδειας οδήγησης μετά από παρέλευση τουλάχιστον έξι μηνών από την ακύρωση (Τεκμήριο 3). Αντεξεταζόμενος, κατέθεσε επιστολές μεταξύ του αρμόδιου υπουργείου και του δικηγόρου του στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενους δικαιούται να υποβάλει εκ νέου αίτηση για έκδοση άδειας οδήγησης (Τεκμήρια 4, 5, 6 και 7). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Ως μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε ο ΧΧΧΧΧ (ΜΥ1). Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧΧΧ, προσθέτοντας ότι ουδέποτε το είχε στην κατοχή του. Όταν κλήθηκε στον αστυνομικό σταθμό, μετέβηκε μαζί με τον αδελφό του (ΜΥ1). Μόλις εισήλθαν στο σταθμό, ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον αδελφό του ως τον οδηγό. Ακολούθως ο ΜΚ1 είπε για τον κατηγορούμενο ότι «μάλλον είναι αυτός». Διερωτήθηκε βάσει ποιας μαρτυρίας κατηγορείται ότι οδηγούσε το εν λόγω όχημα. Κατατέθηκαν επιστολές από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, ημερ. 14.12.15, και προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, ημερ. 11.5.16, στις οποίες αναφέρεται ότι η άδεια του κατηγορούμενου έχει ακυρωθεί στις 23.11.15 καθότι διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια (Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα). Ο ΜΥ1 είναι αδελφός του κατηγορούμενου. Μετέβηκαν μαζί στον αστυνομικό σταθμό όταν ο τελευταίος κλήθηκε εκεί. Ρώτησαν ποιος αστυφύλακας χειρίζεται την υπόθεσή του. Όταν εισήλθαν στο δωμάτιο που τους υπόδειξαν και είπαν στον αστυνομικό ότι ήταν εκεί για την υπόθεση του Β.Γ., ο αστυνομικός τους ρώτησε ποιος από τους δύο είναι ο Β.Γ. Του απάντησε: «Εσείς που τον είδατε και καταγγείλατε ότι έκανε επαναστροφή δεν μπορείτε να αναγνωρίσετε ποιος από τους δύο είναι ο Βρυώνης;». Τότε, τον ρώτησε ποιος είναι και αυτός απάντησε ότι είναι ο αδελφός του κατηγορούμενου και ότι ήρθε να τον συνοδεύσει ως δικηγόρος του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος οδηγούσε εκείνη τη μέρα. Στην υποβολή ότι ο αστυνομικός αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο σταθμό, απάντησε ότι διαφωνεί με τη θέση αυτή αφού η πρώτη ερώτηση του αστυνομικού όταν τους είδε ήταν ποιος από τους δύο ήταν ο Β.Γ. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν, προωθώντας τις θέσεις τους. Οι θέσεις του κατηγορούμενου ήταν ότι ο ίδιος δεν οδηγούσε εκείνη τη μέρα, ότι δεν έχει προσκομιστεί ικανοποιητική μαρτυρία που να το αποδεικνύει και ότι η άδεια οδήγησής του του έχει αποστερηθεί παράνομα από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Αντίθετα, η θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών στον απαιτούμενο βαθμό. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας

(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και να απορρίψει άλλο (Βασιλειάδης ν. Δημήτριος Γ. Σπύρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 123/09, ημερ. 14.10.15, Ιωάννου v. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Ο ΜΚ1 μου έκανε γενικά πολύ καλή εντύπωση. Περιέγραψε τις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διερεύνηση των αδικημάτων. Δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης γεγονότων ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Εκεί όμως που θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του είναι στην αναφορά του κατά την αντεξέταση ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο μόλις τον είδε στο σταθμό «πριν καν μιλήσει», λέγοντάς του «είσαι ο οδηγός». Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ούτε από την κυρίως εξέτασή του, ούτε από την γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο 1). Αντίθετα, στην κατάθεσή του αναφέρει: «Την 10.5.16 και ώρα 18:40 ο Β.Γ. προσήλθε στον σταθμό και μου ανάφερε ότι την επαγγελματική άδεια οδηγού του την πήρε η Αρχή Αδειών. Επίσης μου ανάφερε ότι το ταξί ήταν σταθμευμένο σπίτι του η ώρα 16:15 την 9.5.16 και δεν οδηγείτο από κανένα. Πληροφόρησα τον Β.Γ. ότι τον αναγνώρισα ως τον οδηγό που οδηγούσε το ΧΧΧΧΧ και διέπραξε το αδίκημα της επαναστροφής καθώς επίσης ότι οδηγούσε ταξί χωρίς να είναι κάτοχος επαγγελματικής άδειας οδηγού». Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι η διαφορά στους ισχυρισμούς του ΜΚ1 σ' ένα σημαντικό ζήτημα που άπτεται της χρονικής στιγμής της αναγνώρισης του οδηγού δεν μπορεί να αγνοηθεί. Πλην των ισχυρισμών αυτών όμως, βασιζόμενος στη συνολική εικόνα του μάρτυρα, η αξιοπιστία της υπόλοιπης μαρτυρίας του δεν επηρεάζεται. Ιδιαίτερη αναφορά στη μαρτυρία του που σχετίζεται με την αναγνώριση του οδηγού γίνεται σε μεταγενέστερο σημείο της απόφασης. Ο ΜΚ2 κρίνεται αξιόπιστος. Η μαρτυρία του ήταν τυπικής φύσης αφού το μεγαλύτερο μέρος της αφορούσε στη γραπτή επικοινωνία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και του δικηγόρου του κατηγορούμενου. Τα όσα ανάφερε υποστηρίζονται από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του κατά την αντεξέτασή του. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου παρουσιάζει αδυναμίες. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2, ο κατηγορούμενος επανέλαβε πολλές φορές ότι ο αρμόδιος Υπουργός διέταξε, κατά την έκφρασή του, να του επιστραφεί η άδεια οδήγησής του εντός 15 ημερών όταν έγινε αποδεκτή η ένστασή του. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του παρέπεμψε στα κατατεθέντα έγγραφα. Ο ΜΚ2 διαφώνησε με τη θέση αυτή. Μελέτη των εγγράφων δεικνύει ότι το περιεχόμενό τους δεν αντικατοπτρίζει τις θέσεις του κατηγορούμενου, αλλά επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του ΜΚ2. Όπως προκύπτει από την επιστολή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, ημερ. 24.6.16 (Τεκμήριο 6) προς τον δικηγόρο του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενους δικαιούτο να υποβάλει εκ νέου αίτηση για έκδοση άδειας οδήγησης. Αναφέρεται ρητώς ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να ανασταλεί η ακύρωση της άδειας οδήγησης στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την εξέταση. Επιπρόσθετα, ήταν η θέση του κατηγορούμενου κατά την αντεξέτασή του ότι ο ΜΚ1 προέβη σε κακόβουλη δίωξη εναντίον του, υποκινούμενος από υψηλόβαθμα στελέχη της αστυνομίας (τα οποία κατονομάζει) μετά από προτροπή συγκεκριμένου στελέχους του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Η θέση αυτή όμως δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ1 για να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί. Η παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει (Πολυκάρπου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149/15, ημερ. 25.4.17). Οι αδυναμίες αυτές στη μαρτυρία του κατηγορούμενου άπτονται σε ουσιαστικές πτυχές της εκδοχής του σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Ο ΜΥ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση με συνοχή, χωρίς να κλονιστεί σε οποιοδήποτε σημείο η αξιοπιστία του. Δεν παραγνωρίζω ότι πρόκειται για τον αδελφό του κατηγορούμενου. Θεωρώ όμως ότι με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον ήταν ο κατηγορούμενος που οδηγούσε εκείνη τη μέρα αφού δεν βρισκόταν μαζί του, προσθέτοντας ότι μπορεί να αναφέρει μόνο για τα όσα έγιναν την επόμενη μέρα στον αστυνομικό σταθμό όταν ήταν παρών. Το πρώτο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι το συστατικό στοιχείο της οδήγησης από τον κατηγορούμενο. Στοιχείο το οποίο ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Ανεξάρτητα από την απόρριψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και την αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ1 θα πρέπει να εξεταστεί το ασφαλές της αναγνώρισης από τον ΜΚ1 (Τουμάζου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/16, ημερ. 5.10.18). Και αυτό διότι η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου εξαρτάται ουσιαστικά από την αναγνωριστική μαρτυρία (Αθανασίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 10/15, ημερ. 27.10.15). Σχετικές είναι οι κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στην καθοδηγητική αγγλική απόφαση R v. Turnbull [1976] 3 All E.R. 549, η οποία υιοθετήθηκε από την κυπριακή νομολογία: «Σύμφωνα με την Turnbull το Δικαστήριο πρέπει να προειδοποιήσει τους ενόρκους, και στην περίπτωση των κυπριακών Δικαστηρίων τον εαυτό του, για τους κινδύνους που υπάρχουν όταν αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του προσώπου που διέπραξε το αδίκημα. Σύμφωνα με την Turnbull θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψιν το χρονικό διάστημα που ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο, την απόσταση, τις συνθήκες φωτισμού και άλλα στοιχεία, τα οποία καθορίζουν την ποιότητα της αναγνώρισης. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι φτωχή το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει περαιτέρω ενισχυτική μαρτυρία προτού καταδικάσει τον κατηγορούμενο» (Νεοφύτου v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 242). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΚ1 δεν αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγνώρισε τον οδηγό του οχήματος. Παραμένουν άγνωστες οι συνθήκες της αναγνωριστικής μαρτυρίας, όπως από ποια απόσταση είδε ο ΜΚ1 τον οδηγό, αν υπήρχε εμπόδιο στην ορατότητα δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με τον ΜΚ1, υπήρχε τροχαία κίνηση στο δρόμο που δεν επέτρεπε να ακολουθήσει το όχημα, για πόσο χρόνο διήρκησε η οπτική επαφή, αν η αναγνώριση στηρίζεται σε παροδική ματιά (fleeting glance), αν ο ΜΚ1 ήταν σε θέση να δει μόνο το κεφάλι του οδηγού ή μέρος του υπόλοιπου σώματός του κ.λπ. Οι αόριστες αναφορές του ΜΚ1 ότι αναγνώρισε τον οδηγό επειδή η φυσιογνωμία του ήταν «εύκολη» ή ότι ήταν ευκόλως αντιληπτό από το σωματότυπό του δεν επαρκούν. Πέραν αυτού, δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνδέει τον κατηγορούμενο με το εν λόγω όχημα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι κάποιος Α.Α. ανέφερε τον ΜΚ1 ότι εκμίσθωσε το όχημα στον κατηγορούμενο, δεν παραγνωρίζεται ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία. Η εξ ακοής μαρτυρία δεν απορρίπτεται για το μόνο λόγο ότι είναι εξ ακοής, ούτε όμως γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Προσδίδεται σε αυτή η δέουσα βαρύτητα υπό το φως των παραμέτρων των σχετικών νομικών αρχών (άρθρα 24 και 27 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9, Ανδρέου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 152, Τουμάζου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 142/14, ημερ. 17.12.15, Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2η έκδ., σελ. 320-331). Στην προκειμένη περίπτωση, τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ο ΜΚ1 ως εξ ακοής μαρτυρία αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό έκανε τη δήλωση στον ΜΚ1 δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο για να δοθεί η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να τον αντεξετάσει. Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνεται ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα εξυπηρετούσε τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης (Assad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 164/16, ημερ. 6.12.17). Ουδεμία άλλη μαρτυρία προσκομίστηκε που να συνδέει τον κατηγορούμενο με το εν λόγω όχημα. Εξάλλου ο κατηγορούμενος, κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, ζήτησε από αυτόν να προσκομίσει στοιχεία που να τον συνδέουν με τον Α.Α. και κατ' επέκταση με το εν λόγω όχημα. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι θα επικεντρωθεί στα αδικήματα που διαπίστωσε ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος. Παρά τις αναφορές του κατηγορούμενου στο σταθμό ότι «Δεν ήταν το ταξί μου που είδες» και «Εγώ δεν οδηγούσα το ταξί, το είχα σταθμευμένο», σύμφωνα με την κατάθεσή του ΜΚ1 (Τεκμήριο 1), εντούτοις δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε ενέργεια από την αστυνομία για να διαπιστωθεί κατά πόσον πρόκειται για το ίδιο όχημα. Οι πιο πάνω παράγοντες, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του ΜΥ1 σχετικά με τα όσα έγιναν όταν ο ίδιος και ο κατηγορούμενος προσήλθαν στον σταθμό, θεωρώ ότι δημιουργούν λογική αμφιβολία, η οποία αναδύεται από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, κατά πόσο οδηγός του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος (Mariano v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 112/14, ημερ. 20.11.15). Η απόδειξη των κατηγοριών και κάθε στοιχείου που τις συνιστά βαρύνει την κατηγορούσα αρχή. Υποθετικοί συλλογισμοί και υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, δεν επιτρέπονται (Κλεάνθους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 236/18, ημερ. 11.1.19). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό το συστατικό στοιχείο της οδήγησης από τον κατηγορούμενο. Στοιχείο το οποίο εμπεριέχεται σ' όλα τα αδικήματα, ως αναγράφεται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου. Συνεπώς, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η, 2η και 3η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτές. (Υπ.) ............ Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά: Επικίνδυνη οδήγηση κ.ά. [1] Άρθρο 3 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου (Ν.96(Ι)/00) [2] Άρθρο 49 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου (Ν.94(Ι)/01) [3] Άρθρο 7
(1)του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου (Ν.86/72) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.