Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λουκά, Αρ. Υπόθεσης: 22039/15, 13/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22039/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. XXXXX Λουκά Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 13 Μαΐου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ντ. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Θωμά Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 5.3.14 στη συμβολή των οδών Αδαμάντιου και Γλυκανίσσενας, στη Λεμεσό, οδηγώντας μηχανοκίνητο όχημα χωρίς επιμέλεια και προσοχή, προκάλεσε τροχαίο ατύχημα[1] (1η κατηγορία). Δεν παραδέχθηκε ενοχή. Σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες, παραδέχθηκε ότι οδηγούσε χωρίς ασφαλιστική κάλυψη (2η κατηγορία), άδεια οδήγησης (3η κατηγορία), πινακίδες εγγραφής (4η κατηγορία) και άδεια κυκλοφορίας (5η κατηγορία). Προς απόδειξή της 1ης κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τον Αστ. XXXX (ΜΚ1) και τον XXXXX Σπύρου (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 1). Στις 5.3.14 και ώρα 19:30 έγινε ατύχημα στη συμβολή των οδών Αδαμάντιου και Γλυκανίσσενας μεταξύ της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και του οχήματος που οδηγούσε ο ΜΚ
- Μισή ώρα αργότερα επισκέφθηκε τη σκηνή. Παρών ήταν ο ΜΚ
- Ο κατηγορούμενος είχε ήδη μεταβεί στο νοσοκομείο. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής (Τεκμήριο 2), το οποίο επεξήγησε στον ΜΚ
- Ο τελευταίος, αφού το κατανόησε, το υπόγραψε ως ορθό. Ακολούθως, επέστρεψε στη σκηνή ο κατηγορούμενος, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει το πρόχειρο σχέδιο. Ετοιμάστηκε συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3). Το σημείο σύγκρουσης (σημείο Χ) τοποθετήθηκε βάσει των ζημιών των δύο οχημάτων, τις εκδορές της μοτοσυκλέτας και του έντονου σκαψίματος που προκλήθηκε από τη σύγκρουση. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ημερ. 11.3.14 (Τεκμήριο 4). Σ' αυτή ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν έχει να πει οτιδήποτε σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος. Την ίδια μέρα κατηγορήθηκε γραπτώς (Τεκμήριο 5). Απάντησε: «Δεν παραδέχομαι την 1η κατηγορία. Παραδέχομαι τη 2η, 3η, 4η και 5η κατηγορία». Τα φώτα πέδησης του οχήματος του ΜΚ2 δεν λειτουργούσαν. Ούτε το πισινό αριστερό φως πορείας λειτουργούσε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι αρνήθηκε να ακούσει την εκδοχή του κατηγορούμενου. Ήταν η θέση του ότι, ως εξεταστής της υπόθεσης, εξέτασε το ατύχημα με αμεροληψία και συμπάθεια προς τον κατηγορούμενο, ο οποίος τραυματίστηκε. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 25.3.14 (Τεκμήριο 6). Οδηγούσε στην οδό Αδαμάντιου με δυτική κατεύθυνση με ταχύτητα περίπου 30-40 χ.α.ώ. Είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του καθότι είχε νυχτώσει. Σε κάποιο σημείο, ελάττωσε ταχύτητα με πρόθεση να στρίψει δεξιά, στην οδό Γλυκανίσσενας. Άρχισε να εφαρμόζει τα φρένα του 3-4 μέτρα περίπου πριν τη γωνία της παρόδου. Έλεγξε τα καθρεφτάκια και ο δρόμος πίσω του ήταν καθαρός. Μόλις άρχισε να στρίβει, άκουσε ένα δυνατό χτύπημα στο πίσω μέρος. Αρχικά δεν αντιλήφθηκε τι έγινε. Σταμάτησε το όχημά του και εξήλθε απ' αυτό. Είδε μια μοτοσυκλέτα κοντά στο πεζοδρόμιο και ένα νεαρό που ήταν κτυπημένος να πηγαίνει κουτσαίνοντας προς το πεζοδρόμιο. Τα φώτα πέδησής του δεν λειτουργούσαν. Δεν θυμάται αν χρησιμοποίησε το δεξί δείκτη του οχήματός του πριν στρίψει. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν πρόσφερε άλλη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 7). Όταν έγινε το ατύχημα ήταν βράδυ. Ο ΜΚ2 οδηγούσε το όχημά του στην αριστερή πλευρά του δρόμου, δίπλα από το πεζοδρόμιο, με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Τα πισινά φώτα του οχήματος του ΜΚ2 δεν λειτουργούσαν. Ξαφνικά και απροειδοποίητα ο ΜΚ2, χωρίς να ενεργοποιήσει το δείκτη του οχήματός του, έστριψε απότομα δεξιά και παράλληλα ανέπτυξε ταχύτητα. Είδε τον ΜΚ2 να μιλά στο κινητό. Αμέσως φρέναρε με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και να συρθεί στην άσφαλτο, κτυπώντας στο πίσω μέρος του οχήματος του ΜΚ
- Βρέθηκε κάτω από το όχημα. Τότε, ο ΜΚ2 άνοιξε την πόρτα του οδηγού και άρχισε να του ζητά συγνώμη. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και αφού έτυχε των πρώτων βοηθειών, επέστρεψε στη σκηνή. Εκεί βρισκόταν ο ΜΚ1, ο οποίος δεν επέτρεψε στον κατηγορούμενο να πει την εκδοχή του και δεν συμπεριφέρθηκε ως ανεξάρτητος εξεταστής. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είδε το όχημα του ΜΚ2 10-20 ή 25 μέτρα πριν τη στροφή, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς την απόσταση. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, η κα Χατζηκωνσταντίνου και ο κ. Θωμά, με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις θέσεις τους. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Ο ΜΚ1 μου έκανε θετική εντύπωση. Επεξήγησε με πληρότητα τις ενέργειές του για τη διερεύνηση του ατυχήματος, καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια. Θεωρώ ότι επιχείρησε να παρουσιάσει τις διαπιστώσεις του με αντικειμενικό τρόπο. Δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε μεροληπτική διάθεση ή προσπάθεια παραποίησης γεγονότων. Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του ΜΚ2 παρουσιάζει αδυναμίες σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Παραπέμπω σε αριθμό αντιφάσεων μεταξύ της κατάθεσής του (Τεκμήριο 6), την οποία υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, και της δια ζώσης μαρτυρίας του: Πρώτον, στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 6) αναφέρεται ότι γνώριζε ότι τα φώτα πέδησης του οχήματός του δεν λειτουργούσαν και ότι είχε πρόθεση να τα φτιάξει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε: «Όχι εν ηξέρω αν ήταν χαλασμένα. Μπορεί με τη φατσιά τζιείνην την ώρα να εσβήσαν. Εν ηξέρω». Τότε ο κ. Θωμά τον παρέπεμψε στην κατάθεσή του: E. Στη σελίδα 2 της κατάθεσης σου, να σε βοηθήσω να φρεσκάρεις τη μνήμη σου, αναφέρεις ότι, στις τρεις γραμμές από το τέλος κύριε Πρόεδρε. A. Πού; E. (Διαβάζει) ''γνωρίζω ότι τα φώτα πέδησης δεν λειτουργούν και είχα πρόθεση να τα φτιάξω.'' A. Εντάξει, δεν θυμούμαι. E. Δεν θυμάσαι. Άρα για να το λες ήταν χαλασμένα, έτσι; Στην κατάθεση σου. A. Για να το είπα σημαίνει ναι. Επειδή είπα συμφωνώ με την κατάθεση μου τώρα που με ρώτησε η δικηγόρος. E. Τζιαί απ' ό,τι φαίνεται το γνώριζες ότι ήταν χαλασμένα τζιαί παρά το ότι το εγνώριζες το έπιασες τζιαί το οδήγησες, έτσι; A. Ναι. Δεύτερο, στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 6) αναφέρεται ότι, πριν στρίψει, έλεγξε τα καθρεφτάκια του και ο δρόμος πίσω του ήταν καθαρός. Μετά που άκουσε ένα δυνατό χτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματός του, σταμάτησε και όταν κατέβηκε απ' αυτό, είδε τον κατηγορούμενο να κατευθύνεται κουτσαίνοντας προς το πεζοδρόμιο. Αντεξεταζόμενος όμως ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο όταν έστριβε. Τότε, ο κ. Θωμά τον παρέπεμψε και πάλι στην κατάθεσή του: E. Δηλαδή πότε τον είδες πρώτη φορά; Όταν κατέβηκες κάτω που το αυτοκίνητο ή μες το αυτοκίνητο; A. Μες το αυτοκίνητο που ελάττωσα τέλεια. Ήμουν σχεδόν τέλεια σταματημένος ας πούμε όσο τζιαί ετζιύλαν το αυτοκίνητο. Ούτε ταχύτητα είσιε μέσα. Μπορεί τζιαί να μεν είσιε ούτε ταχύτητα μέσα το αυτοκίνητο. Επήαιννα τέλεια σιγά, επάτουν τα στόπερ τζιαί την ώρα που εγύρισα που το παράθυρο είδα τον που επήαιννε πάνω στο πεζοδρόμιο. E. Κύριε μάρτυρα, στην κατάθεση σου αναφέρεις στη δεύτερη σελίδα (Διαβάζει) ''αρχικά δεν κατάλαβα ότι ήταν δυστύχημα και υπέθεσα ότι ήταν κάποιο άλλο πρόβλημα του αυτοκινήτου μου. Εγώ σταμάτησα το αυτοκίνητο στο σημείο που το βρήκατε, κατέβηκα κάτω και είδα μια μοτοσυκλέτα κοντά στο πεζοδρόμιο αριστερά στην οδό Αδαμαντίου. Είδα επίσης έναν νεαρό που ήταν...''- A. Τραυματισμένος. E. Μάλιστα. Άρα εσύ για πρώτη φορά είδες τον κατηγορούμενο όταν κατέβηκες κάτω που το αυτοκίνητο; A. Τζιαμέ στην κατάθεση είπα ότι ναι την ώρα που κατέβηκα που το αυτοκίνητο. E. Πότε τον είδες για πρώτη φορά; A. Λαλώ σου την ώρα που έκλωσα, την ώρα που έκλωσα τζιαί σταμάτησα. Τρίτον, στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 6) ήταν η θέση του ότι είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του «αφού είχε νυχτώσει». Για πρώτη φορά κατά την αντεξέτασή του όμως ανέφερε ότι είχε φως και ότι δεν ήταν τελείως νύχτα. Οι αντιφάσεις και παλινδρομήσεις στη μαρτυρία του, και μάλιστα σε ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής του, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί σ' αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί ούτε στη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Η εκδοχή που ανέφερε στο Δικαστήριο ήταν ότι το όχημα του ΜΚ2 ξαφνικά και απροειδοποίητα έστριψε απότομα δεξιά και παράλληλα ανέπτυξε ταχύτητα. Η θέση ότι ο ΜΚ2 ανέπτυξε ταχύτητα επαναλαμβάνεται σε δεύτερο σημείο της γραπτής δήλωσής του. Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ2 για να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει. Ούτε η θέση ότι, αμέσως μετά τη σύγκρουση, ο ΜΚ2 άρχισε να ζητά συγνώμη υποβλήθηκε σ' αυτόν (Τάκη v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599). Η παράλειψη υποβολής ουσιωδών θέσεων στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει (Πολυκάρπου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149/15, ημερ. 25.4.17). Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Προτού καταγραφούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σημειώνω τα ακόλουθα: Ως προς την εισήγηση της υπεράσπισης για αμεροληψία και πλημμελή διερεύνηση εκ μέρους του MK1 σημειώνω ότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από την προσαχθείσα μαρτυρία. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι ο ΜΚ1 αρνήθηκε να ακούσει τις θέσεις του. Ο κατηγορούμενος, ασκώντας το δικαίωμα της σιωπής, επέλεξε στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 4) να μην αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος. Αυτό δεν μπορεί να καταλογιστεί σε βάρος του κατηγορούμενου (Ανδρέου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 107/16, ημερ. 27.9.16). Ο ΜΚ1, όχι μόνο δεν αρνήθηκε να ακούσει τις θέσεις του κατηγορούμενου, αλλά, όπως προκύπτει από την εν λόγω κατάθεση, έκανε αριθμό συγκεκριμένων ερωτήσεων, δίδοντάς του μ' αυτό τον τρόπο την ευκαιρία να τοποθετηθεί. Και πάλι, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα ατύχημα. Αποτελεί όμως οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας, για την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων (Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307). Στη βάση των κοινών γεγονότων και της αξιόπιστης μαρτυρίας, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: στις 5.3.14 και ώρα 19:30 στη συμβολή των οδών Αδαμάντιου και Γλυκανίσσενας, στη Λεμεσό, ο κατηγορούμενος οδηγούσε μοτοσυκλέτα με δυτική κατεύθυνση. Ακολουθούσε το όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ2. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο τελευταίος επιχείρησε να στρίψει δεξιά στην οδό Γλυκανίσσενας, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν (σημείο Χ, Τεκμήριο 3). Από τις εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι στο όχημα του ΜΚ2 δεν λειτουργούσαν τα φώτα πέδησης και το αριστερό πισινό φανάρι πορείας. Η οδήγηση συναρτάται με την επιμέλεια και προσοχή. Η έλλειψή τους θεμελιώνει το αδίκημα της αμελούς οδήγησης (άρθρου 8, Ν.86/72). Ο βαθμός αμέλειας είναι ίδιος με τις αστικές υποθέσεις (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409). Το ερώτημα είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για τους υπόλοιπες χρήστες του δρόμου. Οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και οι παράμετροί του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα, και όχι του τέλειου οδηγού. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Ένας οδηγός υπέχει καθήκον τήρησης της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις (Σιλβέστρου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 151). Όταν η οδική συμπεριφορά συνδέεται ευθέως με το ατύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (Γιωργαλλή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 21). Η αμέλεια είναι πάντοτε συνυφασμένη με τον τόπο, χρόνο και όλες τις συνθήκες της κάθε περίπτωσης (Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου, Ποινική Έφεση 193/14, ημερ. 15.3.19). Στην προκειμένη περίπτωση, η απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας ως προς τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος καθιστούν αδύνατο για το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα και μάλιστα στον απαιτούμενο βαθμό (Κουσουλίδης v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 10/18, ημερ. 9.11.18). Υποθετικοί συλλογισμοί και υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, δεν επιτρέπονται (Κλεάνθους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 236/18, ημερ. 11.1.19). Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία της 1ης κατηγορίας δεν έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτή. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά: Αμελής οδήγηση [1] Άρθρο 8, Ν.86/72 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο