← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 5850/16, 26/6/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 5850/16, 26/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5850/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧ Ιωάννου Κατηγορούμενου -------------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού με κα. Χρ. Σίρτσιην και κ. Κ. Ανδρεάκο Για τον Κατηγορούμενο: Παρουσιάζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: παρών --------------------------------------- (Στενοτυπημένα πρακτικά λαμβάνονται από τη στενοτυπίστρια XXXXX Γεωργίου) --------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 91(A) του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 23 Οκτωβρίου του 2014 στη Λεμεσό, προκάλεσε ανησυχία στην παραπονούμενη, δηλαδή την Μ.Κ.2, απειλώντας την με την παράνομη πράξη, δηλαδή της είπε «απόψε εν να σε σκοτώσω, εν να σε καθαρίσω». ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική διάταξη του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Οι πιο πάνω αποφάσεις αφορούσαν το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το αδίκημα της απειλής Βιαιοπραγίας, το λεκτικό του οποίου είναι διαφορετικό από το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: 91. Όποιος- . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι, πέραν της απειλής η οποία δεν πρέπει να είναι κενή περιεχομένου, και ο σκοπός για τον οποίον γίνεται. Ουσιαστικά, αναζητείται η πρόθεση του κατηγορούμενου που εκτοξεύει μια τέτοια απειλή και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, είναι διαφορετικό. Εκτός από την απόδειξη της απειλής για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, η οποία απειλή θα πρέπει να εξετάζεται αντικειμενικά, απαιτείται και η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον άλλο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το κριτήριο και σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να είναι αντικειμενικό ή εδώ θα πρέπει να είναι υποκειμενικό ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως είναι συνταγμένο το εν λόγω άρθρο, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ερμηνεία από το ότι το κριτήριο κατά πόσο προκαλείται τρόμος ή ανησυχία στον άλλο θα πρέπει να είναι υποκειμενικό και να εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Τυχόν εφαρμογή αντικειμενικού κριτηρίου θα προϋπόθετε στην πρόσθεση λέξεων στο άρθρο κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ποινικοποιήσει την απειλή με βάση την πρόθεση που είχε κάθε κατηγορούμενος όταν την εκτόξευε και συγκεκριμένα την πρόθεση του να προκαλέσει φόβο ή τρόμο στον άλλο, θα το έλεγε ξεκάθαρα. Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το κριτήριο θα ήταν αντικειμενικό και θα εξεταζόταν η πρόθεση που είχε ο κάθε κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα και κατά πόσο εν τέλει προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή φόβος στο θύμα. Στην Αγγλία, όπου διάφορα νομοθετήματα δημιουργούν ξεχωριστά αδικήματα τα οποία έχουν ως συστατικό στοιχείο την απειλή για άσκηση βίας ή την απειλή για πρόκληση θανάτου ή ζημιάς σε περιουσία ή πρόκληση ενόχλησης το λεκτικό τους είναι ξεκάθαρο και εκείνο που αναζητείται είναι η πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα και όχι το αποτέλεσμα στο θύμα αυτό καθεαυτό. (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2009, para. 29-68, p. 2718, para. 19-129, p. 2718 και p. 2229-2230, στις παραγράφου 23-32 - 23-35a). Με βάση το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι το αποτέλεσμα της απειλής το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στον άλλο τρόμου ή ανησυχίας και αυτό θα πρέπει να εξαρτάται από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) και συνεπώς η Μ.Κ. 1 θα αξιολογηθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Στην υπόθεση Σκορδέλλη - ν - Δημοκρατίας κ.α. Ποινικές Εφέσεις 101 - 104 ημερ. 6/6/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επισημαίνουμε και τονίζουμε ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.» Στην Σιβιτανίδης κ.α. - ν - Δημοκρατίας 2011 2 ΑΑΔ σελ. 166, τονίστηκε ότι μικρές διαφορές στη μαρτυρία πάντοτε υπάρχουν. Όμως, για να επέμβει το Εφετείο, αυτές θα πρέπει να είναι τέτοιες που είτε να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, είτε να είναι ουσιαστικής μορφής, ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 75). Η νομολογία δέχεται ότι μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία, που κατά τα άλλα είναι πειστική, και καταδείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 104). Το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο θα παραθέσει τη μαρτυρία ενός εκάστου μάρτυρα και θα προβαίνει στην αξιολόγηση και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, στην οποία αρνήθηκε τα όσα του καταλογίζονται και ακολούθως τον κατηγόρησε, όπου ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και ακολούθως ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 2 και 3 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, ως επίσης και τη γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε σε αυτόν. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και ανέφερε ότι δεν έχει προβεί σε οποιανδήποτε άλλη ενέργεια. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στις ενέργειες που έγιναν και στις συνθήκες και στους λόγους κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών. Αναφέρθηκε επίσης ότι στον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε καν το ΓεΣΥ, απαντώντας στη σχετική υποβολή που του έγινε αναφορικά με παράπονο για τη μη εξυπηρέτηση του πατέρα του. Αρνήθηκε, επίσης, υποβληθείσα θέση ότι υπήρχε κωλυσιεργία στη λήψη της κατάθεσης και ότι γελούσε όταν λαμβανόταν η κατάθεση, παραπέμποντας ευθέως στις ώρες που καταγράφονται στα Τεκμήρια 2 και
  1. Ο μάρτυρας αυτός αξιολογείται κάτω και από το νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την αξιολόγηση των ανακριτών και το Δικαστήριο παρακολουθώντας τον με ιδιαίτερη προσοχή κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχει σχηματίσει καλή εντύπωση για τον μάρτυρα και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτό είτε στη μαρτυρία του, είτε στην εκτέλεση των καθηκόντων του και το Δικαστήριο αποδέχεται τις εξηγήσεις του μάρτυρα περί μη κωλυσιεργίας στην εκτέλεση των καθηκόντων του, διότι οι ώρες που καταγράφονται στα Τεκμήρια 2 και 3 μιλούν από μόνες τους σε σχέση πάντα με το πότε έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν και αποδέχεται το Δικαστήριο τις εξηγήσεις του μάρτυρα ότι επέδειξε κάθε σοβαρότητα και υπευθυνότητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ. 2 είναι η παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση, η οποία υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το Τεκμήριο 4, στην οποία ουσιαστικά αναφέρει ότι στις 23 Οκτωβρίου του 2014 ο κατηγορούμενος η ώρα 00:45 προσήλθε στο Τμήμα των Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου φώναζε και η μάρτυρας τον ρώτησε γιατί φώναζε και αυτός ήταν θυμωμένος, όπου της εκστόμισε, συμπεριλαμβανομένων και άλλων υποτιμητικών εκφράσεων, τη φράση που αναφέρεται στο Κατηγορητήριο. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δημιούργησε αναστάτωση και με μια διαλογική συζήτηση που είχε με μια κοπέλα την έπιασε από τα μαλλιά και από τον λαιμό και πίστευε η μάρτυρας, από τις κινήσεις του, ότι θα της έκανε κακό εάν συνέχιζε. Εκείνην τη στιγμή επενέβη ακόμη ένας νεαρός όπου τον ακινητοποίησε και με τη βοήθεια ένστολων Αστυνομικών αλλά και κάποιων πολιτών τον μετέφεραν εκτός του Τμήματος των Πρώτων Βοηθειών. Η μάρτυρας ένιωσε φόβο και προσβολή από τα λόγια που της είπε και δημιούργησε αναστάτωση στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το άτομο που την είχε απειλήσει. Αντεξεταζόμενη αναφέρθηκε στη χρονική στιγμή όπου έγινε το επίδικο περιστατικό, ανέφερε ότι δεν ξεχνά τα άτομα που απειλούν να την σκοτώσουν ή να κάνουν κακό σε γιατρό. Επανέλαβε το περιστατικό όπου ο κατηγορούμενος έπιασε από τα μαλλιά και από τον λαιμό την άλλη κυρία, ουσιαστικά είναι η Μ.Υ.1, και που Αστυνομικοί και πολίτες τον απομάκρυναν για να την σώσουν και αναφέρθηκε ότι δέχτηκε τηλεφωνήματα από ανώνυμους για να αποσύρει την καταγγελία, όχι όμως από τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι ο λόγος που ήθελε να συνεχίσει την υπόθεση είναι γιατί ο κόσμος ήθελε να καταλάβει τον ρόλο που παίζουν οι γιατροί και οι νοσηλευτές στις Πρώτες Βοήθειες, περιγράφοντας και τον ρόλο ενός γιατρού και ειδικότερα στις Πρώτες Βοήθειες και επανέλαβε τη θέση της ότι ένιωσε φόβο, αλλά εξέφρασε την ετοιμότητα να δεχθεί την απολογία του κατηγορούμενου εάν αυτή εκφραστεί και παραδεχτεί την επίδικη κατηγορία, λέγοντας ότι ούτε την τιμωρία του κατηγορούμενου θέλει, ούτε την ταπείνωση του. Ανέφερε, επίσης, ότι υπάρχουν προβλήματα στις Πρώτες Βοήθειες, αλλά δεν σημαίνει ότι δίδει στον κάθε ένα το δικαίωμα να απειλήσει γιατρό που προσπαθεί να βοηθήσει ασθενείς. Το Δικαστήριο την έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα την μάρτυρα, λόγω ακριβώς της ιδιότητας της και το Δικαστήριο έχει σχηματίσει άριστη εντύπωση για το πρόσωπο της, λόγω του ότι και η μάρτυρας απαντούσε με απλότητα και χωρίς αντιφάσεις, με λεπτομέρεια και παραστατικότητα. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε μεροληπτικό κίνητρο εναντίον του κατηγορούμενου, αλλά απεναντίας ήταν έτοιμη να δεχθεί τη συγγνώμη του κατηγορούμενου, νοουμένου ότι παραδεχόταν ο κατηγορούμενος ότι εκστόμισε αυτές τις κατηγορίες. Χωρίς κανέναν δισταγμό το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Ο Μ.Κ.3 υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 5, στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη και γενικά τα όσα έλαβαν χώρα την επίδικη βραδιά, στην εκστόμιση διάφορων υβριστικών εκφράσεων του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη, με αποκορύφωμα την απειλή ότι «εν να την σκοτώσει». Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το άτομο που απείλησε την παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι περιστατικά όπως και το επίδικο σπάνια συμβαίνουν με τόση αναστάτωση και απειλή εναντίον του γιατρού ότι θα τον σκοτώσουν, πράγμα πρωτάκουστο. Επανέλαβε το περιστατικό που ο κατηγορούμενος επιτέθηκε σε άλλη γυναίκα, ουσιαστικά είναι η Μ.Υ.1 και ουσιαστικά δεν πήρε την Μ.Υ.1 ο κατηγορούμενος από το κεφάλι φιλικά, ως ήταν η υποβληθείσα θέση του κατηγορούμενου, και ακολούθως ένα άλλο άτομο προσπάθησε να σώσει την Μ.Υ
  2. Ο Μ.Κ.3 έδωσε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο, αφού το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει και αυτόν με ιδιαίτερη προσοχή και παρατηρητικότητα, λόγω του ότι ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας του εν λόγω περιστατικού. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ήδη την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ.2, ο μάρτυρας ήταν πηγαίος, άμεσος, απόλυτος, παραστατικός και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία του και ούτε οποιαδήποτε μεροληπτική στάση εναντίον του κατηγορούμενου. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ.3 ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.4 υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 6, στην οποία περιγράφει το ίδιο περιστατικό, με εξαίρεση την επίδικη φράση και με την προσθήκη ότι κάλεσε τον κατηγορούμενο με ήρεμο τρόπο να βγει έξω από τον χώρο των Πρώτων Βοηθειών αρχικά, αλλά ακολούθως όταν έγινε το περιστατικό με την Μ.Υ.1 ο μάρτυρας με ένα άλλο άτομο ακινητοποίησαν τον κατηγορούμενο και του επέστησαν την προσοχή του στον Νόμο, χωρίς ο κατηγορούμενος να πει κάτι. Ακολούθησε η σύλληψη του κατηγορούμενου για τα αυτόφωρα αδικήματα και με την επίστηση της προσοχής του κατηγορούμενου στον νόμο και με την απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη θέση του ότι ήταν παρών στο επίδικο μέρος, αρνούμενος την υποβληθείσα θέση ότι δεν ήταν παρών στο μέρος, επαναλαμβάνοντας ταυτόχρονα τα όσα εξιστόρησε στην κατάθεση του και τα όσα ακολούθησαν με την άφιξη άλλων συναδέλφων Αστυνομικών. Το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει και αυτόν τον μάρτυρα με αρκετή προσοχή κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και το Δικαστήριο αποκόμισε πολύ θετική εικόνα γι' αυτόν τον μάρτυρα και ο οποίος και αυτός απαντούσε με αμεσότητα, παραστατικότητα, φυσικότητα, ήταν πηγαίος, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ήταν παρών στο όλο περιστατικό και το ότι δεν άκουσε την επίδικη φράση είναι απολύτως λογικό, διότι η φράση έγινε στον χώρο μέσα των Πρώτων Βοηθειών και που το Δικαστήριο αποδέχτηκε μέσα από τη μαρτυρία και αξιολόγηση των Μ.Κ.2 και
  3. Με βάση το νομολογιακό πλαίσιο ο κάθε μάρτυρας δίδει μαρτυρία με βάση τα δικά του προκρίματα, βιώματα και προτεραιότητες. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο αποδέχεται την μάρτυρα του Μ.Κ.4 ως αληθή και αξιόπιστη. Με το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Κ.4 η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της και ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαίωμα του, έδωσε μαρτυρία ενόρκως και κάλεσε μία μάρτυρα υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος στη σύντομη κυρίως εξέταση του επανέλαβε τη θέση του και το παράπονο του για το σύστημα υγείας και τη θέση του ότι επιθυμεί να αναπαυθεί η ψυχή του πατέρα του. Στην πολύ σύντομη αντεξέταση του αρνήθηκε τις υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την επίδικη κατηγορία λέγοντας ότι μπορεί να παραφέρθηκε εν βρασμώ ψυχής. Ομολογουμένως υπήρξε σύντομη κυρίως εξέταση και αντεξέταση του και το κύριο ζητούμενο είναι ότι ο κατηγορούμενος ουσιαστικά αρνήθηκε την επίδικη κατηγορία και ανέφερε ότι μπορεί να παραφέρθηκε. Το Δικαστήριο όμως είδε, αξιολόγησε τις μαρτυρίες των Μ.Κ.2 και 3 και ιδίως της Μ.Κ.2 και διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε την επίδικη κατηγορία και προκάλεσε τρόμο στην Μ.Κ.2 και συνεπώς ότι είπε ο κατηγορούμενος είχαν ως στόχο την απενεχοποίηση του και δεν γίνονται αποδεχτά από το Δικαστήριο. Η Μ.Υ.1 στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι είναι η αδελφότεκνη του κατηγορούμενου και την επίδικη βραδιά υπήρχε καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση του πατέρα του κατηγορούμενου που είναι παππούς της και ο οποίος ήταν πολύ σοβαρά εκείνην τη μέρα. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν το άτομο που συνεχώς φρόντιζε τον πατέρα του, ήταν επίσης, ο κατηγορούμενος ο συμπαραστάτης της οικογένειας, δεν είδε τον κατηγορούμενο να κτυπά ή να σκοτώνει και φρόντιζε την ίδια από την ηλικία των 3 ετών και δεν άκουσε τον κατηγορούμενο να βρίζει ή να απειλεί τη γιατρό ότι θα την σκοτώσει και περιέγραψε τη συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο και την ενημέρωσε ότι ο παππούς της δεν είχε ακόμη εξυπηρετηθεί, αποδίδοντας το όλο περιστατικό σε παρεξήγηση όταν ο κατηγορούμενος πήγε να την πιάσει και να την βγάλει έξω, διότι οι παρευρισκόμενοι παρεξήγησαν τις προθέσεις του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενη ανέφερε τι γνωρίζει για την παρούσα υπόθεση και ανέφερε ότι δεν είδε τον κατηγορούμενο να βρίζει ή να απειλεί την παραπονούμενη, ούτε να κτυπά κάποιον. Αναγνώρισε την κατάθεση της, δηλαδή το Τεκμήριο 7, στην οποία αναφέρει ότι ήταν την επίδικη μέρα στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών με τον παππού της, όπου γύρω στις 00:45 ήρθε ο κατηγορούμενος όπου αντάλλαξε κουβέντες με τον επί καθήκον ιατρικό προσωπικό, επειδή νόμισε ότι οι γιατροί ευθύνονταν για το ότι είχε αργήσει ο παππούς της να εξεταστεί. Μετά ήρθε ο κατηγορούμενος κοντά της και την έπιασε από το λαιμό, επειδή η ίδια τον είχε σπρώξει για να φύγει και να σταματήσει να ενοχλεί, και ο κατηγορούμενος της είπε να μην ανακατεύεται και τότε είδε τους Αστυνομικούς να έρχονται προς το μέρος τους. Ένα άτομο έπιασε τον θείο της και τον έβγαλε έξω για να μην φωνάζει και τον βοήθησαν οι Αστυνομικοί. Η μάρτυρας στην κατάθεση της είπε ότι δεν έχει κάποιο παράπονο από τον θείο της και δεν προτίθεται να καταθέσει στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια της αντεξέτασης της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την πήρε από τον λαιμό σαν αγκαλιά για να την βγάλει έξω και αυτή η χειρονομία είχε παρεξηγηθεί ότι ήταν άσκηση βίας, επιρρίπτοντας ευθύνη, αλλά και άγνοια για τον τρόπο που γράφτηκε αυτό το περιστατικό στην κατάθεση της. Όταν της υποβλήθηκαν οι θέσεις για το τι εκστόμισε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης φράσης, απάντησε ότι δεν θυμάται κάτι τέτοιο και δεν ξέρει εάν έγινε κάτι μετά που βγήκε η ίδια έξω και αναφέρθηκε στις παροτρύνσεις που έπαιρνε από τον κατηγορούμενο για να μπει όσο πιο γρήγορα μέσα ο παππούς της στις Πρώτες Βοήθειες. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και ότι τον φοβάται και ότι δεχόταν πιέσεις από τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή και παρατηρητικότητα την Μ.Υ.1, λόγω ακριβώς του ότι και η Μ.Υ.1 προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να επιβεβαιώσει το άλλοθι του κατηγορούμενου, αλλά και ότι εν μέρει ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας. Η Μ.Υ.1 άφησε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο, διότι ήταν έκδηλη η προσπάθεια της να απενεχοποιήσει τον κατηγορούμενο και είναι επί αυτού του σημείου που επιστρατεύτηκε και κλήθηκε να υπερασπιστεί το άλλοθι του κατηγορούμενου, το οποίο κρίθηκε ως αναξιόπιστο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι Μ.Κ.2 και 3 κρίθηκαν αξιόπιστοι, κυρίως η Μ.Κ.2 που είναι η παραπονούμενη, και η προσυνεννόηση της με τον κατηγορούμενο ήταν έντονη, αφού σε κάποιο σημείο ο κατηγορούμενος στην ακροαματική διαδικασία έκανε νεύματα στην μάρτυρα και το Δικαστήριο επενέβη, η μάρτυρας προσπάθησε να εξωραΐσει την εικόνα του κατηγορούμενου προβάλλοντας υστερόβουλα τη θέση ότι παρεξηγήθηκε η ενέργεια του κατηγορούμενου να την πιάσει, αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρει στην κατάθεση της, αλλά ξεκάθαρα γράφει η Μ.Υ.1, στην κατάθεση της ότι ο κατηγορούμενος την έπιασε από τον λαιμό και η δικαιολογία που προσπάθησε να προωθήσει προφορικά αντιστρέφεται το γράμμα της κατάθεσης της και όπου δεν θα υπήρχε λόγος στην κατάθεση της να αναφέρει ότι δεν έχει παράπονο, διότι δεν είναι λογικό να αναφέρει ότι δεν έχει παράπονο εάν πράγματι δεν ήταν επιθετικός και βίαιος ο κατηγορούμενος εναντίον της και εν πάση περιπτώσει, επί αυτού του σημείου κρίθηκαν αξιόπιστοι οι Μ.Κ.2 και
  4. Οι αναφορές της ότι τις ώρες τις έγραψε ο Αστυνομικός και γενικά η επίρριψη εν μέρει ευθυνών στον Αστυνομικό που πήρε την κατάθεση της κρίνονται ως υστερόβουλες σε μια προσπάθεια της να απενεχοποιήσει τον κατηγορούμενο. Οι αναφορές της ότι δεν θυμάται την εκστόμιση της απειλής και ότι δεν ξέρει εάν έγινε κάτι την ώρα που βγήκε έξω κρίνονται από το Δικαστήριο ότι εμπίπτουν στο ίδιο πλαίσιο να απενεχοποιήσει τον κατηγορούμενο και να τον καλύψει από την ένοχη συμπεριφορά του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο χωρίς να επαναλαμβάνει αυτολεξεί τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, κρίνει ότι τα ευρήματα και συμπέρασμα που εξάγονται από την πιο πάνω αξιολόγηση είναι ότι ο κατηγορούμενος στις 23 Οκτωβρίου του 2014, η ώρα 00:45, στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού απείλησε την Μ.Κ.2 με τη φράση που αναφέρεται στο Κατηγορητήριο προκαλώντας σε αυτήν φόβο, τόσο στην ίδια, αλλά και αντικειμενικά θα προκαλούσε να προκληθεί φόβος στον οποιοδήποτε, καθότι η εκστόμιση απειλής για τη ζωή κάποιου εξ αντικειμένου μπορεί να προκαλέσει φόβο στον οποιονδήποτε και κατ' επέκταση τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Απειλή 91.Α cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.