← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 26013/15, 3/6/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 26013/15, 3/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B28 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26013/15 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Aρχή -εναντίον- ΧΧΧΧΧ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορούμενος ---------------------------------- Ημερομηνία: 3η Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χριστίνα Θεμιστοκλέους Για τον κατηγορούμενο: κα. Έλενα Ιωάννου Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 6ην Σεπτεμβρίου 2014 στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της παραπονούμενης από τη Λεμεσό. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Κ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το τεκμήριο
  2. Σε αυτήν αναφέρει ότι την επίδικη βραδιά βρισκόταν στο επίδικο μπαράκι μαζί με την παραπονούμενη φίλη της, ήτοι την Μ.Κ. 2 σε ένα πάρτι γενεθλίων μαζί με άλλους φίλους τους, όπου σε κάποια στιγμή διαπίστωσε ότι χαμήλωσε απότομα η μουσική και την παρουσία της αστυνομίας, έγινε κάποια συζήτηση με την αστυνομία για το θέμα της μουσικής, όπου ουσιαστικά έγινε μια οχλαγωγία από τον κόσμο που προσπαθούσε να εξηγήσει στην αστυνομία να παραμείνει ανοικτή η μουσική. Σε κάποια φάση είδε τον κατηγορούμενο να ρίχνει ένα κομμάτι ξύλο προς τα πάνω και τότε οι συνάδελφοι του αστυνομικοί τον έβγαλαν έξω από το μπαράκι. Τότε η παραπονούμενη, ενώ στεκόταν στο σκαλί της εισόδου και ο κατηγορούμενος κάτω από αυτό, είπε στον κατηγορούμενο ότι δεν αρμόζει σε αστυνομικό να πετάει ξύλα διότι μπορεί να κτυπήσει κάποιον και τότε ο κατηγορούμενος χαστούκισε την παραπονούμενη στο πρόσωπο και της είπε ότι αυτός ότι θέλει κάνει. Μετά από αυτό το επεισόδιο τον έπιασαν δύο άνδρες αστυνομικοί που δεν φορούσαν στολή και τον απομάκρυναν και ο κατηγορούμενος προέβαινε σε άτσαλες χειρονομίες, άνοιγε και έκλεινε τα χέρια του με δύναμη, με αποτέλεσμα η μάρτυρας που ήταν πίσω του να πέσει στο έδαφος, χωρίς όμως ο κατηγορούμενος να το κάνει αυτό εσκεμμένα. Η ίδια σε καμία περίπτωση δεν άγγιξε του κατηγορούμενου και ούτε είδε κάποιον που στεκόταν εκεί μαζί τους να προσπαθεί να πάρει τις επωμίδες του κατηγορουμένου, ούτε η ίδια έκανε όποιανδήποτε φασαρία στο μέρος. Ακολούθως απομάκρυναν τον αστυνομικό, οι ίδιες συγκλονίστηκαν, μπήκαν μέσα στο μπαράκι, έπιασαν τις τσάντες τους και πήγαν στον αστυνομικό σταθμό, όπου είπαν σε κάποιον αστυνομικό τι έγινε και τους έδωσε έγγραφο για να πάνε στο νοσοκομείο, όπου πήγαν απ΄ ευθείας και δεν είδαν εκεί τον κατηγορούμενο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, καθώς επίσης και το τεκμήριο 2 που είναι το παραπεμπτικό που αφορά την ίδια για να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση στο νοσοκομείο Λεμεσού, επανέλαβε την θέση της ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να την σπρώξει και δεν υπήρξε οποιαδήποτε απολογία εκ μέρους του κατηγορούμενου, τον οποίο δεν γνώριζε από πριν. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στην αναστάτωση που δημιουργήθηκε λόγω της παρουσίας της αστυνομίας στον χώρο και που είχε ως επίκεντρο την διαφωνία των θαμώνων στο να σταματήσει η μουσική, δεν άκουσε απειλές εναντίον των αστυνομικών και ούτε αντιλήφθηκε οι θαμώνες να εκτοξεύουν ποτήρια και μπουκάλες εναντίον των αστυνομικών και να τους βρίζουν και να βρίζουν τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης και να προσπαθούν να τους κτυπήσουν ως ήταν η σχετική υποβληθείσα θέση. Αναφέρθηκε στον αριθμό των θαμώνων που υπήρχαν εκεί, στο πότε αντιλήφθηκε την παρουσία του κατηγορουμένου και στο ρίξιμο ενός ξύλου από τον κατηγορούμενο προς το μέρος του DJ, αρνούμενη ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε το ξύλο ως ασπίδα για να προστατευθεί από τα αντικείμενα που του πέταγαν οι θαμώνες, λέγοντας επίσης ότι το ξύλο λόγω του σχήματος του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ασπίδα, δεν είδε τον κατηγορούμενο να κτυπιέται από θαμώνες και να τον βρίζουν, ως ήταν η υποβληθείσα θέση. Περιέγραψε εκ νέου το μέρος και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος χαστούκισε την παραπονούμενη και το που βρίσκονταν η ίδια, ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι εσκεμμένα αναφέρει ότι δεν είδε ή δεν άκουσε οτιδήποτε και ότι η ίδια και η παραπονούμενη επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο και του τράβηξαν τις επωμίδες του και ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να την σπρώξει προς τα πίσω για να πάρει την επωμίδα του, εξέφρασε άγνοια κατά πόσο υπήρχε επικοινωνία μεταξύ του κατηγορούμενου και του πατέρα της παραπονούμενης για άρση του παραπόνου που προέβαλε ο κατηγορούμενος, αρνούμενη ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι η ίδια προέβηκε στην κατάθεση της εκδικητικά λόγω της μη άρσης του παραπόνου εκ μέρους του κατηγορούμενου και λόγω των κατηγοριών που αντιμετώπιζε η ίδια όταν έδινε την κατάθεση της, υπεραμυνόμενη το παράπονο που έγινε εναντίον του κατηγορούμενου, το βάσιμο του παραπόνου και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υποβλήθηκε το εν λόγω παράπονο. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η παραπονούμενη, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της - τεκμήριο 3, στην οποία και αυτή με την σειρά της κάνει αναφορά στον λόγο παρουσίας της στο εν λόγω μπαράκι, την παρεξήγηση και αναστάτωση που προκλήθηκε για το ζήτημα της μουσικής, την εκτόξευση του ξύλου από τον κατηγορούμενο, την απομάκρυνση του κατηγορουμένου από συναδέλφους του, όπου ακολούθως η ίδια έξω από το σκαλί της πόρτας που ήταν η ίδια και σε κοντινή απόσταση η Μ.Κ. 1, ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι είναι ντροπή και αίσχος ένα όργανο της τάξης να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο και να ρίχνει ξύλο και αυτός απάντησε πως ότι θέλει κάνει και την χαστούκισε στο πρόσωπο δεξιά και τότε δύο αστυνομικοί τον απομάκρυναν και σε εκείνη την φάση έκανε απότομες κινήσεις με τα χέρια του ανοιγοκλείνοντας τα με ένταση και έσπρωξε χωρίς πρόθεση την Μ.Κ. 1 προς το έδαφος. Η ίδια δεν ακούμπησε τον κατηγορούμενο και ούτε προσπάθησε να του πάρει τις επωμίδες και ούτε τον προκάλεσε. Κατονόμασε επίσης του εκεί παρόντες που είδε το χαστούκισμα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο και ακολούθως μετέβηκε στην αστυνομία, όπου αστυνομικός έδωσε στην ίδια και στην Μ.Κ. 1 έντυπο εξέτασης από ιατρό του νοσοκομείου, όπου και μετέβησαν. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναφέρθηκε στο παράπονο που έγινε στην ανεξάρτητη αρχή διερεύνησης παραπόνων εναντίον μελώς της αστυνομίας, κατέθεσε ως τεκμήριο 4 το ιατρικό έντυπο για να εξεταστεί από ιατρό του νοσοκομείου, καθώς επίσης και την έκθεση που ετοιμάστηκε μετά την εν λόγω εξέταση, καταθέτοντας επίσης ως τεκμήριο 5 το ηλεκτρονικό μήνυμα που αφορούσε την υποβολή του παραπόνου της στην πιο πάνω αναφερόμενη αρχή, υπεραμυνόμενη την αλήθεια του παραπόνου και των λόγων που υπέβαλε το εν λόγω παράπονο στην πιο πάνω αρχή. Η μάρτυρας δεν δέχθηκε οποιαδήποτε απολογία από τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις στην έκταση που γνώριζε και θυμόταν αναφορικά με την παρουσία των αστυνομικών στον χώρο για το θέμα της μουσικής, δεν παρατήρησε οποιαδήποτε εχθρική στάση εναντίον των ασυνομικών από θαμώνες και να διαμαρτύρονται να μην κατασχεθούν τα μεγάφωνα, εξέφρασε άγνοια για τον λόγο παρουσίας του κατηγορούμενου στον χώρο όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι κλητεύθηκε για να επιβάλει ο κατηγορούμενος την τάξη, επικεντρώνοντας και επαναλαμβάνοντας η μάρτυρας το παράπονο της εναντίον του κατηγορουμένου, τους λόγους που το υπέβαλε και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος την χαστούκισε και της είπε αυτά που είπε. Δεν αντιλήφθηκε η ίδια να βρίζουν τον κατηγορούμενο και να του πετάνε οι θαμώνες ποτήρια και μπουκάλια, επανέλαβε και υπεραμύνθηκε της θέσης της ότι ο κατηγορούμενος έριξε ένα κομμάτι ξύλο προς την πλευρά του DJ και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις περί χρησιμοποίησης του ξύλου ως ασπίδας, εξέφρασε άγνοια, χωρίς να το αποκλείει όμως, ως προς το ότι συνάδελφοι του κατηγορούμενου τον απομάκρυναν από την σκηνή. Ερωτήθηκε επίσης για τον αριθμό των θαμώνων, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι η εκδοχή της δεν ευσταθεί, υπεραμυνόμενη ταυτόχρονα της εκδοχής της, αρνούμενη επίσης την εκδοχή του κατηγορούμενου που της υποβλήθηκε ότι η ίδια με την Μ.Κ. 1 επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο και του τράβηξαν την επωμίδα με αποτέλεσμα να σκιστεί το κουμπί της επωμίδας, να πέσει κάτω στο έδαφος και να σκιστεί το πουκάμισο του κατηγορούμενου. Ανέφερε επίσης η μάρτυρας ότι εάν ο κατηγορούμενος της ζητούσε συγγνώμη ίσως και να μην τον κατάγγελνε, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν υπέστη οποιονδήποτε τραυματισμό, αναφέρθηκε στο χρονικό διάστημα μετάβασης της στην αστυνομία και στο νοσοκομείο, αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι η ίδια δημιούργησε την οποιανδήποτε εκδορά στο πρόσωπο της και ότι έπλασε την εκδοχή της για να υπεραμυνθεί των αδικημάτων που της καταλογίζουν σε άλλη ποινική υπόθεση που εκκρεμεί με κατηγορούμενη την ίδια και παραπονούμενο τον κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε επίσης στην επικοινωνία που είχε ο πατέρας της με τον κατηγορούμενο για αμοιβαία απόσυρση παραπόνων, αρνούμενη υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο και ότι εμμένει στο παράπονο του και ότι αυτός είναι ο λόγος που προχώρησε η ίδια στην υποβολή παραπόνου. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση της, υπεραμύνθηκε της βασιμότητας των λόγων όπου υπέβαλε το παράπονο της στην πιο πάνω αναφερόμενη αρχή. Ο Μ.Κ. 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 6, στην οποία κάνει αναφορά στις ενέργειες που είχε προβεί ο ίδιος ως ποινικός/πειθαρχικός ανακριτής για διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών/πειθαρχικών παραπόνων, με ενεχόμενα άτομα τις Μ.Κ. 1 και 2 και τον κατηγορούμενο, αλλά και άλλα άτομα και που περιελάμβανε παραλαβή δικογραφίας και λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, καταθέτοντας στην κυρίως εξέταση του, αλλά και στην αντεξέταση του τα έγγραφα που σχετίζονταν με τις ενέργειες που είχε κάνει αναφορά και που έχει περιγράψει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ανακριτής στην ανεξάρτητη αρχή διερεύνηση παραπόνων εναντίον μελών της αστυνομίας στην παρούσα υπόθεση, δίνοντας ταυτόχρονα την δική του ερμηνεία και εξήγηση για το τι έχει λάβει χώρα την επίδικη ημέρα, μέσα από το ανακριτικό έργο που είχε επιτελέσει ο μάρτυρας, κάνοντας αναφορά στο περιεχόμενο και την προέλευση του ανακριτικού υλικού που είχε συλλεχθεί, περιγράφοντας επιπρόσθετα την διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση υποβολής παραπόνων στην πιο πάνω αναφερόμενη αρχή. Ο Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  3. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά ότι την επίδικη ημέρα διοργάνωσε ένα πάρτι με άλλους φίλους του για τα γενέθλια του στον επίδικο χώρο, όπου σε κάποια φάση αντιλήφθηκε να δημιουργείται μια αναστάτωση λόγω της παρουσίας στον χώρο αστυνομικής δύναμης για να σταματήσει η μουσική και να κατασχεθούν τα μεγάφωνα, βγήκε έξω από το μπαράκι όπου συνομίλησε με κάποια άτομα και σε κάποια στιγμή, είδε την παραπονούμενη να συνομιλεί με τον κατηγορούμενο, όπου ο τελευταίος σε κάποια στιγμή χαστούκισε την παραπονούμενη και ακολούθως συνάδελφοι του κατηγορούμενου τον απομάκρυναν, όμως ο κατηγορούμενος κουνόντας τα χέρια του, άθελα του έσπρωξε την Μ.Κ. 1 με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο έδαφος. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι οι συνάδελφοι του κατηγορουμένου τον απομάκρυναν επειδή κτύπησε την παραπονούμενη, η οποία είναι φίλη του. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ειδοποιήθηκε για να προσέλθει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την πρόθεση του να βοηθήσει την παραπονούμενη φίλη του και ότι τα όσα ανέφερε ήταν ψευδή, αναφέρθηκε στην αναστάτωση που υπήρχε, χρησιμοποιώντας τον όρο ΄΄βαβούρα΄΄, δεν είδε όμως να ρίχνουν μπουκάλια και ποτήρια οι θαμώνες στους αστυνομικούς, αναφέρθηκε στον αριθμό των θαμώνων που ο ίδιος αντιλήφθηκε, αναφέρθηκε στην απόσταση που είχε από την παραπονούμενη όταν δέχθηκε το χαστούκι από τον κατηγορούμενο, τα άτομα που βρίσκονταν εκεί κοντά, ο κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη με το δεξί του χέρι, χωρίς να προσέξει εάν ήταν με την παλάμη ή την γροθιά του και ούτε πρόσεξε την παραπονούμενη να επιτίθεται στον κατηγορούμενο να του τραβά τις επωμίδες και να του σκίζει το πουκάμισο, ως η υποβληθείσα θέση, εκφράζοντας επιπρόσθετα άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι συνάδελφοι του κατηγορούμενου τον απομάκρυναν επειδή έριχναν μπουκάλια και ποτήρια. Ο Μ.Κ. 5 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 17, η οποία σχεδόν συμβαδίζει με την κατάθεση του προηγούμενου μάρτυρα, με τις διαφοροποιήσεις ότι ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε στους παρευρισκόμενους ότι ήταν πολύ στεναχωρημένος που σταμάτησε η μουσική, ήταν σε κοντινότερη απόσταση προς το μέρος της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου όταν ο τελευταίος χαστούκισε την παραπονούμενη η οποία είναι κουμέρα του και αφού προηγουμένως ανέφερε η παραπονούμενη στον κατηγορούμενο για το πως συμπεριφέρεται στους πολίτες και δεν είδε κάποιον από τους θαμώνες να εξυβρίζει τους αστυνομικούς και να ρίχνουν αντικείμενα. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και ανέφερε ότι δεν είχε αντιληφθεί να προηγήθηκε κάτι πριν το χαστούκισμα. Αντεξεταζόμενος, εξέφρασε άγνοια εάν η παραπονούμενη είναι κατηγορούμενη σε άλλη υπόθεση και κατά πόσο αυτή τράβηξε τις επωμίδες του κατηγορούμενου, παραδέχθηκε ότι την επόμενη μέρα του συμβάντος τηλεφώνησε στον γιο του κατηγορουμένου με τον οποίο γνωρίζεται από το σχολείο και του ζήτησε να πει στον κατηγορούμενο να αποσύρει το παράπονο του, παραδέχθηκε ότι μίλησε με την παραπονούμενη για αυτήν την υπόθεση, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι παρακινήθηκε από την παραπονούμενη για να δώσει κατάθεση. Ακολούθως αναφέρθηκε στην διοργάνωση του πάρτι που έγινε, τους παρευρισκόμενους, στην παρουσία της αστυνομίας για το ζήτημα της μουσικής και την κατάσχεση των μεγαφώνων, ανέφερε ότι οι θαμώνες συμπεριφέρονταν σε λογικά πλαίσια και δεν ύβριζαν και ούτε έριχναν αντικείμενα, απαντώντας σχετικά σε υποβληθείσα θέση, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι ο ίδιος με άλλα άτομα έκαναν την περισσότερη φασαρία, ήπιε μεν ποτό, αλλά σε επιτρεπτά όρια και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι εξύβρισε τον κατηγορούμενο με συγκεκριμένη φράση. Περιέγραψε την σκηνή στην οποία ο κατηγορούμενος χαστούκισε την παραπονούμενη, τις θέσεις των εμπλεκόμενων μερών και του ιδίου και επί αυτού του σημείου αντεξετάστηκε και του έγιναν υποβολές για διαφορετική προσέγγιση και περιγραφή που έδωσε στην κατάθεση του - τεκμήριο 18 στην ανεξάρτητη αρχή διερεύνηση παραπόνων εναντίον της αστυνομίας σε σχέση με τα όσα είπε στο τεκμήριο 17 και προφορικά. Ανέφερε επίσης ότι δεν θυμόταν να προσπαθούν συνάδελφοι του κατηγορούμενου να τον προστατεύσουν για να μην τον λιντσάρουν αλλά και για να γλυτώσουν και οι ίδιοι και ότι ο κατηγορούμενος έβαλε ένα ξύλινο παράθυρο μπροστά του για να προστατευθεί. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται με ποιο χέρι ο κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη και κατά πόσο ήταν σαν γροθιά ή σαν χαστούκι, δεν θυμόταν να είδε κάποιον αστυνομικό να ρίχνει ξύλο προς την πλευρά του DJ αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την παραπονούμενη με ψεύτικη εκδοχή, δεν θυμόταν σε ποιον είπε η παραπονούμενη για το πως συμπεριφέρεται στους πολίτες, μετά δε το χαστούκισμα δεν έκανε κάτι ο ίδιος διότι δεν μπορούσε να κτυπήσει ή να βρίσει αστυνομικό. Ο Μ.Κ. 6, τα προσόντα του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, ανέφερε ότι είναι ιατρός για 25 χρόνια στο τμήμα πρώτων βοηθειών και αναγνώρισε το τεκμήριο 4, ήτοι την ιατρική έκθεση που είχε ετοιμάσει, την οποία και υιοθέτησε, περιγράφοντας, αναλύοντας και επεξηγώντας τα τραύματα που εντόπισε στην παραπονούμενη και το πως μπορούν να προκληθούν. Αντεξεταζόμενος, αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην ανεξάρτητη αρχή διερεύνησης παραπόνων εναντίον μελών της αστυνομίας και η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 20, στην οποία κάνει αναφορά ότι την επίδικη βραδιά εξέτασε τόσο την παραπονούμενη, όσο και τον κατηγορούμενο, όπου επανέλαβε τα τραύματα που εντόπισε στην παραπονούμενη, αλλά κατέγραψε επίσης και τα τραύματα που εντόπισε στον κατηγορούμενο μετά από αναφερόμενη επίθεση εναντίον του από άλλα άτομα και η οποία έκθεση κατατέθηκε ως τεκμήριο 21 και ως τεκμήριο 22 το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Ερωτήθηκε και έδωσε απαντήσεις και διευκρινήσεις αναφορικά με τα ευρήματα του όπως αυτά καταγράφονται στο τεκμήριο 4 και το πως θα μπορούσε να προκληθεί ένα τέτοιο τραύμα, καθώς επίσης περιέγραψε και τα τραύματα που εντόπισε στον κατηγορούμενο και τις εξετάσεις που έγιναν για να διαπιστωθούν αυτά τα τραύματα και τι θεραπεία χορηγήθηκε στον κατηγορούμενο και τι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ως προς τον ξυλοδαρμό που δέχθηκε και που δικαιολογείται τα εν λόγω τραύματα να προήλθαν από τον ξυλοδαρμό, δίνοντας κάποιες επιπρόσθετες διευκρινήσεις επί αυτού του θέματος κατά την επανεξέταση του. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος μετά την επεξήγηση σε αυτόν των δικαιωμάτων του, επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε τις καταθέσεις του, ήτοι τα τεκμήρια 8 και
  4. Το τεκμήριο 8 είναι η κατάθεση που έδωσε στην πιο πάνω αναφερόμενη αρχή και ήταν ανακριτική υπό τύπο ερωταπαντήσεων. Στην εν λόγω κατάθεση εξιστορεί τα όσα έχουν λάβει χώρα την επίδικη ημέρα και μετά από αυτήν. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι έλαβε μήνυμα όπως μεταβεί στο επίδικο μπαράκι για να βοηθήσει μέλη της αστυνομίας που μετέβησαν εκεί για να σταματήσει η μουσική, όπου εκεί οι θαμώνες διαμαρτύρονταν για αυτό το θέμα. Στην άφιξη του στην σκηνή προέτρεψε τους θαμώνες να αφήσουν τους αστυνομικούς να εκτελέσουν το καθήκον τους, όμως οι θαμώνες, αρκετοί εξ αυτών ήταν μεθυσμένοι, άρχιζαν να βρίζουν τον ίδιο και τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης, κρατούσαν μπουκάλια και ποτήρια, άρχιζαν να τα εξφενδονίζουν προς το μέρος του, όμως με κάποιες κινήσεις του κατάφερε να αποφύγει τα εν λόγω αντικείμενα και χρησιμοποίησε ως ασπίδα ένα κομμάτι ξύλο που έμοιαζε με περσιάνα και με φυλαράκια που ήταν σε έναν παρακείμενο ανθώνα. Τότε, οι Μ.Κ. 1 και 2 του επιτέθηκαν και προσπάθησαν να του πάρουν την επωμίδα, με αποτέλεσμα να σκιστεί το κουμπί του πουκαμίσου του, να πέσει η επωμίδα στο πάτωμα και ο κατηγορούμενος τις έσπρωξε και κατάφερε να πάρει την επωμίδα και να την βάλει στην τσέπη του. Από την επίθεση που δέχθηκε από τις παραπονούμενες σκίστηκε και η τσέπη του πουκαμίσου του και υπήρχε πρόκληση στην σκηνή όπως αρπάξουν τις επωμίδες του. Αρνήθηκε τα όσα του καταλογίζουν οι Μ.Κ. 1 και 2, ήτοι ότι χαστούκισε την παραπονούμενη και ότι αυτή του έκανε παρατήρηση για την συμπεριφορά του, λέγοντας ταυτόχρονα ότι ουσιαστικά οι συνάδελφοι του τον προστάτευσαν και τον απομάκρυναν από την επίθεση που έχει δεχθεί και αρνήθηκε την θέση ότι πέταξε ένα κομμάτι ξύλο. Ακολούθως ο κατηγορούμενος υπέβαλε το παράπονο του, του χορηγήθηκε έντυπο για να εξεταστεί από ιατρό του νοσοκομείου, όπου όταν μετέβηκε εκεί είδε και τις Μ.Κ. 1 και
  5. Από την εξέταση που υποβλήθηκε προέκυψαν τα τραύματα του τα οποία και περιέγραψε και που προέρχονται από την επίθεση που δέχθηκε, καθώς επίσης είχε και ενοχλήσεις σε διάφορα μέρη του σώματος του όπως τα είχε περιγράψει. Περιέγραψε επίσης τις τηλεφωνικές κλήσεις που δέχθηκε από τον πατέρα της παραπονούμενης, ο οποίος είναι επίσης μέλος της αστυνομίας, όπου του έγινε εισήγηση για αμοιβαία απόσυρση των εκατέρωθεν παραπόνων, πρόταση την οποία απέκλεισε ο κατηγορούμενος και απέδωσε την πρόταση αυτή σε αλλότρια ετεροχρονισμένα κίνητρα, λόγω ακριβώς του παραπόνου που ήδη υπέβαλε ο κατηγορούμενος. Στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, η οποία ήταν ανοικτή κατάθεση, ουσιαστικά περιέγραψε εκ νέου τα όσα έλαβαν χώρα την επίδικη βραδιά, με κάπως πιο περιορισμένη διάνθιση και περιγραφή και χωρίς να κάνει επιπρόσθετες αναφορές για τις πιο πάνω αναφερόμενες τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν ως επίκεντρο την πρόταση για αμοιβαία απόσυρση των παραπόνων. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι δύο από τα πρόσωπα που τον έβριζαν και του επιτέθηκαν έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο, εννοώντας προφανώς τους Μ.Κ. 4 και 5, επανέλαβε την θέση του ότι η μόνη επαφή που είχε με την παραπονούμενη ήταν να την σπρώξει για να μην του πάρει την επωμίδα του και συνεπώς δεν την χαστούκισε, αλλά αυτή του επιτέθηκε και του έσκισε το πουκάμισο και έπεσε η επωμίδα στο πάτωμα από το τράβηγμα της, ενώ εκείνη την στιγμή ήταν περικυκλωμένος από διάφορα άτομα οι οποίοι έριχναν μπουκάλια και έβριζαν, αρνήθηκε την θέση της παραπονούμενης ότι του είπε ότι είναι ντροπή όργανο της τάξης να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο. Ανέφερε ότι το πουκάμισο και η επωμίδα είναι κατατιθεμένα στο Δικαστήριο για την άλλην υπόθεση με παραπονούμενο τον ίδιο και κατηγορούμενες τις Μ.Κ. 1 και 2, εκείνην την βραδιά δέχθηκε επίθεση από τους Μ.Κ. 1, 2, 4 και 5 και από άλλους θαμώνες και η επίθεση συνίστατο στην προσπάθεια τους να τον κτυπήσουν με γροθιές, έριχναν μπουκάλια και ποτήρια και ήταν εξαγριωμένοι οι θαμώνες με τα μέλη της αστυνομίας και ειδικότερα μαζί του, διότι ήταν ο πρώτος που έφθασε με στολή και επικρίθηκε για αυτό από τους θαμώνες, είχε κάποιες εκδορές από την επίθεση που δέχθηκε από τις Μ.Κ. 1 και 2, αλλά δεν τραυματίστηκε στο πρόσωπο και προστατεύθηκε από τον παραστατό που κρατούσε ως ασπίδα. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στις οδηγίες που έλαβε για να μεταβεί στην σκηνή, στην αντιμετώπιση που είχε από τους θαμώνες όπως την έχει ήδη περιγράψει και σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, διευκρινίζοντας ότι οι βρισιές απευθύνονταν και στον συνάδελφο του με τον οποίο μετέβηκε στην σκηνή, αναφέρθηκε στις ενέργειες που έγιναν για να αφαιρεθούν τα μεγάφωνα από το επίδικο υποστατικό, όπου τα μέλη της αστυνομίας εμποδίζονταν από του να επιτελέσουν το έργο τους, ανέφερε ότι δεν έχει γίνει ούτε μια σύλληψη εκείνη την βραδιά λόγω της οχλαγωγίας που έγινε και του μεγάλου όγκου των θαμώνων, οι οποίοι και θα εμπόδιζαν την οποιανδήποτε σύλληψη, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι οι θαμώνες διέλυσαν την Λεμεσό. Αναφέρθηκε και περιέγραψε επίσης στον τρόπο και το μέσο που έχει αμυνθεί από το ρίξιμο αντικειμένων στον ίδιο και που έχει περιγράψει ξανά, οι υπόλοιποι αστυνομικοί απομακρύνθηκαν και κρύφτηκαν χωρίς να τους αδικεί και δεν τραυματίστηκε κανένας από αυτούς τους συναδέλφους του. Περιέγραψε εκ νέου τον τρόπο όπου δέχθηκε την επίθεση από τις Μ.Κ. 1 και 2 και τις εκδορές που δημιουργήθηκαν από αυτές, το σκίσιμο του πουκαμίσου του, την διαφυγή του από τον χώρο με την βοήθεια συναδέλφων, όχι γιατί χαστούκισε την παραπονούμενη ,αλλά για να τον απομακρύνουν και έδωσε την εξήγηση ότι οι θαμώνες όταν έλεγαν να πιάσουν τα νούμερα του εννοούσαν να συγκρατήσουν τον αριθμό του ενώ οι Μ.Κ. 1 και 2 προφανώς κατάλαβαν να αρπάξουν τις επωμίδες του και ο κατηγορούμενος έσπρωξε ελαφριά την παραπονούμενη για να πάρει την επωμίδα του και όχι για να την κτυπήσει, δεν άκουσε καθόλου από την παραπονούμενη να του λέει ότι είναι ντροπή ο τρόπος που συμπεριφέρεται ως όργανο της τάξης, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι ο λόγος που ήθελαν να πιάσουν τα νούμερα του είναι επειδή χαστούκισε την παραπονούμενη. Χαρακτήρισε τους Μ.Κ. 4 και 5 ως ΄΄λέρες΄΄, λέγοντας ότι στα 35 χρόνια υπηρεσίας του δεν έχει συναντήσει ξανά τέτοια κατάσταση όπως αυτή εξελίχθηκε την επίδικη βραδιά στον επίδικο χώρο και επανέλαβε την άρνηση του στα όσα του καταλογίζει η παραπονούμενη και επανέλαβε εκ νέου την εκδοχή του, ως πιο πάνω αναφέρθηκαν. Ο Μ.Υ. 1 ως ουσιαστικά το σύνολο της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  6. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά στην αρχική μετάβαση του στο επίδικο μπαράκι διότι υπήρχε παράπονο για οχληρία λόγω της μετάδοσης μουσικής μέσω μεγαφώνων, συνάντησε τον υπεύθυνο του υποστατικού, όπου συμμορφώθηκε με την υπόδειξη να σταματήσει η μουσική και σε κατοπινό στάδιο διαπίστωσε ότι πράγματι ο κόσμος αναχωρούσε και υπήρχε συμμόρφωση. Όμως σε κατοπινό στάδιο ενημερώθηκε ότι η μουσική μεταδιδόταν εκ νέου, όπου πήγε εκ νέου στην σκηνή, όπου ο υπεύθυνος που συνάντησε προηγουμένως απουσίαζε, πλησίασε το πρόσωπο που μετέδιδε την μουσική, ο οποίος τον παρακάλεσε να μην κατάσχει τον σχετικό εξοπλισμό επειδή τον έχει δανειστεί από αλλού και ο λόγος που άρχισε να μεταδίδει ξανά την μουσική είναι επειδή οι θαμώνες του το έχουν ζητήσει. Τότε, άρχισε η διαδικασία κατάσχεσης του σχετικού εξοπλισμού, όμως κάποιοι θαμώνες προσπάθησαν να εμποδίσουν το έργο της αστυνομίας, ενώ κάποιοι συμμορφώθηκαν με τις υποδείξεις της αστυνομίας. Όταν μετέφεραν τον εν λόγω εξοπισμό εκτός του υποστατικού, άκουσαν φωνές ότι στο μπαρ γίνεται καβγάς, όπου κάποιοι θαμώνες προσπαθούσαν να κτυπήσουν ένστολους αστυνομικούς με τα χέρια και τα πόδια τους, ενώ κάποιοι άλλοι έριχναν ποτήρια και μπουκάλια προς τους αστυνομικούς και εξύβριζαν τον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης. Εκείνη την στιγμή, είδε τον κατηγορούμενο να σπρώχνει θαμώνες με τα χέρια του προς τα πίσω για να γλυτώσει από τα κτυπήματα ανδρών και γυναικών που έγιναν όχλος γύρω από αυτόν και στην προσπάθεια του ο μάρτυρας να τον σώσει δέχθηκε και ο ίδιος κτύπημα από άδειο μπουκάλι στον αγκώνα του. Λόγω του όχλου δεν έγινε κατορθωτή η σύλληψη οποιουδήποτε θαμώνα και στην συνέχεια αφού κατάφερε να διαφύγει ο κατηγορούμενος, τότε αναχώρησε και ο ίδιος με τους άλλους συναδέλφους του. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην γνωριμία του με τον κατηγορούμενο ως συνάδελφος του που απλά εργάστηκαν στην ίδια βάρδια, ποτέ όμως στο ίδιο τμήμα, καθώς επίσης και στα άτομα που κλητεύθηκαν να μεταβούν στο επίδικο υποστατικό την επίδικη βραδιά, λόγω της κατάστασης που δημιουργήθηκε, κάνοντας επίσης αναφορά και στην πρώτη μετάβαση του στην σκηνή και τις υποδείξεις που έγιναν για να σταματήσει η μουσική, αλλά και στην μεταγενέστερη μετάβαση με άλλους συναδέλφους του για να κατασχεθούν τα μεγάφωνα και την αντίδραση των θαμώνων στην εν λόγω διαδικασία και την αναζήτηση περισσότερης αστυνομικής βοήθειας, στην όξυνση των πνευμάτων με την εκτόξευση ποτηριών και μπουκάλων από τους θαμώνες προς τους αστυνομικούς και την εκστόμιση ύβρεων προς τον πολιτικό προϊστάμενο της αστυνομίας και στον κατηγορούμενο, τον φόβο που ένιωσε και τις σκέψεις του προς την οικογένεια του με ένα τέτοιο συμβάν να μην το ξεχάσει και που θύμιζε εμπόλεμη ζώνη, φοβήθηκε να προβεί σε σύλληψη και ο κατηγορούμενος έχει προτάξει τον εαυτό του κρατώντας ένα αντικείμενο όπως ένα παλιό παράθυρο όπως το έχει αντιληφθεί ο ίδιος και έσωσε από τραυματισμούς τους εκεί αστυνομικούς. Εξέφρασε την άποψη ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κτύπησε αρκετά διότι πληροφορήθηκε ότι χρειάστηκε να μεταβεί στο νοσοκομείο μετά από την φυγάδευση του κατηγορουμένου από τον χώρο με την βοήθεια συναδέλφων του, ο δε μάρτυρας κρατούσε μια απόσταση λόγω του φόβου που είχε από το κτύπημα που δέχθηκε στο χέρι από μπουκάλι, είχε όμως οπτική επαφή και δεν είδε τον κατηγορούμενο να έρχεται σε αντιπαράθεση με δύο κοπέλες, προφανώς με τις Μ.Κ. 1 και
  7. Εξέφρασε άγνοια και ότι πρώτη φορά ακούει την υποβληθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος πέταξε ένα κομμάτι ξύλο προς την μεριά του DJ, περιέγραψε τον επίδικο χώρο αλλά και την εκεί περιοχή, δεν είδε τον κατηγορούμενο να χαστουκίζει την παραπονούμενη, ως η υποβληθείσα θέση, αλλά ο κατηγορούμενος δεχόταν κτυπήματα από ένα όχλο που είχε να αντιμετωπίσει. Σε κατοπινό στάδιο στον αστυνομικό σταθμό αντιλήφθηκε το πουκάμισο του κατηγορουμένου να είναι σκισμένο και με ζημιά στις επωμίδες και σε κατοπινό στάδιο ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι δέχθηκε επίθεση από μια κοπέλα που προσπάθησε να του αφαιρέσει τις επωμίδες. Στο τέλος της αντεξέτασης του αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι προσήλθε στο εδώλιο για να βοηθήσει τον συνάδελφο του, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι εάν υπήρχε ακόμα ένας αστυνομικός όπως τον κατηγορούμενο θα μπορούσαν να γίνουν και συλλήψεις, οι υπόλοιποι αστυνομικοί δείλιασαν, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου και βρήκε το θάρρος να το πει, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ο Μ.Υ. 2 ως ουσιαστικά το σύνολο της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τις καταθέσεις του, ήτοι τα τεκμήρια 11 και
  8. Στην κατάθεση που έδωσε στην ανεξάρτητη αρχή, προβαίνει σε μια περιγραφή του επίδικου υποστατικού και πως αυτό είναι διαμορφωμένο και λειτουργεί, περιγράφει την οικία του η οποία γειτνιάζει με το επίδικο υποστατικό, ακολούθως κάνει αναφορά στις οχλήσεις που έκανε στην αστυνομία για το επίδικο υποστατικό αναφορικά με την μετάδοση μουσικής τόσο στο παρελθόν, όσο και την επίδικη βραδιά, στην άφιξη της αστυνομίας την επίδικη βραδιά για να σταματήσει η μουσική, που όμως δεν υπήρξε συμμόρφωση, στην διαμαρτυρία των θαμώνων στις ενέργειες της αστυνομίας να σταματήσουν την μουσική, τις εξυβρίσεις εναντίον των αστυνομικών και του κατηγορουμένου από θαμώνες, τις επιθέσεις των θαμώνων εναντίον του κατηγορουμένου και αστυνομικών με το ρίξιμο αντικειμένων, στην προσπάθεια του κατηγορουμένου να αμυνθεί με ένα κομμάτι σανίδα και την μη βοήθεια από συναδέλφους του, στις προκλήσεις που δεχόταν ο κατηγορούμενος από θαμώνες, στις εξυβρίσεις που δεχόταν ο μάρτυρας αλλά και η σύζυγος και η θυγατέρα του από εξαγριωμένους θαμώνες, το πως άκουσε τον αριθμό του κατηγορουμένου, αλλά και στο παράπονο του ιδίου του μάρτυρα από την συμπεριφορά των θαμώνων. Στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τις ίδιες θέσεις, με ελαφρώς διαφοροποιημένο λεκτικό αλλά με ίδιο περιεχόμενο, με εξαίρεση την μη αναφορά σε λεπτομέρειες ως προς την περιγραφή του επίδικου χώρου. Στην αντεξέταση του αναφέρθηκε στην περιγραφή του επίδικου χώρου και της οικίας του, στην άφιξη της αστυνομίας στην σκηνλη για να σταματήσει η μουσική, στην μη συμμόρφωση με τις υποδείξεις της αστυνομίας, στην επίθεση που έγινε από τους θαμώνες εις βάρος των αστυνομικών και του κατηγορουμένου και τις εξυβρίσεις εναντίον τους, στην εξύβριση που δέχθηκε ο μάρτυρας και η οικογένεια του από θαμώνες, την προσπάθεια του κατηγορουμένου να αμυνθεί με ένα κομάτι σανίδα από τις εκτοξεύσεις εναντίον του αντικειμένων και των κτυπημάτων που δεχόταν από θαμώνες, στην κατάσχεση των μεγαφώνων και το κλείσιμο της μουσικής, στην απομάκρυνση του κατηγορουμένου με την βοήθεια συναδέλφων του, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο επειδή τον γνωρίζει, εκφράζοντας ταυτόχρονα την λύπη του για την παρουσία του στην ακροαματική διαδικασία που ΄΄ένας άνθρωπος επήε να κάμει τη δουλειά του΄΄ όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και αναφέρθηκε στο πως θυμάται τον αριθμό του κατηγορουμένου, ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, κεφάλαιο 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Οποίος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον κώδικα αυτό προνοείτε βαρύτερη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις 2 αυτές ποινές.» Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (Intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το άρθρο 242 δε όσο αφορά το νοητικό στοιχείο το αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα ‑ παρανόμως‑ (unlawfully) (βλ. Δήμος Πετρόπουλος εναντίον Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελίδα 574). Καθιστά όμως ο ίδιος ο Νόμος με τις διατάξεις του Άρθρου 17 συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (βλ. Υπόθεση Πετρόπουλος (ανωτέρω). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)». Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Ο Μ.Κ. 6 που προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R.97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).» Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.» Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας.................................................................. ........................................................................................................... Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα πηγάζουν από την εν λόγω αξιολόγηση. To Δικαστήριο έχει προβληματιστει ιδιαίτερα τόσο κατά την ακροαματική διαδικασία παρακολουθώντας πολύ προσεκτικά ξεχωριστά κάθε μάρτυρα που παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα, την συμπεριφορά τους, την οποιαδήποτε σχέση που είχαν μεταξύ τους οι οποιοιδήποτε μάρτυρες με τα άμεσα εμπλεκόμενα μέρη, ήτοι τον κατηγορούμενο και την παραπονούμενη, αλλά και μελετώντας τα ενώπιον του κατατιθέμενα τεκμήρια. Μέσα από την συλλογική εικόνα των μαρτύρων και την μαρτυρία που έδωσαν, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι υπάρχουν δύο αντικρουόμενες εκδοχές, όπου η μεν παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι την χαστούκισε ο κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα να προκληθούν τα τραύματα όπως αυτά φαίνονται στο ιατρικό πιστοποιητικό που αφορά την ίδια, ο δε κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν κτύπησε την παραπονούμενη, αλλά απλά την έσπρωξε για να μην του πάρει τις επωμίδες και σε εκείνη την φάση δεχόταν επίθεση από παριστάμενους, οι οποίοι τον έβριζαν και του έριχναν μπουκάλια και ποτήρια και προσπαθούσε να αμυνθεί με ένα κομμάτι ξύλο που έμοιαζε με παλιό παράθυρο που βρήκε σε παρακείμενο ανθώνα, δέχθηκε επίσης επίθεση από την παραπονούμενη, αλλά και από την Μ.Κ. 1 κατά την προσπάθεια τους να του πάρουν τις επωμίδες, με αποτέλεσμα να φέρει τα τραύματα όπως φαίνονται στο ιατρικό πιστοποιητικό που αφορά τον ίδιο. Αν και το ζήτημα της αξιοπιστίας των άμεσα εμπλεκόμενων μερών, ήτοι του κατηγορουμένου και της παραπονούμενης διαδραματίζει καθοριστική σημασία για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, εν τούτοις στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο έχει εντριφίσει την ενώπιον του μαρτυρία και παρακολουθήσει με προσοχή την συμπεριφορά των μαρτύρων κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και έχει διακρίνει και για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω, ότι τόσο η παραπονούμενη, όσο και ο κατηγορούμενος, αλλά και οι υπόλοιποι αυτόπτες μάρτυρες, είπαν εν μέρει την αλήθεια, εν μέρει απέκρυψαν την αλήθεια που ήταν ενοχοποιητική για τα πρόσωπα της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου, έχοντας υπ΄ όψη την μαρτυρία του Μ.Κ. 6 ως ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα που η πραγματογνωμοσύνη του και ουσιαστικά η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί, αφού και οι δύο πλευρές τελικώς την έχουν επικαλεστεί, αλλά και σε συνδυασμό με την μαρτυρία του Μ.Υ. 2 την οποία το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρει πιο κάτω την θεωρεί ως ανεξάρτητη. Συνεπώς και για τους λόγους που θα αναλυθούν πιο κάτω, η αλήθεια είναι ότι τόσο η παραπονούμενη, όσο και ο κατηγορούμενος επιτέθηκαν ο ένας στον άλλον, τα δε τραύματα του κατηγορουμένου δεν οφείλονται όμως όλα από την επίθεση της παραπονούμενης, αλλά οφείλονται και από άλλα κτυπήματα από άλλα άτομα, η δε Μ.Κ. 1 για τους λόγους που το Δικαστήριο επεξηγεί αναλυτικά πιο κάτω, δεν είχε άμεση εμπλοκή εναντίον του κατηγορουμένου. Δηλαδή το Δικαστήριο ουσιαστικά αποδέχθηκε εν μέρει και απέρριψε εν μέρει μαρτυρία προερχόμενη από τους άμεσα εμπλεκόμενους μάρτυρες για τους λόγους που θα αναφερθούν αναλυτικά πιο κάτω, έχοντας το Δικαστήριο αυτήν την δυνατότητα με βάση το πιο πάνω εκτεθέν νομολογιακό πλαίσιο, προβαίνοντας το Δικαστήριο σε ευρήματα και συμπεράσματα με βάση την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και την λογική, αλλά και την μαρτυρία που το Δικαστήριο θεωρεί ως ανεξάρτητη για τους λόγους που επίσης επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω και που δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου ότι το όλο περιστατικό έλαβε χώρα όπως θα επεξηγηθεί πιο κάτω, αποτελώντας ουσιαστικά έναν συνδυασμό των δύο εκδοχών και όχι απαραίτητα και αμιγώς όπως το εξιστόρισε η μια ή η άλλη πλευρά. Ως προς την μαρτυρία τις Μ.Κ. 1, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις, ήτοι ότι αποδέχεται ως λογική και πειστική την αναφορά και περιγραφή της ως προς το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος χαστούκισε την παραπονούμενη στο πρόσωπο και επί αυτού του σημείου η αξιοπιστία της δεν έχει κλονιστεί, διότι παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη και περιέγραφε με απλότητα και πειστικότητα το εν λόγω συμβάν, παρά την επίμονη και ικανή αντεξέταση που υπέστη. Ούτε έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο επί αυτού του σημείου οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα για να βοηθήσει την παραπονούμενη που είναι φίλη της ή για να υπερασπιστεί τον εαυτό της έστω και σε αυτήν την διαδικασία για να αποκρύψει την οποιανδήποτε επιθετική στάση εναντίον του κατηγορουμένου, διότι το Δικαστήριο έχει πειστεί από την αναφορά και την στάση της ότι δεν έχει επιτεθεί στον κατηγορούμενο, διότι η μάρτυρας έντιμα και ειλικρινά ανέφερε και που το Δικαστήριο έχει πειστεί για αυτήν της την αναφορά, ότι τα οποιαδήποτε τραύματα φέρει όπως αυτά καταγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό που την αφορά, προήλθαν μεν από την ενέργεια του κατηγορουμένου κουνόντας τα χέρια του με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο έδαφος, αλλά ο κατηγορούμενος δεν είχε τέτοια πρόθεση και συνεπώς δεν δύναται αυτή η ενέργεια του κατηγορουμένου να υπαχθεί στον νομικό κανόνα της κοινής επίθεσης και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ως αυτά έχουν αναλυθεί πιο πάνω. Το τι έχει προηγηθεί του χαστουκίσματος, ήτοι η οποιαδήποτε στιχομυθία μεταξύ παραπονουμένης και κατηγορουμένου δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα διότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος και εν πάση περιπτώση, για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, δεν έχει πειστεί το Δικαστήριο για το τι έχει προηγηθεί του χαστουκίσματος και που μόνο οι άμεσα εμπλεκόμενοι γνωρίζουν, ήτοι η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος και που δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο την όλη αλήθεια τι έχει προηγηθεί του χαστουκίσματος. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας αναφορικά με το πέταγμα ξύλου εκ μέρους του κατηγορούμενου προς την πλευρά του DJ, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι έχει γίνει αυτό, διότι είναι παράλογο να πετάει ο κατηγορούμενος ένα κομμάτι ξύλο στην πλευρά του DJ, ήτοι στο μέρος όπου πήγαν συνάδελφοι του να επιβάλουν την τάξη με το να σταματήσει η μουσική και να κατασχεθεί ο σχετικός εξοπλισμός. Το μόνο κομμάτι ξύλο που το Δικαστήριο αποδέχεται ότι κρατούσε ο κατηγορούμενος, είναι αυτό που κρατούσε ως ασπίδα και που πήρε από παρακείμενο ανθώνα και έμοιαζε με παλιό παράθυρο με φυλλαράκια, για να προστατευθεί από τα ποτήρια και μπουκάλια που οι θαμώνες πέταγαν προς τον κατηγορούμενο και γενικά για να αμυνθεί και που το Δικαστήριο αποδέχεται μέσα από τις μαρτυρίες του κατηγορουμένου και των Μ.Υ 1 και 2 ως πιο κάτω θα αναφερθεί και κατ΄ επέκταση, η αναφορά της μάρτυρος ότι δεν έχει δει αυτήν την εικόνα δεν είναι πειστική για το Δικαστήριο και κρίνεται ως μια προσπάθεια να καλύψει ενδεχομένως κάποιους γνωστούς της που προέβαιναν σε αυτές τις ενέργειες, μιας και βρίσκονταν σε πάρτι γενεθλίων. Οι αναφορές της μάρτυρος ως προς το ζήτημα της καταλογιζόμενης σε αυτήν επίθεση εναντίον του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μάρτυρας είπε την αλήθεια όσον αφορά την δική της εμπλοκή, ήτοι ότι δεν έχει επιτεθεί στον κατηγορούμενο, όχι μόνο επειδή το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η μάρτυρας απλά παρασύρθηκε κατά λάθος από τον κατηγορούμενο και έπεσε στο έδαφος ως πιο πάνω αναφέρθηκε, αλλά και επειδή με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου που θα ακολουθήσει, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι μόνο η παραπονούμενη επιτέθηκε εναντίον του κατηγορουμένου στην προσπάθεια της να αποσπάσει τις επωμίδες του κατηγορουμένου και που η προσπάθεια της απέτυχε και κατ΄ επέκταση δεν αποδέχεται το μέρος της μαρτυρίας της εν λόγω μάρτυρος ότι η παραπονούμενη δεν επιτέθηκε στον κατηγορούμενο. Ως προς την Μ.Κ. 2, αναμφίβολα είναι η μια εκ των δύο πρωταγωνιστών του επίδικου περιστατικού και το Δικαστήριο την έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή και παρατηρητικότητα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ως προς την ισχυριζόμενη επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, ήτοι το χαστούκισμα, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι επί αυτού του σημείου η μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο στην αλήθεια, διότι η μαρτυρία της υποστηρίζεται και από ανεξάρτητη μαρτυρία, ήτοι από την μαρτυρία του Μ.Κ. 6, ο οποίος εξέτασε τόσο την ίδια, όσο και τον κατηγορούμενο και που συνδέουν το τραύμα που έφερε με το χαστούκι που δέχθηκε. Η αξιοπιστία της επί αυτού του σημείου δεν έχει κολονιστεί, παρά την έντονη και ικανή αντεξέταση που υπέστη και υπήρξε πειστική, λογική και απλοϊκή στην περιγραφή και ανάλυση της. Όμως, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί όσον αφορά του τι έχει προηγηθεί του χαστουκίσματος, ως πιο πάνω, αλλά και επειδή το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι αυτή η ισχυριζόμενη στιχομυθία οδήγησε σε χαστούκισμα, αλλά κάτι άλλο πρέπει να έχει ειπωθεί, που το Δικαστήριο αγνοεί, διότι αποκρύφθηκε από το Δικαστήριο και ούτε είναι λογικό να πετάγεται ξύλο από τον κατηγορούμενο, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και αξιολογήθηκε. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας αναφορικά με την μη επιθετική συμπεριφορά των θαμώνων εναντίον των αστυνομικών, συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορουμένου και την προσπάθεια του τελευταίου να αμυνθεί από τις επιθέσεις που δεχόταν από θαμώνες, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αναφέρθηκαν και αξιολογήθηκαν πιο πάνω στην μαρτυρία της Μ.Κ. 1, ήτοι το Δικαστήριο δεν αποδέχεται αυτές τις αναφορές της παραπονούμενης. Το Δικαστήριο αποδέχεται το μέρος της μαρτυρίας της παραπονούμενης όσον αφορά την μη εμπλοκή της Μ.Κ. 1 στην αποδιδόμενη σε αυτήν επίθεση εναντίον του κατηγορουμένου για να του υφαρπάξει τις επωμίδες, διότι το Δικαστήριο ήδη αποδέχθηκε την μαρτυρία της Μ.Κ. 1 επί αυτού του σημείου και επειδή το Δικαστήριο με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου επί αυτού του σημείου που θα ακολουθήσει, κρίνει ότι η παραπονούμενη ήταν μόνο αυτή που επιτέθηκε στον κατηγορούμενο για αυτόν τον σκοπό. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παραπονούμενη επί αυτού του σημείου προσπάθησε να αποκρύψει από το Δικαστήριο την εμπλοκή της αναφορικά με την επίθεση που προέβηκε εναντίον του κατηγορουμένου με σκοπό να του υφαρπάξει τις επωμίδες του και είχε λόγο και κίνητρο να το πράξει αυτό λόγω του χαστουκίσματος που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο και σε αυτήν την προσπάθεια της τραυμάτισε ελαφρά τον κατηγορούμενο στο μέρος του λαιμού όπως το ανέφερε και ο κατηγορούμενος και είναι σε σημείο πολύ κοντα στις επωμίδες, με αποτέλεσμα επίσης να σκιστεί το πουκάμισο του κατηγορουμένου, να σκιστεί το κουμπί της επωμίδας και να πέσει το κουμπί και η επωμίδα στο έδαφος, όπου ο κατηγορούμενος κατάφερε να την συλλέξει. Συνεπώς, δεν ευθύνεται η παραπονούμενη για όλα τα τραύματα που έφερε ο κατηγορούμενος, όπως θα αξιολογηθεί και θα αναφερθεί πιο κάτω, αλλα τα υπόλοιπα τραύματα προέρχονται από την επίθεση που δέχθηκε ο κατηγορούμενος από άλλους θαμώνες. Η παραπονούμενη υπήρξε ειλικρινής και αποκαλυπτική ως προς το γεγονός ότι υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του πατέρα της και του κατηγορουμένου για να αποσυρθούν τα εκατέρωθεν παράπονα της ιδίας και του κατηγορουμένου και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα της παραπονουμένης, ήτοι η υποβολή του παραπόνου της λόγω της μη απόσυρσης του παραπόνου του κατηγορουμένου, διότι το Δικαστήριο αποδέχθηκε ήδη ότι ο κατηγορούμενος την χαστούκισε και εν πάση περιπτώση, η οποιαδήποτε τηλεφωνική επικοινωνία έγινε μετά την υποβολή των παραπόνων από την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, αναμφίβολα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, διότι το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια και να εξιστορίσει τι περιήλθε στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ουσιαστικά ως ανακριτής στην πιο πάνω αναφερόμενη αρχή, έχει πειστεί απόλυτα το Δικαστήρια για την αντικειμενικότητα, αμεροληψία και ανεξαρτησία του και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του εν λόγω μάρτυρα ή κατά την παράθεση της μαρτυρίας του. Βεβαίως η τοποθέτηση του ότι ο κατηγορούμενος έχει δεχθεί επίθεση από τους παρευρισκόμενους θαμώνες, αυτή γίνεται μεν αποδεκτή από το Δικαστήριο, αλλά όγω της αποδοχής της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και των Μ.Υ. 1 και 2 και όχι από την δική του αναφορά, διότι πολύ απλά ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας των διαδραματισθέντων την επίδικη βραδιά. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο αποδέχεται ως αξιόπιστη την αναφορά του μάρτυρα αναφορικά με το κτύπημα του κατηγορουμένου εναντίον της παραπονούμενης και το μη ηθελημένο του κτυπήματος του κατηγορουμένου προς την Μ.Κ. 1, όχι μόνο λόγω της ήδη αποδεχθείσας αυτής εκδοχής με την αξιολόγηση που προηγήθηκε, αλλά και επειδή ο μάρτυρας αυτός, παρά την ικανή και επίμονη αντεξέταση που υπέστη επί αυτού του θέματος, δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του, αλλά παρέμεινε σταθερός, λογικός και πειστικός στην εκδοχή του ως προς το κτύπημα του κατηγορουμένου στην παραπονούμενη. Δεν διαφεύγει βεβαίως η προσοχή του Δικαστηρίου ότι σε κάποιο σημείο σημείο ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν θυμόταν εάν ο κατηγορούμενος κτύπησε με παλάμη ή γροθιά, αλλά αυτό δεν αναιρεί την αποδοχή του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη και εν πάση περιπτώση, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, ο κάθε μάρτυρας είναι αναμενόμενο να θυμάται ή να αντιλαμβάνεται κάποια πράγματα με κάπως διαφορετικό τρόπο και φακό. Όμως, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την αναφορά του μάρτυρα ότι η παραπονούμενη δεν κτύπησε τον κατηγορούμενο, όχι μόνο λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης επί αυτού του θέματος που προηγήθηκε, αλλά και που θα ακολουθήσει ως προς την μαρτυρία του κατηγορούμενου κυρίως, αλλά και επειδή ο μάρτυρας επί αυτού του σημείου είχε έντονη την προσπάθεια να υπερασπιστεί την φίλη του την παραπονούμενη από την ενέργεια της να επιτεθεί στον κατηγορούμενο με σκοπό να του υφαρπάξει τις επωμίδες του και με συνέπεια να τον τραυματίσει, ως πιο πάνω ήδη αναφέρθηκε, αλλά και που θα αξιολογηθεί περαιτέρω πιο κάτω. Επίσης, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την εκδοχή του μάρτυρα ότι θαμώνες δεν επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο και στους άλλους αστυνομικούς, για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, αλλά και για τους λόγους που θα αναφερθούν πιο κάτω με την αποδοχή της θέσης του κατηγορουμένου και των Μ.Υ. 1 και 2 επί αυτού του ζητήματος. Δεν έχει όμως το Δικαστήριο οποιαδήποτε εμπλοκή του μάρτυρα σε επίθεση εναντίον οποιουδήποτε, ως η θέση του κατηγορούμενου, όχι μόνο επειδή δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμούσα υπόθεση εναντίον του παρά μόνο εναντίον των Μ.Κ. 1 και 2, αλλά και επειδή το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιανδήπτε αξιόπιστη μαρτυρία προς αυτήν την κατεύθυνση. Τα όσα αναφέρθηκαν αναφορικά με την αξιοπιστία του Μ.Κ. 4 ισχύουν και τα ίδια και για την αξιοπιστία του Μ.Κ. 5 λόγω του ότι οι μαρτυρίες τους ουσιαστικά συμβαδίζουν σε μεγάλο βαθμό, με τις επιπρόσθετες βεβαίως αναφορές, ήτοι το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την αναφορά του ότι η παραπονούμενη ανέφερε στον κατηγορούμενο αυτά που ανέφερε για την συμπεριφορά του και ο λόγος είναι ότι το Δικαστήριο έχει κάνει ήδη ειδική αξιολόγηση επί αυτού του θέματος, αλλά θα γίνει και μια επιπρόσθετη αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορουμένου. Ο μάρτυρας υπήρξε ειλικρινής με την αναφορά του ότι την επόμενη ημέρα τηλεφώνησε στον γιο του κατηγορουμένου για να αρθεί το παράπονο και δεν έχει διακρίνει το Δικαστήριο οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο του μάρτυρα, με εξαίρεση βεβαίως την αναφορά του μάρτυρα που απενεχοποιεί την παραπονούμενη από την επίθεση που διέπραξε εναντίον του κατηγορουμένου, διότι ο μάρτυρας σε αυτό το σημείο ήθελε να υπερασπιστεί την παραπονούμενη λόγω του ότι είναι και κουμέρα του. Το ότι δεν θυμόταν με ποιο χέρι ο κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη και εάν ήταν με παλάμη ή γροθιά, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αναφέρθηκαν επί αυτού του σημείου και στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  1. Ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο εναντίον του μάρτυρα, ήτοι να εξύβρισε ή να επιτέθηκε εναντίον του κατηγορουμένου, διότι ούτε και για αυτόν τον μάρτυρα εκκρεμεί οποιαδήποτε υπόθεση και ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία προς αυτήν την κατεύθυνση. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 6, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθινή, ανεξάρτητη, αμερόληπτη και αξιόπιστη και που προέρχεται από έναν εμπειρογνώμονα, τα προσόντα του οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί και που ουσιαστικά και οι δύο πλευρές, για τους δικούς της βεβαίως λόγους, επικαλέστηκε. Το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα για την φιλαλήθεια του εν λόγω μάρτυρα, δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στον μάρτυρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ιατρός που εξέτασε τόσο την παραπονούμενη, όσο και τον κατηγορούμενο, διατηρώντας ίσες αποστάσεις και παρέχοντας ιατρικές υπηρεσίες και στους δύο, ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε προσπάθεια του μάρτυρα να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε. Ο μάρτυρας αυτός βοήθησε το Δικαστήριο στο να εξάξει τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τόσο η παραπονούμενη, όσο και ο κατηγορούμενος, υπήρξαν θύτες και θύματα ταυτόχρονα των αμοιβαίων επιθέσεων λόγω της παρουσίας των τραυμάτων που παρουσίαζαν, με την διευκρίνιση βεβαίως ότι η παραπονούμενη δεν ευθύνεται για το σύνολο των τραυμάτων που έφερε ο κατηγορούμενος, κυρίως λόγω της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και του Μ.Υ. 2 που ακολουθεί. Ως προς την μαρτυρία του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του και της άμεσης εμπλοκής του στα διαδραματισθέντα, αφού ήταν και ένας εκ των πρωταγωνιστών των όσων έλαβαν χώρα. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του κατηγορούμενου ότι δεν έχει κτυπήσει την παραπονούμενη, διότι αυτή η εκδοχή της παραπονούμενης έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο με βάση την αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω, αλλά και επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι επί αυτού του σημείου ο κατηγορούμενος ήθελε να απεμπλακεί από αυτήν του την ενέργεια. Παραμένει όμως άγνωστο για το Δικαστήριο τι έχει προηγηθεί, ήτοι τι λέχθηκε μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου πριν από αυτό το κτύπημα, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι και οι δύο πλευρές συσκότισαν το Δικαστήριο επί αυτού του θέματος, διότι το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε ως λογική την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος πέταξε ξύλο προς την πλευρά του DJ, λόγω ακριβώς του κινδύνου να τραυματίσει συναδέλφους του που προσπαθούσαν να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους για να σταματήσει η μουσική και να κατάσχουν τον σχετικό εξοπλισμό, εξ΄ ου και ο λόγος που ειδοποιήθηκε ο κατηγορούμενος να μεταβεί στο επίδικο μέρος με άλλους συναδέλφους του για να επιβάλουν την τάξη και συνεπώς ως προς τι να κάνει ο κατηγορούμενος τέτοια παράλογη ενέργεια να πετάξει ξύλο. Το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα ως προς την αναφορά του κατηγορουμένου ότι η παραπονούμενη του επιτέθηκε με σκοπό να του υφαρπάξει τις επωμίδες και κρίνεται ως λογική η αναφορά του κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη προφανώς αντιλήφθηκε εσφαλμένα την προτροπή των παρευρισκομένων να πιάσουν τα νούμερα του, εννοώντας προφανώς τον αριθμό του κατηγορούμενου ως αστυφύλακα, προσπαθώντας όμως η παραπονούμενη να υφαρπάξει τις επωμίδες του κατηγορούμενου όπου αναγράφεται ο αριθμός του και για αυτό προέβηκε στην εν λόγω επίθεση, τραυματίζοντας τον ελαφρά στο μέρος του λαιμού και σκίζοντας του το πουκάμισο και πέφτοντας η επωμίδα στο έδαφος. Το Δικαστήριο κρίνει ως έντιμη, λογική και ειλικρινή την αναφορά του κατηγορούμενου ότι έσπρωξε την παραπονούμενη ελαφρώς για να μην του πάρει την επωμίδα του, αυτή του όμως η ενέργεια δεν ισοδυναμεί βεβαίως με κοινή επίθεση ως αυτή έχει αναλυθεί πιο πάνω, διότι αυτή η ενέργεια του κατηγορούμενου ήταν νόμιμη για να αποτρέψει την υφαρπαγή της επωμίδας του και δεν έχει χρησιμοποιήσει υπέρμετρη βία. Δεν έχει πειστεί όμως το Δικαστήριο ότι η Μ.Κ. 1 του έχει επιτεθεί, διότι όπως έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω, η Μ.Κ. 1 απλά παρασύρθηκε από μη ηθελημένη ενέργεια του κατηγορουμένου και ότι δεν τον έχει κτυπήσει, αλλά και επειδή το Δικαστήριο έχει αντιληφθεί κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ουσιαστικά από ένα σημείο και μετά ενοχοποιούσε μόνο την παραπονούμενη και όχι την Μ.Κ.
  2. Το Δικαστήριο αποδέχεται μεν την μαρτυρία του κατηγορουμένου ότι από ένα σημείο και μετά συνάδελφοι του τον απομάκρυναν και αυτό αποτελεί ως γεγονός κοινό έδαφος όλων των πλευρών, όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι ο λόγος που τον απομάκρυναν είναι λόγω του θαμωνες εξαγριώθηκαν στην θέα του χαστουκίσματος του κατηγορουμένου εναντίον της παραπονουμένης και αυτή η ενέργεια των θαμώνων είναι μεν αιτιολογημένη, αδικαιολόγητη δε, αλλά και υπέρμετρη, διότι το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως πλήρως λογική, πειστική και αξιόπιστη την αναφορά του κατηγορουμένου ότι του επιτίθεντο οι θαμώνες υπέρμετρα και δυσανάλογα εναντίον του κατηγορουμένου, εξυβρίζοντας τον σκαιότατα με τις φράσεις ΄΄ππουστόμπατσε΄΄ και ΄΄πασιή΄΄ και άλλα συναφή, εξύβριζαν τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης, πετάγοντας μπουκάλια και ποτήρια εις βάρος του κατηγορουμένου και το μόνο που είχε να κάνει ο κατηγορούμενος σε εκείνη την φάση είναι να προσπαθεί να αποκρούσει τις επιθέσεις των θαμώνων με ένα κομμάτι ξύλο που έμοιαζε με παλιό παράθυρο με φυλλαράκια και που βρήκε εκεί κοντά και κάποιοι κατάφεραν να τον κτυπήσουν, όπως π.χ. στο κεφάλι και αυτό δικαιολογεί το παράπονο του κατηγορουμένου για πόνο στο τριχωτό της κεφαλής και αυτό ενισχύεται από την ανεξάρτητη μαρτυρία του Μ.Κ. 6, αλλά και του Μ.Υ. 2 ως πιο κάτω θα αναφερθεί. Όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι για ένα μεγάλο διάστημα ο κατηγορούμενος δυστυχώς παρέμεινε μόνος και αβοήθητος από τους συναδέλφους του, οι οποίοι προφανώς φοβήθηκαν και μόνο ο κατηγορούμενος είχε το θάρρος να παραμείνει στο μέρος και να αντιμετωπίσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τον όχλο, σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους του που είτε παρέμειναν αμέτοχοι, είτε διέφυγαν και αυτό δεν τιμά την εικόνα της αστυνομίας, όσπου και βρέθηκαν μόλις δύο αστυνομικοί να τον απομακρύνουν από την κατά τα άλλα παράνομη, αντικοινωνική και οχλαγωγική συμπεριφορά των θαμώνων που δεν σεβάστηκαν τα όργανα της τάξης και παρόλα αυτά ο κατηγορούμενος είχε την μεγαλοψυχία να δικαιολογήσει τους συναδέλφους του που τον εγκατέλειψαν. Ο κατηγορούμενος υπήρξε ειλικρινής και έντιμος και δεν επέρριψε όλη την ευθύνη στην παραπονούμενη για όλα τα τραύματα του, παρά μόνο αυτά που παρουσίαζε κοντά στο μέρος της επωμίδας του. Βεβαίως, το Δικαστήριο αποδέχεται την αναφορά του ότι δεν πέταξε ξύλο προς την πλευρά του DJ, διότι δεν είναι λογικό να πετάξει ξύλο στην πλευρά όπου βρίσκονταν συνάδελφοι του γα ιαν εκτελέσουν τα καθήκοντα τους ως πιο πάνω αναφέρθηκε, αλλά και επειδή το μόνο κομμάτι ξύλο που πήρε στα χέρια του είναι αυτό που αναφέρθηκε πιο πάνω για να αμυνθεί. Υπήρξε μεν ο κατηγορούμενος σε κάποια σημείο κάπως υπερβολικός, ήτοι με τις αναφορές του ότι οι θαμώνες διέλυσαν την Λεμεσό και ότι οι Μ.Κ. 4 και 5 είναι λέρες και ότι του επιτέθηκαν και τον εξύβρισαν, αλλά αυτό δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ως μοιραίο, λόγω της συναισθηματικής φόρτισης που είχε ο κατηγορούμενος που ήταν εν μέρει δικαιολογημένη με τα όσα υπέστη και εν πάση περιπτώση η οποιαδήποτε εμπλοκή των Μ.Κ. 4 και 5 έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ. 1 αποδέχεται την μαρτυρία του στο μέρος που αφορά την εναντίον του κατηγορουμένου συμπεριφορά εκ μέρους των θαμώνων, όχι μόνο λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορουμένου επί αυτού του θέματος, αλλά και επεισή ο μάρτυρας επί αυτού του σημείου ήταν σταθερός, πειστικός, λογικός και ειλικρινής, διότι δεν δίστασε να παραδεχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, με ειλικρίνεια, ευθύτητα και εντιμότητα, ότι τόσο αυτός, όσο και άλλοι συνάδελφοι του δείλιασαν στην θέα των όσων γίνονταν και άφησαν αβοήθητο τον κατηγορούμενο έναντι του όχλου, θέση την οποία το Δικαστήριο αποδέχεται και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε υπερβολή εκ μέρους του μάρτυρα με σκοπό να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, έστω και εάν εκθείασε την εμπλοκή και τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας που απενεχοποιούν τον κατηγορούμενο, δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο, όχι μόνο της πιο πάνω αξιολόγησης που προηγήθηκε, αλλά και επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι λόγω της απόστασης που είχε από τον κατηγορούμενο και της εμπλοκής του στην υπόθεση ως επιφορτισμένος εκείνη την βραδιά για να κατασχεθεί ο σχετικός εξοπλισμός, δεν θα μπορούσε να δει άμεσα τι έχει γίνει και λεχθεί μεταξύ της παραπονουμένης και του κατηγορουμένου. Όσον αφορά την μαρτυρία του Μ.Υ. 2, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή, διότι ο μάρτυρας αυτός κλήθηκε ως ένας εκ των αυτόπτων και αυτήκοων μαρτύρων και ως ανεξάρτητος μάρτυρας και μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο πείστικε ότι πράγματι ο μάρτυρας αυτός είναι ανεξάρτητος, αντικειμενικός και αμερόληπτος και η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας είναι ανεξάρτητος και αμερόληπτος, διότι διαμένει πλησίον του επίδικου υποστατικού όπου έλαβαν χώρα τα πιο πάνω έκτροπα, που είχαν ως σημείο εκκίνησης την μετάδοση μουσικής η οποία ήταν ενοχλητική για τον ίδιο και ακολούθησε η μετάβαση της αστυνομίας στο μέρος και η παύση της μουσικής και η κατάσχεση των μεγαφώνων που αποτελεί άλλωστε κοινό έδαφος και των δύο πλευρών. Δεν έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο με τον οποίο γνωρίζονται, ως η θέση που υποβλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή κατά την αντεξέταση του, όχι μόνο επειδή απουσιάζει μια τέτοια μαρτυρία που να το αποδεικνύει, αλλά και επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι η μετάβαση του κατηγορουμένου στην σκηνή την επίδικη βραδιά ήταν τυχαία λόγω της εκτέλεσης των καθηκόντων του μετά από οδηγίες που έλαβε και δεν έχει διακρίνει άλλωστε το Δικαστήριο οποιοδήποτε κίνητρο του μάρτυρα να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, διότι πολύ απλά ο μάρτυρας είναι ένας απλός πολίτης που ζήτησε την βοήθεια της αστυνομίας να φθάσει στο μέρος λόγω της ηχορύπανσης που προερχόταν από την μετάδοση της μουσικής από το επίδικο μπαράκι, ενέργεια η οποία κρίθηκε δικαιολογημένη λόγω και των όσων έχουν ακολουθήσει με την παύση της μουσικής και την κατάσχεση των μεγαφώνων. Ούτε έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε συμπάθεια ή εύνοια του μάρτυρα προς τον κατηγορούμενο για να τον βοηθήσει λόγω της αντικοινωνικής συμπεριφοράς που ο μάρτυρας υπέστη από τους θαμώνες με την εξύβριση του ιδίου και της οικογένειας του, θέση η οποία κρίνεται από το Δικαστήριο ως πειστική, αξιόπιστη και λογική, διότι οι θαμώνες εκείνη την βραδιά δεν ήταν καθόλου ευπρεπείς και διαμαρτύρονταν επειδή χάλασε η διασκέδαση τους και επέρριπταν ευθύνες στην αστυνομία, αλλά και στον ίδιο που έχει προβεί στην σχετική καταγγελία, κρίνοντας το Δικαστήριο ως λογική και πειστική την αναφορά του μάρτυρα ότι οι θαμώνες γνώριζαν ότι αυτός έχει κάνει την καταγγελία, προερχόμενη η γνώση τους από τους ιδιοκτήτες του καταστήματος και που εν πάση περιπτώση είναι κοινό έδαφος ότι η καταγγελία προήλθε από αυτόν. Ούτε έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο εκ μέρους του μάρτυρα υπέρ του κατηγορουμένου λόγω της ύπαρξης προηγούμενων καταγγελιών εις βάρος του επίδικου υποστατικού. Το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογικό και πειστικό το γεγονός ότι θυμόταν την αναφορά του αριθμού του κατηγορουμένου, λόγω ακριβώς της έντασης που υπήρχε εκείνην την βραδιά και των όσων άκουσε, είδε και γενικά βίωσε εκείνη την βραδιά που πράγματι δεν ήταν οτιδήποτε το συνηθισμένο, αλλά κάτι το ακραίο και που δικαιολογεί την αποτύπωση στην μνήμη κάποιων λεπτομερειών, ιδίως όταν αφορά τον ένα εκ των πρωταγωνιστών στα διαδραματισθέντα. Προκύπτει επίσης μέσα από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, ότι ο κατηγορούμενος υπέστη επίθεση από θαμώνες, ένας εξ΄ αυτών τον κτύπησε στο κεφάλι και ο κατηγορούμενος αναρωτήθηκε ποιος τον κτύπησε και αυτό δικαιολογεί το παράπονο του κατηγορουμένου για πόνο στο τριχωτό της κεφαλής, που συνάδει και με την μαρτυρία άλλου ανεξάρτητου μάρτυρα, ήτοι με την μαρτυρία του Μ.Κ. 6, αλλά και την μαρτυρία του κατηγορουμένου που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο επί αυτού του σημείου. Το ότι δεν έχει αναφέρει ο μάρτυρας οτιδήποτε για το χαστούκισμα του κατηγορουμένου εναντίον της παραπονούμενης, αυτό δεν αναιρεί το εύρημα του Δικαστηρίου ότι αυτό έγινε με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και εν πάση περιπτώση αυτό δικαιολογείται και εν μέρει από το γεγονός ότι δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί εις ολόκληρο όλα τα διαδραματισθέντα, λόγω και της απόστασης που υπήρχε μεταξύ του επίδικου μέρους και της οικίας του. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, αποτελούν ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου ότι την επίδικη βραδιά στο επίδικο υποστατικό, ο κατηγορούμενος χαστούκισε την παραπονούμενη με αποτέλεσμα αυτή να φέρει τα τραύματα ως αυτά φαίνονται στο τεκμήριο 4 και αυτό συνιστά κοινή επίθεση εν τη εννοία του νόμου ως αυτή έχει αναλυθεί πιο πάνω. Ακολούθως όμως, παρευρισκόμενοι θαμώνες εξαγριώθηκαν λόγω του πιο πάνω περιστατικού και άρχισαν να βρίζουν τον κατηγορούμενο με τις φράσεις ΄΄ππουστόμπατσε΄΄ και ΄΄πασιή΄΄, έβριζαν τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης, πέταγαν στον κατηγορούμενο μπουκάλια και ποτήρια, ο κατηγορούμενος τα απέκρουε και προσπαθούσε να αμυνθεί με ένα κομμάτι ξύλο που έμοιαζε με παλιό παράθυρο με φυλλαράκια, άλλοι θαμώνες του επιτέθηκαν επίσης και κατάφεραν να τον κτυπήσουν, όπου ένας εξ΄ αυτών κτύπησε τον κατηγορούμενο στο κεφάλι, ο κατηγορούμενος παρέμεινε αβοήθητος για αρκετή ώρα μέχρι που μόνο δύο μόνο συνάδελφοι του τον βοήθησαν να απομακρυνθεί, η παραπονούμενη επιτέθηκε μετά το χαστούκισμα στον κατηγορούμενο και προσπάθησε να του αποσπάσει τις επωμίδες του, σπρώχνοντας τον και τραυματίζοντας τον ελαφρά στην περιοχή κοντά στον λαιμό μόνο και συνεπως τα υπόλοιπα τραύματα δεν οφείλονται από την παραπονούμενη αλλά από άλλους θαμώνες, η Μ.Κ. 1 δεν επιτέθηκε στον κατηγορούμενο παρά μόνο αυτή έπεσε στο έδαφος από μη ηθελημένη ενέργεια του κατηγορουμένου, από την ενέργεια της παραπονούμένης σκίστηκε το πουκάμισο του κατηγορουμένου, έπεσε η επωμίδα στο έδαφος και το κουμπί που την κρατούσε και ο κατηγορούμενος την έσπρωξε ελαφρά για να την απωθήσει για να μην του πάρει την επωμίδα και τα κατάφερε και αυτή του η ενέργεια δεν αποτελεί κοινή επίθεση εν τη εννοία του νόμου ως αυτή αναλύθηκε πιο πάνω, διότι ήταν δικαιολογημένη και χρησιμοποιώντας ανάλογη και εύλογη βία για να προστατέψει τις επωμίδες του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κοινή επίθεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.