← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. El SAKA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22253/15, 28/6/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. El SAKA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22253/15, 28/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B36 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22253/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-

  1. ΧΧΧΧ El SAKA
  2. ΧΧΧΧ ALO Κατηγορουμένων ---------------------------------- Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού με κα Χριστίνα Σιήρτσιην Για Κατηγορούμενο 1: κ. Μάριος Γαβριηλίδης Για Κατηγορούμενο 2: κ. Ηλίας Κονναρής Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τις δύο πρώτες κατηγορίες, οι οποίες αφορούν το ουσιαστικό αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας που είναι το αδίκημα της κοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι την 30ην Οκτωβρίου 2015 στη Λεμεσό, έκλεψαν το αυτοκίνητο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, περιουσία του ατόμου που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ήτοι του Μ.Κ. 2περιουσίας € 5,000, η δε πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι του πιο πάνω αναφερόμενου αδικήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 255, 262 και 20 του Ποινικού Κώδικα, όπου με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι τον πιο πάνω ουσιώδη χρόνο και τόπο συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το πιο πάνω αδίκημα. Η τέταρτη κατηγορία, που βαρύνει μόνο τον πρώτο κατηγορούμενο, αφορά το αδίκημα της αντίστασης σε όργανο της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος κατά τόν ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, αντιστάθηκε στο όργανο της τάξης που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του. Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε επίσης και την τρίτη κατηγορία, στην οποία αθωώθηκε από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και αφορούσε επίθεση κατά του πιο πάνω αναφερόμενου οργάνου της τάξεως. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα παρέλαβε από τον Μ.Κ. 6 το τεκμήριο 3 και το έθεση υπό την φύλαξη του και δύο μέρες αργότερα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, ήτοι το τεκμήριο 2 και σε κατόπινό στάδιο, διενήργησε έρευνα δυνάμει Δικαστικού εντάλματος σύλληψης στις οικίες των κατηγορουμένων χωρίς να εντοπίσει οτιδήποτε. Την ίδια ημέρα έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο με την συγκατάθεση του τα παρειακά επιχρίσματα του και δειγματοληψία swap που απέσπασε από την μπροστινή αριστερή πόρτα του κλοπιμαίου αυτοκινήτου συγκεκριμένος λοχίας και του παρέδωσε. Την ίδια ημέρα παρέδωσε έναντι σχετικής απόδειξης το επίδικο αυτοκίνητο, αφού προηγουμένως φωτογραφήθηκε από συγκεκριμένο λοχία. Την επόμενη ημέρα παρέδωσε στο ΤΑΕ συγκεκριμένα τεκμήρια σε συγκεκριμένο αστυφύλακα, ο οποίος στη συνέχεια τα παρέδωσε στο εργαστήριο Γενετικής και Νευρολογίας για περαιτέρω εξετάσεις. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε τα πιο πάνω αναφερόμενα αριθμημένα τεκμήρια, ανέφερε ότι είναι ο ανακριτής της υπόθεσης, γνωρίζει από συναδέλφους του ότι οι κατηγορούμενοι ανακόπηκαν και συνελήφθησαν και ότι το επίδικο αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο, αναγνώρισε το τεκμήριο 4 ως την δέσμη από φωτογραφίες που εκδόθηκαν στην παρουσία του, προβαίνοντας σε μια αναφορά και ανάλυση στο τι απεικονίζει η κάθε φωτογραφία, αναγνωρίζοντας το επίδικο αυτοκίνητο, κλοπιμαίο κατά τον ίδιο, αναγνώρισε επίσης και τους δύο κατηγορούμενους. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι αντλεί την πηγή της γνώσης του μέσα από τις καταθέσεις των συναδέλφων του, στην έκταση που θυμόταν, δίνοντας έτσι απάντηση σε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την απενεχοποίηση του πρώτου κατηγορούμενου στις κατηγορίες που τον βαρύνουν. Ανέφερε ότι πρόσεξε ότι είχε κάποια κτυπήματα ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος όμως δεν προέβαλε κάποια απάντηση ο πρώτος κατηγορούμενος ως προς τα τραύματα του, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι προσπαθεί να συγκαλύψει τους συναδέλφους του, παραπέμποντας ταυτόχρονα στους συναδέλφους του για αυτό το ζήτημα. Ανέφερε επίσης όσα γνώριζε αναφορικά με το κλειδί του επίδικου αυτοκινήτου, λέγοντας ότι έχουν γίνει επιστημονικές εξετάσεις σε αυτό. Αντεξεταζόμενος επίσης αναφορικά με το πρόσωπο του δεύτερου κατηγορουμένου, αναφέρθηκε στις ενέργειες που είχε κάνει ως ανακριτής, λέγοντας ότι δεν ήταν σίγουρος εάν διερεύνησε τους ισχυρισμούς του δεύτερου κατηγορούμενου. Στην επανεξέταση του έδωσε κάποιες διευκρινιστικές απαντήσεις αναφορικά με τις ενέργειες που είχε προβεί ως ανακριτής και γενικά ότι αφορούσε το ανακριτικό υλικό που είχε συλλεχθεί. Ο Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  3. Στην κατάθεση του αναφέρει ότι είναι ο αποκλειστικός οδηγός του επίδικου αυτοκινήτου, το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της συζύγου του. Ανέφερε ότι την προηγούμενη μέρα τηςεπίδικης, στάθμευσε το αυτοκίνητο σε ανικτό χώρο πησίον της οικίας του και το έχει κλειδώσει. Το βράδυ δέχθηκε τηλεφώνημα από την αστυνομία και τον ρώτησαν που βρίσκεται το αυτοκίνητ του και τότε ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι αυτό έλειπε και τότε πληροφορήθηκε από την αστυνομία ότι το αυτοκίνητο ανακόπηκε και ότι οδηγείτο από δύο άτομα. Η σημερινή αξία του αυτοκινήτου είναι € 5,000, η κάσια του είναι κλειστή και έχει διάφορα εργαλεία, δεν έχει ασφάλεια για κλοπή και έχει παράπονο για την κλοπή του αυτοκινήτου, το οποίο του υπεδείχθηκε στην αστυνομία και από έλεγχο που έκανε δεν έλειπε κάτι από μέσα. Η κλειδονιά τηςπόρτας του συνοδηγού είναι αφαιρεμένη και το κλειδί δεν είναι δικό του, ήτοι το κλειδί που του υπέδειξαν στην αστυνομία, ήτοι το τεκμήριο 3, διότι το αυτοκίνητο έχει δύο κλειδιά τα οποία έχει στην κατοχή του. όσον αφορά τους κατηγορούμενους, ανέφερε ότι είναι η πρώτη φορά που τους βλέπει και ότι δεν τους αναγνωρίζει. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τους κατηγορούμενους ως τα άτομα που είδε στην αστυνομία, αναγνώρισε στο τεκμήριο 4 το επίδικο αυτοκίνητο, η κλειδωνιά του οποίου στην θέση του συνοδηγού ήταν παραβιασμένη, αναγνώρισε το τεκμήριο 3 ως το κλειδί που είδε στο αυτοκίνητο και το έλεγξε στην αστυνομία, το οποίο αντικλείδι δεν έδωσε ποτέ σε κανένα. Αντεξεταζόμενος από πλευράς πρώτου κατηγορούμενου, ανέφερε ότι έλαβε ενημέρωση από την αστυνομία ότι το επίδικο όχημα οδηγείτο από την αστυνομία και το ίδιο ισχύει και για την καταγωγή των κατηγορουμένων, δεν θυμόταν εάν το χέρι του πρώτου κατηγορουμένου ήταν δεμένο, το τεκμήριο 3 ταίριαζε στην κλειδωνιά και το αυτοκίνητο ξεκινούσε και αυτό το αντικλείδι μπορούσε να γίνει με την αφαίρεση της κλειδωνιάς και ένα αντικλείδι μπορεί να γίνει με ευκολία και ταχύτητα. Αντεξεταζόμενος από πλευράς δεύτερου κατηγορούμενου, αναφέρθηκεστο πόσες φορές είδε και που τους κατηγορούμενους, αναφέρθηκε στην κατοχή των κλειδιών του επίδικου αυτοκινήτου και που το στάθμευσε την επίδικη ημέρα και ότι δεν είδε να λείπει κάτι από αυτό, στο παρελθόν όμως κλάπεισαν μπαταρίες από αυτό, γεγονός που καταγγέλθηκε στην αστυνομία αλλά δεν ανευρέθησαν ποτέ. Αναφέρθηκε επίσης και στην μερική μετακίνηση του αυτοκινήτου στον χώρο της αστυνομίας όταν κλητεύθηκε ο ίδιος εκεί, μέχρι σήμερα η ζημιά στο μέρος της κλειδωνιάς δεν έχει επιδιορθωθεί. Ο Μ.Κ. 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 3, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα κλήθηκε να βοηθήσει στην ανακοπή του επίδικου οχήματος που όπως ενημερώθηκε ήταν κλοπιμαίο, πράγμα που έγινε, ήτοι μετέβηκε στην επίδικη σκηνή, όπου και ανακόπηκε το επίδικο όχημα. Ακολούθως άλλα μέλη της αστυνομίας ανέλαβαν τα περαιτέρω και με άδεια του αξιωματικού υπηρεσίας οδήγησε συγκεκριμένο όχημα στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού και το στάθμευσε στο περίβολο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο ως τον οδηγό του ενός από τα δύο αυτοκίνητα που ανακόπηκαν την επίδικη βραδιά, αναγνώρισε επίσης το άλλο αυτοκίνητο που ανακόπηκε, ήτοι το επίδικο, μέσω του τεκμηρίου
  4. Τα δύο αυτοκίνητα μεταξύ τους ήταν πολύ κοντά σ απόσταση περίπου 5 μέτρων. Αντεξεταζόμενος από πλευράς πρώτου κατηγορουμένου, ανέφερε ότι όταν προσέγγισε τον πρώτο κατηγορούμενο στην θέση του οδηγού αυτός ήταν ήρεμος και ακολούθως ο μάρτυρας ενημέρωσε άλλους συναδέλφους του, οι οποίοι ανέλαβαν τα περαιτέρω. Δεν άκουσε τον πρώτο κατηγορούμενο να φωνάζει, αλλά η επόμενη φάση που είδε τον κατηγορούμενο ήταν με χειροπέδες και ζητήθηκε από τον μάρτυρα να μετακινήσει το ένα αυτοκίνητο προς το ΤΑΕ Λεμεσού. Όταν ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν με τις χειροπέδες δεν προσπάθησε να διαφύγει, ούτε είδε τον πρώτο κατηγορούμενο να επιτίθεται σε αστυνομικό, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν είχε συνεχή οπτική επαφή με τον πρώτο κατηγορούμενο και δεν θυμόταν όταν τον είδε με τις χειροπέδες εάν είχε γύψο στο χέρι του. Ο πρώτος κατηγορούμενος όταν του έγινε σήμα να σταματήσει δεν προσπάθησε να διαφύγει, περιγράφοντας επίσης τον τρόπο που έγινε η ανακοπή. Στην επανεξέταση του ανέφερε ότι η χρονική διάρκεια που δεν είχε οπτική επαφή με τον πρώτο κατηγορούμενο ήταν 3 - 5 λεπτά περίπου. Ο ΜΚ 4 ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο
  5. Σε αυτήν αναφέρει ότι υπηρετεί σε συγκεκριμένη υπηρεσία το αρχηγείο αστυνομίας και μετά από πληροφορία που λήφθηκε στα γραφεία της υπηρεσίας, ότι το αυτοκίνητο με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής, το οποίο οδηγείτο από άγνωστο άνδρα θα προέβαινε σε κλοπή αυτοκινήτου, αγνώστων λοιπών στοιχείων και έτσι στις 29 Οκτωβρίου 2015 η ώρα 11:00 μ.μ. μετέβηκε με άλλα μέλη της υπηρεσίας του στη Λεμεσό προς εντοπισμό του. Το ύποπτο όχημα εντοπίστηκε η ώρα 23:45 να οδηγείται από άγνωστο άνδρα στην περιοχή Αγίου Ιωάννη και τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση. Στη συνέχεια δεύτερος άγνωστος άνδρας επιβιβάστηκε σε αυτό παρά την συμβολή των φώτων αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ και Γεωργίου Αβέρωφ. Στη συνέχεια το εν λόγω όχημα χάθηκε στις γειτονιές του Αγίου Ιωάννη και εντοπίστηκε περί ώρα 00:15 της 30 Οκτωβρίου 2015 παρά τον κυκλικό κόμβο Πολεμιδιών με κατεύθυνση την Λευκωσία. Στο ύποπτο όχημα επέβαινε μόνο ένα άτομο και από πίσω του ακολουθούσε το επίδικο αυτοκίνητο. Από έλεγχο που ακολούθησε, διαπιστώθηκε ότι το όχημα κλάπηκε από κατοικία σε συγκεκριμένη οδό. Στη συνέχεια ζήτησαν βοήθεια από συγκεκριμένη υπηρεσία του αρχηγείου αστυνομίας για να τους βοηθήσουν στην ανακοπή των πιο πάνω οχημάτων. Μετά την έξοδο του Ζυγίου, το περίπολο της συγκεκριμένης υπηρεσίας ανέκοψε πρώτα το επίδικο όχημα και σε απόσταση περίπου 400 μέτρων το άλλο όχημα. Τότε ο μάρτυρας έτρεξε προς το μέρος της θέσης του οδηγού και του ζήτησε να εξέλθει από το όχημα, αφού πρώτα του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα. Αφού άνοιξε την πόρτα και εξήλθε του οχήματος, του ζήτησε τα στοιχεία του και αυτός άρχισε να φωνάζει για το λόγο που τον σταμάτησαν, ενώ αρνήθηκε να του πει τα στοιχεία του και την ίδια ώρα πέταξε ένα αντικείμενο έξω από το δρόμο κοντά στα κιγκλιδώματα. Αμέσως τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε, της άρνησης παροχής στοιχείων σε αστυνομικό, τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για εξακρίβωση στοιχείων και αφού του επέστησε την προσοχή στο νομό αυτός απάντησε ΄΄εν έκαμα τίποτε εν ηξέρω τίποτε΄΄. Στη συνέχεια, στην προσπάθειά του να του περάσει χειροπέδες αντιστάθηκε της σύλληψης του και χρησιμοποίησε την ανάλογη βία για να τον ακινητοποιήσει. Ακολούθως τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε, την αντίσταση κατά της σύλληψης και περί ώρα 00:52 τον συνέλαβε για το πιο πάνω αυτόφωρο αδίκημα και αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε ΄΄εν έκαμα τίποτε΄΄. Ακολούθως έχει διαπιστώσει ότι το αντικείμενο το οποίο πετάξε ήταν ένα κινητό τηλέφωνο συγκεκριμένης μάρκας χρώματος γκρίζο το οποίο και παρέλαβε. Ακολούθως ο πιο πάνω άντρας οδηγήθηκε μαζί με τον οδηγό του επίδικου αυτοκινήτου στο ΤΑΕ Λεμεσού, όπου ο Μ.Κ. 6 ανέλαβε τα περαιτέρω και από έλεγχο που ακολούθησε διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για τον πρώτο κατηγορούμενο. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε το επίδικο όχημα δια μέσου του τεκμηρίου 4 ως το όχημα που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, τον οποίο και αναγνώρισε στο εδώλιο, αναγνώρισε επίσης τον πρώτο κατηγορούμενο τόσο δια μέσου του τεκμηρίου 4, όσο και στο εδώλιο και ως τον οδηγό του άλου αυτοκινήτου που ανακόπηκε την επίδικη βραδιά, περιέγραψε τον τρόπο και την διάρκεια όπου ο πρώτος κατηγορούμενος του αντιστάθηκε στην σύλληψη του και σε εκείνη την στιγμή ο πρώτος κατηγορούμενος δεν έφερε επίδεσμο, ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά την στιγμή της αντίστασης δεν ήταν παρών, μετά την ανακοπή των δύο οχημάτων οι κατηγορούμενοι είχαν απόσταση μεταξύ τους, οπτική επαφή με τα δύο αυτοκίνητα είχε το περίπολο του ΟΠΟΔ, δηλαδή του ουλαμού πρόληψης οδικών δυστυχημάτων, είδε που πέταξε ο πρώτος κατηγορούμενος το κινητό του τηλέφωνο και ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι από την αντίσταση του πρώτου κατηγορουμένου δεν έχει προκληθεί στον μάρτυρα οποιαδήποτε σωματική βλάβη. Αντεξεταζόμενος από πλευράς πρώτου κατηγορουμένου ανέφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν του έχει επιτεθεί, περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος αντιστάθηκε στην σύλληψη του, ήτοι αντιστάθηκε στο να του φορέσει την δεύτερη χειροπέδα και ακολούθως ο μάρτυρας με την ανάλογη βία προσπάθησε να μαζέψει το ένα χέρι του πρώτου κατηγορούμενου, χωρίς να του κτυπήσει το χέρι, εκφράζοντας άγνοια για ποιον λόγο ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος είχε επίδεσμο στο χέρι του. Εξέφρασε άγνοια ο μάρτυρας εάν κάποιος ανέλαβε από το ΤΑΕ να πάρει τον πρώτο κατηγορούμενο στο νοσοκομείο, δεν έγινε στον ίδιο οποιοδήποτε παράπονο για το χέρι του και όταν ο πρώτος κατηγορούμενος παραδόθηκε σε μέλη του ΤΑΕ αυτός ήταν εντάξει, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι από την βιασύνη του να συλλάβει τον πρώτο κατηγορούμενο τον κτύπησε και προστέθηκε η τέταρτη κατηγορία, επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι δεν κτύπησε κανέναν και ούτε προκάλεσε ζημιά σε κανέναν. Περιέγραψε επίσης την σκηνή όπου ο πρώτος κατηγορούμενος παραλάμβανε ένα άλλο άτομο, ήτοι τον δεύτερο κατηγορούμενο, όντας ο μάρτυρας σε απόσταση 200 με 300 μέτρα, ήταν βράδυ και ήταν βέβαιος, λόγω και του καλού φωτισμού, ότι τα δύο αυτά άτομα ήταν οι κατηγορούμενοι και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος παρέλαβε τον δεύτερο κατηγορούμενο, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ήταν αδύνατο να τους ξεχωρίσει. Ανέφερε επίσης ότι κατά την στιγμή της σύλληψης στο μέρος βρίσκονταν και δύο μέλη του ΟΠΟΔ, χωρίς να γνωρίζει επακριβώς τι αντιλήφθηκαν. Αντεξεταζόμενος από πλευράς δεύτερου κατηγορουμένου αναφέρθηκε στις οδηγίες που έλαβε από τον προϊστάμενο του για την επιχείρηση που είχε στηθεί για να εντοπιστεί το επίδικο όχημα, περιγράφοντας ταυτόχρονα το τρόπο δράσης προς αυτήν την κατεύθυνση αλλά και τον εντοπισμό του άλλου οχήματος που οδηγείτο από τον πρώτο κατηγορούμενο, κατάλαβε ο ίδιος και οι συναδέλφοι του μέσα από την εμπειρία τους στις παρακολουθήσεις ότι τα δύο οχήματα είχαν σχέση μεταξύ τους διότι πήγαιναν με συγκεκριμένη ταχύτητα, δεν είχε αντιληφθεί τον δεύτερο κατηγορούμενο να προσπαθεί να διαφύγει όταν ο αστυνομικός του έκανε σήμα να σταματήσει διότι δεν τον είδε καθόλου. Ανέφερε επίσης ότι συνόδευσαν τους δύο κατηγορούμενους στο ΤΑΕ Λεμεσού βάζοντας τους στο αυτοκίνητο και ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν ήρεμος σε αυτήν την διαδικασία και το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος σταμάτησε σε απόσταση 400 - 500 μέτρων από το σημείο που σταμάτησε το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ. 5 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 14, στην οποία επαναλαμβάνει τα όσα έχει αναφέρει και ο Μ.Κ. 4 στην κατάθεση του, με τις εξής διαφοροποιήσεις που είχαν ως επίκεντρο την εμπλοκή του με τον πρόσωπο του δεύτερου κατηγορουμένου αντί του πρώτου κατηγορουμένου όπως έγινε με τον Μ.Κ. 4 και πιο συγκεκριμένα, όταν περίπολο του ΟΠΟΔ ανέκοψε το επίδικο όχημα που οδηγείτο από τον δεύτερο κατηγορούμενο και όταν ο μάρτυρας έτρεξε προς την θέση του οδηγού και τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος κατηγορούμενος αφού άνοιξε την πόρτα, τράπηκε σε φυγή πηδώντας το διαχωριστικό κιγκλίδωμα και έτρεχε μέσα σε πυκνώδεις θάμνους. Ο μάρτυρας τον ακολούθησε και κατάφερε να τον σταματήσει σε απόσταση περίπου 50 μέτρων από το σημείο ανακοπής του αυτοκινήτου. Αμέσως τον πληροφόρησε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν κλοπιμαίο και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, ο δεύτερος κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν ήξερε ότι ήταν κλοπιμαίο και ότι το αυτοκίνητο ανήκε στον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε να το πάρουν στην Λάρνακα και τον ακολουθούσε. Ακολούθως ο μάρτυρας μετά από άδεια οδήγησε το επίδικο αυτοκίνητο στον αστυνομικό σταθμό, όπου το παρέδωσε μαζί με το κλειδί στον Μ.Κ.
  6. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο στο εδώλιο, το ίδιο έπραξε και με τον πρώτο κατηγορούμενο τον οποίο συνέλαβαν άλλοι συνάδελφοι του, αναγνώρισε δια μέσου του τεκμηρίου 4 το επίδικο αυτοκίνητο και εξέφρασε την άποψη ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά την σύλληψη του δεν είχε επίδεσμο. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 3 ως το κλειδί του επίδικου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν στο αυτοκίνητο όταν το οδήγησε. Ο δεύτερος κατηγορούμενος μετά την σύλληψη του ανέφερε ότι έτρεξε επειδή φοβήθηκε και δεν ήξερε ότι το αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο και έτρεξε επειδή το αυτοκίνητο ήταν του πρώτου κατηγορουμένου. Την ώρα της σύλληψης δεν έχει αντιληφθεί τους δύο κατηγορούμενους να βρίσκονται σε κοντινή απόσταση, ούτε σε κατοπινό στάδιο, διότι κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο και ζήτησε άδεια για να το οδηγήσει, η δε μεταφορά των κατηγορουμένων έγινε από άλλους Αντεξεταζόμενος από πλευράς πρώτου κατηγορουμένου, ανέφερε ότι ήταν παρών όταν ο πρώτος κατηγορούμενος παραλάμβανε τον δεύτερο κατηγορούμενο, περιέγραψε την σκηνή της ανακοπής, τις αποστάσεις που υπήρχαν, περιέγραψε την παρακολούθηση που προηγήθηκε, την επιβίβαση του δεύτερου κατηγορούμενου στο αυτοκίνητο του πρώτου, αναφέρθηκε στην αστυνομική δύναμη που επιστρατεύθηκε για τον σκοπό, αναφέρθηκε στην έκταση που είχε οπτική επαφή στην σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου, χωρίς να πέσει κάτι στην αντίληψη του εάν ο πρώτος κατηγορούμενος φώναζε ή αντιστάθηκε, περιέγραψε την σκηνή όπου ο δεύτερος κατηγορούμενος προσπάθησε να διαφύγει και εξέφρασε την βεβαιότητα ότι ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος που επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του πρώτου. Αντεξεταζόμενος από πλευράς δεύτερου κατηγορούμενου, επανέλαβε την θέση του ότι ήταν μόνος του στο αυτοκίνητο, περιέγραψε εκ νέου την διαδρομή που ακολουθήθηκε κατά την παρακολούθηση, τον τρόπο που έγινε η παρακολούθηση και την αστυνομική δύναμη που επιστρατεύθηκε, ανέφερε ότι σε κάποιο σημείο χάθηκε η οπτική επαφή αλλά μετά επανήλθε, περιέγραψε εκ νέου την σκηνή όπου έγινε η ανακοπή των οχημάτων, ανέφερε ότι σε κάποιες περιπτώσεις οι ύποπτοι που προβαίνουν σε κλοπές αυτοκινήτων κάνουν αντιπαρακολούθηση στους αστυνομικούς, δεν είδε τους κατηγορούμενους να κλέβουν το επίδικο αυτοκίνητο και στην προκειμένη περίπτωση δεν κλάπηκε αμέσως το αυτοκίνητο αλλά γίνονταν κάποιες βόλτες στα σοκάκια και ακολούθως κλάπηκε το αυτοκίνητο και έφυγαν. Περιέγραψε εκ νέου τον τρόπο που ο δεύτερος κατηγορούμενος προσπάθησε, όπου ο δεύτερος κατηγορούμενος προσπάθησε να διασταυρώσει τον αυτοκινητόδρομο και τότε αντικρύστηκαν μεταξύ τους και ο μάρτυρας τον συνέλαβε, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν προσπάθησε να διαφύγει επειδή δεν είχε λόγο να διαφύγει, επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι ήταν παρών και προηγήθηκε καταδίωξη με οχήματα της αστυνομίας χωρίς διακριτικά αρχικά και ακολούθως ζητήθηκε η βοήθεια της τροχαίας. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι συνέλαβε τον δεύτερο κατηγορούμενο, αλλά άλλος συνάδελφος του που ήξερε αγγλικά του εξήγησε τον λόγο σύλληψης του αλλά ο μάρτυρας συνεννοήθηκε με τον δεύτερο κατηγορούμενο στην Ελληνική γλώσσα, υπεραμυνόμενος της θέσης του ο μάρτυρας ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος όφειλε να σταματήσει στο σήμα της αστυνομίας, απαντώντας έτσι σε περί του αντιθέτου υποβληθείσα θέση. Στην σύντομη του επανεξέταση ανέφερε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος υπέδειξε τον πρώτο κατηγορούμενο ότι ήταν το άτομο που ανήκε το επίδικο αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  7. Στην κατάθεση του ο μάρτυρας αναφέρει και αυτός με την σειρά του στην ενημέρωση που είχε αναφορικά με πληροφορία ότι θα γινόταν κλοπή αυτοκινήτου, στην παρακολούθηση των οχημάτων που οδηγούσαν οι κατηγορούμενοι, το ότι του ζητήθηκε να επικοινωνήσει με τον ιδιοκτήτη του επίδικου οχήματος για να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτό έχει κλαπεί, πράγμα το οποίο και έπραξε, όπου από τα στοιχεία που εντόπισε από το σύστημα της αστυνομίας, είδε ότι ανήκε ουσιαστικά στην σύζυγο του Μ.Κ. 2, ο οποίος απάντησε στην τηλεφωνική κλήση του μάρτυρα. Ο Μ.Κ. 2 ερωτήθηκε από τον μάρτυρα κατά πόσο το επίδικο αυτοκίνητο και ο Μ.Κ. 2 του είπε ότι το είχε σταθμευμένο και κλειδωμένο σε ανοικτό χώρο πλησίον της οικίας του και αφού ο μάρτυρας τον ενημέρωσε, έλεγξε στο σημείο που το είχε σταθμεύσει αλλά αυτό έλειπε καιτότε ο μάρτυρας τον πληροφόρησε ότι το επίδικο όχημα είχε κλαπεί και του ζήτησε να προσέλθει στο τμήμα για κατάθεση, πράγμα το οποίο και έπραξε. Στην συνέχεια έγινε η ανακοπή των δύο οχημάτων και των κατηγορουμένων και οδηγήθηκαν στο τμήμα, όπου ο Μ.Κ. 5 του παρέδωσε το τεκμήριο 3 και ο Μ.Κ. 4 του παρέδωσε ένα κινητό τηλέφωνο. Ο Μ.Κ. 2 στην παρουσία του έλεγξε το επίδικο αυτοκίνητο και διαπίστωσε ότι από αυτό έλειπε από την πόρτα του συνοδηγού η κλειδωνιά και ότι το κλειδί που παραδόθηκε στον μάρτυρα δεν ήταν δικό του. Ακολούθως ο μάρτυρας παρέδωσε στον Μ.Κ. 1 το τεκμήριο 3, το κινητό τηλέφωνο, ενώ του υπέδειξε και το επίδικο αυτοκίνητο το οποίο ήταν κλειδωμένο κα το έθεσε υπό την φύλαξη του. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο, από τον οποίο έλαβε ανακριτική κατάθεση και που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 16 και 17 αντίστοιχα στην μητρική του γλώσσα και η μετάφραση της στην Ελληνική, αναγνώρισε το τεκμήριο 3 ως το κλειδί που αναφέρθηκε στην κατάθεση του και που παρέδωσε στον Μ.Κ. 1, αναγνώρισε δια μέσου του τεκμηρίου 4 το επίδικο αυτοκίνητο που έκανε αναφορά στην κατάθεση του και το σημείο όπου ήταν αφαιρεμένη η κλειδωνιά στην θέση του συνοδηγού και αναφέρθηκε στον εξωτερικό έλεγχο που έκανε ο Μ.Κ. 2 επί του επίδικου αυτοκινήτου και την διαπίστωση ότι η κλειδωνιά έλειπε. Αντεξεταζόμενος από πλευράς πρώτου κατηγορουμένου (δεν αντεξετάστηκε από πλευράς δεύτερου κατηγορουμένου) ανέφερε ότι δεν θυμάται εάν λήφθηκε κατάθεση από την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου αυτοκινήτου, αλλά εκείνο το βράδυ μίλησε με τον Μ.Κ. 2 και ο οποίος του ανέφερε ότι αυτός χρησιμοποιεί το επίδικο αυτοκίνητο και κλητεύθηκε για να δώσει κατάθεση. Εξέφρασε άγνοια σε υποβληθεία θέση ότι ο Μ.Κ. 2 δεν του είπε την αλήθεια αναφορικά με την νομιμότητα κατοχής του επίδικου αυτοκινήτου, λέγοντας ότι δεν είναι ο ίδιος ο ανακριτής της υπόθεσης και ούτε ξεέρει εάν αυτό έχει διερευνηθεί. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι ο Μ.Κ. 2 δεν έφερε εξουσιοδότηση από την ιδιοκτήτρια για να δώσει κατάθεση και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν έχει διαπραχθεί κλοπή διότι δεν υπήρχε παράπονο από τον ιδιοκτήτη, ανέφερε ότι ιδιοκτήτης μπορεί να είναι και αυτός που το κατέχει, άσχετα που είναι εγγεγραμμένο και μπορεί η αστυνομία να δεχθεί καταγγελία και από κάτοχο, όχι απαραίτητα από εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Εξέφρασε άγνοια εάν έγιναν επιστημονικές εξετάσεις δακτυλικών αποτυπωμάτων και γενετικού υλικού, επίσης εξέφρασε άγνοια για το πως έχει δημιουργηθεί η οπή από όπου έλειπε η κλειδωνιά, ανέφερε όμως ότι αυτή έγινε λόγω της αφαίρεσης της κλειδωνιάς, παρέπεμψε όμως στην αναφορά του Μ.Κ. 2 ότι ο ίδιος την τελευταία φορά που το είχε σταθμεύσει το είχε κλειδώσει και η κλειδωνιά υπήρχε στην θέση της και δεν ρώτησε ο μάρτυρας τον Μ.Κ. 2 εάν κλείδωσε το επίδικο αυτοκίνητο από την θέση του οδηγού ή του συνοδηγού. Ανέφερε επίση ότι πρώτη φορά είδε δια μέσου του τεκμηρίου 4 δεμένο το χέρι του πρώτου κατηγορουμένου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα η κατηγορουσα αρχή έκεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στους κατηγορούμενους τα δικαιώματα τους, αυτοί επέλεξαν όπως καταθέσουν ενόρκως, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος κάλεσε και έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Ο πρώτος κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στην επαγγελματική του ενασχόληση, στην επικοινωνία που είχε με τον δεύτερο κατηγορούμενο και που είχε ως επίκεντρο την αγοραπωλησία ενός αυτοκινήτου, ήτοι του επίδικου, την διευθέτηση που έγινε για να συναντηθούν μεταξυ τους αλλά και να πάρει το επίδικο αυτοκίνητο από έναν μηχανικό ο δεύτερος κατηγορούμενος, ανέφερε ότι σε κατοπινό στάδιο συνεννοήθηκαν ότι βρίσκονταν και οι δύο στον αυτοκινητόδρομο και που θα βρίσκονταν ακριβώς, όμως σε κατοπινό στάδιο τον σταμάτησε η αστυνομία, όπου του έκανε έλεγχο στο αυτοκίνητο χωρίς να βρει τίποτα, αλλά ένας άλλος αστυνομικός τον συνέλαβε και του έκανε εξωνυχιστικό έλεγχο στο σώμα και στα ρούχα του και ακολούθως μεταφέρθηκε στο τμήμα. Το επίδικο όχημα το είδε για πρώτη φορά όταν πήγαν για να το πάρει ο δεύτερος κατηγορούμενος από τον μηχανικό, δεν είχε κάποια σχέση ο ίδιος με το επίδικο αυτοκίνητο, εκείνη την βραδιά έσπασε το χέρι του και η αστυνομία τον πήρε στο νοσοκομείο. Αντεξεταζόμενος πρώτα από την πλευρά του δεύτερου κατηγορουμένου, λόγω ακριβώς της μαρτυρίας που έχει δώσει, αναφέρθηκε στην γνωριμία που είχε με τον δεύτερο κατηγορούμενο, στην νομική συμβουλή που έλαβε και που είχε ως επίκεντρο τον λόγο της μη υποβολής των θέσεων του στους μάρτυρες κατηγορίας, αρνήθηκε υποβηθείσες θέσεις ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στην συνεννόηση που είχε με τον δεύτερο κατηγορούμενο αναφορικά με το επίδικο αυτοκίνητο και τι θα γινόταν με αυτό και την εμπλοκή του μηχανικού με αυτό, κάνοντας ταυτόχρονα αναφορά στον τρόπο που αγοράζει αυτοκίνητα και ακολούθως καταστρέφονται και τεμαχίζονται και ακολούθως εξάγονται. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι ζήτησε από τον δεύτερο κατηγορούμενο να μεταφέρει το επίδικο αυτοκίνητο στον εργοδότη του στο αεροδρόμιο που θα ερχόταν από το εξωτερικό και επανέλαβε την δική του εκδοχή και την διαδρομή που ακολούθησαν την επίδικη βραδιά, αρνηθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την πρόταση που έκανε ο πρώτος κατηγορούμενος μέσω του Μ.Υ. 1 για να δοθούν στον δεύτερο κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των €5,000 για να παραδεχθεί τις κατηγορίες και να απαλλάξει τον πρώτο κατηγορούμενο, αλλά και μέσω άλλων δύο άγνωστων ατόμων για να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια, ως επίσης και ότι απείλησε τον δεύτερο κατηγορούμενο ότι εάν πει την αλήθεια θα κατέθετε ο ίδιος στο Δικαστήριο με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να πάει φυλακή. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι είπε ψέματα στον δεύτερο κατηγορούμενο ότι το επίδικο αυτοκίνητο είναι του εργοδότη του έτσι ώστε εάν τους σταματούσε η αστυνομία να μην έχει ο ίδιος οποιανδήποτε εμπλοκή με το αυτοκίνητο το οποίο γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαίο, λέγοντας ουσιαστικά ότι πήγε να αγοράσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο το οποίο αγνοούσε ότι ήταν κλοπιμαίο. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις ότι ουδέποτε ο δεύτερος κατηγορούμενος αγόρασε εξαρτήματα από αυτόν, προβάλλοντας την αντίθετη του θέση και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι είναι αυτός ο κλέφτης του επίδικου αυτοκινήτου λόγω και της γνώσης του περί αυτοκινήτων. Αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορούσας αρχής, αναφέρθηκε στον τόπο διαμονής του, στον τρόπο όπου εργάζεται, στην κατοχή δύο αριθμών τηλεφώνων από τον ίδιο, εξέφρασε άγνοια για τον τόπο διαμονής του δεύτερου κατηγορούμενου, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι γνώρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο στη φυλακή, τον βλέπει όμως στο τζαμί αλλά δεν έχουν καμία σχέση, εξέφρασε άγνοια για το πως ο δεύτερος κατηγορούμενος βρήκε τον αριθμό του τηλεφώνου του, αναφέρθηκε εκ νέου στην σκηνή της σύλληψης του και της έρευνας που έγινε στο αυτοκίνητο του και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι απέκρυψε τον δεύτερο αριθμό τηλεφώνου του για να μην αποκαλυφθεί η επικοινωνία που είχε με τον δεύτερο κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε επίσης εκ νέου στις συνθήκες και τους λόγους που βρέθηκε με τον δεύτερο κατηγορούμενο και που είχαν ως επίκεντρο την αγορά αυτοκινήτου και την εμπλοκή μηχανικού και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την συνωμοσία του με τον δεύτερο κατηγορούμενο να κλέψουν το επίδικο αυτοκίνητο, όπως και έγινε, σπάζοντας και την κλειδωνιά του αυτοκινήτου, καθώς επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις αναφορικά με τις συνθήκες και τους λόγους σύλληψης του και την αντίσταση εκ μέρους του στην εν λόγω σύλληψη. Ανέφερε επίσης ότι δεν ήθελε να κάνει παράπονο στην αστυνομία για το σπάσιμο του χεριού του από ενέργειες της αστυνομίας επειδή είναι ξένος και δεν ήθελε να κάνει προβλήματα και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι βγήκε αληθινή η πληροφορία που είχε η αστυνομία ότι θα προέβαινε σε κλοπή του αυτοκινήτου. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι το επίδικο όχημα θα διοχετευόταν μέσω Περγάμους στον ISIS σε Αραβική χώρα. Ο κατηγορούμενος 2 ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 16 και το τεκμήριο 17 είναι η πιστή μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα. Σε αυτήν αναφέρει ότι τον πρώτο κατηγορούμενο τον γνώρισε πριν περίπου τέσσερα χρόνια στις φυλακές της Λευκωσίας όπου ήταν και οι δύο παράνομοι στην Κύπρο. Όταν βγήκαν από τη φυλακή τον βλέπει κάποτε στο τζάμι στη Λεμεσό δίπλα από την Μαρίνα. Ο πρώτος κατηγορούμενος είχε το τηλέφωνο του αλλά δεν είχαν μέχρι τώρα φιλικές σχέσεις. Δεν γνωρίζει αν εργάζεται ή με τι ασχολείται ο πρώτος κατηγορούμενος, ούτε γνωρίζει που μένει στην Λεμεσό. Αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου του κατηγορουμένου 1 και από ότι ξέρει ήταν στη φυλακή και βγήκε μία βδομάδα πριν την επίδικη ημερομηνία. Την επίδικη ημερομηνία και περί ώρα 7:30 μ.μ. ενώ ίδιος ήταν στο σπίτι κάποιου φίλου του που κατονόμασε, τον πήρε τηλέφωνο ο πρώτος κατηγορούμενος και του είπε ότι ήθελε να μιλήσουν και του ζήτησε να βρεθούν στα φώτα του Συμιλλίδη. Τότε ο ίδιος πήγε στο σημείο που του είπε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος ήρθε με το αυτοκίνητό του και του είπε ότι ήταν στη φυλακή γιατί ήταν παράνομος και του ζήτησε μια χάρη και πιο συγκεκριμένα ήθελε να πάρει το αυτοκίνητο του εργοδότη του στη Λάρνακα και να τον φέρει πίσω και τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος του είπε ότι είχε δουλειά το πρωί και ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε ότι δεν θα καθυστερούσαν. Μετά είπε στον πρώτο κατηγορούμενο ότι δεν έχει ασφάλεια και του είπε ότι θα πήγαινε ο πρώτος κατηγορούμενος μπροστά από τον δεύτερο κατηγορούμενο με το δικό του αυτοκίνητο και αν είχε αστυνομία θα τον ειδοποιούσε. Τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος συμφώνησε διότι ο πρώτος κατηγορούμενος επέμενε και του είπε ότι θα του τηλεφωνούσε ξανά για το πότε θα έφευγαν και τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι του και μετά από δύο περίπου ώρες του τηλεφώνησε ξανά ο πρώτος κατηγορούμενος και του είπε να βρεθούν κοντά στην αστυνομία του Αγίου Ιωάννη. Τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος πήγε με τα πόδια στα φώτα τροχαίας της αστυνομίας του Αγίου Ιωάννη και ο πρώτος κατηγορούμενος ήρθε με συγκεκριμένο αυτοκίνητο και τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου και πήγαν από τα φώτα προς τα πάνω περίπου 500 m και σταμάτησε έξω από μία μπυραρία και του έδειξε ένα διπλοκάμπινο μάρκας Mitsubishi και του είπε ότι είναι το αυτοκίνητο του εργοδότη του και τότε ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο ένα κλειδί και του είπε να πηγαίνει πίσω του μέχρι την Λάρνακα και ο πρώτος κατηγορούμενος δεν θα τον πλήρωνε γι' αυτό, απλά τον βοηθούσε διότι δεν βρήκε κανέναν άλλο. Το τεκμήριο 3 είναι αυτό που του έδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος και στη συνέχεια οδήγησε το διπλοκάμπινο και ακολούθησε τον πρώτο κατηγορούμενο και κατευθύνθηκαν προς τα πάνω και από τον κυκλικό κόμβο του Τροόδους προς την Λάρνακα και είχαν απόσταση μεταξύ τους περίπου 100 μέτρα. Σε κάποια στιγμή ενώ βρίσκονταν στον αυτοκινητόδρομο μετά το Ζύγι ήρθε από πίσω το περιπολικό της αστυνομίας και του έκαναν σήμα να σταματήσει και τότε ο ίδιος σταματήσει αμέσως στο πλευρό και μόλις βγήκε από το αυτοκίνητο έτρεξε μέσα σε ένα χωράφι γιατί φοβήθηκε που δεν είχε ασφάλεια να οδηγεί το αυτοκίνητο, μετά όμως σταμάτησε και επέστρεψε πίσω προς το σημείο που ήταν οι αστυνομικοί και τον έπιασαν. Αμέσως του είπαν ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε είναι κλοπιμαίο και τότε ο ίδιος τους εξήγησε ότι του ζήτησε ο πρώτος κατηγορούμενος να κάνει. Μετά τον πήραν στην αστυνομία και είδε τον πρώτο κατηγορούμενο στα γραφεία της αστυνομίας. Ανέφερε επίσης ότι όταν είχε ανοίξει το αυτοκίνητο η μπυραρία ήταν ανοιχτή και είχε κόσμο μέσα και επίσης απέναντι έχει πρακτορείο και ήταν και αυτό ανοιχτό με πελάτες και εάν γνώριζε ότι το αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο δεν θα το έπαιρνε, απλά ο ίδιος ήθελε να βοηθήσει τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος τον ξεγέλασε. Ανέφερε επίσης ότι ζει τα τελευταία 10 χρόνια στην Κύπρο και ποτέ δεν είχε πρόβλημα με την αστυνομία. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε στην γνωριμία του με τον πρώτο κατηγορούμενο, στην οικογενειακή του κατάσταση και την παραμονή του στην Κύπρο, στην προτροπή που δέχθηκε μέσω τρίτων προσώπου και του Μ.Υ. 1 για να παραδεχθεί την κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου. Την επίδικη ημέρα έφυγε από την σκηνή επειδή φοβήθηκε λόγω του ότι αντιμετώπιζε τροχαίες παραβάσεις, αλλά επέστρεψε πίσω ο ίδιος. Αντεξεταζόμενος από πλευράς πρώτου κατηγορουμένου πρώτα, λόγω ακριβώς της μαρτυρίας που είχε δώσει, αναφερθηκε στην γνωριμία του με τον πρώτο κατηγορούμενο, στην προηγούμενη του καταδίκη λόγω του παράνομου καθεστώτος του και το ίδιο πρόβλημα είχε και ο πρώτος κατηγορούμενος, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε φυλακιστεί μόνο στις Βρετανικές βάσεις. Αναφερθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν οι δύο κατηγορούμενοι την επιδικη ημέρα, στην διαδρομή που ακολούθησαν μαζί και την συνεννόηση που είχαν για να οδηγήσουν τα δύο προαναφερόμενα αυτοκίνητα, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανακόπηκαν και τι εκτυλίχθηκε στην εκεί σκηνή, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι το τεκμήριο 3 το είχε ο ίδιος και όχι ο πρώτος κατηγορούμενος, επανέλαβε την θέση του ότι φοβήθηκε επειδή δεν είχε ασφάλεια να οδηγεί το επίδικο αυτοκίνητο, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι έτρεξε επειδή ήξερε ότι έκλεψε το επίδικο αυτοκίνητο και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι επέστρεψε πίσω λόγω της ύπαρξης φραγμού που τον εμπόδιζε. Επανέλαβε την θέση του ότι εάν ήξερε ότι το επίδικο αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο δεν θα το έπαιρνε, προβάλλοντας και την θέση ότι το πήρε ενώ υπήρχαν πλησίον υποστατικά με κόσμο και ότι ο φάκελος του είναι καθαρός. Ανέφερε επίσης τα λεγόμενα του πρώτου κατηγορούμενου κατά την μεταφορά τους στην αστυνομία, όπου ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε στην αστυνομία ότι δεν ξέρει τον δεύτερο κατηγορούμενο και ο πρώτος κατηγορούμενος τον παρότρυνε να μην παραδεχθεί, ενώ στην ακροαματική διαδικασία ανέφερε ότι γνωρίζει τον πρώτο κατηγορούμενο. Έδωσε επίσης διευκρινήσεις για τις προτροπές που δέχθηκε για να παραδεχθεί την κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου και αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι είπε ψέματα για να ενοχοποιήσει τον πρώτο κατηγορούμενο και ότι δεν δέχθηκε προτροπές για να παραδεχθεί την κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου. Αντεξεταζόμενος από πλευράς κατηγορούσας αρχής αναφέρθηκε στις προτροπές για να παραδεχθεί την κλοπή του αυτοκινήτου, αναφέρθηκε στον τόπο διαμονής του ιδίου και του πρώτου κατηγορουμένου που είναι κοντά μεταξύ τους, αναφέρθηκε στους λόγους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε με τον πρώτο κατηγορούμενο και στην συγκεκριμένη τοποθεσία και γενικά στην συνεννόηση που είχαν προς αυτήν την κατεύθυνση και τους λόγους που δέχθηκε να οδηγήσει το επίδικο αυτοκίνητο, ήτοι λόγω της επιμονής του πρώτου κατηγορουμένου και ότι μόλις βγήκε ο πρώτος κατηγορούμενος από την Μεννόγεια και τον λυπήθηκε, περιέγραψε την διαδρομή που ακολούθησαν και την σκηνή όπου έγινε η ανακοπή, την ώρα που αυτή έγινε, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις ότι τα όσα ανέφερε είναι εκ των υστέρων σκέψεις. Ανέφερε ότι πρώτη φορά είδε στην αστυνομία ότι η κλειδωνιά ήταν παραβιασμένη, διότι όταν οδήγησε το αυτοκίνητο μπήκε από την θέση του οδηγού με το κλειδί που του έδωσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ήτοι το τεκμήριο 3, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι με το τεκμήριο 3 δεν θα μπορούσε να ανοίξει η πόρτα του οδηγού και αυτός ήταν ο λόγος που έγινε η πιο πάνω παραβίαση. Ανέφερε επίσης ότι είχε μόνο μαθητική άδεια και δεν θα καλυπτόταν από ασφάλεια και δεν έχει ρωτήσει τον πρώτο κατηγορούμενο εάν είχε ασφάλεια, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο τον τρόπο που προσπάθησε να διαφύγει και συνελήφθη, επίσης αρνήθηκε υποβληθείσα θέση που έγινε και στον πρώτο κατηγορούμενο για περαιτέρω διοχέτευση του αυτοκινήτου μέσω Περγάμους και τέλος αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που αφορούσαν την συνωμοσία μεταξύ των κατηγορουμένων για να προβούν στην κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου. Ο Μ.Υ. 1 που κλητεύθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο, αναφέρθηκε στην μεσολάβηση που έκανε για να μεταφέρει την προτροπή του πρώτου κατηγορούμενου προς τον δεύτερο κατηγορούμενο για να παραδεχθεί την κλοπη και να λάβει το ποσό των € 5,000, κάνοντας επίσης αναφορά για το πως γνωρίζει τους δύο κατηγορούμενους ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικάμε την πρώτη κατηγορία που αφορά την συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής, ήτοι το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η απόκτηση κατοχής και η αποκόμιση πράγματος που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής, β), κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με πρόθεση να το αποστερήσει μόνιμα από τον ιδιοκτήτη του, γ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του πράγματος, δ) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να ενεργεί με δόλιο τρόπο και όχι καλόπιστα, ε) κατά τον ουσιώδη χρόνο απόκτησης της κατοχής και αποκόμισης του πράγματος ο αδικοπραγών να μην πιστεύει ειλικρινά ότι με την πράξη του ασκεί ή αξιώνει δικό του περιουσιακό δικαίωμα επί του πράγματος, δηλαδή να μην συντρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφαλαίου 154. Αναφορικά με το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, που προνοεί τα ακόλουθα: «244. Όποιος- (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από δε το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(β) (κατηγορία 1) είναι τα ακόλουθα: 1. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης, 2. Η επίθεση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του οργάνου τήρησης της τάξης. Το αδίκημα του άρθρου 244(β) όσον αφορά την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act
  1. Ανάλυση αυτού του γίνεται επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ.
  2. Από την Φωτίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2014, ημερ. 16.9.15, προκύπτουν επίσης τα ακόλουθα: Παράνομη σύλληψη (και κατ' επέκταση παράνομη κράτηση και περιορισμός) οποιουδήποτε πολίτη από αστυνομικούς, αποτελεί παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας, η οποία δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψη του. Γίνεται δε παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την Christie v. Leachinsky [1947] AC 373, 591: «I would say that it is the right of every citizen to be free from arrest unless there is in some other citizen, whether a constable or not, the right to arrest him. And I would say next that it is the corollary of that right of every citizen to be thus free from arrest that he should be entitled to resist arrest unless that arrest is lawful». Ως αναφέρεται περαιτέρω στην Φωτίου, με παραπομπή σε αγγλικό σύγγραμμα και νομολογία, ένα πρόσωπο έχει ανεπιφύλακτο δικαίωμα στο Κοινοδίκαιο να αντισταθεί σε παράνομη σύλληψη (Christie v. Leashinsky
(1947)A.C. 573), ωστόσο δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει υπερβολική δύναμη για να το πράξει (βλ. Wilson
(1955)1 W.L.R. 493 και Long
(1836)7 C & P p.314). Ενώ υπερβολική βία στο να αντισταθείς στη σύλληψη δύναται να στοιχειοθετήσει αδίκημα, το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τέτοια υπερβολική βία δεν θα είναι ένοχος για αδίκημα επίθεσης εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του (Kenlin v. Gardiner
(1967)2 Q.B. 510). Για τα πιο πάνω βλέπε και σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2009, στη σελ.1187 D1.11. Το δικαίωμα για αντίσταση λοιπόν δεν είναι απόλυτο. Τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία, τότε ο δράστης μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης παρά το παράνομο της σύλληψης (Wilson ανωτέρω). Δεν μπορεί όμως να κριθεί ένοχος για επίθεση κατά οργάνου της τάξης εν τη δεούση εκτελέσει του καθήκοντός του, εφόσον ελλείπει το συστατικό στοιχείο της δέουσας εκτέλεσης καθήκοντος (Kenlin ανωτέρω). Το κατά πόσο έγινε χρήση υπερβολικής βίας είναι δε θέμα των ειδικών περιστάσεων και εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ των πράξεων των αστυνομικών και της αντίδρασης του αντισταμένου. Το Δικαστήριο έχει στα πλαίσια αυτά καθήκον να εξισορροπήσει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ενέργειες των αστυνομικών αφενός και τις ενέργειες του αντισταμένου, ως αντίδραση, αφετέρου με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση η βία που άσκησε ο τελευταίος ήταν υπερβολική. Η συμπεριφορά λοιπόν του αντισταμένου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σωρευτικά αλλά ανάλογα των περιστάσεων. Το κάθε στάδιο ενός επεισοδίου θα πρέπει να προσεγγίζεται με την αναγκαία διάκριση ώστε να επιτευχθεί η ορθή εξισορρόπηση με βάση τις συγκεκριμένες κάθε φορά ενέργειες ενός εκάστου των εμπλεκομένων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) και συνεπώς ο Μ.Κ. 1 θα αξιολογηθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Στην υπόθεση Σκορδέλλη - ν - Δημοκρατίας κ.α. Ποινικές Εφέσεις 101 - 104 ημερ. 6/6/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επισημαίνουμε και τονίζουμε ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.» Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσης που προβάλλεται και που δεν έχει υποβληθεί, σχετική ειναι η πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149,2015, ημερομηνίας 25/4/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου: «Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό. (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.» Στην Σιβιτανίδης κ.α. - ν - Δημοκρατίας 2011 2 ΑΑΔ σελ. 166, τονίστηκε ότι μικρές διαφορές στη μαρτυρία πάντοτε υπάρχουν. Όμως, για να επέμβει το Εφετείο, αυτές θα πρέπει να είναι τέτοιες που είτε να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, είτε να είναι ουσιαστικής μορφής, ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 75). Η νομολογία δέχεται ότι μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία, που κατά τα άλλα είναι πειστική, και καταδείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 104). Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα. Ο Μ.Κ. 1 ως ανακριτής και ως μάρτυρας, άφησε σε γενικές γραμμές καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, διότι δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε προσπάθεια του μάρτυρα να μεροληπτήσει υπέρ οποιουδήποτε μέλους της αστυνομίας ή εναντίον των κατηγορουμένων, ως επιχειρήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του να πληγεί η αντικειμενικότητα του και δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να συγκαλύψει οποιονδήποτε συνάδελφο του αναφορικά με τα κτυπήματα που έφερε ο πρώτος κατηγορούμενος, διότι πολύ απλά δεν έχει υποβληθεί τέτοιο παράπονο ή καταγγελία στην αστυνομία και ούτε έχει υποβληθεί αίτημα για διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για αυτό το ζήτημα. Παρόλο που ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμάται λεπτομέρειες και δεν ήταν απόλυτα βέβαιος αναφορικά με τις ενέργειες που είχαν γίνει από απόψεως ανακριτικού έργου, εν τούτοις δεν ήταν τέτοιας σημασίας που να κλονίζουν την αξιοπιστία του με την έννοια εάν είχε κάτι να αποκρύψει, διότι ο μάρτυρας αποκάλυπτε την πηγή της γνώσης του εάν κάτι δεν ήταν άμεσο προϊόν της δικής του εμπλοκής και γνώσης, δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν θυμόταν και γενικά το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην δια ζώσης του μαρτυρία. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ο μάρτυρας αυτός ήταν άμεσος και πηγαίος, αποκάλυπτε την πηγή της γνώσης του και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιανδήπτε εχθρική ή μεροληπτική στάση εναντίον των κατηγορουμένων, κράτησε μια αντικειμενική και αμερόληπτη στάση, παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα την μαρτυρία του όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι το όχημα που είναι ο αποκλειστικός οδηγός και είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της συζύγου του έχει κλαπεί και ότι δεν έχει δώσει ποτέ σε κανέναν αντικλείδι του αυτοκινήτου αφού κρατά ο ίδιος τα δύο πρωτότυπα κλειδιά του αυτοκινήτου και ότι δεν έχει διαπιστώσει προηγουμένως βλάβη στην κλειδωνιά αυτού. Ούτε βεβαίως κλονίζεται η αξιοπιστία τουαπό το γεγονός ότι δεν θυμόταν εαν ο πρώτος κατηγορούμενος είχε δεμένο το χέρι του ή όχι λόγω ακριβώς του χρόνου που παρήλθε και ούτε βεβαίως οι αναφορές του για την καταγωγή των κατηγορουμένων έχουν οποιανδήποτε σημασία, διότι είναι στην βάση των όσων του ανέφεραν στην αστυνομία και γενικά ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε γεγονότα που του ανέφεραν στην αστυνομία. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, η οποία κρίνεται ως αξιόπιστη, εξάγονται τα εξής λογικά ευρήματα και συμπεράσματα, ήτοι ότι το επίδικο αυτοκίνητο έχει κλαπεί την επίδικη ημέρα διότι δεν έχει δωθεί οποιαδήποτε συγκατάθεση στην χρήση του από τον ίδιο ή την σύζυγο του και ότι οι δράστες έχουν αφαιρέσει την κλειδωνιά του αυτοκινήτου στην θέση του συνοδηγού και έβγαλαν αντικλείδι, ήτοι το τεκμήριο 3, αφού ο Μ.Κ. 2 δεν έβγαλε και ούτε έχει δώσει οποιοδήποτε αντικλείδι σε κανέναν, ούτε βεβαίως το τεκμήριο
  1. Το ότι ο Μ.Κ. 2 δεν είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου αυτοκινήτου αλλά η σύζυγος του, ουδόλως επηεράζει την εγκυρότητα των κατηγοριών 1 και 2, ιδίως της δεύτερης κατηγορίας και δεν τίθεται ζήτημα τροποποίησης των λεπτομερειών του αδικήματος, διότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο το ακριβές όνομα του ιδιοκτήτη, αρκεί το γεγονός της πρόθεσης για μόνιμη αποστέρηση της περιουσίας από τον νόμιμο ιδιοκτήτη. Ο Μ.Κ. 3 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ο μάρτυρας έπεισε το Δικαστήριο ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια για τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του την επίδικη βραδιά με την βοήθεια που έδωσε στην ανακοπή των οχημάτων που οδηγούσαν οι κατηγορούμενοι και δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του μάρτυρα ή κατά τον χρόνο και τρόπο που έδινε την μαρτυρία του. Ούτε έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόθεση του μάρτυρα να αποκρύψει γεγονότα που αφορούν τον πρώτο κατηγορούμενο, ούτε να συγκαλύψει συναδέλφους του και κρίνεται ως λογική και πειστική η εξήγηση που έδωσε ότι δεν είχε συνεχή οπτική επαφή με τον πρώτο κατηγορούμενο, εξ΄ ου και δεν είχε δει οποιαδήποτε φάση με την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος να αντιστέκεται στην σύλληψη του, αν και επί αυτού του σημείου υπάρχει άλλη μαρτυρία, η οποία θα αξιολογηθεί πιο κάτω. Ουσιαστικά μέσα από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα διαφαίνεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο οδηγούσε το ένα εκ των δύο αυτοκινήτων που ανακόπηκαν και που δεν ήταν το επίδικο. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή και παρατηρητικότητα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του και της εμπλοκής του στην επιχείρηση ανακοπής των δύο οχημάτων, ως επίσης και στην σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου και της τέταρτης κατηγορίας που αφορά τον ίδιο και τον πρώτο κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο αποκόμισε πολύ θετική εικόνα για αυτόν τον μάρτυρα, διότι απαντούσε με απλό, μεστό, πηγαίο, άμεσο, παραστατικό και λεπτομερειακό τρόπο, χωρίς υπεκφυγές, ασάφειες ή υπερβολές και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το μεμπτό ή το επιλήψιμο στην εκτέλεση των καθηκόντων του εν λόγω μάρτυρα ή στην δια ζώσης μαρτυρία του. Περιέγραψε με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η παρακολούθηση των οχημάτων που οδηγούνταν από τους δύο κατηγορούμενους, καθώς επίσης και την στιγμή που ο μάρτυρας προέβαινε στην σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου και στην αντίσταση του πρώτου στην εν λόγω σύλληψη και δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε προσπάθεια του μάρτυρα να αποκρύψει οτιδήποτε, ή να παραποιήσει την αλήθεια προς όφελος του. η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης, αλλά απεναντίας εξήλθε από την εν λόγω διαδικασία αλώβητος. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη, προκύπτουν τα εξής ευρήματα και συμπεράσματα, ήτοι ότι υπήρχε πληροφορία ότι θα γινόταν κλοπή αυτοκινήτου, πράγμα που επιβεβαιώθηκε, διότι το επίδικο όχημα που το χρησιμοποιούσε αποκλειστικά ο Μ.Κ. 2 και που ανήκε στην σύζυγο του κλάπηκε το βράδυ της επίδικης ημέρας και ανακόπηκε όταν οδηγείτο από τον δεύτερο κατηγορούμενο. Ο πρώτος κατηγορούμενος οδηγούσε ένα άλλο αυτοκίνητο και τα δύο αυτοκίνητα που οδηγούσαν οι κατηγορούμενοι είχαν σχέση μεταξύ τους, λόγω της συγκεκριμένης ταχύτητας που κρατούσαν και αυτό έχει γίνει αντιληπτό από τον Μ.Κ. 4 μέσα από την εμπειρία που είχε στις παρακολουθήσεις, γεγονός που κρίνεται ως λογικό πειστικό από το Δικαστήριο. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι προηγουμένως ο πρώτος κατηγορούμενος παρέλαβε τον δεύτερο κατηγορούμενο, ως ο μάρτυρας αυτός ανέφερε μέσα από την παρακολούθηση που έγινε και που κρίνεται ως γεγονός ως πειστικό αυτό το γεγονός και μαρτυρία, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι οι δύο κατηγορούμενοι συνωμότησαν να κλέψουν το επίδικο αυτοκίνητο, έχοντας υπ΄ όψη ότι δεν ρώτησαν τον ιδιοκτήτη και κάτοχο του αυτοκινήτου αυτού για να το οδηγήσουν, ούτε ο ιδιοκτήτης τους έδωσε τέτοια άδεια και ούτε είχαν κλειδί του αυτοκινήτου, αλλά απεναντίας το επίδικο αυτοκίνητο είχε παραβιασμένη την μια κλειδωνιά και προέβησαν στην δημιουργία αντικλειδιού, αφού ήταν τα μόνα άτομα που είχαν άμεση επαφή και κατοχή με το εν λόγω όχημα, διότι δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να εμπλέκει άλλα άτομα με το εν λόγω όχημα. Επίσης, μέσα από την αποδεχθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ. 4, προκύπτουν τα εξής ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με τον πρώτο κατηγορούμενο, ήτοι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, με την ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο τελευταίος διαμαρτυρήθηκε αδικαιολόγητα και υπερβολικά και φωνάζοντας για την εν λόγω ανακοπή, όντας νομικά υπόχρεος να συμμορφωθεί με το σήμα της αστυνομίας. Ακολούθως και όταν του ζητήθηκαν να δώσει τα στοιχεία του, όντας νομικά υπόχρεος να το πράξει, αυτός αρνήθηκε και τότε ο Μ.Κ. 4, παρέχοντας την εξουσία που του παρείχε ο νόμος αφού ο πρώτος κατηγορούμενος δεν έδινε τα στοιχεία του, άρχισε την διαδικασία σύλληψης του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος κατηγορούμενος στην φάση που ο Μ.Κ. 4 προσπάθησε να του περάσει την δεύτερη χειροπέδα αντιστάθηκε αδικαιολόγητα και ο Μ.Κ. 4 με την χρήση της ανάλογης βίας κατάφερε να τον ακινητοποιήσει και να τον συλλάβει, περνόντας του και την δεύτερη χειροπέδα, χωρίς να τον κτυπήσει στο χέρι, ως η υποβληθείσα θέση, διότι το λογικό θα ήταν να κρατά ο μάρτυρας το ένα χέρι που είχε ήδη χειροπέδα και να προσπαθεί να μαζέψει το άλλο χέρι για να περάσει και σε αυτό την χειροπέδα, όπως και έγινε. Το ότι δεν είχε ο μάρτυρας αυτός να πει κάτι άλλο ουσιαστικό αναφορικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο, πέραν των όσων ανέφερε πιο πάνω, κρίνεται ως απόλυτα λογικό, πειστικό και φυσιολογικό, έχοντας υπ΄ όψη την οπτική επαφή που είχε, αλλά και τον ρόλο που είχε και που είχε ως επίκεντρο κυρίως τον πρώτο κατηγορούμενο. Συνεπώς, η μαρτυρία του Μ.Κ. 4 κρίνεται ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 5, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα, λόγω ακριβώς της εμπλοκής του και γενικά στο τι σχέση είχε με τα διαδραματισθέντα και που αφορούσαν το πρόσωπο του δεύτερου κατηγορουμένου κυρίως. Ο μάρτυρας άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο, απαντούσε και αυτός με την σειρά του με σαφήνεια, πληρότητα, λεπτομέρεια, σταθερότητα, αμεσότητα, με πηγαίο και παραστατικό τρόπο και διαφώτισε το Δικαστήριο πλήρως αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν οι δύο κατηγορούμενοι, οι οποίοι παρακολουθούνταν από τον ίδιο και από άλλα μέλη της αστυνομίας, καθώς επίσης διαφώτισε πλήρως το Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι κατηγορούμενοι ανακόπηκαν και στην πορεία ο δεύτερος κατηγορούμενος προσπάθησε να διαφύγει, προσπάθεια η οποία στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, διότι έπεσε ακριβώς πάνω στον μάρτυρα και συνελήφθη. Η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση, αλλά απεναντίας και αυτός με την σειρά του εξήλθε αλώβητος από την εν λόγω διαδικασία. Το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα για τις αναφορές του μάρτυρα ότι ήταν παρών στα καίριας σημασίας γεγονότα και ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου και ότι οδηγούσε το επίδικο αυτοκίνητο και ότι προσπάθησε ο δεύτερος κατηγορούμενος να διαφύγει, όπου ο μάρτυρας τον συνέλαβε όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το μέρος του και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε προκατάληψη του μάρτυρα έναντι του δεύτερου κατηγορούμενου. Το ότι σε κάποιο σημείο χάθηκε η οπτική επαφή δεν επιφέρει οποιανδήποτε μοιραία συνέπεια στην αξιοπιστία του μάρτυρα, ούτε η αναφορά του ότι δεν είδε τους κατηγορουμένους να το κλέβουν, διότι πολύ απλά, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το μόνο λογικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι το επίδικο αυτοκίνητο κλάπηκε από τους κατηγορούμενους, διότι ήταν τα μόνα άτομα που είχαν επαφή με το επίδικο όχημα, το οποίο κλάπηκε από αυτούς, διότι δεν έλαβαν καμία απολύτως άδεια ή συγκατάθεση από τον αποκλειστικό χρήστη αυτού ή την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του και δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να εμπλέκει άλλα άτομα με την κατοχή του εν λόγω αυτοκινήτου και γενικά με την κλοπή του. Ούτε βεβαίως αποδείχθηκε οποιαδήποτε καλή πίστη και γενικά νόμιμη βάση κατοχής και χρήσης του επίδικου αυτοκινήτου από τους κατηγορούμενους, διότι πολύ απλά δεν είχαν τέτοια νόμιμη βάση. Το γεγονός ότι δεν είδε τον πρώτο κατηγορούμενο να αντιστέκεται στην σύλληψη του ή να φωνάζει, είναι απολύτως λογικό, φυσιολογικό και πειστικό, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι επικεντρώθηκε στην ανακοπή, έλεγχο, καταδίωξη και σύλληψη του δεύτερου κατηγορούμενου και το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές του ότι δεν αντιλήφθηκε να έχει δεμένο το χέρι του ο πρώτος κατηγορούμενος σε οποιοδήποτε σημείο ή εάν πήγε στο νοσοκομείο. Το ότι δεν θυμόταν με επάρκεια κάποιες αποστάσεις και οδούς, είναι απολύτως λογικό, φυσικό και πειστικό, όντας ο ίδιος από την Λευκωσία και να μην ξέρει καλά τους δρόμους της Λεμεσού. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία του Μ.Κ. 5, η οποία κρίνεται ως αξιόπιστη, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι οι δύο κατηγορούμενοι βρίσκονταν μαζί το επίδικο βράδυ, σε πλήρη συνεννόηση, έκλεψαν το επίδικο αυτοκίνητο, το οποίο οδηγείτο από τον δεύτερο κατηγορούμενο, επιβεβαιώθηκε δηλαδή η πληροφορία ότι θα γινόταν κλοπή αυτοκινήτου και ευτυχώς με την έγκαιρη και κυρίως αποτελεσματική επιχείρηση της αστυνομίας εξιχνιάσθηκε η κλοπή άμεσα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος προσπάθησε να διαφύγειμ ανεπιτυχώς όμως και η προσπάθεια του αυτή να διαφυγεί, αποδεικνύει περίτρανα την ένοχη διάνοια του και τον ένοχο τρόπο σκέψης και δράσης, διότι ήθελε να αποφύγει της σύλληψης του για το αδίκημα που διέπραξε, ήτοι της κλοπής του επίδικου αυτοκινήτου, συνωμοτόντας με τον πρώτο κατηγορούνενο προς αυτήν την κατεύθυνση και όντας ο ίδιος συναυτουργός με τον πρώτο κατηγορούμενο. Συνεπώς, η μαρτυρία του Μ.Κ. 5 κρίνεται ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 6, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, διότι το Δικαστήριο εχει πειστεί ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να πει την αλήθεια και να πει την αλήθεια για τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς να έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στην εκτέλεση των καθηκόντων του μάρτυρα ή στην δια ζώσης μαρτυρία του, καθ΄ ότι δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρα να αποκρύψει την αλήθεια ή να μεροληπτήσει εναντίον οποιουδήποτε εκ των κατηγορουμένων. Το ότι για κάποια θέματα δεν ήταν σε θέση να απαντήσει όσον αφορά την διερεύνηση προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, αυτό κρίνεται ως απολύτως λογικό, διότι ο μάρτυρας δεν ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Ο μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια τις ενέργειες που είχε προβεί και που είχαν ως επίκεντρο την διαπίστωση ότι το επίδικο όχημα είχε κλαπεί, αλλά και την παραλαβή και παράδοση των τεκμηρίων για τα οποία έχει αναφερθεί και που βεβαίως δεν προκύπτει οτιδήποτε το παράτυπο και επιλήψιμο σε αυτήν την διαδικασία παραλαβής και παράδοσης των τεκμηρίων. Η αναφορά του ότι δεν γνωρίζει εάν έγιναν επιστημονικές εξετάσεις ασφαλώς και δεν κλονίζει την αξιοπιστία του, διότι έχει κατατεθεί ως παραδεκτό γεγονός το τεκμήριο
  2. Ναι μεν το τεκμήριο 5 δεν συνδέει επιστημονικά τους κατηγορουμένους, πλην όμως υπάρχει η υπόλοιπη μαρτυρία που έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω και που καταδεικνύει την διασύνδεση των κατηγορουμένων με την κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου. Το ότι δεν έχει ληφθεί κατάθεση και παράπονο από την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου αυτοκινήτου, ως αυτή αναγράφεται άλλωστε και επί του τεκμηρίου 18, δεν είναι μοιραίο για την κατηγορούσα αρχή, διότι με βάση της αξιολόγηση που έγινε πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι ουδέποτε έλαβαν οποιανδήποτε άδεια να χρησιμοποιήσουν ή να κατέχουν το επίδικο όχημα, είτε από τον Μ.Κ. 2, είτε από την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αυτού και ούτε βεβαίως υπάρχει τέτοια μαρτυρία που να νομιμοποιεί τους κατηγορούμενους από το να κατέχουν και να χρησιμοποιούν το εν λόγω όχημα, αλλά απεναντίας οι κατηγορούμενοι την επίδικη ημέρα έκλεψαν αυτό, αφαιρώντας την κλειδωνιά στην θέση του συνοδηγού και έφτιαξαν αντικλείδι, αφού το τεκμήριο 3 δεν ανήκε στον Μ.Κ. 2 ή στην σύζυγο του. Επιπρόσθετα, μέσα από την μαρτυρία του Μ.Κ. 6, ουσιαστικά αυτό που προκύπτει είναι ότι επιβεβαιώθηκε η πληροφορία ότι θα γινόταν κλοπή αυτοκινήτου και χάρη στην έγκαιρη και αποτελεσματική επιχείρηση της αστυνομίας, έγινε κατορθωτό να εντοπιστεί το κλοπιμαίο αυτοκίνητο έγκαιρα και να επιστραφεί στον νόμιμο ιδιοκτήτη και χρήστη του, αφού ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι αυτό έλειπε από τον χώρο που το είχε σταθμεύσει. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 6 ως αξιόπιστη. Ο πρώτος κατηγορούμενος άφησε πολύ κακή εντύπωση στο Δικαστήριο. Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διακρίνει την έντονη, πασίδηλη και εξώφθαλμη προσπάθεια του πρώτου κατηγορουμένου να απενεχοποιήσει τον εαυτό του από την διάπραξη των αδικημάτων του και να επωμίσει στις πλάτες του δεύτερου κατηγορουμένου όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής και της συνωμοσίας προς διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Σκεφτόταν προσεκτικά τι θα απαντήσει, δεν ήταν πηγαίος και άμεσος και προέβαλε ισχυρισμούς που ούτε καν υποβλήθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας, όπως είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε την επίδικη βραδιά με τον δεύτερο κατηγορούμενο και ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι αυτός που του ανέφερε ότι υπήρχε όχημα ήταν για πώληση και ότι θα το έπαιρνε από ένα μηχανικό και γενικά τα όσα ανέφερε ως προς την εμπλοκή του μηχανικού, του ιδίου και του δεύτερου κατηγορούμενου αναφορικά με το επίδικο αυτοκίνητο. Οι θέσεις αυτές δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας και συνεπώς όχι μόνο δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική αξία, αλλά κρίνονται από το Δικαστήριο ότι εμπίπτουν στην προσπάθεια του πρώτου κατηγορουμένου να απεμπλακεί από την κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου και να εμπλέξει αποκλειστικά τον δεύτερο κατηγορούμενο. Ούτε βεβαίως έρισμα στην λογική υπάρχουν διότι ποιος ο λόγος να πήγαιναν δύο οδηγοί με δύο διαφορετικά οχήματα και σε περίπτωση που θα κατέληγαν σε συμφωνία με το εν λόγω όχημα να τίθετο ζήτημα μεταφοράς του τρίτου οχήματος, χωρίς να υπάρχει τρίτος οδηγός και μάλιστα στην διάρκεια της νύκτας, οι δε εξηγήσεις που προσπάθησε να δώσει μόνο υστερόβουλες και μη σοβαρές μπορούν να χαρακτηριστούν και τέθηκαν σε μια απέλπιδα προσπάθεια του πρώτου κατηγορουμένου να συγκαλύψει την ένοχη διάνοια και δράση του στην κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου με την κοινή δράση και συνωμοσία με τον δεύτερο κατηγορούμενο. Η εξήγηση που έδωσε για την μη υποβολή των θέσεων στους μάρτυρες κατηγορίας, επικαλούμενος ουσιαστικά την νομική συμβουλή που έλαβε, ουδόλως πείθει το Δικαστήριο και ούτε βεβαίως παρέχει ένα στέρεο και σοβαρό υπόβαθρο για να δικαιολογήσει την μη υποβολή των θέσεων του στους μάρτυρες κατηγορίας. Η αναφορά του πρώτου κατηγορουμένου ότι δεν ξέρει με ποιον τρόπο ο δεύτερος κατηγορούμενος βρήκε τον αριθμό του τηλεφώνου του ασφαλώς και κρίνεται ως αναξιόπιστος, ψευδής και παράλογος και τέθηκε σε μια απέλπιδα προσπάθεια του πρώτου κατηγορουμένου να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο από τα κατά τα άλλα έκδηλη γνωριμία και συνεννόηση που είχαν οι δύο κατηγορούμενοι την επίδικη βραδιά να βρεθούν, όπως και έγινε, για να κλέψουν το επίδικο αυτοκίνητο. Τα όσα ανέφερε ο πρώτος κατηγορούμενος αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανακόπηκε, συνελήφθη και έγινε η έρευνα, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι εκ των υστέρων σκέψεις και είχαν το στοιχείο της υπερβολής και της διόγκωσης στον τρόπο που τα είχε περιγράψει, με απώτερο σκοπό να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα αθώο, αλλά και αδικημένο από την σύλληψη που του έγινε, ως επίσης και να αποπροσονατολίσει το Δικαστήριο και να απενεχοποιήσει τον εαυτό του από την κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου, αποστασιοποιώντας πλήρως τον εαυτό του από την εν λόγω κλοπή, αλλά και να απενεχοποιήσει τον εαυτό του από το αδίκημα της αντίστασης σε όργανο της τάξης το οποίο έχει διαπράξει. Η αναφορά του ότι δεν ήθελε να υποβάλει παράπονο εναντίον της αστυνομίας για το σπάσιμο στο χέρι του λόγω του ότι είναι ξένος δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι κάλλιστα θα μπορούσε να το πράξει, πράγμα το οποίο δεν έπραξε και αυτή του αναφορά κρίνεται από το Δικαστήριο ότι τέθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο για δημιουργία θετικών εντυπώσεων προς το πρόσωπο του, συμπόνοιας και λύπησης. Η θέση που του υποβλήθηκε ότι το επίδικο όχημα θα διοχετευόταν στον ISIS σε Αραβική χώρα μέσω Περγάμους δεν έχει αποδεικτική αξία διότι δεν υπάρχει μαρτυρία επί τούτου και το ίδιο ισχύει και για την σχέση του με άλλο άτομο που αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς, η μαρτυρία του πρώτου κατηγορουμένου κρίνεται ως αναξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του δεύτερου κατηγορούμενου, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή, λόγω ακριβώς και της ιδιότητας του και εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ήταν πολύ φτωχή, διότι και αυτός ο κατηγορούμενος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να απενεχοποιήσει τον εαυτό του από την κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου και προσπαθώντας να επιρρίψει όλην την ευθύνη στον συγκατηγορούμενο του, από την στιγμή που η αστυνομία επενέβη έγκαιρα και αποτελεσματικά, αξιοποιώντας στο ακέραιο την πληροφορία που είχε ότι θα γινόταν κλοπή αυτοκινήτου, καταλαμβάνοντας η αστυνομία τους κατηγορούμενους επ΄ αυτοφόρω όταν έκλεψαν το επίδικο αυτοκίνητο και πριν προλάβουν να εξαφανίσουν εντελώς τα ίχνη του. Η ένοχη διάνοια, σκέψη και δράση του όσον αφορά την κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου, διαφαίνεται κάλλιστα από την προσπάθεια του δεύτερου κατηγορουμένου να διαφύγει της αστυνομίας, η δε εξήγηση που έδωσε ότι φοβήθηκε λόγω της ύπαρξης άλλης παρόμοιας υπόθεσης και επειδή δεν καλυπτόταν από ασφάλεια, ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο και αυτή η αναφορά του δεύτερου κατηγορουμένου κρίνεται από το Δικαστήριο ότι εμπίπτει στο ευρύτερο πλαίσιο της προσπάθειας του δεύτερου κατηγορούμενου να απεμπλακεί με κάθε τρόπο από την κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου. Η εκδοχή που παρουσίασε ότι του ζητήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο να οδηγήσει το επίδικο αυτοκίνητο μέχρι την Λάρνακα, στερείται στοιχειώδους πειστικότητας και λογικής, διότι πραγματικά αποτελεί απορίας άξιο και παράδοξο να αποδέχεται ο δεύτερος κατηγορούμενος να μεταφέρει το επίδικο αυτοκίνητο, χωρίς να ρωτήσει καν εάν καλύπτεται από ασφάλεια, χωρίς καν να μπορεί να οδηγήσει νόμιμα το εν λόγω αυτοκίνητο έχοντας υπ΄ όψη ότι κατέχει μόνο μαθητική άδεια και μάλιστα κατά την διάρκεια της νύκτας, μόνο και μόνο επειδή του το ζήτησε ο πρώτος κατηγορούμενος και επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος επέμενε και επειδή ο δεύτερος κατηγορούμενος λυπήθηκε που μόλις είχ εβγει από την Μεννόγεια, με τον οποίο πρώτο κατηγορούμενο δεν είχε στενές σχέσεις. Αναμφίβολα ουδείς λογικός άνθρωπος που θέλει να είναι νομοταγής, όπως διατείνετο ο δεύτερος κατηγορούμενος θα έμπαινε σε μια τέτοια επικίνδυνη διαδικασία με το να κινδυνεύει να ανακοπεί από την αστυνομία για τέτοιες σοβαρές τροχαίες παραβάσεις και μάλιστα χωρίς όφελος, απλά για να κάνει μια εξυπηρέτηση σε κάποιον που δεν έχει στενές σχέσεις και επειδή τον λυπήθηκε. Αυτή η εκδοχή του δεύτερου κατηγορούμενου και η προσπάθεια του ναπαρουσιάσει τον εαυτό του ως θύμα εξαπάτησης του πρώτου κατηγορουμένου, ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο αποκόμισε την εικόνα ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι ευφυής και όχι αφελής και προσπάθησε να ανορθώσει ένα σαθρό οικοδόμημα αποτελούμενο από ψεύδη για να αποποιηθεί των ευθυνών του και να ενοχοποιήσει πλήρως τον πρώτο κατηγορούμενο με τον οποίο συνωμότησε να κλέψουν το επίδικο αυτοκίνητο, πλην όμως τα σχέδια τους δεν ολοκληρώθηκαν πλήρως. Η υποβολή που του έγινε ότι το επίδικο όχημα θα διοχετυόταν μέσω Περγάμους σε Αραβική χώρα για τον ISIS δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω στην υποβολή της ίδιας θέσης και στον πρώτο κατηγορούμενο. Τα όσα ανέφερε για τις παροτρύνσεις που δέχθηκε για να παραδεχθεί την κλοπή του επίδικου αυτοκινήτου, δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα στα πλαίσια αυτής διαδικασίας έχοντας υπ΄ όψη τα επίδικα θέματα αυτής, αλλά αυτό το ζήτημα ενδεχομένως να απασχολήσει άλλο Δικαστήριο, εάν και εφόσον καταχωρηθεί υπόθεση με κατηγορία της παρέμβασης σε Δικαστική διαδικασία. Συνεπώς και η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 που κλητεύθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο για αυτό ακριβώς το θέμα έχει την ίδια τύχη. Η αναφορά του δεύτερου κατηγορουμένου ότι πρώτη φορά είδε την κειδωνιά του αυτοκινήτου αφαιρεμένη στην αστυνομία και γενικά ότι δεν είδε την κλειδωνιά αφαιρεμένη όταν οδήγησε το επίδικο αυτοκίνητο, ασφαλώς και δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως λογική και πειστική, διότι είναι κάτι το οφθαλμοφανές, έστω και εάν είναι από την θέση του συνοδηγού, διότι το λογικό και πειστικό, αλλά και αναμενόμενο, είναι όταν κάποιος προτίθεται να οδηγήσει το οποιοδήποτε αυτοκίνητο και μάλιστα για πρώτη φορά, θα έχει μια γενική εξωτερική επόπτευση του αυτοκινήτου και συνεπώς αυτή η αναφορά του δεύτερου κατηγορούμενου τέθηκε σε μια προσπάθεια του να αποκρύψει την ευθύνη του και την γνώση του για την αφαίρεση αυτής της κλειδωνιάς και δημιουργίας αντικλειδιού, ήτοι του τεκμηρίου
  3. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του δεύτερου κατηγορούμενου είναι αναξιόπιστη. Μέσα λοιπόν από την πιο πάνω αξιολόγηση και χωρίς βεβαίως να επαναλαμβάνονται αυτολεξεί τα ευρήματα που εξάχθησαν πιο πάνω, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι κατηγορούμενοι το βράδυ της 29ης προς 30ης Οκτωμβρίου του 2014 συνωμότησαν όπως κλέψουν και έκλεψαν το επίδικο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του Μ.Κ. 2, ο οποίος ήταν ο αποκλειστικός χρήστης αυτού, οι κατηγορούμενοι αφαίρεσαν την κλειδωνιά του επίδικου αυτοκινήτου που βρισκόταν στην θέση του οδηγού, δημιούργησαν αντικλείδι, ήταν τα μόνα άτομα που είχαν αυτήν την δυνατότητα να το πράξουν έχοντας υπ΄ όψη την ώρα που το άφησε ο Μ.Κ. 2 για τελευταία φορά σταθμευμένο το εν λόγω όχημα σε χώρο πλησίον της οικίας του την επίδικη βραδιά και της ώρας που οι κατηγορούμενοι παρακολουθούνταν, αλλά και ανεκόπησαν ταυτόχρονα παρά την έξοδο Ζυγίου, αφού τηρούσαν μεταξύ τους μια σταθερή απόσταση και το επίδικο όχημα οδηγείτο από τον δεύτερο κατηγορούμενο και οι δύο κατηγορούμενοι δεν είχαν οποιανδήποτε συγκατάθεση από τον Μ.Κ. 2 ή την σύζυγο του να κατέχουν το εν λόγω όχημα και ούτε είχαν νόμιμη βάση και αιτία να το κατέχουν. Ο πρώτος κατηγορούμενος προέβαλε αδικαιολόγητη αντίσταση στην σύλληψη του και φώναζε και αυτή του ενέργεια ήταν μη νόμιμη, διότι όφειλε να συνεργαστεί με την αστυνομία και να δώσει τα στοιχεία του και όχι να διαμαρτύρεται επειδή τον σταμάτησε η αστυνομία, η οποία μάλιστα είχε την πληροφορία, η οποία και επιβεβαιώθηκε, ήτοι ότι θα γινόταν κλοπή αυτοκινήτου. Ο αστυφύλακας που αναφέρθηκε πιο πάνω χρησιμοποίησε την αναγκαία και εύλογη βία για να περάσει και την δεύτερη χειροπέδα στο άλλο χέρι του πρώτου κατηγορουμένου. Συνεπώς, τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα υπάγονται στα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων και στοιχειοθετείται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 1 και 2 και ο πρώτος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην τέταρτη κατηγορία. (Υπ.) ............ Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Συνωμοσία, κλοπή, αντίσταση σε όργανο της τάξης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.