← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΜΠΑΤΑΡΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1253/16, 12/6/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΜΠΑΤΑΡΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1253/16, 12/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B30 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1253/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧΧ ΜΠΑΤΑΡΑΟΥ Κατηγορούμενη ---------------------------------- Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού με κα. Χριστίνα Σίρτσιην Για τον κατηγορούμενο: κα. Μαρίνα Λαβίθια Κατηγορούμενη: παρούσα ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορια της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, η κατηγορούμενη στις 28/7/2015 στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε εναντίον της παραπονουμένης η οποία κατάγεται από το Βιετνάμ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα, γύρω στις 3:30 μμ μετέβηκε μαζί με την οικιακή του βοηθό, ήτοι την παραπονούμενη, στην οικία όπου διέμενε με την κατηγορούμενη πρώην σύζυγο του στην Αλέκτορα για να δει την πρόοδο των εργασιών, αφού προηγουμένως συνεννοήθηκε με τον επιστάτη των Τ/Κ περιουσιών. Ο μάρτυρας διέμενε σε οικία στο Πισσούρι λόγω του ότι είναι σε διαδικασία διαζυγίου με την κατηγορούμενη, διότι η κατηγορούμενη έφερνε άλλους άνδρες στο σπίτι και δεν το ήθελε και οι ίδιοι δέμενεναν σε ξεχωριστά δωμάτια δίπλα - δίπλα. Όταν πήγε στην οικία δεν βρήκε κάποιους εργάτες εκεί και τότε παρέμεινε εκεί για να ποτίσει τις πορτοκαλιές και είπε στην παραπονούμενη να κόψει λίγα παπουτσόσυκα και όταν τελείωσε πήγε πάνω που έχει βρύση για να τα πλύνει. Ενώ ο ίδιος ήταν κάτω, γύρω στις 4:15 μ.μ. άκουσε φωνές και είδε τα παπουτσόσυκα να πέφτουν από πάνω και όταν βγήκε πάνω, είδε την κατηγορούμενη να τραβά τα μαλιά της παραπονούμενης και να της φωνάζει ΄΄είσαι πουτάνα΄΄. Στην συνέχεια αφού την κτυπούσε και στην πλάτη της και η παραπονούμενη άρχισε από την σκάλα να κατεβεί της έριξε και το κινητό της. Στη συνέχεια και αφού το βρήκε, μπήκαν στο αυτοκίνητο του και πήγαν στην αστυνομία για να καταγγείλουν το συμβάν. Ο μάρτυρας για να μην υπάρχει συνέχεια, αφού είδε τα πιο πάνω, δεν είπε τίποτα στην κατηγορούμενη, ούτε η κατηγορούμενη τον κτύπησε και πήρε την παραπονούμενη και έφυγαν για να μην συνεχίζει η κατηγορούμενη να κτυπά και να φωνάζει στην παραπονούμενη. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε την κατηγορούμενη. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στον χώρο διαμονής του ιδίου, της κατηγορούμενης, επανέλαβε την θέση του ότι η κατηγορούμενη έφερνε άλλους άνδρες στο σπίτι, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ο λόγος που ενοικίασε αλλού σπίτι για να μένει είναι για να φέρνει γυναίκες Ασιατικής καταγωγής, αναφέρθηκε στην εργοδότηση της παραπονούμενης από τον ίδιο, ανέφερε ότι πήγαν η ώρα 9:00 π.μ. και όχι το απόγευμα στην επίδικη σκηνή, ενώ η ώρα 3:30 μ.μ. μπορεί να πήγε στην αστυνομία, περιέγραψε την επίδικη σκηνή, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι χρησιμοποιεί βακτηρία (μπαστούνι) εδώ και πολλάχρόνια, λέγοντας ότι το χρησιμοποιεί εδώ και λίγους μήνες, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι είχε θολή όραση λόγω καταρράκτη, λέγοντας ότι μπορούσε να δει έναν λαγό στο βουνό, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι έχει σκηνοθετήσει την όλη εκδοχή για να εκδιώξει την κατηγορούμενη, λέγοντας ότι εάν ανοίξει το στόμα του θα την κάνει να φύγει. Περιέγραψε τον τρόπο που η κατηγορούμενη τραβούσε τα μαλιά της παραπονούμενης και την κτυπούσε δυνατά, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να κάνει εμετό όλη την νύκτα, όπου οι γιατροί δεν την άφηναν να την πάρει στο σπίτι, στο δε νοσοκομείο πήγαν με την συνοδεία αστυνομίας ξημερώματα, στην αστυνομία πήγαν αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό. Συνεννοήθηκε ο ίδιος ο μάρτυρας με τον γιατρό διότι η μάρτυρας δεν ήξερε ούτε Ελληνικά, ούτε και Αγγλικά, ανέφερε ότι είναι ο ίδιος που έπιασε το κινητό και ότι είναι η παραπονούμενη που του είπε ότι η κατηγορούμενη έριξε το κινητό, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι αυτό το ισχυριζόμενο επίδικο περιστατικό δεν έγινε και ότι την επίδικη ημέρα και ώρα η κατηγορούμενη εργαζόταν και ακολούθως πήγε με την εγγονή της για κολύμπι, επιρρίπτοντας επίσης ευθύνη στην κατηγορούμενη για κλοπή χρηματικών ποσών από τον ίδιο, λέγοντας επίσης ότι η κατηγορούμενη του επέρριψε ευθύνες ότι έχει χειροδικήσει εναντίον της. Η παραπονούμενη κατέθεσε ως Μ.Κ. 2 και υιοθέτησε την κατάθεση της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, ήτοι το τεκμήριο

  1. Στην κατάθεση της αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα μετέβηκε με τον Μ.Κ. 1 που είναι ο εργοδότης της στον επίδικο χώρο στις 3:30 μ.μ., όπου εκεί δεν βρισκόταν κανένας και ο Μ.Κ. 1 πήγε να ποτίσει τα λουλούδια στην αυλή, όπου βρισκόταν και η ίδια και μισή ώρα αργότερα πήγε πάνω στον όροφο για νερό. Ακολούθως ήρθε η κατηγορούμενη που είναι η πρώην σύζυγος του κατηγορουμένου και άρχισε να της φωνάζει ενώ βρισκόταν στην αυλή και δεν καταλάβαινε τι της έλεγε διότι μιλούσε μια ξένη γλώσσα, πιθανόν Ελληνικά. Μετά η κατηγορούμενη χωρίς κανένα λόγο και χωρίς καμία πρόκληση από την ίδια ή από τον Μ.Κ. 1, κλωτσούσε και πετούσε διάφορα κιβώτια και άλλα πράγματα που βρίσκονταν στο μέρος και κατευθυνόμενη προς την ίδια άρχισε να της τραβά τα μαλλιά με τα χέρια της. Η παραπονούμενη κατάφερε να της ξεφύγει και άρχισε να τρέχει προς τις σκάλες και κατεβαίνοντας από αυτές της έπεσε το κινητό της τηλέφωνο. Η ίδια κατευθύνθηκε έξω στον δρόμο και με την πάροδο ενός λεπτού αντιλήφθηκε ότι έχασε το κινητό της τηλέφωνο και κατευθυνόμενη προς το σπίτι το βρήκε πάνω στα σκαλιά, το μάζεψε από κάτω και η κατηγορούμενη την προσέγγισε ξανά και της τραβούσε τα μαλλιά για δεύτερη φορά με τα χέρια της. Η παραπονούμενη προσπαθώντας να ξεφύγει από την κατηγορούμενη κατέληξαν και οι δύο στο έδαφος και ενώ η κατηγορούμενη την κρατούσε από τα μαλλιά, της κτυπούσε το κεφάλι της στο εξωτερικό μέρος αυτοκινήτου που βρισκόταν στο εξωτερικό μέρος του σπιτιού. Ακολούθως η παραπονούμενη κατάφερε να της ξεφύγει και τρέχοντας μπήκε στο αυτοκίνητο του Μ.Κ. 1 και εκεί έλεγξε το κινητό της τηλέφωνο και διαπίστωσε ότι δεν έφερε καμία ζημιά και λειτουργούσε κανονικά. Η παραπονούμενη ένιωθε πονοκέφαλο διότι η κατηγορουμένη την τραβούσε από τα μαλλιά. Ακολούθως η παραπονούμενη μαζί με τον Μ.Κ. 1 μετέβηκαν στην αστυνομία για να υποβάλει το παράπονο της. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης της αναγνώρισε την κατηγορούμενη και τον Μ.Κ. 1, περιέγραψε τον τρόπο που η κατηγορούμενη της τραβούσε τα μαλλιά και την κτύπησε στο κεφάλι στο αυτοκίνητο, λέγοντας ότι την επίδικη ημέρα την κατηγορούμενη την είδε μισή ώρα περίπου για πρώτη φορά πριν την κτυπήσει και από τα κτυπήματα πήγε στο γιατρό διότι ζαλιζόταν και ήθελε να κάνει εμετό. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι την κατηγορούμενη την έχει δει μόνο μια φορά πριν την ημέρα που την κτύπησε, όπου εκείνη την ημέρα πότισαν τα λουλούδια και έκοψαν σταφύλια, όπου ακολούθως η κατηγορούμενη πέταξε τα πάντα, όπως π.χ. κάποια προσωπικά αντικείμενα της παραπονούμενης και σταφύλια και ιδίως όταν η παραπονούμενη πήγε στον πάνω όροφο για να πλύνει τα παπουτσόσυκα και η κατηγορούμενη θύμωσε και πέταξε το κασόνι και η κατηγορούμενη κατευθυνόμενη από πάνω προς τα κάτω άρχισε να κτυπά την παραπονούμενη στο κεφάλι και στα μαλλιά τα οποία και στριφογύριζε, όχι όμως στην πλάτη, περιέγραψε τον τρόπο που κτυπήθηκε και από τα κτυπήματα ήταν ζαλισμένη και έκανε εμετό και μάλιστα μπροστά στον γιατρό, ο οποίος της έδωσε δοχείο. Ανέφερε η παραπονούμενη ότι ο Μ.Κ. 1, τον οποίο αποκαλούσε παππού, είδε το περιστατικό όταν η κατηγορούμενη την κτυπούσε στο κεφάλι και μετά το περιστατικό μετέβησαν με τον Μ.Κ. 1 στην αστυνομία κατευθείαν και χρειάστηκαν περίπου 30 με 40 λεπτά για να μεταβούν στον αστυνομικό σταθμό και από εκεί τους μετέφερε η αστυνομία στο νοσοκομείο και η αστυνομία την μετέφερε ακολούθως στο σπίτι της. Ανέφερε επίσης ότι το κινητό της τηλέφωνο η ίδια η παραπονούμενη το έριξε κάτω και όχι η κατηγορούμενη, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι η ισχυριζόμενη επίθεση εναντίον της δεν έχει γίνει ποτέ και ότι την επίδικη ημέρα και ώρα η κατηγορούμενη ήταν στην εργασία της και μετά πήγε με την εγγονή της στην θάλασσα και αρνήθηκε επίσης υποβληθεία θέση ότι σκηνοθέτησε την όλη υπόθεση με τον Μ.Κ. 1 για να εκδιώξουν την κατηγορούμενη από το σπίτι ενώ εκκρεμούν υποθέσεις περιουσιακών διαφορών μεταξύ της κατηγορούμενης και του Μ.Κ.
  2. Ο Μ.Κ. 3, τα προσόντα του οποίου ως ιατρού είναι παραδεκτά, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την ιατρική του έκθεση, ήτοι το τεκμήριο 3, λέγοντας επίσης ότι τα συμπτώματα της παραπονούμενης θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί από τα όσα έλαβαν χώρα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι καταγράφει αυτό που του λέει ο ασθενής ή ο συνοδός του και καταγράφει τα τραύματα αυτά καθ΄ εαυτά και ότι δεν είναι παρών στο περιστατικό, το οποίο κατέγραψε ότι έχει γίνει γύρω στις 3:00 μ.μ., 11 ώρες περίπου πριν από την ώρα που εξέτασε την παραπονούμενη, τα δε τραύματα είναι πρόσφατα και προκλήθηκαν εντός 24ώρου, είναι όμως δύσκολο να προσδιοριστεί εάν προκλήθηκαν πριν από 11 ή 12 ώρες. Κατέγραψε την τάση για εμετό ή γεγονός εμετού και δεν θυμόταν ο μάρτυρας εάν του ζητήθηκε δοχείο για εμετό, θα μπορούσε όμως να δόθηκε δοχείο για εμετό από νοσηλευτές. Ως προς τα τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής, ανέφερε ότι τα καταγράφει ως να είναι όλα στο ίδιο επεισόδιο, κατέγραψε δε τον ισχυρισμό του συνοδού της παραπονούμενης περί κτυπήματος με γροθιές. Ο Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 4, στην οποία ουσιαστικά αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη και ακολούθως την κατηγόρησε, καταθέτοντας στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του τα τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα που είναι η ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την κατηγορούμενη και η γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε σε αυτήν, αναγνωρίζοντας επίσης την κατηγορούμενη στο εδώλιο. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι η παραπονούμενη του υπέδειξε κόκκινο χρώμα στα μαλλιά της και ισχυρίστηκε ότι την τράβηξε η κατηγορούμενη από τα μαλλιά και ο μάρτυρας έδωσε έντυπο στην παραπονούμενη για να πάει στον γιατρό. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε το παράπονο, καταθέτοντας ως τεκμήριο 7 την συνοπτική έκθεση που ετοιμάστηκε στην παρούσα υπόθεση, η παραπονούμενη δεν είχε αίμα αλλά ερυθρότητα και της έδωσε το σχετικό έντυπο για να εξεταστεί από γιατρό, δεν θυμάται να περιμένει τους Μ.Κ. 1 και 2 να τους φέρει περιπολικό και δεν έχει υπ΄ όψην του μια τέτοια πρακτική. Ανέφερε επίσης ότι καταγράφηκαν όλα όσα είπε η παραπονούμενη, δεν θυμόταν να έχει λάβει υλικό από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, ότι έκανε ο ίδιος το έχει καταγράψει στην κατάθεση του, προσπάθησε να εντοπίσει την εγγονή της κατηγορούμενης, ήτοι την Μ.Υ. 1 αλλά αυτή έχει φύγει για το εξωτερικό, χωρίς να θυμάται πότε την έχει αναζητήσει, τηρείται όμως ημερολόγιο ενεργείας, το οποίο και κατέθεσε ως τεκμήριο 8, στο οποίο καταγράφεται η προσπάθεια εντοπισμού της Μ.Υ. 1 και ότι αυτή έχει αναχωρήσει για την Ελλάδα, καθώς επίσης καταγράφεται η επικοινωνία με τον εργοδότη της κατηγορούμενης, όπου επιβεβαιώνεται το ωράριο της κατηγορούμενης, ήτοι από 07:00 - 16:00, αλλά την επίδικη ημέρα δεν θυμάται πότε ακριβώς σχόλασε η κατηγορούμενη. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι παρέλειψε να λάβει υλικό από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που η κατηγορούμενη του ανέφερε για να εντοπίσει την ώρα που η κατηγορούμενη έφυγε από την εργασία της, λέγοντας ότι η κατηγορούμενη δεν του ανέφερε οτιδήποτε για κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και ότι πρώτη φορά ακούει αυτήν την θέση κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεν θυμόταν να ρώτησε τον εργοδότη της κατηγορούμενης εάν υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, εκφράζοντας άγνοια εάν υπάρχει ένα τέτοιο κύκλωμα και δεν θυμόταν εάν τα ρούχα της κατηγορουμένης ήταν καθαρά. Στην επανεξέταση του αναφέρθηκε στις ώρες όπου προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες με την λήψη ανακριτικού υλικού. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία και όταν της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, αυτή επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε μια μάρτυρα υπεράσπισης, ήτοι την εγγονή της. Η ανώμοτη δήλωση είχε ως εξής: «Δεν φταίω σε αυτό, ούτε καν την είδα εκείνη την ημέρα, εγώ εργαζόμουν, εργάζομαι από τις 08:00 - 16:00 μ.μ. αλλά τυχαίνει να μείνω και overtime εκείνη την συγκεκριμένη ημέρα είχα την εγγονή μαζί μου και πήγαμε θάλασσα και ήμασταν μέχρι αργά εκεί.» Η Μ.Υ. 1 στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι είναι η εγγονή της κατηγορούμενης, γνωρίζει τον λόγο που βρισκόταν η ίδια στο Δικαστήριο, δεν έχει δει ποτέ την παραπονούμενη, την επίδικη ημέρα ήταν συνεχώς μαζί με την κατηγορούμενη, η οποία ήταν υπερπροστατευτική και πιο συγκεκριμένα από τις 7:00 π.μ. - μέχτι τις 4:00 μ.μ. ήταν στην εργασία της κατηγορούμενης και ακολούθως πήγαν στην θάλασσα μέχρι αργά. Θυμάται την επίδικη ημέρα επειδή την επόμενη μέρα πήγε μαζί με την γιαγιά της στον αστυνομικό σταθμό για να δώσει κατάθεση η γιαγιά της, όμως η ίδια η μάρτυρας δεν έδωσε κατάθεση και ήταν στο διπλανό δωμάτιο. Εκείνη την περίοδο παρέμεινε στην Κύπρο για ένα μήνα σίγουρα, έφυγε από την Κύπρο στις 2 Αυγούστου και αυτό το θυμάται διότι την επόμενη μέρα είχε γενέθλια η καλύτερη φίλη της και για το επίδικο περιστατικό δεν την κάλεσε κάποιος για να δώσει κατάθεση. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στον λόγο παρουσίας της στην Κύπρο αλλά και στην ακροαματική διαδικασία, θυμόταν την επίδικη ημερομηνία, όχι ακριβώς όμως την ημέρα, επανέλαβε επίσης την θέση της ότι την επίδικη ημέρα ήταν με την γιαγιά της στην εργασία της από τις 7:00 π.μ. - 4:00 μ.μ. σε συγκεκριμένο εστιατόριο στο Πισσούρι όπου η μάρτυρας διάβαζε βιβλία και έπαιζε στο κινητό και ακολούθως πήγαν στην θάλασσα στο κάτω Πισσούρι μέχρι τις 7:00 με 8:00 το βράδυ, όλη την ημέρα ήταν μαζί της και δεν υπήρχε περίπτωση να την άφηνε μόνη της η κατηγορούμενη και μετά την θάλασσα πήγαν στην Αλέκτορα όπου έκαναν μπάνιο, έφαγαν και κοιμήθηκαν. Αναφέρθηκε εξ νέου στην ημερομηνία αναχώρησης της από την Κύπρο,την μετάβαση της με την κατηγορούμενη στον αστυνομικό σταθμό για να δώσει κατάθεση η κατηγορούμενη, δεν έδωσε όμως η ίδια κατάθεση διότι δεν της ζητήθηκε αφού της είπαν να πάει στο διπλανό δωμάτιο και να περιμένει. Γνωρίζει τον Μ.Κ. 1 ως τον πρώην άνδρα της γιαγιάς της, δεν ήξερε όμως ότι είχε οικιακή βοηθό αλλά το έμαθε από την γιαγιά της πριν να πάει να δώσει κατάθεση η κατηγορούμενη, η οποία και την ενημέρωσε για ποιον λόγο πάνε στην αστυνομία και η μάρτυρας είπε στην κατηγορούμενη ότι είναι αδύνατον να την κατηγορούν για το επίδικο ισχυριζόμενο περιστατικό διότι όλη την ημέρα ήταν μαζί. Ανέφερε επίσης ότι εκτός από την ίδια μπορεί να πιστοποιήσει και ο εργοδότης της κατηγορούμενης, οι συνάδελφοι της κατηγορούμενης και οι γιοί του εργοδότη της με τους οποίους έκαμνε παρέα ότι την επίδικη ημέρα και ώρες η κατηγορούμενη ήταν στην εργασία της. Είχε την επίδικη ημέρα κινητό και όχι ρολόι και θυμόταν τις ώρες, αναφέρθηκε στην απόσταση που υπάρχει μεταξύ της οικίας του Μ.Κ. 1 και της εργασίας της κατηγορούμενης, δεν γνώριζε την επίδικη ημέρα ότι ο Μ.Κ. 1 είχε οικιακή βοηθό, η κατηγορούμενη όλο αυτό το διάστημα για την υπόθεση της έλεγε ότι ήταν υπό έλεγχο, μια εβδομάδα όμως πριν να δώσει μαρτυρία έμαθε για την παρούσα διαδικασία. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι την επίδικη ημέρα και ώρες δεν ήταν με την κατηγορούμενη και ότι η κατηγορούμενη κτύπησε την παραπονούμενη ως η εκδοχή της, δεν έχει πληροφορηθεί εάν υπήρχαν προηγούμενα μεταξύ της κατηγορούμενης και της παραπονούμενης, θα το ήξερε όμως εάν υπήρχαν επειδή ήταν μαζί συνεχώς η μάρτυρας με την κατηγορούμενη, δεν θυμόταν τα νούμερα του αυτοκινήτου της κατηγορούμενης, αρνούμενη υποβληθείσα θέση ότι έχει επιλεκτική μνήμη και ότι επιλεκτικά και υποβοηθητικά για την κατηγορούμεν η έδωσε μαρτυρία, λέγοντας ότι υπήρχε η συγκεκριμένη καθημερινή ρουτίνα. Αναφέρθηκε εκ νέου στην ώρα που πήγαινε με την γιαγιά της στην εργασία της, ερωτήθηκε επίσης για το κατά πόσο είδε προηγουμένως την παραπονούμενη και απάντησε αρνητικά, ανέφερε επίσης ότι η κατηγορούμενη μιλά Ελληνικά αλλά δεν ξέρει να γράφει και να διαβάζει καλά Ελληνικά. Αναφέρθηκε επίσης εκ νέου στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η κατηγορούμενη έδωσε κατάθεση και η ίδια ήταν σε διπλανό δωμάτιο, στην δε επανεξέταση της ανέφερε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια άμα μπορεί να βοηθήσει έστω για λίγο. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, κεφάλαιο 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Οποίος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον κώδικα αυτό προνοείτε βαρύτερη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις 2 αυτές ποινές». Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (Intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το άρθρο 242 δε όσο αφορά το νοητικό στοιχείο το αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα ‑ παρανόμως‑ (unlawfully) (βλ. Δήμος Πετρόπουλος εναντίον Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελίδα 574). Καθιστά όμως ο ίδιος ο Νόμος με τις διατάξεις του Άρθρου 17 συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (βλ. Υπόθεση Πετρόπουλος (ανωτέρω). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) και συνεπώς ο Μ.Κ. 4 θα αξιολογηθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Είναι αναντίλεκτο και πηγάζει, ως σύμφυτο της έννοιας της δίκαιης δίκης, ότι η εξέταση της δικαιότητας και του «καθαρού» τρόπου δράσης της Αστυνομίας κατά την ανάκριση, είναι έκφανση - και μάλιστα σημαντική - δυνάμενη να καταστήσει τη δίκη μη δίκαιη και κατά συνέπεια την καταδίκη ανασφαλή. Εάν αυτό το πρωτογενές βάθρο ενεργειών είναι σαθρό, μοιραία αυτό επηρεάζει - πολλές φορές με θανάσιμο τρόπο - ό,τι επακολουθεί, ακόμη και αν η διαδικασία στο Δικαστήριο είναι άψογη (βλέπε σχετικά, Σκορδέλλη κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 101/2013 κ.α., ημερ. 06.06.2016). Στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, το Εφετείο, τόνισε εμφαντικά, ότι δεν θα είχε κανένα απολύτως δισταγμό να ακυρώσει καταδίκη, εάν η δράση των διωκτικών αρχών ήταν μολυσμένη από αλλότρια κίνητρα και αθέμιτες συναλλαγές ή το ανακριτικό έργο έπασχε, κατά τρόπο που να επηρεάζονται ή να μην διασφαλίζονται τα δικαιώματα των υπόπτων. Είναι καλά γνωστό ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων (βλ. Panovits v. Cyprus, Αρ. Αίτ. 4268/04, ημερ. 11.12.2008 του ΕΔΑΔ). Η σπουδαιότητα της διαδικασίας ανάκρισης υπόπτου σε σχέση με τα αδικήματα που διερευνά η αστυνομία, τονίζεται στην υπόθεση Salduz v. Turkey, Αίτηση αρ. 36391/02, ημερ. 27.11.2008, του ΕΔΑΔ, όπου κρίθηκε ότι η μαρτυρία που συλλέγει η αστυνομία στο στάδιο αυτό, καθορίζει και το πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας και συνδέεται με το δικαίωμα της δίκαιης δικης. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «. It does not follow that the Article has no application to pre-trial proceedings. Thus, Article 6 - especially paragraph 3 thereof - may be relevant before a case is sent for trial if and so far as the fairness of the trial is likely to be seriously prejudiced by an initial failure to comply with its provisions. . the Court underlines the importance of the investigation stage for the preparation of the criminal proceedings, as the evidence obtained during this stage determines the framework in which the offence charged will be considered at the trial .» Επί του ζητήματος, σχετική είναι η απόφαση R. v. Trustham, 27.11.1997 Crown Ct, στην οποία γίνεται αναφορά στο Σύγγραμμα Abuse of Process in Criminal Proceedings, 3rd Edition, των David Young, Mark Summers και David Corker. Παρατίθεται αυτούσιο το απόσπασμα της σχετικής αναφοράς: «. The interview . must cease when (a) the officer in charge of the investigation is satisfied all the questions they consider relevant to obtaining accurate and reliable information about the offence have been put to the suspect, this includes allowing the suspect an opportunity to give an innocent explanation and asking questions to test if the explanation is accurate and reliable, e.g. to clear up ambiguities or clarify what the suspect said;. However, recently the courts have recognized that an abuse can arise where the police/investigators failed to interview the defendant at all or failed to interview him fairly. In R v Trustham the accused stood trial for drug-money laundering. Following his arrest he was never interviewed but simply charged. The trial judge held that this had prejudiced the defendant in the following way: 'A defendant who does not give evidence having answered questions in interview is nevertheless entitled to have that explanation considered by the jury'. The trial judge also found that the defendant was further prejudiced as follows: 'Το deprive a suspect of the right to give an explanation at the earliest opportunity, despite him having been cautioned, that anything he did say would be written down and may be given in evidence, must be a breach of a person΄s human rights and is clearly an abuse'. In the circumstances of Trustham, the trial judge held that the defendant had a right to be interviewed and had a right during such interview to provide an explanation as to his state of mind. Depriving the defendant of an interview deprived him form setting out at the earliest opportunity his defence/innocence which the judge held was unfair because this meant that at his subsequent trial, the defendant could not point to what he said immediately after his arrest.». Είναι λοιπόν δεδομένο, πως στην κατάλληλη πάντα περίπτωση, σοβαρές παραλείψεις των Ανακριτικών Αρχών, δυνατόν να οδηγήσουν και σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (Κάππελος ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Όμως, για να οδηγηθούν τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, οι παραλείψεις αυτές πρέπει πράγματι να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής (Sofri and Others v. Italy
(2004)Crim. L.R. 846) ενώ το βάρος απόδειξης, ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση, το φέρει η Υπεράσπιση, βάρος όμως που αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Monat v. DPP
(2001)2 Cr. App.R.23 και Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 23/2013, ημερ. 22.05.2014). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)». Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Στην υπόθεση Σκορδέλλη - ν - Δημοκρατίας κ.α. Ποινικές Εφέσεις 101 - 104 ημερ. 6/6/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επισημαίνουμε και τονίζουμε ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του». Ο Μ.Κ. 3 που προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 298, 308)». Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ. 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις». Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013)». Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................................... Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Ως προς την επιλογή της κατηγορουμένης να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.» Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα πηγάζουν από την εν λόγω αξιολόγηση. Για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω, καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, αποτελεί το ζήτημα της αξιοπιστίας των άμεσα εμπλεκόμενων μερών, ήτοι των Μ.Κ. 1 και 2, σε συνδυασμό βεβαίως και με την αξιοπιστία της Μ.Υ. 1 η οποία κλήθηκε για να επιβεβαιώσει το άλλοθι της κατηγορούμενης. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επιστημονική μαρτυρία αναφορικά με τα τραύματα που έφερε η παραπονούμενη, πλην όμως για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει τέτοιας φύσεως και έκτασης αντιφάσεις και υπερβολές στις μαρτυρίες των Μ.Κ. 1 και 2 που δεν είναι επουσιώδεις και μικροαντιφάσεις, που αφήνουν εύλογα ερωτηματικά αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκαν τα τραύματα που έφερε η κατηγορούμενη και γενικά κατά πόσο αυτά προήλθαν από την ισχυριζόμενη επίθεση της κατηγορούμενης, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη και την μαρτυρία της Μ.Υ. 1 που για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω η μαρτυρία της κρίνεται ως αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 1, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή και παρατηρητικότητα, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του ως αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα του κατ΄ ισχυρισμόν περιστατικού. Ο μάρτυρας αυτός είχε μεν τον δικό του γλαφυρό τρόπο περιγραφής και ανάλυσης, ο οποίος όμως ήταν εμποτισμένος με το στοιχείο της υπερβολής, της εμπάθειας και της εμμονής εις βάρος της κατηγορούμενης, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια καθόλα αρνητική εικόνα για την κατηγορούμενη που επεκτεινόταν ακόμα και σε μη επίδικα περιστατικά και θέματα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ετοιμάσει το έδαφος για να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή της παραπονούμενης, η οποία όμως παρουσίαζε σωρεία αντιφάσεων, που μόνο ερωτηματικά και κενά αφήνουν στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την εκδοχή που παρουσίασε η πλευρά της παραπονούμενης. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ. 1 υπήρξε αντιφατικός αναφορικά με την ώρα άφιξης του ιδίου και της παραπονούμενης στην επίδικη σκηνή, διότι προέβαλε δύο διαφορετικές ώρες, ήτοι την μια φορά ανέφερε ότι πήγαν η ώρα 9:00 π.μ. ενώ σε στην κατάθεση του ανέφερε ότι πήγαν γύρω στις 3:30 μ.μ. Αυτή η αντίφαση αναμφίβολα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί επουσιώδης, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι ο μάρτυρας ανέφερε ότι αμέσως μετά το περιστατικό πήγαν στην αστυνομία και η κατάθεση του φέρει ημερομηνία έναρξης αργά το απόγευμα. Ουσιαστική αντίφαση υπήρξε επίσης όσον αφορά την αναφορά του μάρτυρα ως προς το κινητό τηλέφωνο, διότι ο μάρτυρας αυτός ανέφερε στην κατάθεση του ότι η κατηγορούμενη έριξε το κινητό τηλέφωνο στην παραπονούμενη, ενώ προφορικά ανέφερε ότι δεν ξέρει εάν της έπεσε το κινητό τηλέφωνο και είπε ότι βρέθηκε κάτω το κινητό τηλέφωνο και το πήρε ο ίδιος από το γκαράζ, ενώ η παραπονούμενη ανέφερε ότι το κινητό τηλέφωνο της έπεσε και το μάζεψε η ίδια. Επί αυτού του σημείου, όταν υποδείχθηκε στον μάρτυρα η αντίφαση τι είπε στην κατάθεση του και τι προφορικά, ήταν έντονα αμήχανος λέγοντας μάλιστα δύο φορές «΄Ήντα μπου είπα;» Η προσπάθεια του μάρτυρα να προβάλει μια αρνητική εικόνα για το πρόσωπο της κατηγορούμενης, καταδεικνύεται και από την αναφορά του μάρτυρα ότι ΄΄αν ανοίξω το στόμα μου εν να φύει που δαμέ΄΄, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να μειώσει και να σπιλώσει τον χαρακτήρα και γενικά την εικόνα της κατηγορούμενης στα μάτια του Δικαστηρίου. Ένα ακόμα στοιχείο που καταδεικνύει την προσπάθεια του μάρτυρα να προβάλει μια αρνητική εικόνα για το πρόσωπο της κατηγορούμενης, καταδεικνύεται και από την αναφορά του μάρτυρα ότι η κατηγορούμενη τον έχει καταγγείλει ότι την έχει δείρει, ενώ δεν υπάρχει πουθενά μια τέτοια αναφορά, μαρτυρία ή καταγραφή κι το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του μάρτυρα που επέρριπτε ευθύνες στην κατηγορούμενη για κλοπές που έγιναν εις βάρος του. Το στοιχείο της υπερβολής, αλλά και της αντιφατικής εκδοχής που παρουσίασαν οι Μ.Κ. 1 και 2, αποτελεί και το γεγονός ότι ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη κτυπούσε την παραπονούμενη με γροθιές στην πλάτη και μάλιστα δυνατά, ενώ η παραπονούμενη δεν ανέφερε κάτι τέτοιο, λέγοντας δηλαδή η παραπονούμενη ότι η κατηγορούμενη την κτύπησε μόνο στο κεφάλι και όχι στην πλάτη. Το κατά πόσο οι Μ.Κ. 1 και 2 μεταφέρθηκαν με συνοδεία αστυνομίας από και προς το νοσοκομείο, δεν αποτελεί για το Δικαστήριο ουσιαστικό στοιχείο για να κρίνει την αξιοπιστία του, διότι το σημαντικό είναι οι περιγραφές που αφορούν το επίδικο περιστατικό, αλλά και την εικόνα που προσπάθησε ο μάρτυρας να μεταφέρει για το πρόσωπο της κατηγορούμενης. Η αναφορά του μάρτυρα ότι η παραπονούμενη έκαμνε εμετό όλη τη νύκτα, ενώ ο Μ.Κ. 3 κάνει αναφορά για τάση για εμετό, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ως αποφασιστικής σημασίας αντίφαση, διότι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω το σημαντικό είναι οι περιγραφές που αφορούν το επίδικο περιστατικό, αλλά και την εικόνα που προσπάθησε ο μάρτυρας να μεταφέρει για το πρόσωπο της κατηγορούμενης, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη του το Δικαστήριο τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ. 3 επί αυτού του θέματος, ως πιο κάτω θα γίνει ειδική μνεία και αξιολόγηση. Συνακόλουθα και για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, η μαρτυρία του Μ.Κ. 1 κρίνεται ως αναξιόπιστη. Ως προς την Μ.Κ. 2, ήτοι την παραπονούμενη, το Δικαστήριο την έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς και της ιδιότητας της. Η μάρτυρας αυτή επίσης είχε τον δικό της παραστατικό και γλαφυρό τρόπο παρουσίασης της εκδοχής της και γενικά του τρόπου που έδινε μαρτυρία. Ήταν ιδιαίτερα νευρική και έντονη που προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στο Δικαστήριο, ιδίως όταν περιέγραφε τον τρόπο όπου σύμφωνα με την εκδοχή της η κατηγορούμενη της τράβηξε τα μαλλιά, ούσα η ίδια έντονα υπερβολική. Η παραπονούμενη μάλιστα εμπλούτισε το κατ΄ ισχυρισμό, κάνοντας αναφορά ότι η κατηγορούμενη συνέχισε να την κτυπά και πιο συγκεκριμένα στο κεφάλι σε αυτοκίνητο που ήταν στην σκηνή, ενώ ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι μετά τα κτυπήματα που περιέγραψε ο ίδιος δεν έχει κάνει οτιδήποτε και δεν είπε κάτι στην κατηγορούμενη και είναι πραγματικά απορίας άξιο, παράδοξο και παράλογο να μην πράττει και να μην λέει οτιδήποτε ο Μ.Κ. 1 όταν η κατηγορούμενη συνεχίζει ουσιαστικά σε δεύτερη φάση και επεισόδιο να κτυπά την παραπονούμενη στο κεφάλι σε παρακείμενο αυτοκίνητο, αφήνοντας εύλογα ερωτηματικά για την όλη εκδοχή που παρουσίασαν οι Μ.Κ. 1 και
  1. Τα περί αντιφάσεων που αναφέρθηκαν και αξιολογήθηκαν πιο πάνω στην μαρτυρία του Μ.Κ. 1, ισχύουν ασφαλώς και για την Μ.Κ. 2, στην έκταση βεβαίως που αφορούν αντιφάσεις μεταξύ των μαρτυριών των Μ.Κ. 1 και 2 μεταξύ τους και που έγινε αναφορά πιο πάνω και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί εκ νέου. Το ίδιο ισχύει και για τα μη επουσιώδη σε αντιφάσεις ή αναφορές, ήτοι για το ζήτημα των εμετών και της μεταφοράς της ίδιας και του Μ.Κ. 1 από και προς το νοσοκομείο με συνοδεία αστυνομίας. Συνακόλουθα και για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η μαρτυρία της παραπονούμενης κρίνεται ως αναξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του αληθή και αξιόπιστη, διότι ο μάρτυρας αυτός, όντας εμπειρογνώμονας ιατρός και τα προσόντα του οποίου εν πάση περιπώση δεν έχουν αμφισβητηθεί, παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στην μαρτυρία του μάρτυρα ή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, έχει πειστεί το Δικαστήριο για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία του μάρτυρα, ο οποίος δεν δίσταζε να αναφέρει ότι εάν κάτι δεν γνώριζε ή δεν θυμόταν, όπως π.χ. κατά πόσο η παραπονούμενη έκανε εμετό, διότι αυτό το σημείο είναι επουσιώδης αφού κατέγραψε την τάση που είχε η παραπονούμενη για εμετό, μη αποκλείοντας το ενδεχόμενο να έχει κάνει εμετό και να έδωσαν στην παραπονούμενη δοχεί κάποιο άλλο ιατρικό προσωπικό. Ασφαλώς και δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι θα μπορούσαν τα τραύματα της παραπονούμενης να προέρχονταν με τον τρόπο που του εξιστορίθηκε, που το Δικαστήριο αποδέχεται ότι τα τραύματα αυτά υπήρχαν, όμως λόγω ακριβώς της μη αποδοχής των Μ.Κ. 1 και 2 ως αναξιόπιστων ως πιο πάνω αναφέρθηκε, αφήνουν εύλογα ερωτηματικά για την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των τραυμάτων και της αιτίας πρόκλησης αυτών, ερωτηματικά τα οποία επενεργούν προς όφελος της κατηγορουμένης. Με τις πιο πάνω διευκρινήσεις, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 3 ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει επίσης με προσοχή και παρατηρητικότητα, ως ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης και συνεπώς η μαρτυρία του κρίνεται και υπό αυτό το πέπλο. Δεν έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είτε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ανακριτής και έδινε πειστικές απαντήσεις αναφορικά με τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος προέβηκε ή δεν προέβηκε, ανάλογα με την περίπτωση. Το ότι δεν θυμόταν την οποιανδήποτε μεταφορά των Μ.Κ. 1 και 2 από και προς το νοσοκομείο με την συνοδεία αστυνομίας, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για αυτό το θέμα στην αξιολόγηση των Μ.Κ. 1 και 2, ήτοι ότι αυτό το ζήτημα είναι επουσιώδης. Υπήρξε αμφισβήτηση από πλευράς υπεράσπισης της επάρκειας στην εκτέλεση των καθηκόντων του μάρτυρα αυτού ως ανακριτή, ιδίως στην μη λήψη κατάθεσης από την Μ.Υ. 1, αλλά και την μη λήψη οπτικού υλικού από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στον χώρο εργασίας της κατηγορουμένης για να διαπιστωθεί ότι η κατηγορούμενη ήταν στον χώρο εργασίας της τις ώρες που οι Μ.Κ. 1 και 2 της καταλογίζουν ότι διέπραξε το υπό εξέταση ποινικό αδίκημα, θέτοντας ευθέως ζήτημα δίκαιης δίκης κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτήν την προσέγγιση της υπεράσπισης, διότι πολύ απλά η κατηγορούμενη στην κατάθεση της δεν έκανε καμία αναφορά στην ύπαρξη ενός τέτοιου οπτικού υλικού από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και εν πάση περιπτώση, ο μάρτυρας κατέθεσε το ημερολόγιο ενεργείας όπου διαφαίνεται ότι διερευνήθηκε ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ως προς το ωράριο εργασίας της την επίδικη ημέρα. Επιπρόσθετα δε, η μη λήψη κατάθεσης από την Μ.Υ. 1 δεν επηρέασε σε κανένα βαθμό τα έννομα δικαιώματα της κατηγορούμενης, διότι η Μ.Υ. 1 προσήλθε στο εδώλιο και έδωσε μαρτυρία χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα και μάλιστα για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω, η μαρτυρία της κρίνεται ως αξιόπιστη. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Κ. 4 ως αξιόπιστη, αντικειμενική και αμερόληπτη. Ως προς την ανώμοτη δήλωση της κατηγορουμένης, το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, κρίνει ότι δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι δεν έχει υποστεί την βάσανο της αντεξέτασης, έχοντας υπ΄ όψη του ότι άπτεται του πυρήνα της υπερασπιστικής της γραμμής και που εν πάση περιπτώση, η υπερασπιστική αυτή γραμμή γίνεται αποδεκτή λόγω της μαρτυρίας της Μ.Υ. 1 και για τους λόγους που αναφέρονται ειδικά πιο κάτω. Το ότι γίνεται αναφορά στην ανώμοτη δήλωση ότι την επίδικη ημέρα άρχισε την εργασία της η ώρα 8 αντί η ώρα 7 το πρωί, δεν έχει καμία απολύτως σημασία, διότι το επίδικο κατ΄ ισχυρισμόν συμβάν δεν έγινε μεταξύ αυτών των δύο ωρών και που εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω, αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Υ. 1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Μ.Υ. 1 ήταν μαζί με την κατηγορούμενη και ότι δεν έχει γίνει το κατ΄ ισχυρισμόν συμβάν. Ως προς την Μ.Υ. 1, το Δικαστήριο την έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς της ιδιότητας της ως αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα των όσων έχει ζήσει την επίδικη ημέρα και που κλήθηκε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει το άλλοθι της κατηγορούμενης, ήτοι ότι το κατ΄ ισχυρισμόν συμβάν δεν έχει λάβει χώρα και ότι τις επίδικες ώρες ήταν μαζί με την κατηγορούμενη στην εργασία της και ακολούθως πήγαν για μπάνιο στη θάλασσα. Η μάρτυρας αυτή έχει αφήσει εξαιρετικά θετική εικόνα στο Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι απαντούσε χωρίς κανένα δισταγμό, ασάφεια ή υπερβολή, η μαρτυρία της ήταν άμεση και πηγαία και δεν δίστασε να αποκαλύψει, ούσα ειλικρινής, ότι έχει συνομιλήσει με την κατηγορούμενη για αυτήν την υπόθεση, ως είναι άλλωστε λογικό και φυσικό, διότι την επίδικη ημέρα ήταν μαζί, έχοντας μάλιστα δεσμό αίματος ως γιαγιά προς εγγονή και αυτός ο δεσμός αίματος δεν επηρέασε την φιλαλήθεια της και δεν εντόπισε το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο. Ήταν τέτοια η ειλικρίνεια και η αμεσότητα της, που ανέφερε ότι εάν είναι να βοηθήσει την κατηγορούμενη με την μαρτυρία της να την βοηθήσει, διευκρινίζοντας ότι αυτά που είπε στο Δικαστήριο είναι η αλήθεια, πράγμα που το Δικαστήριο αποδέχεται. Υπήρξε παραστατική, σταθερή και η αξιοπιστία της δεν έχει κλονιστεί κατα το στάδιο της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι είχε επιλεκτική μνήμη η μάρτυρας, ως η θέση της κατηγορούσας αρχής, διότι είναι λογικό κάποια επουσιώδη πράγματα λεπτομερειακής φύσεως να μην τα θυμάται, όπως π.χ. τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου της κατηγορούμενης και στον αντίποδα να θυμάται την επίδικη ημέρα και ώρες, λόγω ακριβώς της σημασίας των γεγονότων, ως επίσης είναι λογικό να θυμάται πότε αναχώρησε από την Κύπρο, λόγω των γενεθλίων της πιο στενής της φίλης, καθώς επίσης είναι λογική και πειστική η αναφορά της να θυμάται τις ώρες λόγω της ύπαρξης του κινητού της και όχι ρολογιού, πράγμα όχι ασύνηθες πλέον τις σημερινές μέρες. Το Δικαστήριο έχει πειστεί από τις εξηγήσεις της μάρτυρος ότι η κατηγορούμενη ως γιαγιά της ήταν υπερπροστατευτική μαζί της, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψην του το Δικαστήριο ότι η μάρτυρας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανήλικη έφηβη και αυτός είναι και ο λόγος, ως είναι λογικό, φυσικό και πειστικό που πίστευε η μάρτυρας ότι δεν ήθελε να την εμπλέξει με διαδικασίες λήψεων καταθέσεων από την ίδια, λόγω ακριβώς της ηλικίας της μάρτυρος που είχε τότε. Επίσης έχει πειστεί το Δικαστήριο από την αναφορά της μάρτυρος ότι η κατηγορούμενη τις επίδικες ώρες, ήτοι από τις 7 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα ήταν στην εργασία της και ακολούθως πήγαν στην θάλασσα και ουδόλως τίθεται ζήτημα οποιασδήποτε αντιφατικής αναφοράς μεταξύ της μάρτυρος και της ανώμοτης δήλωσης της κατηγορούμενης ότι άρχισε την εργασία της η κατηγορούμενη η ώρα 8 το πρωί, διότι ούτως ή άλλως δεν ισχυρίστηκαν οι Μ.Κ. 1 και 2 ότι το επίδικο συμβάν έγινε μεταξύ 7 και 8 το πρωί και συνεπώς δεν τίθεται εν αμφιβόλω η αξιοπιστία της μάρτυρος. Ούτε βεβαίως τίθεται η αξιοπιστία της μάρτυρος εν αμφιβόλω όσον αφορά κατά πόσο έχει δει ή όχι τους Μ.Κ. 1 και 2 πριν το συμβάν και πιο συγκεκριμένα μια με δύο μέρες πριν το συμβάν, ως προκύπτει από την κατάθεση της κατηγορούμενης και ότι ήταν πάντα μαζί με την κατηγορούμενη, διότι δεν αποτελεί αναμφίβολα ουσιώδη χρόνο στην παρούσα υπόθεση και εν πάση περιπτώση, η κατάθεση της κατηγορούμενης δεν υιοθετήθηκε ενόρκως και εν πάση περιπτώση η κατηγορούμενη δεν είπε ευθέως στην κατάθεση της ότι είδε την παραπονούμενη ταυτόχρονα την ίδια ώρα και σημείο μαζί με την Μ.Υ.
  2. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Υ. 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο αποδέχεται ως ευρήματα και συμπεράσματα ότι η παραπονούμενη - Μ.Κ. 2 την επίδικη ημέρα έφερε τα τραύματα και τα συμπτώματα ως αυτά φαίνονται στην ιατρική έκθεση του Μ.Κ. 3, όμως δεν έχει αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία η αιτιώδης συνάφεια πρόκλησης αυτών με την ισχυριζόμενη επίθεση της κατηγορούμενης, λόγω της μη αποδοχής των μαρτυριών των Μ.Κ. 1 και 2, οι οποίοι κρίθηκαν αναξιόπιστοι από την μια, αλλά και της αποδοχής της μαρτυρίας της Μ.Υ. 1 ως αξιόπιστης, με την οποία διαφάνηκε ότι η κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο ήταν μαζί με την Μ.Υ.
  3. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούμενη αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κοινή επίθεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.