Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 12643/15, 19/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12643/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. XXXXX Παναγιώτου Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 19 Ιουνίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ν. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Χατζηπιέρας με κ. Γ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα χωρίς επιμέλεια και προσοχή, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα[1]. Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τους Αστ. XX9 (ΜΚ1), Σ.Κ. (ΜΚ2) και Χ.Δ. (ΜΚ3). Η μαρτυρία τους μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 15.12.14 (Τεκμήριο 1). Στις 5.11.14 και ώρα 21:30 προκλήθηκε ατύχημα στην οδό Σπ. Αραούζου μεταξύ του οχήματος του κατηγορούμενου και πεζής (ΜΚ3), 74 ετών. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2), με το οποίο ο κατηγορούμενος και η ΜΚ3 συμφώνησαν και το υπόγραψαν ως ορθό. Αργότερα το μετέτρεψε σε συμμετρικό (Τεκμήριο 3). Η ορατότητα του δρόμου ήταν περίπου 50 μέτρα. Πενήντα μέτρα από το σημείο του ατυχήματος υπήρχε διάβαση πεζών. Έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ημερ. 7.11.14 (Τεκμήριο 4) και τον κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 5). Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 13.11.14 (Τεκμήριο 7). Οδηγούσε με ανατολική κατεύθυνση με ταχύτητα 30χ.α.ώ. περίπου. Το όχημα του κατηγορούμενου προπορευόταν με την ίδια περίπου ταχύτητα. Ο οδικός φωτισμός ήταν χαμηλός. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο τελευταίος κτύπησε μια πεζή που διασταύρωνε από νότια προς βόρεια. Το σημείο σύγκρουσης ήταν περίπου στο μέσο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας. Το όχημα του κατηγορούμενου ακινητοποιήθηκε αμέσως. Ο οδικός φωτισμός ήταν χαμηλός. Η ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεσή της, ημερ. 13.11.14 (Τεκμήριο 8). Η ώρα 21:25 στάθηκε στο νότιο πεζοδρόμιο. Κοίταξε τις λωρίδες κυκλοφορίας αριστερά και δεξιά. Πέρασε την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας. Στάθηκε στη μέση του δρόμου όπου υπάρχει ζωγραφιστή νησίδα. Κοίταξε αριστερά και είδε ότι το όχημα που ερχόταν από δυτικά προς ανατολικά ήταν σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων. Συνέχισε να διασταυρώνει. Στη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας κατάλαβε ότι το όχημα δεν θα σταματούσε. Σήκωσε το αριστερό της χέρι για να την δει ο οδηγός. Το όχημα συνέχισε να έρχεται κατά πάνω της με αποτέλεσμα να την κτυπήσει. Έπεσε στην άσφαλτο. Για την αλήθεια του περιεχομένου της κατατέθηκε η κατάθεση του Λ.Π. (Τεκμήριο 6). Σ' αυτή αναφέρεται ότι ένα όχημα που κατευθυνόταν με χαμηλή ταχύτητα από δυτικά προς ανατολικά κτύπησε με το μπροστινό μέρος μια πεζή που διασταύρωνε από νότια προς βόρεια. Η πεζή έπεσε στην άσφαλτο. Η τροχαία κίνηση ήταν μέτρια. Ο φωτισμός στο δρόμο ήταν χαμηλός. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν πρόσφερε άλλη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 7.11.14 (Τεκμήριο 4). Οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, περίπου 30χ.α.ώ. Από μακριά είδε μία γυναίκα να στέκεται στη διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Όταν πλησίασε, ξαφνικά και απότομα είδε μπροστά του την πεζή να εισέρχεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Αμέσως χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματός του για να αποφύγει τη σύγκρουση και έκανε ελιγμό προς τα δεξιά. Κτύπησε ελαφρά με το αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματός του την πεζή. Ήταν νύχτα και ο οδικός φωτισμός ήταν χαμηλός. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε από ποια απόσταση είδε για πρώτη φορά την πεζή. Απάντησε ότι δεν θυμάται πόσα μέτρα, ήταν όμως μακριά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν είδε την πεζή επειδή ήταν αφηρημένος. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω τις αγορεύσεις τους κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα βοηθητικές. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Ο ΜΚ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Επεξήγησε τις ενέργειές του σε σχέση με τη διερεύνηση του ατυχήματος με πληρότητα. Κατέθεσε σχετικά τεκμήρια. Περιέγραψε με λεπτομέρεια το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3). Δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε τάση υπερβολής ή αντίφαση. Συνεπώς, κρίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Εκεί όπου κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του είναι στην αναφορά του ότι ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι η αναφορά του αυτή δεν προκύπτει από κάποια μελέτη, αλλά αποτελεί τη γνώμη του. Του υποδείχθηκε ότι στις καταθέσεις τους ο κατηγορούμενος, ο Λ.Π., ο ΜΚ2 και η ΜΚ3 (Τεκμήρια 4, 6, 7 και 8 αντίστοιχα) όλοι αναφέρουν ότι ο οδικός φωτισμός ήταν χαμηλός. Συμφώνησε ότι οι αυτόπτες μάρτυρες ήταν σε καλύτερη θέση να εκφέρουν άποψη ως προς τον οδικό φωτισμό την ώρα του ατυχήματος αφού ο ίδιος μετέβηκε στη σκηνή μία ώρα αργότερα. Η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του ΜΚ1, έχοντας υπόψη τη συνολική εικόνα του. Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε να παρουσιάσει τα όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε σε σχέση με το ατύχημα. Δεν αντεξετάστηκε. Η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη. Η μαρτυρία της ΜΚ3 παρουσιάζει αδυναμίες και αντιφάσεις. Αντεξεταζόμενη επανέλαβε πολλές φορές ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την απόσταση από το σημείο που στεκόταν μέχρι το σημείο που είδε το όχημα του κατηγορούμενου. Εν τέλει της υποδείχθηκε από τον κο Χ''Πιέρα ότι στην κατάθεσή της (Τεκμήριο 8), την οποία υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, αναφέρει: «Ξανακοίταξα αριστερά μου και είδα ότι το αυτοκίνητο που ερχόταν από δυτικά προς ανατολικά ήταν μακριά περίπου 10 μέτρα και εγώ συνέχισα να διασταυρώνω.». Τότε η μάρτυρας απάντησε: «Μάνα μου, ό, τι τζιαι να είπα στην αστυνομία, τζιαι εάν είπα μέτρα, τζιαι ό,τι τζιαι να είπα, δεν ήξερα ακριβώς, δεν εκράτουν μέτρο, είπα προηγουμένως, να τα μετρήσω». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της αρνήθηκε ότι ανέφερε στην κατάθεσή της ότι είδε το όχημα του κατηγορούμενου: Ε: Σου λέω ότι είπες στην αστυνομία ότι πριν να διασταυρώσεις είδες το αυτοκίνητο να έρχεται. A: Όχι. E: Επαναλαμβάνω, σου υποβάλλω, σου λέω ότι στην κατάθεση σου είπες, πριν να διασταυρώσεις έλεγξες τον δρόμο και είδες το αυτοκίνητο να έρχεται και είχε απόσταση περίπου 10 μέτρα από εσένα. A: Δεν είπα έτσι πράγμα. Υπάρχει στην κατάθεση; Εγώ είπα ότι ήταν όλα τα αυτοκίνητα πολύ μακριά, 3 σειρές αλλά μόλις προχώρησα, περίπου στη μέση του δρόμου, ένα αυτοκίνητο ανάπτυξε ταχύτητα και έρχετουν πάνω μου. . E: Είδες τούτο το αυτοκίνητο να έρχεται 10 μέτρα μακριά σου που τζιαμέ που ήσουν‑‑‑ A: Δεν έχω έτσι πας την κατάθεση μου. Πέραν αυτού, διαπιστώνεται ακόμα μια πιο ουσιαστική αντίφαση μεταξύ της κατάθεσής της και της δια ζώσης μαρτυρίας της. Στην κατάθεσή της (Τεκμήριο 8) αναφέρει: «Πέρασα την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας που τα αυτοκίνητα κινούνταν από τα ανατολικά προς τα δυτικά και στάθηκα στη μέση του δρόμου όπου υπάρχει ζωγραφιστή νησίδα. Ξανακοίταξα αριστερά μου και είδα ότι το αυτοκίνητο που ερχόταν από δυτικά προς τα ανατολικά ήταν μακριά περίπου 10 μέρα και εγώ συνέχισα για να διασταυρώσω ολόκληρο το δρόμο». Αντεξεταζόμενη όμως αρνήθηκε ότι σταμάτησε. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία της. Αν και είναι μακροσκελές, κρίνω σκόπιμο να το παραθέσω αυτούσιο για σκοπούς πληρότητας: Ε: Και σου λέω ότι σε κάποιο στάδιο όπως ξεκίνησες να διασταυρώσεις εσταμάτησες τζιόλας‑‑‑ A: Όχι, δεν σταμάτησα, κοίταξα. κα Χ'' Κωνσταντίνου (προς μάρτυρα): Σας παρακαλώ να αφήνετε τον κύριο Χ'' Πιέρα να τελειώνει την ερώτηση του και μετά να απαντάτε γιατί έτσι αντιλαμβάνεστε άλλα πράγματα και απαντάτε άλλα πράγματα. Μάρτυρας: Μάλιστα. Ο κύριος Χ'' Πιέρας συνεχίζει: E: Επαναλαμβάνω πάλε μήπως τυχόν και μπορέσω και συνεννοηθούμε, να δούμε πώς έγινε κατά την εκδοχή σου τούτο το δυστύχημα. Σου λέω, λοιπόν, όπως πήγαινες, πριν γίνει το δυστύχημα, ξανασταμάτησες, σταμάτησες όπως πήγαινες δηλαδή τζιαί περπατάς, κινήσουν, σταμάτησες, θυμάσαι τίποτε που τούτο το πράγμα; A: Όχι. E: Όι; Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Όχι δεν θυμάστε ή όχι δεν σταματήσατε; Μάρτυρας: Δεν σταμάτησα και είχα έννοια και κοίταζα αριστερά μήπως μου χτυπήσει κάποιος, δεν σταμάτησα, περπατούν και κοίταζα. Ο κύριος Χ'' Πιέρας συνεχίζει: E: Ωραία και το σημείο που σου λέω ότι σταμάτησες ήταν στο τέλος μιας ζωγραφιστής, πάνω στον δρόμο, μιας νησίδας, θυμάσαι τίποτε; A: Μα σας είπα, δεν σταμάτησα καθόλου. E: Δεν σταμάτησες. Λοιπόν, τώρα που δεν θυμάσαι ούτε τη ζωγραφιστή νησίδα, θέλω να σου διαβάσω, το Τεκμήριο 8, ήντα που είπες και να σε παρακαλέσω να ακούσεις γιατί ως τώρα διαπιστώνω, το Δικαστήριο θα αποφασίσει, εγώ διαπιστώνω, γιατί δεν ακούεις, λες ότι, διαβάζω από τη μέση της πρώτης σελίδας και θα πάω μέχρι την αρχή της δεύτερης σελίδας κύριε Πρόεδρε, (διαβάζει) «αφού στάθηκα στο... προς ανατολικά ήταν μακριά». Τώρα που σας τα διάβασα τούτα θυμάσαι τίποτε; A: Είπα σας να σταματήσω δεν σταμάτησα ποτέ, απλώς σαν επερπάτουν είχα την έννοια και κοίταζα. E: Επιμένεις λοιπόν ότι δεν σταμάτησες; A: Όχι. Οι αντιφάσεις μεταξύ της κατάθεσης και της δια ζώσης μαρτυρίας της, και μάλιστα σε ουσιαστικές πτυχές της εκδοχής της, δεν μπορούν να αγνοηθούν (Αθανασίου v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση 345/11, ημερ. 18.7.18). Επιπρόσθετα, ήταν η εκδοχή της, την οποία επανέλαβε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι το όχημα που την κτύπησε «έτρεχε», «άρχισε να τρέχει» και ότι «ανέπτυξε ταχύτητα» πριν το ατύχημα. Ήταν επίσης η θέση της ότι μετά το ατύχημα ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί την χτύπησε και αυτός απάντησε ότι δεν την είδε. Οι ισχυρισμοί της αυτοί δεν αναφέρονται στην κατάθεσή της (Τεκμήριο 8). Ερωτηθείσα από τον κο Χ''Πιέρα γιατί δεν ανέφερε τους ισχυρισμούς αυτούς στην αστυνομία όταν έδωσε κατάθεση, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν την ρώτησε η αστυνομία: E: Καλά, εάν σου είπε τζιαμέ, αν σου παραδέχτηκε ότι δεν σε είδε, που σημαίνει ότι δεν έκανε τζιαί τίποτε για να σταματήσει το αυτοκίνητο, δεν έπρεπε να τα πεις; Τα άλλα ούλλα τρεις σελίδες κατάθεση δεν τα είπες; A: Μα δεν με βοήθησε ούτε ο αστυνομικός για να τα πω, έπρεπε να με ρωτήσει τζιαί ο αστυνόμος παρακάτω. E: Δεν σε βοήθησε; A: Ύστερα τα σκέφτηκα τζιαι είπα να τα πω, το παραδέχτηκε όμως ότι με χτύπησε. Θεωρώ ότι η ΜΚ3 προέβαλε τους ουσιώδεις αυτούς ισχυρισμούς, και ειδικά για πρώτη φορά στο στάδιο της αντεξέτασης, με σκοπό να προωθήσει την εκδοχή της. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της. Ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση. Ουδεμία τάση υπερβολής ή αντίφασης διαπιστώθηκε. Απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με συνοχή, περιγράφοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είδε την πεζή επειδή ήταν αφηρημένος, θεωρώ ότι με ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό απάντησε ότι δεν συμφωνεί. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Προτού καταγραφούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σημειώνω τα ακόλουθα: Δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με τον ΜΚ2 η τροχαία κίνηση ήταν «αραιή» (Τεκμήριο 7), ενώ στην κατάθεση του Λ.Π. που κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της (Τεκμήριο 6) αναφέρεται ότι η κίνηση ήταν «μέτρια». Πρόκειται για διαφορετική εκτίμηση δεδομένων, χωρίς να επηρεάζεται η αξιοπιστία του ΜΚ2 (Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 279). Το σχέδιο της σκηνής από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα ατύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων (Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307). Στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: ο κατηγορούμενος στις 5.11.14 και ώρα 21:30 οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα στην οδό Σπ. Αρούζου στη Λεμεσό με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά (πορεία Α, Τεκμήριο 3). Είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του και κινείτο με ταχύτητα περίπου 30χ.α.ώ. Από μακρινή απόσταση, ο κατηγορούμενος είδε την ΜΚ3 να στέκεται στη διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Όταν πλησίασε, ξαφνικά και απότομα είδε μπροστά του την πεζή να εισέρχεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του από νότια προς βόρεια (πορεία Β, Τεκμήριο 3). Αμέσως χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματός του για να αποφύγει τη σύγκρουση και έκανε ελιγμό προς τα δεξιά. Κτύπησε ελαφρά με το αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματός του την πεζή σε κοντινή απόσταση από τη διαχωριστική γραμμή (σημείο Χ, Τεκμήριο 3). Η ΜΚ3 έπεσε στην άσφαλτο προς τα αριστερά του οχήματος, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Πενήντα μέτρα περίπου από το σημείο του ατυχήματος υπήρχε διάβαση πεζών. Ο φωτισμός στο δρόμο ήταν χαμηλός. Δέντρα κάλυπταν το φωτισμό στο δρόμο. Η τροχαία κίνηση ήταν μέτρια. Η οδήγηση συναρτάται με την προσήκουσα προσοχή. Η έλλειψή της θεμελιώνει το αδίκημα του άρθρου 8, Ν.86/72. Ο βαθμός αμέλειας είναι ο ίδιος με τις αστικές υποθέσεις (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409). Το ερώτημα είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής που οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και οι παράμετροί του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα, και όχι του τέλειου οδηγού. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια (Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202). Ένας οδηγός υπέχει καθήκον τήρησης της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις (Σιλβέστρου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 151, Γιωργαλλή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 21). Στην προκειμένη περίπτωση, η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν μπορεί να κριθεί ως αμελής και μάλιστα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αντιλήφθηκε από «μακριά» την ΜΚ3 να στέκεται στη διαχωριστική γραμμή. Οδηγούσε με τα φώτα πορείας αναμμένα και με ταχύτητα περίπου 30χ.α.ώ. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που να μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση του κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο (Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217). Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων, πέραν της χαμηλής ταχύτητας με την οποία ήδη οδηγούσε (Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 113). Όταν πλησίασε, ξαφνικά και απότομα η ΜΚ3 εισήλθε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την απότομη είσοδό της, εφάρμοσε τα φρένα του οχήματός του, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε ελιγμό προς τα δεξιά. Το όχημά του συγκρούστηκε ελαφρά σε κοντινή απόσταση από τη διαχωριστική γραμμή. Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν εξυπακούει αμέλεια (Παππάς v. Ναθαναήλ κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 275). Η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο κατηγορούμενος φέρει ευθύνη για τη σύγκρουση. Η αντίδρασή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, ικανοποιητική και η λογικά αναμενόμενη από τον μέσο συνετό οδηγό. Δεν πρόκειται για περίπτωση όπου ο κατηγορούμενος δεν είδε καθόλου την πεζή και ως εκ τούτου να ήταν αμελής (Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 221). Συνεπώς, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά: Αμελής οδήγηση [1] Άρθρο 8, Ν. 86/72 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο