← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 23680/16, 20/6/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 23680/16, 20/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23680/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. XXXXX Χριστοδούλου Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 20 Ιουνίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: εμφανίζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (ex tempore) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης[1] (1η κατηγορία). Παραδέχτηκε τη 2η κατηγορία, η οποία αφορά παράβαση σήματος τροχαίας, δηλαδή προσπέρασε άλλο όχημα σε σημείο όπου υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή. Παραδεκτό γεγονός αποτελεί ότι ο κατηγορούμενος στις 20.8.13 οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα στο δρόμο Όλυμπου - Τροόδους, στη Λεμεσό. Προς απόδειξη της κατηγορίας, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ως μάρτυρα τον Αστ. XXX4 (ΜΚ1). Η μαρτυρία του είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω αυτούσια. Συνοπτικά σημειώνω ότι υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 1). Στις 20.8.13 και ώρα 18:20 ήταν εκτός υπηρεσίας. Οδηγούσε ιδιωτικό όχημα με την οικογένειά του στο δρόμο Όλυμπου - Τροόδους. Η ταχύτητά του ήταν 40χλμ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου άκουσε ξαφνικά ένα δυνατό θόρυβο μηχανής αυτοκινήτου κατά τρόπο που βρίσκεται στις ψηλότερες δυνατές στροφές. Από το καθρεφτάκι του είδε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος να τον πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα. Πριν προλάβει να αντιδράσει τον προσπέρασε σε σημείο όπου υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή. Το προσπέρασμα απαγορεύεται διότι υπάρχει περιορισμένη ορατότητα λόγω της κλειστής στροφής. Ακολούθως, χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα και χωρίς να ανάψουν τα φώτα πέδησής του πέρασε την επόμενη αριστερή στροφή του δρόμου παρά το ξενοδοχείο Jubilee. Έξω από το ξενοδοχείο υπήρχαν 5-6 πεζοί, οι οποίοι στέκονταν μεταξύ του δρόμου και του ξενοδοχείου. Το όχημα του κατηγορούμενου πέρασε από τη λωρίδα δίπλα τους. Ο τρόπος που έστριψε στην αριστερή κατήφορη στροφή και λόγω της ταχύτητας του έκανε το αμάξωμα σε σχέση με τους τροχούς να χαμηλώνει στους δεξιούς τροχούς και να ανυψώνεται στους αριστερούς σε σημείο που ήταν πιθανή η ανατροπή του προς το ξενοδοχείο. Οι πεζοί ξαφνιάστηκαν και έκαναν κίνηση προς τα πίσω. Δεν είναι σε θέση να υπολογίσει την ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου, όμως υπήρχε μεγάλη διαφορά μεταξύ τους όταν τον προσπέρασε. Δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο, ούτε έχει οποιεσδήποτε διαφορές μαζί του. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε την υποβολή ότι οι πεζοί δεν κινδύνευσαν. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι ο κατηγορούμενος είχε αναμμένα τα φώτα κινδύνου του και τα φώτα του για να κάνει σήμα στο μάρτυρα. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω αυτολεξεί. Σ' αυτή αναφέρει ότι ουδείς κινδύνευσε από την οδήγησή του και ότι αναγκάστηκε να προσπεράσει το όχημα του ΜΚ1 επειδή του έκανε σήμα. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος είχα την ευκαιρία να μελετήσω την προσκομισθείσα μαρτυρία, υπό το φως των αγορεύσεων των δύο πλευρών. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας

(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Με συνοχή και πληρότητα περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν τα επίδικα γεγονότα. Κατά την αντεξέτασή του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του. Δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αντίφαση. Θεωρώ ότι με ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό ανέφερε ότι δεν θα προέβαινε σε σχετική καταγγελία αν δεν διαπίστωνε ότι κινδύνευσαν οι πεζοί. Συνεπώς, κρίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Το ζήτημα της προσέγγισης του Δικαστηρίου της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου έχει εξεταστεί στην πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Α.Δ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/14, ημερ. 22.6.16, Κόλιας v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 106/15 κ.ά., ημερ. 17.5.18). Η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129). Η εξέτασή της γίνεται μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας. Έχει ως βάση την κοινή λογική. Η αποδεικτική της αξία είναι μάλλον πειστική, παρά αποδεικτική, καθότι με αυτή δεν μπορούν να αποδειχθούν γεγονότα τα οποία μόνο με μαρτυρία αποδεικνύονται (Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ v. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/14 κ.ά., ημερ. 23.10.15). Στην προκειμένη περίπτωση, η ουσία της ανώμοτης δήλωσης ήταν ότι ουδείς κινδύνευσε από την οδήγησή του. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε αξία στην ανώμοτη δήλωση. Οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε ανάλογο συμπέρασμα. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος στις 30.10.13 καταγγέλθηκε γραπτώς για το αδίκημα (Έγγραφο Α) και απάντησε: «Παραδέχομαι και απολογούμαι». Περαιτέρω, στην κατάθεσή του, ημερ. 30.10.13, απλώς ανέφερε ότι βιαζόταν να μεταβεί όσο πιο σύντομα μπορούσε στο εστιατόριο του πατέρα του λόγω φωτιάς. Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1), Ν.86/72, όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα με αλόγιστο, απερίσκεπτο ή επικίνδυνο τρόπο για το κοινό είναι ένοχος αδικήματος. Λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις, ιδιαίτερα η φύση, η κατάσταση και η χρήση της οδού και η τροχαία κίνηση, που πραγματικά υπήρχε ή θα αναμενόταν ευλόγως να υπήρχε. Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί επικίνδυνη οδήγηση. Απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους από τον κατηγορούμενο (Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233). Σε κάθε περίπτωση όμως δεν εξισώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 52/11, ημερ. 29.7.14). Για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (Αστυνομία v. Νικολάου, Ποινική Έφεση 217/16, ημερ. 11.5.17). Σφάλμα σημαίνει πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Με αυτή την έννοια, είναι αρκετό το σφάλμα να είναι ελαφρύ, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης, αλλά είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία (Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Φερεκύδου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 184/16, ημερ. 11.10.18, με αναφορά σε κυπριακή και αγγλική νομολογία, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το αδίκημα στοιχειοθετείται, όχι μόνο από την ύπαρξη οδικής συμπεριφοράς που είναι έξω από το εύλογο υπό τις περιστάσεις και συνθήκες που επικρατούν τη δεδομένη στιγμή, αλλά και από έκπτωση από το αναμενόμενο επίπεδο φροντίδας, προσοχής και δεξιότητας του μέσου κοινού έμπειρου οδηγού.» Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων και της αξιόπιστης μαρτυρίας, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: ο κατηγορούμενος στις 20.8.13 οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα στο δρόμο Όλυμπου - Τροόδους, στη Λεμεσό. Στον ίδιο τόπο και χρόνο το όχημα του ΜΚ1 προπορευόταν. Η ταχύτητά του ήταν 40χλμ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου άκουσε ξαφνικά ένα δυνατό θόρυβο μηχανής αυτοκινήτου κατά τρόπο που βρίσκεται στις ψηλότερες δυνατές στροφές. Από το καθρεφτάκι του είδε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος να τον πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα. Πριν προλάβει να αντιδράσει τον προσπέρασε σε σημείο όπου υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή. Ακολούθως, χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα και χωρίς να ανάψουν τα φώτα πέδησής του πέρασε την επόμενη αριστερή στροφή του δρόμο παρά το ξενοδοχείο Jubilee. Έξω από το ξενοδοχείο υπήρχαν 5-6 πεζοί, οι οποίοι στέκονταν μεταξύ του δρόμου και του ξενοδοχείου. Το όχημα του κατηγορούμενου πέρασε από τη λωρίδα δίπλα τους. Ο τρόπος που έστριψε στην αριστερή κατήφορη στροφή και λόγω της ταχύτητας του έκανε το αμάξωμα σε σχέση με τους τροχούς να χαμηλώνει στους δεξιούς τροχούς και να ανυψώνεται στους αριστερούς σε σημείο που ήταν πιθανή η ανατροπή του προς το ξενοδοχείο. Οι πεζοί ξαφνιάστηκαν και έκαναν κίνηση προς τα πίσω. Ο κατηγορούμενος επέδειξε επικίνδυνη συμπεριφορά κατά τη οδήγηση του οχήματός του για τον ΜΚ1 και τους πεζούς, οι οποίοι νομίμως χρησιμοποιούσαν το συγκεκριμένο δρόμο. Η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία. Συνεπώς, κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά: Επικίνδυνη οδήγηση [1] Άρθρο 7
(1)του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου (Ν.86/72) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.