ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Αταλιώτη, Αρ. Υπόθεσης: 24622/16, 1/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24622/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧΧ Αταλιώτη Κατηγορούμενου -------------------------------------- Ημερομηνία: 1η Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Θεμιστοκλέους με κ. Σ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κα. Κ. Αυγουστή Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα ότι επέτρεψε ή ανέχθηκε όπως ο σκύλος του προκαλεί θόρυβο διά γαβγισμάτων, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 18(ε)(ι) του περί Σκύλων Νόμου 184/2002 όπως αυτός τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 26 Οκτωβρίου του 2016 στο Σούνι της επαρχίας Λεμεσού ενώ ήταν ιδιοκτήτης σκύλου επέτρεψε ή ανέχθηκε να προκαλέσει θόρυβο διά ηχηρών και συνεχών γαβγισμάτων, τα οποία προκάλεσαν οχληρία στο κοινό. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 184
(1)/2002 «σκύλος», για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνει κάθε σκύλο κάθε φυλής και γένους ηλικίας άνω των 3 μηνών Το άρθρο 18(ε)(ι) του ιδίου νόμου προνοεί τα ακόλουθα Οποιοδήποτε πρόσωπο- (ε) επιτρέπει ή ανέχεται όπως ο σκύλος του οποίου είναι ιδιοκτήτης ή τον οποίο έχει κάτω από τη φροντίδα του- (i) προξενεί θόρυβο με ηχηρό και συνεχές γαύγισμα που προκαλεί οχληρία στο κοινό, (στ) παραβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση πρώτης καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) το ηχηρό και συνεχές γαύγισμα σκύλου β) το οποίο να προκαλεί οχληρία στο κοινό και γ) ο ιδιοκτήτης ή αυτός που έχει τη φύλαξη του σκύλου να το επιτρέπει ή να το ανέχεται. Στην Σάββας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 216 με αναφορά στον Russel on Crime, 12η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 1387 εξηγείται τι συνιστά οχληρία και πώς διαχωρίζεται η κοινή ή δημόσια οχληρία από την ιδιωτική. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Η οχληρία ή η ενόχληση σημαίνει οτιδήποτε το οποίο προκαλεί βλάβη, στεναχώρια ή ζημιά. Οι οχληρίες είναι δύο ειδών: δημόσια ή κοινή οχληρία η οποία επηρεάζει ουσιωδώς το κοινό, και αποτελεί ουσιώδη ενόχληση για όλους τους υπηκόους ....και ιδιωτική οχληρία η οποία μπορεί να προσδιοριστεί σαν οτιδήποτε το οποίο προκαλεί ουσιαστική ανησυχία και ενόχληση, σε οποιοδήποτε άτομο κατά την χρήση για συνηθισμένους σκοπούς της κατοικίας του ή της περιουσίας του.» Επίσης, στην πιο πάνω απόφαση στην οποία εξεταζόταν κατηγορία δυνάμει του άρθρου 186 του Ποινικού Κώδικα, αποφασίστηκε ότι η δυσοσμία από τα επίδικα λύματα σε περιοχή που υπήρχε κτίριο της Αρχής Βιομηχανικής Κατάρτισης, όπου εργάζονταν δεκάδες άτομα, η εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα και άλλες ιδιωτικές κατοικίες ήταν αισθητή, ενοχλητική και ανυπόφορη. Η μαρτυρία αυτή λέχθηκε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της νομολογίας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η σχετική μαρτυρία προέρχεται από μόνο ένα άτομο. Δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από πολλά άτομα. Αυτό που έχει σημασία είναι η ποιότητα της μαρτυρίας. Ουσιαστικά εκείνο που προκύπτει είναι ότι πρέπει να καθίσταται σαφές από τη μαρτυρία ότι η οποιαδήποτε φύση οχληρίας επηρεάζει την ποιότητα της ζωής των κατοίκων της περιοχής ασχέτως αν προέρχεται και μόνο από ένα άτομο. Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι όπως είναι συνταγμένο το πιο πάνω άρθρο του Νόμου 184
(1)/2002 αφορά και εννοεί δημόσια οχληρία αφού καθορίζει ότι μια τέτοια οχληρία θα πρέπει να προκαλείται στο κοινό. Πέραν την πιο πάνω, αναφορά θα πρέπει να γίνει και την ορισμό του σκύλου ο οποίος δίνεται στο πιο πάνω Νόμο. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του εν λόγων Νόμου, «σκύλος» για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνει κάθε σκύλο κάθε φυλής και γένους ηλικίας άνω των 3 μηνών. Η ίδια διάκριση γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice
(2003)σελ. 528 παρ. Β 11.96 Η βασική διαφορά λοιπόν της δημόσιας από την ιδιωτική, είναι ότι η πρώτη επηρεάζει το κοινό σε αντίθεση με την δεύτερη που περιορίζεται στην ενόχληση που προκαλείται στον γείτονα κατά την χρήση της περιουσίας του. Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει διατυπωθεί η έννοια της οχληρίας στο άρθρο 18(ε)(
- i)επί του οποίου στηρίζεται η κατηγορία αυτή σε δημόσια οχληρία αφού ρητά αναφέρεται ότι ο θόρυβος από το γάβγισμα θα πρέπει να προκαλεί ενόχληση στο κοινό. Για να αποδειχθεί λοιπόν η οχληρία του άρθρου 18(ε)(
- i)δεν αρκεί η μεμονωμένη μαρτυρία της παραπονούμενης αλλά χρειάζεται μαρτυρία που να καταδεικνύει την δημόσια έκταση της οχληρίας. Στο ίδιο σύγγραμμα Blackstone's. στην παράγραφο Β 11.102 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την απόδειξη του αδικήματος της δημόσιας οχληρίας: "In order to establish that a crime has been committed, it is necessary to establish the essential public nature of the nuisance. It is clear that not all the public need be affected. But it must be established that the act or omission was sufficiently widespread or indiscriminate as to amount to a public rather than a private nuisance." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ότι διαπράχθηκε το αδίκημα, είναι απαραίτητο να καταδειχθεί η ουσιαστική δημόσια φύση της οχληρίας. Είναι σαφές ότι δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι επηρεάζεται το σύνολο του κοινού. Αλλά πρέπει να στοιχειοθετηθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη ήταν αρκετά διαδεδομένη ή άνευ διακρίσεως ώστε να θεωρείται δημόσια παρά ιδιωτική οχληρία.» Στην παρούσα υπόθεση δεν δόθηκε καμία μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή για την δημόσια φύση της οχληρίας Μαρτυρία‑αξιολόγηση μαρτυρίας‑ευρήματα‑συμπεράσματα Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) Στην υπόθεση Σκορδέλλη - ν - Δημοκρατίας κ.α. Ποινικές Εφέσεις 101 - 104 ημερ. 6/6/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επισημαίνουμε και τονίζουμε ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.» Στην Σιβιτανίδης κ.α. - ν - Δημοκρατίας 2011 2 ΑΑΔ σελ. 166, τονίστηκε ότι μικρές διαφορές στη μαρτυρία πάντοτε υπάρχουν. Όμως, για να επέμβει το Εφετείο, αυτές θα πρέπει να είναι τέτοιες που είτε να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, είτε να είναι ουσιαστικής μορφής, ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 75). Η νομολογία δέχεται ότι μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία, που κατά τα άλλα είναι πειστική, και καταδείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 104). Το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο θα παραθέσει τη μαρτυρία ενός εκάστου μάρτυρα και θα προβαίνει στην αξιολόγηση και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Η ΜΚ1 είναι η παραπονούμενη, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεσή της, δηλαδή το Τεκμήριο 1, στην οποία κάνει αναφορά στο τόπο διαμονής της σε χωριό της επαρχίας Λεμεσού, όπου δίπλα από την κατοικία της υπάρχει ένα χωράφι περιφραγμένο το οποίο ανήκει στον κατηγορούμενο, που είναι ξάδελφός της και σε αυτό υπάρχει ένα σκύλος συγκεκριμένης ράτσας που κατά τη διάρκεια της μέρας δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα, όμως το βράδυ γαβγίζει πολύ και αυτό συμβαίνει για περίοδο πέραν των 3 μηνών. Ο θόρυβος ακούγεται έντονα λόγω της μικρής απόστασης, που είναι λιγότερη των 30 μέτρων από το παράθυρο του υπνοδωματίου της. Την επίδικη βραδιά ο σκύλος γάβγιζε συνεχόμενα από η ώρα 00:05 μέχρι τις 02:00 το πρωί και έγινε καταγγελία τόσο στο εκεί Κοινοτικό Συμβούλιο, όσο και στην Αστυνομία Επισκοπής και παρά το εξώδικο που εκδόθηκε, ο κατηγορούμενος δεν προέβηκε σε οποιανδήποτε ενέργεια για να βοηθήσει την κατάσταση. Ο κατηγορούμενος τις τελευταίες 2 μέρες έφερε ακόμα έναν σκύλο και εξέφρασε την επιθυμία της να απομακρυνθούν οι σκύλοι, λόγω του επηρεασμού της προσωπικής και επαγγελματικής της ζωής και ζήτησε τη βοήθεια της Αστυνομίας για να ηρεμήσουν. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της αναφέρθηκε στην οχληρία του σκύλου πέραν των 3 μηνών κατά τις βραδινές ώρες, περιγράφοντας εκ νέου την οχληρία που γινόταν και την εκεί περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της οικίας της και του ακινήτου του κατηγορουμένου και από την οχληρία υπήρχαν περιπτώσεις που η ίδια και ο σύζυγός της πήγαιναν στην εργασία τους άυπνοι. Ανέφερε ότι το σπίτι της ήταν το μοναδικό στην περιοχή σε ακτίνα μισού χιλιομέτρου περιμετρικά, ανέφερε επίσης ότι ο σκύλος υπήρχε από τα μέσα Ιουλίου στην περιοχή, αλλά έδωσαν μια ευκαιρία για να συνηθίσει την περιοχή, ανέφερε ότι ειδοποίησε τον Κοινοτάρχη της περιοχής, ο οποίος της είπε ότι θα έβλεπε το θέμα και θα επικοινωνούσε με τον κατηγορούμενο για να του το αναφέρει, πράγμα το οποίο έκανε και ο κατηγορούμενος ανέφερε στον Κοινοτάρχη ότι δεν προτίθεται να μετακινήσει τον σκύλο. Τότε ο Κοινοτάρχης την προέτρεψε να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό, πράγμα το οποίο έπραξε σε προηγούμενη στιγμή της επίδικης. Η Αστυνομία επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και του είπαν να απομακρύνει τον σκύλο, πράγμα για το οποίο παρέλειψε. Τότε η ίδια επικοινώνησε με την Αστυνομία και τους είπε ότι αν ο κατηγορούμενος απομάκρυνε τον σκύλο θα λυνόταν το πρόβλημα και δεν θα προχωρούσε σε δικαστικές διαδικασίες, έτσι ώστε να υπάρχει και μια φυσιολογική ζωή, χωρίς νυχτερινές ενοχλήσεις, ανέφερε ότι δεν έχει προσωπικές διαφορές με τον κατηγορούμενο, αλλά όχι καλές, ο χώρος χρησιμοποιείται από τον κατηγορούμενο, αλλά νομίζει ότι ανήκει στον πατέρα του, περιέγραψε τον σκύλο και εξέφρασε την άποψη ότι είναι περίπου 6 μηνών και ότι ήταν για περίοδο 3 μηνών εκεί στο μέρος, ανέφερε ότι δεν μίλησε με τον κατηγορούμενο, παρά μόνο με την Αστυνομία Επισκοπής και ο λόγος που πήγε για δεύτερη φορά στην Αστυνομία και προέβη στην επίδικη καταγγελία ήταν επειδή όταν έληξε η περίοδος του εξωδίκου που ανέφερε και επειδή δεν μετακινήθηκε ο σκύλος και επειδή την επίδικη νύχτα πάλι έγινε οχληρία πήγε με τον σύζυγό της και έκανε καταγγελία, λέγοντας ότι δεν ήθελαν να καταλήξουν στο Δικαστήριο, αλλά δεν είχαν άλλη επιλογή. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι ο σκύλος σήμερα δεν είναι στο μέρος, έμαθε ότι κάποιες μέρες μετά την επίδικη ημέρα ο σκύλος του κατηγορουμένου μαζί με έναν άλλο σκύλο επιτέθηκαν σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις σε δύο διαφορετικά άτομα, οι οποίοι κατάγγειλαν το περιστατικό στον Κοινοτάρχη και δήλωναν ότι αν μετακινόταν ο σκύλος δεν θα προέβαιναν σε καταγγελία και μετά από αυτό το περιστατικό ο Κοινοτάρχης μίλησε με τον κατηγορούμενο και απομάκρυνε τον σκύλο. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι έλεγε ψέματα για την επίδικη καταγγελία και εξέφρασε άγνοια αν ο κατηγορούμενος έκανε καταγγελία ότι ο σκύλος του χάθηκε λίγες μέρες προηγουμένως, ανέφερε ότι έχει και η ίδια δύο σκύλους και τους έχει μέσα στο σπίτι και γαβγίζουν όταν ακούσουν κάτι έξω από το σπίτι, αναγνωρίζει το γάβγισμα των σκύλων της και τότε δεν είχε άλλους σκύλους η περιοχή, ούτε αδέσποτα. Διευκρίνισε σε κατοπινό στάδιο ότι ο δεύτερος σκύλος που είδε εκείνες τις μέρες νομίζει ότι δεν είναι του κατηγορουμένου. Εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι η ράτσα σκύλου που είχε ο κατηγορούμενος είχαν περιορισμένη διάρκεια σε γαβγίσματα, υπεραμυνόμενη τη θέση της ως προς τη χρονική διάρκεια που υπήρχε οχληρία και όταν κατέβηκε η ίδια ο σκύλος σταμάτησε να γαβγίζει, εκφράζοντας ταυτόχρονα άγνοια για τον λόγο που γάβγιζε εκείνην την ημέρα ο σκύλος. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση περί εκδικητικής καταγγελίας και ότι λόγω της ιδιότητάς της ήξερε ότι ο σκύλος έπρεπε να είναι πέραν των 3 μηνών, λέγοντας ότι αν ήταν εκδικητική η καταγγελία της θα προέβαινε σε καταγγελία από τα αρχικά στάδια, εκφράζοντας άγνοια για την προϋπόθεση ότι ο σκύλος θα πρέπει να είναι πέραν των 3 μηνών. Ανέφερε ότι δεν θεώρησε σωστό να μιλήσει με τον κατηγορούμενο, αλλά με τον Κοινοτάρχη. Ολοκληρώνοντας την αντεξέτασή της, περιέγραψε εκ νέου τον εκεί χώρο αρνούμενη υποβληθείσες θέσεις ως προς τις εκεί απαντήσεις. Η ΜΚ1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και το Δικαστήριο έχει εντοπίσει ότι η μάρτυρας απαντούσε άμεσα, πηγαία, λεπτομερειακά, διαφωτιστικά, χωρίς αντιφάσεις, η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης και το Δικαστήριο δεν εντόπισε οποιανδήποτε μεροληπτική στάση απέναντι στον κατηγορούμενο, αλλά απεναντίας έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι έχει προβεί ξανά σε παραστάσεις στην Αστυνομία και στον Κοινοτάρχη που ζήτησε να γίνουν συστάσεις για να απομακρυνθεί ο σκύλος και μόνο όταν δεν έγινε κάτι προς αυτήν την κατεύθυνση αναγκάστηκε να προβεί στην καταγγελία. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο σκύλος την επίδικη ημέρα μεταξύ των ωρών 00:05 μέχρι 02:00 προ μεσημβρία γάβγιζε και σταμάτησε όταν η παραπονούμενη κατέβηκε και ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιανδήποτε σκηνοθετημένη μαρτυρία που να αποδεικνύει την ηλικία του σκύλου, ήτοι πάνω από 3 μήνες, έτσι ώστε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του επίδικου νόμου. Εν πάση περιπτώσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του ανέφερε ότι είναι πέραν των 3 μηνών. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι ο Κοινοτάρχης στην επίδικη περιοχή, ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο μέσα από το παράπονο που έκανε η ΜΚ1 και που αφορούσε την επίδικη σκηνή και τον σκύλο που είχε ο κατηγορούμενος στον περιφραγμένο εκείνον χώρο, όπου επικοινώνησε μαζί του για να εκδοθεί σχετική άδεια, όπως και έγινε, αλλά η οχληρία συνεχιζόταν. Επικοινώνησε προσωπικό του Κοινοτικού Συμβουλίου με τον κατηγορούμενο για να βρεθεί τρόπος να μην γίνεται οχληρία και τότε ο κατηγορούμενος πήγε εκ νέου στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου όπου ανέφερε ότι δεν είναι ο δικός του σκύλος που κάνει οχληρία, αλλά μάλλον οι σκύλοι της ΜΚ1, οπότε και επανήλθε η ΜΚ1 και έκανε παράπονο, οπόταν ο μάρτυρας προέτρεψε την ΜΚ1 να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι είδε προσωπικά τον σκύλο και περιέγραψε τον χώρο όπου αυτός βρισκόταν, αφού αυτός απομακρύνθηκε πριν το τέλος του 2016, διότι ένα βράδυ έγινε αναφορά ότι έσπασε η περίφραξη και μαζί με έναν άλλο σκύλο πήγε σε μια άλλη κατοικία που έγινε σχετική καταγγελία ότι έριξε ένα παιδί κάτω από το ποδήλατο και εκκρεμεί σχετική υπόθεση στο Δικαστήριο. Θεώρησε ο μάρτυρας ότι ο κατηγορούμενος δεν έπραξε κάτι για να σταματήσει την οχληρία. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι πήγε και είδε τη σκηνή μετά το παράπονο της ΜΚ1 και όταν πήγε, δεν γάβγιζε ο σκύλος και το παράπονο ήταν κυρίως για τις νυχτερινές ώρες. Περιέγραψε την εκεί σκηνή και την απόσταση που υπάρχει με το σπίτι της ΜΚ1 και ανέφερε ότι το παράπονο για την οχληρία πήρε μόνο από τη ΜΚ1 διότι δεν υπάρχουν άλλοι γείτονες στην περιοχή, αφού το πλησιέστερο σπίτι είναι σε απόσταση 150 - 200 μέτρων και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν ήρθε σε επικοινωνία και επαφή με τον κατηγορούμενο, παρά μόνο η επικοινωνία έγινε με προσωπικό του Κοινοτικού Συμβουλίου, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι ήρθε ο ίδιος άμεσα σε επαφή μαζί του. Ο ΜΚ2 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι απάντησε και αυτός με άμεσο και πηγαίο τρόπο. Το Δικαστήριο δεν εντόπισε οποιαδήποτε μεροληπτική στάση του μάρτυρα, ο οποίος υπήρξε αντικειμενικός, ανέφερε με σαφήνεια και πληρότητα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως Κοινοτάρχης και το ότι ανέφερε ότι δεν υπάρχει άλλο σπίτι κοντά πέραν των 150 με 200 μέτρων, ενώ η ΜΚ1 ανέφερε μισό χιλιόμετρο, δεν κρίνεται ως ουσιαστική αντίφαση, διότι δεν αλλοιώνεται ο κοινός παρονομαστής ότι στην επίδικη περιοχή δεν υπήρχαν γείτονες και γενικά κοινό παρά μόνο η ΜΚ
- Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ήρθε ο μάρτυρας σε επαφή και επικοινωνία με τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι είναι ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το Τεκμήριο 2, που ουσιαστικά καταγράφεται το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή η υποβολή του πιο πάνω παραπονούμενου ότι η συγκεκριμένη αστυφύλακας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το αδίκημα πρόκλησης οχληρίας από το δυνατό γάβγισμα και αφού του επέστησε την προσοχή στον Νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν παραδέχεται και προκάλεσε ουσιαστικά να αποδειχθεί αυτό στο Δικαστήριο με προσκόμιση μαρτυρίας, διότι ο ίδιος δήλωσε ότι ο σκύλος του χάθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 2016 και το είχε δηλώσει αυτό το γεγονός. Έγινε έλεγχος στις άδειες του σκύλου και βρίσκονταν σε ισχύ, έγινε ξανά καταγγελία από την παραπονούμενη στις 25 Σεπτεμβρίου του 2016, ο κατηγορούμενος απομάκρυνε τον σκύλο από το χωράφι, υπάρχει καταγεγραμμένη αναφορά του κατηγορουμένου ότι στις 22 Οκτωβρίου ο σκύλος του χάθηκε, ωστόσο ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο σκύλος του εντοπίστηκε 2 μέρες αργότερα και τον παρέλαβε. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι δεν είχε προβεί σε οποιανδήποτε άλλη ενέργεια. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, λόγω της λήψης του παραπόνου στον σχηματισμό φακέλου και την πληροφόρηση ότι θα οδηγηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε, στην έκταση που θυμόταν, του περιεχομένου του Τεκμηρίου 2 και στις ενέργειες που έγιναν, περιέγραψε τον χώρο που έχει μεταβεί, όπου ο σκύλος δεν γάβγιζε, δεν πήρε κατάθεση από άλλους κατοίκους της περιοχής αν πράγματι προκαλείτο οχληρία στο κοινό, διότι πλησίον του σπιτιού δεν υπήρχαν άλλα σπίτια σε προσιτή απόσταση που να ενοχλούσε από το γάβγισμα. Ο ΜΚ3 άφησε θετική εικόνα ως ανακριτής και δεν εντόπισε το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στη μαρτυρία του, υπήρξε ανεξάρτητος, αντικειμενικός, αμερόληπτος, απαντούσε με πηγαίο και άμεσο τρόπο και διαφώτισε το Δικαστήριο με τις ενέργειες που έκανε. Αν και θα ήταν ορθότερο να λαμβανόταν κατάθεση από τον κατηγορούμενο, εν τούτοις δεν υπάρχει οτιδήποτε το μοιραίο για αυτήν την παράλειψη, εν όψει της κατάληξης στην απόφαση του Δικαστηρίου ως θα αναφερθεί πιο κάτω. Μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ3, επιβεβαιώνεται ο κοινός παρονομαστής όλων των μαρτύρων κατηγορίας, ήτοι ότι στην επίδικη περιοχή, το μόνο σπίτι που υπήρχε ήταν της ΜΚ1 και δεν υπήρχαν κοντά σπίτια που να επηρεάζονται από το γάβγισμα του σκύλου του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν υπήρχε κοινό, ως η ρητή προϋπόθεση του επίδικου άρθρου. Με τη μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος έχει κληθεί σε απολογία και αφού επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματά του, επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κλήτευσε έναν μάρτυρα Υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση, δηλαδή το Τεκμήριο 3, στην οποία κάνει αναφορά στη χρονική στιγμή απόκτησης του σκύλου του, τους λόγους που τον απέκτησε, περιγράφοντας την επίδικη σκηνή και στις εκεί επισκέψεις τους για τη φροντίδα του σκύλου, αλλά και στις περιπτώσεις που τον είχε μαζί του, στις καταγγελίες που δέχτηκε για τον σκύλο του, ενώ ο σκύλος του δεν ήταν καν στην περιοχή και δεν έδωσαν οι αρμόδιες αρχές τη δέουσα σημασία, αν και σε μια περίπτωση μετέβηκε σε Αστυνομικό Σταθμό με τον σκύλο του για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του. Αναφέρθηκε επίσης και στη μετάβαση στην επίδικη σκηνή της Αστυνομικής Δύναμης για να διαπιστωθεί ή όχι το γάβγισμα του σκύλου και αυτό που διαπιστώθηκε είναι τα γαβγίσματα των σκύλων της ΜΚ1, ενώ ο σκύλος του κατηγορουμένου δεν γάβγιζε και ήταν φιλικός και αυτό σχολιάστηκε θετικά από τους αστυνομικούς και ότι οι καταγγελίες δεν γίνονταν καλοπροαίρετα και επιβεβαίωσαν επίσης οι αστυνομικοί τη νομιμότητα του σκύλου. Ανέφερε επίσης ότι συμβουλεύτηκε από αστυνομικούς να περιμένει να πάει στο Δικαστήριο για να μάθει ποιος τον καταγγέλλει. Η δε ΜΚ1 που είναι ξαδέρφη του και την έβλεπε κάθε ημέρα, όπως και τον σύζυγό της, δεν του έλεγαν τίποτα. Όταν έμαθε από ποιον καταγγέλθηκε στεναχωρήθηκε και το είπε στην οικογένειά του, με αποτέλεσμα να επισκέπτεται ακόμα πιο συχνά ακόμα και βραδινές ώρες για να δει αν γαβγίζει ο σκύλος του, πράγμα που δεν γινόταν, ενώ οι σκύλοι της ΜΚ1 όταν ένιωθαν την παρουσία αυτοκινήτου γάβγιζαν πολλή ώρα. Πολλοί φίλοι και συγγενείς του είπαν ότι γάβγιζαν συνεχώς οι σκύλοι της ΜΚ1 επειδή ενοχλούνταν από την παρουσία του σκύλου του. Τέσσερις μέρες πριν την επίδικη ημέρα, κάποιος άνοιξε εσκεμμένα την περίφραξή του, με αποτέλεσμα να φύγει ο σκύλος του και έκανε επίσημη καταγγελία στην Αστυνομία, χωρίς να ξέρει τες πραγματικές συνθήκες. Την επίδικη ημέρα, του έγινε καταγγελία για αρκετούς αδέσποτους σκύλους και για οχλαγωγία, χωρίς να γνωρίζουν ότι ο σκύλος του έχει χαθεί στις 22 Οκτωβρίου του 2016, και την επόμενη ημέρα δέχτηκε τηλεφώνημα, δηλαδή στις 27 Οκτώβρη του 2016 ότι ο σκύλος του βρέθηκε στην περιοχή Σουνίου πληγωμένος, όπου πήγε και τον παρέλαβε και ενημέρωσε το εκεί Κοινοτικό Συμβούλιο και έκτοτε μετακόμισε τον σκύλο του στην οικία του, όπου στο κτήριο διαμένουν και αρκετοί συγγενείς του κατηγορούμενου και της ΜΚ1 και παρόλα αυτά, σε κατοπινό στάδιο, εξακολουθούσαν να γίνονται καταγγελίες για αδέσποτους σκύλους και ούτε καν διερευνήθηκε η καταγγελία για την απώλεια του σκύλου. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του αναφέρθηκε στις προηγούμενες καταγγελίες, αλλά και στο περιστατικό που μετέβηκε σε συγκεκριμένο Αστυνομικό Σταθμό για να αποδείξει ότι ο σκύλος δεν βρισκόταν στην επίδικη περιοχή. Περιέγραψε τη ράτσα σκύλου που κατέχει, αφού είχε αρκετές φορές τέτοιον σκύλο, που από τη φύση του ένας τέτοιος σκύλος δεν μπορεί να γαβγίζει 2 ώρες, ως η θέση της ΜΚ1 και δεν δέχτηκε άλλο παράπονο πέραν αυτό της παραπονούμενης, προβάλλοντας τη θέση ότι δεν μπορεί να υπάρχει Αστυνομία δύο ταχυτήτων, δηλαδή Αστυνομικοί Σταθμοί να έχουν διαφορετική προσέγγιση για το επίδικο ζήτημα. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις κατηγορίες που γίνονταν και στην αντίδραση των αστυνομικών αρχών, ανέφερε ότι δεν έχει διαφορές με τη ΜΚ1 και ούτε με τους κοινούς συγγενείς που διαμένουν στο κτήριο όπου διαμένει, ανέφερε ότι είναι οι σκύλοι της ΜΚ1 που γαβγίζουν, λόγω της παρουσίας του θηλυκού σκύλου του και άλλων ατόμων. Ανέφερε ότι την επίδικη ημερομηνία δεν υπήρχαν άλλα σπίτια στην περιοχή, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την οχληρία του σκύλου του στην περιοχή από τα γαβγίσματα όσο την επίδικη ημέρα, αλλά και σε άλλες προσωπικές στιγμές. Ανέφερε ότι την επίδικη περίοδο τύγχανε να πήγαινε στις πρώτες πρωινές ώρες στην επίδικη περιοχή με τον γιο του όταν τον έπαιρνε από τις νυχτερινές εξόδους του όταν ήταν στρατιώτης. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο το υστερόβουλο της προβολής των θέσεων του και ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ως προς τις ενέργειες που είχαν προβεί οι τοπικές και αστυνομικές αρχές αναφορικά με τα παράπονα για οχληρία που δημιουργούντο από τον σκύλο του επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά, με κάποιες διανθίσεις, τις θέσεις του όπως αυτές τις προέβαλε στη γραπτή του δήλωση. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 4 και 5, που είναι το μεν Τεκμήριο 4 επιστολή που του στάλθηκε από το τοπικό Κοινοτικό Συμβούλιο για παράπονα και παρατυπίες που αφορούσαν τον σκύλο του και την οχληρία, ως επίσης και το Τεκμήριο 5 που είναι η άδεια κατοχής του σκύλου του, δίνοντας τη δική του θέση, εξήγηση και ερμηνεία όσον αφορά το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων και των συνθηκών που οδήγησαν στην έκδοση τους, αρνούμενος ουσιαστικά υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως αντικείμενο και επίκεντρο την οποιανδήποτε οχληρία από πλευράς του σκύλου μέσω των γαβγισμάτων του. Επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την αμφισβήτηση των θέσεων που προέβαλε, υπεραμυνόμενος την αλήθεια και την ορθότητα των θέσεων του, δίνοντας επιπλέον διευκρινίσεις, λεπτομέρειες και διανθίσεις. Ανέφερε επίσης ότι ο σκύλος του την επίδικη ημέρα ήταν 9 μηνών και εξέφρασε έκπληξη ότι από τη διαφυγή του σκύλου του τραυματίστηκε ένα παιδάκι. Αναφέρθηκε επίσης και στο πρόβλημα υγείας που έχει ο ίδιος και τον αναγκάζει τα καλοκαίρια να διαμένει σε ορεινή κοινότητα, αλλά και στην αγάπη που τρέφει για τους σκύλους. Απέδωσε σε ψέματα της Αστυνομίας τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 2 ως προς τις ημερομηνίες που αφορούν την απώλεια, την εύρεση και την απομάκρυνση του σκύλου της. Ο κατηγορούμενος μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης σχημάτισε φτωχή εικόνα στο Δικαστήριο, επειδή προσπάθησε με κάθε τρόπο να απεμπλακεί από το γεγονός ότι ο σκύλος του την επίδικη ημέρα γάβγιζε και αυτό ήταν έκδηλο σε όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, προσπαθώντας να αντιστρέψει τα πυρά του προς τη ΜΚ1 και να της επιρρίψει ευθύνες ότι είναι οι δικοί της σκύλοι που γάβγιζαν και όχι ο δικός του προσπαθώντας με κάθε τρόπο να εξωραΐσει την εικόνα του δικού του, σκύλου και να αμαυρώσει την εικόνα των σκύλων της ΜΚ
- Προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει το Δικαστήριο ότι την επίδικη ημέρα ο σκύλος του δεν βρισκόταν στην περιοχή, αλλά αυτή η προσπάθεια δεν έπεισε το Δικαστήριο, έστω και αν προσπάθησε με θέσεις που δεν υπέβαλε στους μάρτυρες κατηγορίας, είτε ότι ο σκύλος του εμφανίστηκε την επόμενη επίδικη, γιατί αυτή η προσπάθεια του αντιστρατεύεται την ήδη δοθείσα και αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ3 και του Τεκμηρίου 2 που έλεγε ότι ο σκύλος του βρέθηκε και παραλήφθηκε από τον κατηγορούμενο 2 μέρες πριν την επίδικη ημέρα και όχι μια ημέρα μετά. Η προσπάθεια του να εξωραΐσει την εικόνα του σκύλου του, έφτασε στο σημείο να επικαλεστεί γεγονότα που δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας και ούτε είχαν σχέση με την επίδικη ημέρα, δηλαδή ότι εκεί πήγαινε με τον γιο του τις πρωινές ώρες μετά τις νυχτερινές εξόδους, όπου διαπίστωναν ότι ο σκύλος του ήταν ήσυχος. Αναφέρθηκε στις επαφές που είχε με άλλα μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου σε άλλες ημερομηνίες και σε άλλον σταθμό, που αυτές δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα με τα επίδικα θέματα και ημερομηνία και τέθηκαν σε μια προσπάθεια του κατηγορουμένου να εξωραΐσουν την εικόνα του και εν πάση περιπτώσει, δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας. Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι στην περιοχή δεν υπάρχουν άλλα σπίτια, βεβαίως και γίνεται αποδεκτό, αφού αυτός είναι και ο κοινός πυρήνας όλων των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά και του κατηγορουμένου. Η δε αναφορά του ότι ο σκύλος του τον ουσιώδη χρόνο ήταν 9 μηνών ασφαλώς και γίνεται αποδεκτή, αφού ούτως ή άλλως το Δικαστήριο αποδέχτηκε τη θέση της ΜΚ1 ότι ο σκύλος την επίδικη ημέρα ήταν ήδη 3 μήνες εκεί, άρα εμπίπτει ηλικιακά στην εφαρμογή του επίδικου Νόμου. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είναι ο γιος του κατηγορουμένου και ότι η ΜΚ1 είναι η θεία του, γνωρίζει την επίδικη περιοχή, είχε καλές σχέσεις με τη θεία του και δεν του έκφρασε κανένα παράπονο για τον σκύλο, που ήταν ο μοναδικός που είχε ο κατηγορούμενος. Η ΜΚ1 είχε δύο σκύλους που γάβγιζαν όταν περνούσαν και το μόνο σπίτι που υπήρχε ήταν της ΜΚ1 στην επίδικη περιοχή. Ήταν ο ίδιος στον στρατό και πήγαινε με τον πατέρα του συχνά στην επίδικη σκηνή, αλλά και με φίλους του σε μη σταθερές ώρες, όπου ο σκύλος ήταν φιλικός, χωρίς να παίζει ρόλο αν ήταν ημέρα ή νύχτα. Δεν έχει εκφράσει κανένας άλλος παράπονο για τον σκύλο που σήμερα διαμένει μαζί τους. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στην ηλικία του σκύλου, περιέγραψε την επίδικη σκηνή και τους λόγους που μεταφέρθηκε εκεί, δηλαδή για λόγους ασφάλειας, τώρα όμως δεν βρίσκεται στην επίδικη σκηνή, αλλά μαζί τους. Αναφέρθηκε στις επισκέψεις στην επίδικη σκηνή με τον πατέρα του και φίλους του για να ταΐσουν τον σκύλο, χωρίς να υπάρχει σταθερή ώρα προς αυτόν τον σκοπό. Η θεία του, με την οποία έχει καλές σχέσεις, δεν του εξέφρασε κάποιο παράπονο για τον σκύλο, δεν έχει όμως οτιδήποτε εναντίον τους η ΜΚ1 ούτως ώστε να προέβαινε σε εκδικητική καταγγελία. Ανέφερε ότι δεν είχε υπ' όψιν του το Τεκμήριο 4, εμμένοντας στη θέση του ότι δεν εκφράστηκε οποιοδήποτε παράπονο από τη ΜΚ1, επαναλαμβάνοντας ταυτόχρονα τη θέση ότι απ' ό,τι ήξερε ο σκύλος δεν προκαλούσε οχληρία με τα γαβγίσματα του, αν και ανέφερε ότι αν υπήρχε τέτοιο πρόβλημα θα υπήρχε σε όλη τη διάρκεια της μέρας. Εξέφρασε άγνοια κατά πόσο ο σκύλος χάθηκε σε κάποιο διάστημα και κατά πόσο την επίδικη ημέρα ο σκύλος γάβγιζε ή προκαλούσε οχληρία στο μέρος. Εξέφρασε δε την άποψη ότι ο σκύλος απομακρύνθηκε λόγω των καταγγελιών. Ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα δεν ζούσε ο πατέρας της ΜΚ1 στην επίδικη περιοχή και ούτε άλλα σπίτια υπήρχαν στην περιοχή, την οποία και περιέγραψε και στην οποία υπάρχουν χωράφια που ανήκουν στις οικογένειες τους. Ανέφερε όμως ότι δεν φαίνεται με το μάτι το κοντινότερο σπίτι. Ο ΜΥ1 έδωσε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο και φτωχή εικόνα, διότι πρόδηλα προσήλθε στο εδώλιο για να βοηθήσει τον πατέρα του. Σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του σκεφτόταν για να απαντήσει και σε άλλα σημεία κοίταζε προς το μέρος του πατέρα του, όπου σε κάποιο σημείο έγινε και επισήμανση από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Προσπάθησε και αυτός από την πλευρά του να εξωραΐσει την εικόνα του σκύλου του και ότι αυτός δεν γάβγιζε και δεν προκαλούσε οχληρία. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του δεν έχει οποιανδήποτε αποδειχτική αξία, διότι δεν ήταν αυτόπτης ή αυτήκοος μάρτυρας την επίδικη βραδιά και ό,τι ανέφερε ήταν εκτός ουσιώδη χρόνου. Παρόλα αυτά όμως, μέσα από τη μαρτυρία του, προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο στην εκεί περιοχή δεν υπήρχαν άλλα σπίτια και γενικά η περιοχή δεν ήταν κατοικημένη παρά μόνο από τη ΜΚ
- Ευρήματα και συμπεράσματα Μέσα λοιπόν από την πιο πάνω αξιολόγηση, αυτά που προκύπτουν ως ευρήματα και συμπεράσματα είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο ο κατηγορούμενος ήταν ιδιοκτήτης ενός σκύλου ράτσας Doberman, ήταν άνω των 3 μηνών και συγκεκριμένα 9 μηνών, συνεπώς ήταν εντός του πεδίου εφαρμογής του επίδικου Νόμου. Ο σκύλος αυτός ήταν σε περιφραγμένο χώρο του κατηγορουμένου, που εφάπτεται της οικίας της ΜΚ
- Την επίδικη βραδιά από η ώρα 00:05 μέχρι 02:00, ο σκύλος του ο κατηγορουμένου γάβγιζε και προκαλούσε οχληρία. Η οχληρία όμως δεν γινόταν στο κοινό, διότι στην επίδικη περιοχή υπήρχε μόνο η οικία της ΜΚ1 και οποιαδήποτε άλλα σπίτια ήταν μακριά από την περιοχή εκεί και συνεπώς δεν υπήρχε κοινό. Άρα η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στη σφαίρα της ιδιωτικής οχληρίας που εκπίπτει από το πεδίο εφαρμογής του επίδικου άρθρου που προνοεί ως συστατικό στοιχείο την ύπαρξη κοινού. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει και λόγω της μη απόδειξης του συστατικού στοιχείου ότι η οχληρία έγινε στο κοινό, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το πιο πάνω συστατικό στοιχείο, δηλαδή την ύπαρξη του κοινού και ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ανησυχία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο