← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Δ.Γ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8365/17, 15/7/2019

Δημοκρατία ν. Δ.Γ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8365/17, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2019:12 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8365/17 Δημοκρατία ν.

  1. Ε.Π.
  2. Δ.Γ. Κατηγορουμένων 15.07.2019 Για τη Δημοκρατία: κ. Ζ. Συμεού Κατηγορούμενος 2 παρών, γι' αυτόν: κα Μ. Λαβίθια Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις πιο κάτω κατηγορίες:
  3. Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 20 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 2, 3, 6

(1)
(2)Μέρος Ι, ΙΙ του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα και των άρθρων 24, 30, 31, 31 Α, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 ως έχουν τροποποιηθεί, ήτοι ότι την 26.05.2017 συνωμότησε με τον κατηγορούμενο 1 να διαπράξει το κακούργημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β (κατηγορία 1). 2. Παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Μέρος ΙΙ του Πρώτου Πίνακα, του Τρίτου Πίνακα και των άρθρων 5
(1)(β), 6
(1)
(2), 30, 30Α, 31 και 31Α του Νόμου 29/77 ως έχει τροποποιηθεί, ήτοι ότι την 26.05.2017 στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του 1 κιλό και 577 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης από τα οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία 2).
  1. Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι ότι την 26.05.2017, συνωμότησε με τον κατηγορούμενο 1 να κατέχει ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β με σκοπό να το προμηθεύσουν σε τρίτα άτομα (κατηγορία 3).
  2. Παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, Μέρος ΙΙ του Πρώτου Πίνακα, του Τρίτου Πίνακα και των άρθρων 5
(1)(β), 6
(1)
(3), 30, 30Α, 31 και 31Α του Νόμου 29/77 ως έχει τροποποιηθεί ήτοι την 26.05.2017 είχε στην κατοχή του 1 κιλό και 577 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη με σκοπό να την προμηθεύσει σε τρίτα άτομα χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία 4). 5. Κάπνισμα φυτού κάνναβης, κατά παράβαση των άρθρων 10(α), 24
(1), 30 και 31, Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ και Τρίτος Πίνακας του Νόμου 29/77 ως έχει τροποποιηθεί, ότι δηλαδή την 26.05.2017 κάπνισαν φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, (κατηγορία 5).
  1. Παράνομη κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια, ήτοι ότι την 25.03.2016 είχε στην κατοχή του ίχνη ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (κατηγορία 10).
  2. Κάπνισμα φυτού κάνναβης, ως έχει τροποποιηθεί, ήτοι ότι την 25.03.2016 κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (κατηγορία 11). Τα αδικήματα των κατηγοριών 3, 10 και 11 στηρίζονται στην ίδια νομική βάση με τις κατηγορίες 1, 4 και 5 αντίστοιχα. Όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε τις κατηγορίες 5 και 11 που αφορούν κάπνισμα φυτού κάνναβης, σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε και αυτός όπως και ο κατηγορούμενος 2, τις κατηγορίες 1 μέχρι 5 και 11 και επιπρόσθετα, μόνος του, τις κατηγορίες 6 μέχρι
  3. Πριν την έναρξη της ακρόασης παραδέχθηκε τις κατηγορίες 2, 4, 5, 6, και 11, ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζε ανεστάλησαν. Μετά την αλλαγή απάντησης ο κατηγορούμενος 1, μέσω του δικηγόρου του, δήλωσε τη προθυμία του να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας. Ενόψει τούτου το Κακουργιοδικείο κλήθηκε από αμφότερες πλευρές και του επέβαλε ποινή πριν την έναρξη της ακρόασης για τον κατηγορούμενο
  4. Παρενθετικά να αναφέρουμε ότι τελικά ο κατηγορούμενος 1 δεν κατέθεσε ενώπιο μας ως μάρτυρας κατηγορίας. Το κατηγορητήριο ως διαφαίνεται και μέσα από τις κατηγορίες που παραθέσαμε πιο πάνω, αφορά δύο ξεχωριστές παράνομες επιχειρήσεις ναρκωτικών, η πρώτη έλαβε χώρα την 25.03.2016, κατηγορίες 10 και 11 και η δεύτερη τη 26.05.2017, κατηγορίες 1 μέχρι
  5. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, έξι αστυνομικοί οι Αστ.XXXXX Α. Αριστοτέλους Μ.Κ.1, Λοχίας XXXXX Ν. Πιτσιλλής Μ.Κ.2, Λοχίας XXXXX Λ. Ξενοφώντος Μ.Κ.3, Αστ. XXXXX Λ. Αυγουστή Μ.Κ.4, Αστ. XXXXX Π. Πέτρου Μ.Κ.5 και Αστ. XXXXX Χρ. Λιζίδης Μ.Κ.
  6. Η μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, αφορούσε την παράνομη επιχείρηση που έλαβε χώρα τη 26.05.2017 ενώ η μαρτυρία των Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6, την παράνομη επιχείρηση που έλαβε χώρα την 25.03.
  7. Η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε σημείο, η αντεξέταση του Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 περιορίστηκε στη διευκρίνιση κάποιων γεγονότων, ενώ ο Μ.Κ.4 δεν αντεξετάσθηκε καθόλου. Τα πλείστα γεγονότα της υπόθεσης, δηλώθηκαν ως παραδεκτά. Ο κατηγορούμενος 2 έδωσε ανώμοτη δήλωση. Δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Ως αναφέρουμε αμέσως πιο πάνω, ο Μ.Κ.4 δεν αντεξετάσθηκε καν, ενώ η μαρτυρία των υπολοίπων δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε σημείο. Εξετάσαμε με τη δέουσα προσοχή τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, ανεξαρτήτως αν αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί. Και οι έξι αστυνομικοί μας έκαναν καλή εντύπωση, η μαρτυρία τους είχε συνοχή, ήταν θετική και ήταν απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε αοριστίες και ή υπερβολές. Τη δεχόμαστε στο σύνολο της. Συνοψίζουμε στη συνέχεια τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο μας, τόσο τα παραδεκτά γεγονότα όσο και τη μαρτυρία των πιο πάνω αστυνομικών. Η μαρτυρία παρατίθεται, όχι με τη σειρά που κατέθεσαν οι μάρτυρες αλλά με χρονολογική σειρά στο βαθμό που ήταν αυτό εφικτό. Την 25.03.2016 οι κατηγορούμενοι ανακόπηκαν από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν ενώ βρισκόντουσαν στην περιοχή της Παρεκκλησιάς και επέβαιναν του αυτοκινήτου ΗΜX XXX. Είχε προηγηθεί η λήψη της πληροφορίας από την Υ.ΚΑ.Ν ότι ο Ε.Π., πρώην κατηγορούμενος 1, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «κατηγορούμενος 1» και ο συνεργάτης του, κατηγορούμενος 2, απόκρυβαν μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών σε μάντρα και σε φυτώρια. Οδηγός του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος 1 και συνοδηγός ο κατηγορούμενος
  8. Στην επιχείρηση συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, οι Αστ. XXXXX Π.Πέτρου και Αστ. XXXXX Χ. Λιζίδης, Μ.Κ.5 και 6 αντίστοιχα. Μετά την ανακοπή, ο Αστ.XXXXX Π.Πέτρου, Μ.Κ.5, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, άνοιξε την πόρτα του οχήματος και διαπίστωσε ότι η καμπίνα του οχήματος μύριζε πολύ έντονα κάνναβη. Τούς ρώτησε αν είχαν οτιδήποτε παράνομο, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε , «έχω δυο με τρεις μαστούρες», ενώ ο κατηγορούμενος 2 δεν είπε οτιδήποτε. Ο Μ.Κ.5 εντόπισε στο σταχτοδοχείο τού αυτοκινήτου νάιλον διαφανή συσκευασία με πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβη και σε «συρταράκι» του ταμπλό, μπροστά από τη θέση του συνοδηγού, μια μαύρη ζυγαριά ακριβείας. Τους επιστήθηκε η προσοχή τους στο νόμο και στις δύο περιπτώσεις, ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι τόσο η κάνναβη όσο και η ζυγαριά ήταν δικά του, ενώ ο κατηγορούμενος 2 δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Στη συνέχεια ο Αστ. XXXXX Χ. Λιζίδης, Μ.Κ.6, εντόπισε στο χαλάκι του συνοδηγού ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο, το υπέδειξε στους κατηγορουμένους, ο κατηγορούμενος 2 είπε «εν ψιλή επίναμεν την τζιαί οι δκιο» και ο κατηγορούμενος 1 είπε, «εν δική μου». Και οι δύο κατηγορούμενοι συνελήφθησαν για αυτόφωρα αδικήματα και οδηγήθηκαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν στη Λεμεσό. Λίγες ώρες αργότερα, ο κατηγορούμενος 2 ανακρίθηκε γραπτώς. Η κατάθεση του είναι το Τεκμήριο 5(Γ). Κατά την ανάκριση του αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή με τα αδικήματα που διερευνούσε η Αστυνομία, συμπεριλαμβανομένου και του αδικήματος του καπνίσματος κάνναβης. Εξήγησε ότι ο λόγος που ήταν με τον κατηγορούμενο 1 ήταν γιατί τον βοήθησε με διάφορες εργασίες στη μάντρα του με τα ζώα που βρίσκεται στη Παρεκκλησιά. Στη συνέχεια πήγαν και εργάσθηκαν στο φυτώριο του θείου του κατηγορουμένου 1, που απείχε δύο περίπου χιλιόμετρα για να ξεχορτίσουν. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο άνεργος. Στην ιδία κατάθεση παραδέχθηκε ότι ήταν και ο ίδιος, όπως και ο κατηγορούμενος 1, χρήστης κάνναβης, ισχυρίσθηκε όμως ότι έκανε προσπάθειες να την «κόψει». Δήλωσε παντελή άγνοια σε σχέση με την ποσότητα της κάνναβης που εντοπίσθηκε εντός του οχήματος και τη ζυγαριά ακριβείας. Σε δεύτερη κατάθεση που έδωσε, ένα και πλέον χρόνο αργότερα, την 21.04.2017, τεκμήριο 5(Β), παραδέχθηκε ότι είχε καπνίσει και ο ίδιος κάνναβη την ημέρα που τούς είχε ανακόψει η Αστυνομία, «τράβησε καμιά ρουφηξιά», ως ανέφερε χαρακτηριστικά, επανέλαβε όμως ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη με τα υπόλοιπα αντικείμενα που εντοπίσθηκαν εντός του οχήματος. Τα τεκμήρια που είχαν συλλεχθεί από την αστυνομία εξετάσθηκαν στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας. Σύμφωνα με την έκθεση που ετοιμάστηκε, το περιεχόμενο της οποίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ο κατηγορούμενος 1 ήταν ο δότης του γενετικού υλικού που εντοπίσθηκε στη ζυγαριά ακριβείας και του χειροποίητου τσιγάρου. Ο κατηγορούμενος 2 δεν μπορεί να αποκλεισθεί από δότης του πιο πάνω τσιγάρου. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι στη πιο πάνω ζυγαριά ακριβείας εντοπίσθηκαν ίχνη κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και κοκαΐνης, ενώ η ξηρή φυτική ύλη που εντοπίσθηκε στο σταχτοδοχείο του οχήματος μέσα σε συσκευασία ήταν κάνναβη από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, συνολικού βάρους 3,46 γραμμαρίων. Ένα και πλέον έτος μετά το πιο πάνω επεισόδιο και συγκεκριμένα την 26.05.2017, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. μετέβησαν σε περιοχή βόρεια του Αγίου Αθανασίου, πλησίον της Μονής της Παναγίας της Σφαλαγγιώτισσας κατόπιν πληροφορίας που έλαβαν, ότι ο Ε.Π., κατηγορούμενος 1, απόκρυπτε εκεί ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Οι αστυφύλακες Αρτεμίου και Παντελή, συμμετείχαν στην επιχείρηση και βρίσκονταν ως παρατηρητές, εκτός του οχήματός τους, σε μικρό ύψωμα, στην εν λόγω περιοχή, πλησίον κάποιου χωματόδρομου. Περί τις 16:45 πλησίασε προς το μέρος των δύο πιο πάνω αστυνομικών, αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XXXXX52, στο οποίο επέβαιναν δύο νεαρά άτομα. Το εν λόγω αυτοκίνητο σταμάτησε σε απόσταση 35 με 40 μέτρων από το σημείο στο οποίο βρισκόταν ο Αστ. Αρτεμίου. Οδηγός του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος 2 και συνοδηγός του ο κατηγορούμενος
  9. Ο κατηγορούμενος 1, εξήλθε του οχήματος και προχώρησε σε σημείο όπου υπήρχε πυκνή βλάστηση. Ακολούθως ο Αστ. Αρτεμίου είδε τον κατηγορούμενο 1 να σκύβει και να πιάνει κάτι από το έδαφος ένα αντικείμενο, σε σχήμα μπάλας που βρισκόταν δίπλα από θάμνο. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος 1 προχώρησε μερικά μέτρα και έσκυψε ξανά δίπλα από άλλο θάμνο, χωρίς όμως ο Αστ. Αρτεμίου να μπορεί να διακρίνει τις ακριβείς ενέργειες του. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 διασταύρωσε τον χωματόδρομο και έσκυψε ξανά σε άλλο θάμνο, χωρίς πάλι ο Αστ. Αρτεμίου να μπορεί να διακρίνει τις ακριβείς ενέργειες του. Ο Αστ. Αρτεμίου ενημέρωσε για όλες τις κινήσεις του κατηγορουμένου 1 τα υπόλοιπα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν., τα οποία ελάμβαναν μέρος στην επιχείρηση και ο υπεύθυνος του τμήματος επιχειρήσεων της Υ.ΚΑ.Ν., έδωσε τότε οδηγίες για ανακοπή του κατηγορουμένου 1, του ως άνω οχήματος, καθώς και του οδηγού του οχήματος. Μετά τις οδηγίες για ανακοπή, ο Αστ. Αρτεμίου έτρεξε προς το μέρος του κατηγορούμενου
  10. Ο τελευταίος αφού αντιλήφθηκε την παρουσία της αστυνομίας, άρχισε να τρέχει μέσα από πυκνή βλάστηση, με δυτική κατεύθυνση προς την βουνοπλαγιά, κρατώντας μια νάιλον συσκευασία. Ο Αστ. Αρτεμίου, αφού πλησίασε το σημείο που είδε προηγουμένως τον κατηγορούμενο 1 να σκύβει, μερικά μέτρα πιο κάτω, εντόπισε, ανάμεσα σε χόρτα, μια νάιλον συσκευασία περιτυλιγμένη με καφέ κολλητική ταινία σε σχήμα μπάλας και αφού του εγέρθηκαν υποψίες ότι επρόκειτο για ναρκωτικά, παρέμεινε στο χώρο για φρούρηση. Ο Αστ. Ιακώβου ήταν αυτός που καταδίωξε τον κατηγορούμενο 1, τού φώναξε «ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΣΤΑΜΑΤΑ», αυτός συνέχισε όμως να τρέχει και τότε ο αστυνομικός έριξε τέσσερις προειδοποιητικούς πυροβολισμούς στον αέρα. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής , κατάφερε να τον ανακόψει. Ο κατηγορούμενος 1 είχε εν τω μεταξύ αφήσει στο έδαφος τη νάιλον διαφανή τσάντα που κρατούσε η οποία, όπως διαπίστωσε ο Αστ. Ιακώβου, αργότερα, περιείχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Ο Αστ. Ιακώβου ενημέρωσε τον κατηγορούμενο 1 ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη στη νάιλον διαφανή συσκευασία επρόκειτο για κάνναβη, η κατοχή της οποίας απαγορεύεται και αφού τού επίστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Ξέρω το εν δική μου». Τον συνέλαβε τότε για αυτόφωρο αδίκημα. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 οδηγήθηκε στο σημείο όπου είχε αρχικά εντοπιστεί. Ο Αστ. Αρτεμίου τού υπέδειξε τη νάιλον συσκευασία που βρήκε ο ίδιος στον χώρο, τον πληροφόρησε για τις υποψίες του ότι πιθανόν να επρόκειτο για ναρκωτικά, τού επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Εν χόρτο, έππεσε μου σαν εβούρουν, έχω τζιάλλο που ποτζί, πάμε να σας το δείξω». Ο Λοχίας XXXXX Λ. Ξενοφώντος, Μ.Κ.3, ήταν ένας από τους αστυνομικούς που συμμετείχε στην ανακοπή των δύο κατηγορουμένων. Αμέσως μετά την ανακοπή του οχήματος ο μάρτυρας προσέγγισε τον οδηγό, ο οποίος βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο, υπενθυμίζουμε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο 2, τον πληροφόρησε ότι είχε υποψία ότι κατείχε ναρκωτικές ουσίες, του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός απάντησε, «εν έχω τίποτε». Τον ερεύνησε σωματικά, δεν εντόπισε όμως οτιδήποτε στην κατοχή του. Όταν ο μάρτυρας πληροφορήθηκε ότι είχε εντοπιστεί από συναδέλφους του νάιλον συσκευασία με ναρκωτική ουσία, πληροφόρησε σχετικά τον κατηγορούμενο 2 και αυτός απάντησε «εν ηξέρω τίποτε». Εξεταζόμενος ο μάρτυρας για την κατάσταση που βρισκόταν ο κατηγορούμενος 2 μετά την ανακοπή τους από την αστυνομία, αυτός ανέφερε ότι ήταν αρχικά «λίγο ανήσυχος», δεν ήταν όμως «αντιδραστικός» και καθ' όλη τη διάρκεια που βρισκόταν εκεί ήταν συνεργάσιμος. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι μετά την ανακοπή τους, ο κατηγορούμενος 2 παρέμεινε μέσα στο αυτοκίνητο του. Ο Αστ.XXXXX Α. Αριστοτέλους, Μ.Κ.1, πήγε στη σκηνή η ώρα 17:55, μετά την ανακοπή των δύο προσώπων. Η ώρα 18:05 παρέλαβε από συνάδελφο του τον κατηγορούμενο 1 και μια νάιλον διαφανή συσκευασία που περιείχε φυτική ύλη κάνναβη, Τεκμήριο Α/Α.
  11. Την υπέδειξε στον κατηγορούμενο 1 και αυτός τού απάντησε, «εν δικό μου ήταν να το πάρω να πιάσω εκατόν ευρώ». Πέντε λεπτά αργότερα το υπέδειξε στον κατηγορούμενο 2 και αυτός απάντησε, «εν ηξέρω τίποτε». Μια ώρα περίπου αργότερα, τη 19:02, υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο 1 μια νάιλον συσκευασία περιτυλιγμένη με καφέ κολλητική ταινία, η οποία περιείχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης, τεκμήριο Α/Α.2 και αυτός απάντησε, «Εν δικό μου έππεσε μου σαν εβούρουν», ενώ ο κατηγορούμενος 2 απάντησε, «Πρώτη φορά το βλέπω». Λίγα λεπτά αργότερα, ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στους αστυνομικούς δύο σημεία στο έδαφος του ανοικτού χώρου, στο πρώτο σημείο υπήρχε ένα λάστιχο και στο δεύτερο σημείο υπήρχε μια νάιλον συσκευασία περιτυλιγμένη με καφέ κολλητική ταινία, η οποία περιείχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης, Τεκμήριο Α/Α.
  12. Ο Μ.Κ.1 επίστησε και στους δύο κατηγορουμένους την προσοχή τους στο νόμο, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε, «η κάνναβη εν δική μου τζιαί η τρύπα που εν το λάστιχο ήσιε μέσα την άλλη κάνναβη που ήβρετε». Ο κατηγορούμενος 2 απάντησε, «εν ηξέρω τίποτε». Η ώρα 19:22 ο κατηγορούμενος 1 τούς υπέδειξε μια τρύπα δίπλα από μια πέτρα στο οποίο υπήρχε μια νάιλον συσκευασία περιτυλιγμένη με καφέ κολλητική ταινία, η οποία περιείχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης, Τεκμήριο Α/Α.
  13. Ο Μ.Κ.1 επέστησε και στους δύο κατηγορουμένους την προσοχή τους στο νόμο, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε, «εν τζιαί τούτο δικό μου τζιαί οι τρεις οι μάππες, εν 450 γραμμάρια περίπου» , ενώ ο κατηγορούμενος 2 απάντησε, «πρώτη φορά το βλέπω». Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνελήφθησαν δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης. Μετά τη σύλληψη τους ερευνήθηκε το όχημα με αριθμό εγγραφής, ΚΑΧΧΧΧ, στο οποίο επέβαιναν οι δύο κατηγορούμενοι. Στο πάτωμα της θέσης του συνοδηγού του ως άνω αυτοκινήτου, ανευρέθηκε ένα νάιλον σακούλι μαύρου χρώματος, μέσα στο οποίο υπήρχαν μια ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας, ένα ρολό με νάιλον διαφανή σακούλια και μια κολλητική ταινία. Όταν υπεδείχθησαν τα πιο πάνω αντικείμενα στους κατηγορουμένους, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε, «ε δικά μου ούλλα», ενώ ο κατηγορούμενος 2, «ένε δική μου εν του Ε.». Κατά την έρευνα εντοπίστηκαν σε τσαντάκι, που ήταν στη θέση του συνοδηγού, τρία κινητά τηλέφωνα, τα οποία ο κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε ως δικά του. Μετά την έρευνα του αυτοκινήτου ο κατηγορούμενος 1 υπέδειξε στους αστυνομικούς τη διαδρομή που ακολούθησε ενώ καταδιωκόταν από τα μέλη της ΥΚΑΝ. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής εντοπίστηκαν στο έδαφος δύο κινητά τηλέφωνα και ένα διαφανές νάιλον σακούλι. Ο κατηγορούμενος 1 αφού προηγήθηκε η αναγκαία επίστηση απάντησε, «εππέσαν μου σαν εβούρου». Την ίδια ημέρα και ώρα 20:13 ο κατηγορούμενος 1 τούς υπέδειξε σε χωράφι δυτικά του Γυμνασίου Αγίου Αθανασίου, μια νάιλον συσκευασίας περιτυλιγμένη με καφέ κολλητική ταινία, η οποία περιείχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης, Τεκμήριο Α/Α.10, μέσα σε σκαμμένη τρύπα στο έδαφος και ήταν καλυμμένη με πέτρα. Μετά την επίστηση ο κατηγορούμενος 1 απάντησε, «τούτη εν η τελευταία εν έσιει άλλη», ενώ ο κατηγορούμενος 2 απάντησε, «εν ηξέρω τίποτε». Οι δύο κατηγορούμενοι μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. και εκεί ο Μ.Κ.1 έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα και τα δακτυλικά αποτυπώματα τους, με τη συγκατάθεση τους. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι κατά την έρευνα του οχήματος παραλήφθηκαν τα κινητά τηλέφωνα του κατηγορουμένου 2, εξετάσθηκαν τα προσωπικά του δεδομένα, χωρίς όμως να προκύψει οτιδήποτε το ύποπτο. Κατέθεσε επίσης ότι η νάιλον τσάντα με την επιγραφή «Debenhams», ήταν μαύρου χρώματος και το περιεχόμενο της δεν ήταν ορατό. Υπενθυμίζουμε ότι εντός της πιο πάνω τσάντας υπήρχε ζυγαριά ακριβείας, ρολό με νάιλον τσάντες και κολλητική ταινία. Ο Λοχίας XXXXX Ν. Πιτσιλλή, Μ.Κ.2, πήγε στη σκηνή και αυτός μετά την ανακοπή των δύο κατηγορουμένων και ήταν παρών όταν ο συνάδελφος του, Μ.Κ.1, τους υπεδείκνυε τα διάφορα Τεκμήρια. Ο μάρτυρας ήταν επιφορτισμένος με την τήρηση ημερολογίου ενεργείας. Η μαρτυρία του είναι παρομοίου περιεχομένου με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 και ως εκ τούτου δεν κρίνουμε σκόπιμο να κάνουμε σε αυτή οποιαδήποτε ειδική αναφορά. Την επομένη ημέρα, 2.5.2017, ο κατηγορούμενος 2 ανακρίθηκε γραπτώς. Η κατάθεση του κατατέθηκε στο δικαστήριο, πρόκειται για το τεκμήριο 5(Α). Παραθέτουμε αυτούσιο το περιεχόμενο της. «Ερώτηση 1: Διάβασε τα πιο πάνω και αντιλαμβάνεσαι τα αδικήματα; Απάντηση 1: Ναι. Ερώτηση 2: Το αυτοκίνητο ΚΑΧ ΧΧΧ σε ποιον ανήκει; Απάντηση 2: Ανήκει στην μητέρα μου Χ. Γ. και το οδηγώ και εγώ όταν δεν έχει άλλον αυτοκίνητο στο σπίτι. Ερώτηση 3: Πόσο καιρό γνωρίζεις τον Ε. Π.; Απάντηση 3: Τον γνωρίζω από το Δημοτικό. Ερώτηση 4: Σήμερα τι ώρα βρέθηκες με τον Π.; Απάντηση 4: Δεν θυμούμαι ακριβώς, ήταν γύρω στις δυόμιση που ήμουν στον Ν. τον Παρπέρη στον Άγιο Αθανάσιο και με πήρε τηλέφωνο ο Ε. για να βρεθούμε. Με τον Ε. έχει καιρό να βρεθούμαι, βασικά αποφεύγω να βρεθούμε μαζί του και με πήρε τηλέφωνο από κάποιον άγνωστο αριθμό. Ερώτηση 5: Ποιος ήταν ο αριθμός που σε κάλεσε ο Ε.; Απάντηση 5: Δεν θυμούμαι ακριβώς, ήταν κάποιος 9912, δεν θυμούμαι το υπόλοιπο. Έβρισκα αναπάντητες από το μεσημέρι που τούντον αριθμό. Όταν του απάντησα που ήμουν στον Παρπέρη, είπε μου «Εν να έρτεις να πάμε κανένα περίπατο» και του είπα «εντάξει να κουρευτώ και να έρτω», και έτσι έκαμα, επεία σπίτι του. Ερώτηση 6: Μετά που μίλησες με τον Ε. τι ώρα πήγες στο σπίτι του; Απάντηση 6: Δεν ξέρω ακριβώς, περίμενα δύο άτομα που ήταν μπροστά που μένα να κουρευτούν, κουρεύτηκα και εγώ και πήγα έξω και κρατούσε μια μαύρη τσέντα του DEBENHAMS και ήρθε στο αυτοκίνητο μου. Ερώτησα τον τι είχε μέσα στην τσέντα και μου είπε ακριβώς «Ποφάγια», έκατσε στο αυτοκίνητο μου και την έβαλε στα πόδια του. Ερώτηση 7: Πού θα πηγαίνατε περίπατο; Απάντηση 7: Δεν ήξερα, ερώτησα τον Ε. που να πάω και μου είπε προς την Σφαλαγγιώτισσα. Ξεκίνησα και έπιασα τον δρόμο προς την Σφαλαγγιώτισσα και σε κάποια φάση είπε ο Ε. να πάω αριστερά και πήγα μετά δεξιά και ξανά δεξιά και βγήκαμε τα ανήφορα προς τα πάνω και μπήκα στον χωματόδρομο και μετά που ένα λεπτό περίπου είπε μου να σταματήσω και σταμάτησα και μου είπεν κάτι για φυσική του ανάγκη αλλά που το σοκ που μας έπιασε η Αστυνομία και που τους πυροβολισμούς, δεν θυμούμαι τι μου είπε ακριβώς. Ερώτηση 8: Τι έκανες όταν σταμάτησες το αυτοκίνητο; Απάντηση 8: Εγώ έμεινα μέσα στο αυτοκίνητο για δύο τρία λεπτά και ο Ε. είχε πάει πίσω που κάτι σχοινιές αριστερά και στα δύο τρία λεπτά τον είδα από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου να έρχεται ενώ πίσω από το αυτοκίνητο από τον χωματόδρομο και άκουσα και αυτοκίνητα να έρχονται και ξανακοίταξα το καθρεφτάκι και δεν είδα τον Ε. και κάτι υποψιάστικά και αμέσως τα τρία αυτοκίνητα ήρταν πάνω μου και πίσω και μπροστά και επιάσαν μου τα κλειδιά και άκουα και πυροβολισμούς πολλούς. Ερώτηση 9: Τον Ε. πότε τον είδες; Απάντηση 9: Μετά που τον είδα που το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου τον ξαναείδα μετά που κανένα εικοσάλεπτο περίπου που τον έφεραν οι Αστυνομικοί. Ερώτηση 10: Μόνος σου ή με τον Ε. πήγες στο παρελθόν ξανά στη συγκεκριμένη περιοχή που ήρθε η Αστυνομία; Απάντηση 10: Όχι. Ερώτηση 11: Πηγαίνετε βόλτες με τον Ε. τακτικά; Απάντηση 11: Παλιά πηγαίναμε τακτικά βόλτες, συνήθως προς τη Μαθηκολώνη και την Σφαλαγγιώτισσα αλλά όπως σου είπα και πριν, τους τελευταίους τρεις, τέσσερις μήνες χαθήκαμε και δεν βρεθόμασταν με τον Ε.. Ερώτηση 12: Είσαι χρήστης κάναβης; Απάντηση 12: Καπνίζω κάνναβη εδώ και χρόνια ως που έφτασα στο σημείο να καπνίζω κάθε μέρα και πριν έξι μήνες περίπου που με κατηγόρησε η Αστυνομία για ένα τσιγάρο κάνναβης προσπάθησα να το μειώσω. Κατάφερα να το μειώσω αρκετά και καπνίζω κάθε πέντε έξι μέρες. Έχει από το προηγούμενο Σαββατοκύριακο που κάπνισα σήμερα που μπήκε ο Ε. στο αυτοκίνητο, μισό τσιγάρο χόρτο που κρατούσε ο Ε. Ερώτηση 13: Σχετικά με τα πιο πάνω έχεις να αναφέρεις οτιδήποτε άλλο ή θέλεις να μου πεις οτιδήποτε άλλο; Απάντηση 13: Εγώ προσπαθώ να κόψω τέλεια το χόρτο και γι' αυτό ξέκοψα και που το Ε. και το μόνο που θέλω είναι να κάμνω μια ζωή κανονική που να μην έχει σχέση με έτσι πράματα.» Τα Τεκμήρια που συνελέγησαν από τη σκηνή εξετάστηκαν τόσο δακτυλοσκοπικά, όσο και στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για εντοπισμό γενετικού υλικού. Με βάση την έκθεση του πιο πάνω Ινστιτούτου, το περιεχόμενο της οποίας έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός, προκύπτει ότι από τις εξετάσεις που έγιναν στο επίπεδο του γενετικού υλικού δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τον κατηγορούμενο 2 με τα αντικείμενα, από τα οποία απομονώθηκε γενετικό υλικό του οποίου το προφίλ ήταν κατάλληλο για συγκρίσεις. Εξετάσθηκαν και τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα του κατηγορουμένου 2, από την αστυνομία και δεν εντοπίσθηκε οτιδήποτε ενοχοποιητικό εναντίον του. Η πιο πάνω μαρτυρία, που ως αναφέραμε και προηγουμένως δεν έχει αμφισβητηθεί γίνεται και εύρημα μας. Ο κατηγορούμενος 2, ως αναφέρουμε και πιο πάνω, προέβη σε ανώμοτη δήλωση ενώπιο μας. Παραθέτουμε το περιεχόμενο αυτής αυτούσιο, αμέσως πιο κάτω: «
  14. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω τις ανακριτικές καταθέσεις που έδωσα στην αστυνομία.
  15. Εγώ τότε εκάπνιζα Κάνναβη τώρα το έκοψα.
  16. Ποτέ δεν είχα καμιά σχέση με εμπορία ναρκωτικών.
  17. Εφόσον εγώ ο ίδιος αποφάσισα να κόψω την χρήση κάνναβης, με κανένα τρόπο δεν θα εμπλεκόμουν στην προμήθεια ναρκωτικών σε άλλους.
  18. Μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων του 2016 έκαμνα εντατική προσπάθεια να σταματήσω εντελώς να καπνίζω κάνναβη. Τότε εγνώρισα την τωρινή αρραβωνιαστικιά μου που με στήριζε στην προσπάθεια μου. Εφόσον περνούσα τον περισσότερο ελεύθερο μου χρόνο μαζί της κιόλας, απόφευγα τον Ε. επειδή όποτε κάπνιζε κάνναβη ο ίδιος με κέρναγε και εμένα.
  19. Τη ζυγαριά που βρήκε η αστυνομία στο αυτοκίνητο του το 2016 εγώ επίστεψα όπως ο Ε. ανέφερε και στην αστυνομία ότι ήταν για να ζυγίζει το χόρτο που αγόραζε για δική του χρήση για να μην τον κλέβουν. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ο ίδιος είχε σχέση με εμπορία ναρκωτικών. Κακώς δεν έκοψα επαφή εντελώς με τον Ε. από το 2016, αλλά τότε δεν αντιλήφθηκα ότι ασχολιόταν όπως φάνηκε τώρα με το εμπόριο. Με τούτα που είδα και την μαρτυρία που άκουσα τώρα εκατάλαβα ότι ο Ε. ασχολείτο με την εμπορία ναρκωτικών.
  20. Πριν από 3 χρόνια περίπου εξαιτίας του ότι βοηθούσα στο φυτώριο του κύριου Ρ. που είναι θείος του Ε., κάποτε με έπαιρνε και ο Ε. που και που για να τον βοηθώ στην μάντρα του.
  21. Στην περίπτωση του Μάη του 2017 δεν είχα συγκεκριμένο προορισμό υπόψη μου, ούτε και ήξερα την περιοχή εκείνη, μου έλεγε ο Ε. προς τα πού να πάμε. Αφού ο Ε. μου είπε είχε ποφάγια στην τσάντα Debenhams που προφανώς προορίζονταν για τροφή ζώων, εγώ υπέθεσα ότι σε κάποιο στάδιο θα πήγαινε σε κάποια μάντρα.
  22. Τέλειωσα ελασματουργός συγκολλητής επίσης εργάστηκα και στα σίδερα με τον παπά μου, μετέπειτα με σύμβαση σε εταιρεία για κάρβουνα και σε εταιρεία για επιδιορθώσεις ανελκυστήρων. Όταν έμεινα άνεργος έψαχνα για σταθερή εργασία.
  23. Τους τελευταίους 8 μήνες ο παπάς μου υποφέρει με καρκίνο και επειδή η μητέρα μου εργάζεται παρόλο που έχει πρόβλημα με τον σπόνδυλο της, τον παπά μου τον φροντίζω καθημερινά εγώ. Ειλικρινά πιστεύω ότι τώρα ωρίμασα ξεπέρασα τις αδυναμίες μου και υπόσχομαι ότι θα ζήσω ως νομοταγής πολίτης.» Η πιο πάνω ανώμοτη δήλωση θα εξετασθεί και θα αξιολογηθεί στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια ότι είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη[1]. Στην Αγγλική απόφαση R v. Campell[2] δόθησαν οι πιο κάτω κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της ανώμοτης δήλωσης. Παρατίθεται το απόσπασμα σε ελεύθερη μετάφραση στα ελληνικά. «. μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορουμένου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση». Εξετάσαμε τόσο το περιεχόμενο των καταθέσεων, τεκμήρια 5(Α), 5(Β) και 5(Γ) όσο και το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του, καθοδηγούμενοι από τις πιο πάνω αρχές. Υπενθυμίζουμε ότι ο κατηγορούμενος 2 στην ανώμοτη δήλωση του υιοθέτησε το περιεχόμενο των πιο πάνω καταθέσεων. Από τις καταθέσεις του, Τεκμήρια 5(Α) και 5(Β) και από την ανώμοτη δήλωση του, αποδεχόμαστε τα πιο κάτω: Γνώριζε τον κατηγορούμενο 1 από τον καιρό που πήγαιναν δημοτικό σχολείο και διατηρούσαν έκτοτε επαφή. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν χρήστης κάνναβης και σε κάποιες περιπτώσεις έκανε χρήση της πιο πάνω ουσίας παρέα με τον κατηγορούμενο 1, κάπνισαν τσιγάρα που περιείχαν κάνναβη από την οποία δεν είχε αφαιρεθεί η ρητίνη. Την ημέρα του επεισοδίου, την 26.05.2017, τού είχε τηλεφωνήσει ο κατηγορούμενος 1 και τού ζήτησε να πάνε περίπατο. Ο κατηγορούμενος 2 αποδέχτηκε, πήγε στο σπίτι που διέμενε ο κατηγορούμενος 1 οδηγώντας όχημα που ανήκε στη μητέρα του και τον παρέλαβε. Ο κατηγορούμενος 1 κρατούσε στα χέρια του μια μαύρη τσάντα «Debenhams» την οποία, όταν κάθισε στη θέση του συνοδηγού, την έβαλε στα πόδια του. Αποδεχόμαστε επίσης ότι ήταν ο κατηγορούμενος 1 που τον κατηύθυνε σε σχέση με τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν και ότι ήταν αυτός που σε κάποιο σημείο του δρόμου, όταν έφτασαν στην περιοχή που βρίσκεται η Ιερά Μονή της Παναγίας της Σφαλαγγιώτισσας, τού ζήτησε να σταματήσει το όχημα. Όταν σταμάτησε το όχημα, ο κατηγορούμενος 1 αποβιβάστηκε απ' αυτό, ενώ ο ίδιος παρέμεινε μέσα στο όχημα. Οι υπόλοιπες δηλώσεις του, οι οποίες δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Σε σχέση με την κατάθεση του, Τεκμήριο 5(Γ), η οποία αφορά το αδίκημα που έλαβε χώρα την 25.03.2016, δεχόμαστε ότι συνήθιζε να βοηθά τον κατηγορούμενο 1 με διάφορες εργασίες που είχε στη μάντρα του και το θείο του τελευταίου που διατηρούσε φυτώριο, πράγμα που έπραξε και τη συγκεκριμένη ημέρα. Στην πιο πάνω κατάθεσή του ισχυρίστηκε ότι δεν είχε προσέξει τη μικρή ποσότητα κάνναβης που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, ούτε τη «ψιλή» που είχε εντοπιστεί στο πάτωμα του οχήματος στο οποίο επέβαιναν οι δύο τους. Την πιο πάνω θέση όμως ανακάλεσε ο ίδιος, ένα περίπου χρόνο αργότερα. Υπενθυμίζουμε ότι την 21.04.2017, έδωσε δεύτερη γραπτή κατάθεση σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα, πρόκειται για το Τεκμήριο 5(Β), στην οποία παραδέχθηκε ότι από τη «ψιλή» που εντόπισε η Αστυνομία εντός του οχήματος «ετράβησε» και εκείνος «καμιά ρουφκιά μαζί με τον Ε.». Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής , κατά την αγόρευση του κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη, ως μέρος της περιστατικής μαρτυρίας, το κατ' ισχυρισμό ψέμα του κατηγορούμενου. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά που έγινε για το ψέμα, ως καταγράφεται στο κείμενο της γραπτής του αγόρευσης. «Ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει στην κατάθεση του αλλά και στην ανώμοτη του δήλωση στο Δικαστήριο ότι ο Π. τον έπαιρνε στην μάντρα του και τον βοηθούσε. Ως εκ τούτου γνώριζε την τοποθεσία της μάντρας του Π. Τόσο στις καταθέσεις του όσο και στην ανώμοτη του δήλωση στο Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν ήξερε που πήγαιναν κατά τον επίδικο χρόνο αλλά υπολόγισε ότι πήγαιναν σε μάντρα του Π. επειδή του ανέφερε ότι μετέφεραν μαζί τους αποφάγια στην τσάντα με την επιγραφή DEBENHAMS για να τα δώσουν ως τροφή σε ζώα. Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι η πιο πάνω δήλωση αποτελεί ψεύδος του κατηγορούμενου και πρέπει να ληφθεί ως περιστατική μαρτυρία εναντίον του.» Ο κατηγορούμενος 2, σύμφωνα πάντα με την πιο πάνω εισήγηση, ανέφερε στην κατάθεση του στην Αστυνομία αλλά και στην ανώμοτη δήλωσή του, ότι ο κατηγορούμενος 1 τον έπαιρνε στη μάντρα του και τον βοηθούσε. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος στην αγόρευση του δεν διευκρινίζει σε ποιες καταθέσεις αναφέρεται, εκλαμβάνουμε όμως ότι η πρώτη αναφορά του σε κατάθεση αφορά την κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος 2 στην Αστυνομία την 25.03.2016, Τεκμήριο 5(Γ), στην οποία είχε αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 τον πήρε στη «μάντρα που έσιει στην Παρεκκλησιά» και ότι η δεύτερη αναφορά του σε καταθέσεις αφορά μία μόνο κατάθεση, το Τεκμήριο 5(Α), που λήφθηκε την 26.05.
  24. Στη συγκεκριμένη κατάθεση ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι είχε ρωτήσει τον κατηγορούμενο 1 τι περιείχε η μαύρη νάιλον τσάντα με την επιγραφή «Debenhams» που αυτός κρατούσε και ο τελευταίος τού απάντησε «ποφάγια». Στην επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε ως προς το πού θα πήγαιναν, αυτός ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 του είπε να πάνε προς τη Σφαλαγγιώτισσα. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική απάντηση: «Δεν ήξερα, ερώτησα τον Ε. πού να πάω και μου είπε προς την Σφαλαγγιώτισσα. Ξεκίνησα και έπιασα τον δρόμο προς την Σφαλαγγιώτισσα και σε κάποια φάση είπε ο Ε. να πάω αριστερά και πήγα μετά δεξιά και ξανά δεξιά και βγήκαμε τα ανήφορα, προς τα πάνω και μπήκα στον χωματόδρομο και μετά που ένα λεπτό περίπου είπε μου να σταματήσω και σταμάτησα και μου είπεν κάτι για φυσική του ανάγκη αλλά που το σοκ που μας έπιασε η Αστυνομία και που τους πυροβολισμούς, δεν θυμούμαι τι μου είπε ακριβώς.» Στην ανώμοτη του δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε για το ίδιο θέμα και είπε τα πιο κάτω: «Στην περίπτωση του Μάη του 2017 δεν είχα συγκεκριμένο προορισμό υπόψη μου, ούτε και ήξερα την περιοχή εκείνη, μου έλεγε ο Ε. προς τα πού να πάμε. Αφού ο Ε. μου είπε είχε ποφάγια στην τσάντα Debenhams που προφανώς προορίζονταν για τροφή ζώων, εγώ υπέθεσα ότι σε κάποιο στάδιο θα πήγαινε σε κάποια μάντρα.» Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αναφορές, αδυνατούμε να αντιληφθούμε πού εντοπίζεται το ψέμα του κατηγορούμενου 2 στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι το ψέμα για να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως περιστατική μαρτυρία, θα πρέπει να ικανοποιεί αριθμό προϋποθέσεων που θέτει η νομολογία. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση R. v. Loucas[3]. Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο, να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα της υπόθεσης και το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας[4]. Η ψευδής δήλωση πρέπει επιπρόσθετα «. με καθαρό τρόπο να διαπιστωθεί ότι είναι ψευδής»[5]. Στην υπό κρίση υπόθεση, εκείνο που παρατηρούμε είναι ότι οι αναφορές του κατηγορούμενου 2 σε σχέση με τον προορισμό τους, αφορούσαν απλές εικασίες, ήτοι ο ίδιος υπέθεσε ότι λόγω της σακούλας με τα «ποφάγια», ότι «. σε κάποιο στάδιο θα πήγαινε σε κάποια μάντρα». Επισημαίνουμε επιπρόσθετα ότι δεν προσδιόρισε σε ποια μάντρα είχε υποθέσει ότι θα πήγαινε. Οι πιο πάνω αναφορές του κατά την κρίση μας δεν συνιστούν ψέμα, εν τη εννοία της νομολογίας που αναλύσαμε αμέσως πιο πάνω. Η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τα αδικήματα της συνωμοσίας, κατηγορίες 1 και 3, της παράνομης κατοχής ναρκωτικών ουσιών χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατηγορίες 2 και 10 και της κατοχής της ναρκωτικής ουσίας κατηγορία αντικείμενο της κατηγορίας 2, με σκοπό την προμήθεια, κατηγορία 4, κατά παράβαση των προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν. 29/
  25. Υπενθυμίζουμε ότι τα αδικήματα των κατηγοριών 5 και 11 που αφορούν κάπνισμα κάνναβης τα έχει ήδη παραδεχθεί. Το αδίκημα της συνωμοσίας βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας την νομική πτυχή και τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, στην υπόθεση Λαζάρου και Άλλου ν. Δημοκρατίας[6] ανέφερε σχετικά τα πιο κάτω: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134). Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1)». Τα αδικήματα που αφορούν σε συνωμοσία, σχεδόν πάντοτε διαπράττονται υπό μεγάλη μυστικότητα και είναι σχεδόν αδύνατο να παρουσιαστεί προς απόδειξη τους άμεση μαρτυρία. Η στοιχειοθέτηση τους επιτυγχάνεται, ως επί το πλείστο, στη βάση συμπερασμάτων, που εξάγονται από πράξεις και παραλείψεις των συνωμοτών κατά την επιδίωξη του κοινού σκοπού. Σε σχέση με το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, επισημαίνουμε ότι η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου, είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή. Το άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Η κατοχή, είτε υπό τη μία είτε υπό την άλλη έννοια, θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση της φύσεως του αντικειμένου (mens rea), το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής[7]. Απόλυτα σχετικό με το θέμα της κατοχής και της γνώσης, είναι το άρθρο 32 του Νόμου 29/77 όπως έχει τροποποιηθεί. Αναφορικά με το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια, κατηγορία 4, η κατοχή ποσότητας κάνναβης άνω των 30 γραμμαρίων, δημιουργεί, με βάση το άρθρο 30Α του Νόμου 29/77, μαχητό τεκμήριο ότι το πρόσωπο κατείχε την πιο πάνω ναρκωτική ουσία με σκοπό την προμήθεια. Όπως είναι κοινά αποδεκτό η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανευρέθηκε στην παρούσα υπόθεση είναι βάρους 1 κιλού και 577 γραμμαρίων. Συνακόλουθα με την ποσότητα αυτή ικανοποιείται η προϋπόθεση στοιχειοθέτησης του μαχητού τεκμηρίου που προνοείται στο εν λόγω άρθρο. Στο σημείο δε αυτό επισημαίνουμε ότι δεν έχει παρουσιαστεί εκ μέρους του κατηγορούμενου 2 οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία τείνει να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο της κατοχής της συγκεκριμένης ποσότητας με σκοπό την προμήθεια της σε τρίτο η τρίτα πρόσωπα. Ούτε και στην αγόρευση της η συνήγορος υπεράσπισης προβαίνει σε οποιοδήποτε σχολιασμό για το συγκεκριμένο θέμα. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση που θα αποτελέσει εύρημά μας ότι ο κατηγορούμενος κατείχε είτε μόνος, είτε από κοινού ή ότι υπήρξε συνεργός στην κατοχή της ποσότητας των επιδίκων ναρκωτικών, με τον κατηγορούμενο 1, τότε, εν όψει της μη προσβολής του τεκμηρίου που δημιουργεί το άρθρο 30 Α, στοιχειοθετείται και το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια της[8]. Σε σχέση όμως με την κατηγορία 10, που αφορά μηδαμινή ποσότητα ήτοι ίχνη κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, η πιο πάνω προϋπόθεσή δεν ικανοποιείται και η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος 2 κατείχε τα πιο πάνω ίχνη με σκοπό να τα προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2, 4 και 10 από κοινού με τον κατηγορούμενο
  1. Υπενθυμίζουμε ότι ο τελευταίος παραδέχθηκε τις κατηγορίες της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. O κατηγορούμενος 2 δεν αμφισβητεί ότι στο όχημα στο οποίο επέβαινε, την 25.03.2016, ανευρέθηκε μια ζυγαριά ακριβείας στην οποία εντοπίσθηκαν μεταξύ άλλων, ίχνη κάνναβης ούτε ότι την 26.05.2017, αυτός μετέβη στην περιοχή της Σφαλαγγιώτισσας, με τον κατηγορούμενο 1 και ότι ο τελευταίος κατέβηκε από το όχημα για να παραλάβει τη ναρκωτική ουσία που ήταν κρυμμένη σε διάφορα σημεία. Εκείνο που αμφισβητείται είναι ότι αυτός κατείχε την πιο πάνω ναρκωτική ουσία από κοινού με τον κατηγορούμενο
  2. Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, κατά πόσο υπήρχε κοινή κατοχή των επιδίκων ναρκωτικών ουσιών. Για να αποδειχθεί «κοινή κατοχή», το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τα συγκεκριμένα ναρκωτικά αποτελούσαν αντικείμενο που αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είχαν δικαίωμα ανάληψης, είτε ο καθένας ξεχωριστά, είτε από κοινού (common pool). Κατοχή εν τη εννοία του νόμου, είναι η κατοχή που συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση της φύσεως του αντικειμένου το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής[9]. Θα πρέπει βέβαια να έχουμε κατά νου ότι απλή γνώση της παρουσίας των ναρκωτικών ή ακόμα και η ανοχή, δεν επαρκούν για να στοιχειοθετηθεί κατοχή από κοινού (joint possession), απαιτείται κάποιος βαθμός πραγματικού ελέγχου του αντικειμένου και όχι απλώς δυνατότητα ή πιθανότητα ελέγχου. Το γεγονός και μόνο πως ένας κατηγορούμενος γνωρίζει ότι κάποιο άλλο πρόσωπο κατέχει ναρκωτικά στο σπίτι όπου διαμένουν μαζί, ή στο αυτοκίνητο όπου επιβαίνουν και οι δύο, δεν είναι από μόνο του αρκετό για να στοιχειοθετηθεί κατοχή από τον ίδιο, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι τα ναρκωτικά αποτελούσαν κοινή παρακαταθήκη (common pool) από την οποία όλοι οι εμπλεκόμενοι είχαν το δικαίωμα να προβούν σε ανάληψη κατά βούληση[10]. Στο σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2018[11] γίνεται χρήσιμη αναφορά επί του θέματος. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «B19.33 Joint Possession The expression "joint possession" is liable to mislead. It is submitted that two situations need to be carefully contrasted. The first is where two or more persons are in possession of a controlled drug because each exercises control over the substance. A mere ability to control is not enough (see Kousar [2009] 2 Cr. App. R. 88 at B19.31, but not Case [2015] EWCA Crim 2080). Mere knowledge of the presence of a drug in the hands of a confederate is not enough: joint possession must be established (Searle [1971] Crim LR 592). Lord Widgery CJ, giving the judgment of the court, said: "The sort of direction to which the deputy recorder should have opened the jury's mind was to ask them to consider whether these drugs formed a common pool from which all had the right to draw". See also Wright
(1975)119 SJ 825, and consider Montague [2013] EWCA Crim 1781 (albeit in the context of firearms). In Strong
(1989)The Times, 26 January 1990, the prosecution put the case on the basis that there was joint possession, that is, that each of the co-accused had control of one or more of the packages of cannabis. The Court of Appeal followed Searle, and said that what was being looked for was whether each person had the right to say what should be done with the cannabis. Mere presence in the same vehicle as the drugs, and knowing they were there, was not sufficient (and see Irala-Prevost [1965] Crim LR 606). In Abbas [2012] EWCA Crim 2517 it was said by the Court of Appeal (albeit in the context, presumably, of the FA 1968, s.18) that, where knowledge and proof of joint possession depends upon the drawing of an inference, it is incumbent on a judge in summing up to identify the evidence of primary fact upon the basis of which, if it is accepted, a jury might infer knowledge and thus possession. However, it is submitted that directions will often be context-specific (and see Sefaah [2014] EWCA Crim 597). The second situation is where D aids and abets another to be in possession of a controlled drug. In this situation, there must be some evidence of assistance, or encouragement, or some element of control: consider Bland [1988] Crim LR 41, Conway [1994] Crim LR 826, McNamara [1998] Crim LR 278, Arshad [2002] EWCA Crim 1549, Jacobs [2002] EWCA Crim 610, and Bailey [2004] EWCA Crim 2169. It should be noted that, on the question of knowledge, the prosecution are required to prove a stricter intent in the case of an aider or an abettor, namely that the accused knew that the principal was in possession of a controlled drug. It is not necessary that the prosecution prove the type of drug in question (Patel [1970] Crim LR 274, contrast Fernandez [1970] Crim LR 277.» Καθοδηγητική επί του θέματος είναι και η σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Elena Hiscock v. Δημοκρατίας[12], παραθέτουμε αυτούσιο, αμέσως πιο κάτω όπου γίνεται χρήσιμη ανάλυση του όρου «κοινή κατοχή», η οποία διακρίνεται από την απλή «ανοχή» . «Ούτε και η γνώση μπορούσε να ταυτιστεί με κατοχή. Το γεγονός και μόνο πως ένας κατηγορούμενος γνωρίζει ότι κάποιο άλλο πρόσωπο κατέχει ναρκωτικά στο υποστατικό όπου διαμένουν μαζί ή στο όχημα όπου διακινούνται, δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει κατοχή από τον ίδιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει, περιπλέον της γνώσης, ότι υφίσταται «κοινή κατοχή» («joint possession»). Κοινή δε, θεωρείται η κατοχή όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ασκούν, έκαστος, κάποιο βαθμό ελέγχου επί των ναρκωτικών (R v. Irala-Prevost [1965] Crim. L.R. 606). Ως προς την έννοια του ελέγχου, στην R. v. Searle [1971] Crim. L.R. 592, τέθηκε ως κριτήριο η στοιχειοθέτηση «κοινής παρακαταθήκης» («common pool») εκ της οποίας κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση (βλ. Σίφουνας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91). Στην υπόθεση R v. Strong
(1989)86
(10)L.S.G. 41, ελέχθη ότι θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι κάθε κατηγορούμενος είχε λόγο για το χειρισμό των ναρκωτικών. Η κοινή κατοχή υπό την παραπάνω έννοια καθιστά κάθε συμμετέχοντα σ΄αυτή (πρωτογενώς) αυτουργό (principal offender) και όλους μαζί συναυτουργούς (joint principals).» H υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, στην υπό κρίση υπόθεση, στηρίζεται κυρίως σε περιστατική μαρτυρία. Όπου η καταδίκη στηρίζεται σε τέτοια μαρτυρία, αυτή πρέπει να οδηγεί ως τη μόνη λογική κατάληξη και να μην υπάρχουν κενά στην πορεία της. Στην Αγγλική απόφαση Exall[13] η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται από το Δικαστή Pollock όχι ως «αλυσίδα με κρίκους», αλλά ως «σχοινί». Ένα νήμα του σχοινιού μπορεί να μην είναι αρκετό για να σηκώσει το βάρος της καταδίκης, τρία όμως νήματα μαζί να έχουν ικανοποιητική δύναμη. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «. It has been said that circumstantial evidence is to be considered as a chain, and each piece of evidence as a link in the chain, but that is not so, for then, if any one link broke, the chain would fall. It is more like the case of a rope composed of several cords. One stand of the cord might be insufficient to sustain the weight but three stranded together may be quite of sufficient strength. Thus it may be in circumstantial evidence - there may be a combination of circumstances, no one of which would raise a reasonable conviction, or more than a mere suspicion; but the whole, taken together, may create a strong conclusion of guilt, that is, with as much certainty as human affairs can require or admit of.» Καθοδηγητικές επί του θέματος είναι οι αρχές που διατυπώνονται στις αποφάσεις Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας[14] και Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας[15]. Στην τελευταία απόφαση ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για απόπειρα καταστροφής περιουσίας με τη ρίψη αμυντικής θραυσματικής χειροβομβίδας. Η καταδίκη του επικυρώθηκε από το Εφετείο. Το γενετικό υλικό του εφεσείοντα είχε εντοπισθεί σε διάφορα μέρη της χειροβομβίδας, γεγονός που δεν άφηνε περιθώρια λογικής αμφιβολίας. Αναφέρθηκαν σχετικά τα πιο κάτω: «. Η περιστατική μαρτυρία, η οποία υπήρχε, ως εκ της φύσεως της, δεν άφηνε περιθώρια λογικής αμφιβολίας, που θα οδηγούσε στην αθώωση του εφεσείοντα. Στην απουσία λογικής εξήγησης ως προς την ανεύρεση του γενετικού υλικού του εφεσείοντα στα συγκεκριμένα σημεία της χειροβομβίδας, αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς το Κακουργιοδικείο θα μπορούσε να στηριχθεί σε θεωρητικές πιθανολογήσεις ότι ο δράστης ήταν άλλος από τον εφεσείοντα.». Στην υπόθεση Σιβιτανίδης και Δημοκρατία[16] οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομης κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β και κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Το Κακουργιοδικείο βρήκε ένοχο τον κατηγορούμενο 1 σε όλες τις κατηγορίες ενώ τον κατηγορούμενο 2 τον βρήκε ένοχο στο αδίκημα της συνωμοσίας και ένοχο στην απόπειρα διάπραξης της 2ης και 3ης κατηγορίας. Η καταδίκη επικυρώθηκε και από το Εφετείο. Το συστατικό στοιχείο της γνώσης στηρίχθηκε σε περιστατική μαρτυρία η οποία προσομοιάζει σε μεγάλο βαθμό με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Σε εκείνη την υπόθεση οι δύο κατηγορούμενοι μετέβησαν με αυτοκίνητο σε περιοχή κοντά στο χωριό Αρχιμανδρίτα. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν οδηγός του οχήματος και ο κατηγορούμενος 2 συνοδηγός. Ο κατηγορούμενος 1 σταμάτησε το όχημά του μέσα σε χωράφι και πεζός μαζί με τον κατηγορούμενο 2 πλησίασε το σημείο που ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά και άρχισε να σκάβει, ενώ ο κατηγορούμενος 2 του έφεγγε με το φανάρι. Κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος 1 σταμάτησε να σκάβει και ανέφερε στον κατηγορούμενο 2 ότι κάποιος είχε ήδη σκάψει εκεί. Τότε ο κατηγορούμενος 2 προχώρησε προς τα δέντρα όπου ήταν κρυμμένος ένας από τους αστυνομικούς και ερεύνησε το χώρο με το φανάρι του. Τότε η αστυνομία επενέβη και τους συνέλαβε. Το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν κάτοχος των εν λόγω ναρκωτικών. Στην πιο πάνω κατάληξή του έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη τα πιο κάτω: «(α) την παρουσία κατά τη διάρκεια της νύκτας των εφεσειόντων στο χωράφι που καλλιεργούσε ο εφεσείων 1 (β) την προσέγγιση στο απόμερο σημείο, ., όπου ήταν θαμμένα τα ναρκωτικά και το οποίο ήταν σε κάποια απόσταση από το γειτνιάζοντα χωματόδρομο και (γ) το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο σημείο ο κατηγορούμενος 1 με τη βοήθεια φανού που κρατούσε ο κατηγορούμενος 2 άρχισε να σκάβει με τα χέρια και να απομακρύνει πέτρες που κάλυπταν τα κρυμμένα ναρκωτικά». Στρεφόμενοι στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, προκύπτει ότι οι δύο κατηγορούμενοι ήταν γνωστοί από το Δημοτικό και αμφότεροι ήταν χρήστες κάνναβης. Σε κάποιες περιπτώσεις έκαναν χρήση της πιο πάνω απαγορευμένης ουσίας παρέα, συγκεκριμένα «τραβούσαν καμιά ψιλή». Την 25.03.2016 οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ενώ επέβαιναν σε όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1, ανακόπηκαν από την Αστυνομία. Μετά την ανακοπή ο Μ.Κ.5, όταν άνοιξε την πόρτα του οχήματος, διαπίστωσε ότι μύριζε πολύ έντονα κάνναβη. Τους ρώτησε αν είχαν οτιδήποτε παράνομο, ο κατηγορούμενος 1 είπε, «έχω δυο με τρεις μαστούρες», ενώ ο κατηγορούμενος 2 δεν είπε οτιδήποτε. Ο Μ.Κ.5 εντόπισε στο σταχτοδοχείο τού αυτοκινήτου νάιλον διαφανή συσκευασία με πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβη, σε «συρταράκι» του ταμπλό, μπροστά από τη θέση του συνοδηγού, μια μαύρη ζυγαριά ακριβείας και στο χαλάκι του συνοδηγού ένα μισοκαπνισμένο τσιγάρο. Τους επιστήθηκε η προσοχή τους στο νόμο και στις δύο περιπτώσεις, ο κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε ότι τόσο η κάνναβη όσο και η ζυγαριά ήταν δικά του, ενώ ο κατηγορούμενος 2 δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ότι το μισοκαπνισμένο τσιγάρο επρόκειτο για «ψιλή», ήτοι για τσιγάρο που περιείχε κάνναβη, το οποίο κάπνισαν και οι δύο. Ένα και πλέον έτος αργότερα και συγκεκριμένα την 26.05.2017, οι κατηγορούμενοι συναντήθηκαν νωρίς το απόγευμα, αφού προηγήθηκε τηλεφώνημα του κατηγορούμενου 1 προς τον κατηγορούμενο
  1. Όταν συναντήθηκαν, ο κατηγορούμενος 1 κρατούσε μία μαύρη νάιλον τσάντα με την επιγραφή «Debenhams» το περιεχόμενο της οποίας δεν ήταν ορατό και κάπνιζε «μία ψιλή». Ο κατηγορούμενος 2 κάπνισε και αυτός από την πιο πάνω «ψιλή» και στη συνέχεια πορεύθηκαν στην περιοχή όπου βρίσκεται η Μονή της Παναγίας της Σφαλαγγιώτισσας. Οδηγός του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος 2 και συνοδηγός ο κατηγορούμενος
  2. Ο τελευταίος ήταν αυτός που έδιδε οδηγίες στον κατηγορούμενο 2 σε σχέση με την πορεία της διαδρομής. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής, στην περιοχή της Σφαλαγγιώτισσας και αφού εισήλθαν σε κάποιο χωματόδρομο, ο κατηγορούμενος 1 έδωσε οδηγίες στον κατηγορούμενο 2 να σταματήσει το όχημα του, πράγμα το οποίο τελευταίος έπραξε. Η περιοχή που σταμάτησαν ήταν αγροτική, με χαμηλή βλάστηση. Ο κατηγορούμενος 1 στη συνέχεια κατέβηκε από το όχημα και απομακρύνθηκε. Τότε ήταν που ανακόπηκαν από την Αστυνομία, κάτω από τις περιστάσεις που παραθέσαμε πιο πάνω, οι οποίες αποτελούν μέρος των παραδεκτών γεγονότων. Η ανακοπή έγινε η ώρα 16:
  3. Το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση ότι το Μάιο, στην Κύπρο, η ώρα 16:45, δεν επικρατεί σκότος. Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι κατά πόσο από το σύνολο των περιστάσεων που έχουν τεθεί ενώπιον μας, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος 2 κατείχε, από κοινού με τον κατηγορούμενο 1, την 25.03.2016, τη ναρκωτική ουσία που εντοπίστηκε στο όχημα του κατηγορούμενου 1, ήτοι τα ίχνη ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και την 26.05.2017 ένα κιλό και 577 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης που εντοπίστηκε στην περιοχή της Σφαλαγγιώτισσας, στα σημεία που υπέδειξε ο κατηγορούμενος
  4. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι το στοιχείο της γνώσης του κατηγορούμενου 2, στην υπό κρίση υπόθεση, αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε σχέση με το πρώτο περιστατικό που έλαβε χώρα την 25.03.2016, μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη ότι κατά το χρόνο της ανακοπής υπήρχε σε κοινή θέα ποσότητα κάνναβης στην οποία είχαν πρόσβαση και οι δύο κατηγορούμενοι και το γεγονός ότι κάπνιζαν μαζί τσιγάρο κάνναβης. Τα πιο πάνω δεικνύουν, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο, ότι ο κατηγορούμενος 1 μαζί με τον κατηγορούμενο 2, «. είχαν κατοχή ή και έλεγχο όλων των ναρκωτικών ουσιών που ανευρέθηκαν εντός του οχήματος στο οποίο ήταν και οι δύο επιβάτες». Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μας εντός του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΜΧ ΧΧΧ εντοπίστηκε, τη συγκεκριμένη ημέρα, μία νάιλον διαφανής συσκευασία που περιείχε 3,46 γραμμάρια κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, μία ζυγαριά ακριβείας επί της οποίας υπήρχαν ίχνη κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και ίχνη κοκαΐνης, και ένα μισοκαπνισμένο χειροποίητο τσιγάρο που περιείχε ίχνη πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Με βάση την προφορική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας, και συγκεκριμένα τη μαρτυρία του Αστ.XXXXX Πέτρου, Μ.Κ.5, η οποία αποτελεί και μέρος των ευρημάτων μας, η ξηρή φυτική ύλη κάνναβη βάρους 3,46 γραμμαρίων ήταν μέσα σε νάιλον διαφανή συσκευασία σε εμφανές σημείο μέσα στο σταχτοδοχείο του αυτοκινήτου. Η ζυγαριά ακριβείας, επί της οποίας εντοπίστηκαν ίχνη κάνναβης, βρισκόταν μέσα σε «συρταράκι» του ταμπλό του πιο πάνω οχήματος. Παρατηρούμε ότι ο κατηγορούμενος 2 σε σχέση με το πρώτο περιστατικό αντιμετωπίζει το αδίκημα της κατοχής ιχνών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, κατηγορία 10 και καπνίσματος φυτού κάνναβης, κατηγορία
  5. Υπενθυμίζουμε ότι, τόσο ο κατηγορούμενος 2 όσο και ο κατηγορούμενος 1, έχουν παραδεχθεί την κατηγορία
  6. Ο κατηγορούμενος 2 δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε άλλη κατηγορία σε σχέση με το περιστατικό της 25.03.2016 και ως εκ τούτου η εισήγηση του ευπαιδεύτου εκπροσώπου ότι αυτός κατείχε από κοινού με τον κατηγορούμενο 1 όλες τις ναρκωτικές ουσίες που εντοπίστηκαν εντός του οχήματος τη συγκεκριμένη μέρα, κατά την ανακοπή, δεν μπορεί να γίνει δεχτή, εφόσον το μόνο για τα οποίο κατηγορείται είναι τα ίχνη. Στρεφόμενοι τώρα στα ίχνη κάνναβης που εντοπίσθηκαν πάνω στη ζυγαριά ακριβείας παρατηρούμε ότι καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ζυγαριά ακριβείας ήταν ορατή από πρόσωπο που επέβαινε στο εν λόγω όχημα, συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορούμενου 2 που ήταν συνοδηγός. Υπενθυμίζουμε ότι το όχημα ΗΜΧ ΧΧΧ οδηγείτο από τον κατηγορούμενο 1 και καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μας ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε οποιαδήποτε ιδιοκτησιακή και ή άλλη σχέση με το εν λόγω αυτοκίνητο, πλην του γεγονότος ότι τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα επέβαινε σ' αυτό. Με βάση όλα τα πιο πάνω, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο γνώριζε ότι μέσα στο συρταράκι του ταμπλό του αυτοκινήτου υπήρχε ζυγαριά ακριβείας επί της οποίας υπήρχαν ίχνη ναρκωτικών, ούτε βέβαια μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν κάτοχος των πιο πάνω ιχνών ναρκωτικής ουσίας μαζί με τον κατηγορούμενο
  7. Σε σχέση με το δεύτερο περιστατικό, η εισήγηση του ευπαιδεύτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ως προς την εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 στην παράνομη επιχείρηση, εστιάζεται στο γεγονός ότι αυτός ήταν που μετέφερε τον κατηγορούμενο 1 στην περιοχή όπου ανευρέθηκαν οι ναρκωτικές ουσίες και ότι εντός του οχήματος εντοπίστηκε, μέσα στη μαύρη νάιλον σακούλα με την επιγραφή «Debenhams», μια ζυγαριά ακριβείας, ρολό νάιλον σακουλιών και μία διαφανής κολλητική ταινία, αντικείμενα που, σύμφωνα με την εισήγηση του, χρησιμοποιούνται από εμπόρους ναρκωτικών για ζύγιση και διαχωρισμό ναρκωτικών ουσιών. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι κάπνιζε τσιγάρο το οποίο περιείχε κάνναβη, παρέα με τον κατηγορούμενο 1 και ότι οι δύο τους είχαν συλληφθεί και στο παρελθόν, την 25.03.2016 και στην κατοχή τους ανευρέθηκε ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, δύναται, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση του ευπαιδεύτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, να ληφθεί υπόψη ως περιστατική μαρτυρία που αποδεικνύει τη γνώση και ότι αυτοί ενεργούσαν από κοινού και ασκούσαν από κοινού έλεγχο όλων των ναρκωτικών ουσιών που εντοπίστηκαν τη συγκεκριμένη ημέρα από την Αστυνομία. Εξετάζοντας την περιστατική μαρτυρία που αφορά το συγκεκριμένο περιστατικό, ήτοι αυτό που έλαβε χώρα την 26.05.2017, επισημαίνουμε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι μέσα στην μαύρη νάιλον τσάντα με την επιγραφή «Debenhams», υπήρχε ζυγαριά ακριβείας, ρολό με νάιλον σακούλες και κολλητική ταινία. Αντιθέτως, από τη μαρτυρία του Αστ. XXXXX XXXXX Αριστοτέλους, Μ.Κ.1, προκύπτει ότι λόγω του χρώματος και της σύνθεσης της νάιλον σακούλας, το περιεχόμενο αυτής δεν ήταν ορατό. Πέραν τούτου όμως επισημαίνουμε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν συνδέθηκε επιστημονικά με οποιοδήποτε από τα Τεκμήρια, δεν εντοπίσθηκε το γενετικό του υλικό ή τα δακτυλικά του αποτυπώματα στις νάιλον σακούλες με τις ναρκωτικές ουσίες. Τα τηλεπικοινωνιακά του δεδομένα εξετάστηκαν και δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε ύποπτο στοιχείο. Επιπρόσθετα παρατηρούμε ότι μετά που αυτός σταμάτησε το όχημα, δεν αποβιβάστηκε αλλά παρέμεινε καθήμενος στη θέση του οδηγού. Ο μόνος που αποβιβάστηκε ήταν ο κατηγορούμενος
  8. Κατά την ανακοπή τους δε από την Αστυνομία η συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2, δεν εμπεριείχε οποιαδήποτε εκδήλωση που να υποδήλωνε γνώση, ήτοι ότι γνώριζε για την παράνομη επιχείρηση. Δεν προσπάθησε να διαφύγει, όπως έπραξε ο κατηγορούμενος 1, αλλά έμεινε εκεί στην ίδια θέση που βρισκόταν και προηγουμένως και συνεργάσθηκε αμέσως με την Αστυνομία. Το γεγονός δε ότι ήταν και οι δύο κατηγορούμενοι χρήστες κάνναβης και σε κάποιες περιπτώσεις κάπνιζαν μαζί κάνναβη, όπως έγινε και την 25.03.2016, δεν προσθέτει οτιδήποτε το ουσιαστικό στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι οι δύο κατηγορούμενοι πορεύθηκαν σε μία αγροτική περιοχή και κατέληξαν σε κάποιο χωματόδρομο. Το στοιχείο αυτό όμως, έχοντας παράλληλα υπόψη ότι έγινε στη διάρκεια της ημέρας και ενώ υπήρχε φως, σε συνδυασμό με την παραδοχή του ότι είναι χρήστης κάνναβης, από μόνα τους δεν αποδεικνύουν, στο βαθμό που απαιτείται, τα αδικήματα που αυτός αντιμετωπίζει, ήτοι της συνωμοσίας, της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια της ναρκωτικής ουσίας που εντοπίστηκε στην περιοχή κατά την οποία ανακόπηκαν, την 26.05.
  9. Παρενθετικά επισημαίνουμε ότι ο κατηγορούμενος 2 από τη πρώτη στιγμή έδωσε μια λογικοφανή εξήγηση, στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, τεκμήριο 5 (Α), για το λόγο που σταμάτησε στο συγκεκριμένο σημείο. Ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 τού είχε αναφέρει « . κάτι για φυσική του ανάγκη αλλά που το σοκ που τους έπιασε η Αστυνομία και που τους πυροβολισμούς, δεν θυμόταν τι του είπε ακριβώς». Η πιο πάνω εξήγηση δημιουργεί στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, εύλογες αμφιβολίες με επακόλουθο η περιστατική μαρτυρία που επικαλείται η Κατηγορούσα Αρχή να επιδέχεται και άλλες ερμηνείες που δεν επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι ο λόγος που σταμάτησαν στο συγκεκριμένο σημείο ήταν για να παραλάβει ο κατηγορούμενος 1 τις ναρκωτικές ουσίες και κατ' επέκταση ότι αυτός εμπλεκόταν στην παράνομη διακίνηση ναρκωτικών. Εν κατακλείδι, δεν παραγνωρίζουμε τις εύλογες υποψίες που προκύπτουν από την παρουσία του κατηγορούμενου 2 στη σκηνή όπου εντοπίστηκαν οι επίδικες ναρκωτικές ουσίες, αντικείμενο των κατηγοριών 2 και
  10. Όμως, υποθέσεις σε ποινική υπόθεση δεν επιτρέπονται όσο εύλογες και αν είναι καθότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Λοίζου ν. Αστυνομίας[17]. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας δεν έχουμε ικανοποιηθεί, στο βαθμό που απαιτείται, ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, πλην των κατηγοριών 5 και 11, που αφορούν κάπνισμα κάνναβης και τις οποίες έχει ήδη παραδεχθεί. Ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και
  11. (Υπ.) ............. Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Criminal/Assize Court/Final Αναφορά: κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β [1] Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22. [2]
(1979)69 Cr. App. R. 221 [3]
(1973)Crim. App. R. 159 (CA) [4] Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ανδρέου και Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 718 και Πέτρου και Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 331 [5] Ξυδάς και Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 807 [6]
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, 670-671 [7] Βλέπετε σχετικά τις αποφάσεις Oueiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49, Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Πολυδώρου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 492, Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706 και οι πιο πρόσφατες Λαζάρου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 A.A.Δ. 633 και Σιβιτανίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166. [8] Bλ. Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211 ). Σχετική είναι και η υπόθεση Hurbanek κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 524. [9] Ιακώβου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω και Queiss v. Republic
(1987)2 C.L.R. 49 [10] Βλέπετε σχετικά την Searle
(1971)Crim.L.R. 592, R v. Kousar (Rukhsana) [2009] EWCA Crim. 139 (CA) και R. v. Jacobs (Antony Daton)[2002] EWCA Crim. 610 (CA) και Elena Hiscock v. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2017:B362, Π.Ε. 183/15, ημερομηνίας 19.10.2017 [11] Παρ. Β19.33. [12] ECLI:CY:AD:2017:B362, Π.Ε 183/2015, ημερομηνίας 19.10.2017 [13]
(1866)4 F&F 922, 929, Αναφορά στην απόφαση γίνεται στο Blackstone's Criminal Practice 2007, F1.10. [14]
(1990)2 Α.Α.Δ. 102. [15]
(2008)2 Α.Α.Δ. 746. [16]
(2011)2 Α.Α.Δ. 166. [17]
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.