Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20809/15, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B42 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20809/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-
- ΧΧΧΧΧ Γεωργίου
- ΧΧΧΧΧ Ηλία
- ΧΧΧΧΧ Al Rafaeie Κατηγορούμενοι ------------------------------------ Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Θεμιστοκλέους με κ. Σ. Αργυρού και κα. Ε. Ευσταθίου Για Κατηγορούμενο 3: κ. Χρ. Αδάμου Κατηγορούμενος 3: παρών ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει τις πρώτες δέκα κατηγορίες αφού οι κατηγορίες 11 και 12 αφορούσαν την πρώην κατηγορούμενη
- Οι πρώτες πέντε κατηγορίες, αφορούν αδικήματα προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 331, 333, 337, 303(Α), 333(α), 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα, καθώς επίσης και αδίκημα που αφορά νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δυνάμει του άρθρου 2, 3, 4
(1)(ΙΙΙ),
(2). Τα αδικήματα 6 έως 10, είναι τα ουσιαστικά αδικήματα συνομωσιών που αφορούν πλαστογραφία επίσημου εγγράφου, δηλαδή το αγοραπωλητήριο έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο στο Δικαστήριο, την κυκλοφορία εκείνου του εγγράφου, δόλια συναλλαγή σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο πρόσωπο, δυνάμει του άρθρου 303(Α)
(1)
(2)(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα, και που αφορά το ακίνητο που αναφέρθηκε στις λεπτομέρειες του αδικήματος αλλά και στην ακροαματική διαδικασία και οι κατηγορίες 8 και 9, που αφορούν αδικήματα απόσπασης χρημάτων με Ψευδείς Παραστάσεις και αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, για το ποσό των €60.000, όπου αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 8ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, απέσπασαν από το άτομο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος και που κατάθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας στην ακροαματική διαδικασία, το χρηματικό ποσό των €60.000 των Ψευδών Παραστάσεων, συνισταμένων στην ουσία και στο αποτέλεσμα στο ότι οι κατηγορούμενοι είπαν στο πιο πάνω άτομο, ότι η 1η κατηγορούμενη είναι η ιδιοκτήτρια του οικοπέδου που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος και που δόθηκε μαρτυρία στο Δικαστήριο και ότι πωλείται, με αποτέλεσμα το πιο πάνω πρόσωπο να τους δώσει το πιο πάνω χρηματικό ποσό για την αγορά του, ψευδώς προσποιηθέντες ότι το οικόπεδο ήταν της 1ης κατηγορούμενης, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζαν ότι δεν ήταν δικό της, διότι αυτό ανήκε σε άλλο άτομο. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τις κατηγορίες που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ.
- Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Αναφορικά με το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, σχετικά είναι τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» << Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων>>. Από το λεκτικό των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι: Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold σελ. 775 ανωτέρω όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας, σχετικά είναι τα άρθρα 331 και 333(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπου προνοούν τα ακόλουθα: <<
- Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης>>. <<
- Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα>> Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι:
- Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου
- Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του. Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ακόμη και η πιθανότητα βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Αναφορικά με το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία, ως επίσης κατατοπιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. <<Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)>>. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν πχ είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." Ως προς το αδίκημα της δέκατης κατηγορίας, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 303 Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο 303 Α.-
(1)Πρόσωπο το οποίο, με σκοπό καταδολίευσης, συναλλάττεται σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο είναι ένοχο κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση εφτά χρόνων.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου πρόσωπο συναλλάττεται σε ακίνητη περιουσία όπου - (α) πωλεί σε άλλο, ή ενοικιάζει σε άλλο, ή υποθηκεύει σε άλλο ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο, ή διαθέτει προς χρήση σε άλλο ακίνητη περιουσία, ή (β) διαφημίζει ή άλλως πως προωθεί τη σε άλλο πώληση ή ενοικίαση ή υποθήκευση ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο ή την από άλλο χρήση ακίνητης περιουσίας, ή (γ) συνάπτει συμφωνία για την πώληση σε άλλο, ή την ενοικίαση σε άλλο, ή την υποθήκευση σε άλλο, ή την επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο προς όφελος άλλου, ή τη χρήση από άλλον ακίνητης περιουσίας, ή (δ) αποδέχεται την ακίνητη περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της συναλλαγής όπως αυτή ορίζεται στο παρόν εδάφιο.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, πρόσωπο ενεργεί με σκοπό καταδολίευσης εάν προβεί σε οποιαδήποτε από τις πράξεις που καθορίζονται στο εδάφιο
(2)ενώ γνωρίζει ή, υπό τις περιστάσεις, έπρεπε εύλογα να γνωρίζει, ότι δεν έχει τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας, ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που έχει νόμιμη εξουσία παροχής τέτοιας συγκατάθεσης.
(4)H απόπειρα διάπραξης του αδικήματος που ορίζεται στo εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου συνιστά κακούργημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων.
(5)Το παρόν άρθρο ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα ιδιοκτήτη μεριδίου ή άλλου νομικού συμφέροντος σε ακίνητη περιουσία όπως συναλλάττεται σε σχέση με αυτό ως ο νόμος επιτρέπει.
(6)Οι διατάξεις του άρθρου 8 δεν εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου αυτού.» Ως προς την νομική πτυχή που διέπει τα αδικήματα νομιμοποίησης και συγκάλυψης, κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας υπόθεσης, οι επίμαχες διατάξεις είχαν ως ακολούθως: «4.
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε µορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιµοποιεί τέτοια περιουσία˙ διαπράττει αδίκηµα τιµωρούµενο µε φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και µε φυλάκιση πέντε ετών ή µε χρηµατική ποινή µέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και µε τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) ∆εν έχει καµιά σηµασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκηµα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών ∆ικαστηρίων· (β) τα αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικηµάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικηµάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις.» Κοινός πυρήνας των πιο πάνω νομοθετικών ρυθμίσεων, είναι το ότι ως συστατικό στοιχείο είναι η γνώση από τον αδικοπραγούντα ότι το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, προέρχεται από αδίκημα που εμπίπτει στην εφαρμογή του πιο πάνω νόμου και κατ΄ επέκταση ο αδικοπραγών να το αποκτά ή να το κατέχει ή να το χρησιμοποιεί το εν λόγω χρηματικό ποσό. Όπως επισημάνθηκε στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B534, Ποιν. Εφ. 40/2015 ημερ. 25.11.2016 με αναφορά στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικώς από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Τούτο γιατί ο σκοπός του Νόμου είναι η πάταξη της κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των εσόδων της παρανομίας αφού η κατοχή και διαχείριση των εσόδων επεκτείνεται σε εύρος χρόνου πέραν του χρόνου διάπραξης του γενεσιουργού αδικήματος. Πρόκειται επομένως για αυτοτελές αδίκημα, το οποίο στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται μια από τις πέντε ενέργειες του άρθρου 4[3] του Νόμου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο δράστης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι «οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος». To πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην πρόσφατη απόφαση Λεμονάρη - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 212/2017 ημερ. 17/4/2019. ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim. L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/
- Ως προς την μαρτυρία που προέρχεται από τις πρώην συγκατηγορούμενες του κατηγορουμένου και που τον ενοχοποιούν, το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου, δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή ενός συγκατηγορουμένου και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Eνδεικτικά και όχι περιοριστικά, το Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση Γεώργιος Νεάρχου - ν - Αστυνομίας, 1996 2 ΑΑΔ σελ. 38 και στην πρόσφατη απόφαση Άθως Χαραλάμπους κ.α. - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 96/2016 ημερομηνίας 28/11/
- Συνεπώς αυτή η μαρτυρία δεν είναι δυνατή από μόνη της να στοιχειοθετήσει την ένοχη γνώση, σκέψη, διάνοια και πράξη του κατηγορουμένου Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην παράθεση της μαρτυρίας και στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα πηγάζουν από την εν λόγω αξιολόγηση. Η Μ.Κ.1, είναι η ανακριτής της υπόθεσης και υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το Τεκμήριο 3, στην οποία έκανε αναφορά στην παραπονούμενη, στη Μ.Κ.4, όπου διαπιστώθηκε μετά από επίσκεψη της Μ.Κ.4 στο Κτηματολόγιο μαζί με την νονά της, ότι άγνωστα πρόσωπα προσπάθησαν να μεταβιβάσουν περιουσία που ανήκει στη νονά της, όπου διαπιστώθηκε ουσιαστικά η πλαστογραφία της φωτοτυπημένης ταυτότητας που παρουσιάστηκε και διαπίστωσε ότι ουδέποτε υπήρχε πρόθεση πώλησης του ακινήτου και διαπιστώθηκε επίσης κατάθεση συγκεκριμένου αγοραπωλητήριου εγγράφου. Κλήθηκε ο Μ.Κ.2, ιδιοκτήτης της εταιρείας, όπου έδωσε κατάθεση, κάνοντας αναφορά στο περιεχόμενο της κατάθεσης του, ο οποίος σε κατοπινό στάδιο ανάφερε ότι από πληροφορίες που έλαβε, οι δύο γυναίκες που τον εξαπάτησαν ήταν οι δύο πρώην κατηγορούμενες τις οποίες και αναγνώρισε. Η 1η κατηγορούμενη στην κατάθεση της, αφού συνελήφθηκε, παραδέχθηκε ότι παρουσιάζοντας την πλαστή ταυτότητα, την οποία εξασφάλισε από τον κατηγορούμενο 3, που ήταν ο συμβίος της κόρης της, δηλαδή της πρώην κατηγορούμενης 2, η οποία παραδέχθηκε ότι υπέγραψε το αγοραπωλητήριο έγγραφο, αλλά αυτό έγινε μετά από απειλές του 3ου κατηγορούμενου, στον οποίο παρέδωσε χρηματικό ποσό και επιταγή. Οι κατηγορούμενες 1 και 2, παραδέχθηκαν τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο 3ος κατηγορούμενος, όταν συνελήφθηκε, ανάφερε ότι διατηρούσε δεσμό με την πρώην κατηγορούμενη 2, με την οποία απέκτησαν ένα παιδί και δεν παραδέχθηκε την οποιαδήποτε ανάμιξη στην παρούσα υπόθεση. Ακολούθησε η λήψη κατάθεσης από τη Μ.Κ.7 και λήψη συγκεκριμένων Τεκμηρίων. Οι πρώην κατηγορούμενες 1 και 2, αρνήθηκαν να δώσουν δείγματα γραφής και υπογραφής, το ίδιο και από τη νονά της Μ.Κ.4, λόγω των προβλημάτων υγείας της. Στην κυρίως εξέταση της, κατάθεσε τα Τεκμήρια 4 έως 12 ως τα Τεκμήρια που έκανε αναφορά στην κατάθεση της και που σχετίζονταν με τις ενέργειες που είχε κάνει και περιέγραψε ως ανακριτής. Αντεξεταζόμενη προέβηκε σε κάποιες διορθωτικές διευκρινίσεις, καταθέτοντας το Τεκμήριο 13, που είναι η συνοπτική έκθεση γεγονότων, καταθέτοντας επίσης το Τεκμήριο 14 που είναι η κατάθεση του Μ.Κ.3, επιπρόσθετα έκανε αναφορές αναφορικά με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατάθεσε και γενικά τι περιήλθε στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και κατάθεσε το Τεκμήριο 15 που είναι η γραπτή κατάθεση του Μ.Κ.
- Ανάφερε επίσης, ότι η μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου 3 προήλθε από τις καταθέσεις των πρώην κατηγορουμένων 1 και
- Η Μ.Κ.1 κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο κρίνει ότι η μάρτυρας αυτή, ως ανακριτής, προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να εξιστορήσει εκείνα τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ή στην δια ζώσης μαρτυρία της. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της ως αληθινή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.2, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο
- Χωρίς το Δικαστήριο να επαναλαμβάνει αυτολεξεί το περιεχόμενο αυτής, αλλά σε αυτή κάνει αναφορά στην προεργασία που έγινε και στο ενδιαφέρον που επιδείχθηκε για να αγοράσει το επίδικο ακίνητο, στις διαπραγματεύσεις που έγιναν για την αγορά αυτού, στη συνάντηση που έγινε σε συγκεκριμένο σπίτι και το τι εκεί έλαβε χώρα και ποιοι ήταν παρευρισκόμενοι και ποιος ήταν ο ρόλος τους. Έκανε αναφορά για τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν εκείνη την ημέρα και δη αναφέρθηκε από τα πρόσωπα εκεί που συμπεριλαμβανομένων ήταν και οι πρώην κατηγορούμενες 1 και 2, όπου έχει γίνει σχετική υπόδειξη ταυτότητας και της ιδιοκτησίας του ακινήτου αλλά και του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Έχει γίνει αναφορά επίσης και στην απόδοση συγκεκριμένου χρονικού ποσού σε μετρητά. Ακολούθως έκανε αναφορά στην ενημέρωση που έλαβε ότι υπήρχε πρόβλημα με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν και στο παράπονο που έχει ο μάρτυρας από αυτήν την υπόθεση. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον 3ο κατηγορούμενο, αναφέροντας ότι ήταν στο σπίτι για το οποίο έκανε αναφορά στην κατάθεση του, εκφράζοντας άγνοια ποια ήταν η συμμετοχή του 3ου κατηγορούμενου στην αγοραπωλησία του ακινήτου, εξέφρασε την απογοήτευση του που δεν θα πάρει πίσω τα χρήματα του που έδωσε και γενικά εξέφρασε την απροθυμία του να δώσει κατάθεση. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 8 ως το αγοραπωλητήριο έγγραφο και παρών κατά την υπογραφή του ήταν και ο 3ος κατηγορούμενος, αναγνώρισε επίσης τα Τεκμήρια 9 και 12 ως η αίτηση κατάθεσης του Τεκμήριο 8 στο Κτηματολόγιο και ο τίτλος του εν λόγω ακινήτου, αναγνώρισε στο Τεκμήριο 11 ως τη γυναίκα που του πώλησε το επίδικο ακίνητο και η ταυτότητα που του επιδείχθηκε και που του παρουσιάστηκε ως η ιδιοκτήτρια του ακινήτου και ανάφερε ο μάρτυρας ότι αν γνώριζε ότι δεν ήταν η πραγματική ιδιοκτήτρια δεν θα αγόραζε το επίδικο ακίνητο. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στους παρόντες κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορούμενου, στην έκταση που θυμόταν. Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει έντονα και έκδηλα ότι ο μάρτυρας ήταν διστακτικός να απαντήσει και η μνήμη του ήταν φτωχή, όπως και η διάθεση του να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 όμως, προκύπτει όσον αφορά την εμπλοκή του 3ου κατηγορούμενου ότι ο 3ος κατηγορούμενος απλά ήταν παρών στην υπογραφή του αγοραπωλητηρίου και μόνο, χωρίς να έχει οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή ή ανάμειξη και μόνο η παρουσία του 3ου κατηγορούμενου, στο χώρο χωρίς οποιαδήποτε άλλη ανάμειξη, εμπλοκή ή ενέργεια, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει ένοχη γνώση, διάνοια ή ενέργεια στην διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων. Αποδείχθηκε όμως η απόσπαση των χρημάτων που αναφέρεται στην 8η κατηγορία. Ο Μ.Κ.3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 14, στην οποία ουσιαστικά καλύπτει ένα μικρό μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 αναφορικά με το τι γνωρίζει για την επίδικη αγοραπωλησία του ακινήτου και τα χρήματα που δόθηκαν γι΄ αυτήν ως επίσης και στην κατάθεση του σχετικού αγοραπωλητηρίου εγγράφου και την ενημέρωση που έλαβε για το πρόβλημα που ανέκυψε. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε και αυτός με τη σειρά του τα Τεκμήρια 8, 9, 11 και 12 αλλά και στο Τεκμήριο 11 ανάφερε ότι δεν αναγνωρίζει οτιδήποτε το σχετικό. Ανάφερε ότι δεν είδε την ηλικιωμένη κυρία στην οποία ανήκε το οικόπεδο, δεν έχει δει τον αναγιωτό Σύριο της ιδιοκτήτριας και για τον οποίο γινόταν αναφορά. Ανάφερε ότι τον 3ο κατηγορούμενο δεν τον έχει ξανά δει, ο δε Κτηματομεσίτης τους ανάφερε κάτι για ένα Σύριο, χωρίς όμως να τους αναφέρει το όνομα του αλλά σε κατοπινό στάδιο άκουσε το όνομα Kamel ως το όνομα του αναγιωτού που μεσολάβησε για να πωληθεί το ακίνητο. Ανάφερε ότι το Τεκμήριο 8 το κατέθεσε ο Πιστοποιών Υπάλληλος, στο οποίο υπάρχει η υπογραφή του μάρτυρα και την έχει αναγνωρίσει, το ίδιο έπραξε και με το Τεκμήριο
- Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, ανάφερε ότι τα χρήματα που δόθηκαν για την αγορά του ακινήτου με τη σχετική επιταγή, τελικώς η πληρωμή της επιταγής ανακλήθηκε. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός ο μάρτυρας άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο, όχι μόνο διότι δεν αντεξετάστηκε, αλλά και επειδή το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο μάρτυρας αυτός ανάφερε ότι περιήλθε στην αντίληψη του και αναμφίβολα η εμπλοκή και η γνώση του ήταν πιο περιορισμένη από αυτήν του Μ.Κ.
- Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στη μαρτυρία του κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Μέσα από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, αναφορικά με την εμπλοκή του 3ου κατηγορούμενου, δεν προκύπτει κάτι το ενοχοποιητικό, διότι από τη μία δεν αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, από την άλλη η αναφορά του ότι άκουσε το όνομα του 3ου κατηγορούμενου και ότι ήταν ο αναγιωτός της ιδιοκτήτριας που μεσολάβησε για την πώληση του ακινήτου, με βάση τα λεγόμενα του Κτηματομεσίτη πάντα, δεν δύναται να στοιχειοθετήσουν από μόνα τους ένοχη γνώση, διάνοια και δράση του 3ου κατηγορούμενου στη διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων, έχοντας υπόψην και την αξιολόγηση του κτηματομεσίτη που αξιολογείται πιο κάτω, ήτοι του Μ.Κ.6 ο οποίος δεν ανάφερε οτιδήποτε για τον 3ο κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το Τεκμήριο 17, στην οποία κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενημερώθηκε για την επίδικη πράξη αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου και στις ενέργειες που έχει προβεί η ίδια για να μην προχωρήσει ουσιαστικά η εν λόγω αγοραπωλησία και αυτό το έχει διαπιστώσει και μέσα από την επικοινωνία που είχε με την ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, που είναι η νονά της, μαζί και με τη σχετική επικοινωνία που είχε μαζί της. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε το Τεκμήριο 2, ως ιατρικό πιστοποιητικό που εκδόθηκε για τη νονά της και στο οποίο καταγράφεται η νόσος της νονάς της και ότι είναι ανίκανη ουσιαστικά για σύναψη σύμβασης, αναφέρθηκε σε μία άλλη προηγούμενη αγοραπωλησία ακινήτου, όπου η πράξη αυτή έγινε με εξαπάτηση ενός Σύριου τον οποίο είδε και ονομαζόταν Μιχάλης και δεν ξέρει ακόμα αν βρίσκεται στη φυλακή ακόμα. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενημερώθηκε από υπάλληλο του Κτηματολογίου ότι επίκειται να γίνει η επίδικη αγοραπωλησία και στις ενέργειες που είχε κάνει για να την αποτρέψει, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα το Τεκμήριο 12 που αφορά το επίδικο ακίνητο. Το δε πρόσωπο που απεικονίζεται στο Τεκμήριο 11 δεν είναι η νονά της, αλλά η νονά της είναι αυτή που αναφέρεται στο Τεκμήριο 16, προβάλλοντας ταυτόχρονα μεταξύ των δύο αυτών τεκμηρίων, δηλαδή το Τεκμήριο 11 και 16, την ορθότητα και την πλαστότητα των στοιχείων της νονάς της. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι ο Μιχάλης ο Σύριος δεν είναι ο κατηγορούμενος, έμαθε όμως ότι ο Μιχάλης είχε και άλλους συνεργάτες, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε και για τις δύο αγοραπωλησίες και γενικά τι περιήλθε στην αντίληψη της. Η Μ.Κ.4 κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Στη μαρτυρία της ήταν άψογη, πηγαία, ανεξάρτητη, αμερόληπτη και ανιδιοτελής. Μέσα από τη μαρτυρία της, προκύπτει ότι για την επίδικη αγοραπωλησία έγινε πλαστογραφία και η κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, δηλαδή της ταυτότητας της νονάς της, που είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, δηλαδή αυτό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 12, διότι μέσα από την αντιπαραβολή των Τεκμηρίων 11 και 16, διαφαίνεται ότι το Τεκμήριο 16 είναι η γνήσια ταυτότητα της νονάς της, ενώ το Τεκμήριο 11 η πλαστή, αφού τα στοιχεία είναι ψευδή, όπως ο αριθμός της ταυτότητας στη μία όψη του Τεκμηρίου 11, η φωτογραφία δεν ανήκει στην νονά της, όπως και τα στοιχεία που ανάφερε η Μ.Κ.4, στη σελίδα 23 των στενοτυπημένων πρακτικών, ημερομηνίας 7/5/
- Άρα ουσιαστικά υπάρχει εξαπάτηση, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου αλλά δεν αποδείχθηκε η εμπλοκή και γενικά η ένοχη διάνοια, γνώση και ενέργεια του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.5, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 18 ο οποίος κάνει αναφορά στα καθήκοντα του ως Πιστοποιών Υπάλληλος και στις ενέργειες που έχει προβεί ο ίδιος στην πιστοποίηση υπογραφών που έλαβαν χώρα στο αγοραπωλητήριο έγγραφο που συναντήθηκε για την επίδικη αγοραπωλησία και που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, περιγράφοντας με λεπτομέρεια πως έγινε αυτή η πιστοποίηση, τι έγγραφα του παρουσιάστηκαν και τι λέχθηκε σε αυτόν. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ανάφερε ότι το άτομο που αναφερόταν να είναι ο προστατευόμενος της Πανίδου ήταν ο κατηγορούμενος. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, διαπιστώνει σοβαρή αντίφαση μεταξύ του Τεκμηρίου 18, αφού στο Τεκμήριο 18 αναφέρεται ότι ο XXXXX, που είναι το όνομα του κατηγορούμενου, να είναι ο άντρας της XXXXX και ο προστατευόμενος της Πανίδου να ήταν ο άλλος σύριος, ενώ προφορικά, όπως αναφέρεται στη σελίδα 27 των πρακτικών της ημερομηνίας, όταν έδωσε κατάθεση, υπόδειξε τον κατηγορούμενο ως προστατευόμενο της Πανίδου. Ανάφερε ο μάρτυρας ότι δεν έκανε πολλή ώρα στο σπίτι, αφού πιστοποίησε τις υπογραφές και έφυγε. Ο κατηγορούμενος όμως και όλοι οι Σύριοι, μιλούσαν Ελληνικά και με τον κατηγορούμενο μπορεί να είπε πέντε με δέκα λέξεις και γενικά δεν μίλησαν πολύ. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 11 ως την ταυτότητα που του υπέδειξαν και ήταν το πρόσωπο που ήταν εκείνη την βραδιά, αναγνώρισε το Τεκμήριο 8 ως το αγοραπωλητήριο έγγραφο, ο μάρτυρας συμπλήρωσε και πιστοποίησε και υπογράφτηκε ενώπιον του και ακολούθως το κατάθεσε στο Κτηματολόγιο. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 8 την υπογραφή της γυναίκας που παρουσιάστηκε ως XXXXX Πανίδου και υπόγραψε το Τεκμήριο 8 και που ήταν παρών ο κατηγορούμενος κατά την υπογραφή δίπλα από τη Μαρία, κάνοντας αναφορά και στους εκεί παρόντες, δεν είδε όμως τον κατηγορούμενο την ημέρα που βρέθηκαν ξανά σε συγκεκριμένο καφέ για την ίδια πράξη και που προηγήθηκε της μέρας υπογραφής του Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στην συμπλήρωση του Τεκμηρίου 8, το οποίο ήταν ήδη υπογραμμένο από τον ένα εκ των δύο αγοραστών, δηλαδή από το Μ.Κ.
- Αναφέρθηκε στα άτομα που ήταν παρόντα κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 8 και με τον κατηγορούμενο, δεν έχει συζητήσει κάτι για την επίδικη πράξη, μίλησαν για λίγα πράγματα, διότι ένοιωθε ο μάρτυρας ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε κάποια θέση στο θέμα της υπόθεσης, δηλαδή με την επίδικη αγοραπωλησία. Μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5, αυτό που καταδεικνύεται είναι ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 8, αλλά από τη στιγμή που ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν συζήτησε κάτι για την επίδικη πράξη και ότι ο μάρτυρας ανάφερε ότι ένοιωθε πως δεν είχε ο κατηγορούμενος οποιαδήποτε θέση στην επίδικη αγοραπωλησία, δεν αποδεικνύεται κατ΄ επέκταση οποιαδήποτε εμπλοκή ή ένοχη διάνοια, γνώση και ενέργεια του κατηγορούμενου με την επίδικη πράξη, ούτε βεβαίως θα μπορούσε να διασυνδεθεί ότι ο κατηγορούμενος με τον Αναγιωτό της ιδιοκτήτριας, με την οποία έγινε αναφορά στην παρούσα υπόθεση, διότι επ΄ αυτού του θέματος υπάρχει μία σοβαρή αντίφαση, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, διότι στο Τεκμήριο 18, ανάφερε ο μάρτυρας ότι ο Kamel που είναι το όνομα του κατηγορούμενου, να είναι ο άντρας της Μαρίας και ο προστατευόμενος (Αναγιωτός) της ιδιοκτήτριας να ήταν ένας άλλος Σύριος, ενώ προφορικά υπόδειξε τον κατηγορούμενο ως τον αναγιωτό της ιδιοκτήτριας. Η πιο πάνω σοβαρή αντίφαση, επενεργεί αποκλειστικά και μόνο προς όφελος του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 19, στην οποία κάνει αναφορά στις ενέργειες του και στην εμπλοκή του στην επίδικη αγοραπωλησία ως κτηματομεσίτης και γενικά τι περιήλθε στην αντίληψη του την ημέρα που ήρθαν σε επαφή τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και την έκταση που είχε αυτός ο μάρτυρας εμπλοκή και έλαβε γνώση με το τι έλαβε χώρα στις διαπραγματεύσεις για την επίδικη αγοραπωλησία. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο αναγιωτός, που ανάφερε στην κατάθεση του, δεν ήταν στην οικία που έγινε αναφορά στην κατάθεση του, αναγνώρισε το Τεκμήριο 12 ως το ακίνητο που αφορούσε η επίδικη συναλλαγή, περιγράφοντας επίσης το εν λόγω ακίνητο, δε θυμάται τα ονόματα των γυναικών που ήταν στη συνάντηση, στο σπίτι στον Άγιο Νικόλαο, ούτε τα πρόσωπα των ατόμων που ήταν στο σπίτι, δεν έμεινε όμως για πολλή ώρα μέσα στο σπίτι, λόγω της ακαθαρσίας αλλά και για να συμφωνήσει ο πελάτης με τον αγοραστή. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ.6 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, όχι μόνο διότι δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά και επειδή το Δικαστήριο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, δεν εντόπισε οτιδήποτε το επιλήψιμο στη μαρτυρία του. Από τη μαρτυρία του, δεν προκύπτει οτιδήποτε το ενοχοποιητικό για τον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.7 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το Τεκμήριο 20, στην οποία κάνει αναφορά στα καθήκοντα της ως κτηματολογικής λειτουργού και γενικά τι περιήλθε στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, όπου διαπιστώθηκε η πλαστότητα του σχετικού αγοραπωλητηρίου εγγράφου και των συνοδευτικών εγγράφων, αναφέρθηκε στις ενέργειες που είχε κάνει η ίδια και που έχει περιγράψει για να μην ολοκληρωθεί η επίδικη αγοραπωλησία. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε τα Τεκμήρια 8, 9, 11 και 12, κάνοντας αναφορά στο περιεχόμενο τους, διευκρινίζοντας ότι δεν γνωρίζει τα άτομα που κατάθεσαν αυτά τα έγγραφα. Έκανε αναφορά στη διαπίστωση ότι άλλη γυναίκα είχε μπροστά της και άλλη ήταν η ταυτότητα που ήταν συνημμένη στο αγοραπωλητήριο και ζητήθηκε από εκείνη τη γυναίκα να εγγράψει όπως μη προχωρήσει η μεταβίβαση, λόγω πλαστογραφίας της υπογραφής της αναγνωρίζοντας το Τεκμήριο 16, ως τη γυναίκα που παρουσιάστηκε ενώπιον της. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι ενώπιον της ήρθε το άτομο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 16 και όχι το Τεκμήριο που αναφέρεται στο Τεκμήριο
- Ανάφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο. Η μάρτυρας αυτή, άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι περιέγραψε με σαφήνεια και πληρότητα τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της και ουσιαστικά διαπιστώθηκε ότι η πραγματική ιδιοκτήτρια δεν έδωσε ποτέ τη συγκατάθεση της να γίνει η επίδικη αγοραπωλησία, λόγω των πλαστογραφιών που έγιναν. Δεν προκύπτει από τη μαρτυρία της οτιδήποτε το ενοχοποιητικό για τον κατηγορούμενο, για να καταδεικνύει την ένοχη διάνοια, γνώση ή ενέργεια σε σχέση με τα υπό εξέταση αδικήματα. Με τη μαρτυρία της Μ.Κ.7, η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού του επεξεγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση με την οποία ανάφερε ότι δεν έχει σχέση με την υπόθεση και ότι είναι αθώος και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ως προς το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου, όπου βεβαίως είναι δικαίωμα του να προβεί σε τέτοια δήλωση, αλλά με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αποδεικτική βαρύτητα της είναι μηδαμινή, διότι δεν προσφέρει οτιδήποτε και εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ουσιαστικά με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, αποδείχθηκε ότι άλλα πρόσωπα συνωμότησαν μεταξύ τους όπως διαπράξουν δόλια συναλλαγή με περιουσία, δηλαδή το ακίνητο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 12, πλαστογραφώντας, δηλαδή συντάσσοντας το Τεκμήριο 11 και το κυκλοφόρησε στο Κτηματολόγιο και στο σπίτι που συντάχθηκε το Τεκμήριο 11, όπου έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί, ότι η πραγματική ιδιοκτήτρια του ακινήτου που είναι το άτομο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 16, ήθελε να πωλήσει το εν λόγω ακίνητο, υπογράφτηκε το Τεκμήριο 8 ως το σχετικό αγοραπωλητήριο, το οποίο επίσης είναι πλαστό, διότι η πραγματική ιδιοκτήτρια δεν υπέγραψε και το έγγραφο αυτό κυκλοφόρησε και κατατέθηκε, αποσπάστηκε από το Μ.Κ.2 το ποσό των €60.000 εν τη εννοία του Νόμου, με βάση τις Ψευδείς Παραστάσεις, ότι τα άτομα που του παρουσιάστηκαν, ήταν τα άτομα που νομιμοποιούνταν να το πουλήσουν το εν λόγω ποσό, εμπίπτει στην κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων και γενικά αποδείχθηκαν τα αδικήματα των κατηγοριών 1 έως 10, πλην όμως δεν αποδείχθηκε η ένοχη διάνοια, γνώση, σκέψη, ενέργεια και εμπλοκή του 3ου κατηγορούμενου και συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Ε.Π. Subject: Criminal/Final Αναφορά: Πλαστογραφία, κυκλοφορία, νομιμοποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο