← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κοζάκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6931/16, 9/7/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κοζάκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6931/16, 9/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6931/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-

  1. ΧΧΧΧΧ Κοζάκου
  2. ΧΧΧΧΧ Παπανικολάου
  3. ΧΧΧΧΧ Κωνσταντινίδη Κατηγορούμενοι ------------------------------------------------- Ημερομηνία: 9 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Θεμιστοκλέους με κ. Σ. Αργυρού Για τους Κατηγορούμενους: κ. Ν. Νεοφύτου Κατηγορούμενοι: παρόντες Μ.Κ.1: παρών -------------------------------------- (Στενοτυπημένα πρακτικά λαμβάνονται από τη στενοτυπίστρια XXXXX Γεωργίου) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες, η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των Άρθρων 371, 91A και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι στις 09/06/2015, στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή απειλή. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το ουσιώδες αδίκημα της απειλής σύμφωνα με το Άρθρο 91A του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο προκάλεσαν στον παραπονούμενο‑Μ.Κ.1, από τη Λεμεσό, τρόμο απειλώντας τον με βία, δηλαδή τον απείλησαν με τη φράση «θα σε λύσουμε, θα σε καθαρίσουμε, έχουμε πολλούς τρόπους». ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική διάταξη του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Οι πιο πάνω αποφάσεις αφορούσαν το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το αδίκημα της απειλής Βιαιοπραγίας, το λεκτικό του οποίου είναι διαφορετικό από το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «91. Όποιος- . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι, πέραν της απειλής η οποία δεν πρέπει να είναι κενή περιεχομένου, και ο σκοπός για τον οποίον γίνεται. Ουσιαστικά, αναζητείται η πρόθεση του κατηγορούμενου που εκτοξεύει μια τέτοια απειλή και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, είναι διαφορετικό. Εκτός από την απόδειξη της απειλής για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, η οποία απειλή θα πρέπει να εξετάζεται αντικειμενικά, απαιτείται και η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον άλλο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το κριτήριο και σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να είναι αντικειμενικό ή εδώ θα πρέπει να είναι υποκειμενικό ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως είναι συνταγμένο το εν λόγω άρθρο, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ερμηνεία από το ότι το κριτήριο κατά πόσο προκαλείται τρόμος ή ανησυχία στον άλλο θα πρέπει να είναι υποκειμενικό και να εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Τυχόν εφαρμογή αντικειμενικού κριτηρίου θα προϋπόθετε στην πρόσθεση λέξεων στο άρθρο κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ποινικοποιήσει την απειλή με βάση την πρόθεση που είχε κάθε κατηγορούμενος όταν την εκτόξευε και συγκεκριμένα την πρόθεση του να προκαλέσει φόβο ή τρόμο στον άλλο, θα το έλεγε ξεκάθαρα. Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το κριτήριο θα ήταν αντικειμενικό και θα εξεταζόταν η πρόθεση που είχε ο κάθε κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα και κατά πόσο εν τέλει προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή φόβος στο θύμα. Στην Αγγλία, όπου διάφορα νομοθετήματα δημιουργούν ξεχωριστά αδικήματα τα οποία έχουν ως συστατικό στοιχείο την απειλή για άσκηση βίας ή την απειλή για πρόκληση θανάτου ή ζημιάς σε περιουσία ή πρόκληση ενόχλησης το λεκτικό τους είναι ξεκάθαρο και εκείνο που αναζητείται είναι η πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα και όχι το αποτέλεσμα στο θύμα αυτό καθεαυτό. (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2009, para. 29-68, p. 2718, para. 19-129, p. 2718 και p. 2229-2230, στις παραγράφου 23-32 - 23-35a). Με βάση το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι το αποτέλεσμα της απειλής το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στον άλλο τρόμου ή ανησυχίας και αυτό θα πρέπει να εξαρτάται από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα. ΜΑΡΤΥΡΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» Το Δικαστήριο εξάλλου, διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) και συνεπώς η Μ.Κ. 2 θα αξιολογηθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Στην υπόθεση Σκορδέλλη - ν - Δημοκρατίας κ.α. Ποινικές Εφέσεις 101 - 104 ημερ. 6/6/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επισημαίνουμε και τονίζουμε ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.» Στην Σιβιτανίδης κ.α. - ν - Δημοκρατίας 2011 2 ΑΑΔ σελ. 166, τονίστηκε ότι μικρές διαφορές στη μαρτυρία πάντοτε υπάρχουν. Όμως, για να επέμβει το Εφετείο, αυτές θα πρέπει να είναι τέτοιες που είτε να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, είτε να είναι ουσιαστικής μορφής, ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 75). Η νομολογία δέχεται ότι μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία, που κατά τα άλλα είναι πειστική, και καταδείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 104). Το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο θα παραθέσει τη μαρτυρία ενός εκάστου μάρτυρα και θα προβαίνει στην αξιολόγηση και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ως προς την επιλογή των κατηγορουμένων να προβούν σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα τους. Ως προς την αξιολόγηση αυτών, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.» Προς απόδειξη της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή έχει προσκομίσει δύο μάρτυρες κατηγορίας, δηλαδή τον παραπονούμενο και τη Μ.Κ.2 που είναι η ανακριτής και αυτή ήταν η μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, μαζί με τα παραδεχτά γεγονότα, καθότι οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να υιοθετήσουν τις καταθέσεις τους ως ανώμοτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν μάρτυρα υπεράσπισης, αφού προηγουμένως το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφότου τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους. Κατ' αρχήν ως προς τα Τεκμήρια A και Β προς αναγνώριση, αυτά παρέμειναν ως τέτοια και δεν έχουν σημειωθεί ως κανονικά τεκμήρια και συνεπώς οτιδήποτε λέχθηκε που αφορά αυτά τα τεκμήρια, καθώς επίσης και το περιεχόμενο αυτών, δεν έχουν πλέον οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Ο Μ.Κ.1 που είναι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση, υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 2, σε αυτήν αφού κάνει αναφορά στην εκπαίδευση που έτυχε, ανέφερε ότι την επίδικη μέρα μετέβηκε στα γραφεία του λογιστή της εταιρείας όπου εργαζόταν, δηλαδή στα γραφεία του πρώτου κατηγορούμενου, για να συζητήσουν την απόκτηση ενός δικινητήριου αεροσκάφους, ως ήταν η προηγούμενη ενημέρωση και άρχισε φιλική συζήτηση με τον πρώτο κατηγορούμενο. Μετά από λίγα λεπτά, ήρθε και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ο επικεφαλής εκπαιδευτής της σχολής, μαζί με ένα άλλο άγνωστο άτομο, που ούτε τον σύστησαν, αλλά σε κατοπινό στάδιο αναγνωρίστηκε ότι ήταν ο τρίτος κατηγορούμενος. Σε εκείνο το σημείο, η ατμόσφαιρα άρχισε να αλλάζει, όπως και ο τόνος της συζήτησης και του είπαν να κλείσει το τηλέφωνο. Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε ότι τον κάλεσε για να τον απολύσει και όταν ο παραπονούμενος του ζήτησε τον λόγο ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε ότι είναι ένας κλέφτης. Όταν ζήτησε ο παραπονούμενος εξηγήσεις, ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε ότι λείπει από το ταμείο το ποσό των €
  1. Ανέφερε ότι πληρωμές από τους πελάτες γίνουνταν στον ίδιο έναντι απόδειξης και κάποτε δεν βρίσκονταν με τον πρώτο κατηγορούμενο για να του τα δώσει, τα είχε στην κατοχή του και με την πρώτη ευκαιρία του τα παρέδιδε. Ο παραπονούμενος του είπε εάν δεν υπήρχε πληρωμή που δεν του την παρέδωσε αυτή μπορεί να βρίσκεται στο γραφείο του στην Πάφο ή στην άλλη του την τσάντα μαζί με τις αποδείξεις που είναι στο σπίτι και πολύ ευχαρίστως εάν του έδινε χρόνο θα πήγαινε να τα έφερνε και να τα παρέδιδε. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 του απάντησαν αρνητικά ότι δεν έχουν χρόνο να πάνε στην Πάφο και παράλληλα του έλεγαν ότι πρέπει να βρεθούν, ο παραπονούμενος τους είπε, εάν το επιθυμούν, θα μπορούσε να πάει σε ΑΤΜ να τραβήξει χρήματα και να τους τα παραδώσει. Αμέσως οι κατηγορούμενοι 1 και 2 του είπαν να παραδώσει το κλειδί στην Πάφο, ενώ το τρίτο άτομο του είπε να κάνει ότι του πουν. Το κλειδί το παρέδωσε, παρέδωσε επίσης το δελτίο εισόδου του Αεροδρομίου Πάφου, αφού του το ζήτησαν τα τρία άτομα με τις φράσεις «εάν δεν το παραδώσεις θα σε δέρουμε», ο παραπονούμενος φοβήθηκε ότι θα το έπαιρναν με τη βία. Στη συνέχεια του ζήτησαν τον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο παραπονούμενος τους είπε ότι η τσάντα του ήταν μέσα στο αυτοκίνητο του και αυτοί του απάντησαν ότι θα κατεβούν μαζί του και θα πάει πάλι πίσω μαζί τους με την τσάντα του και θα τους το παραδώσει. Κατέβηκε με τους κατηγορούμενους 2 και 3 και του είπαν να μην κάνει οποιανδήποτε κίνηση που θα κινήσει υποψίες διότι θα την πάθει επιτόπου, ως η έκφραση τους. Πήρε την τσάντα του από το αυτοκίνητο του, πήγε πίσω στο γραφείο και τους είπε ότι έχει προσωπικά δεδομένα πάνω στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και είναι δικός του. Ο πρώτος κατηγορούμενος του απάντησε ότι δεν τους νοιάζει διότι υπάρχουν πληροφορίες για την πιο πάνω εταιρεία, επίσης, πήραν το USB που τα είχε αποθηκευμένα. Ο παραπονούμενος παραπονέθηκε ότι ήθελε να κλείσει το θέμα, θα σβήσει ό,τι έχει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή στην παρουσία τους, όπου αρνήθηκαν και του είπαν ότι θα το κάνουν αυτοί και θα τον επιστρέψουν όταν θα το θέλουν. Ο πρώτος κατηγορούμενος είναι και ο λογιστής της εταιρείας του που έχει στην κατοχή της ένα αεροσκάφος, το οποίο ο παραπονούμενος ζήτησε, η απάντηση που έλαβε ήταν αρνητική και όταν αποφασίσουν θα το επιστρέψουν. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος του είπε ενώ θα τον απέλυαν, θα παρέμενε σε συγκεκριμένη θέση, δηλαδή Accountantable Management, θεωρητικά, αλλά θα απαγορευόταν να πηγαίνει στο αεροδρόμιο και να παρέμβει σε οποιανδήποτε εργασία της εταιρείας, θα έχανε δηλαδή τη θέση του ως ελεγκτής της λειτουργίας της εταιρείας. Ο παραπονούμενος τους είπε ότι είναι παράνομο και του είπαν ότι εάν πάει στην Αστυνομία ή σε δικηγόρο ή στο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας ή σε οποιοδήποτε, έχουν πολλούς τρόπους να του κάνουν ζημιά και παράλληλα ο πρώτος κατηγορούμενο ρώτησε τον δεύτερο εάν μπορούν να τον κάνουν να χάσει την άδεια του και να μην μπει ξανά στα αεροδρόμια και η απάντηση ήταν καταφατική. Επιπρόσθετα του είπαν ότι θα τον καταγγείλουν για κλοπή των €900 ενώ ήταν 700, εκείνην τη στιγμή πετάχτηκε, ως η έκφραση του, το τρίτο άτομο, δηλαδή ο τρίτος κατηγορούμενος, και του είπε να κάνει ότι του πουν, διότι ο ίδιος δεν λύνει μόνο πρόβλημα αλλά καθαρίζει, και όταν πάει ο παραπονούμενος στην Αστυνομία ή στην Πολιτική Αεροπορία να μην ξαναπατήσει ο παραπονούμενος στην Κύπρο διότι θα τον δει, επίσης, εκείνην την ώρα και οι τρεις άρχισαν να τον απειλούν με την επίδικη φράση. Όταν έφυγε πήγε στο σπίτι του και βρήκε τα χρήματα μέσα στην τσάντα μαζί με τις αποδείξεις, τους πήρε τηλέφωνο για να τους πάρει τα χρήματα και να κλείσει το θέμα και αυτοί με διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες αρνούνταν να τον δουν εκείνην τη μέρα. Αφού το σκέφτηκε λίγο, πήγε χαράματα της επόμενης ημέρας και το ανέφερε στην Αστυνομία, ακολούθως έκανε αναφορά σε άλλα προσωπικά του αντικείμενα που βρίσκονταν στο γραφείο του στην Πάφο, τα οποία ζήτησε μέσω δικηγόρου του, χωρίς ανταπόκριση, τα δε χρήματα και αποδείξεις τις παρέδωσε στην Αστυνομία Πάφου. Έχει παράπονο από τους κατηγορούμενους και ζητά να του επιστραφούν όλα τα αντικείμενα που του ανήκουν. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως το έγγραφο με το οποίο του παραδόθηκαν τα προσωπικά του αντικείμενα που έκανε αναφορά στην κατάθεση του. Ακολούθως αναφέρθηκε στην επίδικη μέρα, όπου ήταν η μέρα που απολύθηκε, στη συνάντηση που έγινε στο γραφείο του πρώτου κατηγορούμενου, αναγνωρίζοντας τον τρίτο κατηγορούμενο ως το τρίτο άτομο που παρεβρίσκετουν στη συνάντηση μαζί με τους άλλους δύο κατηγορούμενους. Αναγνώρισε και περιέγραψε στα Τεκμήρια 1 και 3 τα προσωπικά του αντικείμενα, ανέφερε ότι την επίδικη μέρα οι κατηγορούμενοι 2 και 3 τον κατέβασαν με βία από το αυτοκίνητο του και με την επιστροφή του στο γραφείο του πρώτου κατηγορούμενου, περιέγραψε τα όσα έχουν λεχθεί για να αφαιρεθούν στοιχεία από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο τρίτος κατηγορούμενος στεκόταν με την πλάτη στον τοίχο και είχε το ένα του χέρι πίσω στην πλάτη και φαινόταν, για τον παραπονούμενο, ότι κρατούσε κάποιο ρόπαλο ή μαχαίρι και ο παραπονούμενος φοβήθηκε. Ανέφερε ο παραπονούμενος ότι όπως κατέβαιναν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 του είπαν ότι εάν δουν περιπολικό ή εάν έβλεπαν κάποιο άτομο και ζητούσε βοηθά ότι θα τον έδερναν εκείνη τη στιγμή επιτόπου και θα πάθαινε κάποια ζημιά, περιγράφοντας ταυτόχρονα την επίδικη περιοχή. Αναφέρθηκε στα καθήκοντα του, μεταξύ άλλων, στις εισπράξεις που γίνονταν και στον τρόπο που γίνονταν και παραδίδονταν αναλύοντας την εκκρεμότητα που υπήρχε για το ποσό των €700, το οποίο και παρέδωσε στον κατηγορούμενο
  2. Αναφέρθηκε στη θέση που κατείχε στην εταιρεία και στη θέση που του πρότειναν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να κατέχει μετά την απόλυση του αναλύοντας επίσης και την υπόθεση που αντιμετώπιζε ο ίδιος ως κατηγορούμενος για υπόθεση κλοπής του ποσού των €900 με παραπονούμενους τους κατηγορούμενους 1 και 2, δίδοντας τη δική του εκδοχή ή προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είσπραξε το ποσό που ανέφερε και τις αποδείξεις που έκδωσε για αυτόν τον σκοπό. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε τον τρίτο κατηγορούμενο σε υποθέσεις απειλών και εκβιασμών, αφού και οι δύο είναι γνώστες πολεμικών τεχνών. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στη χρονική στιγμή που έδωσε την κατάθεση του στην παρουσία του δικηγόρου του, αλλά και στη στιγμή που υπέβαλε το παράπονο του στην Αστυνομία, δικαιολογώντας την καθυστέρηση που υπήρχε στο να δώσει την κατάθεση του, στην άρνηση της, δηλαδή στην άρνηση της Αστυνομικού να πάρει την κατάθεση του, παρά το παράπονο που υπέβαλε και που ανέλυσε, η οποία Αστυνομικός τηλεφώνησε στον δεύτερο κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε για το παράπονο του παραπονούμενου. Ανέφερε επίσης ότι η Αστυνομικός έλαβε κάποιες σημειώσεις όταν πήγε στην Αστυνομία την πρώτη φορά, η οποία τηλεφώνησε στον δεύτερο κατηγορούμενο με τον οποίο μιλούσαν και αστειευόντουσαν, η Αστυνομικός δεν πήρε στα σοβαρά τον παραπονούμενο, ενώ τους κατηγορούμενους ναι, κάνοντας επίσης αναφορά ότι έκαναν στον παραπονούμενο και στον φίλο του που ήταν μαζί του έλεγχο αλκοτέστ. Δεν θυμόταν να έχει γίνει διακανονισμός την επίδικη μέρα όταν πήγε για πρώτη φορά στην Αστυνομία έτσι ώστε να δώσει τα χρήματα πίσω και να αποζημιωθεί για την αξία του ηλεκτρονικού υπολογιστή, λέγοντας ότι αυτό που τον ενδιέφερε, ήταν τα δεδομένα και το αεροσκάφος μαζί με τα έγγραφα του, απαντώντας έτσι σε σχετική υποβληθείσα θέση γι' αυτό το θέμα και ότι πρώτη φορά έθεσε θέμα δεδομένων όταν πήγε με τον δικηγόρο του να δώσει κατάθεση, επαναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την όλη εκδοχή του και επικαλέστηκε σχετική αλληλογραφία επί του θέματος αυτού, μεταξύ του δικηγόρου και του πρώτου κατηγορούμενου, δίδοντας έμφαση ότι ήθελε να μην αποσβεστούν τα δικά του προσωπικά δεδομένα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Δικαιολόγησε το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της επίδικης ημέρας και της ημέρας που έδωσε κατάθεση στην απουσία του από την Κύπρο λόγω του φόβου που ένιωσε από τις απειλές. Έδωσε επίσης την δική του ερμηνεία για την παράνομη, όπως την χαρακτήρισε, αφαίρεση του δελτίου εισόδου του Αεροδρομίου Πάφου από τους κατηγορούμενους και τις συνθήκες που αυτό αφαιρέθηκε και γενικά αναφέρθηκε στη λειτουργία ενός τέτοιου δελτίου, καθώς επίσης και στον τρόπο απόκτησης και αφαίρεσης αυτού, αρνούμενος αντίθετες υποβληθείσες θέσεις επί αυτού του θέματος. Επίσης, έδωσε τις δικές του τοποθετήσεις, εξηγήσεις, και ερμηνείες αναφορικά με έγγραφα που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του και κατατέθηκαν ως τεκμήρια και που είχαν ως επίκεντρο κυρίως αυτά που ακολούθησαν της επίδικης ημέρας, ανέφερε επίσης ότι στο μεσοδιάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της επίδικης ημέρας και της ημέρας που έδωσε κατάθεση ήταν στον Λίβανο και όχι στα κατεχόμενα, ως η υποβληθείσα θέση της Υπεράσπισης, λέγοντας ότι αγνοούσε ότι είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Αναφέρθηκε επίσης και σε μια καταγγελία που έκαναν οι κατηγορούμενοι, με την οποία ενημέρωσαν την Πολιτική Αεροπορία ότι ο παραπονούμενος παίρνει ψυχοτρόπα φάρμακα και ότι έχει τάσεις αυτοκτονίας και ενώ αυτό διαψεύσθηκε από τις αρμόδιες αρχές, οι οποίες του απολογήθηκαν. Αναφέρθηκε επίσης στην έκταση των προσωπικών σχέσεων που είχε με τους κατηγορούμενους 1 και 2, όπου ήταν στενότερες οι σχέσεις με τον πρώτο κατηγορούμενο. Αναγνώρισε επίσης τα Τεκμήρια 7 και 8 που αφορούσαν το ποσό της είσπραξης από τον ίδιο χρηματικό ποσό που οι κατηγορούμενοι του απέδωσαν ότι τα έκλεψε τα οποία τεκμήρια ανέλυσε και επεξήγησε. Τη δεύτερη μέρα της αντεξέτασης του, αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι τα χρήματα που είσπραξε τα χρησιμοποιούσε για σκοπούς ενός ταξιδιού στο Παρίσι, δίδοντας τη δική του εξήγηση και ερμηνεία ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εισπράχθηκε το εν λόγω ποσό και παρέμεινε στην κατοχή του και ακολούθως δόθηκε στους κατηγορούμενους, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την κλοπή εκ μέρους του αυτού του ποσού, κάνοντας ταυτόχρονα και αναφορά ως προς τη διεκδίκηση των προσωπικών του αντικείμενων. Επίσης, επανέλαβε τη θέση του περί μη αποδοχής λήψεως κατάθεσης και για το παράπονο που την επόμενη της επίδικης ημέρας και γενικά περί της κακής αντιμετώπισης που είχε από την Μ.Κ.2 και τα όσα έλαβαν χώρα εκείνην τη μέρα, αλλά και την επίδικη μέρα, ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απειλήθηκε από τους κατηγορούμενους, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις ότι δεν έχει απειληθεί και επαναλαμβάνοντας τα όσα ήξερε αναφορικά που τους κατηγορούμενους 2 και 3 ως προς τις γνώσεις τους για πολεμικές τέχνες. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο ότι η καταγγελία του και γενικά η εκδοχή του είναι σκηνοθετημένη και μετά από νομική συμβουλή που έλαβε, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι έλαβε νομική συμβουλή και ότι οι κατηγορούμενοι του προέβαλαν διάφορες προφάσεις για να μην πάρουν τα χρήματα και πιο συγκεκριμένα αυτήν τη φορά ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι επικαλούνταν την έλλειψη χρόνου. Επίσης, αναφέρθηκε εκ νέου στην ύπαρξη των προσωπικών του δεδομένων στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αλλά και των δεδομένων της εταιρείας και της ετοιμότητας του να σβήσει τα δεδομένα της εταιρείας, νοουμένου ότι θα διαφυλάσσονταν τα δικά του δεδομένα, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις της περί μη ύπαρξης δικών του δεδομένων στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι έχουν διαγραφεί τα δεδομένα. Ως προς τις συνθήκες που έγινε η απειλή, ανέφερε επίσης ότι στη συνάντηση που έγινε στο γραφείο του πρώτου κατηγορούμενου, οι κατηγορούμενοι κλείδωσαν την πόρτα, περιέγραψε τη σκηνή όπου κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο του με τη συνοδεία των κατηγορουμένων 2 και 3 και την τροχαία κίνηση που επικρατούσε. Στην τρίτη και τελευταία μέρα της αντεξέτασης του έκανε εκ νέου αναφορά στη διαδρομή που έγινε από το γραφείο του πρώτου κατηγορούμενου προς το αυτοκίνητο του παραπονούμενου με τη συνοδεία των κατηγορουμένων 2 και 3, τελώντας υπό καθεστώς φόβου λόγω των γνώσεων τους σε πολεμικές τέχνες, κάνοντας αναφορά στην τροχαία κίνηση που υπήρχε, δηλαδή τη μη αυξημένη κίνηση που υπάρχει σε σύγκριση με τις πρωινές και μεσημεριανές ώρες, κάνοντας επίσης αναφορά στα λεγόμενα των κατηγορουμένων 2 και 3, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την αμφισβήτηση της εκδοχής του και τη σκηνοθέτηση ψεύδους καταγγελίας κατόπιν συμβουλής τρίτου προσώπου, επικαλούμενος ταυτόχρονα τις σπουδές του στον κλάδο της νομικής. Ανέφερε πως για τον ίδιο, το σημαντικό είναι να δικαστούν τα γεγονότα της επίδικης ημέρας και δεν έχει κάτι εναντίον της Αστυνομίας, αναφέρθηκε στον ρόλο του καθενός κατηγορούμενου την επίδικη μέρα και γενικά στην εμπλοκή του καθενός και τα λεγόμενα τους, χαρακτηρίζοντας τους τρεις κατηγορούμενους ως μια ad hoc συμμορία, αρνούμενος αντίθετες υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την αμφισβήτηση των θέσεων τους. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις ότι το κίνητρο του είναι η καταδίκη των κατηγορούμενων 1 και 2 για να κλείσει η εταιρεία τους, λέγοντας ότι η εταιρεία ήδη έκλεισε και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 άνοιξαν νέα εταιρεία και υπάρχει σχετική δικαστική διαδικασία γι' αυτό το θέμα για την οποία υπήρχαν επίσης αντίθετες θέσεις εκατέρωθεν. Στην επανεξέταση του, κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα για τις οποίες έκανε αναφορά στην αντεξέταση του και υπήρξε αμφισβήτηση του στο στάδιο της αντεξέτασης. Η Μ.Κ.2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το Τεκμήριο 16, στην οποία κάνει αναφορά στο γεγονός ότι στις 10/06/2015 και ώρα 00:50 προσήλθε ο παραπονούμενος στον Αστυνομικό Σταθμό, όπου ανέφερε πως την επίδικη μέρα βρέθηκε με τους κατηγορούμενους στο γραφείο του διευθυντή της εταιρείας, όπου οι κατηγορούμενοι 1 και 2 τον κατηγόρησαν ότι έκλεψε το ποσό των €900 και ότι τον απέλυσαν και του ζήτησαν να παραδώσει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που αγοράστηκε από τον παραπονούμενο και που περιείχε στοιχεία της εταιρείας. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι επιθυμεί να παραδώσει τα χρήματα, τα οποία δεν έκλεψε, αλλά τα ξέχασε σε άλλη τσάντα, ζητώντας επίσης να του επιστραφεί ο υπολογιστής του που δεν τον έδωσε με τη δική του συγκατάθεση. Έγινε τηλεφωνική επικοινωνία με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος είπε ότι έλαβαν τον ηλεκτρονικό υπολογιστή με τη συγκατάθεση του παραπονούμενου και ότι θα τον αποζημιώσουν. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι οι τρεις κατηγορούμενοι που βρίσκονταν στον μέρος τον απείλησαν, ωστόσο συμφώνησε όπως αποζημιωθεί και τους παραδώσει τα λεφτά που πήρε κατά λάθος. Ακολούθως στην κατάθεση της κάνει αναφορά στη λήψη κατάθεσης από τον παραπονούμενο στις 23/07/2015, ως επίσης και στις λήψεις ανακριτικών καταθέσεων από τους κατηγορούμενους 1 και 3, τους οποίους ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι άλλος συνάδελφος της έλαβε την κατάθεση από τον παραπονούμενο, όμως στις 10/06/2015 δεν λήφθηκε κατάθεση από τον παραπονούμενο, διότι αυτός συμφώνησε όπως αποζημιωθεί για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και παραδώσει τα χρήματα που πήρε κατά λάθος, και έτσι έγινε επικοινωνία με τον δεύτερο κατηγορούμενο και έγινε αυτή η διευθέτηση, δηλαδή να αποζημιωθεί για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και να παραδώσει τα χρήματα. Δεν υπήρχε παράπονο για απειλή τη συγκεκριμένη στιγμή και ανέφερε ο παραπονούμενος ότι αυτό το θέμα θα διευθετηθεί με αυτόν τον τρόπο και δεν επιθυμούσε τα περαιτέρω. Η μάρτυρας δεν θυμόταν λεπτομέρειες να της είπε ο παραπονούμενος για το πως οι κατηγορούμενοι του πήραν τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ακολούθως, κατέθεσε ως τεκμήρια τις ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν και τις γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν, ως επίσης και το ημερολόγιο ενέργειας και η απόδειξη παραλαβής Τεκμηρίων, τις οποίες παρέδωσε στον παραπονούμενο. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι τα όσα λέει στην κατάθεση της είναι με βάση τα όσα της είπε ο παραπονούμενος και το ίδιο ισχύει και με τα όσα αναφέρονται στο ημερολόγιο ενέργειας, δηλαδή το Τεκμήριο 17, ανέφερε επίσης ότι δεν ήταν εις γνώση της το Τεκμήριο 10 και δεν ήξερε από πριν τους κατηγορούμενους. Επανέλαβε τη θέση της ότι επικοινώνησε με τον δεύτερο κατηγορούμενο στις 10/06/2015, κάνοντας αναφορά στο περιεχόμενο της τηλεφωνικής τους επικοινωνίας, δεν θυμόταν να επικοινώνησε με τον πρώτο κατηγορούμενο, διαφώνησε με τις θέσεις του παραπονούμενου ως αυτές προβάλλονται στο Τεκμήριο 10, δίδοντας επιπλέον εξηγήσεις και διευκρινίσεις δια μέσου του Τεκμηρίου 23 που είναι επίσης ημερολόγιο ενεργείας. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση της, αναφέρθηκε στις λήψεις των καταθέσεων από τον παραπονούμενο και τους κατηγορούμενους. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πιο πάνω μάρτυρος η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στους κατηγορούμενους τα δικαιώματα τους αυτοί επέλεξαν όπως ασκήσουν το δικαίωμα τους, ανώμοτης δήλωσης, υιοθετώντας ουσιαστικά τις καταθέσεις τους και δεν κάλεσαν μάρτυρα υπεράσπισης. Νομική πτυχή συνομωσίας και απειλής, βάρος απόδειξης, αρχές, αξιολόγησης μαρτυρίας και ανώμοτης δήλωσης παραδεχτών γεγονότων Ο Μ.Κ.1, δηλαδή ο παραπονούμενος, άφησε φτωχή εικόνα στο Δικαστήριο, διότι μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει έντονα το στοιχείο της μεροληψίας και της προκατάληψης εναντίον των κατηγορουμένων, που σε συνδυασμό με την εκδοχή που παρουσίασε και για τους λόγους που το Δικαστήριο επεξηγεί πιο κάτω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκδοχή που παρουσίασε στερείται λογικού ερείσματος και πειστικότητας. Κατ' αρχήν, η αναφορά που έγινε τόσο στην κατάθεση, όσο και στην δια ζώσης του μαρτυρία, ότι οι κατηγορούμενοι και οι τρεις ταυτόχρονα σαν χορωδία, ως η έκφραση, τον απείλησαν με την επίδικη φράση, αναμφίβολα μόνο εύλογα ερωτηματικά και απορίες μπορούν να δημιουργήσουν στο μυαλό του Δικαστηρίου και με βάση τους κανόνες της κοινής λογικής. Έχει διαπιστώσει επίσης το Δικαστήριο ότι όπως θα αναφερθεί πιο κάτω, σωρεία αντιφάσεων μεταξύ της κατάθεσης του και της προφορικής του μαρτυρίας αλλά και μάλιστα σημεία τα οποία δεν αναφέρονται στην κατάθεση του, που το Δικαστήριο κρίνει ότι εάν ήταν αληθινή η εκδοχή του, λόγω ακριβώς της σημασίας αυτών, θα έπρεπε να αναφέρονται στην κατάθεση του. Δηλαδή, για πρώτη φορά στην ακροαματική διαδικασία ο παραπονούμενος ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 τον κατέβασαν με βία για να κατευθυνθεί προς το αυτοκίνητο του, ενώ αυτός ο ισχυρισμός περί χρήσης βίας για να κατεβεί από το γραφείο του κατηγορούμενου 1 στο αυτοκίνητο του δεν αναφέρεται στην κατάθεση του. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του ότι το τρίτο άτομο, δηλαδή ο τρίτος κατηγορούμενος, είχε το χέρι του στην πλάτη σαν να κρατούσε μαχαίρι ή ρόπαλο και επιπρόσθετα το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή του η αναφορά δεν είναι λογική, διότι το λογικό θα ήταν να το λέει στην κατάθεση του και επιπλέον, αφού ο παραπονούμενος πήγε μαζί τους, άρα και μαζί και με τον τρίτο κατηγορούμενο στο αυτοκίνητο, θα πρόσεχε σε όλη αυτήν τη διαδικασία και διαδρομή εάν πράγματι κάτι κρατούσε ο τρίτος κατηγορούμενος στο χέρι του, μάλιστα, σε αυτήν τη διαδρομή, όπου ήταν κοινός δημόσιος χώρος και θα μπορούσε σε κοινή θέα να κρατούσε αυτό το αντικείμενο. Αναμφίβολα, δεν πείθει το Δικαστήριο και στερείται στοιχειώδους πειστικότητας και λογικής η αναφορά του παραπονούμενου ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3, σε πολυσύχναστο δρόμο, σε δημόσιο μέρος, λίγο μετά το απόγευμα, τον απείλησαν ότι ακόμα και στην παρουσία περιπολικού, δηλαδή οργάνου της τάξεως, αλλά και πολιτών, ότι εάν καλούσε σε βοήθεια ότι θα τον έδερναν επιτόπου και αυτή η αναφορά ξενίζει και στερείται στοιχειώδους λογικής και πειστικότητας. Τα όσα ανέφερε ο παραπονούμενος και τις εξηγήσεις του, και στις υποβληθείσες θέσεις για κλοπή του ποσού, είτε των €900, είτε των €700, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι επίδικο ζήτημα στην παρούσα διαδικασία, καθ' ότι εκκρεμούσε σχετική διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, που ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να εκδικάσει αυτόν τον ισχυρισμό και θέση. Αποτελεί, επίσης, μη λογική, πειστική και αξιόπιστη αναφορά του παραπονούμενου ότι ενώ θα τον απέλυαν στη θέση που είχε στην εταιρεία, και μάλιστα με το καθεστώς απειλών, εν τούτοις θα τον κρατούσαν στη θέση που ανέφερε. Είναι πραγματικά απορίας άξιον ότι θα απέλυαν κάποιον και μάλιστα υπό καθεστώς απειλών και μάλιστα υπό κατηγοριών για κλοπή χρηματικού ποσού και να τον κρατούν στη θέση που αναφέρθηκε ο παραπονούμενος. Αυτή η θέση πολύ απλά απορρίπτεται ως στερούμενης πειστικότητας και λογικής. Επίσης, ξενίζουν οι αναφορές του κατηγορούμενου όπου ανέφερε ότι ήταν υπό καθεστώς φόβου, όπως ανέφερε, και παρόλο που ήταν υπό καθεστώς φόβου, επικοινώνησε με τους παραπονούμενους για να ξαναβρεθεί εκ νέου μαζί τους μετά από λίγες ώρες για να τους δώσει τα χρήματα που ανέφερε ότι βρέθηκαν. Αφού πραγματικά τελούσε υπό καθεστώς φόβου και απειλής, πώς είναι δυνατό να επιδιώκει εκ νέου συνάντηση μαζί τους και μάλιστα στην ώρα και τη στιγμή που αναφέρθηκε. Η αναφορά του παραπονούμενου ότι δεν θυμόταν εάν έγινε διακανονισμός για αμοιβαία επιστροφή των χρημάτων και του ηλεκτρονικού υπολογιστή δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι και επί αυτού του σημείου είχε επιλεκτική μνήμη ο παραπονούμενος για να αποφύγει ουσιαστικά το τι πραγματικά έλαβε χώρα τις πρώτες πρωινές ώρες της 10ης Ιουνίου του 2015, στον Αστυνομικό Σταθμό, δηλαδή την αναφορά του παραπόνου του αλλά και της μη επιθυμίας του για έγερσης οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας αφού συμφώνησε για αμοιβαίο διακανονισμό. Αυτή η αναφορά επίσης κρίνεται από το Δικαστήριο ως υστερόβουλη, ακριβώς για να δικαιολογήσει την υστερόβουλη στροφή που επέδειξε ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση, αλλά και ουσιαστικά προσπαθώντας να διαψεύσει εκ των προτέρων την Μ.Κ.2 που για τους λόγους που το Δικαστήριο θα επεξηγήσει πιο κάτω, η Μ.Κ.2 κρίνεται ως αξιόπιστη. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσπάθεια του παραπονούμενου να αμαυρώσει την εικόνα της Μ.Κ.2 έπεσε στο κενό και κρίνεται ως υστερόβουλη, διότι πολύ απλά το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι λογικό και πειστικό εάν πράγματι είχε παράπονο εναντίον των κατηγορουμένων, η Μ.Κ.2 θα λάμβανε σχετική κατάθεση από τον ίδιο, πράγμα που δεν έγινε όμως στις 10/06/2015, αλλά έγινε υστερόβουλα στις 23/07/
  3. Το Δικαστήριο συνεπώς κρίνει, με βάση και την Μ.Κ.2, ως θα αναφερθεί πιο κάτω, ότι στις 10/06/2015 αυτό το οποίο συμφωνήθηκε ήταν ο αμοιβαίος διακανονισμός μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών των επαγγελματικών εκκρεμοτήτων, δηλαδή η παράδοση προσωπικών αντικείμενων και χρηματικού ποσού. Επίσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι πραγματικά απορίας άξιον και ταυτόχρονα μη λογικό και πειστικό, η αναφορά του παραπονούμενου ότι στις 10/06/2015 μέλη της Αστυνομίας υπέβαλαν σε έλεγχο αλκοτέστ τόσο τον παραπονούμενο, όσο και φίλο του παραπονούμενου και είναι πραγματικά απορίας άξιο πώς να λαμβάνει χώρα ένα τέτοιο περιστατικό αλλά και κυρίως το Δικαστήριο και για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω που έχουν ως επίκεντρο την αποδοχή της μαρτυρίας της Μ.Κ.2, ως και το ημερολόγιο ενεργείας ότι ένα τέτοιο γεγονός δεν καταγράφεται στο ημερολόγιο ενεργείας, και το Δικαστήριο κρίνει στην παρούσα υπόθεση το ημερολόγιο ενεργείας είναι ένας ασφαλής οδηγός για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων και συμπερασμάτων. Κατ' επέκταση, η οποιαδήποτε προσπάθεια του παραπονούμενου να αμαυρώσει την εικόνα της Μ.Κ.2 και γενικά της Αστυνομίας στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία. Τα περί αναφοράς που έγιναν τόσο από τον παραπονούμενο, όσο και από τις υποβληθείσες θέσεις περί λήψεως ψυχοτρόπων ουσιών και τάσεων αυτοκτονίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να εξάξει οποιοδήποτε εύρημα και συμπέρασμα επ' αυτών, όχι μόνο λόγω απουσίας σχετικής ιατρικής μαρτυρίας, αλλά και επειδή κρίνονται από το Δικαστήριο ως άσχετα με τα επίδικα ζητήματα. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για την χρησιμοποιήσει του χρηματικού ποσού για ταξίδι από τον παραπονούμενο στο Παρίσι. Όσον αφορά τα πτυχία που παρουσίασε ο παραπονούμενος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία και δεν επηρεάζουν ούτε επιβεβαιώνουν ή διαψεύδουν την αξιοπιστία του, διότι πολύ απλά αυτό που χρειάζεται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης είναι να αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία η εκδοχή του και όχι οποιαδήποτε ακαδημαϊκή του μόρφωση. Το Δικαστήριο κρίνει και έχει εντοπίσει ότι ο παραπονούμενος προσπάθησε να εμπλουτίσει την εκδοχή του και το Δικαστήριο εξηγεί κατά τη δικάσιμο 23 Ιανουαρίου του 2019 εμπλούτισε την εκδοχή του, λέγοντας ότι απειλήθηκε και με τη φράση «θα σε κάνω μαύρο που το ξύλο» και με τη φράση «ξέρουμε που μένεις» και το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η εκδοχή όχι μόνο δεν καλύπτεται από τα επίδικα γεγονότα και την επίδικη κατηγορία, αλλά το Δικαστήριο κρίνει ότι εμπίπτει στο ευρύτερο πλαίσιο της προσπάθειας του παραπονούμενου για να δικαιολογήσει τον χρόνο που μεσολάβησε για να δώσει ουσιαστικά την εκδοχή του στην Αστυνομία. Επίσης, για πρώτη φορά εξειδίκευσε σε εκείνην τη δικάσιμο τις προφάσεις που του έλεγαν οι κατηγορούμενοι, στην έκκληση του να τους δώσει τα χρήματα του, και που ήταν η επίκληση έλλειψης χρόνου, πράγμα για το οποίο το Δικαστήριο έκανε ήδη σχετική αξιολόγηση. Αποκορύφωμα στις μη σταθερές εκδοχές του κατηγορούμενου αποτέλεσαν τα όσα έλαβαν χώρα και ανέφερε στην τελευταία μέρα της αντεξέτασης του και που ουσιαστικά αφορούσαν την εμπλοκή του καθενός κατηγορούμενου ξεχωριστά, αλλά και τα λεγόμενα, δηλαδή ουσιαστικά ανέφερε από τη μια ότι έχει να πει τα είχε πει στη μαρτυρία του αλλά και στην κατάθεση του ενώ στην τελευταία δικάσιμο ανέφερε τελικά ότι η εμπλοκή του πρώτου κατηγορούμενου ήταν ότι ρώτησε τον δεύτερο κατηγορούμενο εάν μπορεί ο παραπονούμενος να αποκλειστεί από τα αεροδρόμια και ο δεύτερος κατηγορούμενος απάντησε καταφατικά, ο δε τρίτος τον απείλησε ότι μπορεί να τον κάνει να μην ξαναπατήσει στην Κύπρο, φράση η οποία δεν καλύπτεται από την επίδικη κατηγορία. Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος ανέφερε ο παραπονούμενος ότι επιβεβαίωσε τα λεγόμενα του πρώτου κατηγορούμενου και είπε στον παραπονούμενο ότι εάν δεν κάνει αυτά που του ζητούν είχαν τρόπους να το λύσουν το πρόβλημα και ο τρίτος κατηγορούμενος, δηλαδή χρησιμοποιώντας τον τρίτο κατηγορούμενο, ενώ σε κατοπινό στάδιο για να επανορθώσει την πιο πάνω σύγχυση που επικρατούσε, ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι επιβεβαίωναν τα λόγια του καθενός και συμφωνούσαν, κατ΄επέκταση, οι πιο πάνω εκδοχές βεβαίως δεν κρίνονται ως αξιόπιστες από το Δικαστήριο. Ως προς τα Τεκμήρια 7 και 8 που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και που αφορούν το ζήτημα της κλοπής, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω λόγω της αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να αξιολογήσει αυτό το ζήτημα. Όσον αφορά τα τεκμήρια, δηλαδή τον Πανεπιστημιακό τίτλο, έχει ήδη γίνει σχετική αναφορά πιο πάνω, τα υπόλοιπα έγγραφα που κατατέθηκαν στη μαρτυρία του παραπονούμενου και που αφορούν κυρίως τη σχετική αλληλογραφία, δεν έχουν αποδεικτική βαρύτητα και αξία, διότι συντάχθηκαν μετά την επίδικη ημερομηνία και που καταγράφονται οι θέσεις και που είχαν ως επίκεντρο την εκδοχή του παραπονούμενου η οποία έχει αξιολογηθεί ως πιο πάνω αναξιόπιστη. Η Μ.Κ.2 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο ως ανακριτής, αφού μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οποιανδήποτε πρόθεση της μάρτυρος να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε και γενικά το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, είτε στις δια ζώσης μαρτυρίες. Το Δικαστήριο έχει πειστεί μέσα από τη μαρτυρία της αναφορικά με τις συνθήκες και γενικά τι έλαβε χώρα στην πρώτη επίσκεψη του παραπονούμενου στην Αστυνομία και με βάση την οποία ουσιαστικά ο παραπονούμενος δεν επιθυμούσε τη λήψη οποιωνδήποτε Δικαστικών μέτρων εναντίον του κατηγορούμενου και γενικά την προώθηση του παραπόνου, αλλά ότι αυτό που επιθυμούσε ήταν την αμοιβαία διευθέτηση των επαγγελματικών εκκρεμοτήτων μεταξύ του ιδίου και των κατηγορουμένων 1 και 2, που ήταν, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, η επιστροφή του computer και των λοιπών αντικείμενων του παραπονούμενου και η επιστροφή από τον παραπονούμενο το ανάλογο ποσό που κρατούσε, εξού και αυτός είναι και ο λόγος που δεν λήφθηκε παράπονο στις 10/06/2015, γεγονός που αποδέχεται το Δικαστήριο. Η Μ.Κ.2 ουσιαστικά διέψευσε τον παραπονούμενο και τα όσα έλαβαν χώρα στις 10/6/19 και το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι υπό τις περιστάσεις λογικό και πειστικό να μην γνωρίζει οτιδήποτε αναφορικά για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 και το Δικαστήριο αποδέχεται βεβαίως ως λογική και πειστική την αναφορά της, ότι στις 10/06/2015 δεν έλαβε χώρα αλκοτέστ στον παραπονούμενο, αλλά ούτε και σε άλλο πρόσωπο. Επίσης, μέσα από τα ημερολόγια ενεργείας που κατέθεσε η Μ.Κ. 2 διαφαίνεται ουσιαστικά και αποδεικνύεται το τι πραγματικά λέκτηκε από τον παραπονούμενο την επίδικη μέρα αποδεικνύοντας και επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά την υστερόβουλη και αντιφατική εκδοχή που προέβαλε ο παραπονούμενος, όπως αυτή αναφέρθηκε πιο πάνω. Συνακόλουθα η Μ.Κ. 2 κρίνεται ως αξιόπιστη από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορούμενων, το Δικαστήριο με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο κρίνει ότι δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι απλά δεν καλύπτονται από οποιαδήποτε μαρτυρία και ούτε επιβεβαιώνουνται χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι δεν έχει οποιαδήποτε μοιραία κατάληξη αυτή η αξιολόγηση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο έκρινε ως αναξιόπιστη την εκδοχή του παραπονούμενου. Κατάληξη: Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, λόγω δηλαδή της μη αποδοχής της εκδοχής του παραπονούμενου ως αναξιόπιστης, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............ Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Final Αναφορά: Συνωμοσία - Απειλή 91(Α) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.