Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαρθάρη, Αρ. Υπόθεσης: 10718/16, 22/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Απο
tended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το άρθρο 242 δε όσο αφορά το νοητικό στοιχείο το αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα ‑ παρανόμως‑ (unlawfully) (βλ. Δήμος Πετρόπουλος εναντίον Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελίδα 574). Καθιστά όμως ο ίδιος ο Νόμος με τις διατάξεις του Άρθρου 17 συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (βλ. Υπόθεση Πετρόπουλος (ανωτέρω). Όσον αφορά την προβολή της υπεράσπισης της άμυνας, σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα του μακαριστού Κώστα Σατολιά Στοιχεία Ποινικού Δικαίου και Δικονομίας Σελ. 44 - 55, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 17 Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ ΠΟΥ ΑΙΡΕΙ ΤΟΝ ΑΔΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ Στο άρθρο 17 προνοείται ότι: «Πράξη ή παράλειψη, που διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, δυνατόν να μη καταλογιστεί σε αυτόν που διέπραξε, αν αυτός μπορέσει να αποδείξει ότι αυτή έγινε ή παραλείφθηκε μόνο για αποτροπή συνεπειών διαφορετικά αναπότρεπτων, οι οποίες, αν δεν αποτραπούν θα επιφέρουν σε αυτό ή σε πρόσωπα τα οποία αυτός έχει υποχρέωση να προστατεύσει, αναπότρεπτο και ανεπανόρθωτο κακό, ότι η πράξη δεν υπερέβη το εύλογα αναγκαίο με αυτό, επίσης ότι το κακό που προκλήθηκε από αυτόν δεν ήταν δυσανάλογο με εκείνο το οποίο αποτράπηκε». Η αυτοάμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την αυστηρή έννοια του όρου. Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι κάτω από ορισμένες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Η θεώρηση αυτή λειτουργεί προς όφελος του κατηγορούμενου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Βλ. Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.ΑΔ. 251, στην οποία υιοθετήθηκαν οι αγγλικές αποφάσεις R. ν. Wheeler
(1967)3 All E.R. 829, 830 και Lobell
(1957)1 Q.B.D. 547. To ερώτημα πάντοτε είναι κατά πόσο η βία που χρησιμοποίησε υπό τις περιστάσεις ένας κατηγορούμενος ήταν εύλογα αναγκαία. Μεταξύ των περιστάσεων εξετάζεται και η διανοητική κατάσταση (mental state) του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η αναγκαία ή νόμιμη άμυνα καθορίζεται από τις συνθήκες και περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Βλ. Μαραγκός (πιο πάνω), Miliotis ν. Police
(1971)2 C.L.R 292, Maifoshis ν. Police
(1978)2 C.L.R 9, R. ν. Julien
(1969)2 All E.R. 856, Palmer v. R.
(1971)55 Cr. App. R. 223, R. v. Shannon
(1980)71 Cr. App. R. 192, Δημακόπουλος v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 170. To θέμα της αυτοάμυνας όπως προ4νοείται στο άρθρο 7.3 του Συντάγματος, στο άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα και στη Νομολογία, ως αναφερόμενο σε ενέργεια προς αποφυγή ανάλογης και άλλως αναπότρεπτης συνέπειας, εξετάστηκε σε έκταση από τη Ανώτατο Δικαστήριο στη Γεώργιος Βασιλείου Νικολάου και άλλος V Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482 εκτενή αποσπάσματα της οποίας καταγράφονται στη συνέχεια. «Εκ των πραγμάτων, η έννοια της "εύλογα" αναγκαίας βίας μόνο αντικειμενική μπορεί να είναι, αφού ο ίδιος ο όρος "εύλογα" εισηγείται διαμόρφωση αντικειμενικής κρίσης εκ μέρους του δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων. Επειδή όμως ακριβώς το θέμα αφορά κρίση επί των γεγονότων, και μάλιστα σε συνάρτηση προς το λογικό της αντίδρασης προσώπου ισχυριζομένου ότι ευρέθη στην ανάγκη να υπερασπίσει τον εαυτό του, το υποκειμενικό στοιχείο της δικής του τοποθέτησης στην εξεταζόμενη κατάσταση πραγμάτων οπωσδήποτε υπεισέρχεται στο θέμα, μαζί με όλα τα άλλα δεδομένα. Όχι όμως ασφαλώς υπό τη μορφή του αν ο ίδιος ο κατηγορούμενος έκρινε ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν εύλογα αναγκαία, αλλά ώστε η δική του λογική αντίληψη των πραγμάτων να ληφθεί υπ' όψη, μαζί με όλα τα άλλα στοιχεία, για να αποφασισθεί αν ήταν εύλογα αναγκαία - "... that which was reasonable
the light of the circumstances as they reaonably appeared to the accused ...", όπως το διατύπωσε o Edmund Davies, L.J. (ως ήτο τότε), στην Mclnnes [1969] 55 Cr. App. R. 551, o. 562, στην οποία ακολουθήθηκε από το Court of Appeal η Julien [1969] 53 Cr. App ,R. 407 και υιοθετήθηκε η κλασσική διατύπωση της αρχής της αυτοάμυνας από τον Lord Morris στην Palmer ν. R. [1971] A.C. 814 (P.C.), στις σελίδες 831-832: «
their Lordships' view the defence of self-defence is one which can be and will be readily understood by any jury. It is a straightforward conception. It
volves no abstruse legal thought. It requires no set words by way of explanation. No formula need be employed
reference to it. Only common sense is needed for its understanding. It is both good law and good sense that a man who is attacked may defend himself. It is both good law and good sense that he may do, but may only do, what is reasonably necessary. But everything will depend upon the particular facts and circumstances. Of these a jury can decide. It may
some cases be only sensible and clearly possible to take some simple avoiding action. Some attacks may be serious and dangerous. Others may not be. If there is some relatively minor attack it would not be common sense to permit some action of retaliation which was wholly out of proportion to the necessities of the situation. If an attack is serious so that it puts someone
immediate peril then immediate defensive action may be necessary. If the moment is one of crisis for someone
imminent danger he may have to avert the danger by some
stant reaction. If the attack is all over and no sort of peril remains then the employment of force may be by way of revenge or punishment or by way of paying off an old score or may be pure aggression. There may no longer be any link with a necessity of defence. Of all these matters the good sense of a jury will be the arbiter. There are no prescribed words which must be employed
or adopted
a summing up. All that is needed is a clear exposition,
relation to the particular facts of the case, of the conception of necessary self-defence. If there has been no attack then clearly there will have been no need for defence. If there has been attack so that defence is reasonably necessary it will be recognised that a person defending himself cannot weigh to a nicety the exact measure of his necessaiy defensive action. If a juiy thought that
a moment of unexpected anguish a person attacked had only done what he honestly and
stinctively thought was necessary that would be most potent evidence that only reasonable defensive action had been taken. A jury will be told that the defence of self-defence, where the evidence makes its raising possible, will only fail if the prosecution show beyond doubt that what the accused did was not by way of self-defence. But their Lordships consider,
agreement with the approach
the De Freitas case [1960] 2 W.I.R. 523, that if the prosecution have shown that what was done was not done
self-defence then that issue is eliminated from the case. If the jury consider that an accused acted
self-defence or if the jury are
doubt as to this then they will acquit. The defence of self-defence either succeeds so as to result
an acquittal or it is disproved
which case as a defence it is rejected.
a homicide case the circumstances may be such that it will become an issue as to whether there was provocation so that the verdict might be one of manslaughter. Any other possible issues will remain. If
any case the view is possible that the
tent necessary to constitute the crime of murder was lacking then that matter would be left to the jury.» Ο συσχετισμός του αντικειμενικού κριτηρίου προς τις περιστάσεις συνοψίζεται και από τον Lord Diplock στην Reference under s 48A of the Criminal Appeal (Northern Ireland) Act 1968 (No 1 of 1975) [1976] 2 All E.R. 937 στη σ. 947, σε συνάρτηση προς την ανάλογη υπεράσπιση της χρήσης εύλογα αναγκαίας βίας για την αποτροπή εγκλήματος: «The form
which the jury would have to ask themselves the question
a trial for an offence against the person
which this defence was raised by the accused, would be: are we satisfied that no reasonable man (a) with knowledge of such facts as were known to the accused or reasonably believed by him to exist (b)
the circumstances and time available to him for reflection (c) could be of opinion that the prevention of the risk of harm to which others might be exposed if the suspect were allowed to escape, justified exposing the suspect to the risk of harm to him that might result from the kind of force that the accused contemplated using?» H Shannon [1980] 71 Cr. App. R. 192, όχι μόνο δεν διαφοροποιεί τη θέση αυτή αλλά την ακολουθεί. Όπως παρατήρησε ο Ormrod, L.J. σχολιάζοντας το απόσπασμα από την απόφαση του Lord Morris στην Palmer ν. R στις σελίδες 195-196: «The whole tenor of this statement of the law is directed to the distinction which has to be drawn between acts which are essentially defensive
character and acts which are essentially offensive, punitive, or retaliatory
character. Attack may be the best form of defence, but not necessarily
law. Counter-attack within limits is permissible; but going over to the offensive when the real danger is over is another thing.» Και το κριτήριο για τη διαπίστωση εκείνη παραμένει, στο τέλος της ημέρας, αντικειμενικό, ως προς το εύλογο της βίας που χρησιμοποιήθηκε, λαμβανομένων υπ' όψη όλων των περιστάσεων. Η καταδίκη στη Shannon παραμερίσθηκε μόνο και μόνο διότι η καθοδήγηση του δικαστή προς τους ενόρκους κρίθηκε ελαττωματική αφού δεν περιείχε αναφορά στο σύνολο των περιστάσεων, όπως αναπτύχθησαν στην Palmer ν. R., περιλαμβανομένης της αντίληψης του κατηγορούμενου ως προς την, απεγνωσμένη, κατάσταση στην οποία θεώρησε ότι εβρίσκετο. Η R. ν Clegg [1995] 1 A.C. 482 δείχνει ακριβώς το κριτήριο και το όριο της αυτοάμυνας, έχει δε ισχυρή αναλογία προς την προκειμένη υπόθεση, αφού εκρίθη εκεί από το Court of Appeal
Northern Ireland (η έφεση στο House of Lords αφορούσε άλλο και ακόλουθο νομικό σημείο) ότι, αν και οι τρεις πρώτοι πυροβολισμοί κατά του αυτοκινήτου ερίφθησαν στα πλαίσια αυτοάμυνας, ο τέταρτος - και θανατηφόρος - πυροβολισμός ο οποίος ερίφθη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου ενώ αυτό απεμακρύνετο δεν ήταν στα πλαίσια αυτοάμυνας αφού συνιστούσε υπερβολική και δυσανάλογη χρήση βίας. Στην απόφαση της Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης στην υπόθεση Kelly ν. United Kingdom, 17579/90, 13.1.1993, η Επιτροπή παρατήρησε κατ' αρχή την αυστηρότητα του ενιαίου κριτηρίου "absolutely necessary" που αναφέρεται στη χρήση επιτρεπτής βίας στα πλαίσια του άρθρου 2.2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο αντιστοιχεί προς το άρθρο 7.3(β) και το οποίο προνοεί: «2. Deprivation of life shall not be regarded as
flicted
contravention of this Article when it results from the use of force which is no more than absolutely necessary: a.
defence of any person from unlawful violence; b.
order to effect a lawful arrest or to prevent the escape of a person lawfully detained; c.
action lawfully taken for the purpose of quelling a riot or
surrection." Όπως το έθεσε στις σελίδες 41-42: "As a preliminary remark, the Commission would emphasise that the situations where deprivation of life may be justified are exhaustive and must be narrowly
terpreted. The use of force which has resulted
a deprivation of life must have been shown to have been "absolutely necessary" for one of the purposes set out
the second paragraph. The Commission has held that the test of necessity
cludes an assessment as to whether the
terference was proportionate to the legitimate aim pursued and that the qualification of the word "necessary" by the adverb "absolutely"
dicates that a stricter and more compelling test of necessity must be applied than
the context of other provisions of the Convention. More specifically, the Commission considered that: '... Article 2 para. 2 permits the use of force for the purposes enumerated
sub-paragraphs (a), (
- b)and (
- c)subject to the requirement that the force used is strictly proportionate to the achievement of the permitted purpose.
assessing whether the use of force is strictly proportionate, regard must be had to the nature of the aim pursued, the dangers to life and limb
herent
the situation and the degree of the risk that the force employed might result
loss of life. The Commission's examination must have due regard to all the relevant circumstances surrounding the deprivation of life» (No. 10044/82, Dec. 10.7.84, D.R. 39 pp. 162, 171).' Εφαρμόζοντας την αρχή αυτή στην ενώπιον της υπόθεση, επεσήμανε ότι (σ. 42): "... the Commission is satisfied that the shooting
this case was for the purpose of apprehending the occupants of the stolen car, who were reasonably believed to be terrorists,
order to prevent them carrying out terrorist activities. Accordingly, the action of the soldiers
this case was taken for the purpose of effecting a lawful arrest within the meaning of Article 2 para. 2(b) of the Convention.................................. The Commission has therefore examined whether the force used
pursuit of the above aim was "absolutely necessary",
particular whether it was strictly proportionate, having regard to the situation confronting the soldiers, the degree of force employed
response and the risk that the use of force could result
the deprivation of life. " Παρατηρώντας δε ότι ο μόνος τρόπος να σταματήσουν το αυτοκίνητο ήταν πυροβολώντας εναντίον του όπως έκαναν, τόνισε ότι (σ. 43): "Their conduct must also be assessed against the background of the events
Northern Ireland, which is facing a situation
which terrorist killings have become a feature of life.
this context the Commission recalls the judge's comments that, although the risk of harm to the occupants of the car was high, the kind of harm to be averted (as the soldiers reasonably thought) by preventing their escape was even greater, namely the freedom of terrorists to resume their dealing
death and destruction.» Η υπόθεση Kelly δεν αποφασίζει ότι η οποιαδήποτε βία είναι επιτρεπτή αν μόνον έτσι μπορεί να επιτευχθεί η σύλληψη. Αυτό που αποφασίζει είναι ότι, δοθείσας της πολύ περιορισμένης έκτασης της υπεράσπισης του άρθρου 2.2, η χρήση της απολύτως αναγκαίας βίας είναι επιτρεπτή μόνον όπου είναι ανάλογη του συγκεκριμένου σκοπού τον οποίο επιδιώκει, ο οποίος στην περίπτωση εκείνη ήταν να συλληφθούν από τις δυνάμεις ασφαλείας, και όχι από οποιοδήποτε ιδιώτη, άτομα τα οποία λογικά εκρίθησαν ότι ήσαν απεγνωσμένοι τρομοκράτες ώστε vc εμποδισθούν να συνεχίσουν τις τρομοκρατικές ενέργειες τους λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπ' όψη την επικρατούσα κατάσταση πραγμάτω1 στη Βόρειο Ιρλανδία. Ανάλογη αντίκρυση διακρίνεται και στην απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση Stewart ν. United Kingdom, 10044/82, 10.7.1984, η οποία, αν και δεν αφορούσε τη χρήση βίας για σκοπούς σύλληψης δυνάμει του άρθρου 2.2(b) όπως η Kelly αλλά τη χρήση βίας προς το σκοπό καταστολής εξέγερσης δυνάμει του άρθρου 2.2(c), τονίζει το ενιαίο και το περιορισμένο του κριτηρίου της απόλυτα αναγκαίας βίας του άρθρου 2.2. Όπως αναφέρεται στις σελίδες 134-136: «11. The Commission's approach to the
terpretation of Article 2 must be guided by a recognition that it constitutes one of the most important rights
the Convention, from which no derogation is permissible, even
times of public emergency (Article 15 par. 2). 12. Article 2 requires that the right to life 'shall be protected by law', and sets limits to the circumstances and conditions,
which the taking of life by a public authority may be permitted. Four different sets of situations are enumerated
which deprivation of life is not to be regarded as a violation of the right to life. The first is found
the second sentence of paragraph 1, and the remaining three are enumerated
paragraph
- These situations, where deprivation of life may be justified, are • exhaustive and must be narrowly
terpreted, being exceptions to, or
dicating the limits of, a fundamental Convention right 16. As regards the
terpretation of the concept 'absolutely necessary', guidance can be sought
the Court's and Commission's jurisprudence.
the Handyside Case (judgment of 7.12.76, Eur. Court H.R. Series A No. 24, par. 48) the Court stated the following
the context of Article 10 par. 2: 'The Court notes at this juncture that, whilst the adjective 'necessary' within the meaning of Article 10 par. 2, is not synonymous with '
dispensable' (cf.
Article 2par.
2 and 6 par. 1, the words 'absolutely necessary' and 'strictly necessary' and,
Article 15par.
1, the phrase 'to the extent strictly required by the exigencies of the situation'), neither has it the flexibility of such expressions as 'admissible', 'ordinary' (cf. Article 4 par. 3), useful' (cf. the French text of the first paragraph of Article 1 of Protocol No. 1), 'reasonable' (cf. Article 5 par. 3 and 6 par. 1) or 'desirable'.1 17. The Court has reaffirmed that 'necessary' implies a 'pressing social need'
the Sunday Times Case (judgment of 26.4.79, Series A No. 30, par. 59) - also
the context of Article 10 par. 2 - and
the Dudgeon Case (judgment of 22.10.81, Series A No. 45, par. 51)
the context of Article 8 par.
- Above all, the test of'necessity'
cludes an assessment as to whether the
terference with the Convention right was proportionate to the legitimate aim pursued (Sunday Times Case, loc. cit., par. 62, p. 38). Finally, the qualification of the word 'necessary'
Article 2par.
2 by the adverb 'absolutely'
dicates that a stricter and more compelling test of necessity must be applied. 19. Having regard to the above, the Commission thus considers that Article 2 par. 2 permits the use of force for the purposes enumerated
sub-paragraphs (a), (
- b)and (
- c)subject to the requirement that the force used is strictly proportionate to the achievement of the permitted purpose.
assessing whether the use of force is strictly proportionate, regard must be had to the nature of the aim pursued, the dangers to life and limb
herent
the situation and the degree of the risk that the force employed might result
loss of life. The Commission's examination must have due regard to all the relevant circumstances surrounding the deprivation of life." Εγκρίνοντας τη χρησιμοποιηθείσα στην ενώπιον της υπόθεση βία ως απόλυτα αναγκαία υπό τις περιστάσεις, η Επιτροπή τόνισε ότι (σ. 137): "27.
assessing this question, the Commission must also bear
mind that the events took place
Northern Ireland which is facing a situation of continuous public disturbance that has given rise to much loss of life (see e.g. Case of Ireland v. The United Kingdom, Series A, Vol. 25). Moreover, rioting of the kind which occurred
the present case is a frequent occurrence and gives rise to the apprehension, as adverted to by Lord Justice Jones, that the disturbance will be used as a cover for sniper attack, although no claim has been made
the present case that the patrol actually came under such attack.
- It recalls that the group of soldiers were confronted with a hostile and violent crowd of 150 persons who were attacking them with stones and other missiles, and, further, that the soldier's aim was disturbed at the moment of discharge when he was struck by several missiles.» Αντίθετα, στην υπόθεση Farrell, 9023/80, 11.12.1982, η οποία μάλιστα αφορούσε, όπως και η Kelly, τη χρήση βίας για σκοπούς σύλληψης δυνάμει του άρθρου 2.2(β), η υπόθεση εκρίθη παραδεκτή (δεν εκδικάσθηκε τελικά αφού διευθετήθηκε) και δεν έγινε αποδεκτή η θέση ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν αποδεδειγμένα απόλυτα αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Η υπόθεση αφορούσε θάνατο προερχόμενο από πυροβολισμούς που ερίφθησαν από στρατιώτες στη Βόρειο Ιρλανδία εναντίον τριών ανδρών τους οποίους εύλογα εξέλαβαν ότι αποπειράθησαν να τοποθετήσουν βόμβα. Το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πραγματεύεται τις παραμέτρους του άρθρου 2.2 στην απόφαση του στην υπόθεση McCann and others ν. United Kingdom, 27.9.1995, series A, volume
- Στις σελίδες 45-46 αναφέρει: «
- The Court's approach to the
terpretation of Article 2 must be guided by the fact that the object and purpose of the Convention as an
strument for the protection of
dividual human beings requires that its provisions be
terpreted and applied so as to make its safeguards practical and effective (see,
ter alia, the Soering v. the United Kingdom judgment of 7 July 1989, Series Ano. 161, p. 34, § 87, and the Loizidou v. Turkey (Preliminary Objections) judgment of 23 March 1995, Series Ano. 310, p. 27, §72). 147. It must also be borne
mind that, as a provision which not only safeguards the right to life but sets out the circumstances when the deprivation of life may be justified, Article 2 ranks as one of the most fundamental provisions
the Convention -
deed one which,
peacetime, admits of no derogation under Article
- Together with Article 3 of the Convention, it also enshrines one of the basic values of the democratic societies making up the Council of Europe (see the above-mentioned Soering judgment, p. 34, §88). As such, its provisions must be strictly construed.
- The Court considers that the exceptions delineated
paragraph 2
dicate that this provision extends to, but is not concerned exclusively with,
tentional killing. As the Commission has pointed out, the text of Article 2, read as a whole, demonstrates that paragraph 2 does not primarily define
stances where it is permitted
tentionally to kill an
dividual, but describes the situations where it is permitted to "use force" which may result, as an unintended outcome,
the deprivation of life. The use of force, however, must be no more than "absolutely necessary" for the achievement of one of the purposes set out
sub-paragraphs (a), (
- b)or (
- c)(see application no. 10044/82, Stewart v. the United Kingdom, 10 July 1984, Decisions and Reports 39, pp. 169-71). 149.
this respect the use of the term "absolutely necessary"
Article 2
§ 2
dicates that a stricter and more compelling test of necessity must be employed from that normally applicable when determining whether State action is "necessary
a democratic society" under paragraph 2 of Article 8 to 11 of the Convention.
particular, the force used must be strictly proportionate to the achievement of the aims set out
sub-paragraphs 2 (a), (
- b)and (
- c)of Article 2. 150.
keeping with the importance of this provision
a democratic society, the Court must,
making its assessment, subject deprivations of life to the most careful scrutiny, particularly where deliberate lethal force is used, taking
to consideration not only the actions of the agents of the State who actually administer the force but also all the surrounding circumstances
cluding such matters as the planning and control of the actions under examination.» Η υπόθεση αφορούσε το θάνατο τριών ατόμων από πυροβολισμούς στρατιωτών οι οποίοι εύλογα (αν και λανθασμένα), θεώρησαν ότι οι τρεις, που ήσαν μέλη του IRA, επρόκειτο άμεσα να προκαλέσουν την έκρηξη αυτοκινήτου-βόμβας στο κέντρο του Γιβραλτάρ. Η Επιτροπή είχε κρίνει ότι η χρησιμοποιηθείσα βία ήταν τέτοια και τόση ώστε να καθίστατο απόλυτα αναγκαία για την προστασία της ζωής των πολλών ανθρώπων που θα κινδύνευαν να σκοτωθούν αν δεν απετρέπετο η δράση την οποία ανέμεναν στα πλαίσια του άρθρου 2.2(a). Το Δικαστήριο (αν και ουσιαστικά διχασμένο, με πλειοψηφία 10 προς 9) ήχθη σε διαφορετική απόφαση επί των γεγονότων, αποφαινόμενο ότι (σ. 62): «... having regard to the decision not to prevent the suspects from travelling
to Gibraltar, to the failure of the authorities to make sufficient allowances for the possibility that their
telligence assessments might,
some respects at least, be erroneous and to the automatic recourse to lethal force when the soldiers opened fire, the Court is not persuaded that the killing of the three terrorists constituted the use of force which was no more than absolutely necessary
defence of persons from unlawful violence within the meaning of Article 2 § 2(a) of the Convention.» Η κατάληξη αυτή τονίζει την αυστηρότητα με την οποία, ακόμα και σε ακραίες περιπτώσεις όπου τα ίδια τα εντεταλμένα ειδικά όργανα του νόμου προβαίνουν σε ενέργειες που αποσκοπούν στον μέγιστο σκοπό της προστασίας της ζωής, πολλών μάλιστα ανθρώπων, το κριτήριο της απόλυτης αναγκαιότητας της χρησιμοποιηθείσας βίας σε συνάρτηση προς κάθε παράμετρο παραμένει ισχυρό». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise
surance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Στην υπόθεση Σκορδέλλη - ν - Δημοκρατίας κ.α. Ποινικές Εφέσεις 101 - 104 ημερ. 6/6/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «΄Επισημαίνουμε και τονίζουμε ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.» Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης.» Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ.Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.» Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ο ΜΚ1, δηλαδή ο ανακριτής της υπόθεσης, άφησε σε γενικές γραμμές θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο μάρτυρας αυτός, όντας ο ανακριτής της υπόθεσης, προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα για να εξιστορήσει στο Δικαστήριο όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψή του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιανδήποτε μεροληπτική στάση υπέρ ή εναντίον, είτε του Κατηγορουμένου, είτε του Παραπονουμένου. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο, είτε στην εκτέλεση των καθηκόντων του εν λόγω μάρτυρα ως ανακριτής, είτε στη δια ζώσης του μαρτυρία. Γενικά το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο μάρτυρας αυτός ως ανακριτής έχει εκτελέσει τα καθήκοντά του στο ακέραιο και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο, αφού δεν δίσταζε να παραδεχτεί άλλωστε αν κάτι δεν γνώριζε από την άμεση εμπλοκή του, αποκάλυπτε δε και την πηγή της γνώσης του. Κατ' επέκταση, το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ΜΚ1 ως αληθή και αξιόπιστη. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το κλειδί της υπόθεσης είναι ο Παραπονούμενος, δηλαδή ΜΚ2 και μέσα από τη μαρτυρία του θα εξαρτηθεί και η έκβαση της υπόθεσης, δηλαδή κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με εξαιρετικά πάρα πολλή προσοχή και παρατηρητικότητα, επαυξημένη μάλιστα, λόγω ακριβώς και της ιδιότητάς του ως Παραπονουμένου. Το Δικαστήριο παρακολουθώντας τον μάρτυρα μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, τη συμπεριφορά του, αλλά και γενικά τους κανόνες της λογικής, που είναι ένα από τα κριτήρια που έθεσε η Νομολογία και το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγεί, αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα και δεν αποδέχεται άλλο για τους λόγους που το Δικαστήριο επεξηγεί. Το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του δύο ιατρικά πιστοποιητικά, δηλαδή τα Τεκμήρια 3 και 5, στα οποία καταγράφονται από τη μια στο Τεκμήριο 5 τα τραύματα που έφερε ο Κατηγορούμενος και στο Τεκμήριο 3 το τραύμα και ουσιαστικά την ερυθρότητα που έφερε ο Παραπονούμενος. Μέσα από τη γραμμή που τήρησαν και οι δύο πλευρές, διαφαίνεται ότι έχει γίνει ένα περιστατικό μεταξύ Κατηγορουμένου και Παραπονουμένου και αναμφίβολα εναρκτήριο λάκτισμα και αφορμή αποτέλεσε η μικρή οικοδομική δραστηριότητα του Κατηγορουμένου με την τοποθέτηση τσίγκων στην οικία του και εκεί έχει γίνει η οποιαδήποτε παρεξήγηση. Η πλευρά της Υπεράσπισης προέβαλε, υπό τη θέση υποβολής, την Υπεράσπιση της άμυνας. Έχοντας υπ' όψιν όμως ότι αυτή η Υπεράσπιση δεν έχει γίνει αποδεχτή από τον Παραπονούμενο και δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να κριθεί αξιόπιστη γι' αυτό το ζήτημα και ούτε προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο με μαρτυρία, το Δικαστήριο κρίνει ότι ακριβώς, λόγω του ότι η Υπεράσπιση της άμυνας προβάλλεται από την Υπεράσπιση, εναπόκειται στους ώμους της Υπεράσπισης να το αποδείξει, στη βάση βέβαια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την Υπεράσπιση αυτήν. Αναμφίβολα, η τέτοια Υπεράσπιση και γενικά αυτή η Υπεράσπιση δεν έχει αποδειχτεί και ούτε βεβαίως μπορεί να καλυφθεί μέσα από το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης, διότι η ανώμοτη δήλωση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία, αλλά με βάση και τη Νομολογία, η ανώμοτη δήλωση έχει πειστικό χαρακτήρα και όχι αποδεικτικό. Το Τεκμήριο 4, που είναι η κατάθεση του Κατηγορουμένου και που υιοθετήθηκε ως ανώμοτη δήλωση, αναμφίβολα δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε αποδεικτικό προβάδισμα, έχοντας υπ' όψιν ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτήν δεν υποστηρίζονται ενόρκως, ούτε αποδείχτηκαν με αξιόπιστη μαρτυρία. Υποβλήθηκαν μεν στον Παραπονούμενο, ο οποίος τις αρνήθηκε, αλλά οι οποιεσδήποτε θέσεις της Υπεράσπισης που υποβλήθηκαν στον Παραπονούμενο παρέμειναν θέσεις και μόνο και δεν έχουν μετουσιωθεί σε μαρτυρία η οποία να κριθεί αξιόπιστη. Αυτά ως προς το θέμα των υποβολών που έγιναν στον Παραπονούμενο. Όσον αφορά τον Παραπονούμενο, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει τα εξής στοιχεία, τα οποία οδήγησαν στην κρίση του Δικαστηρίου, ότι είχε μεν γίνει κάποιο περιστατικό, αλλά όχι όπως το εξιστόρησε ο Παραπονούμενος. Κατ' αρχήν, έχει γίνει σχετική αναφορά στην κατάθεση του περί ρίψεως σφυριού από πλευράς του Κατηγορουμένου στον Παραπονούμενο και κατ' επέκταση σχετική εισήγηση από πλευράς Υπεράσπισης που έγινε στο στάδιο των αγορεύσεων δεν γίνεται αποδεχτή. Όμως, το Δικαστήριο με βάση τους κανόνες της λογικής και την περιγραφή που έχει δώσει ο Παραπονούμενος αναφορικά με υψομετρικές διαφορές και με τον τοίχο που μεσολαβεί, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί αναφορικά με αυτήν την εκδοχή και το μέρος της μαρτυρίας του Παραπονουμένου και από την άλλη θα ήταν απορίας άξιο πώς είναι δυνατό να πέφτει ένα μεταλλικό σφυρί στο πόδι ενός ανθρώπου και μάλιστα πόδι το οποίο είναι εγχειρισμένο με σχετική αναπηρία και από την άλλη να υπάρχει αυτή η εκδοχή που παρουσίασε ο Παραπονούμενος. Σε αυτό το στάδιο, έχοντας αυτήν την υψομετρική διαφορά και την περιγραφή που έδωσε και μάλιστα μετά από σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, επί αυτού του θέματος δηλαδή, το Δικαστήριο δεν δέχεται την εκδοχή του Παραπονουμένου. Στον αντίποδα όμως, το Δικαστήριο βλέποντας προσεκτικά σε εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του Παραπονουμένου όταν περιέγραφε την εκστόμιση της υποτιμητικής φράσης του Κατηγορουμένου προς τον Παραπονούμενο και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι και ο Κατηγορούμενος και ο Παραπονούμενος φέρουν κάποια τραύματα, το Δικαστήριο διακρίνει ότι υπήρχε μια συμπλοκή μεταξύ του Κατηγορουμένου και του Παραπονουμένου. Τα όσα ανέφερε όμως ο Παραπονούμενος αναφορικά με τη φυγή του Κατηγορουμένου και την πτώση του σε μορίνες, το Δικαστήριο χωρίς να αγνοεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, αλλά απεναντίας αντλεί διαφώτιση από αυτό, αλλά δεν έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι θα μπορούσε αυτά τα τραύματα να λάβουν χώρα από τέτοια πτώση και φυγή, όπως την περιέγραψε ο Παραπονούμενος, το μόνο λογικό συμπέρασμα που απομένει πλέον στο Δικαστήριο είναι ότι ο Παραπονούμενος και ο Κατηγορούμενος συνεπλάκησαν μεταξύ τους. Έχω πειστεί μάλιστα ότι αυτή η συμπλοκή έχει γίνει σε δημόσιο μέρος, διότι όπως φαίνεται και στη σελίδα 15 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερομηνίας 15.07, περιέγραψε ο μάρτυρας αυτόν τον χώρο που έγινε, δηλαδή στον δρόμο. Ναι μεν όλη η συμπλοκή έχει αρχίσει μέσα από μια αφορμή που έχει γίνει εξαιτίας οικοδομικής δραστηριότητας του Κατηγορουμένου στην οικία του, η οποία γειτνιάζει με τον Παραπονούμενο, όμως ουσιαστικά έχει γίνει μια συμπλοκή μεταξύ Κατηγορουμένου και Παραπονουμένου σε δημόσιο μέρος και γι' αυτό εξηγούνται και τα τραύματα που έχουν και οι δύο πλευρές. Δεν μπορεί όμως το Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή εύρημα και συμπέρασμα λόγω της πιο πάνω αξιολόγησης ποιος ακριβώς επιτέθηκε σε ποιον πρώτος, αλλά αναμφίβολα αυτό που έχει πειστεί το Δικαστήριο είναι ότι τα δύο εμπλεκόμενα μέρη συνεπλάκησαν σε δημόσιο μέρος, αφού δεν υπάρχει άλλη τρίτη εκδοχή, αφού ουσιαστικά και οι δύο πλευρές προβάλλουν ότι έχει γίνει συμπλοκή αλλά με διαφορετικές εκδοχές, που το Δικαστήριο απέρριψε εν μέρει και αποδέχτηκε εν μέρει. Κατ' επέκταση, το Δικαστήριο έχοντας υπ' όψιν και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κρίνει ότι τα συστατικά στοιχεία της κοινής επίθεσης δεν έχουν αποδειχθεί και το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για τροποποίηση του κατηγορητηρίου, δυνάμει του Άρθρου 85 παράγραφος 4, του Κεφ. 155, έτσι ώστε να προστεθεί το αδίκημα της συμπλοκής, αφού διαφάνηκε ότι ο Κατηγορούμενος και ο Παραπονούμενος συνεπλάκησαν και αυτό έγινε σε δημόσιο μέρος, όπως έγινε πιο πάνω και γενικά εμπίπτουν στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συμπλοκής. Οι ποινές που προβλέπονται τόσο στο Άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα όσο και στο Άρθρο 89 είναι οι ίδιες, δηλαδή ο Κατηγορούμενος δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος με ποινή μεγαλύτερη από αυτήν που αντιμετώπιζε με το αρχικό κατηγορητήριο. Αναμφίβολα και δεν θα μπορούσε να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος αν δεν γινόταν σχετική τροποποίηση. Το αδίκημα της συμπλοκής δεν υπάρχει στο κατηγορητήριο και το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει μέσα από τη γραμμή Υπεράσπισης την οποιανδήποτε βλάβη στα συμφέροντα του Κατηγορουμένου, έχοντας υπ' όψιν ότι αυτό το οποίο το Δικαστήριο έχει κρίνει, ότι δεν υπήρχε ουσιαστικά μια αποκλειστική παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου αλλά απεναντίας μια ουσιαστικά αμοιβαία παραβατική συμπεριφορά μεταξύ Παραπονουμένου Κατηγορουμένου και συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τροποποίηση του κατηγορητηρίου και συνακόλουθα προστίθεται η κατηγορία με βάση το Άρθρο 85.4, της κατηγορίας της συμπλοκής, όπου η νομοθετική διάταξη που διέπει την επίδικη κατηγορία, είναι αυτή του άρθρου 89 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συμμετέχει συμπλοκής σε δημόσιο χώρο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου.» Από το λεκτικό του άρθρου 89 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος μπορούν να ταξινομηθούν ως εξής: — Ότι επεσυνέβη συμπλοκή. — Ότι ο κατηγορούμενος και άλλο ή άλλα πρόσωπα συμμετείχαν στην συμπλοκή. — Ότι η συμπλοκή έλαβε χώρα σε δημόσιο μέρος. Στην υπόθεση Ιωάννης Μαραγκός - ν - Αστυνομίας 1994 2 Α.Α.Δ. σελ. 251 , αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: «Ο πρωτόδικος δικαστής εξέτασε τη νομική φύση της αυτοάμυνας, προτού προχωρήσει στα τελικά συμπεράσματα του. Σε αυτό εστιάστηκε η πρώτη επίκριση του δικηγόρου του εφεσείοντα για λανθασμένη καθοδήγηση, με αφορμή την παρατήρηση του δικαστηρίου ότι η άμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την αυστηρή έννοια του όρου. Η θέση αυτή όμως είναι ορθή. Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, νόμιμη. Η αμυντική πράξη δεν είναι, υπό τέτοιες συνθήκες, ποινικά κολάσιμη. Πρέπει να λεχθεί ότι μια τέτοια θεώρηση λειτουργεί προς όφελος κατηγορουμένου γιατί με την έγερση του θέματος, αυτός δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι ευθύνη της κατηγορούσας αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Στην R. v. Wheeler [1967] 3 All E.R. 829, 830 έχει σχετικά λεχθεί ότι: «Where a Judge does slip
to the error or quasi-error of referring to such explanationsas defences, it is particularly important that he should use language which suffices to make it clear to the jury that they are not defences
respect of which any onus rests on the accused, but are matters which the prosecution must disprove as an essential part of the prosecution case before a verdict of guilty is justified.» Για το ίδιο ζήτημα μπορεί να γίνει χρήσιμη παραπομπή στην Lobell [1957] 1 Q.B.D. 547. Ο πρωτόδικος δικαστής, μετά τη διατύπωση των ευρημάτων του, συζήτησε σύντομα και το θέμα των ορίων της νόμιμης άμυνας. Συναφώς είπε, πως το ερώτημα πάντοτε είναι κατά πόσον η βία που χρησιμοποίησε υπό τις περιστάσεις ο κατηγορούμενος ήταν λογική. Μεταξύ αυτών είναι και η διανοητική κατάσταση (mental state) του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η εκκαλούμενη απόφαση παραπέμπει στις υποθέσεις: Miliotis v. The Police
(1971)2 C.L.R.292, Maifoshis v. The Police
(1978)2 C.L.R. 9, R. v. Julien [1969] 2 All E.R. 856, Palmer v. R. [1971] 55 Cr. App. R. 223, R. v.Shannon [1980] 71 Cr. App. R. 192. Ομολογουμένως, δε διαφωνεί κανείς ότι η αναγκαία ή νόμιμη άμυνα καθορίζεται από τις συνθήκες και περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Η αναφορά του δικαστή στην Palmer και Shannon, ανωτέρω, και τη διανοητική κατάσταση του αμυνομένου, δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στη σχετική παρατήρηση του Λόρδου Morris στην Palmer, στη σελ. 242, ότι λαμβάνεται υπόψη η υποκειμενική στάση του αμυνομένου: «If a jury thought that
a moment of unexpected anguish a person attacked had only done what he honestly and
stinctively thought was necessary that would be most potent evidence that only reasonable defensive action had been taken. A jury will be told that the defence of self-defence, where the evidence makes its raising possible, will only fail if the prosecution show beyond doubt that what the accused did was not by way of self-defence.» Επίσης σε κατοπινό στάδιο της απόφασης, αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε υπόψη, καταλήγοντας στην αθωωτική απόφαση, ότι το αδίκημα της συμπλοκής είναι δυνατό να διαπραχθεί από ένα μόνο πρόσωπο. Το λόγο εξηγεί η Taylor v. D.P.P. [1973] A.C. 964: "... ... one person fighting unlawfully could properly be convicted of an affray, since of two persons fighting one might be participating lawfully and the other unlawfully, and if one was participating unlawfully it was not necessary to
quire whether other participants were acting lawfully or unlawfully.» Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, αναφέρεται ότι κατηγορία για συμπλοκή πρέπει γίνεται μόνο στις περιπτώσεις όπου παραβιάζεται σοβαρά η δημόσια τάξη και ότι είναι κακή πρακτική να χρησιμοποιείται το αδίκημα της συμπλοκής σε καθαρές περιπτώσεις επίθεσης. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την παρ 11-38 του συγγράμματος στην σελ. 509: «Prosecutions for affray should be
stituted only where the
cident gives rise to serious disturbance to public order (Law Commission Report No. 123, para. 3.38, referred to
Davison [1992] Crim LR 31); it is thoroughly bad practice to charge what are straightforward assaults as public order offences (Connor (13 March 2000 unreported)).» Στην υπόθεση Taylor (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης ότι δεν είναι αναγκαίο στην συμπλοκή να υπάρχει αμοιβαιότητα στα κτυπήματα. Η χρήση βίας μπορεί να προέρχεται μόνο από την μια πλευρά ενώ η άλλη μπορεί είτε να αμύνεται νόμιμα είτε να αποφεύγει απλά τα κτυπήματα. Όπως λέχθηκε από τον Lord Hailsham στις σελίδες 110 και 112 της απόφασης: «a person is not to be acquitted of affray simply because his victim acts lawfully, as for
stance by retreating, or simply warding off the blows aimed at him by the accused. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Thus,
the first place, the word 'fight' needs to be
terpreted so as to show that it is not necessary to prove a reciprocity of blows. Without attempting an alternative definition, it must
clude at least any unlawful participation
a violent breach of the peace where the requisite element of terror is achieved. The typical affray is, of course, a mêlée between many participants
which many blows are given and received by the participants. But the violence can be all on one side, and the unlawful character of the violence can be limited to one participant
the mêlée.» Στην υπόθεση Smith
(1997)1 Cr. App. R. 14, η συμπλοκή περιγράφεται από τον Λόρδο Bingham ως ακολούθως: «It typically
volves a group of people who may well be shouting, struggling, threatening, waving weapons, throwing objects, exchanging and threatening blows and so on. Again, typically it
volves a continuous course of conduct, the criminal character of which depends on the general nature and effect of the conduct as a whole and not on particular
cidents and events which may take place
the course of it. Where reliance is placed on such a continuous course of conduct, it is not necessary for the Crown to identify and prove particular
cidents. » Επίσης στην υπόθεση R. v. Davidson
(1992)Crim. L. R. 31, αποφασίστηκε ότι το επίπεδο της συμπεριφοράς καθορίζεται από ένα υποθετικό πρόσωπο λογικής αυστηρότητας το οποίο θα μπορούσε να ήταν, αλλά δεν είναι απαραίτητα, στη σκηνή. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να είναι κάποιος άλλος εκτός από το θύμα, όπως λέχθηκε στις υποθέσεις R. v. Sanchez
(1996)Crim.L.R. 572 και R. v. Thind
(1999)Crim. L. R. 842. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει ακόμα η υπόθεση R. v. Plavecz
(2002)Crim. L. R. 837, στην οποία λέχθηκε ότι κοινή επίθεση εναντίον συγκεκριμένου προσώπου, χωρίς βία ή απειλή βίας προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, δεν θα μπορούσε να προκαλέσει σε ένα υποθετικό πρόσωπο λογικής αυστηρότητας φόβο για την ασφάλεια του. Οι πιο πάνω διευκρινήσεις από την πιο πάνω απόφαση, διαφωτίζουν πλήρως το όλο πλέγμα της παρούσας υπόθεσης από νομικής απόψεως, διότι η θέση που προωθήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης ήταν αυτή της άμυνας, θέση η οποία δύναται να προβληθεί στο αδίκημα της συμπλοκής, σε συνδυασμό με την θέση της κατηγορούσας αρχής ότι από την στιγμή που δύο έχουν πιαστεί στα χέρια και ο κατηγορούμενος 1 έχει παραδεχθεί και ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν αντιμετωπίζει το αδίκημα της επίθεσης, είτε κοινής, είτε επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη και συνεπώς δεν δύναται να προβληθεί η θέση της άμυνας, άποψη που δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι με βάση την πιο πάνω νομολογία, συμπλοκή μπορεί να διαπραχθεί και από ένα ακόμα άτομο και περαιτέρω δύναται να προβληθεί η θέση από τον κατηγορούμενο ότι ήταν σε θέση άμυνας. Ως προς την δυνατότητα τροποποίησης του κατηγορητηρίου, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατη-γορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο.» Η αθώωση του κατηγορούμενου στις κατηγορίες, που περιλαμβάνονταν αρχικά στο κατηγορητήριο, δεν δημιουργεί δεδικασμένο (autrefois acquit), για τις κατηγορίες, που το Δικαστήριο προσ-θέτει και στις οποίες τον καταδικάζει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 85
(4)Κεφ. 155 (βλέπε σχετικά, Shail ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2014, ημερ. 08.07.2016) Από το λεκτικό του άρθρου 85
(4)προκύπτει, ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, είναι οι εξής: (α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία, πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος, που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, (β) Να είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, (γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να υπόκεται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης, που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί, αν καταδικαζόταν, βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου και (δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν πρέπει να επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του βλέπε σχετικά, Leonidou ν. The Police
(1987)2 C.L.R. 96, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. 458, Πουλλάουας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494, Τμήμα Δασών ν. Ττοφιά, Ποινική Έφεση Αρ. 223/12, ημερ. 20.12.2014, Shail ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 137/2014, ημερ. 08.07.2016 Στην Κυριάκου (ανωτέρω) το Εφετείο, παρόλο που το θέμα δεν είχε εγερθεί ενώπιόν του, παρατή-ρησε ότι, στο βαθμό, που οτιδήποτε έχει λεχθεί στην υπόθεση The Attorney General of the Republic ν. Kyriacos Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, στις σελ. 221 και 222, αναφορικά με την ερμηνεία της φράσης «an offence or offenses not contained
the charge or
formation» μέσα στο κείμενο του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, είναι δυνατό να θεωρηθεί, ότι δε συνάδει με το σκεπτικό της παρούσας υπόθεσης ή της υπόθεσης Sammy Imbrahim Issa and Another ν. Republic
(1989)2 C.L.R. 39), δε συνιστά ορθή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, με το σκεπτικό, ότι, εν όψει του σκοπού του νομοθέτη, κατά τη θέσπιση του άρθρου 85
(4), η ερμηνεία που δόθηκε, είναι υπέρ-μετρα αυστηρή και περιοριστική. Κρίθηκε, ως εκ τούτου ότι, χάριν της βεβαιότητας του δικαίου, η απόφαση στην υπόθεση Kyriacos Kyprianou (ανωτέρω) πάνω στο επίδικο θέμα της ερμηνείας του άρθρου 85
(4), δεν αντανακλά το ισχύον δίκαιο. Στην Charalambous ν. Municipality of Nicosia
(1965)2 C.L.R. 63 αποφασίσθηκε, ότι η πιθανό-τητα επηρεασμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποκλειστεί, όπου υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση των λεπτομερειών της υφιστάμενης κατηγορίας, σε σύγκριση με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, που προστίθεται από το Δικαστήριο (βλέπε σχετικά, Παφίτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 762, στην οποία αποφασίσθηκε, ότι δεν προέκυπτε κάτι τέτοιο). Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 315 ο εφεσείων αντιμετώπισε κατηγορία, βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε πως αποδείκτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα και τον κάλεσε σε απολογία. Αυτός επέλεξε να μην πει τίποτα και δεν κάλεσε οποιαδήποτε μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν αποδείχτηκαν τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας, που δημιουργεί το άρθρο 210. Εφάρμοσε όμως τις διατάξεις του Άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, προσθέτοντας στο κατηγορητήριο κατηγορία για αμελή οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, στην οποία και καταδίκασε τον εφεσείοντα. Στην έφεση ένα από τα παράπονα του δικηγόρου του εφεσείοντα ήταν, ότι επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του από την απόφαση για προσθήκη στο κατηγορητήριο της κατηγορίας για αμελή οδήγηση και της καταδίκης του σε αυτή. Επεξηγώντας τη θέση του είπε, πως όταν κλήθηκε ο εφεσείων σε απολογία στην κατηγορία, βάσει του άρθρου 210, δεν ήταν δυνατό να προβλέψει, σ' εκείνο το στάδιο, πως το Δικαστήριο θα πρόσθετε στο τέλος της υπόθεσης κατηγορία για αμελή οδήγηση. Το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης, επισήμανε, ότι η πιο πάνω επιχειρηματολογία του δικηγόρου του εφεσείοντα δεν προωθούσε τη θέση του για επηρεασμό της υπεράσπισης του. Όπως αναφέρθηκε, ο ίδιος είχε επιλέξει, καθώς ήταν δικαίωμά του, να μην προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είχε ήδη προσαχθεί, ενώ ο δικηγόρος ήταν ασφαλώς ενήμερος των διατάξεων του άρθρου 85
(4). Στην Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, το Εφετείο, κρίνοντας, ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155 (και ο μη δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης) και ασκώντας τις εξουσίες, που έχει από το υπ' αναφορά άρθρο και το άρθρο 145
(1)(γ) του Κεφ. 155, τροποποίησε το κατηγορητήριο, με την προσθήκη νέας κατηγορίας, πανομοιότυπης με την υφιστάμενη (για την οποία έκρινε, ότι δεν είχε αποδειχθεί και ακύρωσε την καταδικαστική απόφαση) στην οποία αυτό που άλλαξε ήταν η περιγραφή του θύματος της επίθεσης. Κάτι ανάλογο, με καθοδήγηση από την Κυριάκου, είχε αποφασίσει και το πρωτόδικο Δικαστήριο στην Παφίτης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση. Συνεπώς προστίθεται ως δεύτερη κατηγορία η ακόλουθη: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ ΑΡ. ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ 2 Συμπλοκή, κατά παράβαση του άρθρου 89 του Ποινικού Κώδικα. Κεφ.
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος, την 14ην Ιανουαρίου 2016 στη Τριμίκληνη της Επαρχίας Λεμεσού, συμμετείχε με τον Μ.Κ. 2 σε συμπλοκή σε δημόσιο μέρος. Κατάληξη Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία της κοινής επίθεσης και βρίσκεται ένοχος στην κατηγορία της συμπλοκής, με βάση το Άρθρο 89 του Κεφ.
- (Υπ.) ............ Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Final Αναφορά: Κοινή Επίθεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο