← Κύπρος

Δημοκρατία ν. R. J., Αρ. Υπόθεσης: 10154/18, 9/7/2019

Δημοκρατία ν. R. J., Αρ. Υπόθεσης: 10154/18, 9/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2019:11 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10154/18 Η Δημοκρατία ν. R. J. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 9 Ιουλίου 2019 Για τη Δημοκρατία: κα Χ. Καραολίδου (γι' αυτήν για να ακούσει την απόφαση για την ποινή, η κα Γ.Ιωαννίδου) Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Ρ. Βραχίμης Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, με δική του παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στη κατηγορία 2, που αφορά το αδίκημα της συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 2, ο κατηγορούμενος μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας για την Κατηγορούσα Αρχή και την 27/02/2009, στην επαρχία Λεμεσού, συνωμότησε με τον G.M. από το XXX και άλλα άγνωστα προς την Κατηγορούσα Αρχή πρόσωπα, όπως διαπράξουν το κακούργημα της ληστείας του χρυσοχοείου της εταιρείας NATALEX JEWELLERY & SILVERWARE LTD που ευρίσκεται στη Λεμεσό. Με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και βρίσκουν σύμφωνη την υπεράσπιση προκύπτουν τα πιο κάτω. Ο κατηγορούμενος σε ημερομηνία προγενέστερη της 28/02/2009, συνωμότησε με τον G.M. από το XXX και άλλα άγνωστα πρόσωπα, να διαπράξουν το κακούργημα της Ληστείας του χρυσοχοείου NATALEX HOUSE OF DIAMONDS, στην Λεμεσό, ιδιοκτησίας της εταιρείας NATALEX JEWELLERY & SILVERWARE LTD, στο υποστατικό του οποίου θα εισέρχονταν με καλυμμένα τα πρόσωπα τους και έχοντας στην κατοχή τους ομοιώματα πιστολιών, για να κλέψουν χρυσαφικά μεγάλης χρηματικής αξίας. Την 28/02/2009 και περί ώρα 09.15 π.μ διαπράχθηκε ληστεία στο χρυσοχοείο NATALEX HOUSE OF DIAMONDS, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Γερμασόγειας στην Λεμεσό. Η ληστεία διαπράχθηκε από τρεις άνδρες που εισήλθαν εντός του καταστήματος και είχαν καλυμμένα τα πρόσωπα τους. Δύο εξ αυτών πρόταξαν ομοιώματα όπλων στην υπάλληλο του καταστήματος (ΜΚ2) και στην μια εκ των ιδιοκτητών του χρυσοχοείου (ΜΚ1), ενώ ο τρίτος παραβίασε με αιχμηρό όργανο τέσσερις από τις βιτρίνες του κοσμηματοπωλείου. Οι δράστες έκλεψαν από το χρυσοχοείο χρυσαφικά αξίας €212.936,00 και αμέσως μετά εγκατέλειψαν το μέρος πεζοί. Κατά την διάρκεια των αστυνομικών εξετάσεων που έγιναν στην σκηνή προς εντοπισμό των δραστών, εντοπίστηκαν στην πορεία της διαδρομής διαφυγής των δραστών, σε απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου από το χρυσοχοείο, ένα μάλλινο τρικό, δύο μάλλινα γάντια και ένα κομμάτι μαύρο μάλλινο ρούχο. Επίσης σε ανοιχτό οικόπεδο σε απόσταση 30 μέτρων περίπου από το χρυσοχοείο εντοπίστηκαν τα δύο ομοιώματα πιστολιών που χρησιμοποιήθηκαν στην ληστεία. Όλα τα πιο πάνω αντικείμενα παραλήφθηκαν ως τεκμήρια και στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Περαιτέρω, λήφθηκαν καταθέσεις, παραλήφθηκε κλειστό κύκλωμα που έδειχνε τις κινήσεις των δραστών στο χρυσοχοείο και έγιναν άλλες επιστημονικές εξετάσεις. Από τις εξετάσεις που έγιναν σε γενετικό επίπεδο προέκυψε ότι εντοπίστηκε γενετικό υλικό στα γάντια που ανήκε σε άγνωστο άνδρα, γενετικό υλικό δευτέρου άγνωστου άνδρα βρέθηκε επίσης και στο κομμάτι του μαύρου ρούχου και γενετικό υλικό τρίτου άγνωστου άνδρα επί του ομοιώματος πιστολιού. Στην συνέχεια και μέσω της βάσης δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων και γενετικού υλικού PRUM, της Interpol, διαπιστώθηκε ότι το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στα δυο μπλε γάντια που συλλέχθηκαν πλησίον της σκηνής, ανήκει στον G.M., από το XXX και κύρια συνεισφορά γενετικού υλικού που εντοπίστηκε στο κομμάτι του μαύρου ρούχου ανήκει στον κατηγορούμενο. Στην βάση των πιο πάνω, στις 05/08/2009 εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης , εναντίον του κατηγορούμενου και του G.M. και καταζητούντο. Στην συνέχεια η Αστυνομία ενημερώθηκε, με μήνυμα της INTERPOL ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη στις 27/09/2009 στο XXX, για άλλα αδικήματα που αντιμετώπιζε στην χώρα του. Στις 10/12/2009 παραλήφθηκαν από τον κατηγορούμενο με την συγκατάθεση του, ενώ αυτός βρισκόταν στο ΧΧΧ, δύο δειγματοληψίες για εξέταση σε επίπεδο γενετικού υλικού. Μετά από εκ νέου σύνδεση που υπήρξε σε επίπεδο γενετικού υλικού του κατηγορούμενου από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, με το κομμάτι του μαύρου ρούχου που παραλήφθηκε πλησίον της σκηνής, στις 28/01/2010 εκδόθηκαν Ευρωπαϊκά και Διεθνή εντάλματα συλλήψεως εναντίον του κατηγορούμενου και του G.M.. Την 01/03/2018, ο κατηγορούμενος συνελήφθη στην Ισπανία και άρχισε η διαδικασία έκδοσης του, αφού καταζητείτο τόσον από την Κύπρο όσο και από τις Αρχές του XXX. Στις 29/05/2018 αποφασίστηκε από τις Αρχές της Ισπανίας όπως ο ύποπτος εκδοθεί στις Κυπριακές Αρχές. Εν όψει τούτου, στις 31/05/2018 ο ΜΚ29, ο ΜΚ30 και ο Λοχ.1680 μετέβηκαν στην Βαρκελώνη και την 01/06/2018 οι Ισπανικές Αρχές παρέδωσαν τον κατηγορούμενο ο οποίος μεταφέρθηκε αεροπορικώς στην Δημοκρατία μέσω Ελλάδας. Την 01/06/2018 και η ώρα 18.30 μμ ο ΜΚ29, συνέλαβε τον κατηγορούμενο στον Διεθνές Αερολιμένα Λάρνακας με βάση το Δικαστικό Ένταλμα συλλήψεως που εκκρεμούσε εναντίον του και τέθηκε υπό κράτηση. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε « I DON'T KNOW ANYTHING ». Ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για την υπό κρίση υπόθεση από την 1/3/2018 που συνελήφθη στην Ισπανία για σκοπούς έκδοσης του στην Κύπρο και στη συνέχεια μετά την έκδοση και παράδοση του στις Κυπριακές Αρχές, που έγινε την 1/6/2018, τελεί υπό κράτηση στην Κύπρο. Πρόσθετα ο κατηγορούμενος κρατήθηκε από τις Ιταλικές Αρχές από την 28/5/2010 μέχρι και την 26/8/2010, στα πλαίσια διαδικασίας δυνάμει του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που είχε εκδοθεί και αφορούσε την παρούσα υπόθεση. Τα κλοπιμαία δεν ανευρέθηκαν και οι παραπονούμενοι δεν έχουν αποζημιωθεί. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. O ευπαίδευτoς συνήγορος του κατηγορουμένου στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής που θα επιβληθεί στον πελάτη του, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τα εξής: Τις προσωπικές και τις οικογενειακές του συνθήκες. Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 49 ετών και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια η οποία διαμένει στο ΧΧΧ. Φοίτησε στο Γυμνάσιο. Εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος σε κατάστημα ρούχων, σε επιχείρηση της συζύγου του, η οποία είναι αντιπρόσωπος διαφόρων ρούχων. Από τον γάμο τους, που τελέστηκε πριν 27 χρόνια, έχουν αποκτήσει δύο γιους και μία κόρη. Όλα τα τέκνα είναι σήμερα ενήλικα και εργάζονται στο ΧΧΧ. Αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης, αναγνωρίζοντας την σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο βρέθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, επεσήμανε ότι η υπόθεση αυτή, αφορά ένα αδίκημα το οποίο τελέστηκε το
  2. Ακόμη κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η υπόθεση αυτή αφορά συνωμοσία και όχι το ουσιαστικό αδίκημα, στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία αφού ο κατηγορούμενος, την ημέρα διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος, δηλαδή στις 28/02/2009, είχε αναχωρήσει στο εξωτερικό και δεν ήταν στην Κύπρο. Αυτό δεικνύει σύμφωνα, πάντοτε με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι ο κατηγορούμενος παρά το ότι αρχικά συμφώνησε στη διάπραξη και του ουσιαστικού αδικήματος, ανέστειλε την απόφαση του αυτή και δεν το διάπραξε. Ακόμη σε σχέση με τα γεγονότα, ο συνήγορος υπεράσπισης, συμφωνούσας με αυτό και της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συνωμότησε με τον G.M., όπως ο τελευταίος μαζί με δύο άλλα πρόσωπα διαπράξουν το κακούργημα της ληστείας, όμως τα εν λόγω πρόσωπα κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης του αδικήματος της συνομωσίας, δεν ήταν γνωστά στον κατηγορούμενο. Αποδέχτηκε όμως ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε και είχε συμφωνήσει, πως η ληστεία δεν θα γινόταν μόνο από τον G.M., αλλά ότι αυτός θα έβρισκε ακόμη δύο πρόσωπα σαν συνεργάτες. Διευκρίνισε δε ότι με βάση τα γεγονότα αυτά, το αδίκημα το οποίο διέπραξε ο κατηγορούμενος εμπίπτει στα πλαίσια της λεγόμενης «αλυσιδωτής συνωμοσίας» (chain conspiracy). Ήτοι του αδικήματος της συνομωσίας κατά το οποίο, ένας κατηγορούμενος συνωμοτεί με κάποιο γνωστό του πρόσωπο στη διάπραξη ενός αδικήματος, το οποίο γνωρίζει πώς για να το διαπράξει το εν λόγω πρόσωπο θα εξεύρει συνεργάτες, τα στοιχεία όμως των οποίων κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι άγνωστα στον ίδιον. Επικαλέστηκε ακόμη σαν στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας, το γεγονός ότι κατά την διάπραξη της ληστείας δεν υπήρξε σωματική βία και ότι αυτή έγινε με την απειλή ομοιωμάτων και όχι αληθινών όπλων. Επίσης επεσήμανε πώς η σωματική ακεραιότητα των ατόμων που βρίσκονταν στο κοσμηματοπωλείο ουδέποτε είχε και ούτε μπορούσε να απειληθεί, γιατί επρόκειτο για ομοιώματα τα οποία δεν θα μπορούσαν ποτέ να κάνουν ζημιά. Αναφορά έκανε ακόμη και στο πνεύμα συνεργασίας που επέδειξε ο κατηγορούμενος με τις Αστυνομικές Αρχές της Δημοκρατίας και συγκεκριμένα ότι το 2009, στα πλαίσια δικαστικής συνδρομής στο ΧΧΧ, έδωσε γενετικό υλικό οικειοθελώς. Το γεγονός δε αυτό και τα επιστημονικά αποτελέσματα που ακολούθησαν των σχετικών εξετάσεων, ήταν το έναυσμα για την έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψής του. Είναι δε επί τη βάση του Ευρωπαϊκού αυτού εντάλματος σύλληψης, παρόλο που προηγουμένως υπήρχε το Κυπριακό, που συνελήφθη στην Ιταλία το 2010, με επακόλουθο να παραμείνει για σκοπούς έκδοσής του στην Κύπρο υπό κράτηση για 3 μήνες, χωρίς όμως τελικά να εκδοθεί για διάφορους λόγους. Επεσήμανε ακόμη ότι επί τη βάση του ίδιου Ευρωπαϊκού εντάλματος, συνελήφθη ξανά, όπως εκτέθηκε και στα γεγονότα, στη Ισπανία την 1/03/2018, όπου παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι την 1/6/2018, οπόταν και εκδόθηκε και παραδόθηκε στις Κυπριακές Αρχές. Ζήτησε σε περίπτωση που η ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της φυλάκισης, από την χρονική διάρκεια αυτής, να αφαιρεθούν τα χρονικά διαστήματα που τέλεσε υπό κράτηση μέχρι σήμερα. Σαν μετριαστικό παράγοντα ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κάτω από «μίαν δαμόκλειο σπάθη» αγωνιώντας για το τι θα γίνει στο μέλλον. Αυτό για ένα αδίκημα το οποίο διέπραξε πριν 10 χρόνια, για το οποίο εξακολουθεί ακόμη να διώκεται. Σε αυτό δε το χρονικό διάστημα, ήτοι από την ημερομηνία διάπραξης του εν λόγω αδικήματος, έχουν αλλάξει και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα όπως ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης, τα παιδιά του, που όταν διέπραξε το επίδικο αδίκημα ήταν ανήλικα, σήμερα μετά την πάροδο 10 χρόνων, έχουν μεγαλώσει, έχουν ενηλικιωθεί, έχουν τελέσει γάμους και είναι σε πολύ διαφορετική κατάσταση από αυτήν που ήταν όταν διαπράχθηκε το αδίκημα. Χωρίς να εισηγείται την μείωση την απαξίας του αδικήματος που διέπραξε ο κατηγορούμενος, ζήτησε να ληφθεί υπόψη ότι αυτός πλέον είναι απομακρυσμένος από το συγκεκριμένο αδίκημα, αφού έχουν περάσει δέκα χρόνια από την διάπραξη του. Επεσήμανε ακόμη ότι με τα δεδομένα αυτά, ένας άνθρωπος με λευκό ποινικό μητρώο, ο οποίος έχει ήδη τελέσει υπό κράτηση σχεδόν 18 μήνες, ήτοι έχει ήδη πληρώσει τουλάχιστον εν μέρει, ακριβά για το λάθος το οποίο έκαμε και παρά τω ότι την τελευταία στιγμή μετανοώντας δεν προχώρησε στη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος, ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να πληρώνει για το λάθος που έκανε. Έχουμε εξετάσει τα ό,σα ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε, τα λαμβάνουμε υπόψη στο σύνολο τους, θα σταθούμε δε σε αυτά και στη συνέχεια, όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής όσον αφορά το ζήτημα του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από την ημέρα έκδοσης του Κυπριακού και Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, μέχρι την παράδοση του κατηγορούμενου στις αρχές της Δημοκρατίας, ανέφερε πώς αυτό οφείλεται, αφενός στις διάφορες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούσαν σε άλλες χώρες εναντίον του κατηγορούμενου και αφετέρου, όπως είναι παραδεκτό και από την υπεράσπιση, διότι είναι ό ίδιος ο κατηγορούμενος που είχε διαφύγει στο εξωτερικό και καταζητείτο. Συνεπώς σύμφωνα με την πορεία που ακολούθησαν τα γεγονότα μετά την διάπραξη της ληστείας και του αδικήματος από τον κατηγορούμενο, η παρατηρούμενη καθυστέρηση δεν οφείλεται στις Κυπριακές Αρχές. Με τα πιο πάνω συμφώνησε και ο συνήγορος υπεράσπισης, αποδεχόμενος ότι όντως οι Κυπριακές Αρχές είχαν προβεί στις υπό τας περιστάσεις επιβαλλόμενες ενέργειες και διαδικασίες και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορούσε από μόνη της να εκτελέσει τα εκκρεμούντα εντάλματα σύλληψης, χωρίς την συνδρομή των ξένων κρατών που βρισκόταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος μετά την διάπραξη του αδικήματος δεν επέστρεψε στην Κύπρο, εξ ού και δεν τον συνέλαβαν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα το οποίο διέπραξε και παραδέχτηκε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από το Νομοθέτη, ήτοι από το προσδιοριζόμενο από το Νόμο ανώτατο όριο ποινής[1]. Συγκεκριμένα για το συγκεκριμένο αδίκημα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια, η προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατ' ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση των επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Στην παρούσα υπόθεση το ουσιαστικό αδίκημα το οποίο ο κατηγορούμενος συνωμότησε να διαπραχθεί με άλλα πρόσωπα, επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια, η οποία όμως, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, αυξάνεται, καθιστώντας έτσι το εν λόγω αδίκημα από τα πλέον σοβαρά του Ποινικού Κώδικα, στη δια βίου φυλάκιση, αφού διαπράχθηκε από περισσότερα του ενός προσώπου με απειλή άσκησης βίας και τη χρήση ομοιωμάτων πιστολιών. Συνακόλουθα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι πρόδηλο ότι η ποινή για το αδίκημα της κατηγορίας 2 στο οποίο βρέθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι η ποινή της φυλάκισης των επτά χρόνων. Όπως επίσης έχει αναφερθεί, ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του, αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας

(1991)2 ΑΑΔ 391, 402). Ως δε έχει επισημανθεί στην ποινική υπόθεση αρ. 894/15, Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, Δημοκρατία ν. Αντώνη Νικολάου κ.α, απόφαση ημερ. 9/6/2016: «Αποτιμώντας ειδικότερα τη σοβαρότητα του αδικήματος της συνωμοσίας θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σαφέστατα και δικαιολογημένα ο νομοθέτης θεωρεί τη συνωμοσία ως ήσσονος σοβαρότητας εν σχέσει με το ουσιαστικό αδίκημα. Είναι ενδεικτικό πως τίθεται ως οροφή για την ποινή σε όλες τις περιπτώσεις η 7ετής φυλάκιση, ασχέτως του κακουργήματος το οποίο αποτελούσε τον αντικειμενικό της στόχο. Αυτό δεν σημαίνει πως και η συνωμοσία δεν έχει τη δική της σοβαρότητα. Μάλιστα, παρά την πιο πάνω διαπίστωση τόσο το είδος όσο και η σοβαρότητα του ουσιαστικού αδικήματος έχουν σε κάθε περίπτωση τη σημασία τους και θα πρέπει να συνεκτιμούνται κατά την επιμέτρηση της ποινής. ..................................................................................................... Η απαξία της συνωμοσίας γενικά έγκειται κυρίως στο ότι συνιστά τον πρόδρομο, σχεδίασμα, προετοιμασία, οργάνωση και κυρίως σφραγίζει την συναπόφαση δύο ή περισσοτέρων ατόμων να προχωρήσουν στη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος. Στις πλείστες δε των περιπτώσεων πρόκειται για μια ψυχρή και σε κατάσταση νηφαλιότητας συναπόφαση εν είδη κοινής επιχειρηματικής δραστηριότητας, με ενδιάμεσους, παρεμφερείς αλλά απαραίτητους στόχους, να επιτύχει το όλο σχέδιο και να εκμηδενιστούν οι κίνδυνοι σύλληψης των δραστών ή κατ' άλλον τρόπον ματαίωσης του εν λόγω σχεδίου». Το πιο πάνω απόσπασμα με το οποίο συμφωνούμε πλήρως, υιοθετούμε στην ολότητα του. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού του είδους, επιτείνεται ακόμη περισσότερο λόγω της έξαρσης που παρουσιάζει τόσο αυτό, όσο και το αδίκημα της ληστείας και άλλα παρεμφερή αδικήματα. Το γεγονός δε αυτό δεν μπορεί να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο. Η διάπραξη αυτού του είδους αδικημάτων προσλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις και ως εκ τούτου παρουσιάζεται επιτακτική η ανάγκη αναχαίτισης και αποτροπής διάπραξης τους και αυτό από μέρους των δικαστηρίων μπορεί να γίνει με την επιβολή ποινών που να λειτουργούν αποτρεπτικά. Η έξαρση στην διάπραξη του αδικήματος της ληστείας τονίστηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας[2], λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την αύξηση των ποινών. Η δε αυξητική τάση των αδικημάτων ληστειών παρουσιάζεται ανάγλυφη στην υπόθεση Talal Faeg Mahmoud Abed ν. Δημοκρατίας[3], στην οποία αφού επικυρώνεται ποινή φυλάκισης 9 ετών σε αδίκημα ένοπλης ληστείας, αναφέρονται τα εξής: « Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχθηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας ενίοτε σκληρής και άγριας περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί». Όπως δε αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Muhannad Mohammad Mustaf Abunazha v. Δημοκρατίας[4], εκεί που παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή. Ακόμα στον καθορισμό του ύψους της ποινής, προσμετρούν και λαμβάνονται υπόψη για αδικήματα ως αυτά της παρούσας, ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής, όπως και το ύψος του ποσού ή η αξία της κλαπείσας περιουσίας[5]. Στη παρούσα δε υπόθεση, παρατηρούμε ότι η κλαπείσα περιουσία, η αξία της οποίας ανέρχεται σε €212.936,00, δεν ανευρέθηκε και δεν καταβλήθηκε οποιαδήποτε αποζημίωση στους παραπονούμενους, στοιχείο που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας. Επισημαίνουμε βεβαίως ότι στη παρούσα ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος στο αδίκημα της συνωμοσίας μόνο κι όχι και στο αδίκημα της ληστείας, στοιχείο που την διαφοροποιεί από τις πιο πάνω αναφερθείσες υποθέσεις, όπως και από άλλες υποθέσεις, στις οποίες το αδίκημα της συνωμοσίας ενυπήρχε με το ουσιαστικό αδίκημα. Διευκρινίζουμε όμως και το αυτονόητο, ότι δηλαδή, αν ο κατηγορούμενος διέπραττε και το ουσιαστικό αδίκημα, ήτοι αυτό της ληστείας, επί τη βάση των γεγονότων που έχουν εκτεθεί, θα αντιμετώπιζε την ποινή της δια βίου φυλάκισης, κι όχι την πολύ μικρότερη των επτά ετών. Εν πάση περιπτώσει κρίνουμε ότι το στοιχείο αυτό δεν μειώνει σε βαθμό την σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος, στο οποίο ως η νομολογία αναγνωρίζει, μπορεί κάποιο πρόσωπο να βρεθεί ένοχο αυτοτελώς και ανεξάρτητα αν αθωώθηκε ή απαλλάγηκε από το ουσιαστικό αδίκημα. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρούμε ότι ο κατηγορούμενος ενώ ευρισκόταν στη Κύπρο, μαζί με άλλο γνωστό σε αυτόν πρόσωπο, ήτοι τον G.M. και με πλήρη επίγνωση ότι το εν λόγω πρόσωπο θα εξεύρισκε άλλους δύο συνεργάτες, με μία από κοινού και εκ των προτέρων ληφθείσα απόφαση και προσχεδιάζοντας την διάπραξη του αδικήματος της ληστείας, συνέστησαν μία καλά οργανωμένη συμμορία για να κλέψουν το χρυσοχοείο NATALEX HOUSE OF DIAMONDS. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν στη Κύπρο την ημέρα διάπραξης του αδικήματος της ληστείας, ουδόλως διαφοροποιεί την ήδη συντελεσθείσα συνομωσία και ούτε μειώνει την σοβαρότητα του αδικήματος. Ακόμη ούτε και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε κατά τον χρόνο που συντελέσθηκε η συνομωσία τα ονόματα των προσώπων που ο G.M. θα επέλεγε για συνεργούς του, μειώνει τον ρόλο και την συμμετοχή του στο αδίκημα στο οποίο διέπραξε. Ουδεμία σημασία έχει αν ο κατηγορούμενος γνώριζε εκ των προτέρων η αν έμαθε αργότερα, ποία ήταν τα πρόσωπα συνεργοί του G.M.. Αρκεί ότι συμφώνησε και γνώριζε ότι η ληστεία θα διαπράττετο από περισσότερα του ενός πρόσωπα, που είναι και ένα από τα στοιχεία που επαυξάνουν την ποινή για το ουσιαστικό αδίκημα από 14 χρόνια φυλάκιση, σε ισόβια κάθειρξη. Επισημαίνουμε ακόμη ότι κατά τη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος, οι φυσικοί αυτουργοί, δεν δίστασαν να απειλήσουν τις υπαλλήλους των παραπονουμένων, χρησιμοποιώντας ομοιώματα πιστολιών, αδιαφορώντας παντελώς για την συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση που αυτές περιήλθαν, αλλά και τον τρόμο που ένοιωσαν, νοιώθοντας να απειλείται και αυτή ακόμα η ζωή τους. Τούτο διότι αγνοούσαν πώς τα πιστόλια που τούς σημάδευαν δεν ήταν αληθινά, αλλά ομοιώματα. Όπως δε συνάγεται από τα γεγονότα, ο κατηγορούμενος γνώριζε και επίσης συμφώνησε κατά τον χρόνο που συντελέστηκε η συνομωσία, πώς κατά την διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος, ήτοι της ληστείας, θα γινόταν χρήση των εν λόγω πιστολιών. Ακόμη η συμμετοχή του κατηγορούμενου στη συνομωσία για την διάπραξη ενός αδικήματος που το στοιχείο της απειλής η και της χρήσης βίας προβάλλει έντονα, αφού άλλωστε αποτελεί και συστατικό στοιχείο αυτού, για το οποίο πριν την διάπραξη του ούτε η ένταση, ούτε ο βαθμός της βίας, αλλά ούτε και οι συνέπειες από την εξέλιξη των γεγονότων, μπορούσαν να προδιαγραφούν εκ των προτέρων ευκρινώς, είναι στοιχείο που καθιστά την εγκληματική δράση του κατηγορούμενου άκρως επικίνδυνη. Ακόμη σε κανένα χρονικό σημείο μετά την συντελεσθείσα συνομωσία, υπήρξε από μέρους του κατηγορούμενου εκδήλωση πρόθεσης απόσυρσης του από αυτήν. Επισημαίνουμε δε ότι όσα είχαν συμφωνηθεί εξετελέσθησαν. Θα λάβουμε όμως υπόψη προς όφελος του σαν μετριαστικό παράγοντα, ότι εν τέλει και αυτοβούλως, δεν συμμετείχε στη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος, αφού ως αναφέρθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης και δεν αμφισβητήθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος αποφάσισε να μην λάβει μέρος ως φυσικός συναυτουργός και να αναχωρήσει από την Κύπρο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice[6]: «The essence of conspiracy is the agreement. When two or more agree to carry their criminal scheme into effect, the very plot is the criminal act itself: Mulcahy v. The Queen
(1868)L.R. 3 H.L. 306 at 317; R. v. Warburton
(1870)L.R. 1 C.C.R. 274; R. v. Tibbits and Windust [1902] 1 K.B. 77 at 89; R. v. Meyrick and Ribuffi, 21 Cr.App.R. 94, CCA. Nothing need be done in pursuit of the agreement: O'Connell v. R.
(1844)5 St.Tr.(N.S.) 1; repentance, lack of opportunity and failure are all immaterial: R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D.
  1. As the essence of conspiracy is agreement, withdrawal therefrom goes to mitigation only: R. v. Gortat and Pirog [1973] Crim.L.R. 648, Crown Court (Cusack J.). It is the course of conduct agreed upon which is critical; if that course involves some act by an innocent party, the fact that he does not perform it and thus prevents the commission of the substantive offence, does not absolve the parties to the agreement from liability: R. v. Bolton, 94 Cr.App.R. 74, CA.». (βλ. επίσης Abdebraouf Ben Abdallah Gani ν. Δημοκρατίας[7]) Δεν μας διαφεύγει όμως ότι παρά τη σοβαρότητα των υπό κρίση αδικημάτων, τα Δικαστήρια στα πλαίσια της εξατομίκευσης μιας ποινής και σύμφωνα με τα όσα η νομολογία έχει αναγνωρίσει, δεν βασίζονται μόνο σε αυτά και στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που κατά καιρό έχει αναγνωρίσει η νομολογία[8]. Ταυτόχρονα όμως υπομνήσκουμε ότι, η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή να αναιρεί τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος που έχει διαπράξει ένας κατηγορούμενος[9]. Επιβάλλεται, επομένως, προσεκτική στάθμιση όλων των παραγόντων και στοιχείων στην κάθε περίπτωση. Καθοδηγούμενοι λοιπόν από τις ποιο πάνω αρχές, λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, εκτός από την δεδηλωμένη σοβαρότητα των αδικημάτων και τους πιο κάτω παράγοντες και στοιχεία. Όπως πλειστάκις έχει λεχθεί και νομολογιακά έχει αναγνωρισθεί, η ομολογία διάπραξης των αδικημάτων διά της παραδοχής ενώπιον του Δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας. Η παραδοχή ενοχής πρέπει να ανταμείβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης και είναι, ως η νομολογία έχει αναγνωρίσει, απτό στοιχείο της ειλικρινούς μεταμέλειας ενός κατηγορουμένου (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας[10]). Ακόμη στην υπόθεση Ανδρέας Ανδρέου ν. Δημοκρατίας[11] το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι: «η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να «μεταφερθεί» στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι΄ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Επίσης μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας[12]). Από τα γεγονότα δε της παρούσας υπόθεσης αποδεχόμαστε ότι όντως με την παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου, την οποία εκλαμβάνουμε ως έγκαιρη, αφού έγινε στα αρχικά στάδια της διαδικασίας και αμέσως μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου και την διακοπή της 1ης κατηγορίας, έχει εξοικονομηθεί πολύτιμος χρόνος, αλλά και συνέβαλε στο να αποφευχθεί η ακροαματική διαδικασία για ένα αδίκημα που ως συνήθως και είναι τοις πάσι γνωστό, συντελείται κρυφίως και στη παρουσία μόνο των συνωμοτών, στοιχεία που καθιστούν την απόδειξη του ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου εξαιρετικά δύσκολη. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η παραδοχή αυτή του κατηγορούμενου θα έχει και το ανάλογο αντίκρισμα στη ποινή που θα του επιβληθεί. Σε σχέση με την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έδωσε οικειοθελώς δείγμα του γενετικού του υλικού ενώ βρισκόταν υπό κράτηση στο ΧΧΧ, είναι στοιχείο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας στα πλαίσια της νομολογιακής αρχής ότι η συνεργασία με την αστυνομία ενός προσώπου που οδηγεί στη διαλεύκανση, συνιστά ένα πρόσθετο μετριαστικό παράγοντα, παρατηρούμε ότι ο κατηγορούμενος είχε συνδεθεί προηγουμένως με γενετικό υλικό που εντοπίστηκε σέ τεκμήριο που παραλήφθηκε από τη σκηνή. Τούτο διότι όπως ανέφερε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου είχε ήδη ταυτιστεί μέσω της τράπεζας δεδομένων PRUM της Interpol, με αυτό που λήφθηκε από ρούχινο ύφασμα που εντοπίστηκε στη σκηνή, εξ ού και είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης από Δικαστήριο στη Κύπρο και καταζητείτο. Σαν μετριαστικό παράγοντα λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου και το λευκό του ποινικό μητρώο, στοιχείο που του δίνει και το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. Εξίσου σημαντικό θεωρούμε και το γεγονός ότι ο ίδιος προσωπικά δεν έλαβε μέρος στη διάπραξη του ουσιαστικού αδικήματος και συνακόλουθα δεν απείλησε την σωματική ακεραιότητα ή την ζωή οποιουδήποτε προσώπου. Ακόμη αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων λαμβάνουμε υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα, πως από την παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και των προσώπων που διέπραξαν την ληστεία, ευτυχώς δεν προκλήθηκαν οποιοιδήποτε τραυματισμοί η σωματικές βλάβες, τόσο στις υπαλλήλους των παραπονουμένων όσο και σε άλλα πρόσωπα. Λαμβάνουμε ακόμη υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, τις οποίες εκθέσαμε πιο πάνω. Τέλος και επειδή ανάμεσα στους μετριαστικούς παράγοντες που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής, είναι και ο χρόνος που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, σε συνάρτηση και με την μεταβολή στο μεταξύ των προσωπικών του περιστάσεων, κρίνoυμε πως θα πρέπει στο στάδιο αυτό να εξετάσουμε και το συγκεκριμένο ζήτημα. Τούτο διότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης ενός αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής γι' αυτό στον παραβάτη, αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα. Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης, με την καταχώρηση της υπόθεσης, λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής[13]. Στην υπόθεση δε, M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd[14], υποδείχθηκε ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη[15], υποδείχθηκε, ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, είναι ουσιώδες στοιχείο, που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα των αδικημάτων δικαιολογεί την επιβολή της ποινής της φυλάκισης. Η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν ριζικά. Παράλληλα όμως λαμβάνονται υπόψη και συνυπολογίζονται από το Δικαστήριο και άλλοι παράγοντες, όπως η σοβαρότητα του αδικήματος και η συμπεριφορά του ίδιου του αδικοπραγούντα. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι πριν την τελική μας απόφανση για το συγκεκριμένο ζήτημα, πρέπει να εξετάσουμε αν για την παρατηρούμενη καθυστέρηση φέρει οποιαδήποτε ευθύνη και ο ίδιος κατηγορούμενος, είτε πριν είτε μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και έχοντας υπόψη τα γεγονότα τα οποία εξέθεσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ως πρώτη διαπίστωση μας σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, είναι ότι για τον προ της καταχωρίσεως της παρούσας χρόνο, ευθύνη, ως έγινε και παραδεκτό από τον συνήγορο υπεράσπισης, δεν μπορεί να αποδοθεί στις Αρχές της Δημοκρατίας. Τούτο διότι, από την ημερομηνία που συνδέθηκε ο κατηγορούμενος με τα επίδικα αδικήματα, εξεδόθη άμεσα κυπριακό ένταλμα σύλληψης, τόσο για αυτόν όσο και για τον άμεσο συνεργάτη του, πλην όμως η σύλληψη του δεν κατέστη δυνατή γιατί μετά την διάπραξη του αδικήματος της συνομωσίας, αυτός διέφυγε στο εξωτερικό. Ακόμη οι αρχές της Δημοκρατίας ενεργώντας άμεσα και μετά την δειγματοληψία από τον κατηγορούμενο που έγινε στο ΧΧΧ στα πλαίσια ζητηθείσας Δικαστικής συνδρομής και τις επιστημονικές εξετάσεις που ακολούθησαν, που είχαν σαν αποτέλεσμα την εκ νέου διασύνδεση του με το αδίκημα, εξέδωσαν άμεσα Ευρωπαϊκό και Διεθνές ένταλμα σύλληψης εναντίον του, δυνάμει του οποίου και συνελήφθη τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ισπανία. Η έκδοση του επιτεύχθηκε την 1.6.2018, πλην όμως όπως διευκρίνισε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, για την καθυστέρηση που παρατηρείται δεν ευθύνονται οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, αφού ο κατηγορούμενος δεν εκδόθηκε νωρίτερα λόγω εκκρεμουσών δικαστικών διαδικασιών που είχε να αντιμετωπίσει σε άλλες χώρες. Όπως δε έγινε παραδεκτό από τον ίδιο τον κατηγορούμενο μέσω του συνηγόρου του, αυτός από την ημέρα που διέφυγε στο εξωτερικό δεν επέστρεψε ξανά στην Κύπρο, κάτι που καθιστούσε αδύνατη την σύλληψη του από τις αρχές της Δημοκρατίας στο έδαφος της. Εν όψει λοιπόν των πιο πάνω, είναι πρόδηλο, πώς για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε πριν την καταχώρηση της παρούσας χρονικό διάστημα, την ευθύνη φέρει ο ίδιος κατηγορούμενος. Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Νίκος Πολυβίου ν. Αστυνομίας[16], δεν μπορεί ένας κατηγορούμενος να οικοδομεί επί των δικών του ενεργειών και στη συνέχεια να απολαμβάνει απόλυτα το στοιχείο του μετριαστικού παράγοντα του χρόνου και καθυστέρησης, για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Όπου δε διαπιστώνεται μία τέτοια συμπεριφορά από πλευράς κατηγορούμενου, μετριάζεται ανάλογα η ακόμη και εξουδετερώνεται στην κατάλληλη περίπτωση ο μετριαστικός παράγοντας της καθυστέρησης. Αναφορικά τώρα για τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, ήτοι από την 8.6.2018, μέχρι σήμερα που επιβάλλουμε ποινή στον κατηγορούμενο, διαπιστώνουμε ότι η καθυστέρηση οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι αναμενόταν η αποστολή διαφόρων εγγράφων για ζητήματα που αφορούσαν δικαστικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα στο εξωτερικό. Τούτο δε κατέστη αναγκαίο κατόπιν της σχετικής αναφοράς που έγινε από τον συνήγορο υπεράσπισης, για να υποστηρίξει την εισήγηση του ότι ο κατηγορούμενος είχε τελέσει υπό κράτηση στο εξωτερικό στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εξεδόθη για το αδίκημα της παρούσας και ως εκ τούτου, ο εν λόγω χρόνος κράτησης του, πρέπει να αφαιρεθεί από την ποινή που θα του επιβληθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει αναντίλεκτο παραμένει το γεγονός ότι έχουμε κληθεί να επιβάλουμε ποινή στον κατηγορούμενο, δέκα και πλέον χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων, στοιχείο που, επί τη βάσει των όσων η νομολογία καθορίζει, κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Δεν αποδεχόμαστε όμως ότι ο χρόνος αυτός, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των αδικημάτων, της ευθύνης του κατηγορούμενου στην πρόκληση του μεγαλύτερου μέρους της καθυστέρησης, αλλά και ότι οι προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι έχουν αλλάξει ριζικά, είναι παράγοντες ικανοί να καταστήσουν ανεπιθύμητη την επιβολή σε αυτόν ποινής φυλάκισης. Αναφορικά τώρα με την ποινολογική μεταχείριση κατηγορουμένων που βρέθηκαν ένοχοι για παρόμοιας φύσεως αδίκημα με αυτό της παρούσας και την μελέτη της νομολογίας ως προς τις ποινές που κατά καιρούς έχουν επιβληθεί, έχουμε διαπιστώσει ότι αυτή δεν είναι ιδιαίτερα υποβοηθητική. Τούτο διότι κατά κανόνα, κατηγορίες συνωμοσίας συνήθως περιλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο με το ουσιαστικό αδίκημα, στο οποίο επιβάλλεται ποινή ενώ, δεν επιβάλλεται ποινή στο αδίκημα της συνωμοσίας αφού τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στα γεγονότα του ουσιαστικού αδικήματος (βλ. υποθέσεις Ντάνυ Χασσάν ν. Δημοκρατίας και Κωνσταντίνου Αλεξάνδρου ν. Δημοκρατίας[17]). Επισημαίνουμε ότι η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας[18]), χωρίς όμως να υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων (βλ. επίσης Σάμπη ν. Δημοκρατίας[19]). Με τα πιο πάνω κατά νου θα αναφερθούμε σε μερικές εξ αυτών, από τις οποίες έχουμε αντλήσει και καθοδήγηση αναφορικά με την ποινή που θα επιβάλουμε στον κατηγορούμενο, με τις αναγκαίες βεβαίως αναπροσαρμογές που επιβάλλουν τα γεγονότα, η πορεία της υπόθεσης, αλλά και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Μάριος Πόρας ν. Αστυνομίας και Σταύρος Λεωνίδου ν. Αστυνομίας[20], το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε τις ποινές φυλάκισης των 4 και 3½ ετών στο αδίκημα της ληστείας που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στους εφεσείοντες σε 3 και 2½ έτη αντίστοιχα και επικρότησε την ποινή φυλάκισης των δύο ετών που τους επιβλήθηκε στο αδίκημα της συνομωσίας. Προς τούτο το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε υπόψη το νεαρό της ηλικίας, των εφεσειόντων, 20 και 19 ετών αντίστοιχα, των ιδιαζόντων συνθηκών που περιέβαλλε τα πρόσωπα τους, αλλά και τις επίσης ιδιάζουσες συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Επισημαίνουμε ακόμη ότι το ποσό της ληστείας ανακτήθηκε ολόκληρο και ότι αμφότεροι οι εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν παραδοχής τους. Στην Sefik Yusuf ν. Δημοκρατίας[21], επικυρώθηκαν οι ποινές φυλάκισης των 8 ετών για ληστεία και 3 ετών για συνωμοσία για ληστεία. Στη διάπραξη των αδικημάτων συμμετείχε ο εφεσείων και ακόμη ένα πρόσωπο. Οι εφεσείων και ο συνεργός του ανέμεναν το θύμα έξω από το σπίτι του και όταν συνάντησαν τον παραπονούμενο τράβηξαν με δύναμη την τσάντα μέσα στην οποία υπήρχαν €3.000 και 3.500 στερλίνες σε μετρητά, αλλά και ταξιδιωτικές επιταγές 600 στερλινών. Σαν αποτέλεσμα της βίας που εξάσκησαν για να αποσπάσουν την τσάντα, την οποία ο παραπονούμενος αρνείτο να αφήσει, κατάφεραν να του την αποσπάσουν ενώ στα χέρια του παραπονούμενου παρέμειναν μόνο τα χερούλια της τσάντας. Προηγουμένως δε ο εφεσείων και ο συναυτουργός του, είχαν σπρώξει τον παραπονούμενο με αποτέλεσμα αυτός να κτυπήσει προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη στο κεφάλι. Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και το προϊόν της ληστείας δεν ανακτήθηκε. Τέλος στην υπόθεση με αριθμό 786/2018, Δημοκρατία ν.
  2. Λοίζος Τζιωνής κ.α., το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, επέβαλε την 21.2.2019, ποινή φυλάκισης 4 ετών στη κατηγορουμένη 2, η οποία παραδέχτηκε την διάπραξη του αδικήματος της συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος, ήτοι της ληστείας. Επισημαίνουμε ότι στην εν λόγω υπόθεση είχε ασκηθεί σοβαρότατης μορφής και βαθμού βίαιη συμπεριφορά από τους φυσικούς αυτουργούς, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα και τραγική κατάληξη την φόνευση των δύο θυμάτων της ληστείας. Στοιχείο βεβαίως που την διαφοροποιεί από την παρούσα. Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω εκτεθέντα, κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση, είναι αυτής της φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και σε επίδοξους νέους παραβάτες[22]. Καταληκτικά επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο στην κατηγορία 2 την ποινή φυλάκισης των 3 (τριών) ετών. Η πιο πάνω επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, μειώνεται κατά τα χρονικά διαστήματα που ο κατηγορούμενος τέλεσε και τελεί υπό κράτηση[23], ήτοι: · κατά το χρονικό διάστημα από 28/05/2010 μέχρι 26/08/2010, που τέλεσε υπό κράτηση στην Ιταλία, · κατά το χρονικό διάστημα από 1/03/2018 μέχρι 1/06/2018, που τέλεσε υπό κράτηση στην Ισπανία, και · κατά το χρονικό διάστημα από την 1/06/2018 μέχρι σήμερα, που τελεί υπό κράτηση στη Κύπρο. Τα τεκμήρια της υπόθεσης εν όψει των λόγων που έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, διατάσσουμε να παραμείνουν στην κατοχή της αστυνομίας. (Yπ.) ................ Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Α. Κονής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά: Συνωμοσία για διάπραξη ληστείας [1] Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 Α.Α.Δ. 264 [2]
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 [3]
(2007)2 Α.Α.Δ. 128 [4]
(2009)2 Α.Α.Δ. 551 [5] Βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304 και Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61. [6] Έκδοση 2018, §33-5, σελ.3308-3309 [7]
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, 142 και 143 [8] Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245 και Τσιάκκα κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282 [9] Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R. 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 [10]
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 [11] Π.Ε. 163/2015, ημερομηνίας 11.7.2016 [12]
(2001)2 Α.Δ.Δ. 442 [13] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 623 [14]
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 [15]
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 [16]
(2004)2 Α.Α.Δ. 11 [17] Ποινικές Εφέσεις 196/2013 και 197/2013 αντίστοιχα, ημερομηνίας 10.10.2014 [18]
(1996)2 A.A.Δ. 217 [19]
(2012)2 Α.Α.Δ. 100 [20]
(2005)2 Α.Α.Δ. 452 [21] Ποινική Έφεση 46/2014, ημερομηνίας 18.02.2016 [22] Βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98 [23] Βλ. απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.10.2016, στην υπόθεση Παρασκευά Παπαπαντελή ν. Δημοκρατίας, Ποινική έφεση 11/2016, άρθρο 35 του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Νόμου, Ν.133(Ι)/2004και άρθρο 117 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.