Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Διομήδη, Αρ. Υπόθεσης: 14277/15, 8/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14277/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- ΧΧΧΧΧ Διομήδη Κατηγορούμενος --------------------------------------- Ημερομηνία: 8 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γιάννος Αργυρού με κα Χριστίνα Σιήρτσιην Για τον Κατηγορούμενους: κ. Ανδρέας Πιττάτζιης Κατηγορούμενος: παρών --------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της λειτουργίας αδειούχου υποστατικού για παροχή υπηρεσιών στοιχήματος, κατά παράβαση του άρθρου 77, κατά παράβαση των άρθρων 2, 36 και 77
(2)
(3)του περί ρύθμισης των στοιχημάτων νόμου 106
(1)/12. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 24 Ιουνίου 2014 στη Λεμεσό, λειτουργούσε το επίδικο υποστατικό με την επωνυμία που αναφέρεται σε λεπτομέρειες του αδικήματος σε συγκεκριμένη οδό για διεξαγωγή στοιχήματος, κατά παράβαση του άρθρου 79 του πιο πάνω νόμου που είναι η απαγόρευση παιχνιδιών καζίνο παρεχομένων με απευθείας σύνδεση online casino. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο θα παραθέσει αυτούσια την νομοθετική βάση των υπό εξέταση αδικημάτων, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Tο άρθρο 2 του σχετικού νόμου, δίνει τις εξής ορολογίες: 2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια - «άδεια αποδέκτη» σημαίνει την άδεια παροχής υπηρεσιών στοιχήματος που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ· «άδεια εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου» σημαίνει την άδεια παροχής υπηρεσιών στοιχήματος για λογαριασμό αδειούχου αποδέκτη Κλάσης Α που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις τους Μέρους ΙΙΙ· «άδεια υποστατικού» σημαίνει την άδεια για χρήση υποστατικού για την παροχή υπηρεσιών στοιχήματος Κλάσης Α, σύμφωνα με τις διατάξεις τους Μέρους IV· «αδειούχος αποδέκτης» σημαίνει το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδίδεται άδεια αποδέκτη· «αδειούχο υποστατικό» σημαίνει υποστατικό για το οποίο εκδίδεται άδεια υποστατικού· «αθλητικό γεγονός» σημαίνει κάθε άθλημα το οποίο διεξάγεται από φυσικά πρόσωπα για το οποίο απαιτείται η καταβολή σωματικής δύναμης και αξιοποίηση δεξιότητας· «ανήλικος» σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοχτώ
(18)χρονών· «αξιωματούχος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Εταιρειών Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «Αρχή» σημαίνει την Εθνική Αρχή Στοιχημάτων που διορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙ· «δελτίο» σημαίνει έντυπο συμμετοχής σε στοίχημα σε ηλεκτρονική μορφή, που εγκρίνεται από την Αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V και στο οποίο αναγράφονται οι λεπτομέρειες και το ποσό του στοιχήματος· «εγκεκριμένος λογιστής» σημαίνει πρόσωπο που έχει τα απαιτούμενα προσόντα να διορισθεί ελεγκτής εταιρείας δυνάμει του άρθρου 155 του περί Εταιρειών Νόμου όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «εκτεινόμενο στοίχημα» (spread bet) σημαίνει στοίχημα που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 82∙ «εξουσιοδοτημένες δραστηριότητες» σε σχέση με άδεια αποδέκτη, σημαίνει τις δραστηριότητες οι οποίες εξουσιοδοτούνται με την άδεια αποδέκτη Κλάσης Α· «εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος» σημαίνει πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες στοιχήματος για λογαριασμό αδειούχου αποδέκτη Κλάσης Α∙ «ηλεκτρονικό στοίχημα» σημαίνει στοίχημα το οποίο διεξάγεται μέσω τηλεπικοινωνιών· «Κανονισμοί» σημαίνει τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 90· «κανονισμός» σημαίνει εσωτερικό κανονισμό που εκδίδεται από την Αρχή· «κάτοχος» σε σχέση με άδεια αποδέκτη Κλάσης Α ή Β ή άδεια εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου ή άδεια υποστατικού, σημαίνει το πρόσωπο προς όφελος του οποίου έχει εκδοθεί η ανάλογη άδεια· «κέρδη» σημαίνει χρηματικό έπαθλο από στοίχημα· «παιγνιομηχάνημα περιορισμένου οφέλους» (slot machine) σημαίνει οποιαδήποτε μηχανική, ηλεκτρική ή άλλη συσκευή, επινόηση ή μηχάνημα, το οποίο είτε με την εισδοχή νομίσματος, χαρτονομίσματος, φίσιας (token) ή παρόμοιου αντικείμενου, είτε με οποιαδήποτε άλλη μορφή πληρωμής, παρέχει τη δυνατότητα στο χρήστη να το θέσει σε λειτουργία ή να παίξει τυχερό παιχνίδι, με αποτέλεσμα τη δυνατότητα απόδοσης μετρητών ή αντικειμένων αξίας ή βραβείων ή μονάδων πίστωσης ή φίσιων (token) ή οτιδήποτε άλλο στο οποίο αποδίδεται οικονομική αξία, ανεξαρτήτως αν η απόδοση των πιο πάνω γίνεται αυτόματα από τη συσκευή, επινόηση ή μηχάνημα ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και περιλαμβάνει τις ακόλουθες μηχανές: (α) Μηχανές τύπου πόκερ ή άλλου παρόμοιου παιγνιδιού με τραπουλόχαρτα ή άλλες παραλλαγές ή παραστάσεις. (β) μηχανές ιπποδρομιών ή μηχανές με αγώνες δρόμου ή ταχύτητας, όπως σκύλων, αυτοκινήτων ή άλλων. (γ) μηχανές που είναι γνωστές ως «μηχανές με φρουτάκια» ή με παρόμοιες ή άλλες παραστάσεις ή σχήματα ή αριθμούς ή γράμματα ή χρώματα. (δ) μηχανές 'μπίγκο' (bingo), ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσαρμογή ή προσθήκη που τείνει να τις εξομοιώσει με άλλο τύπο μηχανής. (ε) μηχανές που έχουν τη δυνατότητα μηδενισμού οποιουδήποτε αποτελέσματος ή ένδειξης και μεταφοράς των πληροφοριών αυτών σε μνήμη, είτε από το χειριστή είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. (στ) οποιαδήποτε άλλη μηχανή τυχερού παιχνιδιού η οποία, κατά την κρίση της Αρχής, εμπίπτει στην έννοια του όρου παιγνιομηχάνημα περιορισμένου οφέλους∙ και (ζ) οποιοδήποτε εξάρτημα ή προσάρτημα ηλεκτρονικού υπολογιστή το οποίο μπορεί να εφαρμοστεί και να λειτουργήσει μέσω συσκευής οθόνης ως παιγνιομηχάνημα περιορισμένου οφέλους· «παράνομο στοίχημα» σημαίνει το στοίχημα που διενεργείται κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή κάθε άλλο στοίχημα που απαγορεύεται ρητά από τις διατάξεις αυτού· «παροχή υπηρεσιών στοιχήματος» σημαίνει την πρόσκληση από πρόσωπο σε τρίτο πρόσωπο να συμμετέχει σε στοίχημα, σύμφωνα με ενέργειες που έχουν γίνει από το πρόσωπο αυτό. «πιστωτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον περί Διακίνησης Κεφαλαίων Νόμο· «πραγματικός δικαιούχος» σημαίνει το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία τελικά κατέχουν ή ελέγχουν το νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει εκδοθεί άδεια παροχής υπηρεσιών στοιχήματος. Ως πραγματικός δικαιούχος νοείται, όσον αφορά - (α) εταιρείες, τουλάχιστον - (
- i)το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία τελικά κατέχουν ή ελέγχουν την εταιρεία, κατέχοντας αμέσως ή εμμέσως, ή ελέγχοντας επαρκές ποσοστό των μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου της εν λόγω εταιρείας, μεταξύ άλλων, μέσω μετοχών στον κομιστή. Ποσοστό ύψους δέκα επί τοις εκατόν (10%) συν μια μετοχή θεωρείται ότι πληροί το κριτήριο αυτό, (
- ii)το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα τα οποία ασκούν κατά άλλο τρόπο έλεγχο στη διαχείριση ή/και διοίκηση της εταιρείας, και (β) νομικές οντότητες, όπως ιδρύματα και νομικούς μηχανισμούς, όπως εμπιστεύματα που διοικούν ή διανέμουν κεφάλαια, τουλάχιστον - (
- i)το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα που δικαιούνται το δέκα επί τοις εκατόν (10%) ή περισσότερο των περιουσιακών στοιχείων νομικού μηχανισμού ή νομικής οντότητας, όταν οι μελλοντικοί δικαιούχοι έχουν προσδιορισθεί ήδη, ή (
- ii)την κατηγορία προσώπων προς το συμφέρον της οποίας έχει κυρίως συσταθεί ή δρα ο νομικός μηχανισμός ή η νομική οντότητα, όταν τα άτομα που αποτελούν τους δικαιούχους του νομικού μηχανισμού ή της νομικής οντότητας δεν έχουν προσδιορισθεί ακόμη, ή (iii) το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο στο δέκα επί τοις εκατόν (10%) ή περισσότερο, των περιουσιακών στοιχείων του νομικού μηχανισμού ή της οντότητας· «πρόσωπο» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο· «σημαντικό συμφέρον» σημαίνει κατοχή μετοχών σε εταιρεία που αντιπροσωπεύει ποσοστό τουλάχιστον πέντε επί τοις εκατόν (5%) του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρείας ή δικαιωμάτων ψήφου που επιτρέπουν σημαντική επιρροή στη διοίκηση της εταιρείας, και «κάτοχος σημαντικού συμφέροντος» ερμηνεύεται ανάλογα. «στοίχημα» σημαίνει οποιοδήποτε είδος στοιχήματος διενεργείται επί αθλητικών ή άλλων γεγονότων από αριθμό φυσικών προσώπων που συμμετέχουν σε αυτό, υπό τον όρο ότι, τα κέρδη κάθε παίκτη καθορίζονται από το πρόσωπο που διοργανώνει το στοίχημα, πριν ή κατά το χρόνο διενέργειάς του, με αναφορά, τόσο στο ποσό που ο κάθε παίκτης κατέβαλε για τη συμμετοχή του στο στοίχημα, όσο και στην καθορισμένη τιμή απόδοσης του συγκεκριμένου στοιχήματος και το οποίο διεξάγεται κατόπιν άδειας στοιχήματος Κλάσης Α ή Β, ως προβλέπεται στον παρόντα Νόμο. «Συμβουλευτική Αρχή Καταπολέμησης Αδικημάτων Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης Τρομοκρατίας» σημαίνει την Αρχή που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «σύστημα φραγής» σημαίνει σύστημα που εγκαθίσταται από παροχέα υπηρεσιών διαδικτύου (Internet Service Provider) με το οποίο εμποδίζεται η δρομολόγηση και μεταφορά κίνησης από τον τερματικό εξοπλισμό του χρήστη διαδικτύου προς συγκεκριμένες διευθύνσεις ιστοσελίδες διαδικτύου (URL - Uniform Resource Locator)∙ «σχετικό αδίκημα» σημαίνει - (α) αδίκημα που περιέχει το στοιχείο του δόλου ή της καταδολίευσης. (β) αδίκημα που περιέχει το στοιχείο της ηθικής αισχρότητας ή το στοιχείο της έλλειψης εντιμότητας. (γ) οποιοδήποτε αδίκημα κατά παράβαση του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου· (δ) οποιοδήποτε αδίκημα κατά παράβαση του περί Οίκων Στοιχημάτων, Οίκων Κυβείας και Παρεμποδίσεως της Κυβείας Νόμου. (ε) οποιοδήποτε αδίκημα κατά παράβαση του περί Συλλογικών Στοιχημάτων (Ρύθμιση και Φόρος) Νόμου∙ (στ) οποιοδήποτε αδίκημα κατά παράβαση του περί Φορολογίας Ιπποδρομιακών Στοιχημάτων Νόμου∙ και (ζ) οποιοδήποτε αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου «τηλεπικοινωνίες» σημαίνει επικοινωνίες μέσω- (α) διαδικτύου. (β) τηλεφώνου. (γ) τηλεόρασης. και (δ) οποιουδήποτε άλλου μέσου ηλεκτρονικής ή άλλης τεχνολογίας: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, όροι που χρησιμοποιούνται σε σχέση με τηλεπικοινωνίες και δεν ορίζονται στον παρόντα Νόμο έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στον περί Ρυθμίσεων Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμο∙ «τιμή απόδοσης» σημαίνει την αναλογία μεταξύ της κάθε χρηματικής μονάδας που καταβάλλεται από το κάθε πρόσωπο που συμμετέχει στο στοίχημα και του αντίστοιχου κέρδους που αναλογεί σε αυτή· «τυχερά παιχνίδια καζίνο παρεχόμενα με απευθείας σύνδεση» (on line καζίνο) σημαίνει τυχερά παιχνίδια καζίνο στα οποία η απευθείας σύνδεση δύναται να εξασφαλιστεί είτε (α) με τερματικές μηχανές διασυνδεδεμένες με κεντρικό μηχανογραφικό σύστημα, είτε (β) με ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέσω τηλεπικοινωνιών ή και με οποιαδήποτε άλλη συσκευή η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μια τέτοια σύνδεση και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων διαδικτυακή (on line) ρουλέτα, διαδικτυακό (on line) πόκερ και παιγνιομηχανήματα περιορισμένου οφέλους, όπως καθορίζονται στον παρόντα Νόμο· «τυχερό παιχνίδι» σημαίνει παιχνίδι του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται τουλάχιστον εν μέρει από την τύχη και το οποίο παίζεται είτε με την καταβολή χρημάτων ή κινητής ή ακίνητης περιουσίας, είτε με πίστωση, είτε με οτιδήποτε άλλο αντικείμενο που έχει οικονομική αξία ανεξαρτήτως αν αυτό αποδίδει στον παίκτη οικονομικό όφελος∙ «υπεύθυνος υποστατικού» σημαίνει πρόσωπο το οποίο ορίζεται ως υπεύθυνος υποστατικού σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 36∙ και «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών και περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο εξουσιοδοτείται από αυτόν, για το σκοπό άσκησης οποιασδήποτε αρμοδιότητας δυνάμει του παρόντος Νόμου. Το άρθρο 36 του ιδίου νόμου προνοεί τα ακόλουθα: Αίτηση για άδεια υποστατικού υποβάλλεται στην Αρχή από αδειούχο αποδέκτη Κλάσης Α ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, μαζί με την καταβολή του τέλους που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 26, κατά τον τύπο που καθορίζεται με κανονισμούς που εκδίδονται από την Αρχή, περιλαμβάνει τις πληροφορίες και τα έγγραφα που καθορίζονται από την Αρχή και συνοδεύεται από γραπτή δήλωση του ιδιοκτήτη του υποστατικού με την οποία παρέχεται η συγκατάθεσή του στη χρήση του υποστατικού για παροχή υπηρεσιών στοιχήματος Κλάσης Α.
(2)Σε περίπτωση που ο αδειούχος αποδέκτης Κλάσης Α ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος εργοδοτεί προσωπικό, υποχρεούται να ορίσει ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, τα οποία θα είναι υπεύθυνα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου μέσα στο υποστατικό και να ενημερώσει σχετικά την Αρχή. Τα άρθρα 77
(2)και
(3)προνοούν τα ακόλουθα: 77
(2)Αδειούχος αποδέκτης Κλάσης Α ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που λειτουργεί αδειούχο υποστατικό για διεξαγωγή στοιχήματος κατά παράβαση των άρθρων 78, 79, 81, 82 και 83, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατόν εβδομήντα χιλιάδες ευρώ (€170.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(3)Το δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής σύμφωνα με το παρόν άρθρο δύναται επιπρόσθετα να διατάξει το κλείσιμο του υποστατικού μέχρι να εξασφαλιστεί η σχετική άδεια ή μέχρι να αρθεί η διεξαγωγή του παράνομου στοιχήματος, ανάλογα με την περίπτωση. To άρθρο 79 του ιδίου νόμου προνοεί τα ακόλουθα: Όποιος κατέχει ή λειτουργεί μηχανές με τις οποίες παρέχονται υπηρεσίες ή παρέχει υπηρεσίες για διεξαγωγή στη Δημοκρατία παιχνιδιών παρεχόμενων με απευθείας σύνδεση (on line καζίνο), είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (€300.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) και συνεπώς η Μ.Κ. 1 θα αξιολογηθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Στην υπόθεση Σκορδέλλη - ν - Δημοκρατίας κ.α. Ποινικές Εφέσεις 101 - 104 ημερ. 6/6/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επισημαίνουμε και τονίζουμε ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.» Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Στην Σιβιτανίδης κ.α. - ν - Δημοκρατίας 2011 2 ΑΑΔ σελ. 166, τονίστηκε ότι μικρές διαφορές στη μαρτυρία πάντοτε υπάρχουν. Όμως, για να επέμβει το Εφετείο, αυτές θα πρέπει να είναι τέτοιες που είτε να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, είτε να είναι ουσιαστικής μορφής, ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 75). Η νομολογία δέχεται ότι μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία, που κατά τα άλλα είναι πειστική, και καταδείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 104). Ο Μ.Κ. 7 που προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).» Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.» Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516. Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας................................................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.» Με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας, το Δικαστήριο θα προβεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα, αφού βεβαίως προηγουμένως παραθέσει όσο πιο συνοπτικά γίνεται την μαρτυρία εκάστου μάρτυρα. Η ΜΚ 1 ως μέρος της κύριας εξέτασης της υιοθέτησε την κατάθεση της, δηλαδή το τεκμήριο
- Στην κατάθεση της αναφέρει ότι στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης παροχής υπηρεσιών για διεξαγωγή στην Δημοκρατία παιχνιδιών παρεχομένων με απευθείας σύνδεση, αδίκημα το οποίο διαπράχτηκε την επίδικη ημερομηνία στο επίδικο υποστατικό, την επόμενη μέρα παρέλαβε από τον ΜΚ 6 τα 7 τεκμήρια που καταγράφονται και που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια, με εξαίρεση το χρηματικό ποσό των €
- Έκανε αναφορά για μεταφορά των τεκμηρίων 5, 6 και 8, που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, στο δικανικό εργαστήριο ηλεκτρονικών δεδομένων για επιστημονικές εξετάσεις, όπου συγκεκριμένος υπαστυνόμος υπεύθυνος του πιο πάνω εργαστηρίου ανέφερε ότι η προκαταρκτική έκθεση του ΜΚ 7 είναι ικανοποιητική για ποινική δίωξη και δεν χρειάζεται περαιτέρω εξέταση των πιο πάνω τεκμηρίων. Την ίδια μέρα μετέφερε τα πιο πάνω τεκμήρια στην ΑΔΕ Λεμεσού, όπου και τα τοποθέτησε σε αποθήκη του ΤΑΕ για την ασφαλή τους φύλαξη. Την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και στις 26/8/2014 έλαβε κατάθεση από την Μ 7 επί του κατηγορητηρίου και στις 11 Ιανουαρίου 2015 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης της κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο, καθώς επίσης και ως τεκμήριο 3 την γραπτη κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο, τον οποίο και αναγνώρισε στο εδώλιο. Ανέφερε ότι είναι η ανακριτής της υπόθεσης, κατέθεσε ως τεκμήριο 4 τον κατάλογο τεκμηρίων, κατέθεσε τα τεκμήρια που κάνει αναφορά στην κατάθεση της, αλλά και στο τεκμήριο τέσσερα που είναι ο κατάλογος τεκμηρίων, με εξαίρεση το χρηματικό ποσό των €335 για το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι αυτό το χρηματικό ποσό εντοπίστηκε στο στάδιο της διερεύνησης και βρίσκεται στην κατοχή της αστυνομίας. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της προέβηκε σε συγκεκριμένες διευκρινίσεις και σε μία διόρθωση, κατέθεσε ως τεκμήριο 11 το αντίγραφο του τεκμηρίου 9, καθώς επίσης κατέθεσε και το τεκμήριο 12 που είναι ένα σετ αποτελούμενο από 39 φωτογραφίες, κατέθεσε επίσης και ως τεκμήριο 13 την κατάθεση που έλαβε από την Μ7 επί του κατηγορητηρίου. Ανέφερε ότι δεν πήγε στο επίδικο υποστατικό και συνεπώς δεν είναι σε θέση να κάνει αναφορά σε σχέση με το τεκμήριο 12 και όταν ερωτήθηκε για συγκεκριμένα τεκμήρια, ανέφερε ότι δεν τα εντοπίζει στην δέσμη των φωτογραφιών και για άλλα δεν ήταν σίγουρη εάν ήταν τα ίδια τεκμήρια που απεικονίζονται στην δέσμη φωτογραφιών με αυτά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, επειδή δεν ήταν η ίδια παρούσα και δεν τα έχει παραλάβει. Αναγνώρισε όμως το χαρτονόμισμα των € 5 και το αντίγραφο του, αλλά εξέφρασε άγνοια για το πως λειτουργούν συγκεκριμένα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δικής και το Δικαστήριο έχει σχηματίσει θετική εικόνα για την μάρτυρα και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της, όχι μόνο επειδή δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά και επειδή το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα για να εξιστορίσει στο Δικαστήριο ότι περιήλθε στην γνώση της και στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως ανακριτής και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο στην μάρτυρα είτε κατά την μαρτυρία της, είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, είτε κατά την παραλαβή και παράδοση των τεκμηρίων. Κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη, αν και μέσα από την μαρτυρία της μάρτυρος διαφαίνεται ότι η μαρτυρία της ουσιαστικά ήταν τυπικής φύσεως και δεν είχε να προσφέρει οτιδήποτε στην κατηγορούσα αρχή που να αποδεικνύει την ενοχή του κατηγορουμένου στο υπό εξέταση αδίκημα. Ο ΜΚ 2 ως μέρος της κύριας εξέτασης του την υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα μαζί με τον ΜΚ 3 μετέβηκαν στο επίδικο υποστατικό δυνάμει Δικαστικού εντάλματος έρευνας κατόπιν πληροφορίας ότι στο υποστατικό αυτό διεξάγεται παράνομα στοίχημα, δηλαδή ΚΕΝΟ. Αφού εισήλθαν εντός του υποστατικό, υπήρχαν οθόνες με την πιο πάνω ένδειξη, δηλάδη ΚΕΝΟ αριθμολαχείο και ο ΜΚ 3 μετέβηκε μπροστά από το ταμείο και ο ΜΚ 3 συμπλήρωσε ένα κουπόνι ΚΕΝΟ. Στη συνέχεια εισήλθαν εντός του υποστατικού και άλλοι αστυφύλακες, συμπεριλαμβανομένου και του ΜΚ
- Ακολούθως με υπόδειξη του ΜΚ 7 παρέλαβε ως τεκμήρια στην παρουσία του κατηγορουμένου, αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και αυτός απάντησε ΄΄κάμε την δουλειά σου΄΄ τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, με εξαίρεση το χρηματικό ποσό των € 335 όπως αυτά αναφέρθηκαν και κατά την μαρτυρία της ΜΚ 1 και για αυτά τα τεκμήρια συμπλήρωσε σχετική απόδειξη παραλαβής τεκμηρίων στην οποία υπέγραψε τόσο ο ίδιος, όσο και ο κατηγορούμενος στον οποίο επέδωσε σχετικό φωτοαντίγραφο. Την ίδια μέρα παρέδωσε τα τεκμήρια στον ΜΚ6, ο οποίος ανέλαβε την εξέταση της υπόθεσης. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός που ουσιαστικά είναι η παραλαβή και παράδοση των σχετικών τεκμηρίων και γενικά το νομότυπο αυτής της διαδικασίας που σχετιζόταν και με αυτόν τον μαρτυρα. Ανέφερε ότι η παρουσία του στο επίδικο υποστατικό διήρκεσε περίπου 50 λεπτά με βάση τον δικό του υπολογισμό, κάνοντας ταυτόχρονα μία σύντομη περιγραφή του χώρου και των τεκμηρίων που βρέθηκαν εκεί μέσα από τις φωτογραφίες, δηλαδή το τεκμήριο
- Δεν θυμόταν εάν στον χώρο υπήρχαν άλλοι θαμώνες και ουσιαστικά ο ρόλος του επικεντρώθηκε στην παραλαβή των τεκμηρίων και δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Στην σύντομη αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν ο συνάδελφος του έδωσε τα 5 ευρώ δεν ήταν δίπλα από αυτόν και δεν είχε ακούσει οποιαδήποτε συζήτηση ή στιχομυθία μεταξύ του συναδέλφου του και του κατηγορουμένου. Όσον αφορά την μαρτυρία του ΜΚ 2, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη, όχι μόνο διότι ουσιαστικά η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί, καθότι στην αντεξέταση του έγινε μόνο διευκρινιστική ερώτηση και που απάντησε ότι δεν ήταν παρών όταν δόθηκε το χρηματικό ποσό των 5 ευρώ και ούτε είχε ακούσει κάτι γι' αυτό, αλλά και επειδή το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα για να εξιστορίσει εκείνα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και που ουσιαστικά ήταν επικεντρωμένος και επιφορτισμένος στην παραλαβή των τεκμηρίων, η διαδικασία της οποίας δεν έχει αμφισβητηθεί ως προς το νομότυπο αυτής. Συνεπώς το δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία αυτού του μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη και μέσα από την μαρτυρία αυτού το μάρτυρα δεν δύναται να εξαχθεί οποιοδήποτε εύρημα ή συμπέρασμα που να στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος. Ο ΜΚ 3 ως μέρος της κύριας εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 15, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα συγκεκριμένος λοχίας του παρέδωσε το χαρτονόμισμα των 5 ευρώ με συγκεκριμένο αριθμό, τον οποίο φωτοτύπησε στην παρουσία άλλου αστυφύλακα και του έδωσε οδηγίες όπως μεταβεί στο επίδικο υποστατικό και να το χρησιμοποιήσει για να παίξει ΚΕΝΟ. Την ίδια μέρα μαζί με τον ΜΚ 2 μετέβηκε στην επίδικη διεύθυνση κατόπιν πληροφορίας ότι σε αυτό υπήρχαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές που μετατρέπονταν σε μηχανές τυχερού παιχνιδιού περιορισμένου οφέλους και παιχνιδιών παρεχομένων με απευθείας σύνδεση on line καζίνο, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας και ότι διεξάγονται παράνομα στοιχήματα όπως και το επίδικο. Με την άφιξη του στο μέρος, ο ίδιος μαζί με τον ΜΚ 2 εισήλθαν εντός του υποστατικού και διαπίστωσε ότι στους τοίχους δεξιά και αριστερά υπήρχαν οθόνες τηλεοράσεων εκ των οποίων μία στα δεξιά, μία στα αριστερά, μία πίσω από τον πάγκο του ταμείου και επίσης μία που βρισκόταν έξω στο προαύλιοκαι εμφανιζόταν το πιο πάνω αναφερόμενο παιχνίδι αριθμολαχείο. Αμέσως πλησίασε τον πάγκο του ταμείου και πίσω από τον πάγκο βρισκόταν ένας άνδρας σχεδόν φαλακρός, ο οποίος φορούσε γυαλιά και του ζήτησε αν μπορούσε να παίξει το πιο πάνω παιχνίδι και αυτός του απάντησε καταφατικά. Τότε ο μάρτυρας του ανέφερε πέντε αριθμούς τους οποίους χτυπούσε στην οθόνη που είχε μπροστά του. Ακολούθως του έδωσε τα 5 ευρώ και του έδωσε απόδειξη με τους πέντε αριθμούς που του είπε. Αμέσως ενημέρωσε συγκεκριμένο λοχία και μαζί με άλλους αστυφύλακες δυνάμει Δικαστικού εντάλματος έρευνας εισήλθαν στο πρακτορείο. Του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, το ένταλμα έρευνας και του εξήγησε τους λόγους της εκεί παρουσία τους, ανέφερε στον μάρτυρα το όνομα του, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, τον πληροφόρησε για το αδίκημα ο οποίο διέπραξε και του απάντησε ΄΄εν ΚΕΝΟ κάμε την δουλειά σου. Ακολούθως, αφού του παρέδωσε το δελτίο ταυτότητας με συγκεκριμένο αριθμό, διαπιστώσει ότι επρόκειτο για το ίδιο άτομο. Στην συνέχεια κλήθηκε ο ΜΚ 4, ο οποίος φωτογράφισε την σκηνή με υπόδειξη του ΜΚ 7 και ακολούθως παρέδωσε φωτοαντίγραφο του χαρτονομίσματος των 5 ευρώ με συγκεκριμένο αριθμό, αφού το πιστοποίησε στον ΜΚ 6 όπου ανέλαβε για τα περαιτέρω. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο και δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα όσα σχετίζονται με το χαρτονόμισμα που χρησιμοποιήθηκε και το αντίγραφο αυτού, ως επίσης και τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν στην σκηνή. Αναφέρθηκε στις οδηγίες που είχε να φωτοτυπηθεί το εν λόγω χαρτονόμισμα στην παρουσία άλλου συναδέλφου και κατά την διάρκεια της επιχείρησσης δόθηκε στον κατηγορούμενο να παίξει το παιγνίδι ως παίκτης και ακολούθως λήφθηκε ως τεκμήριο και παραδόθηκε στον εξεταστή της υπόθεσης. Ο μάρτυρας απλά παρέδωσε το χαρτονόμισμα στο ταμείο, τα τεκμήρια τα παρέλαβε άλος συνάδελφος. Ο ίδιος δεν ξέρει πως παίζεται το παιγνίδι ΚΕΝΟ, λέγοντας όμως ότι είναι παρόμοιο με το παιγνίδι ΚΙΝΟ, περιγράφοντας τον τρόπο που το ΚΙΝΟ παίζεται, ήτοι το ΚΙΝΟ δηλώνονται κάποιοι αριθμοί οι οποίοι εμφανίζονται μέσα σε κάποιο χρονικό διάστημα στις οθόνες του εκάστοτε υποστατικού και εάν οι αριθμοί που δηλωθούν και πληρώσει κάποιος αναγραφούν στις οθόνες, τότε κερδίζεται ένα χρηματικό ποσό. Αναγνώρισε το τεκμήριο 10, το οποίο και περιέγραψε, λέγοντας δηλαδή ότι είναι ένα κουπόνι που αναγράφεται πάνω αριθμολαχείο με ένα αύξων αριθμό και αναγράφεται το ποσό των 5 € ως stake και ο κατηγορούμενος του έκδοσε την σχετική απόδειξη με τους αριθμούς που αναγράφονται πάνω. Το κουπόνι αυτό δεν κέρδισε. Αναφέρθηκε στο πως έμαθε να παίζει το νόμιμο παιγνίδι ΚΙΝΟ του ΟΠΑΠ και από ότι θυμάται, αναγράφεται στο επίδικο κουπόνι το οποίο πλήρωσε και του είχε εκδόσει ο κατηγορούμενος ότι αναγράφεται ένα ποσό που μπορεί να κερδίσει και συγκεκριμένα στην επιγραφή possible win και σε μετάφραση πιθανή νίκη €
- Έδωσε την δική του εξήγηση και ερμηνεία αναφορικά με το τι απεικονίζουν συγκεκριμένες φωτογραφίες που έχουν ληφθεί στην σκηνή, ήτοι μέσω του τεκμηρίου 12, όπως π.χ. τι απεικόνιζαν συγκεκριμένες οθόνες. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των 5 ευρώ και πήρε το κουπόνι, χωρίς να έχει οποιανδήποτε άλλη επικοινωνία με τον κατηγορούμενο και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ήρθαν οι άλλοι συναδέλφοι του, ο δε κατηγορούμενος του είπε απλά ότι το παιγνίδι διεξάγεται σε συγκεκριμένες οθόνες, αλλάσε κατοπινό στάδιο ο μάρτυρας του ζήτησε τα στοιχεία του κατηγορούμενου και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι πριν από την επιχείρηση και με βάση την ενημέρωση που είχαν, έκριναν ότι το παιγνίδι ΚΕΝΟ είναι παρόμοιας φύσης με το νόμιμο παιγνίδι του ΟΠΑΠ, όμως ο μάρτυρας δεν ρώτησε καν πως παίζεται το παιγνίδι ΚΕΝΟ, αλλά απλά ο μάρτυρας τον πλήρωσε με 5 ευρώ, του δήλωσε 5 αριθμούς και του ανέφερε ότι το παιγνίδι αναγράφεται σε συγκεκριμένες οθόνες. Ανέφερε στο στάδιο της αντεξέτασης ότι στην φωτογραφία που απεικονίζει το είδικο κουπόνι απεικονίζεται ο αριθμός 750 στο possible win, δεν υπάρχει ένδειξη στον αριθμό 5 εάν είναι ευρώ, έδωσε όμως 5 ευρώ και σε αντίτιμο του έδωσε το συγκεκριμένο κουπόνι. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο είναι λάθος αυτό που είπε ότι είναι 750 το winning, ανέφερε ότι δεν καταγράφεται και ότι εκ παραδρομής το είπε και όταν το είδε πιο προσεκτικά, ανέφερε ότι δεν έχει κάποιο σήμα του ευρώ και συνεπώς δεν ξέρει εάν είναι ευρώ ή σε άλλο νόμισμα. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή τον εν λόγω μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς της εμπλοκής του στην επιχείρηση που έγινε την επίδικη μέρα στο επίδικο υποστατικό, αλλά και της κομβικής σημασίας και βαρύτητας που είχε για την κατηγορούσα αρχή η μαρτυρία του και η όλη του εμπλοκή στην εν λόγω επιχείρηση, όπου ο παίκτης έπαιξε το παιγνίδι με την ονομασία ΚΕΝΟ. Αν και σε κάποιο σημείο της κυρίως εξέτασης του εμμέσως έγινε προσπάθεια να τεθεί μαρτυρία και μετά από ένσταση ως προς την πιθανότητα κέρδους, έτσι ώστε να στοιχειοθετείται συγκεκριμένο απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ως θα αναλυθεί πιο κάτω και που προκύπτει μέσα από το λεκτικό του νόμου όπως αυτό έχει εκτεθεί ανωτέρω, εν τούτοις ο μάρτυρας κατά το στάδιο της αντεξέτασης, διευκρίνησε ότι δεν αναγράφεται οτιδήποτε στο επίδικο κουπόνι οποιαδήποτε ένδειξη σε ευρώ και ούτε ο κατηγορούμενος του εξήγησε πως παίζεται το ΚΕΝΟ, αφού ο μάρτυρας δεν ρώτησε καν τον κατηγορούμενο πως παίζεται το ΚΕΝΟ, παρά μόνο έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των 5 ευρώ, ο κατηγορούμενος του έδωσε το επίδικο κουπόνι και του είπε ότι το παιγνίδι παίζεται σε συγκεκριμένες οθόνες. Αυτές οι διευκρινήσεις έχουν περισώσει την αξιοπιστία του μάρτυρα, επειδή επικεντρώθηκε στο τι πραγματικά αναφέρει το επίδικο κουπόνι, χωρίς να προσθέσει οτιδήποτε άλλο και υπήρξε ελικρινής ως προς την στιχομυθία που είχε με τον κατηγορούμενο. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η οποία κρίνεται ως αληθή και αξιόπιστη, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε τιμή απόδοσης εν τη εννοία και γράμμα του πιο πάνω νόμου στο ποσό που έπαιξε ο μάρτυρας, ήτοι στο ποσό των 5 ευρώ (που είναι ούτως ή άλλως παραδεκτό γεγονός ότι έπαιξε ο μάρτυρας αυτό το ποσό), αφού δεν αναγράφεται δίπλα από την ένδειξη possible win 750 εάν είναι ευρώ ή οτιδήποτε άλλο, αφού ο ίδιος ο μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι όχι μόνο δεν αναγράφεται το ποσό του ευρώ ή οτιδήποτε άλλο νόμισμα ή αντάλλαγμα, αλλά επιπρόσθετα παραδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν του ανέφερε οτιδήποτε για πιθανότητα κέρδους ή κέρδος, αφού απλά ο κατηγορούμενος έδωσε το κουπόνι αφού πήρε το ποσό των 5 ευρώ και είπε απλά στον μάρτυρα ότι το παιγνίδι παίζεται στις οθόνες. Συνεπώς δεν υπάρχει μαρτυρία που να καλύπτει την έννοια του στοιχήματος εν τη εννοία του πιο πάνω νόμου ως έχει εκτεθεί ανωτέρω, διότι ο κατηγορούμενος ως το άτομο που διοργανώνει το στοίχημα, δεν καθόρισε το κέρδος πριν ή κατά τον χρόνο διενέργειας του παιγνιδιού ΚΕΝΟ με αναφορά στο ποσό που ο μάρτυρας κατέβαλε, όσο και στην τιμή απόδοσης, όπως απαιτεί το γράμμα του νόμου, από το δε επίδικο κουπόνι και την όψη του, δεν προκύπτει κάτι σχετικό προς αυτήν την κατεύθυνση. Επιπρόσθετα δε του πιο πάνω κενού, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ξέρει πως παίζεται το ΚΕΝΟ, η δε αναφορά του ότι παίζεται παρομοίως όπως το ΚΙΝΟ που είναι νόμιμο αριθμολαχείο του ΟΠΑΠ, ασφαλώς και δεν καλύπτει το κενό και την έλλειψη βεβαιότητας που προκύπτει από την άγνοια του μάρτυρα για το πως παίζεται το ΚΕΝΟ, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι ο κατηγορούμενος δεν του είπε πως παίζεται, γεγονός που γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο ως εύρημα και συμπέρασμα. Επιπρόσθετα δε, η αναφορά του μάρτυρα ότι το επίδικο κουπόνι δεν κέρδισε, δεν δύναται να καλύψει τα πιο πάνω κενά, λόγω ακριβώς του κενού που υπάρχει και που έχει αξιολογηθεί πιο πάνω ως προς τις έννοιες του κέρδους, του στοιχήματος και της τιμής απόδοσης, ως ο νόμος τις έχει καθορίσει και που δεν καλύπτονται από την μαρτυρία αυτού του μάρτυρα. Συνεπώς, μέσα από την μαρτυρία του Μ.Κ. 3, δεν έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω απαραίτητα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος και που να οδηγούν σε καταδίκη του κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 16, στην οποία ουσιαστικά αναφέρει τα καθήκοντα του στην φωτογράφιση της επίδικης σκηνής και στην έκδοση του σχετικού τεκμηρίου 12 και στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή, διότι η μαρτυρία του ήταν καθαρά τυπικής φύσεως που αφορούσε απλά την φωτογράφιση της σκηνής και την εμφάνιση των γωτογραφιών και δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της υπεράσπισης, αφού δεν έχει καν αντεξετασθεί. Επιπρόσθετα δε, δηλώθηκαν σχετικά παραδεκτά γεγονότα προς αυτήν την κατεύθυνση. Ούτως βεβαίως η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα αποδεικνύει οτιδήποτε που να οδηγεί σε καταδίκη του κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ. 5 ανέφερε ότι εργάζεται στην εθνική αρχή στοιχημάτων με αγορά υπηρεσιών. Όσον αφορά το επίδικο υποστατικό, ανέφερε ότι το υποστατικό είναι αδειούχο και ο κατηγορούμενος είναι ο αδειούχος εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος. Το επίδικο υποστατικό και ο κατηγορούμενος δεν είχε άδεια διεξαγωγής του παιγνιδιού ΚΕΝΟ τον ουσιώδη χρόνο, διότι πρόκειται για αριθμολαχείο, το οποίο απαγορεύεται ως τυχερό παιγνίδι από τον νόμο, περιγράφοντας ταυτόχρονα τις άδειες που εκδίδει η εν λόγω αρχή και τι καλύπτεται από τις σχετικές άδειες. Ως προς το επίδικο παιγνίδι ΚΕΝΟ, ανέφερε ότι είναι αριθμολαχείο και έχει όλα τα χαρακτηριστικά που θα το κατάτασσαν στην κατηγορία του τυχερού παιγνιδιού. Το 2018 η αρχή έκδοσε οδηγία, με την οποία συμπεριέλαβε το αριθμολαχείο ΚΕΝΟ στην ερμηνεία του τυχερού παινιδιού. Το τυχερό παιγνίδι εντάσσεται στην ερμηνεία του παιγνιομηχανήματος περιορισμένου οφέλους, η παροχή του οποίου απαγορεύεται από τον νόμο. Παρόμοιου τύπου παιγνίδι παρέχεται μέσω μονοπωλίου από την εταιρεία ΟΠΑΠ και συγκεκριμένα είναι το παιγνίδι ΚΙΝΟ. Ως προς την έννοια του παιγνιδιού καζίνο παρεχόμενου με απευθείας σύνδεση on line, παρέπεμψε στην ερμηνεία του όρου που δίνεται στο άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου και από ότι γνωρίζει συμπεριλαμβάνει και την παροχή τυχερού παιγνιδιού, στο οποίο εντάσσεται και το αριθμολαχείο ΚΕΝΟ. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στα καθήκοντα του στην πιο πάνω αρχή, διευκρίνησε ότι δεν έχει δει κάποια από τα τεκμήρια που παρέλαβαν οι αστυνομικοί από την σκηνή, επανέλαβε την θέση του ότι το ΚΕΝΟ εμπίπτει στον ορισμό του τυχερού παιγνιδιού και συνεπώς στον ορισμό του παιγνιομηχανήματος περιορισμένου οφέλους, διευκρίνησε ότι το 2018 προστέθη από την εθνική αρχή στοιχημάτων στα παιγνιομηχανήματα περιορισμένου οφέλους το ΚΕΝΟ με σχετική οδηγία, δεν έχει αναδρομική ισχύ, αλλά έχει διευκρινιστικό τύπο αυτή η οδηγία, λέγοντας επίσης ότι το αριθμολαχείο ΚΕΝΟ είναι τυχερό παιγνίδι και αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι πρόκειται για αριθμολαχείο και το αριθμολαχείο από τη φύση του είναι παιγνίδι, του οποίου το αποτέλεσμα κρίνεται από την τύχη. Ανέφερε επίσης ότι δεν εκδίδονται άδειες για το ΚΕΝΟ, εξέφρασε άγνοια ως προς τους λόγους που η αρμόδια αρχή συμπεριέλαβε το ΚΕΝΟ σε σχετική οδηγία και γενικά τι έγινε σε σχετική συνεδρία που αποφασίστηκε αυτό το μέτρο, ανέφερε ότι η αρμόδια αρχή άρχισε να δέχεται αιτήσεις για την έκδοση άδειας κλάσης Β η οποία είναι για την παροχή στοιχήματος διαδικτυακά για αθλητικά ή άλλα γεγονότα, όχι όμως για παιγνίδια όπως το ΚΕΝΟ. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή τον μάρτυρα αυτόν κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, λόγω ακριβώς της ιδιότητας του ως εκπροσώπου της εθνικής αρχής στοιχημάτων, το έργο της οποίας είναι καθοριστικής σημασίας με βάση τον επίδικο νόμο που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε μεροληπτική στάση του μάρτυρα στο να επιτύχει την καταδίκη του κατηγορουμένου και να προωθήσει τα συμφέροντα της εν λόγω αρχής με κάθε τρόπο. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα της και το Δικαστήριο επεξηγεί. Ως προς την θέση του ότι τον ουσιώδη χρόνο το επίδικο υποστατικό ήταν αδειούχο και ότι ο κατηγορούμενος ήταν αδειούχος εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, το Δικαστήριο το αποδέχεται αυτό ως εύρημα και συμπέρασμα, διότι η θέση του αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί, αλλά απεναντίας ενισχύεται και μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο. Ως προς την θέση του ότι η εθνική αρχή στοιχημάτων συμπεριέλαβε το 2018 με σχετική οδηγία το παιγνίδι ΚΕΝΟ στα παιγνιομηχανήματα περιορισμένου οφέλους και ότι αυτή δεν έχει αναδρομική ισχύ, επίσης γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθινή και αξιόπιστη. Όμως, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την μαρτυρία του μάρτυρα ως προς την ερμηνεία, επεξήγηση και θέση που έδωσε, με βάση την οποία το ΚΕΝΟ εμπίπτει στην έννοια του νόμου και κατ΄ επέκταση ότι αυτό είναι παράνομο και ότι η οδηγία που εξέδωσε η αρμόδια αρχή ήταν διευκρινιστικού τύπου. Με κάθε σεβασμό προς το πρόσωπο του μάρτυρα, την θέση που κατέχει και τα προσόντα του, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση του, για τους λόγους που το Δικαστήριο επεξηγεί. Συγκεκριμένα, στην παρούσα υπόθεση, με βάση την έκθεση αδικήματος και τις λεπτομέρειες αυτού, σε συνδυασμό με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, κρίσιμης, κομβικής και αποφασιστικής σημασίας και βαρύτητας για την παρούσα υπόθεση, είναι οι ορολογίες που τίθενται στο άρθρο 2 του επίδικου νόμου ως προς τις έννοιες ΄΄τυχερό παιγνίδι καζίνο παρεχόμενο με απ΄ ευθείας σύνδεση on line casino΄΄ και ΄΄παιγνιομηχανήματα περιορισμένου οφέλους΄΄. Συγκεκριμένα, στην ορολογία ΄΄τυχερό παιγνίδι καζίνο παρεχόμενο με απ΄ ευθείας σύνδεση on line casino΄΄ γίνεται ευθέως παραπομπή στην ορολογία ΄΄παιγνιομηχανήματα περιορισμένου οφέλους΄΄ όπως καθορίζονται στον νόμο, όπου στην εν λόγω ορολογία και ερμηνεία δεν γίνεται ρητή αναφορά στο ΚΕΝΟ, οι δε άλλες ορολογίες είναι άσχετες με το επίδικο παιγνίδι ΚΕΝΟ. Το κρισιμότερο δε, αποτελεί το γεγονός ότι στην συνδυασμένη εφαρμογή των πιο πάνω ορολογιών, ρητά αναφέρεται ότι εμπίπτει οποιαδήποτε άλλη μηχανή τυχερού παιγνιδιού, η οποία κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής εμπίπτει στην έννοια του όρου παιγνιομηχάνημα περιορισμένου οφέλους. Συνεπώς, για να καταστεί το επίδικο παιγνίδι ΚΕΝΟ παράνομο, από την στιγμή δηλαδή που δεν καταγράφεται ρητά στον πιο πάνω νόμο ως παράνομο, θα πρέπει η αρμόδια αρχή να το συμπεριλάβει ως τέτοιο, πράγμα το οποίο έπραξε μεν, αλλά το 2018 και συνεπώς το έπραξε σε μεταγενέστερο χρονικά στάδιο του ουσιώδη χρόνου της παρούσας υπόθεσης και αναμφίβολα δεν θα μπορούσε να έχει αναδρομική ισχύ, διότι πολύ απλά δεν νοείται να έχει κάποιος ποινική ευθύνη αναδρομικά και στην προκειμένη περίπτωση από το 2018 η αρμόδια αρχή έχει καταστήσει το παιγνίδι παράνομο από το 2018 και εντεύθεν. Κατ΄ επέκταση, η θέση του μάρτυρα ότι η εν λόγω οδηγία του 2018 είναι διευκρινιστικού τύπου δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, διότι υιοθέτηση τέτοιας θέσης θα σήμαινε ευθέως στην παρούσα υπόθεση αναδρομική ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι ο ίδιος ο νομοθέτης παρέχει την εξουσία στην εν λόγω αρχή να κρίνει οποιανδήποτε μηχανή τυχερού παιγνιδιού ότι εμπίπτει στην εν λόγω ερμηνεία, που αυτή η εξουσία παρέχεται μεν, αλλά δεν μπορεί η κρίση της αρχής να έχει αναδρομική ισχύ. Συνεπώς με βάση την αξιολόγηση του πιο πάνω μάρτυρα, δεν καταδεικνύεται οτιδήποτε το ενοχοποιητικό εναντίον του μάρτυρα και που να καταδεικνύει το παράνομο του επίδικου παιγνιδιού ΚΕΝΟ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Μ.Κ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 18, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημερομηνία παρέλαβε από τον Μ.Κ. 2 τα τεκμήρια που αναφέρει σε αυτήν, ήτοι τα τεκμήρια 5 έως 10 και επιπρόσθετα το ποσό των € 335, την ίδια μέρα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και την επόμενη ημέρα παρέδωσε τα εν λόγω τεκμήρια, ως επίσης και την υπόθεση στην Μ.Κ. 1 για τα περαιτέρω. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός η διακίνηση των τεκμηρίων και κατατέθηκε ως τεκμήριο 19 η γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο, τον οποίο και αναγνώρισε στο εδώλιο. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, διότι είναι καθαρά τυπικής φύσεως, η αξιοπιστία του δεν έχει αμφισβητηθεί διότι δεν έχει αντεξεταστεί, η διακίνηση των τεκμηρίων και το νομότυπο αυτής έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός και εν πάση περιπτώση το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ή στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα δεν προκύπτει οτιδήποτε το ενοχοποιητικό εναντίον του κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ. 7 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την έκθεση του, ήτοι το τεκμήριο
- Στην έκθεση του κάνει αναφορά στα καθήκοντα του και την εκπαίδευση που έτυχε, την επίδικη ημέρα συμμετείχε σε έρευνα που έγινε στο επίδικο υποστατικό στην παρουσία του κατηγορουμένου και με επικεφαλή της έρευνας συγκεκριμένο αστυφύλακα. Κατά την είσοδο του στο υποστατικό, διαπίστωσε ότι στην δεξιά πλευρά, απέναντι και πίσω από το ταμείο στους τείχους ευρισκόταν τοποθετημένες συνολικά 4 τηλεοράσεις, οι οποίες παρουσίαζαν στις οθόνες τους κληρώσεις των αριθμών του ΚΙΝΟ Aritholaxeio, αν και σε κατοπινό στάδιο διευκρίνησε ότι πρόκειτο για το ΚΕΝΟ. Στον πάγκο του ταμείου ευρίσκονταν συνολικά 2 ηλεκτρονικοί υπολογιστές, ο ένας που βρισκόταν κάτω από το ταμείο λειτουργούσε ως μηχανή αριθμολαχείου τύπου ΚΕΝΟ, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με USB θερμικό εκτυπωτή με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ένα T.V. converter με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Στην οθόνη του συγκεκριμένου Η/Υ παρουσιαζόταν ένα μενού το οποίο αποτελείτο από 8 καρτέλες, προβαίνοντας σε περαιτέρω περιγραφή ανάλυση το τι απεικόνιζαν, κάνοντας επίσης παραπομπή και σε σχετική φωτογραφία που φαίνεται στην έκθεση. Μέσω του θερμικού εκτυπωτή που ήταν συνδεδεμένος με τον Η/Υ, εκτυπώνονταν τα δελτία στοιχημάτων. Ακολούθως, στην παρουσία του κατηγορούμενου, εκτύπωσε το τελευταίο κουπόνι που εισπράχθηκε (Last Ticket), καθώς και δύο εκτυπώσεις με τις εισπράξεις. Επίσης εντόπισε 31 αποδείξεις αριθμολαχείου (κουπόνια) σε τραπέζια και καλάθους του πρακτορείου. Όλα τα πιο πάνω παραλήφθησαν από τον Μ.Κ. 2 ως τεκμήρια. Οι κληρώσεις του παιγνιδιού παρουσιάζονταν σε 4 οθόνες τηλεόρασης, οι οποίες ήταν συνδεδεμένες στον πιο πάνω Η/Υ με TV Convert. Στην συνέχεια ενημερώθηκε ο Μ.Κ. 4 του κλάδου φωτογράφων του ΟΠΕ Λεμεσού, όπου με υπόδειξη του μάρτυρα φωτογράφησε την σκηνή, ακολούθως έλεγξε τον άλλο Η/Υ που ήταν σε λειτουργία στον πάγκο του ταμείου, χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Επίσης αφού έλεγξε την ώρα και την ημερομηνία σε συγκεκριμένο Η/Υ και είδε ότι ήταν ορθώς ρυθμισμένη. Κατά την εξέταση στην σκηνή διαπίστωσε πως στο υποστατικό υπήρχε σύνδεση στο διαδίκτυο που προερχόταν από συγκεκριμένο παροχέα με συγκεκριμένο IP και κατά τον χρόνο της έρευνας το επίδικο τυχερό παιγνίδι ήταν on line σύνδεση. Τέλος, αφού ενημέρωσε τον υπέυθυνο της έρευνας για τα ευρήματα του, κατ΄ όπιν οδηγιών του αποσύνδεσε τα τεκμήρια 5, 6 και 8, τα οποία παραλήφθησαν ως τεκμήρια από τον Μ.Κ.
- Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του προέβηκε σε κάποιες ορθογραφικές και διευκρινιστικές διορθώσεις ως προς την ονομασία του επίδικου παιγνιδιού, αναγνώρισε δια μέσου του τεκμηρίου 12 την επίδικη σκηνή, όπου οι εν λόγω φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 12 τραβήχθηκαν με υποδείξεις του, προβαίνοντας σε μια ανάλυση, επεξήγηση και περιγραφή του τι απεικόνιζε η κάθε φωτογραφία. Επίσης προέβηκε σε περιγραφή πως παιζόταν το επίδικο παιγνίδι ως προς την χρονική διάρκεια των κληρώσεων και των αριθμών που κληρόνονταν, αναφέρθηκε επίσης και στο πως γινόταν η διαχείριση του παιγνιδιού, το οποίο ήταν διαδικτυακό όπως το έχει αντιληφθεί μετά από την αποσύνδεση που έγινε από το διαδίκτυο, σε συνδυασμό με τα ευρήματα του και τις διαπιστώσεις του, όπως έχουν προκύψει από την έρευνα του στο υποστατικό και στα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθιμένα τεκμήρια, διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν παρών στην καταμέτρηση των χρημάτων. Στο υποστατικό υπήρχαν επιγραφές με το όνομα ΚΕΝΟ και όχι ΚΙΝΟ. Κατά την διάρκεια της έρευνας ο κατηγορούμενος ήταν παρών, όπου στην μεταξύ τους προφορική στιχομυθία ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε για τις άδειες του υποστατικού και κατά πόσο γνώριζε εάν το παιγνίδι ήταν παράνομο. Ανέφερε επίσης ο κατηγορούμενος ότι δεν γνώριζε ότι το επίδικο παιγνίδι ήταν παράνομο, απλά του το τοποθέτησε η εταιρεία. Διευκρίνησε επίσης ότι ο μάρτυρας εισήλθε στο υποστατικό μετά την χρονική στιγμή όπου παίχτηκε το κουπόνι. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στα επαγγελματικά προσόντα, εκπαίδευση και εμπειρίες του, επανέλαβε την θέση του ότι δεν ήταν παρών όταν παίχτηκε το επίδικο κουπόνι, εξέφρασε άγνοια κατά πόσο ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε ή ανέφερε οποιοδήποτε αντάλλαγμα για αυτό το στοίχημα διότι δεν ήταν παρών, διευκρίνησε ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε σήματος ευρώ ή άλλου νομίσματος σε κουπόνι, από ότι όμως του είπε ο κατηγορούμενος οι πληρωμές γίνονταν σε ευρώ, στο δε ταμείο βρέθηκαν χρηματικά ποσά μόνο σε ευρώ, όπου οι εισπράξεις προέρχονταν από το επίδικο στοίχημα αλλά και από άλλα στοιχήματα και δεν ήταν η δουλεία του να το αναφέρει αυτό στην κατάθεση του, αλλά του ατόμου που έλαβε τα τεκμήρια, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση περί κατασκευής μαρτυρίας, λέγοντας ότι η αστυνομία παρουσιάζει και δεν κατασκευάζει μαρτυρία. Ερωτήθηκε επίσης και έδωσε απαντήσεις αναφορικά με το τι απεικόνιζε συγκεκριμένη οθόνη που έχει φωτογραφηθεί, αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι η έρευνα που έχει κάνει ήταν εσφαλμένη, ότι ουδέποτε του ελέχθη από τον κατηγορούμενο ότι τα ποσά τα οποία αναγράφονται στο κουπόνι είναι ευρώ, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις του και υπεραμυνόμενος αυτών. Ανέφερε επίσης ότι στον κατηγορούμενο δεν έκανε επίστηση στον νόμο, αλλά αυτό το έκανε άλλος συνάδελφος του, αλλά ο μάρτυρας έκανε επίστηση στον νόμο κατά την είσοδο του στο υποστατικό με τον κανονισμό
- Ανέφερε επίσης ότι πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι το επίδικο παιγνίδι ήταν παράνομο και αυτός ανέφερε ότι δεν το ήξερε και ότι του το τοποθέτησε η εταιρεία. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση, λέγοντας ότι είναι αθώος και ότι δεν έχει διαπράξει κανένα ποινικό αδίκημα και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Η αποδεικτική βαρύτητα της εν λόγω ανώμοτης δήλωσης είναι βεβαίως μηδαμινή, διότι δεν προσφέρει οτιδήποτε για αξιολόγηση και δεν αλλοιώνει άλλωστε το βάρος που υπάρχει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας της ενοχή του κατηγορουμένου, ανατρέποντας δηλαδή το μαχητό τεκμήριο της αθωότητας που απολαμβάνει ο κατηγορούμενος, όπως και κάθε κατηγορούμενος άλλωστε. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 7, ως προς τα προσόντα του, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι είναι πραγματογνώμονας, στην έκταση βεβαίως που η εκπαίδευση και η εμπειρία του του το επιτρέπει σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, αφού αναμφίβολα δεν είναι εμπειρογνώμονας στην έκταση που θα ήταν ένας πτυχιούχος στον κλάδο ηλεκτρονικών υπολογιστών, παρά μόνο στην παρούσα υπόθεση μπορούσε να διαπιστώσει ότι διεξαγόταν διαδικτυακό παιγνίδι και στην προκειμένη περίπτωση το ΚΕΝΟ που είναι αριθμολαχείο, γεγονός που αποδέχεται το Δικαστήριο. Ούτε έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά το στάδιο της παραλαβής και παράδοσης των τεκμηρίων που αναφέρθηκε, έχοντας υπ΄ όψη και του παραδεκτού του νομότυπου στην εν λόγω διαδικασία. Ούτε βεβαίως έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο από το γεγονός ότι ο μάρτυρας προέβηκε σε ορθογραφικές αλλοιώσεις ως προς την ονομασία του επίδικου παιγνιδιού που έφερε την ονομασία ΚΕΝΟ. Όμως, μέσα από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, υπάρχουν κάποια σημεία που επιβεβαιώνουν τα κενά στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ως προς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ως θα αναφερθεί αναλυτικά πιο κάτω, καθώς επίσης προκύπτουν και κάποια στοιχεία τα οποία το Δικαστήριο δεν αποδέχεται και που έχουν προκύψει κυρίως κατά την αντεξέταση του μάρτυρα. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ήταν παρών όταν το κουπόνι έχει παιχτεί και συνεπώς δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος ανέφερε ή υποσχέθηκε οποιοδήποτε αντάλλαγμα στον αστυνομικό που έπαιξε το κουπόνι και συνεπώς παραμένει και επιβεβαιώνεται το πιο πάνω κενό στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ως προς το αναγκαίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που απαιτεί την ανάλογη παράσταση από τον κατηγορούμενο, ως απαιτεί η ορολογία του πιο πάνω αναφερόμενου άρθρου και που έχει αξιολογηθεί ανωτέρω. Οι αναφορές του μάρτυρα ότι οι εισπράξεις αφορούσαν το παιγνίδι ΚΕΝΟ και άλλα στοιχήματα, κρίνονται από το Δικαστήριο ως υστερόβουλα, διότι πρώτη φορά έχουν τεθεί στην προφορική του μαρτυρία, διότι στην κατάθεση του που είναι και έκθεση ταυτόχρονα, δεν αναφέρεται ένα τέτοιο σημαντικό γεγονός που αναμφίβολα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα τυπικό γεγονός ή λεπτομέρεια και το ίδιο βεβαίως ισχύει και για την αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι οι πληρωμές γίνονταν σε ευρώ, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι πουθενά δεν γίνεται τέτοια αναφορά σε τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς αυτήν την ισχυριζόμενη αναφορά του κατηγορουμένου, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη που να καταδεικνύει αντάλλαγμα σε ευρώ με οποιανδήποτε σήμανση που να παραπέμπει σε αυτήν την κατεύθυνση. Ούτε υπάρχει μαρτυρία από οποιονδήποτε μάρτυρα, είτε από τα παραδεκτά γεγονότα, ότι το χρηματικό ποσό που εντοπίστηκε στο ταμείο, πέραν του χαρτονομίσματος του 5 ευρώ, σχετίζεται με το επίδικο παιγνίδι, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν καν παρών στην καταμέτρηση των χρημάτων ως ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε και συνεπώς η σχετική αναφορά του μάρτυρα ως προς την προέλευση του εν λόγω χρηματικού ποσού κρίνεται ως υστερόβουλη και άστοχη και δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν για ένα τέτοιο σημαντικό στοιχείο να γινόταν αναφορά στην κατάθεση του, η δε εξήγηση που έδωσε ότι δεν ήταν στην δουλειά του να το αναφέρει στην κατάθεση του αλλά του συναδέλφου που πήρε τα τεκμήρια δεν πείθει το Δαικαστήριο, διότι δεν υπάρχει πουθενά τέτοια αναφορά από άλλον αστυνομικό που έλαβε μέρος στην επιχείρηση και επιπρόσθετα, ένα τέτοιο σημαντικό γεγονός το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να αναγραφόταν στην κατάθεση του. Μέσα λοιπόν από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, αυτό που προκύπτει είναι ότι διεξαγόταν αριθμολαχείο με την ονομασία ΚΕΝΟ μέσω διαδικτύου, αλλά επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω κενά που αναφέρθηκαν και αξιολογήθηκαν πιο πάνω ως προς την παράσταση εκ μέρους του κατηγορουμένου ως προς το αντάλλαγμα που θα επέφερε το εν λόγω παιγνίδι. Σφαιρικά λοιπόν, μέσα από την όλη αξιολογηθείσα μαρτυρία και τα σχετικά ευρήματα, αυτό που προκύπτει είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκείνα τα αναγκαία συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος, ως αυτά έχουν εντοπιστεί, αναλυθεί και αξιολογηθεί ανωτέρω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Περί Στοιχημάτων Νόμος 106
(1)/12 ΚΕΝΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο