← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πέτρου, Αρ. Υπόθεσης: 24358/15, 11/7/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πέτρου, Αρ. Υπόθεσης: 24358/15, 11/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24358/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. XXXXX Πέτρου Κατηγορούμενος ---------------- Ημερομηνία: 11 Ιουλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ντ. Χατζηκωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Κυριακίδης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι προκάλεσε τροχαίο ατύχημα, οδηγώντας μηχανοκίνητο όχημα χωρίς επιμέλεια και προσοχή[1] (1η κατηγορία). Αποτελούν παραδεκτά γεγονότα ότι στις 7.7.15 οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα στη διασταύρωση των οδών Ολυμπίου Διός και Ιπποκράτους, στη Λεμεσό. Προς απόδειξη της κατηγορίας κατέθεσαν οι Αστ. XXXXX (ΜΚ1) και XXXXX Ιωάννου (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τεκμήριο 1). Στις 7.7.15 και ώρα 8:00 μετέβηκε στη διασταύρωση των οδών Ολυμπίου Διός και Ιπποκράτους όπου προκλήθηκε ατύχημα. Έλαβε προκαταρκτικές καταθέσεις από τους δύο οδηγούς και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2). Οι οδηγοί συμφώνησαν μ' αυτό. Ακολούθως, το μετέτρεψε σε συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3). Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ημερ. 17.7.15 (Τεκμήριο 4). Τον κατηγόρησε γραπτώς και αυτός απάντησε: «Με τις παρούσες συνθήκες του δρόμου, έκανα ότι μπορούσα για να αποφύγω το δυστύχημα, αλλά λόγω της ταχύτητας του μοτοσικλετιστή και της περιορισμένης ορατότητας έγινε το δυστύχημα» (Τεκμήριο 5). Έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ2, ημερ. 11.7.15 (Τεκμήριο 9). Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε σε σχέση με αριθμό φωτογραφιών (Τεκμήρια 6-8). Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είχε περιορισμένη ορατότητα λόγω σταθμευμένου οχήματος στα αριστερά, ως η πορεία του. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 11.7.15 (Τεκμήριο 9). Την ημέρα του ατυχήματος, η ώρα 7:45 περίπου, οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στην οδό Ιπποκράτους με νότια κατεύθυνση. Η ταχύτητά του ήταν περίπου 40 χ.α.ω. Κινείτο στο κέντρο της λωρίδας του. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, στη διασταύρωση με την οδό Ολυμπίου Διός, σε απόσταση περίπου 20-30 μέτρων είδε ένα όχημα στα δεξιά, ως η πορεία του, να είναι ακινητοποιημένο στο αλτ. Κόρναρε για να γίνει αντιληπτός ενώ βρισκόταν σε απόσταση 20 μέτρων χωρίς να αυξήσει ή να μειώσει την ταχύτητά του. Αφού συνέχισε την πορεία του, όταν πλησίασε το όχημα σε απόσταση δέκα μέτρων περίπου, (το όχημα) εκκίνησε προς ανατολική κατεύθυνση με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση κινούμενος πιο αριστερά, όμως δεν τα κατάφερε. Το δεξιό μέρος της μοτοσυκλέτας κτύπησε στο μπροστινό μέρος του οχήματος. Ακολούθως, ανατράπηκε με τη μοτοσυκλέτα λίγα μέτρα πιο κάτω. Αμέσως μετά τη σύγκρουση, ο κατηγορούμενος του είπε: «Συγγνώμη δεν σε είδα». Υπέστη κάταγμα σπονδύλου και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι βιαζόταν να μεταβεί στην εργασία του. Λόγω της μικρής απόστασης δεν πρόλαβε να αντιδράσει για να αποφύγει τη σύγκρουση. Υπολογίζει ότι η ταχύτητά του ήταν 30-40χ.α.ω. καθότι δεν είδε το ταχύμετρο. Το γδάρσιμο στη μοτοσυκλέτα (Τεκμήριο 10) προκλήθηκε από το κτύπημα στο όχημα του κατηγορούμενου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, κρίθηκε ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν πρόσφερε άλλη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος αναγνώρισε την κατάθεσή του, ημερ. 17.7.15 (Τεκμήριο 4). Οδηγούσε το όχημά του στην οδό Ολυμπίου Διός με ανατολική κατεύθυνση. Στη διασταύρωση με την οδό Ιπποκράτους σταμάτησε στο αλτ. Κοίταξε δεξιά και αριστερά πριν εισέλθει με σκοπό να κατευθυνθεί ευθεία. Στα αριστερά η ορατότητά του ήταν μειωμένη επειδή υπήρχε ένα όχημα σταθμευμένο. Άρχισε να μπαίνει στη διασταύρωση σιγά-σιγά. Την ίδια ώρα ερχόταν από τα αριστερά η μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 με μεγάλη ταχύτητα. Η μοτοσυκλέτα κτύπησε στο μπροστινό μέρος του οχήματός του και ανατράπηκε. Πλησίασε το μοτοσικλετιστή με σκοπό να τον βοηθήσει. Ειδοποίησε την αστυνομία και ασθενοφόρο. Δεν είδε τον ΜΚ2 πριν τη σύγκρουση. Πήγαινε αργά, προσπαθώντας να βεβαιωθεί για την αριστερή πλευρά του δρόμου λόγω του σταθμευμένου οχήματος. Η μόνη ζημιά στο όχημά του ήταν ότι έφυγε η μια βίδα από τη μπροστινή πινακίδα (Τεκμήριο 11). Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Οι εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους ήταν ιδιαίτερα βοηθητικές. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα έχουν λεχθεί. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας

(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και ν' απορρίψει άλλο (Βασιλειάδης ν. Δημήτριος Γ. Σπύρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 123/09, ημερ. 14.10.15). Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική. Επεξήγησε με πληρότητα τις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διερεύνηση του ατυχήματος, καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια. Με αντικειμενικό τρόπο επιχείρησε να παρουσιάσει τις διαπιστώσεις του από τη διερεύνηση. Καμία προσπάθεια παραποίησης γεγονότων διαπιστώθηκε. H αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Συνεπώς, εκτός των όσων αναφέρονται στη συνέχεια για τους λόγους που επεξηγούνται, το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του ΜΚ2 παρουσιάζει αδυναμίες. Αντεξεταζόμενος ήταν η θέση του ότι το όχημα του κατηγορούμενου εκκίνησε «στην αρχή σιγά». Στη συνέχεια όμως αυτοαναιρήθηκε αρνούμενος ότι ανέφερε κάτι τέτοιο: E. Εκκίνησε με μεγάλη ορμή ή σιγά‑σιγά; A. Στην αρχή σιγά και μετά εκκίνησε και συγκρουστήκαμε. Μόλις πήγε να εκκινήσει συγκρουστήκαμε. E. Στην αρχή σιγά; A. Στην αρχή πήγε όχι μιλούμε εκκίναν, όταν εκκίνα σιγά, και μετά προχωρά κανονικά, εκκίνησε. E. Είπατε επί λέξει «στην αρχή σιγά». A. Όχι σιγά, είπα μία κανονική εκκίνηση. E. Θέλετε να το αναιρέσετε; A. Είπα κανονική εκκίνηση. E. «Στην αρχή σιγά». Επιμένετε ή θέλετε να το αναιρέσετε; A. Εκκίνησε το αυτοκίνητο, δεν θα φύγει ξερογυριστός, εκκίνησε σιγά και μετά όπως αφήνεις το κλατς ή θα ξερογυρίσεις ή θα σου σβήσει, εκκίνησε κανονικά. E. Εγώ κρατώ «στην αρχή σιγά», εκείνο θέλω να κρατήσω. A. Μα αν εκκίναν σιγά‑σιγά δεν θα συγκρουόμασταν. Οι παλινδρομήσεις στη μαρτυρία του δεν μπορούν να αγνοηθούν. Περαιτέρω, ήταν ισχυρισμός του αντεξεταζόμενος σχετικά με τις ζημιές στο όχημα του κατηγορούμενου ότι οι μπροστινές πινακίδες εγγραφής έπεσαν στο έδαφος: A. Είναι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου που συγκρούστηκε μαζί μου., όπως ήταν και στο κέντρο στα νούμερα του συγκεκριμένου έπεσαν χαμέ, τα νούμερα του συγκεκριμένου έπεσαν χαμέ, δεν είχε νούμερα. E. Να σας διορθώσω δεν έπεσαν χαμέ ξεβιδώθηκε η μία βίδα που κρατούν τις πινακίδες. A. Ήταν χαμέ, ύστερα αν τα έβαλε πίσω δεν θυμάμαι πολλά καλά. Την επόμενη δικάσιμο, όταν συνεχιζόταν η αντεξέτασή του, του υποδείχθηκε η φωτογραφία-Τεκμήριο 8 στην οποία φαίνεται ότι οι πινακίδες εγγραφής στηρίζονται από τη μια πλευρά. Τότε ισχυρίστηκε ότι οι πινακίδες έπεσαν μεν στο έδαφος, όμως επανατοποθετήθηκαν από λειτουργό ασφαλιστικής εταιρείας. Ισχυρισμός που έρχεται σ' αντίθεση με τα όσα ανέφερε την προηγούμενη δικάσιμο. Θεωρώ ότι προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό, και μάλιστα για πρώτη φορά κατά τη δεύτερη δικάσιμο της αντεξέτασής του, με σκοπό να προωθήσει την εκδοχή του. Οι αδυναμίες αυτές δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου επίσης παρουσιάζει αδυναμίες. Πρώτον, σε σχέση με την ορατότητά του, στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 4) αναφέρει ότι ήταν «μειωμένη» λόγω σταθμευμένου οχήματος. Θέση την οποία επανέλαβε στην κυρίως εξέταση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η «ορατότητα ήταν μηδέν». Η διαφορά αυτή σε μια τόσο ουσιαστική πτυχή της εκδοχής του δεν μπορεί να αγνοηθεί. Επιπρόσθετα, η εκδοχή του, ως αυτή διαφάνηκε μέσω των υποβολών της υπεράσπισης στον ΜΚ2, ήταν ότι ο τελευταίος ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι βιαζόταν για να πάει στη δουλειά του. Αντίθετα, όταν ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε στην κυρίως εξέταση αν ο ΜΚ2 του ανέφερε ότι καθυστέρησε στην εργασία του, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι η στάση του ήταν τέτοια που έδειχνε ότι είχε καθυστερήσει. Ερωτηθείς ξανά αν ο ΜΚ2 του είπε ότι καθυστέρησε στην εργασία του, ο κατηγορούμενος απάντησε μόνο ότι ο ΜΚ2 του είπε ότι θέλει να τηλεφωνήσει στην υπηρεσία του. Η διαφορά στην εκδοχή του κατηγορούμενου ως αυτή υποβλήθηκε από την υπεράσπιση από τη μια και τη μαρτυρία του κατηγορούμενου από την άλλη αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας του τελευταίου που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε ποινικές υποθέσεις, όπου ο δικηγόρος λειτουργεί στην παρουσία του πελάτη του, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να διαχωρίσει τη θέση του από εκείνη του δικηγόρου του (Θεμιστοκλέους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 176/18, ημερ. 11.1.19). Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Προτού καταγραφούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου, σημειώνω τα ακόλουθα: Το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα ατύχημα. Αποτελεί όμως οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας, για την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων (Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307). Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΚ1, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σ' αυτή όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκε η σύγκρουση. Ειδικότερα κατά πόσον το όχημα του κατηγορούμενου ήταν σε κίνηση ή ακινητοποιημένο τη στιγμή της σύγκρουσης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε τα ακόλουθα: E. Από αυτή τη ζημιά [στο όχημα του κατηγορούμενου] μπορείτε να διατυπώσετε άποψη ως προς το πώς προήλθε η σύγκρουση, δηλαδή χτύπησε το όχημα του κατηγορουμένου στον μοτοσικλετιστή ή η μοτοσικλέτα ουσιαστικά πέρασε ξυστά να το πω έτσι από το όχημα του κατηγορουμένου; A. Μπορώ να βεβαιώσω τις πορείες των οχημάτων, το ένα όχημα και συγκεκριμένα η μοτοσικλέτα κατευθυνόταν με νότια κατεύθυνση σε κύριο δρόμο και το όχημα του κατηγορουμένους εξερχόταν από αλτ με ανατολική πορεία για να συνεχίσει ευθεία πορεία. Τώρα ποιο όχημα χτύπησε σε ποιο ή αν μεταξύ τους τα δύο οχήματα σε κίνηση χτύπησαν, αυτό δεν μπορώ να το πω. E. Και πάλι από τη ζημιά που είδατε στο όχημα του κατηγορουμένου μπορείτε να διατυπώσετε άποψη ως προς το αν το όχημα του κατηγορουμένου ήταν σταματημένο κατά την ώρα της σύγκρουσης; A. Δεν νομίζω ότι ήταν σταματημένο την ώρα της σύγκρουσης. Σ' άλλο μέρος της αντεξέτασης, προβάλλει τη θέση ότι το όχημα του κατηγορούμενου δεν ήταν ακινητοποιημένο τη στιγμή της σύγκρουσης. Και αυτό διότι, σύμφωνα με τον ΜΚ1, αν το όχημα ήταν ακινητοποιημένο θα έπρεπε να υπάρχει εμβολή στο όχημα, κάτι που δεν υπάρχει. Η αντίφαση μεταξύ των θέσεων του ΜΚ1 κατά πόσον ή όχι μπορούσε να τοποθετηθεί επί του ζητήματος είναι εμφανής. Πέραν αυτού, η ανυπαρξία ζημιάς στο εμπρόσθιο μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου δεν είναι αποκαλυπτική της εξέλιξης των πραγμάτων και των συνθηκών του ατυχήματος (Γενικός Εισαγγελέας v. Πότσης
(2000)2 Α.Α.Δ. 252). Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη θέση αυτή του ΜΚ1. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί ούτε στις θέσεις του ως προς το ποιος φέρει την ευθύνη για το ατύχημα, αφού είναι το Δικαστήριο που θα αποφανθεί επί τούτου (Χρυσοστόμου v. Cameron
(2010)1 Α.Α.Δ. 1992). Οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν επηρεάζουν τη συνολική εικόνα και αξιοπιστία του ΜΚ1. Στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: στις 7.7.15 και ώρα 07:45 ο κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα στην οδό Ολυμπίου Διός με ανατολική κατεύθυνση (πορεία Α, Τεκμήριο 3). Την ίδια ώρα, ο ΜΚ2 οδηγούσε μοτοσυκλέτα στην οδό Ιπποκράτους με νότια κατεύθυνση (πορεία Β). Ο κατηγορούμενος επιχείρησε να εισέλθει στη διασταύρωση των πιο πάνω οδών. Η ορατότητά του εμποδιζόταν από σταθμευμένο όχημα στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ως η πορεία του (όχημα Γ). 2.5 περίπου μέτρα από τη γραμμή του αλτ τα οχήματα του κατηγορούμενου και του ΜΚ2 συγκρούστηκαν. Ο ΜΚ2 τραυματίστηκε. Η οδήγηση συναρτάται με την προσήκουσα προσοχή. Η έλλειψή της θεμελιώνει το αδίκημα του άρθρου 8 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου (Ν.86/72). Ο βαθμός αμέλειας για ένταξη οδικής συμπεριφοράς στο εν λόγω άρθρο δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 409). Το ερώτημα είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για τους υπόλοιπες χρήστες του δρόμου. Οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και οι παράμετροί του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα, και όχι του τέλειου οδηγού. Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Βασιλείου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Σωκράτους v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Ένας οδηγός υπέχει καθήκον τήρησης της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις (Σιλβέστρου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 151). Η αμέλεια είναι πάντοτε συνυφασμένη με τον τόπο, χρόνο και όλες τις συνθήκες της κάθε περίπτωσης (Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου, Ποινική Έφεση 193/14, ημερ. 15.3.19). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία, αξιόπιστη ή μη, μέχρι σε ποιο βαθμό το σταθμευμένο όχημα περιόριζε την ορατότητα του κατηγορούμενου και σε πόση απόσταση ήταν σε θέση να δει τον ΜΚ2. Υποθετικοί συλλογισμοί και υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, δεν επιτρέπονται (Κλεάνθους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 236/18, ημερ. 11.1.19). Περαιτέρω, η απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας ως προς τις ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος καθιστούν αδύνατο για το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα και μάλιστα στον απαιτούμενο βαθμό (Κουσουλίδης v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 10/18, ημερ. 9.11.18). Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν συνεπάγεται από μόνη της αμέλεια (Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Ούτε πρόκειται για περίπτωση όπου ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να δει τον ΜΚ2 και ως εκ τούτου να ήταν αμελής (Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 221). Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας δεν έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά: Αμελής οδήγηση [1] Άρθρο 8, Ν.86/72 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.