← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Τ.Σ., Αρ. Υπόθεσης: 7332/17, 4/7/2019

Δημοκρατία ν. Τ.Σ., Αρ. Υπόθεσης: 7332/17, 4/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2019:9 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Α. Κονή, Α.Ε.Δ. Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7332/17 Δημοκρατία ν. Τ.Σ. Κατηγορούμενου 04.07.2019 Για τη Δημοκρατία: κα Μ. Μασούρα, για να ακούσει την απόφαση κα Ο. Σ. Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Ν. Καλλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις πιο κάτω κατηγορίες: - Βιασμό, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2006 ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Θ. Σ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 1). - Βιασμό, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2007 ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Θ. Σ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 2). - Βιασμό, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2008 ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Θ. Σ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 3). - Βιασμό, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2009 ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Θ. Σ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 4). - Βιασμό, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2010 ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Θ. Σ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 5). - Βιασμό, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Θ. Σ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 6). - Βιασμό, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2012 ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Θ. Σ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 7). - Βιασμό, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2013 ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Θ. Σ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 8). - Βιασμό, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2014 ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Θ. Σ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 9). - Βιασμό, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2015 ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Θ. Σ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 10). - Βιασμό, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2016 ήρθε σε παράνομη συνουσία με τη Θ. Σ., χωρίς τη συναίνεση της (κατηγορία 11). Όλα τα πιο πάνω αδικήματα εδράζονται στα άρθρα 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. - Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2006, επιτέθηκε κατά της θυγατέρας του Θ.Σ., τη χάιδευε στα γεννητικά της όργανα και έπιανε τα χέρια της και τα έβαζε στα δικά του γεννητικά όργανα (κατηγορία 12). - Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2007, επιτέθηκε κατά της θυγατέρας του Θ.Σ., τη χάιδευε στα γεννητικά της όργανα και έπιανε τα χέρια της και τα έβαζε στα δικά του γεννητικά όργανα (κατηγορία 13). - Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2008, επιτέθηκε κατά της θυγατέρας του Θ.Σ., τη χάιδευε στα γεννητικά της όργανα και έπιανε τα χέρια της και τα έβαζε στα δικά του γεννητικά όργανα (κατηγορία 14). - Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2016, επιτέθηκε κατά της θυγατέρας του Θ.Σ., τη χάιδευε στα γεννητικά της όργανα και έπιανε τα χέρια της και τα έβαζε στα δικά του γεννητικά όργανα (κατηγορία 15). Οι κατηγορίες 12 μέχρι 15 εδράζονται στα άρθρα 2, 3

(1)
(4)και 4
(1)
(2)(α) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, 119
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/2004 και των άρθρων 151 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. - Διαφθορά νεαρής γυναίκας, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2006 παράνομα ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είχε ηλικία 13 χρονών και άνω και κάτω των 17 χρονών (κατηγορία 16). - Διαφθορά νεαρής γυναίκας, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2007 παράνομα ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είχε ηλικία 13 χρονών και άνω και κάτω των 17 χρονών (κατηγορία 17). - Διαφθορά νεαρής γυναίκας, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2008 παράνομα ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είχε ηλικία 13 χρονών και άνω και κάτω των 17 χρονών (κατηγορία 30). - Διαφθορά νεαρής γυναίκας, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2009 παράνομα ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είχε ηλικία 13 χρονών και άνω και κάτω των 17 χρονών (κατηγορία 31). Οι κατηγορίες 16, 17, 31 και 32 στηρίζονται στα άρθρα 4
(1)
(2)(ε) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, 119
(1)/2000 και του άρθρου 154 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο 145
(1)/
  1. - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2006 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 18). - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2007 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 19). - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2008 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 20). - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2009 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 21). - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2010 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 22). - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 23). - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2012 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 24). - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2013 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 25). - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2014 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 26). - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2015 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 27). - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2016 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 28). - Αιμομιξία, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία σε άλλη από αυτή που αναφέρεται στην κατηγορία 28, το Δεκέμβριο του 2016 ήρθε σε συνουσία με τη Θ.Σ. που είναι σε γνώση του θυγατέρα του (κατηγορία 29). Οι κατηγορίες 18 μέχρι 29 εδράζονται στο άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. - Άσκηση βίας, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία του μηνός Δεκεμβρίου 2016 άσκησε βία στη θυγατέρα του Θ.Σ., που προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε αυτήν. Η κατηγορία στηρίζεται στα άρθρα 2 και 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, 119
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/2004 (κατηγορία 32). Όλα τα πιο πάνω αδικήματα, κατηγορίες 1 - 32, διαπράχθηκαν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου στο χωριό ΧΧΧ της Επαρχίας Λεμεσού. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν η παραπονούμενη, Θ.Σ., Μ.Κ.1, η Θ. Θ., Μ.Κ.5, οι κλινικοί ψυχολόγοι XXXXX Βασιλείου, Μ.Κ.2, XXXXX Μικελλίδου, Μ.Κ.7 και XXXXX Τρύφωνος, Μ.Κ.9, η ιατροδικαστής XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.4 και οι αστυνομικοί, Αστ. XXXXX XXXXX Αγγελή, Μ.Κ.3, Αστ. XXXXX XXXXX Ανδρέου, Μ.Κ.6 και Λοχίας XXXXX XXXXX Χατζιήκκος, Μ.Κ.
  1. Ο κατηγορούμενος έδωσε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε προς υπεράσπισή του τα παιδιά του Σ. Σ., Μ.Υ.1 και Τ.Σ., Μ.Υ.2 και τη σύζυγο του, Ε.Σ., Μ.Υ.
  2. Τόσο η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο συνήγορος υπεράσπισης αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ο καθένας τις θέσεις του. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής μας κάλεσε να πιστέψουμε την εκδοχή της παραπονουμένης και να απορρίψουμε αυτή των μαρτύρων υπεράσπισης, ενώ ο συνήγορος υπεράσπισης μας κάλεσε να δεχθούμε τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης και να απορρίψουμε την εκδοχή της παραπονουμένης. Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η άρνηση της παραπονουμένης να εξεταστεί από κλινικό ψυχολόγο, εκ μέρους του κατηγορουμένου, η παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να καλέσει τον παππού της παραπονουμένης να καταθέσει στο δικαστήριο όσο και η παράλειψη της να συμπεριλάβει στο κατάλογο μαρτύρων τη μητέρα και τα αδέλφια της παραπονουμένης, παραβίασαν το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη. Περαιτέρω αναφορά στις εισηγήσεις αμφοτέρων θα γίνει σε κατοπινό στάδιο όπου κριθεί αναγκαίο. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας και δεν αμφισβητείται προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είναι νυμφευμένος με τη Μ.Υ.
  3. από το γάμο τους απέκτησαν τέσσερα παιδιά, το Μ.Υ.1, την παραπονούμενη, Μ.Κ.1, τη Μ.Υ.2 και την Α., άλλως 'ΧΧΧ', η οποία δεν κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Μ.Υ.1 γεννήθηκε το 1992, η παραπονούμενη, Μ.Κ.1 το 1993, η Μ.Υ.2 το
  4. Για τη μικρότερη, την Α. δεν δόθηκε μαρτυρία ως προς τη χρονολογία γέννησης της, προκύπτει όμως ότι κατά το χρόνο που έγινε η καταγγελία ήταν, 15 ετών. Η οικογένεια διαμένει σε μονοκατοικία στο ΧΧΧ. Ο πατέρας, ήτοι ο κατηγορούμενος εργάζεται τα τελευταία 10 περίπου έτη, στο Κοινοτικό Συμβούλιο του ΧΧΧ, προηγουμένως εργαζόταν στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού. Η μητέρα δεν εργάζεται, ουδέποτε εργάσθηκε και ασχολείται με τις οικιακές εργασίες και τα παιδιά της. Κατά ή περί την 20 με 21.12.2016, η Θ. Σ., Μ.Κ.1, που θα αναφέρεται μετά ως «η παραπονούμενη», επισκέφθηκε την κλινική ψυχολόγο, XXXXX Μικελλίδου, Μ.Κ.7 και της ανέφερε ότι ο πατέρας της τη βίαζε από την ηλικία των 12 ετών. Της ανέφερε επίσης ότι ο πατέρας της, την 21.12.2016 την χτύπησε γιατί είχε αργήσει να επιστρέψει στο σπίτι από την δουλειά. Μετά την πιο πάνω ενημέρωση, η XXXXX Μικελλίδου, Μ.Κ.7, συμβούλευσε την παραπονούμενη να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Την 23.12.2016 η παραπονούμενη, συνοδευόμενη από την XXXXX Μικελλίδου, Μ.Κ.7, επισκέφθηκε το ΤΑΕ Λεμεσού και κατήγγειλε ότι ο πατέρας της, ήτοι ο κατηγορούμενος, την κακοποιούσε σεξουαλικά από την ηλικία των 12 ετών και εντεύθεν. Η τελευταία φορά που την είχε βιάσει ήταν λίγες μόνο μέρες πριν την καταγγελία. Η πιο πάνω κατάθεση της είναι το Έγγραφο με Ένδειξη Α
  5. Την επόμενη μέρα, 24.12.2016, η παραπονουμένη πήγε εκ νέου στο σταθμό και έδωσε μία δεύτερη κατάθεση, Έγγραφο με Ένδειξη Α2 και τέσσερις μέρες αργότερα, την 28.12.2016, μία τρίτη κατάθεση, Έγγραφο με Ένδειξη Α
  6. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη αργά το βράδυ της 23.12.2016, και ώρα 22:00, δυνάμει Δικαστικού Εντάλματος Σύλληψης. Αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και αφού του έγινε επίστηση της προσοχής του στο Νόμο, αυτός απάντησε «εν έκαμα έτσι πράμα». Μία ώρα μετά τη σύλληψη του, ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε γραπτώς από τον Αστ. XXXXX Μ. Φιλίππου. Ο κατηγορούμενος απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ήταν απόλυτος ότι ουδέποτε είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά τη θυγατέρα του. Η κατάθεση του τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόκειται για το Τεκμήριο
  7. Λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα τη 26.12.2016, ανακρίθηκε εκ νέου, γραπτώς, από την Αστυνομία από το Λοχία XXXXX Α. Χατζήκκο, Μ.Κ.8, πρόκειται για το Τεκμήριο
  8. Τόσο η παραπονούμενη, όσο και ο κατηγορούμενος, εξετάστηκαν από την ιατροδικαστή XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.
  9. Η παραπονούμενη εξετάστηκε την 24.12.2016 και ο κατηγορούμενος την 26.12.
  10. Αναφορά στα πορίσματα της ιατροδικαστού θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Την 27.12.2016 οι ψυχιατρικοί κλινικοί δρ. Π. Κκαϊμη, δρ. Ρ. Δρυμιώτου και δρ. Μ. Πολυκάρπου, εξέτασαν την παραπονούμενη. Μετά την εξέταση κρίθηκε σκόπιμη και απαραίτητη η εκτίμηση της ψυχικής κατάστασης της, από ψυχολόγο, με ψυχομετρικά εργαλεία για δικαστικούς σκοπούς. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 27.12.2016, η παραπονούμενη μετέβηκε στην οικία όπου διέμενε με την οικογένεια της, με μέλη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού και μεταξύ των ωρών 15:12-15:16 καθ' υπόδειξη της, ο Αστ. XXXXX Α. Κωνσταντίνου φωτογράφισε διάφορους χώρους εντός της οικίας. Το απόγευμα, τα πιο πάνω πρόσωπα μετέβηκαν στην τοποθεσία «ΧΧΧ» που βρίσκεται στο χωριό ΧΧΧ και καθ' υπόδειξη της παραπονουμένης, ο Αστ. XXXXX Α. Κωνσταντίνου φωτογράφισε διάφορα σημεία. Ακολούθως, την ίδια ημέρα, μετέβηκαν σε περιοχή στο δρόμο χωριού ΧΧΧ - ΧΧΧ και πάλι καθ' υπόδειξη της παραπονούμενης ο Αστ. XXXXX Α. Κωνσταντίνου φωτογράφισε διάφορους χώρους. Δέσμη φωτογραφιών καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  11. Η παραπονούμενη εξετάστηκε στη συνέχεια από τους κλινικούς ψυχολόγους XXXXX Βασιλείου, Μ.Κ.2 και XXXXX Τρύφωνος, Μ.Κ.
  12. Αναφορά στο πορίσματα των κλινικών ψυχολόγων θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Η Θ. Σ., Μ.Κ.1, ήτοι η παραπονούμενη, είναι ως αναφέρουμε και πιο πάνω, το δεύτερο παιδί του κατηγορούμενου και της συζύγου του, Μ.Υ.
  13. Η παραπονούμενη, τόσο στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία όσο και κατά την προφορική της κατάθεση, περιέγραψε τον πατέρα της με τα πιο μελανά χρώματα. Στην πρώτη κατάθεση της, έγγραφο με Ένδειξη Α1, ισχυρίσθηκε ότι ο πατέρας της την χτυπούσε τόσο κατά το βιασμό αλλά και σε άλλες περιπτώσεις που «της θύμωνε». Στη δεύτερη κατάθεση, έγγραφο με Ένδειξη Α2, όπου έδωσε πιο λεπτομερή αναφορά των όσων βίωνε, δεν έκανε οποιαδήποτε μνεία σε περιστατικά βίας από τον πατέρα της, πλην ενός, λίγες μέρες πριν την καταγγελία, ισχυρίστηκε όμως ότι αυτός μέχρι την ηλικία των δώδεκα, ήταν 'σκληρός' μαζί της και δεν την χάιδευε ποτέ. Τη διέταζε συνέχεια να «κάνει πράματα» και δουλειές στο σπίτι. Σπάνια τη φώναζε με το όνομα της, την αποκαλούσε συνήθως, «μαννοΧΧΧ» και «άχρηστη». Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε πλειστάκις ότι ο πατέρας της ήταν πολύ βίαιος μαζί της. Παραθέτουμε αυτούσια κάποια εκ των πολλών δηλώσεων της για το θέμα αυτό. «Ναι. Από μικρή ήμουν η μόνη στο σπίτι που έτρωγα πάρα πολύ ξύλο. Μπορεί να έρχετουν από τη δουλειά και να είχε νεύρα ή να τσακωνόμουν εγώ με τα αδέλφια μου ή να έγινε κάτι στο σχολείο και αντιδρούσε πάντα πάνω μου. Πάντα εγώ ήμουν ο σάκος του μποξ. Εμένα χτυπούσε. Θυμάμαι μου έλεγε "Φκάρτα γυαλιά" και μου διούσε πάτσους, μπουνιές, θυμάμαι συγκεκριμένα, όταν ήμουν πιο μικρή, όταν μου έδωσε την μπουνιά εδώ (δείχνει τα χείλη της) και δεν μπορούσα να φάω και έτσι αναγκαστικά μου έλιωνε η μητέρα μου το φαΐ με το πιρούνι και το γάλα μου το έπινα με το καλαμάκι, το νερό με το καλαμάκι. Είχαμε ένα ξύλινο στολίδι και πάντα με έριχνε κάτω και μου το έμπηγε στην κοιλιά.» Εκτός σπιτιού ο κατηγορούμενος ήταν ένας διαφορετικός άνθρωπος. Εντός του σπιτιού ήταν ένας «διάβολος» και εκτός ένας «άγγελος». Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά: «Έξω από το σπίτι η συμπεριφορά του ήταν καμία σχέση απ' ό, τι ήταν μέσα στο σπίτι. Έξω από το σπίτι ήθελε να βοηθά τον κόσμο, ό, τι χρειαζόταν οποιοσδήποτε τον βοηθούσε, δεν θα έλεγε ποτέ όχι. Αλλά μέσα στο σπίτι ήταν εντελώς διαφορετικός. Θα με χτυπούσε μπροστά στη μητέρα μου, θα με έβριζε. Τα πάντα. Δηλαδή με λίγα λόγια έξω από το σπίτι ήταν ένας άγγελος τζιαι μέσα στο σπίτι ήταν ένας διάβολος.» Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης της, ανέφερε ότι δεν ήθελε να αποκαλύψει ότι είχε κάτι μαζί του γιατί ήξερε ότι θα την χτυπούσε και θα την έβριζε. Σκληρή και άδικη ήταν η συμπεριφορά και της μητέρας της προς το πρόσωπο της. Σε αυτήν ανέθετε την εκτέλεση οικιακών και άλλων εργασιών. Ισχυρίστηκε ότι η μητέρα της την ξυπνούσε νωρίς το πρωί και της ζητούσε να καθαρίσει το σπίτι. Η παραπονουμένη βοηθούσε τόσο τη μητέρα της με τις οικιακές εργασίες, όσο και τον πατέρα της όταν τέλειωνε το σχολείο αλλά και τα Σαββατοκύριακα. Με τον πατέρα της πήγαιναν μαζί να κόψουν ξύλα, τον βοηθούσε στο χωράφι και στα καλούπια. Υπήρχε δε πάντα δυσμενής διάκριση σε σχέση με την αδελφή της, τη Μ.Υ.2, από την οποία δεν ζητούσαν οτιδήποτε. Της υποβλήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι λόγω της σωματικής της διάπλασης και της αδυναμίας της δεν ήταν σε θέση να βοηθήσει τον πατέρα τους αλλά εκείνοι που τον βοηθούσαν ήταν τα αδέλφια της, ο Σ., Μ.Υ.1 και η Τ., Μ.Υ.
  14. Η παραπονούμενη αναγνώρισε τελικά ότι τα δύο πιο πάνω αδέλφια της βοηθούσαν τον πατέρα τους με τις διάφορες εργασίες, ισχυρίστηκε όμως ότι τις περισσότερες φορές ήταν εκείνη που βοηθούσε και όχι η Τ., Μ.Υ.
  15. Σε κάποιο άλλο στάδιο της κατάθεσης της συμφώνησε με τη θέση ότι «όπως άσχημα συναισθήματα έτρεφε για τον πατέρα έτρεφε τα ίδια για τη μητέρα της». Η διάκριση, σύμφωνα πάντα με την κατάθεση της, επεκτεινόταν και σε άλλους τομείς, ενώ οι γονείς της ικανοποιούσαν όλα τα χατίρια των αδελφών της, αυτή δεν την άφηναν να βγει καν από το σπίτι. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά: «Στα άλλα αδέλφια μου η συμπεριφορά τους ήταν πάρα πολλά καλή. Πάντα ό, τι τους ζητούσαν, δεν τους έλεγαν ποτέ όχι. Εμένα ούτε σε φίλες μου δεν άφηναν να πηγαίνω. Θυμάμαι είχα μια φίλη μου στο χωριό που ήταν απόδημη και έλεγε μου "να έρτεις σπίτι μου" και έλεγαν μου "εν θα πάεις. Να δούμε ποιον θα σου φέρουν. Όμως είναι καλύτερα να έρτει σπίτι μας, για να βλέπουμε, να έχουμε τα μάτια μας ανοικτά" και δεν με άφηναν να κάτσω 5 λεπτά μόνη μαζί της, για να δουν τι εν να πω και τι εν να κάμω.» Και σε κάποιο άλλο στάδιο της κατάθεσης της είπε τα πιο κάτω: «Ο αδελφός μου όταν έγινε ενήλικας, δεν τον ρωτούσε "παπά, άφησμε να κάμω έτσι". Έκαμνε ό, τι ήθελε. Στην αδελφή μου την Τ. έλεγε του "παπά, απόψε μπορώ να φκω να πάω στη Σαριπόλου με τις φίλες μου"; Και δεν της αρνιέτουν. Η αδελφή μου είχε την τρόπο και έκαμνεν τον να το δεχτεί και έλεγε της "εντάξει, να πάεις". Όμως όταν εγώ ζητούσα κάτι, πάντα ήταν αρνητικοί συνέχεια, έτσι ώστε όταν κανόνιζα κάτι με φίλες μου ή να πάω σε γενέθλια, δεν τους έλεγα ποτέ και δεν πήγαινα, γιατί ήξερα ότι η απάντηση τους θα ήταν αρνητική. Η αδελφή μου η Θ. έλεγε τους "θέλω να μου αγοράσετε κινητό, θέλω να μου αγοράσετε το ένα, θέλω να μου αγοράσετε το άλλο", πάντα όμως της εκάμναν το χατίρι.» Η μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος χτυπούσε συχνά και τη σύζυγο του μπροστά στα μάτια των παιδιών του. Της υποβλήθηκε ότι επρόκειτο για ασύστολο ψέμα και αυτή διαφοροποίησε κάπως τη θέση της και ισχυρίστηκε ότι οι γονείς της τσακωνόντουσαν πολλές φορές για τα χρήματα. Συγκεκριμένα, ο πατέρας «ανέκρινε» τη μητέρα πού ξόδεψε τα χρήματα που της είχε δώσει. Σε κάποιο άλλο στάδιο της κατάθεσης της, ανατρέποντας τον προηγούμενο ισχυρισμό της ότι ήταν η μόνη στο σπίτι που υφίστατο σωματική κακοποίηση, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας ήταν βίαιος και με τα υπόλοιπα αδέλφια. Χτύπησε τη Θ. όταν ανακάλυψε ότι επικοινωνούσε με κάποιο παιδί, ενώ σε κάποια άλλη περίπτωση είχε σπάσει την οθόνη του κινητού της. Κακοποίηση υφίστατο και η Τ., Μ.Υ.
  16. Ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος «την έπιανε από τα μαλλιά και την έριχνε κάτω». Θυμήθηκε και τις περιπτώσεις που είχε τσακωθεί με τον αδελφό της, Μ.Υ.1, καθότι ο τελευταίος ήθελε να πάει κάπου με τη μοτόρα. Σε μια περίπτωση, μετά από κάποιο τσακωμό, η παραπονούμενη τσακώθηκε με τη μητέρα της, Μ.Υ.
  17. Η τελευταία την χτύπησε και τότε η παραπονούμενη απηυδισμένη «με τούτα όλα που γίνονταν από καιρό», αποφάσισε να κάμει «απόπειρα αυτοκτονίας». Βρήκε κάποια χάπια πάνω στον πάγκο και τα ήπιε. Της ζητήθηκε να διευκρινίσει τη δήλωσή της «μαζί με τούτα όλα που γίνονταν από καιρό» και αυτή έδωσε την πιο κάτω απάντηση: «Αυτό που εννοώ τόσο καιρό ήταν το ότι έτρωγα ξύλο για τις βρισιές που άκουγα κάθε μέρα μέσα στο σπίτι. Μου έλεγε συνέχεια άχρηστη, μαννόΧΧΧ, είσαι η πιο άχρηστη κόρη που έχουμε».» Διευκρίνισε αμέσως μετά ότι ήταν ο πατέρας της που την αποκαλούσε «μαννόΧΧΧ» και «άχρηστη» και στη συνέχεια διαφοροποίησε τους λόγους που την ώθησαν να αποπειραθεί να αυτοκτονήσει κα πρόσθεσε σε αυτούς και το βιασμό. Είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Εμένα δεν μου άρεσε αυτό που γινόταν και όταν έγινε αυτό με τη μητέρα μου και με το βιασμό, είχε ξεκινήσει και ο βιασμός, τότε είχα αγανακτήσει και λέω δεν πάει άλλο, βρήκα χάπια και τα είχα πιεί». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στην κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία, την 28.12.2016, Ένδειξη Α3, αναφερόμενη στο περιστατικό της απόπειρας αυτοκτονίας, είπε ότι ο τσακωμός με τη μητέρα της ήταν απλώς η αφορμή. Η ίδια ένιωθε ότι «πνιγόταν» και ήθελε να βάλει τέρμα στα βάσανά της, «εν άντεχε ούτε το τι έκαμνε ο παπάς της ούτε που της θύμωναν και αποφάσισε να βάλει τέρμα». Στην ίδια κατάθεση ανέφερε ότι μετά που ήπιε τα χάπια ζήτησε από τη μητέρα της να την κάμει μπάνιο και να την πάρει στο Νοσοκομείο. Στο Νοσοκομείο της έκαναν πλύση στομάχου και στη συνέχεια «την έδιωξαν» και επέστρεψε στο σπίτι της. Στην οικογένεια της ουδέποτε είχε αποκαλύψει ότι είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Εκείνο που τους ανέφερε ήταν ότι είχε συγχύσει τα χάπια. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε γιατί στη ψυχολόγο, την XXXXX Μικελλίδου, Μ.Κ.7 είχε αναφέρει ότι έκανε δύο φορές απόπειρα αυτοκτονίας ενώ στην πραγματικότητα είχε κάνει μόνο μία. Αρνήθηκε ότι είχε πει στην πιο πάνω μάρτυρα για δύο περιπτώσεις και ισχυρίστηκε ότι εκείνο που της είχε πει ήταν ότι έκανε μία φορά απόπειρα αυτοκτονίας και ότι ήθελε να κάνει ακόμα μία φορά απόπειρα αυτοκτονίας αλλά δεν την έκανε. Καταθέτοντας σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση που δέχθηκε από τον πατέρα της, στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 23.12.2016, Έγγραφο με Ένδειξη Α1, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της, όταν ήταν 12 ετών μέχρι και 14 ετών, την έβαζε να κάθεται στα πόδια του και ακουμπούσε το χέρι της πάνω από τα ρούχα του, στην περιοχή των γεννητικών του οργάνων ενώ ήταν σε στύση και παράλληλα έβαζε και αυτός τα χέρια του στην περιοχή των γεννητικών της οργάνων και τη χάιδευε. Μετά τα 14 της, όταν έμενε στο σπίτι μόνη με τον πατέρα της, αυτός τη βίαζε. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Μετά τα δεκατέσσερα μου ο πατέρας μου όταν μέναμε μόνοι στο σπίτι άρχιζε και μου έβγαζε τα ρούχα, έκανε σεξ μαζί μου χωρίς εγώ να θέλω πράγμα το οποίο συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Εγώ στην αρχή τον έσπρωχνα του έλεγα ότι δεν ήθελα αλλά αυτός με το ζόρι μου έβγαζε τα ρούχα και έβαζε το πέος του μέσα μου μέχρι να εκσπερματώσει. Δεν εκσπερμάτωνε μέσα μου αλλά σε χαρτί το οποίο είχε μαζί του και στη συνέχεια το πετούσε στον κάλαθο. Λόγω της σωματικής του δύναμης και το φόβο μου εγώ δεν μπορούσα να αντιδράσω και το δεχόμουν γιατί δεν μπορούσα να κάμω αλλιώς.» Στη δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 24.12.2016, Έγγραφο με Ένδειξη Α2, επανέλαβε ότι ο πατέρας της την έβαζε να καθίσει στα γόνατα του, πρόσθεσε όμως ότι την καθησύχαζε λέγοντας της ότι «εν φυσιολογικό». Κάθε φορά που τής επιτίθετο άσεμνα αυτή τον ρωτούσε γιατί το έκανε και τον ρωτούσε επίσης, «αν λυπάται τη μάμμα μου που κάμνει έτσι» και αυτός τη διαβεβαίωνε ότι «εν μέσα στα πράγματα τούτο, εν μέσα στη ζωή τέτοια πράγματα και ότι τούτα μας μεινίσκουν». Όταν η άσεμνη επίθεση που δεχόταν η παραπονούμενη έγινε πιο συχνή, απείλησε τον κατηγορούμενο ότι θα το κατάγγελλε στη μητέρα της. Ο κατηγορούμενος τής ανέφερε τότε ότι αν ο σκοπός της ήταν να καταστρέψει την οικογένεια τους, τότε να το κάμει. Η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι τα πιο πάνω συμβάντα ελάμβαναν χώρα στο σπίτι τους, στο αυτοκίνητο και στο χωράφι στο ΧΧΧ. Γινόταν πολύ συχνά, τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα γιατί όταν αυτή φοιτούσε στο Γυμνάσιο, η μάρτυρας είχε πιο πολύ ελεύθερο χρόνο, συνήθως τα απογεύματα και ο κατηγορούμενος την έπαιρνε μαζί του ή στο χωράφι ή σε διάφορες δουλειές. Στην ίδια κατάθεση αναφέρθηκε και στον πρώτο βιασμό, ισχυρίστηκε ότι αυτός έγινε όταν εκείνη φοιτούσε στην πρώτη τάξη του γυμνασίου. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί όμως πού ακριβώς είχε λάβει το επεισόδιο, στη συνέχεια όμως θυμήθηκε ότι έγινε σε χωράφι. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά. «. Μετά που άρχισε να κάμνει τούτες τες κινήσεις, πέρασαν περίπου πέντε έξι μήνες ήμουν ακόμα πρώτη Γυμνασίου και ο παπάς μου με βίασε πρώτη φορά. Θυμούμαι ότι σχόλασα που το σχολείο και πήγα σπίτι, μετά σχόλασε ο παπάς μου και δεν θυμούμαι αν ήταν στο σπίτι ή στην δουλειά του που με έπαιρνε μαζί του που έγινε γιατί όπως σου είπα όπου είμασταν μόνοι μας έβρισκε ευκαιρία και το έκαμνε. Την πρώτη φορά ενώ στεκόμουν θυμούμαι ότι ήρθε, έπιασε τα χέρια μου και έβαλε τα πάνω στο ρούχο μου. Φορούσε τα ρούχα του. Μετά άρχισε να βάζει τα χέρια μου πάνω στο εσώρουχο του, μέσα και τα πίεζε να μείνουν εκεί. Μετά έβγαλε το παντελόνι του. Εγώ τον ρώτησα τι κάμνει και αυτός χωρίς να μου απαντήσει, μου κατέβασε το παντελόνι μου. Εν θυμούμαι λεπτομέρειες για τα ρούχα μου, αλλά θυμούμαι το τι έκαμνε. Μόλις μου κατέβασε το παντελόνι μου, εγώ κατάλαβα ότι θα έκαμνε κάτι περισσότερο και φοβήθηκα και τραβήχτηκα να φύγω. Αυτός με άρπαξε από το χέρι και με πίεσε να μείνω εκεί. Όπως στεκόμουν έβαλε το πέος μέσα στο δικό μου όργανο. Εγώ πόνεσα και είχα σοκαριστεί και αυτός σταμάτησε. Έβγαλε το πέος του έξω και έπιασε το χέρι μου, έβαλε το πάνω στο πέος του και κρατούσε το χέρι μου πάνω σε αυτό, παίζοντας το πέος του μέχρι να τελειώσει. Τελείωσε χαμέ και από ότι θυμούμαι τώρα ήταν στο χώρα άρα θα είμασταν στο χωράφι. Εγώ δεν φώναζα καθόλου απλά τού ζητούσα να σταματήσει. Μόλις τού είπα ότι πονούσα τον έβγαλε έξω αλλά μέχρι που τέλειωσε άφησε τα χέρια μου.» Κατά την προφορική της εξέταση δεν αμφιταλαντεύθηκε ως προς τον τόπο όπου τη βίασε ο πατέρας της για πρώτη φορά και ήταν απόλυτη ότι το συμβάν έλαβε χώρα στο χωράφι. Θυμήθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος είχε λυγίσει και τα πόδια του. Περιγράφοντας το πιο πάνω συμβάν είπε: «Απ' ότι θυμάμαι είμασταν στο χωράφι. Αυτός έβγαλε τα ρούχα του, μου έβγαλε και τα δικά μου και δεν θυμάμαι σίγουρα, λύγισε τα πόδια του και απλά ήταν για να αγγίξει μόνο λίγο μέσα στο δικό μου όργανο. Εγώ του είπα ότι έχω πονέσει και αυτός το έβγαλε έξω. Στην ίδια κατάθεση, έγγραφο με Ένδειξη Α2, ισχυρίστηκε ότι ο παρθενικός της υμένας έσπασε την τρίτη φορά που τη βίασε ο πατέρας της. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος τής είχε ζητήσει να τού βρει ένα πουκάμισο στο δωμάτιο του, όταν εκείνη πήγε εκεί την έσπρωξε στο κρεββάτι και τη βίασε. Όταν τελείωσε σκουπίστηκε και τότε είδε ότι είχε αίμα. Αντιλήφθηκε ότι «έσπασε η παρθενιά της» καθότι είχε ακούσει ότι «άμα το κάμεις σπάζει η παρθενιά σου και έχεις αίμα». Μετά το πιο πάνω συμβάν ο κατηγορούμενος όποτε την έβρισκε μόνη της την βίαζε. Κατά την προφορική της εξέταση η παραπονούμενη ισχυρίστηκε, για πρώτη φορά, ότι ο πατέρας της την βίαζε και στο κέντρο στον ΧΧΧ. Το κέντρο αυτό ανήκε στο θείο της. Εξεταζόμενη γιατί δεν το είχε αναφέρει στις γραπτές καταθέσεις της στην Αστυνομία, έδωσε την πιο κάτω απάντηση, «όσο πιο λίγα ήξερε η Αστυνομία τόσο πιο λίγο καιρό θα έτρωγε φυλακή», εννοώντας πάντα τον πατέρα της. Πρόσθεσε στη συνέχεια ότι ο λόγος που δεν το είχε αναφέρει ήταν γιατί δεν ήταν σίγουρη «αν έκανε σωστό ή λάθος». Στη συνέχεια κατέθεσε ότι στο κέντρο στον ΧΧΧ τη βίασε ο πατέρας της τέσσερις, πέντε φορές περίπου. Της ζητήθηκε να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με τους βιασμούς αυτούς και έδωσε την πιο κάτω απάντηση: «Ναι. Αφήναμε το αυτοκίνητο στο κάτω χωράφι για να μην φαίνεται πάνω στον κύριο δρόμο. Ανοίγαμε το καγκέλι, μπαίναμε μέσα και πάντα είχε ένα κλειδί κάτω από μια γλάστρα. Δεν είχαμε όλοι το κλειδί. Μπαίναμε μέσα δεν θυμάμαι σίγουρα αν έβγαζε το κλειδί και κλείδωνε την πόρτα από μέσα, με έσπρωχνε στο κρεββάτι όπου γινόταν ο βιασμός». Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της διαφοροποίησε τον πιο πάνω ισχυρισμό και δήλωσε ότι στο συγκεκριμένο κέντρο πήγαιναν ακολουθώντας ένα μονοπάτι. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι όταν ο πατέρας της την πλησίαζε για να τη βιάσει και να βάλει το χέρι του στα γεννητικά της όργανα, τής έλεγε «θέλω να πάω να βρω τη ΧΧΧ την μπακάλλενα» ή «θέλω να εύρω τη ΧΧΧ την μπακάλλενα να της ανοίξω τα πόδια της τζιαι να τη γαμήσω». Της έλεγε επίσης ότι «γάμησε και την ΧΧΧ» που ήταν κουμέρα και γειτόνισσα τους. Σε κάποια άλλη περίπτωση δε, τής είπε ότι την έβλεπε σε όνειρο ότι «τη γαμούσε». Μετά από κάθε βιασμό ο κατηγορούμενος τής ζητούσε να τον συγχωρέσει και την έβαζε να του ορκιστεί, ότι δεν θα τον άφηνε να ξανακάμει αυτό το πράγμα. Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος πήγαιναν στην κουζίνα, ο τελευταίος έπαιρνε στα χέρια του την εικόνα της Παναγίας και της έλεγε, «έλα να τη φιλήσουμε και οι δύο και να ορκιστούμε ότι δεν θα ξαναγίνει και θέλω να με συγχωρέσεις». Η παραπονούμενη τού απαντούσε τότε ότι από τον ίδιο εξαρτάτο να σταματήσει και δεν ήταν εκείνη που το προκαλούσε. Αυτός αναγνώριζε ότι επρόκειτο για δικό του λάθος και της έλεγε «ξέρω το, όμως πρέπει να με βοηθήσεις τζιαι εσύ». Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τη βιάζει και στη συνέχεια να τής ζητά να το συγχωρέσει. Οι βιασμοί της από τον πατέρα της, έγιναν μία ρουτίνα. Γνώριζε ότι όταν θα έφευγε η μητέρα της από το σπίτι και θα έμεναν οι δύο μόνοι τους θα άνοιγε την πόρτα και θα ερχόταν και η ίδια «δεν εύρισκε καμιά ευκαιρία για να τον σταματήσει». Ο κατηγορούμενος ουδέποτε χρησιμοποιούσε προφυλακτικό κατά την επαφή που είχε μαζί της. Τελείωνε πάντα σε χαρτί, ενώ κάποιες φορές που ένοιωσε ότι μπορεί να τελείωσε λίγο μέσα της, τής είπε, «αν καμιά φορά μείνεις έγκυος, εν θα το πεις της μάμας σου, να μου το πεις εμένα να σε πάρω στο γιατρό να το ρίξεις τζιαι να μεν ξέρει κανένας τίποτε». Κατά την αντεξέταση της ισχυρίσθηκε επίσης ότι όταν πρωτοπήγε στο γυμνάσιο, ο κατηγορούμενος της είπε, «εσείς τώρα στο σχολείο εν να μάθετε για τούτα τα πράγματα τζιαι εν να ξέρεις τι σημαίνει να κάμνεις σεξ με κάποιον». Στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι κάθε φορά που τη βίαζε, εκείνη τού έλεγε, «δεν λυπάσαι τη μάμα έτσι που κάμνουμε; Δεν μπορώ να βλέπω τη μάμα και να βλέπω ότι της κάμνεις κέρατο μαζί μου, με την κόρη της». Ο κατηγορούμενος της απαντούσε λέγοντας της, «Εν φυσιολογικά πράγματα τούτα. Εν τούτα που μας μεινίσκουν». Η παραπονούμενη τον απειλούσε τότε ότι θα μιλούσε και αυτός της έλεγε, «αν ο σκοπός σου είναι να διαλύσεις την οικογένεια, τότε να το κάμεις». Σε σχέση με τη συχνότητα που τη βίαζε ο κατηγορούμενος, στην κατάθεση της, Ένδειξη Α2, ισχυρίστηκε ότι όταν ήταν στο Γυμνάσιο ο κατηγορούμενος τη βίαζε τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα. Ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόταν το γεγονός ότι αυτή είχε πιο πολύ ελεύθερο χρόνο, συνήθως τα απογεύματα και την έπαιρνε μαζί του στο χωράφι ή σε δουλειές. Αντεξεταζόμενη για τον πιο πάνω ισχυρισμό και συγκεκριμένα κατά πόσο ευσταθούσε ο ισχυρισμός της ότι τη βίαζε τέσσερις με πέντε φορές την εβδομάδα, τροποποίησε την αρχική εκδοχή της και ισχυρίστηκε ότι αυτό συνέβαινε το τελευταίο διάστημα. Είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Τον τελευταίο καιρό πριν να μιλήσω, ναι. Ή όταν δεν πήγαινα στη δουλειά και όταν η δουλειά μου ήταν απόγευμα και δεν πήγαινα ούτε και φροντιστήρια ούτε και κολλέγιο είχε παραπάνω φορές ευκαιρία.» Όταν η παραπονούμενη ήταν μικρή, σύμφωνα πάντα με την κατάθεση της, ο κατηγορούμενος εργαζόταν στην Επαρχιακή Διοίκηση και σχολνούσε η ώρα 3:00 - 3:30 μ.μ. Στη συνέχεια όμως εργοδοτήθηκε στο Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧ. Παράλληλα με την εργασία του ασχολείτο και με τα καλούπια. Όταν σχολνούσε από την Επαρχιακή Διοίκηση επέστρεφε στο σπίτι γύρω στις 4:00 - 4:15 μ.μ., έμενε εκεί 20 - 25 λεπτά και στη συνέχεια πήγαινε είτε στα καλούπια είτε «στους σκύλους ή στις κότες». Τα πρωινά ο κατηγορούμενος έφευγε από τη δουλειά του, με την πρόφαση ότι χρειαζόταν κάτι από το σπίτι και ενώ η μητέρα της απουσίαζε από το σπίτι, αυτός έβρισκε την ευκαιρία, πήγαινε σπίτι και τη βίαζε. Μετά την ενηλικίωση της και όταν άρχισε να εργάζεται, για να αποφεύγει να μένει μόνη της με τον πατέρα της, ζήτησε από τους εργοδότες της να εργάζεται περισσότερες ώρες. Σε μία περίπτωση αναγκάστηκε, για τον ίδιο λόγο, να γραφτεί και σε κάποιο φροντιστήριο. Εκείνη την περίοδο έλεγε ψέματα στους γονείς της ότι πήγαινε φροντιστήριο δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, ενώ στην πραγματικότητα πήγαινε μόνο μια φορά. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της αντεξεταζόμενη, είπε ότι όταν σχολνούσε από το σχολείο και στη συνέχεια από το κολλέγιο και επέστρεφε στο σπίτι, η μητέρα της ήταν πάντα εκεί. Όταν η παραπονούμενη φοιτούσε στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, τόσο αυτή όσο και τα αδέλφια της, παρακολουθούσαν μαθήματα σε διάφορα φροντιστήρια. Πήγαιναν και επέστρεφαν με το λεωφορείο, δεν πήγαιναν όμως όλοι τις ίδιες ώρες, ούτε τις ίδιες ημέρες. Η παραπονούμενη όταν τέλειωσε το Λύκειο, ξεκίνησε τον Οκτώβριο του ιδίου έτους να φοιτά στο κολλέγιο ΧΧΧ που βρισκόταν στη Λεμεσό. Φοίτησε εκεί για ένα έτος. Πήγαινε στο κολλέγιο νωρίς το πρωί, η ώρα 07:30 π.μ. και τελείωνε η ώρα 1:35 μ.μ. Επέστρεφε στο σπίτι της κάποια ώρα αργότερα. Μετά το κολλέγιο, όταν αυτή ήταν 19 ετών περίπου, οι γονείς της γνώρισαν ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, τους οποίους βοηθούσαν. Σε κάποιες περιπτώσεις η μητέρα της έφευγε από το σπίτι για να τους πάρει φαγητό για να καθίσει λίγο μαζί τους ή για να τους πάρει στο γιατρό. Όταν η μητέρα της πήγαινε να δει τους ηλικιωμένους, απουσίαζε και ο πατέρας της από το σπίτι. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά: «Ε. Σε ρώτησα όταν η μητέρα σου πήγαινε να δει τους ηλικιωμένους και εσύ έμενες στο σπίτι, ο πατέρας σου πού βρισκόταν; Α. Μπορεί να ήταν σε δική του δουλειά, να ήταν στο δικό μας χωράφι ή να πήγαινε μόλις τελείωνε τις δουλειές του να πήγαινε και αυτός στους ηλικιωμένους.» Υποβλήθηκε σ' αυτήν ότι μέχρι που τελείωσε το κολλέγιο, αυτή δεν μπορούσε να βρεθεί μόνη της στο σπίτι με τον πατέρα της. Η παραπονούμενη έδωσε την πιο κάτω απάντηση. «Μόνη μου στο σπίτι όχι εκτός από κάποια Σαββατοκυρίακα που μπορεί η μάμμα μου να πήγαινε στο συνεργατικό να ψωνίσει και πήγαινα εγώ στη δουλειά του να το βοηθήσω.» Μετά το κολλέγιο έμεινε στο σπίτι για ένα έτος περίπου και στη συνέχεια άρχισε να εργάζεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, ξεκίνησε να εργάζεται στην Υπεραγορά Άλφα-Μέγα και ακολούθως στο φούρνο Σίγμα. Στην Υπεραγορά Άλφα-Μέγα εργαζόταν τη μία εβδομάδα «πρωινή» και την επόμενη «απογευματινή». Για κάποια χρονική περίοδο, μερικών μηνών, εργαζόταν και στις δύο επιχειρήσεις. Κατέθεσε επίσης ότι όταν σχολνούσε το απόγευμα και προτού αποκτήσει δικό της όχημα, πήγαινε η μητέρα της και την έπαιρνε και επέστρεφαν μαζί στο χωριό. Όταν επέστρεφαν η μάρτυρας βοηθούσε τον πατέρα της με τα καλούπια. Της ζητήθηκε να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με τα σπίτια, στα οποία είχε τοποθετήσει ο πατέρας της καλούπια και αυτή τον είχε βοηθήσει. Δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Αντεξετάστηκε πότε ο κατηγορούμενος έβρισκε την ευκαιρία να τη βιάζει. Αυτή ισχυρίστηκε ότι αυτός έφευγε από τη δουλειά του, πήγαινε σπίτι και τη βίαζε. Ενόψει τούτου η μάρτυρας αναγκάστηκε να ζητήσει από τους εργοδότες της να της αναθέσουν περισσότερες ώρες εργασίας για να μπορεί να φεύγει από το σπίτι. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «E. Είναι αλήθεια ότι ισχυρίστηκες ότι σε βίαζε 4‑5 φορές την εβδομάδα; A. Τον τελευταίο καιρό πριν να μιλήσω, ναι. Ή όταν δεν πήγαινα στη δουλειά και όταν η δουλειά μου ήταν απόγευμα και δεν πήγαινα ούτε και φροντιστήρια, ούτε και κολέγιο, είχε παραπάνω φορές ευκαιρία. E. Όταν η δουλειά σου ήταν απόγευμα. Αφού ήσουν δουλειά το απόγευμα, πότε σε βίαζε; A. Όταν πήγαινε απόγευμα, ερχόταν τα πρωινά στο σπίτι. E. Έφευκε δηλαδή από τη δουλειά του τζιαι έρχετουν στο σπίτι; A. Ήταν μέσα στο χωριό. Μπορεί να έλεγε "ήρτα να πιάσω τη μηχανή να κουρέψω το γρασίδι, ήρτα να πιάσω κάτι ή να αλλάξω φανέλα" και η μητέρα μου έπαιρνε τους ηλικιωμένους στον γιατρό ή να πάρει τον παππού τον ηλικιωμένο να πιάσει λεφτά επειδή δεν είχε κάποιον να τον βοηθήσει, να πάρει τη γυναίκα του στον γιατρό για τα πόδια της, να την πάρει να ψωνίσουν, να πιάσουν ρούχα και έτσι έβρισκε την ευκαιρία και ερχόταν στο σπίτι. Μετά εγώ ζήτησα από τη δουλειά μου να με βάλουν παραπάνω ώρες να δουλεύω, για να μπορώ να φεύγω από το σπίτι. Μια φορά αναγκάστηκα και γράφτηκα και φροντιστήρια Αγγλικά στη Λεμεσό, για να μπορώ να αποφύγω το να μεινίσκω μόνη μου σπίτι. Όμως εγώ δεν πήγαινα στα φροντιστήρια, τους έλεγα "έχω μάθημα στα φροντιστήρια", που στα φροντιστήρια έκαμνα μια φορά την εβδομάδα, ενώ τους έλεγα εν να κάμω ή 2 ή 3 φορές την εβδομάδα, για να μπορώ να φύγω από σπίτι.» Κατά την επόμενη δικάσιμο, ανέτρεψε την εκδοχή της σε σχέση με τους λόγους που την ώθησαν να αναζητήσει δεύτερη εργασία και ισχυρίστηκε ότι ο λόγος ήταν «για να μπορέσει να πιάσει λεφτά για να αγοράσει δικό της αυτοκίνητο». Στη συνέχεια όμως επικαλέστηκε, για ακόμα μια φορά, την κακοποίηση που δεχόταν από τον πατέρα της, ως το λόγο που την ώθησε να αναζητήσει περαιτέρω εργασία. Προς το τέλος της αντεξέτασης της όμως, παρά τα όσα ανέφερε, ήτοι ότι δούλευε ασταμάτητα για να αποφεύγει να μένει στο σπίτι, αναγνώρισε ότι σε κάποιες περιπτώσεις είχε εκφράσει παράπονο ότι λόγω των πολλών ωρών που δούλευε δεν έβλεπε τον πατέρα της και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική αναφορά: «Όταν ξεκίνησαν οι υπερωρίες, είχα πει επειδή ο πατέρας μου κοιμόταν νωρίς, είχα πει δεν βλέπω πλέον την οικογένεια μου και θυμάμαι ένα πρόγραμμα που βλέπαμε στην τηλεόραση, το "Πάμε Πακέτο" και είχα πει "αφού πλέον δεν βλέπω την οικογένεια, καλύτερα να στείλω ένα πακέτο στην τηλεόραση, ούτως ώστε εκεί θα σας βλέπω". Δεν ήταν προσωπικά παράπονο για τον πατέρα μου. Μόνο για τον πατέρα.» Η παραπονούμενη στην κατάθεση της που έδωσε στην Αστυνομία, έγγραφο με Ένδειξη Α2, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο πατέρας της δεν είχε οποιοδήποτε σημάδι στα γεννητικά του όργανα που να τον χαρακτηρίζει. Το χαρακτηριστικό του ήταν ότι είχε «αρκετές τρίχες πάνω στον πισινό του». Στο μόνο σημείο που δεν είχε τρίχες ήταν «πάνω στο όργανο του». Η μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτεταμένα και για τον τελευταίο, κατ' ισχυρισμό, βιασμό. Προτού παραθέσουμε τα όσα ανέφερε προφορικά, κρίνουμε σκόπιμο να συνοψίσουμε όσα ανέφερε για το συγκεκριμένο θέμα στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Στην πρώτη κατάθεση της ημερομηνίας 23.12.2016 ανέφερε σχετικά τα πιο κάτω: «Η τελευταία φορά που με βίασε ο πατέρας μου ήταν πριν δύο εβδομάδες και συγκεκριμένα ήταν μέρα και οι υπόλοιποι απουσίαζαν από σπίτι. Ενώ βρισκόμουν στο δωμάτιο μου αυτός μπήκε μέσα, έπιασε τα χέρια μου και τα έβαλε πάνω από τα ρούχα στα γεννητικά του όργανα, με έριξε στο κρεββάτι, έβγαλε το παντελόνι του και το εσώρουχο του και μετά έβγαλε το δικό μου παντελόνι και το εσώρουχο μου. Εγώ του είπα να σταματήσει και ότι δεν ήθελα να το ξανακάμει ωστόσο αυτός συνέχισε και έβαλε το πέος του μέσα μου. Λόγω ότι φοβόμουν ότι θα με κτυπήσει δεν αντέδρασα και περίμενα να τελειώσει.» Στη δεύτερη κατάθεση που έδωσε την επόμενη μέρα, 24.12.2016, Ένδειξη Α2, ανέφερε ότι ο τελευταίος βιασμός έλαβε χώρα δύο με τρεις εβδομάδες πριν αυτή δώσει την κατάθεσή της. Έκτοτε δεν έτυχε να μείνουν μόνοι τους γιατί η παραπονούμενη είχε ζητήσει από τους εργοδότες της να την βάλουν να εργάζεται περισσότερες ώρες. Αντεξετάστηκε για τον ακριβή χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο επεισόδιο, αυτή όμως δεν ήταν σε θέση να δώσει ημερομηνία. Θυμόταν ότι ήταν δύο βδομάδες πριν αυτή δώσει την κατάθεση της, αλλά δεν ήταν σε θέση να πει συγκεκριμένη ημερομηνία. Πρόσθεσε όμως ότι την περίοδο εκείνη εργαζόταν μία μόνο βάρδια στο φούρνο Σίγμα. Όταν της υποβλήθηκε ότι αυτό δεν συνάδει με προηγούμενη αναφορά της, αναγνώρισε ότι επρόκειτο περί λάθους και είπε ότι τη συγκεκριμένη περίοδο εργαζόταν δύο βάρδιες. Η πρώτη βάρδια άρχιζε η ώρα 6:00 π.μ. και τελείωνε η ώρα 2:00 μ.μ. και η δεύτερη άρχιζε η ώρα 3:30 μ.μ. και τελείωνε η ώρα 10:00 μ.μ. Ρωτήθηκε στη συνέχεια κατά πόσο ο βιασμός έλαβε χώρα πρωί, βράδυ ή απόγευμα και αυτή έδωσε την πιο κάτω απάντηση: «Θα πω . απ' ότι θυμάμαι ήταν πρωί. Ήταν όταν ήταν δουλειά. Ο πατέρας μου ήταν δουλειά, εγώ ήμουν στο σπίτι και αυτός είχε έρθει να πάρει κάτι που χρειαζόταν για το χωριό γιατί το Δεκέμβριο του 2016 εργαζόταν στο χωριό, θυμάμαι κάτι χρειάστηκε και είχε έρθει σπίτι όπου με βίασε.» Ρωτήθηκε στη συνέχεια πού βρισκόταν η μητέρα της τη συγκεκριμένη ημέρα. Ισχυρίσθηκε ότι η μητέρα της απουσίαζε από το σπίτι, δεν ήταν σε θέση όμως να θυμηθεί πού είχε πάει. Η μάρτυρας ανέφερε το γεγονός αυτό στην αδελφή της Τ., Μ.Υ.
  18. Η τελευταία, την είχε ρωτήσει «ήρτε σήμερα έννεν;» και αυτή απάντησε «ναι». Η Τ., Μ.Υ.2, σύμφωνα πάντα με την παραπονουμένη, γνώριζε για τους βιασμούς, τής το είχε αναφέρει πολλά χρόνια προτού καταγγείλει το συμβάν στην Αστυνομία. Ενήμεροι για την κακοποίηση της ήταν και ο αδελφός της Σ., Μ.Υ.1, η μητέρα της, Μ.Υ.3 και ο παππούς της, ο πατέρας της μητέρας της. Περαιτέρω αναφορά στη συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας της θα γίνει σε κατοπινό στάδιο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της παραπονούμενης αναλώθηκε και στους δεσμούς που είχε με άλλους άνδρες. Στη δεύτερη κατάθεση της, έγγραφο με Ένδειξη Α2, αναφέρει ότι όταν ήταν 17 ετών είχε σχέση με κάποιο Δ. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά δεν είχε ολοκληρωμένες σχέσεις μαζί του, απλά «τα είχαν». Στην ίδια κατάθεση αναφέρει ότι την πρώτη φορά που είχε σεξουαλική επαφή με άλλο άτομο, εκτός από τον πατέρα της, ήταν με κάποιο Σ. όταν αυτή ήταν 20 ετών. Την πρώτη φορά που συνευρέθηκαν σεξουαλικά ένιωθε ότι αυτός ήταν ο πατέρας της και όχι ο φίλος της, συναίσθημα που ήταν εφιαλτικό. Στη συνέχεια όμως κατάφερε να διαχωρίσει τα δύο. Κατά την κυρίως εξέταση της επανέλαβε ότι δεν είχε οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή με το Δ., θέση που επανέλαβε για ακόμα μια φορά κατά την αντεξέταση της. Τόνισε ότι με το συγκεκριμένο άτομο «απλά μιλούσαν». Την πιο πάνω θέση την ανέτρεψε όμως η ίδια όταν κατέθετε για τις σχέσεις της με την Τ., Μ.Υ.
  19. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «Με την Τ. μοιραζόμαστε τα πάντα. Της είχα πει για τη σχέση μου με το Θ. και για τη σχέση μου με τον Α. και για τη σχέση μου με το Δ., αλλά τα μόνα πράγματα που δεν της έλεγα ήταν τα προσωπικά μου, ότι είχα ολοκληρωμένη σχέση μαζί τους.» Αντεξεταζόμενη για τις σχέσεις της με το Σ., ανέφερε ότι λόγω της μικρής κοινωνίας του χωριού και το μόνο που σκεφτόταν η οικογένεια της ήταν ότι αν μαθευόταν η σχέση της μαζί του, θα γινόντουσαν ρεζίλι, τον συναντούσε αργά το βράδυ όταν η οικογένεια της κοιμόταν. Έφευγε από το σπίτι, είτε από την πόρτα, είτε από το παράθυρο του δωματίου της. Μετά το Σ. συνήψε σχέσεις με κάποιον Α., ο οποίος ήταν εξάδελφος μια φίλης και συναδέλφου της στην Υπεραγορά Άλφα-Μέγα. Όταν χώρισε με τον Α., γνώρισε και συνήψε σχέσεις με το Δ.. Η σχέση της με το Δ. ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2016 και τέλειωσε τον Αύγουστο του ιδίου έτους. Τον Α. και το Δ. τούς είχε συστήσει και στην οικογένεια της. Η μάρτυρας παραπονέθηκε ότι οι γονείς της δεν την άφηναν να πάει κάπου μαζί τους και ότι την ανάγκαζαν να τους συναντήσει μόνο στο σπίτι της. Οι γονείς της ήταν γενικά αρνητικοί στο να έχει σχέσεις με άλλους άνδρες. Τη σχέση της με τον Α. την ανακάλυψαν όταν ένα βράδυ ο πατέρας της πήγε να την πάρει από τη δουλειά, η ώρα 8:30 - 9:00 και εκείνη δεν ήταν εκεί. Αυτή είχε σχολάσει πιο νωρίς και είχε διευθετήσει να συναντηθεί με τον Α. Όταν επέστρεψε στη δουλειά, ο πατέρας της τη ρώτησε πού ήταν ενώ όλοι είχαν σχολάσει. Η μάρτυρας τού είπε ψέματα ότι ήταν μαζί με μια φίλη της. Ο πατέρας της άρχισε τότε να της φωνάζει και να τη χτυπά. Στη συνέχεια τηλεφώνησε ο Α. στη μητέρα της, της αποκάλυψε τη σχέση που είχε μαζί της και αυτοί το αποδέχτηκαν. Αποδέχτηκαν στη συνέχεια και τη σχέση της με τον Δ. Οι γονείς της δεν ήταν αρνητικοί στη σχέση αυτή, δεν της επέτρεπαν όμως να κυκλοφορεί ελεύθερα μαζί του και ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «το μόνο που ήθελαν είναι να έρχετουν στο σπίτι και να βλέπουν τι κάμνουμε και τι λέμε». Μετά το Δ., η παραπονούμενη συνήψε σχέσεις με το Θ., με τον οποίο σήμερα είναι αρραβωνιασμένη και με τον οποίο σύντομα θα αποκτούσαν παιδί. Η παραπονούμενη στη δεύτερη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, έγγραφο με Ένδειξη Α2, αναφέρθηκε και σε ένα επεισόδιο που έγινε λίγες μόνο μέρες πριν την κατάθεση της. Το επεισόδιο έλαβε χώρα Δευτέρα ή Τρίτη βράδυ. Ισχυρίσθηκε ότι την ημέρα εκείνη όταν ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι θα εργαζόταν κατά τη διάρκεια των γιορτών, αυτός την παρότρυνε να σταματήσει να πηγαίνει δουλειά και να υπογράφει ως άνεργη. Η μάρτυρας αρνήθηκε να το πράξει και αυτός την αποκάλεσε τότε «άχρηστη». Αυτή αντέδρασε και τον ρώτησε αν είχε ακούσει κανένα πατέρα να αποκαλεί την κόρη του «άχρηστη», αυτός τότε σηκώθηκε και άρχισε να τη χτυπά με τα χέρια. Την έπιασε από το λαιμό και στη συνέχεια της έριξε μία καρέκλα που τη χτύπησε στο πόδι. Μετά το συμβάν η παραπονούμενη πήγε στο δωμάτιο της και όταν ο κατηγορούμενος ηρέμησε, της ζήτησε συγνώμη λέγοντας της ότι δεν ήθελε να την εκμεταλλεύονται οι εργοδότες της και ότι μπορούσε να δουλέψει λίγο περισσότερο αν ήταν μόνο για τις γιορτές. Μετά το πιο πάνω συμβάν, η Μ.Κ.1, σύμφωνα πάντα με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της, ένιωσε ότι «αυτό δεν πήγαινε άλλο» και έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον και έτσι πήρε την απόφαση να πάει σε ψυχολόγο. Βρήκε κάποια ψυχολόγο μέσω του internet, πρόκειται για την XXXXX Μικελλίδου, Μ.Κ.7 την οποία και επισκέφθηκε και της διηγήθηκε όλα όσα βίωνε. Η ψυχολόγος της είπε ότι έπρεπε να πάει στην Αστυνομία και με δική της παρότρυνση η μάρτυρας πήγε στην Αστυνομία και κατάγγειλε τα όσα κατ' ισχυρισμό είχε βιώσει. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι την ημέρα που έλαβε χώρα το επεισόδιο με την καρέκλα, προτού αυτή και ο πατέρας της λογομαχήσουν, ο τελευταίος τής είχε τηλεφωνήσει στην εργασία και τής ζήτησε να σχολάσει καθότι χιόνιζε στο χωριό τους. Ο κατηγορούμενος φοβόταν ότι λόγω του χιονιού ο δρόμος προς το ΧΧΧ θα έκλεινε και αυτή δεν θα μπορούσε να επιστρέψει σπίτι. Η μάρτυρας τού εξήγησε ότι δεν μπορούσε να σχολάσει όποτε ήθελε και θα έπρεπε να περιμένει την επόμενη βάρδια για να την αντικαταστήσει. Όταν επέστρεψε στο σπίτι και ενώ καθόντουσαν στο τζάκι, ο κατηγορούμενος τη ρώτησε κατά πόσο θα δούλευε την Πρωτοχρονιά ή την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Την πληροφόρησε επίσης ότι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι γονείς της κοπέλας με την οποία διατηρούσε σχέσεις ο αδελφός της τούς είχαν καλέσει σε ταβέρνα. Η μάρτυρας του επανέλαβε ότι δεν γνώριζε σε ποια βάρδια θα την έβαζαν και τότε ήταν που ο πατέρας της την αποκάλεσε «άχρηστη» και της σύστησε να πάει να υπογράψει ως άνεργη. Σε σχέση με την επίθεση που δέχθηκε από τον πατέρα της, πέραν των όσων ανέφερε στη γραπτή κατάθεση της, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να της είχε δώσει και 'πάτσο'. Ο συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε τη θέση της ότι ο κατηγορούμενος την άρπαξε από το λαιμό και στη συνέχεια της έριξε καρέκλα, αναγνώρισε όμως ότι της είχε δώσει κατά το επεισόδιο ένα «πάτσο». Υποβλήθηκε στη Μ.Κ.1 στο τέλος της αντεξέτασης της ότι όλα αυτά που ανέφερε για τον πατέρα της ήταν ψεύδη και ότι ο λόγος που προέβη στην καταγγελία ήταν για να νιώσει απελευθερωμένη και να ζήσει ελεύθερη με όποιο άνδρα ήθελε, θέσεις που η ίδια απέρριψε. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα, παρόλο που είναι κάπως μακροσκελές. «E. Ξέρεις τι μου κάνει εντύπωση; Έτυχε να εκδικάσω πάρα πολλές υποθέσεις που αφορούν βιασμό, σεξουαλική παρενόχληση και άλλα παρόμοια θέματα. Είναι η πρώτη φορά που βλέπω ένα θύμα να καταθέτει ενώπιον Δικαστηρίου και απέναντι της μάλιστα, να είναι ο πατέρας της, τόσο εύκολα, τόσο άνετα, χωρίς κανένα πρόβλημα ούτε ψυχολογικό, ούτε τίποτε, ούτε να δακρύσεις, ούτε τίποτε. Μπορείς να μου εξηγήσεις αυτή τη συμπεριφορά σου; A. Γιατί μετά από όλα αυτά που έγιναν και κατάλαβα ότι η οικογένεια μου πλέον δεν μου στέκεται, δεν μου συμπαραστέκεται, είπα βάζω πλέον ένα τέλος, μια τελεία. Πλέον είμαι δυνατή και θα ανταπεξέλθω σε όλα αυτά που έγιναν και θα συνεχίσω τη ζωή μου. Πατάω ένα κουμπί delete και διαγράφω όλα αυτά που έγιναν. Πλέον είμαι έγκυος, θα έχω τη δική μου οικογένεια και δεν με ενδιαφέρει από την άλλη μου οικογένεια από τη στιγμή που μου έχουν συμπεριφερθεί έτσι. E. Ο λόγος που η υπόλοιπη σου οικογένεια σου έχει συμπεριφερθεί έτσι ξέρεις είναι γιατί εσύ‑‑ A. Τους έχω κάνει ρεζίλι. E. Είπες ψέματα. A. Όχι. E. Ναι, είπες ψέματα σου λέω και δεν ανέχονται τα τόσα ψέματα που είπες γι' αυτόν τον άνθρωπο που μια ζωή εργάζεται δύο δουλειές, σας προσέφερε και σας προσφέρει τα πάντα, είναι ένας οικογενειάρχης που δεν γνωρίζει τίποτε άλλο, ούτε με ασχολείται με τίποτε άλλο εκτός από την οικογένεια του και τον έχεις κάμει πραγματικά "κομμάτια" με το να έρχεσαι να του αποδίδεις αυτή τη συμπεριφορά, με μοναδικό σκοπό να μπορέσεις να φύγεις από το σπίτι γιατί ήταν αντίθετη η οικογένεια σου με το να γυρίζεις με τον έναν τζιαι με τον άλλο τζιαι έχεις φτιάξει πέραν των 3 δεσμών με αγόρια, κάτι που δεν συμφωνούσαν οι γονείς σου. A. Άρα παραδέχεστε ότι δεν συμφωνούσε η οικογένεια μου για τους δεσμούς μου; E. Απάντα και μην με ρωτάς. Εντάξει; A. Και ο λόγος που η οικογένεια μου δεν μου στάθηκε, δεν είναι επειδή λέω ψέματα. Αφού η μητέρα μου ερχόταν μέχρι πρόσφατα, τώρα δεν έρχεται, στη δουλειά και το μόνο που μου έλεγε "εσύ έκαμες μας ρεζίλι. Εσύ κατάστρεψες την οικογένεια μας, αλλά να ξέρεις ότι αγαπώ σε τζιαι να με πιάσεις τηλέφωνο, θέλω να μιλήσουμε". Όμως εγώ δεν μπορώ να την εμπιστευτώ, γιατί ξέρω πολύ καλά και άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά αυτά που είπε, ότι "είχα 4 παιδιά, η μια πέθανε". Μια μάνα δεν λέει ποτέ έτσι. "Αυτή πέθανε και τώρα μου έμειναν 3". Ποιος ο λόγος να εμπιστευτώ αυτή τη γυναίκα και να την αγαπήσω; Επίσης, είχε έρθει και ο αδελφός μου στη δουλειά μου και μου έλεγε συνέχεια "θα αυτοκτονήσω, γίναμε ρεζίλι και να ξέρεις ότι με την κοπελλούα μου τώρα εν τα πάμε τζιαι πολλά καλά", στην αρχή που έγινε η καταγγελία, "γιατί θα νομίζει ότι είναι κληρονομικό τζιαι ότι θα το κάμω τζιαι εγώ τούτο". E. Ο αδελφός σου δεν σου είπε ποτέ έτσι πράμα. A. Δεν ήσασταν παρών για να ακούσετε. Μου το είχε πει. E. Λες ψέματα. A. Δεν σας λέω. Και μέχρι και security δούλευε στο Mall ο αδελφός μου και συναντηθήκαμε τυχαία μια μέρα, δεν ήξερα ότι δούλευε και μου φώναξε και μου λέει "να ξέρεις ότι το σπίτι σε περιμένει να έρτεις πίσω, τίποτε δεν πειράξαμε που το δωμάτιο σου, είναι όλα εκεί τζιαι εν να ήθελα να φτιάξουν οι σχέσεις μας και μαζί σου και με τον Θεόδωρο". Όμως πάντα η πονηριά του ήταν πάντα στο να αποσύρω. E. Είπε σου καμιά φορά να αποσύρεις; A. Μου είχε πει "στο χέρι σου είναι να μην πάει ο παπάς φυλακή". "Δεν τον λυπάσαι"; Τι εννοούσε με αυτό; Εγώ έτσι είχα καταλάβει. E. Σου υποβάλλω ότι λόγω των αρκετών δεσμών που δημιούργησες εις τη ζωή σου, από τα 12 σου, απόκτησες τόσες εμπειρίες και σε συνδυασμό με την επιθυμία σου να νιώσεις απελευθερωμένη και να εγκαταλείψεις το σπίτι σου, να ζήσεις ελεύθερη πλέον με όποιον ήθελες και να κάμεις ό, τι ήθελες, σε οδήγησαν στη σκέψη να καταγγείλεις για δεύτερη φορά τον πατέρα σου πλην της πρώτης που το ανέφερες στην οικογένεια σου και το διέψευσες την ίδια μέρα, γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να το πετύχεις αυτό το πράμα. A. Αν ήθελα να φύγω από το σπίτι όπως λέτε, θα έφευγα από τα 18 μου μόλις ενηλικιώθηκα. E. Γιατί δεν έφυγες; A. Γιατί δεν ήθελα να φύγω από το σπίτι. E. Ήθελες να κάτσεις σε ένα σπίτι όπου σε βίαζε ο πατέρας σου; A. Σας είχα πει ότι μέχρι και την τελευταία μέρα που πήγα στην Αστυνομία να μιλήσω, το μόνο πράμα που με ένοιαζε ήταν να μην διαλυθεί η οικογένεια. Εγώ σαν Θ. δεν περίμενα ποτέ μου από τον εαυτό μου ότι θα πήγαινε στην Αστυνομία να μιλήσει.» Η παραπονούμενη αντεξετάστηκε και για τα τατουάζ που είχε χαράξει στο σώμα της με τα ονόματα του πατέρα και της μητέρας της. Αυτή παραδέχθηκε ότι είχε τατουάζ με τα ονόματα των γονιών της, κατέθεσε όμως ότι μετά την καταγγελία τα έσβησε. Αναγνώρισε επίσης ότι έκανε δώρα στον πατέρα της, μεταξύ των οποίων ένα κινητό τηλέφωνο και ένα tablet. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία της παραπονούμενης. Περαιτέρω αναφορά σ' αυτή θα κάνουμε και σε κατοπινό στάδιο, ιδιαίτερα κατά την αξιολόγηση της. Η ιατροδικαστής XXXXX Αντωνίου, Μ.Κ.4, εξέτασε, ως αναφέρουμε και πιο πάνω, τον κατηγορούμενο την 26.12.
  20. Σύμφωνα με την πιο πάνω μάρτυρα, η παραπονούμενη τής είχε αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος ήταν ξυρισμένος στα γεννητικά όργανα και στις γλουτιαίες περιοχές. Ενόψει τούτου η μάρτυρας εξέτασε τον κατηγορούμενο στα συγκεκριμένα μέρη του σώματος του. Σύμφωνα με το πόρισμα της, εξωτερικά στα γεννητικά όργανα υπήρχε πυκνό τρίχωμα, στις γλουτιαίες περιοχές υπήρχε ορατό τρίχωμα, σε κανένα όμως από τα δύο μέρη που της είχε αναφέρει η παραπονουμένη, υπήρχε ένδειξη πρόσφατου ξυρίσματος. Η Μ.Κ.4 εξέτασε και την παραπονουμένη την 24.12.2016 και ετοίμασε σχετικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 17(α). Σύμφωνα με το πιο πάνω πιστοποιητικό, το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε, κατά την εξωτερική εξέταση της διαπίστωσε ότι έφερε εκχύμωση στον αριστερό έξω πλάγιο κάτω μηρό, ελαφρώς άνωθεν του γόνατος. Η εκχύμωση είχε 'ηλικία 5 - 7 ημερών' καταθέτοντας προφορικά για το θέμα αυτό δεν απόκλεισε η εκχύμωση να ήταν 3 - 9 ημερών. Τέτοιου είδους τραύματα μπορούν να δημιουργηθούν από θλόντα όργανα, το πόδι μιας καρέκλας είναι θλον όργανο. Η μάρτυρας εξέτασε την παραπονούμενη και γυναικολογικά. Κατά την εξέταση δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε κάκωση στο αιδοίο και στον κόλπο, διαπίστωσε όμως παλαιά ρήξη του παρθενικού υμένα. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε σημείο. Ο Αστ.XXXXX Μ. Αγγελή, Μ.Κ.3, ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεση. Την 27.2.2016 ο Μ.Κ.3 μαζί με άλλα μέλη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού και την παραπονούμενη, μετέβησαν στην οικία της τελευταίας και αυτή τους υπέδειξε τους χώρους εντός της οικίας που τη βίαζε ο πατέρας της, όπως και το χωράφι και το εστιατόριο στην περιοχή ΧΧΧ, όπου και εκεί τη βίασε ο πατέρας της. Κατά την επίσκεψη τους στο εστιατόριο στον ΧΧΧ δημιουργήθηκε μία «μικροένταση» καθότι τέσσερις συγγενείς του κατηγορούμενου πήγαν εκεί και προσπαθούσαν να τους πείσουν ότι ο κατηγορούμενος ήταν αθώος. Ο μάρτυρας διευκρίνισε όμως ότι δεν έγινε κάτι το μεμπτό εκεί. Την 30.12.2016 η Αστυνομία δέχθηκε ανώνυμο τηλεφώνημα από μία κοπέλα η οποία ανέφερε ότι ο παππούς της παραπονούμενης, Θ.Σ., είχε αναφέρει σε συγγενικό του πρόσωπο ότι γνώριζε για το βιασμό που έγινε πριν από πέντε χρόνια περίπου, καθότι τού το είχε αναφέρει ο γιος του κατηγορούμενου, Σ. Σ., Μ.Υ.1, ότι είδε τον πατέρα του να βιάζει την αδελφή του. Ο Θ.Σ., σύμφωνα με την πληροφόρηση, θύμωσε πάρα πολύ στο γαμπρό του, ήτοι τον κατηγορούμενο και ο τελευταίος υποσχέθηκε ότι δεν θα έκανε ξανά τέτοιο πράγμα στην κόρη του. Το συγγενικό πρόσωπο που γνώριζε τα γεγονότα αυτά ήταν η Θ.Θ., Μ.Κ.
  21. Τα πιο πάνω ο μάρτυρας τα κατέγραψε σε ημερολόγιο ενεργείας, Τεκμήριο
  22. Η Θ.Θ., Μ.Κ.5 κλήθηκε και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο σύζυγος της Μ.Κ.5 είναι αδελφός της γυναίκας του Θ.Σ., παππού της παραπονούμενης. Η μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι την 25.12.2016 πληροφορήθηκε ότι η Αστυνομία είχε συλλάβει τον κατηγορούμενο για το βιασμό της κόρης του. Την επομένη ημέρα η μάρτυρας συνάντησε το Θ.Σ. σε μία δεξίωση. Τού είπε ότι είχε πληροφορηθεί για την υπόθεση που εξέταζε η Αστυνομία και τού σύστησε να μην ξαναπάει να δει το γαμπρό του, ήτοι τον κατηγορούμενο, στα κρατητήρια, γιατί η Θ. «εν πολλά καλό μωρό» και αυτή δεν πίστευε ότι έλεγε ψέματα. Ο Θ.Σ. της είπε τότε τα πιο κάτω. «Εν πολλά καλό μωρό η Δ., εγώ ξέρω το τζιαι έσιει πέντε χρόνια που το ήξερα και υποσχέθηκε μου ο Ρ. ότι εν θα την ξαναπειράξει. Τώρα πάλε άρκεψε.» Η πιο πάνω δήλωση της μάρτυρας αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Της υποβλήθηκε ότι αυτό που τού είχε εκείνη πει ήταν, «άκουσες ήντα που έγινε» και ο Θ.Σ. της απάντησε «ναι, έσιει τρεις - τέσσερις ημέρες που το έμαθα τζιαι εγώ». Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της, η μάρτυρας παραδέχθηκε ότι τη Θ. Σ., ήτοι την παραπονούμενη, ελάχιστα την γνώριζε, την είχε δει μόνο δύο φορές και αυτό για ελάχιστο χρόνο. Η Αστ.XXXXX Μ. Ανδρέου, Μ.Κ.6, ήταν και αυτή μέλος της ανακριτικής ομάδας που ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Υιοθέτησε την κατάθεση της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ήταν αυτή που έλαβε τη συμπληρωματική κατάθεση της παραπονούμενης την 24.12.
  23. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης, «η Σ. ανάφερε ότι ήταν πολύ φοβισμένη και ένιωθε ενοχές για την καταγγελία που έκανε, αφού ένιωθε ότι η ίδια ήταν η αιτία για να καταστραφεί η οικογένεια της». Η παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, ήταν κατά τη διάρκεια των καταθέσεων της αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης, πολύ αναστατωμένη, ξέσπαγε συχνά σε κλάματα και έλεγε συνεχώς ότι ένιωθε ενοχές που εξ αιτίας της θα καταστρεφόταν η οικογένεια της. Την 26.12.2016 η μάρτυρας μετέβηκε μαζί με την παραπονούμενη και ακόμα δύο αστυνομικούς στην οικία της, στο ΧΧΧ, για να υποδείξει τους χώρους εντός της οικίας όπου ο κατηγορούμενος την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Αυτό δεν έγινε κατορθωτό καθότι στο χώρο είχαν μαζευτεί πολλά συγγενικά τους πρόσωπα τα οποία είχαν «άγριες διαθέσεις» προς την παραπονούμενη. Ενόψει τούτου, οι Αστυνομικοί και η παραπονούμενη αναγκάστηκαν να αναχωρήσουν από το μέρος. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου είπε, μεταξύ άλλων, ότι όταν πληροφόρησαν την παραπονουμένη ότι θα προχωρούσε η Αστυνομία σε καταχώριση υπόθεσης εναντίον του πατέρα της, αυτή ήταν «πανικόβλητη». Έλεγε «θα διαλυθεί η οικογένεια μου εξ αιτίας μου» και «τί θα κάμω». Ένιωθε ότι η οικογένεια της την είχε απομονώσει. Η παραπονούμενη ουδέποτε είπε στη μάρτυρα σε σχέση με τον πατέρα της, «θέλω να πάει φυλακή, θέλω να πάει Δικαστήριο». Σε μια περίπτωση δε, όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν στα κρατητήρια, η παραπονούμενη τη ρώτησε «αν έτρωγε κανονικά ή αν κοιμόταν», ερωτήσεις που έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση στη μάρτυρα. Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι η Αστυνομία προσπάθησε να διερευνήσει, μέσω των μελών της οικογένειας της παραπονούμενης, κατά πόσο οι ισχυρισμοί της ευσταθούσαν. Η οικογένεια της όμως ήταν αρνητική, δεν συνεργαζόταν μαζί τους και στην ουσία δεν ήθελαν όπως η Αστυνομία διερευνήσει την υπόθεση. Τόνισε, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η μητέρα της τούς εμπόδισε να λάβουν κατάθεση από την αδελφή της παραπονούμενης, την Τ., που κατά το συγκεκριμένο χρόνο ήταν ανήλικη. Ο συνήγορος υπεράσπισης τής επισήμανε τότε ότι η Τ. δεν ήταν ανήλικη και ρωτήθηκε εκ νέου κατά πόσο αυτή, ήτοι η Τ., είχε δώσει ή όχι κατάθεση. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί μετά από τρία χρόνια τα στοιχεία αυτά. Ανέφερε χαρακτηριστικά «κύριε μπορώ να θυμάμαι μετά από τρία χρόνια τζιαι μετά που τόσες υποθέσεις, τα ονόματα των συγγενών του παραπονούμενου τζιαι του δράστη; Δεν θα ήταν εφικτό για κανένα νομίζω». Σε κάποιο άλλο μέρος της μαρτυρίας της ανέφερε τα πιο κάτω: «Αντιλαμβάνεστε ότι είναι μεγάλος όγκος των υποθέσεων που χειρίζουμαι για να θυμούμαι τόσες λεπτομέρειες. Δεν έπιασα το φάκελο να φρεσκάρω τη μνήμη πριν τη δίκη για να πω. Είναι γεγονότα που έγιναν πριν τρία χρόνια και έχω διερευνήσει σωρεία υποθέσεων.» Ο Λοχίας XXXXX XXXXX Χατζιήκκος, Μ.Κ.8, ήταν ο υπεύθυνος της ανακριτικής ομάδας που ανέλαβε τη διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεσης. Ο μάρτυρας κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι την 23.12.2016, όταν η παραπονούμενη πήγε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, συνοδευόμενη από τη ψυχολόγο XXXXX Μικελλίδου, Μ.Κ.7, ήταν συγχυσμένη. Σε κάποια φάση έκλαιγε και διερωτάτο κατά πόσο θα έπρεπε να δώσει ή όχι γραπτή κατάθεση. Ανέφερε δε στο μάρτυρα ότι «δεν ήθελε να συλληφθεί ο πατέρας της». Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο ερευνητικό έργο της ανακριτικής ομάδας και έκανε ιδιαίτερη μνεία στο επεισόδιο που έγινε την 26.12.2016 όταν, στα πλαίσια υποδείξεων σκηνών, πήγαν με την παραπονούμενη στο σπίτι της. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι σε συνεννόηση με τη μητέρα της παραπονούμενης, είχαν πάει την 26.12.2016 στο σπίτι για να τους υποδείξει τις σκηνές. Όταν έφθασαν εκεί, η μητέρα αποχώρησε και αμέσως μετά μαζεύτηκαν στο χώρο 15 - 20 άτομα που τους απαγόρευσαν να εισέλθουν στο σπίτι. Ανάμεσα στα άτομα αυτά ήταν η αδελφή του κατηγορούμενου μαζί με το γαμπρό του, ο γιος του κατηγορούμενου και κάποια αδελφότεκνη του. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι τα μέλη της οικογένειας της παραπονούμενης ήταν «αρνητικοί» και αμέσως μετά διευκρίνισε ότι εκείνο που εννοούσε ήταν ότι αυτοί δεν πίστευαν τα όσα είχε καταγγείλει η παραπονούμενη. Στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού κλήθηκε και ο παππούς της παραπονούμενης, Θ.Σ. και η γιαγιά της. Ο Θ.Σ. στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αρνήθηκε ότι γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση. Διέψευσε τους ισχυρισμούς της Θ.Θ., Μ.Κ.5, που αφορούσαν το πρόσωπο του και εξήγησε ότι εκείνο που της είχε αναφέρει ήταν ότι μόλις πρόσφατα, ήτοι δύο τρεις μέρες προηγουμένως, «έμαθε για τούτα τα πράγματα». Η πρώτη κατάθεση του Θ.Σ. δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο, κατατέθηκε η συμπληρωματική, Τεκμήριο 14, στην οποία ανέφερε ότι η παραπονουμένη ήταν καλού χαρακτήρα και δεν τού είχε δώσει την εντύπωση ότι ήταν «μυθομανής». Η XXXXX Μικελλίδου, Μ.Κ.7, έχει σπουδάσει Ψυχολογία στο πανεπιστήμιο του Surrey στην Αγγλία. Οι σπουδές της ήταν διάρκειας τεσσάρων χρόνων και περιλάμβαναν και πρακτική εξάσκηση, εργάσθηκε σε ειδικό σχολείο κατά τη διάρκεια των σπουδών. Ακολούθως ήρθε στην Κύπρο όπου παρακολούθησε τριετές μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Στο μεταπτυχιακό της, περιλαμβάνονταν 1500 ώρες κλινικής εξέτασης, έκανε πρακτική εξάσκηση στο ψυχιατρείο, στο Κρατικό Νίκαιας στην Ελλάδα στο ΚΕ.Σ.Υ., που είναι Κέντρο Συμβουλευτικών Υπηρεσιών όπου έβλεπε παιδιά, έφηβους και ενήλικες με διάφορες ψυχικές διαταραχές και στο ίδρυμα ΣΚΑΠΑΝΕΑΣ για άτομα με αυτισμό, με σύνδρομο Down και κάποιες άλλες νευρολογικές διαταραχές. Μετά τις μεταπτυχιακές της σπουδές απέκτησε δίπλωμα στην κλινική ψυχολογία και από το 2016, που άρχισε να ιδιωτεύει, παρακολουθεί παιδιά, έφηβους και ενήλικες που αντιμετωπίζουν προβλήματα με διάφορες διαταραχές διάθεσης ή διαταραχές άγχους. Επίσης καλείται σε σχολεία για να εξετάζει παιδιά με συναισθηματικές διαταραχές. Η παραπονούμενη, Μ.Κ.1, επικοινώνησε με τη Μ.Κ.7 τηλεφωνικώς και της ζήτησε να την επισκεφθεί καθότι ήθελε άμεση βοήθεια. Η μάρτυρας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, τις δύο καταθέσεις που είχε δώσει στην Αστυνομία, η μία δόθηκε την 23.12.2016 και η άλλη την 28.12.2016, έγγραφα με Ενδείξεις Ζ.1 και Ζ.2 αντίστοιχα. Με βάση τη μαρτυρία της, η Μ.Κ.7 συναντήθηκε με την παραπονούμενη δύο φορές στο γραφείο της, μία φορά όταν τη συνόδευσε στην Αστυνομία και μία όταν τη συνόδευσε για ιατροδικαστική εξέταση, σύνολο τέσσερις. Είχε επίσης και τηλεφωνικές επικοινωνίες μαζί της. Η κάθε συνάντηση διαρκούσε 50-60 λεπτά. Την πρώτη φορά που η παραπονούμενη τής τηλεφώνησε, βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, έτρεμε η φωνή της και ζητούσε όπως τη δει άμεσα. Κατά την πρώτη συνάντηση η μάρτυρας την ρώτησε για ποιο λόγο πήγε να τη δει, αυτή δεν της απάντησε αμέσως. Έτρεμε, δεν είχε καλή οπτική επαφή μαζί της και έκλαιγε. Στην πορεία, μέσα από ερωτήσεις ανοικτού τύπου που της έκανε, η παραπονούμενη τής ανέφερε ότι ο λόγος που είχε πάει να τη δει, ήταν διότι ήθελε «να βρει τη δύναμη να καταγγείλει τα περιστατικά», εννοώντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Της είπε ότι ο πατέρας της την χτυπούσε και τη βίαζε, της έδωσε παραδείγματα και λεπτομερείς αναφορές. Συγκεκριμένα για τους ξυλοδαρμούς τής είχε αναφέρει ότι όταν είχε αργήσει να πάει σπίτι, ο πατέρας της ξέσπασε πάνω της. Επίσης η παραπονούμενη τής ανέφερε ότι ο πατέρας της δεν ήθελε να βγαίνει με αγόρια. Όσο αφορά τους βιασμούς, η παραπονούμενη, όταν ρωτήθηκε πότε συνήθως γίνονταν αυτές οι πράξεις τις οποίες της είχε παραθέσει, απάντησε πως αυτά συνέβαιναν όταν έφευγε η μητέρα της από το σπίτι. Η παραπονούμενη τής είπε επίσης ότι, όταν έλειπε η μητέρα της και ερχόταν ο πατέρας της στο σπίτι, αυτή ήξερε ότι ήταν να πάει κατά πάνω της στο δωμάτιό της, ήταν δηλαδή σαν να και το περίμενε. Σε σχετική ερώτηση για τον τόπο που γινόντουσαν οι βιασμοί και κατά πόσο η παραπονούμενη τής ανέφερε σαν μοναδικό τόπο, το σπίτι τους, αυτή συμφώνησε με τον συνήγορο υπεράσπισης. Όσον αφορά τις δύο απόπειρες αυτοκτονίας για τις οποίες κάνει μνεία στις καταθέσεις της, Ένδειξη Ζ.1 και Ένδειξη Ζ.2, αυτό που η παραπονούμενη τής ανέφερε ήταν ότι για την πρώτη απόπειρα είχε καταναλώσει μια μεγάλη ποσότητα χαπιών, οπόταν χρειάστηκε να πάει στο νοσοκομείο για πλύση στομάχου. Για τη δεύτερη, η Μ.Κ.7 αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη, απλά προσπάθησε να το ξανακάμει και είτε μετάνιωσε, είτε για κάποιον άλλο λόγο ήπιε μια πάρα πολύ μικρή ποσότητα και δεν ήθελε να μαθευτεί. Δεν το συζήτησε και δεν το έμαθε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας της. Από τα όσα της είπε η παραπονούμενη, το πιο σοβαρό για την ίδια, ήταν το γεγονός ότι της έλεγε πάρα πολύ συχνά, «μακάρι να μην ζούσε». Λόγω δε αυτής της επαναλαμβανόμενης αναφοράς, η μάρτυρας ένοιωσε πώς είχε καθήκον να ρωτήσει περαιτέρω πάνω σε τούτο καθότι φοβήθηκε ότι η παραπονούμενη μπορούσε να βλάψει τον εαυτό της αφού είχε αποπειραθεί και στο παρελθόν. Η μάρτυρας εξετάστηκε για την αναφορά της στην Ένδειξη Ζ1, όπου είχε πει στην παραπονούμενη πως πρέπει να καταγγείλει τα όσα της έκανε ο πατέρας της στη Αστυνομία. Η Μ.Κ.7 είχε αρχικά εξηγήσει σ' αυτήν ότι ένας από τους λόγους που μπορεί ένας ψυχολόγος «να σπάσει το απόρρητο», είναι όταν κάποιος θέλει να βλάψει τον εαυτό του ή θέλει να βλάψει κάποιον άλλον. Ουσιαστικά την συμβούλεψε να προχωρήσει στην καταγγελία γιατί ήθελε να την προστατεύσει, για να μην βλάψει τον εαυτό της. Εξετάσθηκε και σε σχέση με την αναφορά της στο έγγραφο με Ένδειξη Ζ2, ότι η παραπονούμενη ήταν «σταθερή στα γεγονότα» που είχε αναφέρει. Εξήγησε ότι και τις δύο φορές που την είχε δει, τόσο αρχικά όσο και μετά, βρισκόταν στην ίδια συναισθηματική κατάσταση, έτρεμε, φαινόταν ότι ήταν σε κατάσταση πανικού και έκλαιγε. Αυτή η σταθερότητα στις θέσεις, δηλαδή όταν κάποιος παραθέτει τα γεγονότα με τον ίδιο τρόπο, ουσιαστικά, σημαίνει, σύμφωνα πάντα με την ιδίαν, ότι τούτο που λέει «έχει προφανώς κάποια αλήθεια μέσα». Διευκρίνισε όμως ότι από κλινικής άποψης, επειδή η ίδια μόνο δύο φορές είδε την παραπονούμενη, ουσιαστικά δεν μπορούσε να πει ποια ήταν η ψυχολογική της κατάσταση. Η μάρτυρας διαπίστωσε μεταξύ άλλων ότι η παραπονούμενη είχε πολλή αμφιθυμία, δηλαδή τη μια έλεγε ότι ήθελε να καταγγείλει τον πατέρα της και από την άλλη έλεγε πόσο τον αγαπούσε και ότι δεν ήθελε να το κάνει. Όπως της έλεγε χαρακτηριστικά, «Θέλω, τζιαι την ίδια ώρα κάτι με κρατά που το να μην το κάνω». Τέλος συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης πώς η ίδια δεν έκανε οποιανδήποτε εξέταση στην παραπονούμενη, ως εμπειρογνώμονας και ότι όσα ανέφερε στο δικαστήριο, αλλά και στις καταθέσεις της, είναι αυτά που της διηγήθηκε η ίδια η παραπονούμενη. Ο XXXXX Βασιλείου, Μ.Κ.2 είναι, ως αναφέρουμε και πιο πάνω κλινικός ψυχολόγος και ήταν αυτός που αξιολόγησε την παραπονουμένη, μετά από σχετική παραπομπή. Ο Μ.Κ.2 απέκτησε τόσο το πτυχίο του στη ψυχολογία όσο και το μεταπτυχιακό του στην κλινική ψυχολογία από πανεπιστήμιο στη Βουλγαρία. Με βάση το βιογραφικό σημείωμα που παρουσίασε, ασκεί το επάγγελμα του κλινικού ψυχολόγου από το 2005 μέχρι σήμερα και συμμετείχε σε πολλά προγράμματα που αφορούν χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών. Από το 2014 μέχρι σήμερα εργάζεται στο Κέντρο Κοινοτικής Ψυχικής Υγείας Λεμεσού και παρέχει ψυχολογική στήριξη, ψυχοθεραπεία και «συμβουλευτική» στο πλαίσιο των εξωτερικών ιατρείων Λεμεσού. Από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι σήμερα έχει οριστεί, εκ μέρους της διεύθυνσης των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και της Αρχής Εποπτείας Σεξουαλικά Αδικοπραγούντων κατά Ανηλίκων, να παρακολουθεί και να εποπτεύει τους αποφυλακισθέντες για καταδίκες σεξουαλικών αδικημάτων κατά ανηλίκων. Στα πλαίσια των πιο πάνω καθηκόντων του συμμετέχει σε εβδομαδιαίες εποπτικές συναντήσεις για αξιολόγηση των παραγόντων επικινδυνότητας των πιο πάνω αποφυλακισθέντων και στη συνέχεια ετοιμάζει αναφορά προς την αντίστοιχη Επιτροπή Εποπτείας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Ο μάρτυρας προέβη σε ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης κατόπιν γραπτού αιτήματος του ΤΑΕ Λεμεσού που διερευνούσε καταγγελία της παραπονούμενης εναντίον του πατέρα της. Ο μάρτυρας ετοίμασε σχετική ψυχολογική έκθεση η οποία φέρει ημερομηνία 27.03.2017 και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως έγγραφο με Ένδειξη Β
  24. Το περιεχόμενο της πιο πάνω έκθεσης το υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Μεγάλο μέρος της έκθεσης του καταλαμβάνει το ιστορικό της υπόθεσης το οποίο τού έδωσε η ίδια η παραπονούμενη. Η παραπονούμενη τού ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι έναυσμα για να καταγγείλει στην αστυνομία τα γεγονότα τα οποία βίωνε από την ηλικία των 12 ετών, ήταν ο ξυλοδαρμός της από τον πατέρα της λίγες μέρες προηγουμένως. Περιέγραψε τον πατέρα της ως, «βίαιο λεκτικά και σωματικά προς όλα τα μέλη της οικογένειας» ενώ από την ηλικία των 12 ετών την κακοποιούσε σεξουαλικά σε τακτική βάση. Η μητέρα της ήταν «ένα καλό και ευαίσθητο άτομο», ήταν όμως συνάμα «πολύ νευρική και οξύθυμη». Κατά την περιγραφή της σεξουαλικής κακοποίησης που κατ' ισχυρισμό υπέστη από τον πατέρα της, ανέφερε ότι αυτή άρχισε όταν ήταν 12 ετών, ο πατέρας της άρχισε «να την παίρνει βόλτες με το αυτοκίνητο στα χωράφια και ξεκίνησε να τη χαϊδεύει στην περιοχή των σεξουαλικών οργάνων και να την αναγκάζει να το χαϊδέψει και η ίδια βάζοντας το χέρι της στα γεννητικά του όργανα». Μετά την πάροδο κάποιων μηνών, ο πατέρας της προχώρησε σε εισχώρηση, «από τότε και μέχρι και την ημέρα της καταγγελίας συνέχισε να την κακοποιεί σεξουαλικά σε τακτική βάση (μία με δύο φορές τη βδομάδα), πλέον στο χώρο της οικογενειακής εστίας σε χρονικά διαστήματα που τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας απουσίαζαν». Ταυτόχρονα, ο πατέρας ασκούσε ισχυρό βαθμό ελέγχου στην προσωπική της ζωή και σε περίπτωση δε που η παραπονούμενη δεν υπάκουε στους «κανονισμούς» που αυτός έθετε, υπήρχε η ανάλογη τιμωρία που συνήθως περιλάμβανε λεκτικές προσβολές, υποτιμητικά σχόλια και σωματική βία εναντίον της. Αμφότεροι οι γονείς φρόντιζαν έτσι ώστε η παραπονούμενη να παραμένει στο σπίτι και να ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού, πράγμα που δεν ίσχυε για τα υπόλοιπα αδέλφια της. Ο πατέρας της, κατά διαστήματα, την προειδοποιούσε να μην μιλήσει για τα όσα γίνονταν μεταξύ τους, καθότι αν μιλούσε αυτός και η μητέρα της θα χώριζαν. Κατά καιρούς της ζητούσε να τον συγχωρέσει μετά «την πράξη» ενώ σε άλλες περιπτώσεις να τον βοηθήσει να σταματήσουν αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να το κάνει από μόνος του. Περιγράφοντας τις συνθήκες της κακοποίησης της, ισχυρίστηκε ότι επειδή ο πατέρας της γνώριζε το πρόγραμμα των υπολοίπων μελών της οικογένειας, κατέφθανε στο σπίτι την ώρα που αυτή ήταν μόνη της. Η ίδια προσπαθούσε να τον αποφύγει προσποιούμενη ότι έκανε δουλειές του σπιτιού ή ακόμα δημιουργώντας δουλειές για να μην τη δει να κάθεται. Ο πατέρας της καθόταν συνήθως στην κουζίνα, της ζητούσε να του φτιάξει καφέ και όταν του τον έφερνε της άρπαζε το χέρι και το οδηγούσε στα γεννητικά του όργανα αναγκάζοντας την να το χαϊδέψει, μετά την οδηγούσε συνήθως στο υπνοδωμάτιο των γονιών της και εκεί κατεβάζοντας τα ρούχα τους από τη μέση και κάτω προχωρούσε στη σεξουαλική πράξη χωρίς να πάρει προφυλάξεις. Η μάρτυρας περιέγραψε και την καθ' αυτήν πράξη. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «. Στην όλη διαδικασία τον άφηνε να τελειώσει και προσπαθούσε να μην τον βλέπει κοιτάζοντας το πάτωμα. Στη συνέχεια όταν τέλειωνε σκουπιζόταν με χαρτομάντηλα σηκωνόταν και πήγαινε για να κάνει μπάνιο και επέστρεφε στη δουλειά του. Όταν αποχωρούσε ο πατέρας της, έκανε και η ίδια μπάνιο και επέστρεφε στις δουλειές της λες και δεν έγινε τίποτε. "Δεν μπορούσα να ξεσπάσω, ούτε να κλάψω, ούτε να δείξω κάποιο συναίσθημα εκείνες τις ώρες, μπορούσε να έρθει κάποιος και να με δει και να προδοθώ, έπρεπε να περιμένω μέχρι το βράδυ που θα κοιμούνταν όλοι και θα ήμουν στο δωμάτιο μου, τότε ξεσπούσα και έκλαιγα".» Στα 17 της προσπάθησε να μιλήσει στην αδελφή της, την Τ., αφού είχε γίνει ένα περιστατικό όπου η αδελφή της μπήκε στο σπίτι και βρήκε τον πατέρα της να έχει το χέρι του πάνω της. Στη συνέχεια πήρε την απόφαση να μιλήσει στη μητέρα και τον αδελφό της. Παραθέτουμε αυτούσια την αντίδραση του αδελφού της, ως την περιέγραψε στο ψυχολόγο και τα όσα έλαβαν χώρα μετά την αποκάλυψη: «Η αντίδραση του αδελφού ήταν, μετά από λίγες μέρες όταν έλαβε άδεια από το στράτευμα, την πήγε βόλτα με το αυτοκίνητο και της ζήτησε να διαψεύσει όσα είπε επειδή «θα γινόταν η οικογένεια ρεζίλι και θα επηρεαζόταν η σχέση του με τη σύντροφό του». Η κ. Θ. πείστηκε και ανακάλεσε όσα είχε πει στη μητέρα της λέγοντας της ότι «πήγα με κάποιο άντρα άλλον, όχι τον πατέρα μου, τα είπα επειδή ήθελα να σας εκδικηθώ που δεν μου συμπεριφέρεστε καλά». Ο αδελφός της είχε ζητήσει να του το αναφέρει, αν ξαναγινόταν. Ο πατέρας της μετά από αυτό συνέχισε τα ίδια, δεν το ανέφερε στον αδελφό της φοβούμενη το τι θα γινόταν και ο αδελφός δεν την ξαναρώτησε.» Η παραπονούμενη άρχισε να έχει ερωτικές σχέσεις με άνδρες όταν ήταν 18 ετών. Όταν είχε σεξουαλική επαφή «βομβαρδιζόταν από ραγδαίες αναμνησιακές εικόνες flash back» απ' όσα συνέβαιναν με τον πατέρα της. Ένοιωθε αηδία και δυσκολεύεται μέχρι σήμερα να αφεθεί στο σεξ. Ο πατέρας της γνώριζε για τις σεξουαλικές σχέσεις που είχε αλλά συνέχισε να την επισκέπτεται για να συνευρίσκεται μαζί της σεξουαλικά και παράλληλα την πίεζε ώστε να επισημοποιήσει τη σχέση που διατηρούσε εκείνο το διάστημα. Με βάση την κλινική αξιολόγηση του μάρτυρα, το λειτουργικό επίπεδο της παραπονούμενης παρουσιαζόταν στα πλαίσια του φυσιολογικού. Ανταποκρινόταν στις ερωτήσεις και χρησιμοποιούσε λόγο ανάλογο του μορφωτικού επιπέδου και του πολιτισμικού περιβάλλοντος το οποίο μεγάλωσε. Δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε «γνωσιακή έκπτωση» ή κάποιο ενεργό σύμπτωμα σοβαρής ψυχοπαθολογίας, πέραν από άγχος και ανησυχία για όσα εξελίσσονταν και όσα συνέβαιναν στο ενδιάμεσο των συναντήσεων και εν αναμονή του Δικαστηρίου. Υποβλήθηκε σε ψυχομετρικό δοκίμιο αξιολόγησης προσωπικότητας MMPI
  25. Παραθέτουμε αμέσως πιο κάτω τα συμπεράσματα του Μ.Κ.8, ως καταγράφονται στην έκθεσή του. Τα παραθέτουμε αυτούσια: «Συμπερασματικά, η κ. Θ. είναι μια γυναίκα 24 χρόνων και λειτουργεί γνωσιακά, στα πλαίσια του φυσιολογικού νοητικού επιπέδου, χονδρά εκτιμώμενο. Σε αυτή τη φάση της ζωής της διατηρεί σταθερή σχέση με άντρα, έχει εργασία, η οποία της προσφέρει οικονομική ανεξαρτησία. Με βάση το ιστορικό της διαφαίνεται ότι η κ. Θ. από νωρίς μεγάλωσε με την αίσθηση να ξεχωρίζει από τα άλλα μέλη της οικογένειας. Επιλέγηκε για τις δουλειές του σπιτιού και απόκτησε αυτή τη μοναδική σχέση που περιγράφει με τον πατέρα της. Είναι εμφανείς οι δυσκολίες της στη δημιουργία φιλικών σχέσεων, στην απόλαυση της ζωής της. Το συναίσθημα της κυμαίνεται από απουσία - πάγωμα συναισθηματικό - έντονος θυμός με τον πατέρα και τα μέλη της πατρικής της οικογένειας μέχρι θλίψη σε στιγμές που αφήνεται στο συναίσθημα. Αναφέρονται δυσκολίες επέλευσης και διατήρησης του ύπνου, διατήρηση εικόνων στο μυαλό με τα γεγονότα κακοποίησης που περιέγραψε, απόπειρα αυτοκτονίας, έντονη ανησυχία και ένταση. Το πάγωμα του συναισθήματος καταφέρνει και παρουσιάζει τα γεγονότα με λεπτομέρειες χωρίς να πέφτει σε αντιφάσεις κατά τη διάρκεια όλων των συναντήσεων. Στα γεγονότα υπήρξαν στιγμές που παρουσίασε σύγχυση, αν ισχύουν τα λόγια του πατέρα της, για συνενοχή της στις πράξεις που περιγράφει. Εκδηλώνει ενοχή και ντροπή, ψυχικές καταστάσεις που φαίνεται ότι τη σταματούσαν από το να μιλήσει για όσα της συνέβαιναν από πολύ νωρίς και να ζητήσει βοήθεια. Οι κύριοι μηχανισμοί της είναι η αποπροσωποποίηση και αποστασιοποίηση από το συναίσθημα, πρώιμοι μηχανισμοί άμυνας οι οποίοι ενεργοποιούνται σε καταστάσεις ψυχικού ή σωματικού τραύματος. Σημαντικό γεγονός είναι ότι η βοήθεια για να μπορέσει να καταγγείλει έγινε από άτομο εκτός οικογένειας. Οι απόπειρες της να μιλήσει στα μέλη της οικογένειας της δεν την οδήγησαν σε προστασία της. Τα αποτελέσματα στη δοκιμασία, συγκεκριμένα οι ανυψώσεις στις κλινικές κλίμακες δηλώνουν άτομο ευάλωτο, υποβόλιμο σε ανθρώπους που βιώνουν ως εξουσία και εκδήλωση φοβικών συναισθημάτων προς αυτά τα άτομα. Εισήγηση μας όπως η κ. Θ. δεχτεί ψυχολογική βοήθεια για να μπορέσει να αποκαταστήσει μέσα της τον τρόπο συσχέτισης με τους ανθρώπους, να αναπτύξει ώριμους μηχανισμούς άμυνας και να μπορέσει να έρθει σε επαφή με το συναίσθημα της.» Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου εξήγησε, μεταξύ άλλων, τους λόγους που ένα θύμα σεξουαλικής κακοποίησης είναι σε πολλές περιπτώσεις απρόθυμο να αποκαλύψει τι τού συμβαίνει. Περιέγραψε με γενικό τρόπο το τι βιώνει ένα τέτοιο θύμα, την αμφιθυμία που μπορεί να παρουσιάζει και τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας συμφώνησε ότι τα συμπεράσματα του βασίστηκαν στις πληροφορίες που έλαβε από την παραπονούμενη. Πρόσθεσε όμως ότι η παραπονούμενη «δεν τού προκάλεσε την υποψία υπόκρισης», αναγνώρισε όμως ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο η παραπονούμενη έλεγε ή όχι την αλήθεια. Ανέφερε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Αν είναι αλήθεια δεν είναι θεωρώ δική μου δουλειά να το εξακριβώσω. Αυτό που μπορώ να απαντήσω είναι ότι στην πορεία και στην αξιολόγηση που έκανα εγώ, δεν διαφάνηκε να υπάρχει μία διαδικασία υπόκρισης, και μπορώ αν θέλετε να σας εξηγήσω γιατί.» Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, και για τα τατουάζ με τα ονόματα των γονιών της που είχε χαράξει στο σώμα της. Συγκεκριμένα ρωτήθηκε κατά πόσο είναι λογικό ένα άτομο που δεν έτρεφε οποιαδήποτε συναισθήματα συμπάθειας απέναντι σε δύο άτομα να χαράξει το σώμα της και να γράψει τατουάζ με τα ονόματά τους. Ο μάρτυρας έδωσε την πιο κάτω απάντηση την οποία θεωρούμε σκόπιμο να δώσουμε αυτούσια: «Να σας απαντήσω. Τα σύμβολα, τα εικονικά σύμβολα που είναι και τα τατουάζ, γίνονται για διάφορους λόγους. Είναι ένα σύμβολο, είναι σύνθημα ας πούμε στον τοίχο. Όταν έγραφε κάποτε στον τοίχο «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» δεν ήταν επειδή δεν είχαμε ψωμί ή παιδεία και ελευθερία, αλλά ήταν ένας ευσεβής πόθος. Οπόταν, κάποιος μπορεί να κάμει ένα τατουάζ για κάτι που επιθυμεί να ήταν.» Η XXXXX Τρύφωνος, Μ.Κ.9, είναι κλινική ψυχολόγος και εργάζεται στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας. Σύμφωνα με τη Μ.Κ.9, η παραπονούμενη αξιολογήθηκε αρχικά από τον Κλινικό Ψυχολόγο Π. Βασιλείου, Μ.Κ.2 κρίθηκε αναγκαία όμως στη συνέχεια η παραπομπή της σ' αυτήν, με σκοπό τη ψυχολογική της στήριξη. Η Μ.Κ.9 παρακολουθούσε την παραπονούμενη από το Φεβρουάριο του 2017 μέχρι τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, ενώ τη συνάντησε και το Μάιο του 2018 όταν την ενημέρωσε ότι επρόκειτο να ετοιμάσει σχετική έκθεση. Η σχετική έκθεση κατατέθηκε στο Δικαστήριο, έγγραφο με Ένδειξη Θ
  26. Αναφερόμενη στο περιεχόμενο της έκθεσης της, η Μ.Κ.9 είπε ότι το νοητικό δυναμικό της παραπονουμένης εμπίπτει στα όρια του φυσιολογικού, στο χαμηλό του όμως επίπεδο, καθότι είχε δυσκολίες στο να έχει επαρκή κριτική σκέψη, να μπορεί να αποφασίζει και να διαφοροποιεί τις δικές της ανάγκες από τους άλλους και τέλος ήταν επιρρεπής στο τι της έλεγαν άλλα άτομα. Η αλλαγή του χώρου και του τόπου διαμονής της, η διακοπή της επικοινωνίας με την οικογένεια της που επακολούθησαν της καταγγελίας της παραπονούμενης στην Αστυνομία αλλά και διάφορες προσπάθειες από άτομα του οικογενειακού αλλά και ευρύτερου περιβάλλοντος της για να την μεταπείσουν σε σχέση με την καταγγελία στην οποία πρόβηκε, την επιβάρυναν συναισθηματικά και διακατεχόταν από συναισθήματα απόρριψης από την οικογένεια της ενώ καταβαλλόταν από έντονα συναισθήματα φόβου και απειλής. Παρουσίαζε επίσης συναισθήματα αμφιθυμίας, δηλαδή συγκρουόμενα αισθήματα, για παράδειγμα αμφιταλαντευόταν κατά πόσο ορθά έπραξε που προχώρησε στην καταγγελία και κατά πόσο ο πατέρας της θα οδηγείτο στη φυλακή. Με την πάροδο όμως του χρόνου και με τα περιστατικά απόρριψης από τον περίγυρο της που συνέβαιναν, η παραπονούμενη αποστασιοποιήθηκε από αυτό το περιβάλλον και μπορούσε να εστιάσει περισσότερο στον εαυτό της. Έτσι δεν παρατηρούντο πλέον συναισθήματα αμφιθυμικά. Η Μ.Κ.9 ανέφερε επίσης ότι είναι σύνηθες ένα άτομο, όπως η παραπονούμενη, κατά το χρόνο της καταγγελίας να εμφανίζει αμφιθυμικά συναισθήματα, δηλαδή από τη μια υπάρχει η ανάγκη να καταγγείλει και από την άλλη να ανησυχεί τι θα απογίνει η οικογένεια της. Όταν παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα και το θύμα προχωρήσει με τη ζωή του και αποστασιοποιηθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον, είναι σε θέση όταν καταθέτει για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, να είναι πλήρως συγκροτημένο και να περιγράφει τα γεγονότα χωρίς συναίσθημα. Η οικογένεια, σύμφωνα με τα στοιχεία που εντοπίσθηκαν, ήταν ένα «κλειστό σύστημα» οικογένειας και υπήρχε εκδήλωση ελεγκτικών και εκφοβιστικών συμπεριφορών των γονιών προς την ίδια, καλλιεργήθηκαν σ' αυτήν συναισθήματα αναξιότητας, αμφισβητείτο και υποτιμείτο, ενοχοποίησης, είχε την πεποίθηση ότι αν μιλούσε για τα όσα της συνέβαιναν, οι γονείς της θα χώριζαν, με αποτέλεσμα την περιορισμένη κοινωνικότητα της, παρά την ενηλικίωσή της. Εντοπίστηκε επίσης η αντιστροφή των ρόλων της παραπονούμενης με τους γονείς της μέσα από την ανάθεση δυσανάλογων ευθυνών και υποχρεώσεων στην ίδια από νεαρή ηλικία. Συγκεκριμένα, με βάση αυτά που της είχε αναφέρει η παραπονούμενη, αυτή διατηρούσε ρόλο προσώπου φροντίδας του σπιτιού ενώ συνόδευε τον πατέρα της στο χώρο εργασίας του (καλούπια). Σύμφωνα με την ίδια, υπήρχε σημαντική διάκριση ως προς την ανάθεση των πιο πάνω υποχρεώσεων στην ίδια συγκριτικά με τα αδέλφια της, κάτι που η ίδια βίωνε ως απόρριψη. Το τελευταίο επεισόδιο άσκησης βίας από τον πατέρα της προς την ίδια, που προηγήθηκε της καταγγελίας της στην Αστυνομία, αλλά και το σύνολο των συμπεριφορών των γονιών της προς αυτή, της δημιουργούσαν επίσης έντονα συναισθήματα απόρριψης από αυτούς, ενώ παράλληλα εντοπίζονταν συμπεριφορές της παραπονούμενης που σκοπό είχαν να ικανοποιήσουν τους γονείς της αλλά και την ευρύτερη οικογένεια της, μέσα από την ανάγκη της να νοιώσει ότι τυγχάνει αποδοχής και αναγνώρισης από αυτούς. Γενικότερα, στο επίπεδο των διαπροσωπικών της σχέσεων, η παραπονούμενη είχε δυσκολία να υποστηρίξει τη δική της κρίση ως επίσης δυσκολία στη λήψη αποφάσεων που να θέτουν όρια ανάμεσα στις δικές της πεποιθήσεις, ανάγκες και επιθυμίες άλλων. Έξι περίπου μήνες μετά την καταγγελία, η παραπονούμενη απόφευγε κοινωνικές εξόδους σε δημόσια μέρη για να αποφύγει αναβίωση παρόμοιων συναισθημάτων και μνημών. Διαπιστώθηκαν επίσης επιπτώσεις στη σεξουαλική της ζωή, αφού η ίδια περιέγραψε να ανακαλούνται εικόνες με τον πατέρα της σε αντίστοιχες στιγμές της προσωπικής της ζωής. Η Μ.Κ.9 στα συμπεράσματα της αναφέρει ότι διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη παρουσιάζει Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες βάσει των κριτηρίων του DSM-
  27. Το DSM-5 είναι διαγνωστικό εγχειρίδιο ψυχικής διαταραχής που χρησιμοποιείται διεθνώς και το έχει εκδώσει η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία με σκοπό να υπάρχει ομοφωνία στα κριτήρια διάγνωσης των ψυχικών διαταραχών. Χρησιμοποιείται στην Κύπρο από ψυχολόγους και ψυχιάτρους. Κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του εν λόγω εγχειριδίου (Τεκμήριο 29) και παρέπεμψε σε κάποια μέρη του. Πρόσθεσε κατά την αντεξέταση της ότι το DSM-5 είναι ένα εγχειρίδιο που περιέχει διαγνωστικά κριτήρια τα οποία η ίδια θεωρεί από την εμπειρία της ως αρκετά αντικειμενικά βάσει των οποίων διενεργείται η διάγνωση. Χρησιμοποιείται διεθνώς και η ίδια το θεωρεί έγκυρο και είναι το πιο αναγνωρισμένο από αυτά που χρησιμοποιούνται ανά το παγκόσμιο. Η Μ.Κ.9 ανάφερε επίσης ότι αυτά που περιέγραψε η παραπονούμενη, είχαν συνοχή και αυτό αποτελεί στοιχείο που καταδεικνύει ότι το άτομο έχει μια εσωτερική συνέπεια σ' αυτά που αναφέρει. Αναγνώρισε όμως ότι η ίδια δεν εξέτασε τα όσα της ανέφερε η παραπονούμενη για να διαπιστώσει αν ήταν όντως αλήθεια ή κατά πόσο επρόκειτο για ψέματα. Ο ρόλος της ήταν να μελετήσει τη στάση της απέναντι της και η στάση της αυτή είχε μια εσωτερική συνέπεια. Τα γεγονότα που περιέγραψε και οι διάφορες αναφορές της μέσα από την πάροδο των χρόνων δεν είχαν αλλοιωθεί, ενώ υπήρχε σ' αυτήν συνοχή συναισθήματος, οι αναφορές της ήταν αυθόρμητες, ο λόγος της δεν ήταν ελεγχόμενος. Η ίδια δεν αισθάνθηκε ότι η παραπονουμένη προσπαθούσε να μετρήσει τα λόγια της ή να ελέγξει τις πληροφορίες που έδινε ή ακόμα να λέει κάτι, στη συνέχεια να το αναιρεί και να προσθέτει κάτι άλλο . Διευκρίνισε πάντως ότι ο ρόλος της ήταν να προσφέρει ψυχολογική υποστήριξη στην παραπονούμενη και δεν ήταν διερευνητικός όπως ήταν του δρ. Π. Βασιλείου. Τέλος, η Μ.Κ.9 ανέφερε ότι σε σχέση με την παραπονούμενη εντοπίζονται τα στοιχεία που παρουσιάζονται σε άτομα που έχουν υποστεί μακροχρόνια σεξουαλική κακοποίηση. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Ο κατηγορούμενος, ως αναφέραμε και πιο πάνω έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, στην οποία απάντησε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, ήταν απόλυτος ότι ουδέποτε κακοποίησε την παραπονουμένη και ουδέποτε είχε με αυτή οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή. Μετά από σχετική ερώτηση πιθανολόγησε ότι το κίνητρο που ώθησε την παραπονουμένη να τον καταγγείλει στην Αστυνομία ήταν η συζήτηση που είχαν λίγες μέρες πριν την καταγγελία και το χαστούκι που της έδωσε. Παραθέτουμε αμέσως πιο κάτω την ανώμοτη δήλωση, που έκανε στο Δικαστήριο: «Εγώ ο Τ.Α.Σ., κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, επιθυμώ να αναφέρω τα πιο κάτω: Υιοθετώ πλήρως και συμφωνώ με το περιεχόμενο των γραπτών μου καταθέσεων ημερ. 23/12/2016 και 26/12/2016 τις οποίες έδωσα στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Δεν φοβάμαι και δεν έχω οποιονδήποτε πρόβλημα να καταθέσω ενόρκως και να αντεξεταστώ γιατί δεν έχω να κρύψω κάτι. Ο λόγος που το αποφεύγω είναι γιατί πραγματικά η ψυχολογική κατάσταση που ευρίσκομαι εξ' αιτίας αυτής της υπόθεσης, είναι κάτι το απερίγραπτο. Βρέθηκα κατηγορούμενος από το ίδιο το παιδί μου σε αυτή τη θέση για πολύ σοβαρά αδικήματα. Έχω εξευτελιστεί και έχω πραγματικά διαλυθεί. Δεν έχω λόγια να εκφράσω τα συναισθήματα μου. Από τον Δεκέμβρη του 2016 μέχρι σήμερα, βιώνω κάτι που ούτε στους χειρότερους μου εφιάλτες δεν ανέμενα να βιώσω. Διερωτούμαι ακόμα γιατί και αν το άξιζα να περάσω ότι περνώ. Όλη μου την οικογενειακή ζωή την έζησα με τον πιο έντιμο τρόπο. Με σκληρή και αδιάκοπη εργασία, δημιούργησα μια ευτυχισμένη οικογένεια. Κουράστηκα, στερήθηκα προσωπικά και πάλεψα με νύχια και με δόντια να προσφέρω στην οικογένεια μου ότι καλύτερο μπορούσα. Έχω μια σύζυγο με την οποία διατηρώ άριστες σχέσεις σε όλους τους τομείς, ευτυχώς μέχρι σήμερα. Τα παιδιά μου με λατρεύουν μέχρι και σήμερα και πιστέψετε με, είναι αυτό που με κρατά και μου δίνει κουράγιο να συνεχίσω. Είναι πραγματικά θλιβερό αλλά και δολοφονικό να ακούεις το παιδί σου να σε καταγγέλλει ότι την βίαζες. Είναι εξωφρενικό να την ακούεις να περιγράφει τα όσα μου αποδίδει χωρίς συγκίνηση, χωρίς προβληματισμό. Είναι απίστευτο να με χαρακτηρίζει ως ΤΕΡΑΣ. Δεν έχω λόγια να πω. Δεν έχω δύναμη να αντιδράσω. Νοιώθω ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο. Διερωτούμαι γιατί ζω ακόμα. Και είναι πολλά τα ερωτηματικά που με βασανίζουν. Απάντηση όμως σε όλα αυτά τα βασανιστικά ερωτήματα, μου δίνουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας μου που εξακολουθώ να λατρεύω και με λατρεύουν. Λατρεύω ακόμα και την Θ. γιατί είναι παιδί μου. Θέλω να πιστεύω ότι σύντομα θα επιστρέψει στην οικογένεια γιατί όλοι την αγαπάμε με τα οποιαδήποτε λάθη της. Ευχαριστώ την οικογένεια μου και ειδικά την σύζυγο μου που με στήριζε από την πρώτη στιγμή, γιατί πίστεψε στην αθωότητα μου. Ευχαριστώ τα παιδιά μου που θεωρώ ότι είναι οι καλύτεροι κριτές. Ευχαριστώ ακόμα τον δικηγόρο μου που ανέλαβε την υπεράσπιση μου, ξεκαθαρίζοντας μου από την πρώτη στιγμή, ότι αν αντιλαμβανόταν ότι διέπραξα τα αδικήματα που αντιμετωπίζω, δεν θα συνέχιζε να με εκπροσωπεί ενώ μέχρι σήμερα είναι δίπλα μου. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση του Σεβαστού Δικαστηρίου και είμαι σίγουρος για την αθωότητα μου. Δεν ζητώ οποιανδήποτε ευνοϊκή μεταχείριση. Είμαι έτοιμος να υποστώ τις συνέπειες αν κριθώ ένοχος. Ζητώ και είμαι σίγουρος ότι θα τύχω δίκαιης δίκης και μεταχείρισης. Ειλικρινά σας λέω, εύχομαι κανένας άλλος πατέρας να μη βρεθεί άδικα στη θέση που είμαι εγώ σήμερα. Δεν υπάρχει πιο σκληρό να ακούεις το παιδί σου να σου καταλογίζει ψευδώς τόσες πολλές κατηγορίες που πραγματικά καμία σχέση δεν έχουν με την πραγματικότητα. Εύχομαι μόνο, τώρα ειδικά που η Θ. έχει φέρει στον κόσμο το πρώτο εγγονάκι μου να συνέλθει και να παραδεχθεί το λάθος της και την πραγματικότητα. Πολύ θα ήθελα να παντρέψω το πρώτο μου παιδί, τον Σ. την 1η Ιουνίου χωρίς να είχα την παρούσα υπόθεση σε εκκρεμότητα. Εύχομαι αυτός ο Γολγοθάς να τελειώσει το συντομότερο και η οικογένεια μου να επανενωθεί. Δεν θα μιλήσω περισσότερο, για τα γεγονότα γιατί τα έχω αναφέρει στις ανακριτικές μου καταθέσεις. Θα αφήσω τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να μιλήσουν για μένα. Αντιμετωπίζω πραγματικά πολύ σοβαρές κατηγορίες που επισύρουν πολυετές ποινές φυλάκισης. Πιστέψετε με, έχω υποστεί τόσο μεγάλο εξευτελισμό που η οποιαδήποτε άλλη τιμωρία δεν με αγγίζει. Αν πραγματικά ήμουν ένοχος θα προτιμούσα να αυτοκτονήσω παρά να κάθομαι εδώ και να αγωνίζομαι για την αθωότητα μου. Σας ευχαριστώ.» Ο Σ.Σ., Μ.Υ.1, είναι γιος του κατηγορούμενου και αδελφός της παραπονούμενης. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο, φοίτησε σε Σχολή στην Κρήτη για 2½ περίπου χρόνια, στον κλάδο της μηχανολογίας. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Κύπρο και έκτοτε ασχολείται με την κατασκευή πισίνων ενώ παράλληλα σπουδάζει μηχανολογία αυτοκινήτων. Σήμερα είναι 27 ετών. Ο Μ.Υ.1 έδωσε τρεις καταθέσεις στην Αστυνομία τις οποίες υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Η πρώτη δόθηκε την 24.12.2016, Τεκμήριο 16, την επομένη της καταγγελίας, η δεύτερη την 26.12.2016, Τεκμήριο 16Α και η τρίτη την 28.12.2016, Τεκμήριο 16Β. Συνοψίζουμε το περιεχόμενο τους. Στην πρώτη κατάθεση του, Τεκμήριο 16, ανέφερε ότι διατηρούσε πολύ καλές και φιλικές σχέσεις με όλες τις αδελφές του, καμία όμως από τις τρεις δεν του εκμυστηρευόταν τα μυστικά της. Η σχέση της παραπονούμενης με τον πατέρα της τα τελευταία χρόνια ήταν αρκετά καλή εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που είχαν «διάφορες συζητήσεις, όπως όλες οι οικογένειες». Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στους δεσμούς της παραπονούμενης. Η τελευταία είχε στο παρελθόν διάφορους δεσμούς με αγόρια από το Γυμνάσιο, σοβαρούς δεσμούς όμως είχε με κάποιο Α. και κάποιο Δ. Ο μάρτυρας διαπίστωσε αρκετές φορές ότι η παραπονούμενη έλεγε ψέματα «προκειμένου να κερδίσει μία με δύο ώρες για να βρεθεί με κάποιο από τα αγόρια της». Μπορούσε να σχολάσει από το κολλέγιο η ώρα 18:00 και να έλεγε ότι σχολνούσε η ώρα 20:00, «για να έχει χρόνο μπροστά της». Πριν πέντε περίπου χρόνια, ενώ αυτός υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, τού τηλεφώνησαν οι γονείς του και τού είπαν ότι η παραπονούμενη κατήγγειλε ότι την παρενόχλησε σεξουαλικά ο πατέρας τους. Το σπίτι ήταν ανάστατο και θα χώριζαν οι γονείς του. Την επομένη ημέρα ο Μ.Υ.1 πήρε έξοδο από το στρατό και επέστρεψε στο σπίτι του για να δει τι συνέβαινε. Όλη η οικογένεια ήταν σπίτι κατά την άφιξη του και ο πρώτος που τού μίλησε ήταν ο πατέρας του που τού είπε τα πιο κάτω, «Είδες τι είπε η Δ. ότι την παρενοχλούσα και εγώ κάμνω τα πάντα για εσάς για να μην σας λείψει τίποτε». Στη συνέχεια τού μίλησε η μητέρα του και τού είπε, «είδες ήντα που λαλεί η αρφή σου ήντα πράγματα έφκαλε που το νου της». Τη δεδομένη στιγμή ο μάρτυρας δεν τούς είπε τίποτε, γύρισε όμως προς την αδελφή του, ήτοι την παραπονούμενη και της είπε, «ήντα που τούτη η ιστορία για ποιο λόγο τα λαλείς». Η παραπονούμενη δεν τού έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ζήτησε από την παραπονούμενη να πάνε ένα περίπατο με το αυτοκίνητο και να μιλήσουν μόνοι τους. Πήγαν περίπατο και κατά τη διάρκεια αυτού, ο μάρτυρας σύστησε στην αδελφή του να τού πει την αλήθεια και της τόνισε ότι ο ίδιος θα ήταν δίπλα της. Της είπε επίσης ότι αν της είχε κάνει κάτι ο πατέρας τους θα έπρεπε να πάνε αμέσως στην Αστυνομία και αυτή δεν θα έπρεπε να φοβάται, εάν όμως δεν ευσταθούσε, τότε θα έπρεπε να επιστρέψουν σπίτι και αυτή να ζητήσει συγνώμη. Η παραπονούμενη σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα αυτά που της είχε πει και στη συνέχεια τού αποκάλυψε ότι είχε προηγηθεί κάποιος καυγάς με τον πατέρα της, σε πολύ έντονο ύφος και αυτή σκέφτηκε να τον εκδικηθεί. Μετά την πιο πάνω αποκάλυψη ο μάρτυρας και η παραπονούμενη επέστρεψαν στο σπίτι, αυτή ζήτησε συγνώμη και η οικογένεια, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, ξαναβρήκε την ομαλότητα της. Εκείνες τις ημέρες, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, οι γονείς του ήταν «σκοτωμένοι μεταξύ τους και υπήρχε πολλή ένταση στο σπίτι». Στο τέλος της κατάθεσης του ο Μ.Υ.1 αναφέρει τα πιο κάτω: «Εγώ σε αυτή την ιστορία θέλω να λάμψει η αλήθεια. Εάν ο παπάς μου έκανε τέτοιο πράγμα να πάει φυλακή και να τιμωρηθεί. Δεν ξέρω όμως τι να πιστέψω πραγματικά». Στη δεύτερη κατάθεση, Τεκμήριο 16Α, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου έναντι των παιδιών του ήταν σχεδόν για όλους η ίδια, εκτός από την αδελφή του την Τ., Μ.Υ.2, στην οποία έδειχνε λίγη περισσότερη αδυναμία. Ανέφερε επίσης ότι στο σπίτι ο κατηγορούμενος κυκλοφορούσε πάντα ντυμένος και ακόμη όταν πήγαιναν θάλασσα έμπαινε στο νερό πολλές φορές με τη φανέλα γιατί ντρεπόταν, λόγω της μεγάλης του κοιλιάς. Η τρίτη κατάθεση, Τεκμήριο 16Β, δόθηκε από το Μ.Υ.1 μετά από προτροπή του δικηγόρου του. Στην κατάθεση του αυτή αναφέρει τα πιο κάτω τα οποία θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσια: «Η Δ. ήταν μέτρια μαθήτρια η οποία σε κάποια φάση παρασύρετουν. Θυμούμαι πριν 10 χρόνια περίπου ότι πήγε στο συνεργατικό του χωριού και έκλεψε μια μολυβόπεννα την οποία μας είπε ψέματα ότι της την έκαμαν δώρο. Μετά εδιαπιστώσαμε ότι είπεν μας ψέματα. Επίσης να σας πω ότι σε ηλικία 17 χρονών όταν εγώ ήμουν 18 και αγόρασα αυτοκίνητο όποτε τσακωνόμαστε έχτερνε μου το αυτοκίνητο. Τούτο έδειχνε μου ότι η Δ. ήταν εκδικητική. Το ίδιο έκαμνε με την αδελφή μου. Δηλαδή όταν ετσακώνονταν εκλώτσαν το σκύλο της. Όλα τα επεισόδια δεν εκαταγγέλθηκαν στην Αστυνομία. Τούτα τα πιο πάνω σας τα αναφέρω για να σας πω το χαρακτήρα της Δ.» Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο μάρτυρας περιέγραψε τον πατέρα του ως ένα καλό οικογενειάρχη. Τους συμβούλευε για οποιοδήποτε πρόβλημα είχαν, τους καθοδηγούσε και τους στήριζε σε ότι και αν έκαναν στη ζωή τους. Όταν ήταν μικροί υπήρξαν περιπτώσεις που αυτός τούς έδωσε «κάποιο πάτσο» αλλά ουδέποτε τούς «έσπασε που το ξύλο». Οι σχέσεις μεταξύ των γονιών του ήταν καλές, μερικές φορές τσακωνόντουσαν και ο λόγος ήταν το οικονομικό. Στη συνέχεια διευκρίνισε ότι οι τσακωμοί τους ήταν απλώς διαφωνίες, δεν τσακωνόντουσαν «σε μεγάλη ένταση». Αντεξετάσθηκε για την αναφορά του στην πρώτη κατάθεση του ότι οι γονείς του, μετά την αποκάλυψη της παραπονούμενης ότι ο πατέρας της την είχε βιάσει, «ήταν σκοτωμένοι μεταξύ τους». Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι εκείνο που εννοούσε ήταν ότι τις ημέρες εκείνες υπήρχε μεγάλη ένταση μεταξύ τους. Ο Μ.Υ.1 είχε ένα μόνο χρόνο διαφορά με την παραπονούμενη και γι' αυτό πήγαιναν μαζί στο ίδιο Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο. Το πρωί πήγαιναν μαζί σχολείο, με το λεωφορείο και όταν σχολνούσαν, επέστρεφαν πάλι μαζί. Ο πατέρας τους δούλευε από το πρωί μέχρι τις 3:00 μ.μ., επέστρεφε στο σπίτι και έφευγε λίγη ώρα αργότερα για να επιστρέψει το βράδυ. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι ενώ διέμενε στο σπίτι, αυτός ήταν που πήγαινε με τον πατέρα τους στο χωράφι να ταΐσουν τα ζώα, στα καλούπια και σε οποιαδήποτε άλλη δουλειά που αυτός είχε. Βοηθούσε τον πατέρα του, τόσο τα απογεύματα όσο και τα Σαββατοκύριακα, εκτός τις περιπτώσεις που πήγαινε φροντιστήριο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «A. Πήγαινα εγώ πάντα στο χωράφι μαζί του όταν ήμουν σπίτι. Όταν δεν ήμουν στο σπίτι εγώ και απουσίαζα για κάποιον λόγο, δεν γνωρίζω αν πήγαινε κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας στο χωράφι. Όσες φορές ήμουν εγώ σπίτι πήγαινα και στο χωράφι μαζί με τον πατέρα μου και στη δουλειά μαζί με τον πατέρα μου. E. Και στο χωράφι που πηγαίνατε τι εκάμνετε; A. Είχαμε ζώα, ασχολούμασταν με το χωράφι, γεωργικά, αυτά. E. Τα καλούπια; A. Καλούπια πήγαινα μαζί δουλειά με τον πατέρα μου τα απογεύματα και τα Σαββατοκύριακα στα καλούπια. E. Όταν ήσουν σχολείο και πήγαινες φροντιστήρια; A. Σαββατοκύριακα δεν είχα φροντιστήριο, δεν είχα σχολείο, πήγαινα. Καθημερινές τέλειωνα από το σχολείο και πήγαινα μαζί με τον πατέρα μου στα καλούπια. E. Δεν πήγαινες φροντιστήρια δηλαδή. A. Πήγαινα φροντιστήρια μια φορά τη βδομάδα όταν δεν πήγαινα μαζί του στα καλούπια ή μπορούσε να πάω καλούπια, μετά φροντιστήριο και μετά ξανά μαζί δουλειά με τον πατέρα μου», Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο σε κάποια περίπτωση να είχε πάει μαζί με τον πατέρα τους και η παραπονούμενη, αυτό όμως γινόταν σε σπάνιες περιπτώσεις. Μετά την καταγγελία ο Μ.Υ.1 διατήρησε επαφή με την παραπονουμένη. Σε μία τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν και η οποία έλαβε χώρα πέντε με έξι μήνες μετά την καταγγελία, η παραπονούμενη τού έγραψε «ώρες ώρες διερωτούμαι τι επήα τζιαι έκαμα». Από το μήνυμα αυτό ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη είχε μετανιώσει για ό,τι είχε κάμει. Το πιο πάνω μήνυμα κατατέθηκε στο Δικαστήριο σε έντυπη μορφή, πρόκειται για το Τεκμήριο
  28. Ο μάρτυρας και η παραπονούμενη συναντήθηκαν μετά την καταγγελία πέντε φορές περίπου. Αυτός την επισκέφθηκε στη δουλειά της, σε δύο περιπτώσεις, ενώ η παραπονούμενη τον επισκέφθηκε στη δική του δουλειά, σε τρεις περιπτώσεις. Κατά τις συναντήσεις τους δεν συζήτησαν οτιδήποτε που είχε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση. Ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση που τού υποβλήθηκε ότι μετά την καταγγελία είχε προσεγγίσει την παραπονούμενη και της είχε συστήσει να την αποσύρει και ότι της είχε πει, σε μια συνάντηση τους μετά την καταγγελία, τα πιο κάτω: «Θα αυτοκτονήσω, γίναμε ρεζίλι και να ξέρεις ότι με την κοπελούα μου τώρα εν τα πάμε καλά, γιατί θα νομίζει ότι είναι κληρονομικό τζιαί ότι θα το κάμω τζιαί εγώ τούτο». Απέρριψε επίσης τη θέση ότι όταν η αστυνομία πήγε στο σπίτι του μαζί με την παραπονούμενη, στα πλαίσια επιτόπιας έρευνας, την 26.12.2016, αυτός βρισκόταν εκεί. Ήταν η θέση του ότι τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα βρισκόταν στη Λεμεσό, είχε πάει να δει τον πατέρα του που κρατείτο από την Αστυνομία. Τού ζητήθηκε κατά την αντεξέταση να αναφέρει και τους λόγους που κατά την άποψη του η παραπονουμένη προέβη στην υπό κρίση καταγγελία και αυτός απάντησε ότι ήταν η επιθυμία της να «βρίσκεται συνέχεια με μιτσιούς». Πρόσθεσε στη συνέχεια ότι μετά την καταγγελία πήγε και συνάντησε τους Σ.Α. και κάποιο Δ. που τού επιβεβαίωσαν τη σχέση της μαζί τους. Τότε ήταν που πληροφορήθηκε ότι η παραπονούμενη έφευγε κρυφά το βράδι, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας κοιμόντουσαν, για να πάει να συναντηθεί με το Σ. στην εκκλησία του χωριού τους. Υποβλήθηκε τότε στο μάρτυρα ότι η παραπονούμενη δεν είχε ολοκληρωμένες σχέσεις με το Σ.Α., θέση που ο ίδιος απόρριψε. Κρίνουμε ότι η συγκεκριμένη γραμμή αντεξέτασης ήταν ατυχής και δεν θα έπρεπε να είχε τεθεί τέτοια θέση στο μάρτυρα, αφ' ης στιγμής η ίδια η παραπονούμενη σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης της, είχε δηλώσει ότι με το συγκεκριμένο πρόσωπο είχε ολοκληρωμένες σχέσεις. Η Τ.Σ., Μ.Υ.2, είναι θυγατέρα του κατηγορούμενου και αδελφή της παραπονούμενης. Σήμερα είναι ηλικίας 23 ετών. Η Μ.Υ.2 μετά την αποφοίτηση της από το Λύκειο, φοίτησε για δύο έτη σε κολλέγιο στον κλάδο της αισθητικής. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της ήταν άνεργη για 1½ με 2 έτη, στη συνέχεια όμως εργοδοτήθηκε σε διάφορες εργασίες. Η Μ.Υ.2 έδωσε στην Αστυνομία δύο καταθέσεις, την πρώτη την 24.12.2016, Τεκμήριο 15 και τη δεύτερη την 30.12.2016, Τεκμήριο 15Α, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Στην πρώτη κατάθεση της η μάρτυρας περιέγραψε το σπίτι όπου διέμενε με την οικογένεια της. Το εν λόγω σπίτι έχει τέσσερα υπνοδωμάτια, η ίδια μοιραζόταν το υπνοδωμάτιο της με την παραπονούμενη. Η παραπονούμενη εκμυστηρευόταν στη μάρτυρα για τους δεσμούς της, δεν της αποκάλυπτε όμως κατά πόσο είχε «ολοκληρώσει ερωτικά μαζί τους ή όχι» καθότι γνώριζε ότι η μάρτυρας διαφωνούσε με τέτοιου είδους σχέσεις. Η παραπονούμενη της εκμυστηρεύτηκε, μεταξύ άλλων, ότι είχε δεσμό με κάποιο Σ., κάποιο παιδί από τον ΧΧΧ ΧΧΧ ΧΧΧ, με τον Α., με το Δ. και το Θ. Στην ίδια κατάθεση η μάρτυρας ανέφερε ότι πριν πέντε περίπου χρόνια, ενώ ήταν στο δωμάτιο της με την παραπονούμενη, η τελευταία της είπε ότι ο πατέρας τους τη βίασε. Η μάρτυρας σοκαρίστηκε και άρχισε να κλαίει δυνατά. Την άκουσε η μητέρα τους και τη ρώτησε το λόγο που έκλαιγε και τότε η μάρτυρας της είπε ότι ο πατέρας τους βίασε την παραπονούμενη. Η μητέρα τους σοκαρίστηκε και αυτή από αυτό που άκουσε και ρώτησε τη Δ. «τι είναι αυτά που λαλείς». Η παραπονούμενη της απάντησε «είναι αλήθεια που λαλώ». Στη συνέχεια η μητέρα τους τηλεφώνησε του πατέρα τους για να επιστρέψει σπίτι. Όταν ο πατέρας επέστρεψε στο σπίτι, η παραπονούμενη ήταν στο υπνοδωμάτιο της ενώ η μάρτυρας ήταν μαζί με τη μητέρα της. Όταν η μητέρα είπε στον πατέρα τι είχε αποκαλύψει η παραπονούμενη, ήτοι ότι την είχε βιάσει ο πατέρας τους, αυτός «επαλάβωσε». Φώναξε την παραπονούμενη και της είπε «ήντα που τούτα τα πράματα που επήες και είπες της Τ.». Η παραπονούμενη δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Την ημέρα εκείνη υπήρχε μεγάλη ένταση στο σπίτι, ένταση που συνέχισε μέχρι και την επόμενη μέρα που επέστρεψε ο αδελφός τους ο Σ., Μ.Υ.1 από το στρατό. Ο Σ., Μ.Υ.1 μίλησε με την παραπονούμενη στο αυτοκίνητο και μετά τη συνομιλία η παραπονούμενη τούς είπε ότι είχε πει ψέματα για το βιασμό και απολογήθηκε. Στη δεύτερη κατάθεσή της, Τεκμήριο 15Α, η μάρτυρας ανέφερε ότι μετά που η παραπονούμενη χώρισε με το φίλο της το Σ., της εκμυστηρεύτηκε ότι τις νύχτες και ενώ η οικογένεια κοιμόταν, αυτή έφευγε από το παράθυρο του σαλονιού και πήγαινε και συναντούσε το Σ. Σε κάποια άλλη περίπτωση η μάρτυρας διαπίστωσε από μόνη της ότι η παραπονούμενη είχε φύγει από το σπίτι. Η παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με την κατάθεση της Μ.Υ.2, έλεγε ψέματα σε πολλές περιπτώσεις. Τα ψέματα αυτά τα έλεγε συνήθως για να βρίσκει χρόνο να συναντιέται «με τις σχέσεις» τις οποίες είχε κατά διαστήματα. Κατά την προφορική της μαρτυρία ανέφερε ότι η μητέρα της ουδέποτε εργάστηκε, ήταν οικοκυρά. Όλες τις δουλειές του σπιτιού τις έκανε η μητέρα τους και ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι τής φόρτωναν τις δουλειές του σπιτιού ήταν ψευδής. Όταν ο πατέρας της εργαζόταν στην Επαρχιακή Διοίκηση, σχολνούσε από την εργασία του, η ώρα 3:00 μ.μ. και μερικές φορές η ώρα 3:30 μ.μ. Την ίδια ώρα σχολνούσε και από το Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧ. Στη συνέχεια ασχολείτο με άλλες εργασίες. Παραθέτουμε αυτούσια τη σχετική απάντηση: «Μετά είχε δικές του δουλειές με καλούπια ή πήγαινε στους ηλικιωμένους ή μπορούσε να σχολάσει να πάει στα καλούπια και μετά να πάει στους ηλικιωμένους να εργαστεί τζιαι τζιαμαί. Μπορεί να έκαμνε τζιαι τα τρία ταυτόχρονα.» Οι ηλικιωμένοι ήταν ένα ζευγάρι που είχαν γνωρίσει οι γονείς της τα τελευταία χρόνια. Στους τελευταίους πήγαινε για να τους βοηθήσει στην καλλιέργεια των χωραφιών τους και σε κάποια κτίσματα. Η μάρτυρας απέκλεισε το ενδεχόμενο η παραπονούμενη να έμενε μόνη της στο σπίτι με τον πατέρα της καθότι η μητέρα τους δεν εργαζόταν και ήταν πάντα εκεί. Η μητέρα της επισκεπτόταν μόνο το ζεύγος των ηλικιωμένων και αυτό το έκανε όταν γνώριζε ότι θα ήταν και ο πατέρας της εκεί. Στο σπίτι βρισκόταν και η ίδια μετά που τέλειωνε το κολλέγιο και η αδελφή τους, η Θ. Όταν η τελευταία σχολνούσε από το σχολείο η ώρα 1:05 επέστρεφε αμέσως στο σπίτι η ώρα 1:20 και έμενε εκεί συνέχεια. Πέραν τούτου, ο παππούς και η γιαγιά της τούς επισκέπτονταν στο σπίτι, δύο και τρεις φορές την ημέρα. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της ανέφερε ότι μετά τις σπουδές της στο κολλέγιο και ενώ ήταν άνεργη, αυτή «εκαθόταν σπίτι περίπου 1 ½ ή 2 χρόνια». Έμενε σπίτι συνέχεια καθότι το χωριό τους είναι μια μικρή κοινωνία και ως ανέφερε χαρακτηριστικά «δεν είχε κάπου να πάει». Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι η μητέρα της επισκεπτόταν πλέον σπάνια το ζεύγος των ηλικιωμένων, καθότι αυτό είχε μετακομίσει σε χωριό στη Λάρνακα. Απέρριψε την υποβολή της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η μητέρα τους επισκεπτόταν επί καθημερινής ή εβδομαδιαίας βάσεως, επισημαίνοντας ότι ήταν δύσκολο για τη μητέρα της να ταξιδεύει από το ΧΧΧ στο χωριό όπου διαμένουν στη Λάρνακα. Η παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με τη κατάθεση της Μ.Υ.2, όταν ήταν στο δημοτικό, πήγαινε στο χωράφι για να βοηθήσει τον πατέρα τους, αυτό γινόταν όμως σπάνια. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η παραπονούμενη να πήγε στο χωράφι και καμιά φορά όταν ήταν στο γυμνάσιο, ούτε το ενδεχόμενο να είχε πάει εκεί το 2013 όταν ήταν 19 χρονών περίπου. Για το θέμα αυτό όμως δεν είχε προσωπική γνώση. Περίγραψε τον πατέρα της ως ένα «άγιο άνθρωπο», στοργικό με τα παιδιά του, ένα πρόσωπο για τον οποίο η ίδια ήταν περήφανη που ήταν πατέρας της. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία της. «A. Πραγματικά και μόνο που κάθομαι τωρά δαμέ είναι ντροπή να βλέπω τον πατέρα μου να κάθεται τζιαμέ, να κατηγορεί τον παπά μου για ένα πράγμα που δεν έχει chance ούτε ένα στο εκατομμύριο να το έκανε. Είναι μεγάλη ντροπή. Μακάρι και οι φίλες μου να είχαν έναν παπά όπως αυτόν που έχω εγώ. Ούτε να μου χαλάσει χατίρι, να χαλάσει το αυτοκίνητο μου να τον πιάσω τηλέφωνο να του το πω, να μου αλλάξει λάστιχα, ακόμα και τις κυκλοφορίες και τις ασφάλειες μου. Είναι άγιος άνθρωπος ο παπάς μου. Μες το σπίτι να συζητήσω τα πάντα μαζί του, να με συμβουλέψει, να μου... οτιδήποτε ήθελα να μου αγοράσει να μου το αγοράσει. Απλά εύχομαι ούλλος ο κόσμος να είχε τον παπά που έχω εγώ. Είναι τόσο καλός πραγματικά. Το αυτοκίνητο μου να χαλάσει να μου το φτιάξει, να μου... που ούλλα, είναι πολλά καλός παπάς. Χαίρομαι που έχω έτσι παπά και είμαι περήφανη για τον παπά μου. E. Υπάρχει οποιαδήποτε διαφορετική αντιμετώπιση εκ μέρους του πατέρα σου προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας σου; A. Όι, εν το ίδιο. E. Επειδή προηγουμένως μίλησες μόνο για το άτομο σου, γι' αυτό σε ρωτώ, για να διευκρινίσεις. A. Όι, για ούλλους, ήταν για όλους μας το ίδιο. E. Ο πατέρας σου ασκούσε βία στο σπίτι; A. Όι, σε καμία περίπτωση». Ο πατέρας τους, σύμφωνα πάντα με τη Μ.Υ.2 δεν τους κτυπούσε, διευκρίνισε όμως ότι όταν ήταν μικροί, στο Δημοτικό, έτυχε να «φάνε κανένα πάτσο», αλλά όταν μεγάλωσαν όχι. Περιγράφοντας τις σχέσεις των γονιών της μεταξύ τους, ανέφερε ότι όταν στο μέλλον θα έκανε δική της οικογένεια, θα ήθελε να έχει τη σχέση που έχει ο πατέρας της με τη μητέρα της. Δεν τσακώνονταν και δεν είχαν διαφωνίες, ήταν αγαπημένοι. Παλαιότερα είχαν κάποιες διαφωνίες σε σχέση με τα οικονομικά, «μια φορά στο τόσο», όχι όμως τώρα. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε σε σχέση με το επεισόδιο που έλαβε χώρα όταν αυτή ήταν 15 ετών και η παραπονούμενη τούς ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την είχε βιάσει. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει με θετικό τρόπο ποια ήταν η απάντηση της παραπονούμενης όταν η μητέρα τους τη ρώτησε κατά πόσο ευσταθούσε η δήλωση ότι ο πατέρας της τη βίασε, ούτε κατά πόσο η παραπονούμενη είχε απαντήσει 'ναι' ή αν δεν απάντησε καθόλου. Την ημέρα εκείνη ήταν τόσο συγχυσμένη, έκλαιγε, ήταν μόνο 14 - 15 χρονών και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τι είχε ακριβώς ειπωθεί. Για το βιασμό η παραπονουμένη της μίλησε μόνο μια φορά, ήταν δε απόλυτη ότι σε καμιά άλλη περίπτωση η παραπονουμένη της εκμυστηρεύτηκε ότι την κακοποιούσε ο πατέρας τους και ήταν κάθετη ότι ουδέποτε την ρώτησε «Ήρτε εψές ο παπάς». Ακόμη απέρριψε την υποβολή πώς μετά την πρώτη αποκάλυψη συζητούσε με τη παραπονουμένη για τους βιασμούς που κατ΄ ισχυρισμό αυτή υφίστατο από τον πατέρα τους. Σε σχέση με το επεισόδιο που προηγήθηκε της καταγγελίας της παραπονουμένης, κατά το οποίο ο πατέρας της χρησιμοποίησε βία εναντίον της, ανέφερε ότι κάποιες μέρες πριν την καταγγελία ο πατέρας της είχε μια συζήτηση μαζί της για το θέμα της δουλειάς της. Την ημέρα του επεισοδίου χιόνιζε στον ΧΧΧ και ως εκ τούτου τηλεφώνησαν της παραπονουμένης και της σύστησαν να σχολάσει νωρίτερα γιατί οι δρόμοι ήταν ολισθηροί και επικίνδυνοι, γεγονός που διαπίστωσε και η ίδια. Η παραπονουμένη αντέδρασε και οι δικοί της τής εξήγησαν πώς αν έμενε περισσότερο θα ήταν επικίνδυνο για τη ζωή της. Όταν η παραπονούμενη επέστρεψε τελικά στο σπίτι ο πατέρας της την ερώτησε πότε θα έπαιρνε άδεια, τι ωράριο θα δούλευε την ημέρα των Χριστουγέννων, για να ξέρει «πότε θα έψηναν τη σούβλα». Αυτή τού είπε ότι ήταν «απογευματινή», οπόταν ο κατηγορούμενος τής είπε ότι θα έκαναν την σούβλα όταν θα έβγαιναν από την εκκλησία το πρωί, πριν αυτή πάει δουλειά. Η παραπονούμενη ήταν αντιδραστική, επιθετική, αυθαδίαζε και μιλούσε απότομα και ο κατηγορούμενος της έδωσε τότε ένα «πάτσο». Η παραπονουμένη τού είπε τότε, «Είχα σε πολλά ψηλά, αλλά τωρά εν να σε σύρω μες το χώμα». Εκείνο που εννοούσε ήταν ότι θα τον κατάστρεφε. Το ίδιο δε είπε και σε αυτήν, ότι δηλαδή θα κατάστρεφε τον πατέρα τους. Όταν δε έμειναν μόνες τους στο δωμάτιο τους και η μάρτυρας τη ρώτησε γιατί αρνείτο να σχολάσει νωρίτερα, αυτή της εκμυστηρεύθηκε ότι είχε προγραμματίσει να συναντήσει το αγόρι της και της είχαν χαλάσει τα σχέδια της. Στο περιστατικό στο οποίο ήταν παρούσα και η ίδια, ο πατέρας τους, σύμφωνα πάντα με την ίδιαν, δεν «πατσάρκασε» την παραπονούμενη, της έδωσε μόνο ένα «πάτσο». Της υποβλήθηκε τότε ότι ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του είχε αναφέρει για το συγκεκριμένο συμβάν, «έδωσα δύο πάτσους αλλά εν ηξέρω αν της έδωκα τζιαί πάνω στο πόδι». Η μάρτυρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να της έδωσε και δεύτερο «πάτσο», όταν αυτή δεν ήταν παρούσα. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να επισημαίνουμε ότι η δήλωση της Μ.Υ.2 ότι η παραπονουμένη είχε δηλώσει ότι θα «έσυρνε χαμαί» και «θα κατάστρεφε» τον πατέρα τους, ήτοι τον κατηγορούμενο δεν έχει αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Μετά από το συγκεκριμένο επεισόδιο, ο πατέρας τους μίλησε με την παραπονούμενη και η τελευταία τού ζήτησε συγγνώμη. Δεν απέκλεισε τη θέση να είχε ζητήσει συγνώμη και ο πατέρας της. Η ίδια δεν ήταν παρούσα όταν η παραπονούμενη ζήτησε συγνώμη από τον πατέρα της, το πληροφορήθηκε εκ των υστέρων. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε και σε σχέση με το επεισόδιο που έλαβε χώρα στο σπίτι τους, την 26.12.2016, όταν πήγαν εκεί οι αστυνομικοί για να φωτογραφίσουν τη σκηνή και δεν τους επετράπη. Ανέφερε ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα καθ' όλη τη διάρκεια του επεισοδίου, πήγε προς το τέλος όταν οι αστυνομικοί ήταν έτοιμοι να φύγουν, διότι προηγουμένως αυτή βρισκόταν στη Λεμεσό. Ανέφερε επίσης ότι τόσο η ίδια όσο και η οικογένεια της συνεργάστηκαν αμέσως με την Αστυνομία. Την επόμενη μέρα που συνέλαβαν τον πατέρα της οι αστυνομικοί, τής ζητήσαν να τούς δώσει κατάθεση και αυτή πήγε αμέσως στο σταθμό και έδωσε κατάθεση. Ερωτηθείσα για τους λόγους που ώθησαν την παραπονούμενη να προβεί στην υπό κρίση καταγγελία, αυτή ανέφερε ότι, κατά την άποψη της, η παραπονούμενη προέβη στην καταγγελία για να κερδίσει την ελευθερία της και για να μη δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Όταν της τέθηκε ότι η παραπονουμένη ήταν ενήλικη και θα μπορούσε να έφευγε η μάρτυρας απάντησε ότι ο λόγος που δεν το έπραξε ήταν διότι δεν είχε το θάρρος. Πιθανολόγησε επίσης η παραπονούμενη να παρασύρθηκε ή για άλλους λόγους που η ίδια δεν γνώριζε. Η Ε.Σ., Μ.Υ.3, είναι σύζυγος του κατηγορούμενου και μητέρα της παραπονούμενης. Η μάρτυρας έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία την 26.12.2016, Τεκμήριο 19, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασής της. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στην πιο πάνω κατάθεση, η μάρτυρας ήταν απόλυτα σίγουρη ότι ο σύζυγος της, ήτοι ο κατηγορούμενος, ουδέποτε είχε «πειράξει» τη θυγατέρα της. Οι σχέσεις της παραπονούμενης με τον πατέρα της ήταν πάντα πολύ καλές, όπως ήταν και με τα άλλα παιδιά του. Όταν η παραπονουμένη ήταν περίπου 19 ετών, η μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι της έλεγε ψέματα και ότι είχε σχέσεις με κάποιο αγόρι. Της είπε τότε ότι θα την έπαιρνε σε γυναικολόγο για να διαπιστώσει κατά πόσο είχε ολοκληρωμένες σχέσεις ή όχι. Μετά την πιο πάνω συνομιλία η μάρτυρας έφυγε από το σπίτι, πήγε να ψωνίσει και όταν επέστρεψε βρήκε την κόρη της Τ., Μ.Υ.2 να κλαίει. Η μάρτυρας τη ρώτησε το λόγο και αυτή τής είπε ότι η παραπονούμενη τής είχε πει ότι «ο παπάς της τη βίαζε από 12 χρονών». Η μάρτυρας ρώτησε τότε την παραπονούμενη αν αυτό ευσταθούσε, η τελευταία όμως δεν απαντούσε. Στη συνέχεια επικοινώνησε με το σύζυγο της, τον κατηγορούμενο και τού ζήτησε να επιστρέψει σπίτι. Όταν αυτός επέστρεψε, η μάρτυρας τον ενημέρωσε για την αποκάλυψη της παραπονούμενης και αυτός έμεινε άφωνος. Η μάρτυρας ζήτησε από την παραπονούμενη να της πει την αλήθεια και να μην φοβηθεί, η τελευταία παραδέχθηκε τότε ότι έκαμε λάθος και ότι ανέφερε το συγκεκριμένο γεγονός για τον πατέρα της καθότι φοβήθηκε ότι θα την έπαιρνε στο γιατρό. Της αποκάλυψε επίσης ότι είχε πάει με κάποιο αγόρι στο γυμνάσιο, στα αποχωρητήρια και δεν ήταν παρθένα. Τα πιο πάνω τής τα είπε την επόμενη μέρα, μετά που ήρθε ο γιος της από το στρατό και μίλησε μαζί με την παραπονούμενη. Η παραπονούμενη απολογήθηκε για το ψέμα της. Στην ίδια κατάθεση η μάρτυρας έκανε αναφορά στο επεισόδιο που έλαβε χώρα μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, λίγες μόνο μέρες πριν την καταγγελία. Τη συγκεκριμένη μέρα χιόνιζε στο χωριό και ως εκ τούτου η μάρτυρας τηλεφώνησε στην παραπονουμένη να επιστρέψει νωρίς στο σπίτι και να μην κάνει δεύτερη βάρδια. Η παραπονούμενη αρνήθηκε να το πράξει και της είπε «έννεν ότι θέλεις εσύ που θα γίνει». Μετά από κάποια ώρα και όταν το χιόνι είχε στοιβάξει, η Μ.Υ.3 επικοινώνησε με τη «μαστόρισσα» της παραπονούμενης και την παρακάλεσε να την αφήσει να σχολάσει νωρίτερα, λόγω του χιονιού. Τελικά η παραπονούμενη σχόλασε και επέστρεψε στο σπίτι της η ώρα 5:00 μ.μ.. Όταν επέστρεψε, ξέσπασε πάνω στη μάρτυρα, τής θύμωσε και τη ρώτησε «γιατί ανακατευόταν στη ζωή της και έπιανε τηλέφωνο». Η μάρτυρας τής εξήγησε ότι το έκανε για το καλό της. Όταν επέστρεψε και ο κατηγορούμενος στο σπίτι, τής εξήγησε και αυτός, με καλό τρόπο, ότι αυτό που είχε κάνει η μάρτυρας ήταν για το καλό της, για να μην κινδυνέψει η ζωή της στο δρόμο. Η παραπονούμενη όμως δεν αντιλαμβανόταν αυτά που της έλεγαν, φώναζε ότι δεν έπρεπε να επεμβαίνουν στη ζωή της. Ο κατηγορούμενος της είπε, μεταξύ άλλων, ότι δεν θα έπρεπε να την εκμεταλλεύονται στη δουλειά και ότι δεν θα έπρεπε να δουλεύει τόσες ώρες. Αυτή φώναζε ότι έπρεπε να δουλεύει και στη συνέχεια τού είπε με έντονο ύφος ότι, «θα έκαμνε ότι ήθελε με τη ζωή της» και τού έλεγε επίσης με προκλητικό τρόπο «αν θέλεις κτύπα με». Τότε ο κατηγορούμενος της έδωσε ένα «πάτσο». Όταν της έδωσε τον 'πάτσο' ήταν παρούσα και η Τ., Μ.Υ.
  29. Μετά από αυτό, ο κατηγορούμενος έκλαιγε και αναρωτιόταν τι τον ώθησε να τη δείρει εφόσον ποτέ δεν είχε δείρει τα παιδιά του. Πήγε στο δωμάτιο της παραπονούμενης και τής είπε ότι αυτή τον είχε αναγκάσει να τη χτυπήσει και της απολογήθηκε. Η παραπονούμενη δέχτηκε την απολογία του. Αργότερα η παραπονούμενη είπε στη μάρτυρα και στην Τ., Μ.Υ.2, ότι «θα κατάστρεφε» αυτό τον άνθρωπο. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία της Μ.Υ.3 δεν έπαιρνε ποτέ μόνη της την παραπονούμενη μαζί του στη δουλειά, ούτε στο χωράφι. Όταν έτυχε να πάνε στο χωράφι ήταν όλη η οικογένεια εκεί. Η μάρτυρας περιέγραψε τον κατηγορούμενο με τα καλύτερα λόγια, επρόκειτο για ένα πολύ καλό πατέρα και σύζυγο. Η παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με τη Μ.Υ.3, είχε αδυναμία στον πατέρα της, ήτοι τον κατηγορούμενο. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου επανέλαβε τα προτερήματα του συζύγου της. Τον χαρακτήρισε ως ένα καλό άνθρωπο και οικογενειάρχη που εργαζόταν πολύ σκληρά, έκανε τρεις δουλειές για να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειας του. Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι η ίδια δεν καυγάδιζε και δεν τσακωνόταν με τον κατηγορούμενο, σε κάποιες περιπτώσεις συζητούσαν για ασήμαντα πράγματα, όπως ήταν το οικονομικό, σε καμία περίπτωση όμως δεν τσακώθηκαν «υπερβολικά» ή με φωνές. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε και για τις προσωπικές σχέσεις της ιδίας και του συζύγου της, ήτοι του κατηγορούμενου. Κατέθεσε ότι έχουν πολύ καλές και συχνές σεξουαλικές επαφές. Κατά την επαφή τους, αυτός δεν παίρνει οποιεσδήποτε προφυλάξεις αλλά εκσπερματώνει πάντα έξω σε χαρτί. Διευκρίνισε ότι αυτή την πληροφορία δεν την γνώριζαν τα παιδιά τους καθότι το θεωρούσε ντροπή να λένε τέτοιες κουβέντες. Ζητήθηκε τότε από τη μάρτυρα να εξηγήσει πώς γνώριζε η παραπονούμενη ότι ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωνε με τον τρόπο που περιέγραψε. Παρενθετικά υπενθυμίζουμε ότι η παραπονούμενη είχε καταθέσει ότι όταν τη βίαζε ο κατηγορούμενος αυτός ουδέποτε χρησιμοποιούσε προφυλακτικά και εκσπερμάτωνε πάντα μέσα σε ένα χαρτί. Η μάρτυρας έδωσε τις πιο κάτω απαντήσεις, τις οποίες θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσιες: «A. Ναι, αλλά τι σημασία έχει η δική μου, τι έκαμνα εγώ με τον σύζυγο μου τζιαι το ίδιο είπε το η Θ.; Δηλαδή η Θ. όταν επήε με οποιονδήποτε άλλον και χωρίς προφυλάξεις, sorry δηλαδή που μιλούμε έτσι, αν το έκαμνε στο χαρτί σημαίνει επειδή ήταν η ευκαιρία για τον παπά της-- Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Τι εννοείτε; Είναι συχνό κάποιος που δεν παίρνει προφύλαξη να εκσπερματώνει μέσα σε χαρτί; Αυτή είναι η θέση σας; Μάρτυρας: Όχι, γιατί αν ο άντρας μου, τούτο έκαμνε και η Θ. το ίδιο έκαμνε με κάποιον από τους φίλους της που ξέρουμε ότι ήταν μαζί του, σημαίνει έπρεπε να το συνδυάσουμε ότι έτσι κάμνει και ο παπάς της; Μπορεί η Θ. να κάμνει λάθος για μένα και τον σύζυγο μου, να παίρνουμε προφυλάξεις για εμάς.» Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της, υποβλήθηκε σ' αυτήν ότι η παραπονούμενη γνώριζε για τον τρόπο που εκσπερμάτωνε ο κατηγορούμενος καθότι «τα έχει ζήσει από πρώτο χέρι» λόγω των βιασμών. Παραθέτουμε αυτούσια την απάντηση που έδωσε η μάρτυρας: «E. Και είναι περαιτέρω η θέση μου ότι η Θ. γνωρίζει για τον τρόπο που ο σύζυγος σας ολοκληρώνει, λόγω του ότι τα έχει ζήσει από πρώτο χέρι λόγω των βιασμών και δεν είναι επειδή συγχύστηκε όπως ισχυριστήκατε. A. Ε ναι, τούτο αφού απάντησα το πριν. Δηλαδή πρέπει τώρα να πιστέψουμε στη Θ. τι είπε ή τι μπορεί να γίνετουν με οποιονδήποτε είπα; Δηλαδή, συγγνώμη, τζιαι δεν είναι για τούτα να τα λέουμε στο Δικαστήριο. Δηλαδή τούτο το πράγμα με το χαρτί μόνο ο άντρας μου μπορεί να το κάμνει ή οποιοσδήποτε άλλος; Επειδή είναι μόνο ο άντρας μου σημαίνει ενόχλησε την κόρη του γιατί έτσι είπε η Θ.;» Οι σχέσεις της με την παραπονούμενη, όπως και με τα υπόλοιπα παιδιά της ήταν «πάρα πολλά καλές». Συνήθιζαν να πηγαίνουν μαζί για ψώνια ή για περίπατο και ήταν, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «πολλά μαζί της». Περίγραψε και το πρόγραμμα εργασίας του κατηγορουμένου ως επίσης και τις δικές της καθημερινές ασχολίες και συνήθειες. Ο κατηγορούμενος από το πρωί μέχρι η ώρα 3:00 μ.μ. εργαζόταν στο Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧ, επέστρεφε στο σπίτι του η ώρα 4:00 μ.μ., έμενε εκεί για 10 λεπτά περίπου και στη συνέχεια πήγαινε στις δικές του δουλειές, είτε στα καλούπια, είτε στο ζεύγος των ηλικιωμένων για να τους βοηθήσει με διάφορες εργασίες, είτε στο χωράφι του. Το μεσημέρι, η ώρα 12:00, πήγαινε σπίτι για φαγητό και έφευγε μισή ώρα αργότερα, γιατί το διάλειμμα του ήταν μεταξύ 12:00 και 12:
  30. Όταν ο σύζυγος της πήγαινε σπίτι για φαγητό, η ίδια ήταν πάντα εκεί. Ενώ ο σύζυγος της εργαζόταν στο Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧ, αυτή ήταν σπίτι και ασχολείτο με τις οικιακές εργασίες. Ετοίμαζε φαγητό για το σύζυγο της που επέστρεφε τ μεσημέρι και άλλο φαγητό για τα παιδιά της, που επέστρεφαν στο σπίτι αργότερα. Σε κάποιες περιπτώσεις επισκεπτόταν το ζεύγος των ηλικιωμένων, αυτό γινόταν όμως όταν ο σύζυγος της ήταν κι εκείνος εκεί. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας της, είπε ότι πήγαινε για ψώνια μία φορά την εβδομάδα, στη Λεμεσό, μαζί με το σύζυγο της. Δεν συνήθιζε να πηγαίνει επισκέψεις σε γειτόνισσες της γιατί αυτές εργάζονταν. Η παραπονούμενη σπάνια πήγαινε με τον κατηγορούμενο μόνη της στα χωράφια όταν ήταν μικρή. Η μάρτυρας πιθανολόγησε ότι αυτό μπορεί να συνέβη μία δύο φορές, κατέθεσε όμως ότι σε κάποιες περιπτώσεις έτυχε να πάνε όλοι μαζί στα χωράφια για να φυτέψουν. Όταν η παραπονούμενη πήγε στο γυμνάσιο και ξεκίνησαν τα φροντιστήρια και στη συνέχεια άρχισε να εργάζεται, αυτή δεν είχε καθόλου χρόνο για τέτοιες εργασίες. Ο κατηγορούμενος πήγαινε στα χωράφια συνήθως

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.