← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ABDULRAZAK, Αρ. Υπόθεσης: 11304/19, 23/9/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ABDULRAZAK, Αρ. Υπόθεσης: 11304/19, 23/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11304/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού -εναντίον- ABDULRAZAK XXXXX Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23.9.2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αναστασίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Λυσάνδρου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής κρίθηκε ένοχος σε έξι συνολικά αδικήματα. Πιο συγκεκριμένα παραδέχθηκε τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), της πλαστογραφίας (2η και 3η κατηγορία), της πλαστοπροσωπίας (4η κατηγορία), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (5η κατηγορία) και της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις (6η κατηγορία). Τα γεγονότα, ως αυτά εκτέθηκαν από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και κρίνω ότι δεν χρειάζεται η επανάληψη τους, καθώς με εξαίρεση ένα γεγονός στο οποίο θα αναφερθώ αμέσως πιο κάτω δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της αγόρευσης του για μετριασμό της ποινής επισήμανε ότι την 01.06.19 ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε μαζί με τον εργοδότη του στις αστυνομικές αρχές. Σε σχέση με τα υπόλοιπα γεγονότα περιορίζομαι να αναφέρω ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν σε άγνωστη ημερομηνία το έτος

  1. Τα πλαστά έγγραφα που κατάρτισε ο Κατηγορούμενος συνίστανται σε ένα Συριακό διαβατήριο και μία Συριακή ταυτότητα. Το τελευταίο έγγραφο τέθηκε σε κυκλοφορία από τον Κατηγορούμενος ο οποίος παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο με σκοπό καταδολίευσης του Αστ.
  2. Επίσης, ο Κατηγορούμενος εσκεμμένα και με ψευδείς παραστάσεις εξασφάλισε εγγραφή και άδεια παραμονής στη Δημοκρατία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία του Κατηγορούμενου και την έμπρακτη μεταμέλεια του όπως αυτή προκύπτει μέσα από την άμεση παραδοχή του τόσο ενώπιον των ανακριτικών αρχών όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ο κ. Λυσάνδρου ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε πλήρως με τις αστυνομικές αρχές αφού ουσιαστικά μέσα από τη δική του μαρτυρία στοιχειοθετήθηκαν τα επίδικα αδικήματα. Αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου υιοθέτησε το περιεχόμενο σχετικής κοινωνικοοικονομικής έκθεσης η οποία ετοιμάστηκε μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τους λόγους που οδήγησαν τον Κατηγορούμενο στη διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος κατάγεται από τη Συρία, ήταν μέλος ένοπλης ομάδας η οποία αντιστεκόταν σε Τζιχαντιστές οι οποίοι κατέλαβαν το χωριό στο οποίο διέμενε με την οικογένεια του. Ο πατέρας του έχασε τη ζωή του λόγω της εμφύλιας σύρραξης στη Συρία, ενώ δύο αδέλφια του τα οποία επίσης συμμετείχαν στην ένοπλη ομάδα που αντιστεκόταν κατά των Τζιχαντιστών τραυματίστηκαν. Ο τραυματισμός μάλιστα του ενός ήταν σοβαρός αφού έχασε το πόδι του. Στη βάση των προαναφερόμενων ιδιαίτερων περιστάσεων του Κατηγορούμενου ο κ. Λυσάνδρου κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιδείξει την μέγιστη δυνατή επιείκεια. Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο καταλήξει ότι η μόνη ενδεδειγμένη ποινή είναι η στέρηση της ελευθερίας του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια διατάξει την αναστολή έκτισης ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης. Αναμφίβολα τα υπό τιμωρία αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Οι πρόνοιες των άρθρων 333(α), 335 και 339 του Κεφ.154 είναι ενδεικτικές της σοβαρότητας των αδικημάτων της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, καθώς χαρακτηρίζονται ως κακούργημα και τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη. Εξίσου σοβαρό είναι και το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις το οποίο τιμωρείται επίσης με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη. Για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 2 χρόνια ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.500 ή και τις δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα που προσδίδεται στο έγκλημα από τον νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται μαζί με τα γεγονότα της υπόθεσης και λαμβάνεται υπόψη τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της. Άλλωστε, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ 632, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων έχει επισημανθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες μάλιστα τονίστηκε η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε ορισμένες αποφάσεις που σχετίζονται με τα υπό τιμωρία αδικήματα, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι απλά ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Στην υπόθεση Yoganayagam Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 324 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στα αδικήματα, μεταξύ άλλων, της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών. Ο εφεσείων επιθυμούσε διακαώς να εγκαταλείψει τη χώρα του για να αποφύγει την καταπίεση που υφίσταντο στην χώρα του τα μέλη της κοινότητας στην οποία ανήκε. Το Εφετείο αποφάσισε ότι τα όσα λέχθηκαν εκ μέρους του εφεσείοντα από τον δικηγόρο του ως προς την αγωνιώδη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο ίδιος και η οικογένειά του στην πατρίδα του δεν ήταν ικανά ούτε να διαγράψουν την σοβαρότητα του αδικήματος της χρήσης πλαστού διαβατηρίου, ούτε να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του. Με γνώμονα δε ότι η αποτροπή τέτοιων αδικημάτων στην περίπτωση της Κύπρου έχει ιδιαίτερη σημασία το Εφετείο διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεχε λόγος που να δικαιολογεί επέμβασή του στην επιβληθείσα ποινή. Στην υπόθεση Borislav Petrov Borisov v. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2004)2 Α.Α.Δ 204 ο εφεσείων, που ήταν Βουλγάρικης καταγωγής και παντρεμένος με τρία παιδιά, εισήλθε στην Κύπρο όντας απαγορευμένος μετανάστης χρησιμοποιώντας πλαστό Ελληνικό διαβατήριο. Πέτυχε είσοδο χρησιμοποιώντας το πιο πάνω πλαστό διαβατήριο το οποίο είχε αποκτήσει παράνομα αφού γνώριζε ότι το Βουλγάρικό του όνομα βρισκόταν στον κατάλογο των ανεπιθύμητων επισκεπτών. Καταδικάσθηκε κατόπιν παραδοχής στα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και του απαγορευμένου μετανάστη και του επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών. Οι ποινές επικυρώθηκαν από το Εφετείο το οποίο υπέδειξε ότι υπό το φως της όλης συμπεριφοράς του εφεσείοντα συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που αυτός είχε επιδείξει και κατά το παρελθόν στον τόπο μας, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως εντελώς απαράδεκτη, οι επιβληθείσες ποινές θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν και ως επιεικείς. Επίσης στην Eurgan Ali Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 661 ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα διαβατηρίου καθώς επίσης και της πλαστοπροσωπίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινές φυλακίσεως 9 και 5 μηνών που επιβλήθηκαν πρωτόδικα. Περαιτέρω, στην υπόθεση Thuo David William v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 431 επικυρώθηκε ποινή 9 μηνών φυλάκισης παρότι κρίθηκε επιεικής από το Εφετείο σε αλλοδαπό που χρησιμοποίησε και επέδειξε πλαστό διαβατήριο στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να μεταβεί από την Κύπρο στην Αγγλία. Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών τονίστηκε και στην Khaknegad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 192, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης 3 μηνών στην κατηγορία για πλαστοπροσωπία μαζί με άλλες ποινές με ανώτατη αυτή των 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα της πλαστογραφίας διαβατηρίου. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών τονίστηκε και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Rachoo και Αστυνομία
(2014)2Β Α.Α.Δ 644 στην οποία επικυρώθηκαν οι ποινές φυλάκισης 12 μηνών για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και 5 μηνών για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Ως εκ των ανωτέρω η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι δεδομένη, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Η προαναφερόμενη διαπίστωση δεν εξασθενεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Εν προκειμένω προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: Την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου τόσο ενώπιον των ανακριτικών αρχών όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). Τη συνεργασία του με την αστυνομία. Την έμπρακτη μεταμέλεια του Κατηγορούμενου όπως αυτή αναδύεται τόσο μέσα από την άμεση παραδοχή του όσο και με τη συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές. Αν δεν υπήρχε η συνεργασία του Κατηγορούμενου ενδεχομένως σήμερα να μην ήταν αντιμετώπος με τα υπό τιμωρία αδικήματα. Το λευκό ποινικό μητρώο του. Το σχετικά νεαρό της ηλικίας του. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του ως αυτές καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και αναπτύχθηκαν περαιτέρω από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα υπό τιμωρία αδικήματα και ειδικότερα το γεγονός ότι από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι σκοπός του Κατηγορούμενου δεν ήταν η αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι ωστόσο τέτοιας έκτασης και βαθμού που να επισκιάζουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων. Επομένως αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα και, από την άλλη, τους μετριαστικούς παράγοντες που εκτέθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες και τούτο έχοντας κατά νου ότι ποινή φυλάκισης επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στο πρόσωπο του Κατηγορουμένου επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία δεν θα επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή. Όπως υποδείχθηκε στην Χασσάν ν. Δημοκρατίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 742, δεν συνίσταται η επιβολή ποινής στο αδίκημα της συνωμοσίας και στα ουσιαστικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται κάποιος ότι συνωμότησε προς διάπραξη τους. Στις κατηγορίες 2, 3, 5 και 6 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στην κατηγορία 4 ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω ποινών. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της ( Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ 373) Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Στην Αργυρίδης κ.α ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449, αλλά και στην πιο πρόσφατη Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφ. Αρ.27/16 ημερ. 19.07.16 τονίστηκε ότι η σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και η αποτρεπτικότητα της ποινής αφορούν στο είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλει το Δικαστήριο. Τα όρια όμως της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής, δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το Δικαστήριο έχει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει αν η αναστολή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε Κατηγορούμενου. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρώ ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μίας δεύτερης ευκαιρίας στον Κατηγορούμενο. Αυτό διότι ο Κατηγορούμενος με την συνεργασία του με την αστυνομία και την άμεση παραδοχή του επέδειξε εμπράκτως τη μεταμέλεια του. Υπογραμμίζω ότι η συνεργασία του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση ήταν ουσιαστικής σημασίας για τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων. Τα προαναφερόμενα σε συνάρτηση με το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αντικρίσει την επίδικη παραβατική συμπεριφορά ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Συνακόλουθα η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Εναπόκειται πλέον στον Κατηγορούμενο να αδράξει την ευκαιρία που του δίδεται σήμερα και να μην διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα επιδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο έμπρακτα τον σεβασμό του στην χώρα που τον φιλοξενεί και στους πολίτες της. (Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). Τα Τεκμήρια και το έντυπο με τα αποτυπώματα του Κατηγορούμενου να κατασχεθούν και να καταστραφούν, με εξαίρεση το γνήσιο διαβατήριο του Κατηγορούμενου σε σχέση με το οποίο δίδονται οδηγίες όπως του επιστραφεί. Οι όροι που τέθηκαν για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του Κατηγορούμενου ακυρώνονται. Το ποσό των €1.500 που κατατέθηκε από τον Κατηγορούμενο να του επιστραφεί. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, πλαστογραφία, πλαστοπροσωπίας, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.