← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ζαχαρία, Αρ. Υπόθεσης: 13005/19, 18/8/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ζαχαρία, Αρ. Υπόθεσης: 13005/19, 18/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13005/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον xxxxxx Ζαχαρία Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 18.9.2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Αναστασίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Αρμεύτης Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Kατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος σε αδικήματα που αφορούν την κατοχή, χρήση και εμπορία ναρκωτικών ουσιών, καθώς και σε μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Συγκεκριμένα ο Kατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στις 21.6.19 κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α και Β (κατηγορίες υπ΄ αρ. 1 και 2 αντίστοιχα), ως επίσης και ότι κατείχε τις προαναφερόμενες ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (κατηγορίες υπ΄ αρ. 3 και 4 αντίστοιχα). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 - 4 το ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α ήταν κοκαΐνη βάρους 26,42 γραμμαρίων και το ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β ήταν κάνναβη βάρους 199,77 γραμμαρίων. Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία παράνομα χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α και κάπνισε φυτό κάνναβης (κατηγορίες υπ΄ αρ. 5 και 6 αντίστοιχα). Επίσης, παραδέχθηκε ότι κατά την ίδια ημερομηνία απέκτησε και κατείχε το χρηματικό ποσό των €1.160 το οποίο αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος (κατηγορία υπ΄ αρ. 7). Τέλος, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι στις 10.10.17 κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 0,04 γραμμάρια κάνναβης, και ότι κατά την ίδια ημερομηνία κάπνισε κάνναβη. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση γεγονότων (δέσμη Τεκμηρίου Α), δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής και δεν θεωρώ σκόπιμη την επανάληψή τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου στην αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής αναγνώρισε τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων. Ο κ. Αρμεύτης επικεντρώθηκε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων τονίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος, ως χρόνιος χρήστης παράνομων ουσιών, ενήργησε υπό την επήρεια άλλων προσώπων και ουσιαστικά υπήρξε απλός μεταφορέας των ουσιών και των χρημάτων σε άλλα πρόσωπα με μόνο όφελος την εξασφάλιση της δόσης του. Ο ρόλος επομένως που διαδραμάτισε ο Κατηγορούμενος δικαιολογεί την επίδειξη επιείκειας από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή και την έμπρακτη μεταμέλεια του πελάτη του η οποία καταμαρτυρείται τόσο από την παραδοχή του όσο και από την ένταξη του σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Επίσης, αναφέρθηκε και στις δυσμενείς προσωπικές περιστάσεις του και τα προβλήματα ψυχικής υγείας όπως αυτά εμφαίνονται στη σχετική κοινωνικοοικονομική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και στην ιατρική έκθεση - Τεκμήριο Β. Καταληκτικά ο κ. Αρμεύτης κάλεσε το Δικαστήριο στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια στο πρόσωπο του Κατηγορουμένου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή, χρήση και εμπορία ναρκωτικών ουσιών διαφαίνεται από τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 3 - 6 και 9 προβλέπεται δια βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, για το αδίκημα της κατηγορίας 1 προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές και για τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 8 ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια, ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Σοβαρό επίσης είναι και το αδίκημα της κατηγορίας υπ' αρ.7 για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 χρόνων ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1991)2 Α.Α.Δ 264). Είναι καλά γνωστό ότι τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά επιφέρουν ολέθριες συνέπειες, καθώς μπορούν να οδηγήσουν στη φυσική, ψυχική και οικονομική καταστροφή των συνανθρώπων μας που μπλέκονται στα δίχτυα τους. Οι καταστροφικές προεκτάσεις της χρήσης ναρκωτικών έχουν επισημανθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες τονίστηκε ως αδήριτη ανάγκη η πάταξη του εν λόγω φαινομένου. Παράλληλα, η νομολογία υποδεικνύει ότι στον αγώνα που διεξάγεται κατά των ναρκωτικών τα Δικαστήρια έχουν να διαδραματίσουν τον δικό τους κατασταλτικό κυρίως ρόλο μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Οι αρχές που τέθηκαν από τη νομολογία σε σχέση με την αντιμετώπιση αδικημάτων αυτής της φύσης συγκεφαλαιώνονται στην υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B110, Ποιν. Εφ. Αρ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις κατοχής ναρκωτικών ουσιών και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής τέτοιων ουσιών με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα, τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών. Δεν είναι χωρίς σημασία να τονιστεί ότι το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Πέραν τούτου, λαμβάνονται βεβαίως υπόψη οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος αλλά και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στα πλαίσια εξατομίκευσης της κάθε ποινής. Προεξάρχουσας όμως σημασίας είναι η αποτροπή προς τον σκοπό προστασίας του κοινωνικού συνόλου, στοιχείο που υπαγορεύει παροχή περιορισμένης σημασίας στις προσωπικές συνθήκες και περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Είναι επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμα αυστηρότερων (Selmani κα ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B469, Ποιν. Εφ. 235/13 κα, ημερ. 5.10.2016).» Η σοβαρότητα επομένως των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι δεδομένη, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Εν προκειμένω προς τον σκοπό εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: Την άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). · Τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, ιδιαίτερα όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 5, 6 και 9. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, τα προαναφερόμενα αδικήματα προέκυψαν από την ομολογία του Κατηγορούμενου. Αν δεν υπήρχε η ομολογία του Κατηγορούμενου ενδεχομένως τα προαναφερόμενα αδικήματα να μην περιλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο. Τονίζω ωστόσο ότι η σημασία της συνεργασίας του Κατηγορούμενου με την αστυνομία θα αποκτούσε βαρύνουσα σημασία εάν ο τελευταίος αποκάλυπτε τα πρόσωπα που είχαν πρωτεύοντα ρόλο στα υπό τιμωρία αδικήματα (Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας Πολ. Έφεση 222/14 ημερ.22.11.15). · Την προσπάθεια που καταβάλλει ο Κατηγορούμενος για απεξάρτηση, όπως αυτή επιβεβαιώνεται από την ιατρική έκθεση που ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτή ο Κατηγορούμενος εντάχθηκε στο πρόγραμμα απεξάρτησης ΔΑΝΑΗ στο Τμήμα Φυλακών αναγνωρίζοντας τις συνέπειες της εξάρτησης του από ναρκωτικές ουσίες τόσο στον ίδιο, όσο και στην οικογένεια του. Η απεξάρτηση ή η προσπάθεια απεξάρτησης αξιολογείται ως μετριαστικός παράγοντας αφού δεικνύει αλλαγή στάσης ζωής (βλ. άρθρο 30
(4)(β)(v) Ν.29/77). · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. · Τα ψυχιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, τα οποία εμφαίνονται στο Τεκμήριο Β. Η ψυχοπνευματική κατάσταση (mental state) ενός Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής εφόσον αυτή μειώνει το αίσθημα ευθύνης του ή εμποδίζει τον αποτελεσματικό έλεγχο παρορμητικών ενεργειών του. Πρόσωπα που πάσχουν από διανοητικά προβλήματα ή προβλήματα ψυχικής υγείας δικαιούνται στην επίδειξη επιείκειας ένεκα της μειωμένης αντίληψης των πράξεών τους και των συνεπειών που αυτές επιφέρουν (Sentencing in Cyprus 2η έκδοση, Γ.Μ. Πική, σελίδες 66-67 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Επίσης στην υπόθεση Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 430 επισημάνθηκε ότι τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα ενός παραβάτη συνυπολογίζονται κατά την επιλογή της κατάλληλης ποινής και επιμέτρησης της. · Τις σχετικά μικρές ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών. · Την απουσία των περιστάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 30
(4)(α) του Ν.29/77 και οι οποίες, αν υπήρχαν, θα καθιστούσαν τα αδικήματα ως ιδιαίτερα σοβαρά (άρθρο 30
(4)(β)(vii) Ν.29/77). · Τέλος, όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 8 και 9 προσμετρώ το γεγονός ότι από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου παρήλθε χρόνος πέραν του 1,5 έτους. Τα ελαφρυντικά ωστόσο του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Πολύ δε περισσότερο από τη στιγμή που στα αδικήματα περιλαμβάνονται και κατηγορίες για κατοχή με σκοπό την προμήθεια. Ο Κατηγορούμενος με αυτόν τον τρόπο κατέστησε τον εαυτό του «εργαλείο» δια του οποίου θα διοχετεύονταν ναρκωτικά σε τρίτα πρόσωπα. Δεν είναι επίσης χωρίς σημασία και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα. Ασφαλώς δεν θα τιμωρηθεί για δεύτερη φορά για τα εν λόγω αδικήματα, ωστόσο οι προηγούμενες καταδίκες περιορίζουν τα περιθώρια επιείκειας καθώς αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του Κατηγορουμένου προς τους νόμους της Πολιτείας (Δημοκρατία ν. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ 1). Συνεπώς τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν εκτεθεί θα ληφθούν υπόψη όσον αφορά το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί όχι όμως και το είδος της. Υπό τις περιστάσεις, έχοντας υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα κρίνω ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στις κατηγορίες υπ' αρ.1 και 2 δεν θα επιβάλω ποινή, καθώς τα γεγονότα τους περιλαμβάνονται στις κατηγορίες 3 και 4 αντίστοιχα. Στην κατηγορία υπ' αρ.3 ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην κατηγορία υπ' αρ.4 ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην κατηγορία υπ' αρ.5 ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στις κατηγορίες υπ' αρ.6 , 7 και 9 ποινή φυλάκισης 2 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στην κατηγορία υπ' αρ. 8 δεν θα επιβάλω ποινή, καθώς τα γεγονότα της περιλαμβάνονται σε αυτά της κατηγορίας υπ' αρ.9. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης θα εξετάσω, έστω κι αν δεν υποβλήθηκε σχετική εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης τους. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: « Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τη διεργασία που θα πρέπει να ακολουθεί το Δικαστήριο όταν εξετάζει το ενδεχόμενο αναστολής ποινής φυλάκισης. «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην προκείμενη περίπτωση θεωρώ ότι τόσο οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όσο και οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων δεν δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν. Τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών δεν θα αντικατόπτριζε σωστά την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία στην προκείμενη περίπτωση αποκτά αυξανόμενη σημασία ενόψει του ότι τα ναρκωτικά κατέχονταν με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Συνεπώς η αναστολή των ποινών φυλάκισης θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα τόσο σε επίδοξους νέους παραβάτες, όσο και στον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Επομένως το δημόσιο συμφέρον προστάζει, κατά την άποψη, την άμεση εκτέλεση των ποινών. Ως χρόνος έναρξης έκτισης των ποινών φυλάκισης λογίζεται η 28.6.19, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Όσον αφορά τα Τεκμήρια διατάσσεται όπως κατασχεθούν και καταστραφούν, με εξαίρεση το ποσό των €1.160 το οποίο να κατασχεθεί και να δοθεί στο Κέντρο Προληπτικής Παιδιατρικής. (Υπ.) .................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.