Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Smith κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21976/16, 9/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B46 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21976/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον
- XXX Smith
- ΧΧΧ Morag Κατηγορούμενων ------------------------ Ημερομηνία: 9 Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεμιστοκλέους μαζι με κ. Σ. Αργυρού Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: αυτοπροσώπως Κατηγορούμενοι παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού την πρώτη κατηγορία που αφορά την εγκατάλειψη παιδιού κάτω των 16 ετών, κατά τρόπο που πιθανόν να προκαλούσε σε αυτό ταλαιπωρία, πόνο ή τραυματισμό, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 54 του περί Παίδων Νόμου, Κεφ. 352, όπως αυτό τροποποιήθηκε και το Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι Κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, ενώ είχαν τη φροντίδα του παιδιού τους που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ηλικίας 3 ετών, το εγκατέλειψαν μόνο του σε δρόμο του χωριού, κατά τρόπο που πιθανόν να προκαλείτο σε αυτό ταλαιπωρία, πόνος ή τραυματισμός. Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει ξεχωριστά από μόνος του την 4η κατηγορία, την επίθεση κατά οργάνου της τάξεως κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του Άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, επιτέθηκε κατά του οργάνου τηρήσεως της τάξεως που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του και η 5η κατηγορία αφορά αντίσταση κατά νομίμου συλλήψεως, κατά παράβαση του Άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο πρώτος Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο επιτέθηκε κατά του ατόμου που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, με σκοπό τη ματαίωση της νομίμου συλλήψεώς του για ποινικό αδίκημα. Η 8η κατηγορία αφορά το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του Άρθρου 91(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο πρώτος Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, προκάλεσε το άτομο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, προκαλώντας τρόμο, απειλώντας τον με βία, δηλαδή τον απείλησε με τη φράση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 54 του περί Παιδίων Νόμου Κεφ. 352, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: Cruelty to persons under sixteen 54.-
(1)If any person who has attained the age of sixteen years and has the custody, charge or care of any child under that age, wilfully assaults, ill-treats, neglects, abandons or exposes him or causes or procures him to be assaulted, ill-treated, neglected, abandoned or exposed in a manner likely to cause him unnecessary suffering or injury to health (including injury to or loss of sight, or hearing, or limp or organ of the body and any mental derangement) that person shall be guilty of an offence and shall be liable to imprisonment not exceeding one year or to a fine not exceeding £1000 or to both such imprisonment and fine.
(2)For the purposes of this section- (
- a)a parent or other person legally liable to maintain a child shall be deemed to have neglected him in a manner likely to cause injury to his health if he has failed to provide adequate food, clothing, medical aid or lodging for him or if, having been unable otherwise to provide such food, clothing or medical aid, he failed to take other steps to procure it; (
- b)where it is proved that the death of an infant under three years of age was cause by suffocation (not being suffocation caused by disease or the presence of any foreign body in the throat or air passages of the infant) while the infant was in bed with some other person who has attained the age of sixteen years that other person shall, if he was, when he went to bed, under the influence of drink, be deemed to have neglected the infant in a manner likely to cause injury to its health.
(3)A person may be convicted of an offence under this section- (
- a)notwithstanding that actual suffering or injury to health or the likelihood of actual suffering or injury to health was obviated by the action of another person; (
- b)notwithstanding the death of the child in question.
(4)If it is proved that a person convicted under this section was directly or indirectly interested in any sum of money accruing or payable in the event of the death of the child and had knowledge that that sum of money was accruing or becoming payable then the sum payable shall be forfeited by the Court and the maximum amount of fine which may be imposed under this section shall be .1500 and the Court shall have power in lieu of awarding any other penalty under this section to sentence the person convicted to imprisonment not exceeding five years.
(5)For the purposes of subsection
(4)- (
- a)a person shall be deemed to be directly or indirectly interested in a sum of money if he has any share in or any benefit from the payment of that money, notwithstanding that he may not be a person to whom it is legally payable; and (
- b)a copy of a policy of insurance certified to be a true copy by an officer or agent of the insurance company granting the policy, shall be evidence that the child therein stated to be insured has in fact been so insured and that the person in whose favour the policy has been granted is the person to whom the money thereby insured is legally payable. Το άρθρο φαίνεται να είναι πανομοιότυπο με αντίστοιχο του αγγλικού νόμου Children and Young Persons Act 1933 όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στο Halsbury´s Laws of England, 4η έκδ. Τόμος 11
(1)παρ. 537. Το αδίκημα κατ' ακρίβειαν τιτλοφορείται "σκληρότητα ("cruelty") προς πρόσωπα κάτω των 16" και σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα (παρ. 537, υποσ.4) το εν λόγω άρθρο δεν δημιουργεί πέντε ξεχωριστά αδικήματα, δηλαδή ένα για κάθε ρήμα που χρησιμοποιεί, αλλά ένα μόνο αδίκημα που διαπράττεται με διαφορετικούς τρόπους (βλ. υπ. R.V. Hayles
(1969)1 QB 364). Εντούτοις όμως η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να επιλέγει με προσοχή το ρήμα που αρμόζει στην κάθε περίπτωση. Η Κατηγορούσα Αρχή εδώ επέλεξε να χρησιμοποιήσει το ρήμα "εγκατέλειψε" ("abandons") συνδυαζόμενα με την πιθανότητα πρόκλησης άσκοπης ταλαιπωρίας ή βλάβης στην υγεία του παιδιού. Αυτά τα στοιχεία πρέπει κατά πρώτον να συζητηθούν κατά πόσον έχουν στοιχειοθετηθεί ως στοιχεία του αδικήματος της σκληρότητας απέναντι στο παιδί. Αξίζει να σημειωθεί όμως πως όπως αναφέρεται στο σύγραμμα Archbold 2000, παρ. 19-305, σελ. 1708, η φράση "κατά τρόπον πιθανόν να προκληθεί σ' αυτό αχρείαστη ταλαιπωρία ή βλάβη στην υγεία του" αφορούν και αναφέρονται σε όλα τα ρήματα - έννοιες που προηγούνται (R. V. Hatton
(1925)2 K.B. 322). Στο Black´s Law Dictionary, 5η έκδ., περιέχεται πιο εξειδικευμένος όρος για το "παραμελημένο παιδί ("neglected child"), όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι "ένα παιδί παραμελείται όταν ο γονιός του ή ο κηδεμόνας του λόγω σκληρότητας, πνευματικής ανικανότητας, ανηθικότητας ή διαφθοράς είναι ακατάλληλος να προσέξει κανονικά το παιδί ή αμελεί ή αρνείται να προσφέρει την απαραίτητη φυσική, συναισθηματική ή ιατρική φροντίδα ή είναι σε τέτοια κατάσταση που το παιδί ευρίσκεται σε ακατάλληλη φροντίδα ή έλεγχο ούτως ώστε θέτει σε κίνδυνο την ηθική ή την υγεία του παιδιού". Στην παλιά αγγλική υπόθεση R. V. Senior
(1899)1 Q.B. 283 είχε λεχθεί σχετικά με το θέμα: "Neglect is the want of reasonable care - that is the omission of such steps as a reasonable parent would take, such as are usually taken in the ordinary experience of mankind". (Σε ελεύθερη μετάφραση) "Αμέλεια είναι η παράλειψη της εύλογης φροντίδας - δηλαδή, η παράλειψη τέτοιων διαβημάτων τα οποία θα λάμβανε ένας λογικός γονιός, όπως αυτά που συνήθως λαμβάνονται κατά τη συνήθη εμπειρία του ανθρώπινου γένους". Όσον αφορά τον όρο ΄΄εγκατάλειψη΄΄ ("abandon") αυτός σύμφωνα με το σύγραμμα Halsbury´s (ανωτέρω, παρ. 537 υποσ. 6) σημαίνει να αφήνεις το παιδί στη μοίρα του, στην τύχη του. Στην υπόθ. R.V. Whibley
(1938)3 All E.R. 777 δεν έγινε δεκτό ότι ο πατέρας που άφησε τα πέντε παιδιά του στην αίθουσα του Δικαστηρίου Ανηλίκων και έφυγε είχε διαπράξει εγκατάλειψη, αφού τα άφησε στην αίθουσα που συνεδρίαζαν οι Δικαστές ανακοινώνοντας το και διαμαρτυρόμενος (για την μη εκδίκαση της αίτησης του για επιστροφή σ' αυτόν των άλλων τριών παιδιών του). Όμως στην υπ. R.V. Boulden
(1957)41 Cr. App. Rep. 105 ο πατέρας κρίθηκε ένοχος όταν γνωρίζοντας ότι η πρώην σύζυγος του έφυγε από το σπίτι νύκτα, ταξιδεύοντας για την Σκωτία δεν πήγε ο ίδιος στο σπίτι που ήταν μόνα τους τα 5 παιδιά τους (ηλικίας ενός μέχρι εννιά χρονών) αλλά προτίμησε να ειδοποιήσει κάποια αρμόδια υπηρεσία και ακολούθως να ταξιδέψει και ο ίδιος για να βρει τη σύζυγο του. Είχε κριθεί πως είχαν στοιχειοθετηθεί όλες οι κατηγορίες και για τα πέντε παιδιά τόσον για αμέλεια, όσον και για εγκατάλειψη. Αναφορικά με το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας, σχετική είναι η ρύθμιση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, που προνοεί τα ακόλουθα: «
- Όποιος- (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από δε το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(β) (κατηγορία 1) είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης,
- Η επίθεση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του οργάνου τήρησης της τάξης. Το αδίκημα του άρθρου 244(β) όσον αφορά την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act
- Ανάλυση αυτού του γίνεται επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ.
- Από την Φωτίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2014, ημερ. 16.9.15, προκύπτουν επίσης τα ακόλουθα: Παράνομη σύλληψη (και κατ' επέκταση παράνομη κράτηση και περιορισμός) οποιουδήποτε πολίτη από αστυνομικούς, αποτελεί παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας, η οποία δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψη του. Γίνεται δε παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την Christie v. Leachinsky [1947] AC 373, 591: «I would say that it is the right of every citizen to be free from arrest unless there is in some other citizen, whether a constable or not, the right to arrest him. And I would say next that it is the corollary of that right of every citizen to be thus free from arrest that he should be entitled to resist arrest unless that arrest is lawful». Ως αναφέρεται περαιτέρω στην Φωτίου, με παραπομπή σε αγγλικό σύγγραμμα και νομολογία, ένα πρόσωπο έχει ανεπιφύλακτο δικαίωμα στο Κοινοδίκαιο να αντισταθεί σε παράνομη σύλληψη (Christie v. Leashinsky
(1947)A.C. 573), ωστόσο δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει υπερβολική δύναμη για να το πράξει (βλ. Wilson
(1955)1 W.L.R. 493 και Long
(1836)7 C & P p.314). Ενώ υπερβολική βία στο να αντισταθείς στη σύλληψη δύναται να στοιχειοθετήσει αδίκημα, το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τέτοια υπερβολική βία δεν θα είναι ένοχος για αδίκημα επίθεσης εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του (Kenlin v. Gardiner
(1967)2 Q.B. 510). Για τα πιο πάνω βλέπε και σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2009, στη σελ.1187 D1.11. Το δικαίωμα για αντίσταση λοιπόν δεν είναι απόλυτο. Τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία, τότε ο δράστης μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης παρά το παράνομο της σύλληψης (Wilson ανωτέρω). Δεν μπορεί όμως να κριθεί ένοχος για επίθεση κατά οργάνου της τάξης εν τη δεούση εκτελέσει του καθήκοντός του, εφόσον ελλείπει το συστατικό στοιχείο της δέουσας εκτέλεσης καθήκοντος (Kenlin ανωτέρω). Το κατά πόσο έγινε χρήση υπερβολικής βίας είναι δε θέμα των ειδικών περιστάσεων και εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ των πράξεων των αστυνομικών και της αντίδρασης του αντισταμένου. Το Δικαστήριο έχει στα πλαίσια αυτά καθήκον να εξισορροπήσει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ενέργειες των αστυνομικών αφενός και τις ενέργειες του αντισταμένου, ως αντίδραση, αφετέρου με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση η βία που άσκησε ο τελευταίος ήταν υπερβολική. Η συμπεριφορά λοιπόν του αντισταμένου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σωρευτικά αλλά ανάλογα των περιστάσεων. Το κάθε στάδιο ενός επεισοδίου θα πρέπει να προσεγγίζεται με την αναγκαία διάκριση ώστε να επιτευχθεί η ορθή εξισορρόπηση με βάση τις συγκεκριμένες κάθε φορά ενέργειες ενός εκάστου των εμπλεκομένων. Αναφορικά με το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική πρόνοια του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποία προνοεί τα ακόλουθα: « Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ............................... είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Ως προς το αδίκημα της όγδοης κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική διάταξη του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: << Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη>>. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη απειλή για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη και η οποία να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία. Στην Ντζιαν Νετζιήπ v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 η οποία αφορούσε συναφές αδίκημα, αυτό της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Στην εν λόγω απόφαση επίσης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. (βλ. επίσης Χρίστου Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510 και Kallenos v. Police
(1969)2 C.L.R. 210). Οι πιο πάνω αποφάσεις αφορούσαν το άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το αδίκημα της απειλής Βιαιοπραγίας, το λεκτικό του οποίου είναι διαφορετικό από το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: 91. Όποιος- . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι, πέραν της απειλής η οποία δεν πρέπει να είναι κενή περιεχομένου, και ο σκοπός για τον οποίον γίνεται. Ουσιαστικά, αναζητείται η πρόθεση του κατηγορούμενου που εκτοξεύει μια τέτοια απειλή και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, είναι διαφορετικό. Εκτός από την απόδειξη της απειλής για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, η οποία απειλή θα πρέπει να εξετάζεται αντικειμενικά, απαιτείται και η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον άλλο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το κριτήριο και σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να είναι αντικειμενικό ή εδώ θα πρέπει να είναι υποκειμενικό ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως είναι συνταγμένο το εν λόγω άρθρο, δεν αφήνει περιθώριο για άλλη ερμηνεία από το ότι το κριτήριο κατά πόσο προκαλείται τρόμος ή ανησυχία στον άλλο θα πρέπει να είναι υποκειμενικό και να εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Τυχόν εφαρμογή αντικειμενικού κριτηρίου θα προϋπόθετε στην πρόσθεση λέξεων στο άρθρο κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ποινικοποιήσει την απειλή με βάση την πρόθεση που είχε κάθε κατηγορούμενος όταν την εκτόξευε και συγκεκριμένα την πρόθεση του να προκαλέσει φόβο ή τρόμο στον άλλο, θα το έλεγε ξεκάθαρα. Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι το κριτήριο θα ήταν αντικειμενικό και θα εξεταζόταν η πρόθεση που είχε ο κάθε κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα και κατά πόσο εν τέλει προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή φόβος στο θύμα. Στην Αγγλία, όπου διάφορα νομοθετήματα δημιουργούν ξεχωριστά αδικήματα τα οποία έχουν ως συστατικό στοιχείο την απειλή για άσκηση βίας ή την απειλή για πρόκληση θανάτου ή ζημιάς σε περιουσία ή πρόκληση ενόχλησης το λεκτικό τους είναι ξεκάθαρο και εκείνο που αναζητείται είναι η πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα και όχι το αποτέλεσμα στο θύμα αυτό καθεαυτό. (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 2009, para. 29-68, p. 2718, para. 19-129, p. 2718 και p. 2229-2230, στις παραγράφου 23-32 - 23-35a). Με βάση το λεκτικό του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι το αποτέλεσμα της απειλής το οποίο θα πρέπει να είναι η πρόκληση στον άλλο τρόμου ή ανησυχίας και αυτό θα πρέπει να εξαρτάται από τις περιστάσεις και τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και το πώς αντιδρά και εκλαμβάνει μια τέτοια απειλή το θύμα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Στην υπόθεση Σκορδέλλη - ν - Δημοκρατίας κ.α. Ποινικές Εφέσεις 101 - 104 ημερ. 6/6/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επισημαίνουμε και τονίζουμε ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.» Ως προς την επιλογή της κατηγορουμένης να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ.Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.΄΄ Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσης που προβάλλεται και που δεν έχει υποβληθεί, σχετική ειναι η πρόσφατη απόφαση Δώρος Πολυκάρπου - Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 149,2015, ημερομηνίας 25/4/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα από την έντιμη Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου: «Είναι παγίως εδραιωμένη αρχή του δικαίου ότι παράλειψη υποβολής ουσιώδους θέσης στην άλλη πλευρά κατά την αντεξέταση, δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει να το πράξει. 'Οπως ετέθη στην υπόθεση Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό.(βλ.επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599 και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ομοίως, αντιφατική υποβολή με τις θέσεις που προωθούνται εν τέλει ενόρκως ουσιωδώς πλήττουν την αξιοπιστία της όλης εκδοχής ενός μάρτυρα.» Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο θα παραθέσει τον πυρήνα της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από κάθε μάρτυρα ξεχωριστά και θα γίνεται σχετική αξιολόγηση στο τέλος της παράθεσης της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα και το Δικαστήριο θα προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα. Προτού προχωρήσει το Δικαστήριο με την παράθεση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο οφείλει να τονίσει ότι η παρούσα υπόθεση είναι ιδιάζουσα, διότι όπως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορουμένων που εκπροσωπούσε μέχρι ενός σημείο τους Κατηγορουμένους, αλλά και από τους ίδιους τους Κατηγορουμένους ξεχωριστά, ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας, δηλαδή του αυτισμού και του συνδρόμου του Asperger, προβλήματα τα οποία το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με απόλυτο σεβασμό, κατανόηση και συμπάθεια. Η ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή της, δηλαδή το Τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη μέρα εντόπισε το ανήλικο παιδί των Κατηγορουμένων χωρίς παπούτσια, χωρίς εσώρουχο και να φορεί ένα φουστανάκι και το πήρε και το μετέφερε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας και το άφησε στον επί καθήκοντι Αστυνομικό. Το κοριτσάκι ήταν ανεπιτήρητο και περπατούσε στον δρόμο με μεγάλο κίνδυνο να χτυπηθεί από αυτοκίνητο. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της έδωσε λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εντόπισε το κοριτσάκι απροστάτευτο, ανεπιτήρητο και κινδύνευε από αυτοκίνητα και αναγνωρίστηκε από κατοίκους της περιοχής και ειδοποιήθηκε ο οικείος Αστυνομικός Σταθμός. Το κοριτσάκι ήταν συμπαθέστατο αλλά τα είχε χαμένα και δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί της. Αντεξεταζόμενη περιέγραψε τη σκηνή όπως εντόπισε το κοριτσάκι, που ήταν στον δρόμο και το παρέλαβε, τις προσπάθειες που έκανε για να επικοινωνήσει μαζί του, στις έρευνες που προέβηκε για να εντοπίσει τους οικείους του και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό αναγνωρίστηκε από κατοίκους της περιοχής και ακολούθως παραδόθηκε στην Αστυνομία. Η ΜΚ1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι απαντούσε με άμεσο, πηγαίο τρόπο χωρίς υπεκφυγές. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η μάρτυρας ήταν ανιδιοτελής, χωρίς προσφυγή στο ψεύδος ή την υπερβολή και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η μάρτυρας είχε κατά νου το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανηλίκου παιδιού των Κατηγορουμένων, αφού το βρήκε ανεπιτήρητο και απροστάτευτο, εξ' ού και το μετέφερε στον οικείο Αστυνομικό Σταθμό και ενημερώθηκε το Γραφείο Ευημερίας και αναμφίβολα το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο στη μάρτυρα, δηλαδή είτε οικονομικό, είτε το κίνητρο της απαγωγής, όπως έγινε η σχετική προβολή θέσης από πλευράς του πρώτου Κατηγορουμένου. Απεναντίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων, όταν εκπροσωπούσε τους Κατηγορουμένους, υπέβαλε στην ΜΚ1 ότι καλά έκανε και πήρε το παιδί, θέση η οποία βρίσκει απόλυτα σύμφωνο το Δικαστήριο. Επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί για τις ομαλές συνθήκες και τις ενδεδειγμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την κατάθεσή της στην Αστυνομία. Μέσα από την αξιολόγηση της ΜΚ1, αυτό που αναδεικνύεται ως εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι ότι η ΜΚ1, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, εντόπισε το ανήλικο παιδί των Κατηγορουμένων ανεπιτήρητο, αφού οι Κατηγορούμενοι δεν ήταν στο σημείο εκείνο και ήταν εκτεθειμένο σε κίνδυνο, διότι ήταν κοντά σε δρόμο και κινδύνευε από αυτοκίνητα. Το παιδί ήταν ξυπόλυτο, χωρίς εσώρουχο, φορούσε φουστανάκι, δεν μπορούσε να μιλήσει, πλην όμως ήταν χαμογελαστό. Ο ΜΚ2 είναι ο Παραπονούμενος στην 8η κατηγορία, αλλά και αυτόπτης μάρτυρας για τις κατηγορίες 4 και
- Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο
- Το Δικαστήριο θα προσπαθήσει να παραθέσει τον πυρήνα της κατάθεσης του ΜΚ2, διότι αποτελείται από 6 πυκνογραμμένες δακτυλογραφημένες σελίδες, που στη μεγάλη τους έκταση γίνεται αναφορά σε γεγονότα που αφορούν αδικήματα τα οποία ο πρώτος Κατηγορούμενος πλέον δεν αντιμετωπίζει, δηλαδή της μέθης, της ανησυχίας και της δημόσιας εξύβρισης των ατόμων που αναφέρονται σε αυτά, όμως πολύ συνοπτικά θα παραθέσει τον πυρήνα διότι λόγω ακριβώς της προβολής της θέσης ότι ο Κατηγορούμενος 1 τελούσε σε άμυνα, το Δικαστήριο θα προσπαθήσει να αποτυπώσει τον πυρήνα της εν λόγω κατάθεσης, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι το Δικαστήριο με την αξιολόγηση που θα κάνει πιο κάτω σημαίνει ότι θα είναι ευρήματα καταδίκης για αδικήματα που δεν αντιμετωπίζει πλέον ο Κατηγορούμενος
- Ο ΜΚ2 στην κατάθεσή του κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε την ενημέρωση για την ανεύρεση του ανηλίκου παιδιού των Κατηγορουμένων και τη μετάβαση του παιδιού στον Αστυνομικό Σταθμό, τη μετάβαση των Κατηγορουμένων 1 και 2 στον Αστυνομικό Σταθμό, καθώς επίσης και της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, δηλαδή της ΜΚ
- Αναφέρθηκε στην κατάσταση που βρισκόταν το ανήλικο παιδί και ως η θέση του ΜΚ2 ο πρώτος Κατηγορούμενος προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό με σχετικό καροτσάκι για παιδί, άφησε ένα χαρτονόμισμα των €50 σε πάγκο της Αστυνομίας, αναζήτησε το παιδί του, το οποίο και αναγνωρίστηκε από το παιδί, φωνάζοντάς τον «Dad». Αναφέρθηκε στην περιποίηση που είχε το παιδί από λειτουργούς του Γραφείου Ευημερίας και στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του αναφέρθηκε στα χαστουκίσματα υπό τύπο παιχνιδιού που έδινε το παιδάκι στον Κατηγορούμενο 1 και ο Κατηγορούμενος 1 προέβαλλε το πρόσωπό του υπό τύπο παιχνιδιού για να παίξει με το παιδάκι. Σύμφωνα με τη θέση του μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος 1 τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, διότι μύριζε έντονα και είχε κόκκινα μάτια, ήταν ευερέθιστος, δεν ήταν συνεργάσιμος και αντιδρούσε έντονα, προβάλλοντας τον σωματότυπό του για να αντισταθεί σε οποιανδήποτε απαίτηση της Αστυνομίας για να παράσχει λεπτομέρειες που αφορούν το πρόσωπό του. Στην κατάθεσή του αναφέρει λεπτομέρειες του μάρτυρα στις προσπάθειες που είχε κάνει για να συνετίσει και να ηρεμήσει τον Κατηγορούμενο 1, παρά την αντικοινωνική και εριστική συμπεριφορά του, όπως την χαρακτήρισε, αλλά και τις εξυβρίσεις που προέβαλλε και γενικά την υποτιμητική συμπεριφορά εναντίον των Αστυνομικών. Σε κάποια φάση ο Κατηγορούμενος 1 εξέφρασε την απειλή του που αναφέρεται στην 8η κατηγορία, αλλά και σε κατοπινό στάδιο, σε χώρο κράτησης υποδίκων και μάλιστα σε παρουσία υπόδικου που παρακολουθούσε τα καθέκαστα, ο Κατηγορούμενος άρχισε να ουρλιάζει και να χτυπά με δύναμη τα χέρια και τα πόδια του στο στήθος, όσο και την πόρτα των κρατητηρίων και την πόρτα του κελιού άλλου κρατουμένου και την προσπάθεια του υπεύθυνου του Σταθμού που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 4 και 5 να τον ηρεμήσει, ο συλληφθέντας και ενώ ακόμα βρισκόταν στο έδαφος, τον έσπρωξε με τα χέρια του δυνατά, αναγκάζοντάς τον να χτυπήσει με δύναμη πάνω στην κύρια πόρτα των κρατητηρίων, οπότε αμέσως ο ΜΚ2 τον πληροφόρησε ότι διέπραξε αυτόφωρο αδίκημα και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση. Ακολούθησαν και άλλα περιστατικά που αφορούν την ίδια περίπου συμπεριφορά του Κατηγορουμένου 1 και την αντίδρασή του να συνεργαστεί με τα όργανα της τάξης. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του αναγνώρισε τον πρώτο Κατηγορούμενο, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 το έντυπο δικαιωμάτων ατόμων που τελούν υπό κράτηση, κατέθεσε τα Τεκμήρια 4, 5 και 6, που είναι αντίγραφα των διαβατηρίων των Κατηγορουμένων και του ανηλίκου παιδιού τους αντίστοιχα, περιέγραψε την κατάσταση όπου βρισκόταν ο Κατηγορούμενος 1 και τη συμπεριφορά του, καθώς επίσης και τα λεγόμενα του πρώτου Κατηγορουμένου, τις ενέργειες που είχε προβεί ο ίδιος για να συνετίσει τον πρώτο Κατηγορούμενο, αλλά και να προστατευθεί το ανήλικο παιδί, ως ήταν η προτεραιότητά του. Αντεξεταζόμενος περιέγραψε τον χώρο όπου εργαζόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας και γενικά τον χώρο όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Αναφέρθηκε στην ενημέρωση που έτυχε από τον ΜΚ5, όπως τα περιγράφει και στην κατάθεσή του, αλλά και από τον ανώνυμο πληροφοριοδότη που ανέφερε επίσης στην κατάθεσή του. Επίσης αναφέρθηκε στις ενέργειες που έχουν γίνει για να προσέλθει στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας και τις ενέργειες που είχε προβεί το Γραφείο Ευημερίας και που είχαν στόχο την προστασία του παιδιού. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ήταν εμπαθής προς τον πρώτο Κατηγορούμενο όταν ανέφερε ο μάρτυρας ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος αναζήτησε το παιδί του δύο ώρες αργότερα. Αναγνώρισε επίσης τη δεύτερη Κατηγορούμενη, λέγοντας ότι είχε έρθει στον Σταθμό λίγα λεπτά αργότερα από την άφιξη του πρώτου Κατηγορουμένου και κατέθεσε επίσης τη γραπτή κατάθεση που λήφθηκε από τη δεύτερη Κατηγορούμενη, εκφράζοντας άγνοια αν προσκομίστηκαν τα ταξιδιωτικά έγγραφα της ιδίας και της κόρης της. Αναφέρθηκε επίσης στην ενημέρωση που έλαβε για το ιατρικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο πρώτος Κατηγορούμενος και τις ενέργειες που είχε προβεί ο μάρτυρας με το να ρωτήσει πολλές φορές τον πρώτο Κατηγορούμενο εάν επιθυμεί ιατρική εξέταση. Επίσης έδωσε τις δικές του τοποθετήσεις ως προς την ταυτοποίηση των Κατηγορουμένων και του παιδιού τους, αλλά και το πού βρισκόταν το παιδί υπό την επίβλεψη της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας και το πότε παραδόθηκε το παιδί στους Κατηγορουμένους, ως επίσης και τη συμπεριφορά του παιδιού προς τον πρώτο Κατηγορούμενο, μεταξύ των οποίων υπήρχε οικειότητα όταν ήταν μαζί, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις ότι οι αναφορές του αυτές είχαν ως προς τον στόχο τη δημιουργία εντυπώσεων, αρνούμενος επίσης υποβληθείσα θέση ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος, χτυπώντας τα πόδια και τα χέρια στους τοίχους ήταν λόγω της κατάστασης άμυνας, λόγω παράνομου περιορισμού και σύλληψης. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι περιόρισε παράνομα τον πρώτο Κατηγορούμενο λόγω εμπάθειας προς το πρόσωπό του, λέγοντας ότι ανάλωσε πολλές προσπάθειες να ηρεμήσει τον Κατηγορούμενο 1 και που περιέγραψε στην κατάθεσή του, την οποία και υιοθέτησε. Ο ΜΚ2 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιανδήποτε εμπάθεια προς το πρόσωπο του πρώτου Κατηγορουμένου, είτε ως προς το πρόσωπο της δεύτερης Κατηγορουμένης και το Δικαστήριο έχει πειστεί μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και του τρόπου που παρέθετε λεπτομερώς τη μαρτυρία του, ότι ο μάρτυρας αυτός έχει κάνει πολλές προσπάθειες να συνετίσει τον πρώτο Κατηγορούμενο. Τα όσα ανέφερε περί ύπαρξης πληροφοριοδότη και για πληροφορία για ύπαρξη ναρκωτικών ή εμπλοκή του πρώτου Κατηγορουμένου με αυτά, ασφαλώς δεν έχουν αποδειχτεί, δεν είναι επίδικα θέματα και δεν έχει αποδειχτεί οποιαδήποτε εμπλοκή του Κατηγορουμένου 1 με ναρκωτικά, αλλά το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι όφειλε ο μάρτυρας να το αναφέρει, διότι ήταν μια πληροφορία που τέθηκε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι πολύ ορθά ο Αστυνομικός, σε θέματα που αφορούν φροντίδα του ανηλίκου παιδιού των Κατηγορουμένων να παραπέμψει στη λειτουργό που προσήλθε από το Γραφείο Ευημερίας. Δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιανδήποτε πρόθεση του μάρτυρα να αποφύγει να απαντήσει οποιανδήποτε ερώτηση δια το κατά πόσο θυμόταν ή όχι αν προσκομίστηκαν τα ταξιδιωτικά έγγραφα των Κατηγορουμένων και του ανηλίκου παιδιού τους, διότι ούτως ή αλλιώς κατατέθηκαν στο Δικαστήριο αντίγραφα αυτών. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας των γεγονότων που αφορούν τις κατηγορίες 4 και 5 και χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο το άτομο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων 4 και 5, όμως έχοντας υπ' όψιν ότι ο μάρτυρας ήταν άμεσα εμπλεκόμενος, αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας, το Δικαστήριο έχει πειστεί βεβαίως ότι ο Κατηγορούμενος 1, στις προσπάθειες του μάρτυρα αυτού, αλλά και του άλλου προσώπου, να συλλάβουν τον Κατηγορούμενο 1 και ενώ τελούσε υπό νόμιμη σύλληψη, λόγω ακριβώς της προηγούμενης συμπεριφοράς και της μη συνεργασίας του με τους Αστυνομικούς, αλλά και της εκστόμισης της απειλής, ο Κατηγορούμενος 1 τελούσε σε νόμιμη σύλληψη, επιτέθηκε ο Κατηγορούμενος 1 εναντίον του οργάνου της τάξεως και αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψή του, σπρώχνοντας το άτομο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων 4 και 5, διαπράττοντας τα αδικήματα των εν λόγω κατηγοριών, αφού ο Κατηγορούμενος 1 έσπρωξε το άτομο προς τα πίσω με βία, όπως αναφέρθηκε στις λεπτομέρειες των κατηγοριών και στην κατάθεσή του μάρτυρα. Αξιοσημείωτο μάλιστα, αποτελεί και το γεγονός ότι ενώ αντεξεταζόταν ο ΜΚ2 από τον δικηγόρο των Κατηγορουμένων, το μόνο που υποβλήθηκε στον μάρτυρα αυτόν είναι ότι ο Κατηγορούμενος 1 τελούσε σε παράνομο περιορισμό και παράνομη σύλληψη και τελούσε σε άμυνα και δεν υποβλήθηκε η θέση ότι δεν επιτέθηκε στον Αστυνομικό και ότι δεν του αντιστάθηκε. Ούτε υποβλήθηκε στον ΜΚ2 οποιαδήποτε θέση ότι κακοποιήθηκε από όργανα της τάξεως, όπως του υπέβαλε σε κατοπινό στάδιο ο Κατηγορούμενος 1 μόνος του, αλλά και που προέβαλε στη μαρτυρία του. Η αποδεικτική βαρύτητα θέσεων που δεν υποβάλλονται σε μάρτυρα έχει αναφερθεί πιο πάνω. Βεβαίως ο Κατηγορούμενος 1 υπέβαλε τέτοιες θέσεις σε άλλο μάρτυρα σε κατοπινό στάδιο, όμως όταν εκπροσωπείτο από μόνος του και όχι όταν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, που αυτή η εκ διαμέτρου αντίθετη μεταβολή θέσης και υποβολή νέων θέσεων αναμφίβολα δημιουργεί ρήγμα στην αξιοπιστία της εκδοχής που προβάλλεται από κάθε πλευρά. Συνακόλουθα, η μαρτυρία του ΜΚ2, που ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας των γεγονότων που αφορούν τις κατηγορίες 4 και 5 παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη, λόγω της μη αντεξέτασης από τον συνήγορο των Κατηγορουμένων που τον εκπροσωπούσε τότε. Βεβαίως το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο ΜΚ2, ως Παραπονούμενος στην 8η κατηγορία, δέχθηκε την απειλή που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 8ης κατηγορίας και αναμφίβολα αυτή η εκστόμιση της απειλής και αντικειμενικά μπορεί να προκαλέσει τρόμο σε κάποιον, διότι η απειλή που εκστομίζεται σε κάποιο πρόσωπο με απειλή κατά της ζωής του, αναμφίβολα προκαλεί τρόμο στον οποιονδήποτε. Το Δικαστήριο έχει πειστεί απόλυτα ότι ο Κατηγορούμενος 1 τελούσε σε νόμιμη σύλληψη έχοντας υπ' όψιν τη συμπεριφορά του, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι υπάρχει μεν μια μικρή αντίφαση μεταξύ του Τεκμηρίου 2 και της μαρτυρίας του ΜΚ2 για εμπόδιση του πρώτου Κατηγορουμένου να διαφύγει από τον Αστυνομικό Σταθμό, αλλά αυτό δεν κλονίζει την αξιοπιστία του, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι αποτελεί μικροαντίφαση και αποδέχεται το Δικαστήριο το έννομο των ενεργειών που έγιναν για το καλό συμφέρον του παιδιού, αλλά και για να συνετιστεί ο Κατηγορούμενος, σε συνδυασμό με το έκνομο των ενεργειών του Κατηγορουμένου
- Δεν διαφεύγει μάλιστα της προσοχής ότι ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων παραδέχθηκε με σχετική υποβολή ότι ήταν παράλογη η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου
- Επίσης το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι από την αναφορά του ΜΚ2 ότι αν υπήρχε συνεργασία του πρώτου Κατηγορουμένου, αυτό που ουσιαστικά θα γινόταν ήταν μια παρατήρηση και καταχώρηση του συμβάντος ως πληροφορία και να μην γινόταν σχετική καταχώρηση υπόθεσης. Το Δικαστήριο έχει πειστεί από την αναφορά του ΜΚ2 ότι δεν εξαρτάται από τον ίδιο η πρόσθεση ή αφαίρεση κατηγοριών, όπως παραδείγματος χάριν παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία ή κατά πόσο θα καταχωρηθεί ή όχι υπόθεση, διότι αυτό ούτως ή αλλιώς εξαρτάται από τη Νομική Υπηρεσία και τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα. Ούτε το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει οποιανδήποτε εμπάθεια ή προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων εκ μέρους του μάρτυρα στην αναφορά του ότι το πρόσωπο του Κατηγορουμένου 1 κοκκίνισε από τα χτυπήματα του παιδιού του, διότι το Δικαστήριο αποδέχεται ότι αυτό γινόταν υπό τύπο παιχνιδιού του παιδιού προς τον πατέρα του. Μέσα λοιπόν από τη μαρτυρία του ΜΚ2 το Δικαστήριο κρίνει ότι ως ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου αποτελούν ότι όλες οι ενέργειες του ΜΚ2 ήταν σύμφωνα με τον Νόμο, υπέδειξε υπομονή και συναίνεση, ενδιαφερόταν για το καλό συμφέρον του παιδιού των Κατηγορουμένων και ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν εριστικός, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος 1 να διαπράξει τα αδικήματα των κατηγοριών 4, 5 και
- Ο ΜΚ3 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 7, που ουσιαστικά αναφέρει ότι κατηγόρησε γραπτώς τη δεύτερη Κατηγορούμενη, καταθέτοντας και ως Τεκμήρια 8 και 9 τις σχετικές γραπτές κατηγορίες στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, ως επίσης κατέθεσε και την κατάθεση που λήφθηκε από την Κατηγορούμενη 2 στη μητρική της γλώσσα και τη μετάφρασή της στην αγγλική. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στα καθήκοντα ως προς τη λήψη της κατάθεσης από τη δεύτερη Κατηγορούμενη και γενικά τις οδηγίες που έλαβε για να εκτελέσει τα καθήκοντά του και δεν περιέπεσε στην αντίληψή του οτιδήποτε το μεμπτό. Το Δικαστήριο μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας αυτό εκτέλεσε καθηκόντως τα καθήκοντα που έπρεπε να εκτελέσει και που επικεντρώθηκε στη δεύτερη Κατηγορούμενη και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι λόγω ακριβώς της εμπλοκής του αποκλειστικά στο πρόσωπο της δεύτερης Κατηγορουμένης, δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε μεμπτό και έδιδε μαρτυρία με άμεσο, πηγαίο και επεξηγηματικό τρόπο, χωρίς πρόθεση να αποκρύψει οτιδήποτε και το Δικαστήριο έχει πειστεί για την αντικειμενικότητά του. Ούτε προέκυψε οτιδήποτε μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ3 ως προς τις θέσεις του Κατηγορουμένου 1 ότι κακοποιήθηκε και ούτε τέθηκε καν ζήτημα καμερών, όπως το προέβαλε αργότερα ο Κατηγορούμενος 1, και σε εκείνο το στάδιο εκπροσωπείτο ακόμα από δικηγόρο. Η θέση που προβλήθηκε για το θέμα των καμερών από τον Κατηγορούμενο 1 θα αξιολογηθεί μεν πιο κάτω, αλλά το Δικαστήριο οφείλει να αναφέρει ότι το ζήτημα των καμερών δεν προβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου 1 όταν εκπροσωπείτο, αλλά προβλήθηκε αργότερα και αυτό καταδεικνύει μια αντιφατική εκδοχή θέσεων που αναμφίβολα αφήνει ερωτηματικά στην αξιοπιστία της εκδοχής που παρουσιάζεται με βάση την πλούσια και πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ΜΚ4 ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε την κατάθεσή της, δηλαδή το Τεκμήριο 13, στην οποία αναφέρει ότι είναι κοινωνική λειτουργός και ότι την επίδικη μέρα ειδοποιήθηκε ότι στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας υπάρχει ένα κοριτσάκι που βρέθηκε στην περιοχή Αγίου Τύχωνα να περιπλανιέται χωρίς παπούτσια και εσώρουχο και ανευρέθηκε από περαστικούς, χωρίς τη συνοδεία των γονέων του και αυτήν την κατάσταση του παιδιού την διαπίστωσε και η ίδια όταν πήγε στον Σταθμό. Ενώ αναμενόταν η άφιξη της δεύτερης Κατηγορουμένης, ήρθε ο πρώτος Κατηγορούμενος, ο οποίος έφερε ένα παιδικό καροτσάκι μαζί του, τους χαιρέτησε, έβαλε το κοριτσάκι στο καροτσάκι και άφησε στον πάγκο της Αστυνομίας €50 και ευχαρίστησε την Αστυνομία και ακολούθως αναχώρησε για να φύγει από τον Σταθμό, παρά τις προσπάθειες του ΜΚ2 να τον πείσει να του δώσει τα προσωπικά του στοιχεία και εξηγήσεις για το πώς έχασε το μωρό και ο πρώτος Κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει και επιχείρησε να φύγει από τον Σταθμό. Αναφέρθηκε επίσης στη συμπεριφορά του πρώτου Κατηγορουμένου και του παιδιού του όταν ήταν μαζί. Ακολούθως, πήρε η ίδια μαζί με μια Αστυνομικό το παιδί στην τουαλέτα και κατά την έξοδό τους στον διάδρομο, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος 1 φώναζε και αντιστεκόταν στην προσπάθεια των Αστυνομικών να τον συλλάβουν. Ακολούθως κατέφθασε στον Αστυνομικό Σταθμό και η δεύτερη Κατηγορούμενη, όπου και της λήφθηκε κατάθεση και έδωσε τη συγκατάθεσή της να ερευνηθεί η οικία της και να εξεταστεί το παιδί από γιατρό. Η δεύτερη Κατηγορούμενη ανέφερε, σύμφωνα με τη μάρτυρα πάντα, ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος, που είναι συμβίος της, πάσχει από το σύνδρομο Asperger και είναι αυτιστικός, κάνοντας αναφορά και στο περιεχόμενο της κατάθεσης της δεύτερης Κατηγορουμένης, όπου την προηγούμενη μέρα έγινε η διευθέτηση όπως η δεύτερη Κατηγορούμενη θα πήγαινε στην Πάφο ήτοι την επίδικη μέρα με το δεύτερο παιδί τους και ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος θα ήταν υπεύθυνος για το άλλο τους παιδί και άφησε την επίδικη μέρα τον συμβίο της χωρίς να τους ξυπνήσει. Ακολούθως το παιδί των Κατηγορουμένων μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε τραύμα ή κακομεταχείριση. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της αναφέρθηκε στις συνθήκες και τους λόγους που ειδοποιήθηκε για να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, αναγνώρισε τους Κατηγορουμένους στο εδώλιο, περιέγραψε την κατάσταση όπου βρισκόταν το παιδί των Κατηγορουμένων και τις συνθήκες όπου το παιδί εξετάστηκε στην παρουσία της ιδίας και της δεύτερης Κατηγορουμένης. Αντεξεταζόμενη από τον πρώτο Κατηγορούμενο προσωπικά, αφού σε εκείνην τη δικάσιμο οι δικηγόροι των Κατηγορουμένων αποσύρθηκαν από δικηγόροι Υπεράσπισης και έκτοτε εκπροσωπούσαν τους εαυτούς τους προσωπικά, περιέγραψε την κατάσταση που βρισκόταν το παιδί των Κατηγορουμένων. Ανέφερε ότι δεν θυμόταν να άκουσε φωνές του Κατηγορουμένου 1 όταν τον χτυπούσαν και τον έφτυναν οι Αστυνομικοί, ως η θέση του πρώτου Κατηγορουμένου, αρνούμενη υποβληθείσα θέση ότι τα άκουγε και τα έβλεπε αυτά. Εξέφρασε άγνοια κατά πόσο ο πρώτος Κατηγορούμενος είναι κακός γονέας και εκούσια θα άφηνε το παιδί του χωρίς παπούτσια και ρούχα, δίνοντας όμως τη θέση ότι την επίδικη μέρα το παιδί ίσως να ήταν εκτεθειμένο σε κίνδυνο. Εξέφρασε άγνοια για το τι έλαβε χώρα στο σπίτι των Κατηγορουμένων, τονίζοντας το γεγονός ότι το παιδί των Κατηγορουμένων βρέθηκε ανεπιτήρητο στον δρόμο. Αντεξεταζόμενη από τη δεύτερη Κατηγορούμενη, αναφέρθηκε στην ενημέρωση που έλαβε ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε το παιδί και σε ποια κατάσταση ήταν. Ανέφερε ότι δεν είναι ειδικός σε θέματα αυτισμού, δεν θυμόταν να άκουγε θόρυβο στο διπλανό κελί και κατά πόσο η δεύτερη Κατηγορούμενη της είπε ότι νομίζει πως χτυπούν τον πρώτο Κατηγορούμενο στο κελί και γενικά δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σε ό,τι αφορούσε τον πρώτο Κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη ΜΚ4 κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και το Δικαστήριο έχει πειστεί για το ανεξάρτητο και αντικειμενικό της μαρτυρίας της, λόγω του άμεσου και πηγαίου τρόπου που έδιδε μαρτυρία, χωρίς υπεκφυγές ή προσφυγή στο ψεύδος. Ούτως ή αλλιώς, η μάρτυρας ήταν επιφορτισμένη ως κοινωνική λειτουργός με τη φροντίδα του ανηλίκου παιδιού των Κατηγορουμένων και δεν ήταν σε θέση ουσιαστικά να προσθέσει οτιδήποτε που να έχει βαρύνουσα αποδεικτική βαρύτητα για τα γεγονότα των κατηγοριών 4, 5 και 8, για τα οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε ήδη ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΚ2 ως αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα. Το Δικαστήριο δεν διστάζει να αποδεχτεί τη μαρτυρία της ΜΚ4, διότι δεν δίσταζε να παραδεχθεί εάν κάτι δεν ήταν υπό την άμεση γνώση ή ειδικότητα της, ούτε βεβαίως έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο της ΜΚ4, αφού το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι το παιδί των Κατηγορουμένων έχει φροντιστεί από αυτήν και παραδόθηκε αυθημερόν στους γονείς του, αφού εξετάστηκε από γιατρό και δεν έχει εντοπιστεί βεβαίως οποιοδήποτε κίνητρο είτε για απαγωγή, είτε για υιοθεσία με παράνομο τρόπο, ως ήταν η προβολή θέσης του Κατηγορουμένου
- Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο οφείλει να σχολιάσει τη θέση του πρώτου Κατηγορουμένου που υποβλήθηκε στη ΜΚ4 ότι το παιδί βρέθηκε στο σημείο που βρέθηκε με δική του πρωτοβουλία, θέση την οποία βεβαίως το Δικαστήριο δεν ασπάζεται, διότι είναι ένα παιδί 3 ετών, ανήλικο και αναμφίβολα οι γονείς οφείλουν να έχουν την ανάλογη επιτήρηση. Ο ΜΚ5 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 14, στην οποία αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο Κατηγορούμενο, την οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 15 και ως Τεκμήριο 16 τη μετάφρασή του στην ελληνική γλώσσα. Αντεξεταζόμενος από τον πρώτο Κατηγορούμενο ανέφερε ότι δεν θυμόταν τον πρώτο Κατηγορούμενο να θέλει να πιεί νερό με τις χειροπέδες, ούτε θυμόταν να είχε σχίσιμο στο παντελόνι ο πρώτος Κατηγορούμενος ή εμφανή τραύματα στο σώμα του, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο ότι ήταν παρών όταν άλλοι Αστυνομικοί τον χτυπούσαν σε διάφορα μέρη του σώματός του και ότι είχε εμφανή σημάδια και πονούσε, αναφέροντας ότι σε περίπτωση με άτομα με αυτισμό υπάρχει η κατάλληλη βοήθεια στα αστυνομικά όργανα. Ανέφερε ο ίδιος ότι δεν χειρίστηκε το παιδί των Κατηγορουμένων, παραπέμποντας σε αυτό το σημείο στον ανακριτή της υπόθεσης σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς το ζήτημα καμερών στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Αντεξεταζόμενος από τη δεύτερη Κατηγορούμενη ανέφερε ότι δεν αντιλήφθηκε αν ο πρώτος Κατηγορούμενος είχε αυτισμό. Ο ΜΚ5 άφησε και αυτός θετική εικόνα στο Δικαστήριο και έχει πειστεί για την αντικειμενικότητα και φιλαλήθειά του και ότι εκτέλεσε δεόντως τα καθήκοντά του και έδιδε μαρτυρία με άμεσο και πηγαίο τρόπο, χωρίς οποιεσδήποτε υπεκφυγές. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι δεν θυμόταν το περιστατικό που υπέβαλε ο Κατηγορούμενος 1 και εν πάση περιπτώσει επί αυτού του σημείου υπάρχει μια αντιφατική εκδοχή από πλευράς του πρώτου Κατηγορουμένου, διότι αρχικά ο πρώτος Κατηγορούμενος ανέφερε στον ΜΚ5 ότι δεν ήταν παρών στο περιστατικό, ενώ σε κατοπινό στάδιο ο πρώτος Κατηγορούμενος τον ενέπλεξε ότι ήταν παρών και ως αυτόπτης μάρτυρας στη θέση που προέβαλε και αυτή η αντιφατική εκδοχή δεν αφήνει πολλά περιθώρια στο Δικαστήριο για να την αποδεχτεί ως αξιόπιστη, λόγω ακριβώς αυτής της αντιφατικότητας και πρώτη φορά υποβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 ότι προσπάθησε να πιεί νερό με χειροπέδες και γενικά τα όσα ανέφερε περί κακοποίησης και σκισμένου τζιν, το οποίο δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο που απλά παρουσιάστηκε. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο ΜΚ5 θα λάμβανε κατάθεση και έλαβε κατάθεση από τον πρώτο Κατηγορούμενο μόνο σε περίπτωση νηφαλιότητας και το Δικαστήριο έχει πειστεί με την αναφορά του μάρτυρα ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ή μέθης, που ούτως ή αλλιώς η σχετική κατηγορία έχει ήδη διακοπεί σε προηγούμενο στάδιο. Συνακόλουθα το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος δεν τελούσε σε κατάσταση μέθης όταν έδιδε την κατάθεσή του, αφού ήταν ο άμεσα εμπλεκόμενος μάρτυρας που έλαβε την κατάθεση από τον πρώτο Κατηγορούμενο. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα και την κατάθεση των γραπτών κατηγοριών που απαγγέλθηκαν στον πρώτο Κατηγορούμενο, η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Επεξηγήθηκαν στους Κατηγορουμένους τα δικαιώματά τους και ο πρώτος Κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Η δεύτερη Κατηγορούμενη επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κλητεύθηκαν μάρτυρες Υπεράσπισης. Ο πρώτος Κατηγορούμενος στην κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως Τεκμήριο 18, δέσμη από έγχρωμες φωτογραφίες, περιγράφοντάς τες, ως Τεκμήριο 19 μια έγχρωμη φωτογραφία που δείχνει ένα άλλο παιδί και ως Τεκμήριο 20 τοπογραφικό της επίδικης σκηνής, την οποία επίσης και περιέγραψε, λέγοντας ότι η κόρη τους στην επίδικη σκηνή έπαιζε και η ΜΚ1 δεν είχε λόγο παρουσίας στη σκηνή. Αναφέρθηκε στα χτυπήματα που δέχθηκε από Αστυνομικούς στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, απέδωσε οικονομικά κίνητρα στο Γραφείο Ευημερίας και έλλειψη επαγγελματικής κατάρτισης, προβάλλοντας επίσης ζήτημα παράνομης σύλληψης και κράτησης. Στην επόμενη δικάσιμο, ο πρώτος Κατηγορούμενος συνεχίζοντας την κυρίως εξέτασή του, ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου και προέβαλε τρία video, τα οποία αποθηκεύτηκαν στο Τεκμήριο 21, περιγράφοντας ταυτόχρονα τι δείχνει το κάθε video κατά την προβολή τους. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι την επίδικη μέρα βρισκόταν στο σπίτι και κοιμόταν και η δεύτερη Κατηγορούμενη ήταν στην Πάφο. Ξύπνησε αργότερα, ήπιε καφέ και τσιγάρο και τηλεφώνησε στη δεύτερη Κατηγορούμενη μετά από 15 λεπτά, οπόταν και αντιλήφθηκε ότι η κόρη τους δεν ήταν μαζί με τη δεύτερη Κατηγορούμενη και προέβηκε σε ενέργειες να την βρει στην επίδικη περιοχή, την οποία και περιέγραψε και οι προσπάθειες απέβησαν άκαρπες, νιώθοντας πανικό και τρόμο για την τύχη του παιδιού τους. Ενημερώθηκε μετά από την Κατηγορούμενη 2 ότι το παιδί τους ήταν στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, όπου πήγε με ταξί και εκεί είδε την κόρη του, περιέγραψε τη στάση των Αστυνομικών και τα χτυπήματα που ισχυρίζεται ότι δέχτηκε και τους διαλόγους που έλαβαν χώρα εκεί. Ανέφερε ότι είναι βαθύς ο ύπνος του, δίνοντας τη δική του τοποθέτηση σε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την προηγούμενη ενημέρωσή του από τη δεύτερη Κατηγορούμενη ότι την επίδικη ημέρα θα πήγαινε η δεύτερη Κατηγορούμενη στην Πάφο και ότι θα ήταν υπεύθυνος για την κόρη τους και κατ' επέκταση αγνόησε την πιο πάνω ειδοποίηση και έθεσε το παιδί τους σε κίνδυνο. Απέδωσε στην ΜΚ1 ότι απήγαγε την κόρη του και ότι δεν μπορούσε να προβλέψει ο ίδιος και η δεύτερη Κατηγορούμενη ότι το παιδί τους θα προέβαινε στη διαδρομή που έκανε. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο τον κίνδυνο που διέτρεχε το παιδί του από την όλη στάση του, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ως προς το υστερόβουλο και καθοδηγητικό του περιεχομένου του οπτικοακουστικού υλικού που παρουσίαζε την κόρη του. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την αμφισβήτηση της εκδοχής ότι κακοποιήθηκε από Αστυνομικούς, ως επίσης αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής που σχετίζονταν με τις επίδικες κατηγορίες. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή τη μαρτυρία του πρώτου Κατηγορουμένου, τον έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή, παρατηρητικότητα, σεβασμό και κατανόηση, έχοντας υπ' όψιν το πρόβλημα που αναφέρθηκε, διότι κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του τρόπο που εκφράζεται, σκέφτεται και δρα και αναμφίβολα κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να δράσει με τον ίδιο τρόπο σε ίδιες συνθήκες, αλλά ο κάθε άνθρωπος δρα με βάση τη δική του πνευματική κατάρτιση, βιώματα, ευφυΐα, εμπειρίες, μόρφωση και γενικά τον χαρακτήρα, όπως αυτός διαμορφώθηκε στην πορεία της ζωής του. Όσον αφορά το οπτικοακουστικό υλικό που προβλήθηκε, αλλά και τα Τεκμήρια, δηλαδή το φωτογραφικό υλικό που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος 1, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να δώσει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα για τον εξής λόγο: Αυτό το υλικό δεν προβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας για να τοποθετηθούν και που εν πάση περιπτώσει το μαρτυρικό υλικό είναι μεταγενέστερο του ουσιώδη χρόνου που κατ' αρχήν προβάλλει στην μεν μια φωτογραφία εμφανίζεται άλλο παιδί από το παιδί των Κατηγορουμένων. Το δε οπτικοακουστικό υλικό που διαφαίνεται η κόρη των Κατηγορουμένων είναι μεταγενέστερο του ουσιώδη χρόνου και μάλιστα η ανήλικη θυγατέρα δεν είναι μάρτυρας στην παρούσα διαδικασία και ούτε θα μπορούσε να είναι, εν' όψει της τρυφερής ηλικίας της, αλλά έχοντας υπ' όψιν και τους διαλόγους που έχουν γίνει σε αυτό το υλικό, διαφαίνεται ότι το Δικαστήριο θα ήταν επισφαλές να στηριχθεί σε αυτό, αφού έγιναν σε συνθήκες κάτω από τις οποίες δεν θα μπορούσε να έχει εμπλοκή οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες κατηγορίας. Τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος 1, για οικονομικό συμφέρον από πλευράς Γραφείου Ευημερίας, αλλά και για πρόθεση απαγωγής της κόρης του από την ΜΚ1, έχει γίνει σχετική αξιολόγηση πιο πάνω και το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε τέτοια πρόθεση. Πρώτη φορά προβλήθηκε η θέση από τον Κατηγορούμενο 1 ότι ένας Αστυνομικός τον χτυπούσε στο έδαφος και του έλεγε «Δεν σε νοιάζει καθόλου για το παιδί σου;» και ότι ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε «Αφού δεν νοιάζομαι γιατί είμαι εδώ για να διασώσω το παιδί μου;» και ως προς την αποδεικτική βαρύτητα θέσεων που δεν προβλήθηκαν έχει γίνει σχετική πιο πάνω αναφορά με την αποδεικτική βαρύτητα που μπορεί να αποδώσει το Δικαστήριο. Η θέση που προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 ως προς την ύπαρξη καμερών, το Δικαστήριο στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, προσπαθώντας να επεξηγήσει και στους δύο Κατηγορουμένους τη διαδικασία και τη Δικονομία που προβλέπεται, αφού προβλήθηκε κατά το στάδιο που δεν εκπροσωπούνταν από δικηγόρο, κρίνει ότι το ζήτημα αυτό των καμερών δεν προβλήθηκε αρχικά όταν εκπροσωπούνταν από δικηγόρο, αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο και συνακόλουθα υπάρχει αντιφατική εκδοχή γι' αυτό το ζήτημα. Προσπάθησε το Δικαστήριο να επεξηγήσει στους Κατηγορουμένους τι μπορούσαν να κάμουν, δηλαδή να καλέσουν σχετικό μάρτυρα, αλλά δυστυχώς μέσα από το οπτικοακουστικό υλικό που προβλήθηκε, αυτό που παρουσιάστηκε ήταν η προσπάθεια του Κατηγορουμένου 1 να εκδώσει κλήση μάρτυρα βιντεοσκοπώντας αυτήν την προσπάθεια, που βεβαίως ήταν ανεπίτρεπτο. Εν πάση περιπτώσει, όταν εκπροσωπούνταν από δικηγόρο οι Κατηγορούμενοι δεν προβλήθηκε η θέση ότι ο Κατηγορούμενος 1 κακοποιήθηκε και μάλιστα υπήρχαν κάμερες, αλλά αυτή η θέση προβλήθηκε αργότερα και ουσιαστικά παρέμεινε αναπόδεικτη. Μέσα από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου 1, προκύπτουν επίσης και τα εξής ευρήματα και συμπεράσματα: Ότι την προηγούμενη της επίδικης μέρας, η Κατηγορούμενη 2 ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο 1 ότι θα μετέβαινε στην Πάφο για εργασία και γενικά για συγκεκριμένη απασχόληση και ότι θα έπαιρνε το νεογέννητο παιδί τους, που ήταν βρέφος τότε και ότι θα άφηνε την ανήλικη θυγατέρα της στη φροντίδα και προστασία του Κατηγορουμένου 1, πράγμα το οποίο έγινε, αλλά την επόμενη μέρα η δεύτερη Κατηγορούμενη άφησε τόσο τον πρώτο Κατηγορούμενο και το παιδί τους να κοιμούνται, χωρίς να προβεί στα δέοντα μέτρα να αφυπνίσει τον πρώτο Κατηγορούμενο για να έχει τη φροντίδα του παιδιού τους, πράγμα το οποίο όφειλε να πράξει και δυστυχώς δεν έχουν λάβει χώρα τα δέοντα μέτρα για αφύπνιση του πρώτου Κατηγορουμένου, τόσο από τη δεύτερη Κατηγορούμενη, όσο και από τον πρώτο. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος αλλά και η δεύτερη, όταν συνειδητοποίησαν ότι έλειπε η κόρη τους τρομοκρατήθηκαν και φοβήθηκαν για την τύχη του παιδιού τους. Αυτό βεβαίως που προκύπτει στην παρούσα περίπτωση είναι ότι υπήρξε μια κακή συνεννόηση και κακός προγραμματισμός για τη φροντίδα του παιδιού τους την επίδικη μέρα, έτσι ώστε ο πρώτος Κατηγορούμενος να είναι αφυπνισμένος και να το προσέχει. Κατ' αρχήν, ως προς τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον πρώτο Κατηγορούμενο για κακοποίησή του από τους Αστυνομικούς, δεν έχει προσκομιστεί επίσης συγκεκριμένο ιατρικό πιστοποιητικό, που θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος 1 να προβεί σε σχετική καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Παραπόνων και να εξεταστεί από κυβερνητικό ιατρό, πράγμα το οποίο δεν έπραξε ο πρώτος Κατηγορούμενος και με κάθε σεβασμό προς τις απόψεις του πρώτου Κατηγορουμένου προς τους γιατρούς, εντούτοις το Δικαστήριο κρίνει ότι οι απόψεις του αυτές δεν βοηθούν στην προβολή της θέσης ότι έχει υποστεί σωματική βλάβη από τους Αστυνομικούς. Διαφαίνεται επίσης ότι και η εκεί περιοχή έχει έναν γκρεμό και το Δικαστήριο αποδέχεται, μέσα από την υποβληθείσα θέση των Κατηγορουμένων, που έγινε τόσο μέσω του συνηγόρου τους, αλλά και ουσιαστικά και από τους ίδιους τους Κατηγορουμένους, ότι το ανήλικο παιδί τους ανευρέθηκε ουσιαστικά σε απόσταση περίπου 80 μέτρων από την οικία τους και δεν έχει ούτως ή αλλιώς το Δικαστήριο άλλη αντίθετη μαρτυρία και δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά αυτή η απόσταση από την Κατηγορούσα Αρχή. Βεβαίως και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το παιδί ήταν ανεπιτήρητο και στην κατάσταση που βρισκόταν, αναμφίβολα εξάγεται το εύρημα και συμπέρασμα ότι οι Κατηγορούμενοι δεν έλαβαν τα δέοντα μέτρα για να έχουν υπό την επιτήρησή τους το παιδί, με αποτέλεσμα αυτό να διαφύγει από την οικία και που ευτυχώς το εντόπισε η ΜΚ1 και το μετέφερε με ασφάλεια στον Αστυνομικό Σταθμό, όπου έτυχε φροντίδας και από τη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και αφού εξετάστηκε και από γιατρό στο Νοσοκομείο, ευτυχώς διαπιστώθηκε ότι ήταν καλά στην υγεία του το παιδάκι, χωρίς σημάδια τραυματισμού και κακομεταχείρισης και ακολούθως αυτό δόθηκε στους γονείς του. Αυτό που προκύπτει ουσιαστικά στην παρούσα περίπτωση είναι μια παραμέληση που οφείλεται σε μια κακή συνεννόηση των γονέων και ναι μεν θα μπορούσε να διατρέξει κάποιον κίνδυνο το παιδάκι, αλλά που ευτυχώς δεν διέτρεξε κανένα κίνδυνο, ούτε έχει πειστεί το Δικαστήριο ότι οι Κατηγορούμενοι είναι κακοί γονείς, αλλά το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι οι Κατηγορούμενοι είναι καλοί γονείς, που αγαπούν τα παιδιά τους, αλλά στη δεδομένη στιγμή τουλάχιστον για εκείνην τη μέρα διέφυγε της προσοχής τους το παιδί τους. Αυτό που προκύπτει ουσιαστικά είναι μια ασυνεννοησία και μια αμέλεια εκείνην την ημέρα. Το ερώτημα είναι στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας; Δηλαδή το ερώτημα που τίθεται: τα πιο πάνω γεγονότα στοιχειοθετούν το αδίκημα της εγκατάλειψης παιδιού; Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική, διότι το Δικαστήριο, με βάση τη Νομολογία που παρέθεσε πιο πάνω, με βάση και την αγγλική Νομολογία και το σύγγραμμα Blackstone, αλλά και την ερμηνεία που δόθηκε στο επίμαχο, δηλαδή το Άρθρο 54 του Κεφ. 352, που είναι πανομοιότυπο με την αντίστοιχη αγγλική νομοθετική πρόνοια, όπου το αδίκημα αυτό είναι υπό τον τίτλο «σκληρότητα» και αδικήματα που απαιτείται για να αποδειχθούν με σκληρότητα. Αυτό που απαιτείται ουσιαστικά είναι τέτοιος βαθμός σκληρότητας από πλευράς γονέα και το παιδί να είναι σε τέτοιο βαθμό παραμελημένο, αλλά και εγκαταλελειμμένο, που ουσιαστικά και εκούσια ένα παιδί να αφήνεται στη μοίρα του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση και ούτε αποδείχτηκε αυτό και συνακόλουθα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται από την πρώτη κατηγορία. Ως προς την αποδεικτική βαρύτητα της ανώμοτης δήλωσης της Κατηγορουμένης 2, αυτή δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι όχι μόνο η αποδεικτική βαρύτητα αυτής είναι μόνο πειστική και όχι αποδεικτική και η ανώμοτη δήλωση δεν στηρίζεται ενόρκως και εν πάση περιπτώσει η Κατηγορούμενη 2 ανέφερε γεγονότα τα οποία πρώτη φορά προβάλλονται και εν πάση περιπτώσει η Κατηγορούμενη 2 ήταν απολογητική προς όφελος του συζύγου της. Το ερώτημα που τίθεται, εν' όψει της αθώωσης των Κατηγορουμένων 1 και 2 στην πρώτη κατηγορία είναι κατά πόσο θα μπορούσαν αυτοί να καταδικαστούν με σχετική προσθήκη κατηγορίας με βάση το Άρθρο 85 παράγραφος 4 του Κεφ. 155, είτε στη βάση αμελειών και απερίσκεπτων πράξεων του Άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα, είτε στη βάση του
- Η απάντηση στο ερώτημα είναι επίσης αρνητική, διότι το Άρθρο 236 από τη μια προνοεί μεγαλύτερη ποινή από αυτήν που προβλέπεται στο Άρθρο 54 του Κεφ. 372 και ούτε καλύπτει περιπτώσεις όπως την επίδικη, ούτε θα μπορούσαν να καταδικαστούν στη βάση του Άρθρου 237 του Ποινικού Κώδικα, διότι αν και προνοείται μικρότερη ποινή από αυτήν του Άρθρου 54 του Κεφ. 372, εντούτοις απαιτείται στο Άρθρο 237 το συστατικό στοιχείο πρόκλησης σωματικής βλάβης και στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία, αφού και το Τεκμήριο 2, που είναι παραδεχτό γεγονός, αναφέρει ευτυχώς ότι το παιδί δεν φέρει κακώσεις. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, ουσιαστικά καταδεικνύεται ότι και με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα, ότι ο Κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 4, 5 και 8 και αθωώνεται στην πρώτη κατηγορία και η δεύτερη Κατηγορούμενη αθωώνεται στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) .......... Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Εγκατάλειψη παιδιού, επίθεση, αντίσταση, απειλή, άμυνα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο