Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Εύζωνα, Αρ. Υπόθεσης: 10529/17, 19/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10529/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. xxx Εύζωνα Κατηγορούμενη ---------------- Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Κουτσόφτας Για την Κατηγορούμενη: κα Μ. Νεοφύτου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 210, Κεφ. 154 ότι επέφερε το θάνατο της xxx Γεωργίου, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (1η κατηγορία). Δεν παραδέχθηκε ενοχή. Παραδέχθηκε, βάσει του άρθρου 8, Ν.86/72, ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο ατύχημα (2η κατηγορία). Προς απόδειξη της πρώτης κατηγορίας κατέθεσαν ο Αν. Λοχ. xxx9 (ΜΚ1) και ο Γ.Κ. (ΜΚ2). Ως παραδεκτά γεγονότα από τα έγγραφα που κατατέθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους (Έγγραφα Α-ΚΒ) προκύπτουν τα ακόλουθα: στις 22.4.16 και ώρα 06:50, η xxx Γεωργίου, 81 ετών, ήταν πεζή στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου. Δεν είχε πρόβλημα υγείας και περπατούσε «μια χαρά» (Έγγραφα Δ, Η και ΙΣτ). Η κατηγορούμενη, 33 ετών, οδηγούσε το όχημά της στην ίδια οδό με ανατολική κατεύθυνση (Έγγραφα Η και Θ). Σε κάποιο σημείο, η πεζή επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο από βόρεια προς νότια. Το όχημα της κατηγορούμενης την κτύπησε με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα (Έγγραφα Α-Γ). Η κατηγορούμενη υπέστη νευρικό κλονισμό (Έγγραφο ΙΘ). Το όχημα υπέστη ζημιές στο αριστερό μπροστινό μέρος (Έγγραφο Δ). Η αστυνομία διερεύνησε τις συνθήκες του δυστυχήματος (Έγγραφα Θ-ΙΒ). Λήφθηκαν φωτογραφίες (Έγγραφα ΙΔ και ΙΕ) και ψηφιακός δίσκος με πλάνα από εξωτερική κάμερα (Έγγραφα Η και ΙΖ). Το όχημα δεν παρουσίαζε μηχανικό πρόβλημα (Έγγραφα Ε και Στ). Δεν εντοπίστηκε αλκοόλη στο αίμα της πεζής (Έγγραφο Ζ). Η αναπαράσταση της αστυνομίας κατέδειξε ότι στο σημείο του δυστυχήματος, λόγω του εκτυφλωτικού ήλιου, η ορατότητα του οδηγού είναι δέκα μέτρα βλέποντας μόνο τα πόδια του πεζού από τα γόνατα και κάτω (Έγγραφο ΙΓ). Ο ΜΚ1 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 29.9.16 (Τεκμήριο 1). Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και σχέδιο επί κλίμακος (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα). Πριν τη σύγκρουση, η πεζή διάνυσε δύο μέτρα από το πεζοδρόμιο εντός του δρόμου. Το όχημα υπέστη ζημιές στο μπροστινό αριστερό μέρος, ήτοι ανεμοθώρακα, καπό, φτερό, φανάρι και προφυλακτήρα. Δεν γνωρίζει την ταχύτητα του οχήματος. Δεν εντοπίστηκαν ίχνη φρένων. Στα πλάνα της εξωτερικής κάμερας (Τεκμήριο 5) φαίνεται ότι αυτό δεν σταμάτησε βίαια μετά τη σύγκρουση, αλλά σταμάτησε κανονικά με τη χρήση φρένων. Μετά τη σύγκρουση διάνυσε 32 μέτρα μέχρι την τελική του θέση, χωρίς όμως να μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα απ' αυτό. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το όριο ταχύτητας ήταν 50χ.α.ω. Προέβη σε αναπαράσταση με το όχημα της κατηγορούμενης, έχοντας το προστατευτικό κάλυμμα (σκιάδιο) κατεβασμένο, σε ίδιες συνθήκες (Τεκμήριο 6). Οδηγούσε με ταχύτητα 20-30χ.α.ω. αφού, λόγω της θέσης του ήλιου, δεν μπορούσε να οδηγήσει πέραν του επιτρεπόμενου ορίου. Λίγα μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης υπάρχει μια ελαφριά στροφή προς τα δεξιά. Υπό κανονικές συνθήκες, η πεζή θα ήταν ορατή από απόσταση 200 μέτρων καθότι το οπτικό πεδίο δεν επηρεαζόταν από κάποιο εμπόδιο. Τη δεδομένη στιγμή που έγινε το δυστύχημα όμως, η πεζή ήταν ορατή από απόσταση δέκα μέτρων μόνο από τα γόνατα και κάτω. Και αυτό διότι, ο ήλιος βρισκόταν ακριβώς απέναντι από τον οδηγό λόγω της ελαφριάς κλίσης του δρόμου, με αποτέλεσμα η έντονη ακτινοβολία να μειώνει την ορατότητα στο ελάχιστο. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του ΜΚ1 όπως ο ίδιος μετέφερε στο Δικαστήριο τις διαπιστώσεις του: E. Αντιλαμβάνομαι αυτή η κλίση είπατε ότι ήταν εκτυφλωτικός ο ήλιος σε σχέση με τον οδηγό. Εξηγήστε μας. A. Σύμφωνα με τις εξετάσεις που έκανα στη σκηνή, ερχόμενο το όχημα της κατηγορούμενης, ο ήλιος είναι συνεχώς λόγω του ότι η ανατολή από εδώ είναι συνεχώς απέναντι σου, σε εμποδίζει από το να οδηγήσεις με μεγάλη ταχύτητα, να οδηγήσεις σε απόσταση και τα λοιπά, στο σημείο αυτό, λόγω αυτή της ελαφριάς κλίση, όπως ανέφερα και προηγουμένως, ο ήλιος είναι απέναντι έρχεται έτσι φάτσα εκτυφλωτικά στα μάτια σου. Γι' αυτό ήταν και ο λόγος που τον συνάδελφο τον οποίο έβαλα να διασταυρώσει δεν είχα δει ολόκληρο το κορμί του παρά μόνο από τα γόνατα και κάτω γιατί εκείνη τη στιγμή ο ήλιος ήρθε τελείως στα μάτια μου, λόγω αυτής της ελαφριάς κλίσης. Υπολόγισε την απόσταση που θα χρειαζόταν η κατηγορούμενη να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να αντιδράσει για να ακινητοποιήσει το όχημά της. Αν οδηγούσε με ταχύτητα 30χ.α.ω. θα χρειαζόταν 12.5 μέτρα, με ταχύτητα 40χ.α.ω. θα χρειαζόταν 16.6 μέτρα και με ταχύτητα 50χ.α.ω. θα χρειαζόταν 20.5 μέτρα. Αν οδηγούσε με ταχύτητα 20χ.α.ω. θα χρειαζόταν 8.3 μέτρα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι, με βάση την ηλικία της, η πεζή θα χρειάστηκε 1.54 δευτερόλεπτα για να διανύσει τα δύο μέτρα εντός του δρόμου. Αφού η πεζή ήταν ορατή στα δέκα μέτρα λόγω του ήλιου, η κατηγορούμενη δεν θα είχε το χρόνο να την αντιληφθεί αν οδηγούσε με ταχύτητα 30-40χ.α.ω. Πόσω μάλλον αν οδηγούσε με ταχύτητα 50χ.α.ω. που είναι το επιτρεπόμενο όριο. Θέση του ήταν ότι, βάσει των υπολογισμών του, το δυστύχημα δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Εισήγησή του ως εξεταστής ήταν να κατηγορηθεί η κατηγορούμενη βάσει του άρθρου 8, Ν.86/72 μόνο. Επανεξεταζόμενος ρωτήθηκε αν η κατηγορούμενη θα μπορούσε να σταματήσει το όχημά της αφού ο ήλιος ήταν εκτυφλωτικός. Απάντησε ότι κάθε οδηγός έχει υποχρέωση να οδηγεί με χαμηλή ταχύτητα και με προσοχή στο δρόμο. Αν οι οδηγοί σταματούσαν στο δρόμο λόγω του ήλιου, τότε θα έπρεπε να διακόπτεται η τροχαία κίνηση σε διάφορα σημεία της πόλης. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερ. 4.5.16 (Τεκμήριο 9). Οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα στην οδό Δραγούμη με βόρεια κατεύθυνση. Η οδός Μισιαούλη και Καβάζογλου ενώνεται κάθετα με την οδό Δραγούμη (Τεκμήριο 3). Βρισκόταν δέκα μέτρα περίπου πριν τη συμβολή των δύο οδών. Είδε απέναντι στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου την πεζή, σε απόσπαση 15-20 μέτρων, να περπατά νότια. Την αναγνώρισε αφού έμεναν στον ίδιο δρόμο. Καθώς η πεζή διασταύρωνε, ένα όχημα με ανατολική κατεύθυνση την κτύπησε με το αριστερό μπροστινό μέρος. Η πεζή έπεσε προς τα πίσω πάνω στον ανεμοθώρακα, εκτινάχθηκε προς τα πάνω και έπεσε προς τα αριστερά. Κατά τη σύγκρουση το όχημα κινήθηκε προς τα δεξιά, προχώρησε κάποια απόσταση και σταμάτησε. Ο ίδιος σταμάτησε στο αλτ της πορείας του. Κινήθηκε να ανοίξει την πόρτα του, μετά την έκλεισε και συνέχισε να οδηγεί. Μετά από λίγο, επέστρεψε στη σκηνή. Υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης (σημείο Χ). Συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2). Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι δεν μπορούσε να δει το δυστύχημα, απαντώντας ότι έγινε ακριβώς μπροστά του. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Κατέθεσε ο xxx Ιωάννου (ΜΥ1). Η κατηγορούμενη στην ανώμοτη δήλωσή της ανέφερε: «Είμαι η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση. Υιοθετώ το περιεχόμενο της κατάθεσής μου (Τεκμήριο 7). Όπως ανέφερα και στην κατάθεσή μου, η ώρα ήταν 06:55 και οδηγούσα το όχημά μου με χαμηλή ταχύτητα εντός του ορίου ταχύτητας. Ο ήλιος ήταν απέναντί μου, και όπως είπα και στην κατάθεσή μου με στράβωνε, γι' αυτό κατέβασα το προστατευτικό κάλυμμα μπροστά μου. Ενόψει αυτού του γεγονότος, οδηγούσα με χαμηλή ταχύτητα και έλεγχα το δρόμο μπροστά μου. Οδηγούσα προσεκτικά. Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως τα ανάφερα στην κατάθεσή μου. Σας ευχαριστώ.» Στην κατάθεσή της, ημερ. 16.5.16 (Τεκμήριο 7), η κατηγορούμενη αναφέρει ότι οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, χωρίς να μπορεί να την προσδιορίσει. Οδηγούσε εντός του επιτρεπόμενου ορίου των 50χ.α.ω. αφού τη δεδομένη στιγμή ο ήλιος ήταν εκτυφλωτικός. Για να περιορίσει την εμβέλεια του ήλιου, είχε κατεβάσει μπροστά της το προστατευτικό κάλυμμα (σκιάδιο). Οδηγούσε προσεκτικά στην αριστερή πλευρά και έλεγχε το δρόμο μπροστά της. Καθώς οδηγούσε, άκουσε και ένιωσε ένα κτύπημα στο μπροστινό μέρος, χωρίς όμως να δει προηγουμένως να υπάρχει κάτι στο δρόμο. Σκέφτηκε ότι μπορούσε να ήταν κάποιο αντικείμενο, το οποίο δεν είδε λόγω του ήλιου. Αμέσως έστριψε το τιμόνι δεξιά και σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι της δεξιά και είδε να βγαίνει κόσμος από παρακείμενο αρτοποιείο. Της άνοιξαν την πόρτα και κάποιος την έπιασε από το χέρι. Τους ρώτησε τι είχε συμβεί, αν έπεσε κάποιο αντικείμενο στο δρόμο της. Κάποιος της είπε ότι κτύπησε άνθρωπο. Αμέσως σοκαρισμένη τηλεφώνησε στην αστυνομία, τους ανέφερε το δυστύχημα και τους είπε να ειδοποιήσουν ασθενοφόρο. Τότε κοίταξε στα αριστερά της και είδε ότι ο ανεμοθώρακας είχε θρυμματιστεί αριστερά. Υπέστη νευρικό κλονισμό. Ο ΜΥ1 υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 10). Είναι κάτοχος διπλώματος στη Δικανική Διερεύνηση Συγκρούσεων και πτυχίου Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης (Τεκμήριο 12). Μελέτησε το μαρτυρικό υλικό και την αναπαράσταση που έγινε από την αστυνομία. Χρησιμοποίησε τα δεδομένα της υπόθεσης, το μέσο χρόνο αντίληψης ενός οδηγού και το κοινώς αποδεκτό χρόνο βαδίσματος της πεζής βάσει της ηλικίας της για να καταλήξει στην απόσταση αντίδρασης της κατηγορούμενης. Αν οδηγούσε με ταχύτητα 30χ.α.ω. θα χρειαζόταν 12.5 μέτρα για να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να αντιδράσει. Με ταχύτητα 50χ.α.ω. θα χρειαζόταν 20.8 μέτρα. Θέση του ήταν ότι, λόγω της περιορισμένης ορατότητας της κατηγορούμενης και το χρόνο που περπατούσε η πεζή στο δρόμο, η πρώτη δεν είχε το χρόνο και χώρο για να προβεί σε έγκαιρη αντίδραση. Αντεξεταζόμενος του υποβλήθηκε ότι αν η κατηγορούμενη οδηγούσε με ταχύτητα 15-20χ.α.ω. δεν θα συγκρουόταν με την πεζή. Απάντησε ότι με ταχύτητα 20χ.α.ω. και 15χ.α.ω. η κατηγορούμενη θα χρειαζόταν 8.34 μέτρα και 6.24 μέτρα αντίστοιχα για να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να αντιδράσει. Στις αποστάσεις αυτές δεν συμπεριλαμβάνεται η απόσταση που θα χρειαζόταν το όχημα για να ακινητοποιηθεί. Του υποβλήθηκε ότι η κατηγορούμενη, λόγω της περιορισμένης ορατότητας, όφειλε να ελαττώσει ταχύτητα σε βαθμό που να μπορεί να ελέγχει το δρόμο μπροστά της. Απάντησε ότι, εξ όσων γνωρίζει, δεν υπάρχει μαρτυρία κατά πόσον η ορατότητα περιοριζόταν πριν την περιοχή της σύγκρουσης. Επομένως, δεν γνωρίζει από ποια απόσταση η ορατότητα ήταν περιορισμένη και από ποιο σημείο όφειλε η κατηγορούμενη να τηρεί πιο αμυντική οδήγηση. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι δύο πλευρές προσκόμισαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Η μεν κατηγορούσα αρχή κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 στην ολότητά της. Θέση της ήταν ότι η συμπεριφορά της κατηγορούμενης ήταν επικίνδυνη, αλόγιστη και απερίσκεπτη καθότι «αντί να σταματήσει το αυτοκίνητο της στην άκρη ή να ελαττώσει την ταχύτητα του οχήματός της στο ελάχιστο, συνέχισε την πορεία της κανονικά» αγνοώντας την πιθανότητα ύπαρξης κινδύνου. Η δε υπεράσπιση τόνισε ότι η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΥ1 ως προς το χρόνο αντίδρασης της κατηγορούμενης είναι ουσιαστικά οι ίδιες. Ουδεμία μαρτυρία υπήρξε από ποια απόσταση ο ήλιος ήταν εκτυφλωτικός. Συνεπώς, ήταν η θέση της, δεν αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Λ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 27/17, ημερ. 21.11.17, Brierley v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Ο ΜΚ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Με πληρότητα επεξήγησε τις ενέργειες στις οποίες προέβη ως εξεταστής της υπόθεσης. Κατέθεσε σχετικά τεκμήρια. Περιέγραψε λεπτομερώς το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 3) και τα πλάνα κατά την προβολή του ψηφιακού δίσκου (Τεκμήριο 5). Υποστήριξε τα ευρήματά του με αναφορά σε φωτογραφίες (Έγγραφο ΙΔ). Επεξήγησε με επάρκεια τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέβη σε αναπαράσταση του δυστυχήματος και τις διαπιστώσεις του. Θεωρώ ότι με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει την ακριβή ταχύτητα του οχήματος. Με την ίδια ειλικρίνεια και αυθορμητισμό ανέφερε ότι δεν θυμάται αν το όχημα ήταν εφοδιασμένο με σύστημα πέδησης ABS. Δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε τάση υπερβολής ή αντίφαση. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Εξάλλου, η αντεξέτασή του αφορούσε κυρίως ερωτήσεις διευκρινιστικής φύσης. Συνεπώς, κρίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του, ιδιαίτερη αναφορά στην οποία γίνεται πιο κάτω. Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση. Με φυσικό τρόπο προσπάθησε να παρουσιάσει τα όσα αντιλήφθηκε σε σχέση με το δυστύχημα. Ουδεμία υπερβολή ή αντίφαση διαπιστώθηκε. Απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με συνοχή. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν μπορούσε να δει το δυστύχημα επειδή έγινε στα δεξιά του, θεωρώ ότι με ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό απάντησε ότι έγινε μπροστά του. Αυτό προκύπτει και από το σχέδιο επί κλίμακος (Τεκμήριο 3), το οποίο δεν αμφισβητήθηκε. Το σχέδιο της σκηνής από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα ατύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων (Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307). Δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός του ότι το αλτ της οδού Δραγούμη απέχει 5 μέτρα περίπου από το σημείο της σύγκρουσης, ενώ από το σχέδιο (Τεκμήριο 3) φαίνεται να είναι περίπου 9 μέτρα. Πρόκειται για λανθασμένη εκτίμηση του μάρτυρα, χωρίς να επηρεάζεται η αξιοπιστία του. Για τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Εκεί όπου το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σ' αυτή, χωρίς να επηρεάζεται η αξιοπιστία του, είναι στην εκτίμησή του για την ταχύτητα του οχήματος της κατηγορούμενης. Ερωτηθείς στην κυρίως εξέταση αν κινείτο με «κανονική» ή «ανεπτυγμένη» ταχύτητα απάντησε: «Σίγουρα δεν πήγαινε με 20, 30, θα μπορούσε να σταματήσει, σίγουρα στο όριο εκεί θα πήγαινε, το όριο του δρόμου 50, 60, πόσα είναι δεν ξέρω». Η αναφορά του για την ταχύτητα που ο ίδιος καθόρισε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην απουσία μαρτυρίας ειδικού (Κυπριανού v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816, Γενικός Εισαγγελέας v. Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ. 18). Ούτε έχει παρατεθεί το απαραίτητο γνωσιολογικό υπόβαθρο που να επιτρέπει στο μάρτυρα να προβεί σε υπολογισμό της (Ηλία v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 133/16, ημερ. 29.3.19). Ο ΜΥ1 έχει κληθεί ως εμπειρογνώμονας. Τα ακαδημαϊκά του προσόντα είναι αναγνωρισμένα από το αρμόδιο συμβούλιο (Έγγραφα ΚΑ-ΚΒ). Καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα.[1] Η μαρτυρία του κρίνεται ως αιτιολογημένη. Ανέλυσε με λεπτομέρεια τα δεδομένα και τις φόρμουλες που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματά του. Παρέπεμψε σε σχετική βιβλιογραφία (Τεκμήριο 11). Έδωσε παραδείγματα για καλύτερη κατανόηση των όσων ανέφερε. Τα συμπεράσματά του ως προς την απόσταση αντίδρασης ταυτίζονται με τα αντίστοιχα συμπεράσματα του ΜΚ
- Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του, ιδιαίτερη αναφορά στην οποία γίνεται πιο κάτω. Εκεί όπου το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σ' αυτή, είναι στη θέση του ότι, από το γεγονός ότι η κατηγορούμενη διάνυσε 32 μέτρα μέχρι να ακινητοποιηθεί το όχημά της, συνάγεται ότι καθυστέρησε να αντιληφθεί την πεζή λόγω περιορισμένης ορατότητας και της προ εκπλήξεως κατάστασης. Ο ΜΥ1 δεν στήριξε τη θέση του με οποιοδήποτε επιστημονικό κριτήριο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να βασιστεί σ' αυτή. Επομένως, θα πρέπει να αγνοηθεί. Παρενθετικά, επισημαίνω ότι δεν υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές ως προς τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα. Τα συμπεράσματα του ΜΚ1 είναι ουσιαστικώς ταυτόσημα με τα συμπεράσματα του ΜΥ
- Η εκδοχή του αυτόπτη μάρτυρα ΜΚ2 δεν διαφέρει από τα ευρήματα στη σκηνή και τα παραδεκτά γεγονότα. Η κατηγορούμενη προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Οι αρχές που διέπουν την προσέγγισή της εμπεριέχονται στην πλούσια νομολογία του Εφετείου.[2] Αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον της (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129). Η ανώμοτη δήλωση εξετάζεται μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας (Ζωδιάτη v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 236/17, ημερ. 9.7.19). Σ' αυτή μπορεί να δοθεί το βάρος που το Δικαστήριο κρίνει ότι της αξίζει, αλλά δεν μπορεί να της δοθεί η ίδια αξία που έχει μια ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση. Η αποδεικτική της αξία είναι μάλλον πειστική, παρά αποδεικτική. Μ' αυτή δεν μπορούν να αποδειχθούν γεγονότα τα οποία μόνο με μαρτυρία αποδεικνύονται (Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ v. Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/14 κ.ά., ημερ. 23.10.15). Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο αφού μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά (Χρίστου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 46/17, ημερ. 19.7.129). Έχει ως βάση την κοινή λογική. Αξιολογώντας την ανώμοτη δήλωση υπό το φως των σχετικών νομικών αρχών, επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης ότι τη στιγμή του δυστυχήματος, η θέση του ήλιου επηρέαζε την ορατότητά της. Αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ1 και τα παραδεκτά γεγονότα (Έγγραφο ΙΓ). Από τη μαρτυρία του ΜΚ1 επιβεβαιώνονται και οι ισχυρισμοί της ότι είχε το προστατευτικό κάλυμμα (σκιάδιο) κατεβασμένο. Ο ισχυρισμός της ότι οδηγούσε στην αριστερά πλευρά του δρόμου συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ1, του ΜΚ2 και με το σχέδιο (Τεκμήριο 3). Προκύπτει και ως θέμα κοινής λογικής αφού το αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος συγκρούστηκε με την πεζή δύο μέτρα από το πεζοδρόμιο. Ο ισχυρισμός της ότι οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί αφού τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΥ1 δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν την ταχύτητα του οχήματος. Ο ισχυρισμός της ότι δεν είδε καθόλου την πεζή πριν και κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ΜΚ1 και τα πλάνα από τη σκηνή (Τεκμήριο 5) αφού το όχημα δεν φαίνεται να σταματά βίαια μετά τη σύγκρουση, αλλά σταμάτησε κανονικά με τη χρήση φρένων. Η αντίδρασή της αμέσως μετά τη σύγκρουση να κινηθεί προς τα δεξιά και να σταματήσει, όπως αναφέρει στην κατάθεσή της (Τεκμήριο 7), επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ΜΚ2. Ο ισχυρισμός της ότι οδηγούσε προσεκτικά και έλεγχε το δρόμο δεν φαίνεται να είναι πειστικός αφού, όπως η ίδια αναφέρει αλλά προκύπτει και από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, δεν είδε καθόλου την πεζή πριν τη σύγκρουση, παρά την ορατότητα των δέκα μέτρων σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ1 και τα παραδεκτά γεγονότα. Η αναφορά της ότι ο ανεμοθώρακας του οχήματός της υπέστη ζημιές αριστερά από τη σύγκρουση συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ1 και τα παραδεκτά γεγονότα (Έγγραφο Δ). Τέλος, ο ισχυρισμός της ότι υπέστη νευρικό κλονισμό επιβεβαιώνεται από τα παραδεκτά γεγονότα (Έγγραφο ΙΘ). Στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Στις 22.4.16 και περί ώρα 06:50, η xxx Γεωργίου, 81 ετών, ήταν πεζή στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου. Δεν είχε πρόβλημα υγείας και περπατούσε «μια χαρά». Η κατηγορούμενη, 33 ετών, οδηγούσε το όχημά της στην ίδια οδό με ανατολική κατεύθυνση, έχοντας το προστατευτικό κάλυμμα (σκιάδιο) κατεβασμένο. Κινείτο στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Σε κάποιο σημείο, η πεζή, βρισκόμενη στο βόρειο πεζοδρόμιο, επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο από βόρεια προς νότια. Αφού διάνυσε δύο μέτρα από το πεζοδρόμιο, το όχημα την κτύπησε με το αριστερό μπροστινό μέρος (σημείο Χ, Τεκμήριο 3). Η πεζή έπεσε προς τα πίσω πάνω στον ανεμοθώρακα, εκτινάχθηκε προς τα πάνω και ακολούθως έπεσε προς τα αριστερά. Αμέσως μετά το κτύπημα, το οποίο η κατηγορούμενη δεν είδε, το όχημα κινήθηκε δεξιότερα και διάνυσε περίπου 32 μέτρα μέχρι να σταματήσει κανονικά με τη χρήση φρένων σύμφωνα με την πορεία του. Η πεζή τραυματίστηκε θανάσιμα. Η κατηγορούμενη υπέστη νευρικό κλονισμό. Προκλήθηκαν ζημιές στο αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος. Ο μηχανικός έλεγχος στο όχημα δεν κατέδειξε κάποιο πρόβλημα. Το σύστημα πέδησης, κατεύθυνσης και τα ελαστικά ήταν σε καλή κατάσταση. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο καιρός ήταν αίθριος. Είναι κατοικημένη περιοχή. Το όριο ταχύτητας είναι 50χ.α.ω. Έγινε αναπαράσταση από την αστυνομία χρησιμοποιώντας το όχημα της κατηγορούμενης, με ταχύτητα 20-30χ.α.ω., σε ίδιες συνθήκες με τη μέρα του δυστυχήματος. Λίγα μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης υπάρχει μια ελαφριά στροφή προς τα δεξιά. Υπό κανονικές συνθήκες, η πεζή όταν διασταύρωνε θα ήταν ορατή από απόσταση 200 μέτρων καθότι το οπτικό πεδίο του οδηγού δεν επηρεαζόταν από κάποιο εμπόδιο. Τη δεδομένη στιγμή που έγινε το δυστύχημα, η πεζή ήταν ορατή από απόσταση δέκα μέτρων μόνο από τα γόνατα και κάτω. Και αυτό διότι, ο ήλιος βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την οδηγό λόγω της ελαφριάς κλίσης του δρόμου, με αποτέλεσμα η έντονη ακτινοβολία να μειώνει την ορατότητα στο ελάχιστο. Παρενθετικά σημειώνω τη θέση των ΜΚ1 και ΜΥ1 ότι δεν γνωρίζουν την ταχύτητα του οχήματος. Η θέση του ΜΚ1 ότι ο ίδιος κατά την αναπαράσταση δεν μπορούσε να οδηγήσει πέραν του επιτρεπόμενου ορίου λόγω της θέσης του ήλιου δεν εξυπακούει ότι το ίδιο ίσχυε και για την κατηγορούμενη τη μέρα του δυστυχήματος. Η δε μαρτυρία του ΜΚ2 σε σχέση με την ταχύτητα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που έχω προαναφέρει (Κυπριανού (ανωτέρω)). Το κύριο ερώτημα, έχοντας υπόψη τις σχετικές νομικές αρχές, είναι κατά πόσο, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι η οδήγηση ενόσω η κατηγορούμενη είχε μειωμένη ορατότητα λόγω του ήλιου, στοιχειοθετούν πέραν από κάθε λογική αμφιβολία το αδίκημα του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 210 προνοεί ότι όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος. Το άρθρο έχει ερμηνευθεί από την πλούσια νομολογία του Εφετείου.[3] Οι όροι «αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη», υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος. Το άρθρο δεν προσδιορίζει τι αποτελεί κάθε πράξη. Αφήνεται στο Δικαστήριο να το ερμηνεύσει με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Η επικίνδυνη οδήγηση απαιτεί τουλάχιστον κάποια παράλειψη ή λάθος (Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233). Πρέπει να αποδειχθεί λανθασμένη ενέργεια, η οποία δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς της δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (Συλλούρης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 189/16, ημερ. 20.12.16). Η απερισκεψία υποδηλώνει αδιαφορία για την ασφάλεια των υπόλοιπων χρηστών του δρόμου (Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220). Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, δηλαδή αυτής που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο οδηγό (Γενικός Εισαγγελέας v. Χρυσοστόμου (Αρ. 1)
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αλόγιστη πράξη σημαίνει την πράξη ή συμπεριφορά η οποία δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής (Clarke v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 734). Το σύγγραμμα Wilkinson' s Road Traffic Offences 28η εκδ., 2018, par. 5-82 εισηγείται ότι αν προκληθεί ατύχημα, συνεπεία τύφλωσης από τον ήλιο, κυριολεκτικά στο πρώτο ή δεύτερο δευτερόλεπτο μετά την τύφλωση, ο οδηγός δεν θα πρέπει να κριθεί ένοχος αμέλειας. Όμως, αν το ατύχημα προκληθεί μετά από δύο ή περισσότερα δευτερόλεπτα μεταγενέστερα και ο οδηγός δεν έκανε οτιδήποτε για να μειώσει την ταχύτητά του ή να σταματήσει, τότε, εισηγείται το σύγγραμμα, ο οδηγός θα πρέπει να κριθεί ένοχος τουλάχιστον για αμέλεια, όχι τόσο επειδή κτύπησε κάτι λόγω μειωμένης ορατότητας, αλλά επειδή συνέχισε να οδηγεί όταν δεν μπορούσε να δει κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε η κατηγορούμενη δεν έχει αποδειχθεί. Από τη στιγμή που η ταχύτητα του οχήματος είναι άγνωστη, οι μαθηματικοί υπολογισμοί των ΜΚ1 και ΜΥ1 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Αποτελούν ένα υποθετικό σενάριο αναφορικά με την ταχύτητα της κατηγορούμενης και τον καθ' υπολογισμό χρόνο αντίδρασής της. Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Koptyakova v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού, Ποινική Έφεση 86/17, ημερ. 13.3.18, από τον Παμπαλλή, Δ. όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη μαθηματικούς υπολογισμούς που θα καταδείκνυαν, σύμφωνα με την εφεσείουσα, ότι δεν είχε χρόνο να αντιληφθεί τον πεζό: «Ορθώς, κατά την άποψή μας, το δικαστήριο δεν έδωσε σημασία στους μαθηματικούς υπολογισμούς που παρουσιάστηκαν, καθότι δεν είχαν οποιοδήποτε άμεσο συσχετισμό με το ίδιο το ατύχημα. Σε κανένα σημείο δεν είχε κατηγορηθεί η εφεσείουσα ότι είχε υπερβεί το όριο ταχύτητος.». Η κατηγορούμενη οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ως όφειλε. Ο ήλιος βρισκόταν απέναντί της. Οδηγούσε, ως όφειλε υπό τις περιστάσεις, με το προστατευτικό κάλυμμα (σκιάδιο) κατεβασμένο. Σε κάποιο σημείο, όπου υπάρχει ελαφριά κλίση του δρόμου, η έντονη ηλιακή ακτινοβολία μείωσε την ορατότητά της στο ελάχιστο. Η ορατότητα, σύμφωνα με την αστυνομία, ήταν δέκα μέτρα με αποτέλεσμα να είναι ορατά μόνο τα πόδια της πεζής από τα γόνατα και κάτω. Η πεζή επιχείρησε να διασταυρώσει από αριστερά προς δεξιά, ως η πορεία της κατηγορούμενης, περπατώντας για απόσταση δύο μέτρων από το πεζοδρόμιο. Τότε το όχημα της κατηγορούμενης την κτύπησε. Δεν υπάρχει μαρτυρία για πόσο χρονικό διάστημα η κατηγορούμενη οδηγούσε με μειωμένη ορατότητα, έτσι ώστε να εξεταστεί κατά πόσον ανέλαβε τον κίνδυνο να συνεχίσει να οδηγεί παρά τη μειωμένη ορατότητα. Ούτε υπάρχει μαρτυρία με ποια ταχύτητα οδηγούσε ή κατά πόσον παρέλειψε να τη μειώσει. Στοιχεία απαραίτητα για την απόδειξη της πρώτης κατηγορίας αφού σε οδικές συμπεριφορές που εδράζονται στο άρθρο 210 απαιτείται απόδειξη αμέλειας μεγαλύτερου βαθμού απ' ότι για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης (Ιωάννου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 52/11, ημερ. 29.7.14). Υποθετικοί συλλογισμοί και υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι, δεν επιτρέπονται (Κλεάνθους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 236/18, ημερ. 11.1.19). Προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι η κατηγορούμενη δεν είδε καθόλου την πεζή η οποία επιχειρούσε να διασταυρώσει το δρόμο. Η κατηγορούμενη όφειλε να αντιληφθεί την παρουσία της στο δρόμο. Αυτό δηλαδή που παρέλειψε να πράξει ήταν να επιδείξει προσοχή και επιμέλεια, ώστε να αντιληφθεί την πεζή και να επιχειρήσει να λάβει αποτρεπτικά μέτρα. Η παράλειψη όμως αυτή, λαμβανομένης υπόψη της θέσης του ήλιου λόγω της κλίσης του δρόμου, η οποία περιόριζε την ορατότητα στα δέκα μέτρα, δεν μπορεί να κριθεί ως αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη εν τη εννοία του άρθρου 210, αλλά οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή εν τη εννοία του άρθρου 8, Ν.86/72(Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου, Ποινική Έφεση 193/14, ημερ. 15.3.19, Σιλβέστρου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 151). Αδίκημα στο οποίο η κατηγορούμενη δήλωσε παραδοχή. Συνεπώς, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία. Η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' αυτή. (Υπ.) ......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final Αναφορά: άρθρο 210, Ποινικού Κώδικα [1] Περσιάνη v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση 194/12, ημερ. 20.3.18, Σάββα v. Α/φοι Κουρίδη Λτδ, Πολ. Έφεση 74/12, ημερ. 26.2.18, Ξιούρουππας κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολ. Έφεση 386/10, ημερ. 15.11.16 [2] Κόλιας v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση106/15, ημερ. 17.5.18, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 96/16, ημερ. 28.11.17, Α.Δ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 91/14, ημερ. 22.6.16 [3] Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο