Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Βίκτωρος, Αρ. Υπόθεσης: 6258/17, 20/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6258/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον XXXXX Βίκτωρος Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: προσωπικά Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του Άρθρου 242, του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο παράνομα επιτέθηκε κατά του παραπονούμενου (ΜΚ2) από τη Λεμεσό. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η παρούσα ακροαματική διαδικασία ήταν σχετικά σύντομη, διότι αναλώθηκαν μόνο δύο δικασίμοι, συμπεριλαμβανομένης και της σημερινής, όπου εκδίδεται απόφαση. Στη χθεσινή μέρα, έδωσε μαρτυρία ο ΜΚ1 και ο παραπονούμενος (ΜΚ2). Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κλήθηκε ο κατηγορούμενος σε απολογία, ο κατηγορούμενος ζήτησε σύντομο χρόνο για να αποφασίσει ποιο δικαίωμα θα ασκήσει, όπου άσκησε το δικαίωμα της ανώμοτης δήλωσης και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο ΜΚ1 κατάθεσε τα Τεκμήρια 1, 2 και 3, τα οποία αφορούν το μεν Τεκμήριο 1, την κατάθεση του, στην οποία κάνει αναφορά ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, το δε Τεκμήριο 2, τη γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο και το Τεκμήριο 3, την κατάθεση που έδωσε ο παραπονούμενος στην Αστυνομία, σύμφωνα με την οποίο ο παραπονούμενος υπέβαλε παράπονα εναντίον του κατηγορούμενου, που όπως φάνηκε στην ακροαματική διαδικασία υπήρχε άλλη υπόθεση όπου ο παραπονούμενος ήταν κατηγορούμενος και αντίστοιχα. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο παραπονούμενος, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο 4, στην οποία έκανε αναφορά στο επίδικο περιστατικό, όπου σύμφωνα με την εκδοχή του και ουσιαστικά χωρίς το Δικαστήριο να επαναλάβει αυτολεξεί το περιεχόμενο της κατάθεση του, αναφέρει ότι έγινε μια παρεξήγηση κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο λόγω της οδικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να επιτεθεί στον παραπονούμενο, ενώ αυτός βρισκόταν στο αυτοκίνητο με τα χέρια του στο στήθος και στην πορεία στην προσπάθεια του για να αμυνθεί ο παραπονούμενος, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και ο κατηγορούμενος έπεσε στο έδαφος και αφού έμεινε στο έδαφος για λίγα δευτερόλεπτα, σηκώθηκε πάνω και προσπάθησε να χτυπήσει ξανά τον παραπονούμενο και τότε επενέβησαν γείτονες της περιοχής, τον ένα μάλιστα τον έχει κατονομάσει. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του, ο παραπονούμενος αντεξετάστηκε σχετικά σύντομα από τον κατηγορούμενο, όπου ουσιαστικά ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον παραπονούμενο ότι σεβάστηκε την ηλικία του και ότι τον εξύβρισε, πράγμα που παραδέχθηκε σε άλλη υπόθεση και ανάφερε επίσης στις υποβολές ότι δεν χτυπούσε τον παραπονούμενο, η οποία θέση δεν έγινε αποδεκτή από τον παραπονούμενο. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του παραπονούμενου η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της και όπως αναφέρθηκε πιο πάνω το Δικαστήριο έκρινε με ενδιάμεση απόφαση του ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Εξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του και αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης ουσιαστικά αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος, δεν έχει καμία ανάμειξη και παρέπεμψε το Δικαστήριο στη συμπεριφορά του παραπονούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, κεφάλαιο 154 προνοεί τα ακόλουθα: "Οποίος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον κώδικα αυτό προνοείτε βαρύτερη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις 2 αυτές ποινές". Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (Intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το άρθρο 242 δε όσο αφορά το νοητικό στοιχείο το αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα ‑ παρανόμως‑ (unlawfully) (βλ. Δήμος Πετρόπουλος εναντίον Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελίδα 574). Καθιστά όμως ο ίδιος ο Νόμος με τις διατάξεις του Άρθρου 17 συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (βλ. Υπόθεση Πετρόπουλος (ανωτέρω). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) και συνεπώς ο Μ.Κ. 1 θα αξιολογηθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ.Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.΄΄ Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα πηγάζουν από την εν λόγω αξιολόγηση. Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση αναφορικά με τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και κριτήρια που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας, ως προς την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, κρίνει ότι δεν μπορεί να δώσει σε αυτήν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι ούτως ή άλλως ο κατηγορούμενος υπεραμύνεται της αθωότητας του και το Δικαστήριο θα αποφασίσει γι' αυτό και ουσιαστικά κάλεσε το Δικαστήριο να τον απαλλάξει, λόγω της μη εμπλοκής του στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω νομολογιακά κριτήρια δεν υπάρχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Ως προς τον ΜΚ1, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται τη μαρτυρία του, όχι μόνο επειδή δεν αντεξετάστηκε από τον κατηγορούμενο, αλλά ουσιαστικά η εμπλοκή του και μαρτυρία του ήταν τυπικής φύσεως που επικεντρώθηκε στο ότι κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και κατέθεσε την κατάθεση του κατηγορούμενου ως Τεκμήριο. Αναμφίβολα, το κλειδί στην παρούσα υπόθεση είναι η μαρτυρία του ΜΚ2 (παραπονούμενου) και το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης θα εξαρτηθεί κατά πόσο η μαρτυρία του ΜΚ2 θα κριθεί από το Δικαστήριο αξιόπιστη ή όχι. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με παρά πάνω προσοχή τη συμπεριφορά του παραπονούμενου στο εδώλιο, έστω και στην πολύ σύντομη ακροαματική διαδικασία και παρόλο που ήταν πολύ σύντομη η ακροαματική διαδικασία, εν τούτοις το Δικαστήριο μπόρεσε να αποκομίσει την εικόνα ότι ο παραπονούμενος δυστυχώς ήταν εμποτισμένος με αρνητικά και εκδικητικά κίνητρα και συναισθήματα εναντίον του κατηγορούμενου, που δυστυχώς έφθασε σε σημείο να εξυβρίσει τον κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να επέμβει και να προειδοποιήσει τον παραπονούμενο ότι ενδεχόμενα να ενεργοποιηθεί διαδικασία καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Όμως και μέσα από το περιεχόμενο της κατάθεσης του, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι επισφαλής να στηριχθεί στη μαρτυρία του για τους λόγους που θα εξηγήσω. Ο μάρτυρας κάνει αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα που ήταν παρόντες στο όλο επεισόδιο και μάλιστα συγκεκριμένο άτομο κατονομάστηκε. Όμως το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τέτοια μαρτυρία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι μομφή προς τον παραπονούμενο, διότι είναι έργο του κάθε ανακριτή και ειδικά της κατηγορούσας αρχής να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία. Ο παραπονούμενος στον τρόπο που περιέγραφε το όλο περιστατικό, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει ότι όντως ήταν έντονα επιφορτισμένος με κάθε προσπάθεια να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του, εκσφενδονίζοντας εχθρικά βέλη ουσιαστικά εναντίον του κατηγορούμενου με την πρώτη ευκαιρία. Η αναφορά του παραπονούμενου προς τον κατηγορούμενο ότι είναι κρίμα που δεν παραδέχεται στο Δικαστήριο ότι τον χτυπούσε, κρίνω ότι είναι μια προσπάθεια του παραπονούμενου να προκαλέσει κάποια θετική εντύπωση προς το πρόσωπο του και αρνητική προς τον κατηγορούμενο. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει, έχοντας υπόψη το μη αξιόπιστο της εκδοχής του παραπονούμενου, ακόμη και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έστω και εάν η παρούσα υπόθεση αφορά κοινή επίθεση και όχι επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη, την απουσία οποιασδήποτε σχετικής ιατρικής μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να σημαίνει ότι είναι απαραίτητη η στοιχειοθέτηση του αδικήματος, αλλά έχοντας υπόψη τον τρόπο που εξιστόρησε ο παραπονούμενος για το πως έλαβε χώρα το περιστατικό, θα μπορούσε ο παραπονούμενος να αναζητήσει κάποια ιατρική φροντίδα. Το κυριότερο όμως που το Δικαστήριο δεν αποδέχεται, είναι η μαρτυρία του ΜΚ2, είναι το αναξιόπιστο της εκδοχής του με βάση τον τρόπο που έδωσε τη μαρτυρία του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΄Εχοντας υπόψη το αναξιόπιστο της εκδοχής του παραπονούμενου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκαν με αξιόπιστη μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της διαδικασίας, €60 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .......... Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κοινή επίθεση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο