← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πισσαρίδη, Αρ. Υπόθεσης: 11456/18, 30/10/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πισσαρίδη, Αρ. Υπόθεσης: 11456/18, 30/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11456/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον χχχχχ Πισσαρίδη Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 30.10.2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λ. Μάρκου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στα ακόλουθα αδικήματα:

(1)Απαγωγή προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του, κατά παράβαση των άρθρων 247 και 250 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (Κατηγορία 1).
(2)Κοινή επίθεση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212(Ι)/04 και του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (Κατηγορία 2).
(3)Άσκηση βίας στην οικογένεια, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212(Ι)/04 (Κατηγορίες 3, 4 και 7).
(4)Κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Κατηγορία 5).
(5)Απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις, κατά παράβαση των άρθρων 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 166/87 (Κατηγορία 6). Κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης, στο οποίο συναίνεσε η Κατηγορούσα Αρχή, δόθηκε άδεια όπως για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής ληφθούν υπόψη έξι ακόμα υποθέσεις που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθες υποθέσεις:
(1)Υπ. 9120/17. Αφορά το αδίκημα της άσκησης βίας εναντίον συζύγου η οποία προκάλεσε άμεσα πραγματική σωματική βλάβη.
(2)Υπ. 6150/18. Αφορά τα αδικήματα της αποστολής μηνύματος απειλητικού χαρακτήρα και της απειλής.
(3)Υπ. 6155/18. Αφορά τα αδικήματα της απειλής και της δημόσιας εξύβρισης.
(4)Υπ. 6156/18. Αφορά το αδίκημα της ανησυχίας.
(5)Υπ. 1975/19. Αφορά το αδίκημα της απειλής.
(6)Υπ. 3270/19. Αφορά δύο αδικήματα παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αλλά και των υποθέσεων με αρ. 9120/17, 6150/18, 6155/18, 6156/18, 1975/19 και 3270/19 παρουσιάστηκαν υπό μορφή συνοπτικών εκθέσεων, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Α - Ζ αντίστοιχα και τα έχω κατά νου στο έργο της επιμέτρησης της ποινής. Σημειώνω ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα, όπως αυτά παρουσιάστηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Θα παραθέσω πιο κάτω περιληπτικά τα γεγονότα που αφορούν μόνο την παρούσα υπόθεση. Στις 11.05.17 η, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εν διαστάσει σύζυγος του Κατηγορούμενου έφθασε με το όχημα του πατέρα της στο σπίτι της. Μαζί της ήταν τα δύο ανήλικα παιδιά τους και η μητέρα της, οι οποίοι εξήλθαν από το όχημα. Ταυτόχρονα ο Κατηγορούμενος προσέγγισε την εν διαστάσει σύζυγο του με απειλητικές διαθέσεις. Προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του συνοδηγού του οχήματος της, η οποία όμως ήταν κλειδωμένη. Στη συνέχεια έσπασε το παράθυρο του συνοδηγού, απασφάλισε τις πόρτες και άνοιξε με βία την πόρτα του οδηγού του οχήματος. Τράβηξε την εν διαστάσει σύζυγο του, την έβγαλε έξω από το όχημα της και τη μετέφερε με βία στο δικό του όχημα με σκοπό να αναχωρήσει από τον χώρο που βρίσκονταν. Η μητέρα της εν διαστάσει συζύγου του επιχείρησε να εμποδίσει τον Κατηγορούμενο και ο τελευταίος ανέπτυξε ταχύτητα παρασύροντας την στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να την τραυματίσει. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ολοκληρώνοντας την παρουσίαση των γεγονότων, δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου ο ευπαίδευτος συνήγορος του κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του Κατηγορούμενου και τη μεταμέλεια του. Ο κ. Χριστοφόρου απέδωσε την παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, η οποία καλύπτει την περίοδο Μαΐου 2017 - Φεβρουαρίου 2018, στα σοβαρά προβλήματα που παρουσιάστηκαν στις διαπροσωπικές σχέσεις του Κατηγορούμενου και της εν διαστάσει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συζύγου του. Τόνισε ο κ. Χριστοφόρου ότι οι ενέργειες του Κατηγορούμενου δεν ήταν προμελετημένες, αλλά το αποτέλεσμα των εντάσεων που δημιουργούνταν με την Παραπονούμενη. Κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει το γεγονός ότι οι διαφορές του με την πρώην πλέον σύζυγο του έχουν επιλυθεί με την έκδοση σχετικών διαταγμάτων από το Οικογενειακό Δικαστήριο και έκτοτε ο Κατηγορούμενος δεν έχει επιδείξει οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Σε σχέση με τις προσωπικές και οικονομικές του περιστάσεις, ο κ. Χριστοφόρου υιοθέτησε το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών. Όσον αφορά το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει, παρακολουθείται από ειδικό ιατρό και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Εν κατακλείδι ο ευπαίδευτος συνήγορος του ανέφερε ότι η παραδοχή του Κατηγορούμενου σε συνάρτηση με την εν γένει συμπεριφορά του μετά τη διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων δεικνύει την έμπρακτη και ειλικρινή μεταμέλεια του. Είναι νομολογημένο ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1991)2 Α.Α.Δ 264). Στην προκείμενη περίπτωση το αδίκημα της κατηγορίας υπ' αρ.1 χαρακτηρίζεται ως κακούργημα και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. Εξίσου σοβαρά είναι και τα αδικήματα των κατηγοριών 3, 4 και 7 τα οποία τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.3.000 ή και με τις δύο ποινές. Τα δε αδικήματα των κατηγοριών 2, 5 και 6 τιμωρούνται με μέγιστη ποινή φυλάκισης τα 2 χρόνια ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο ποινές. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνει υπόψη την πρόθεση του νομοθέτη, αλλά και τα γεγονότα έκαστης υπόθεσης σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις κάθε Κατηγορούμενου. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο προσμετρά όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Την ίδια όμως στιγμή, η νομολογία ορίζει με σαφήνεια ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Τα αδικήματα βίας θεωρούνται ως εκ της φύσης τους σοβαρά, αφού στρέφονται τόσο εναντίον της σωματικής ακεραιότητας, όσο και εναντίον της αξιοπρέπειας των θυμάτων. Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 575 τονίστηκε ότι η σοβαρότητα της βίας είναι αυτόδηλη όταν αυτή ασκείται κατά μελών της ίδιας οικογένειας. Η διάπραξη αδικημάτων βίας εντός της οικογένειας αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη αυστηρότητα, όπως προκύπτει και από τις αυξημένες ποινές που προβλέπονται στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119(Ι)/2000, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (βλ. άρθρα 3 και 4 του εν λόγω Νόμου), σε σύγκριση με τις ποινές που προβλέπονται για τα αντίστοιχα αδικήματα βίας στον Ποινικό Κώδικα. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αναστάσιου Α. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με τα εγκλήματα βίας στην οικογένεια: «Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου και την κυριαρχία του στην οικογένεια με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνει το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων.» Εν προκειμένω και προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: Την παραδοχή του. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). Το λευκό ποινικό μητρώο του. · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές εκτίθενται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. · Το πρόβλημα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Η ψυχοπνευματική κατάσταση (mental state) ενός Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής εφόσον αυτή μειώνει το αίσθημα ευθύνης του ή εμποδίζει τον αποτελεσματικό έλεγχο παρορμητικών ενεργειών του. Στην υπόθεση Demetriou v. The Republic
(1984)2 C.L.R 323 λέχθηκε ότι η ψυχοπνευματική κατάσταση (mental state) ενός Κατηγορούμενου αποτελεί σχετικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σημειώνω ωστόσο ότι σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκε ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας Κατηγορούμενος δεν αποτελούν λόγο που να δικαιολογεί τη μη επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας όταν τα γεγονότα και τα περιστατικά της υπόθεσης επιβάλλουν την επιβολή μιας τέτοιας ποινής (A-G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 C.L.R 20 και CHRISTINEL v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 742). · Το ότι η παραβατική συμπεριφορά του δεν ήταν προσχεδιασμένη. · Την αποκατάσταση των σχέσεων του με την πρώην πλέον σύζυγο του. Ως αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό του και δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, οι σχέσεις τους έχουν πλέον ρυθμιστεί μέσω της έκδοσης διαταγμάτων του Οικογενειακού Δικαστηρίου. · Το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, αλλά και μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Σημειώνεται ότι τα υπό τιμωρία αδικήματα τελέστηκαν τον Μάιο του 2017 και η υπόθεση καταχωρήθηκε ένα και πλέον έτος αργότερα, ήτοι τον Ιούνιο του 2018. Για την εν λόγω καθυστέρηση δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε εξήγηση και ως εκ τούτου βαρύνει αποκλειστικά την Κατηγορούσα Αρχή. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο ότι το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή 2 ½ περίπου έτη μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. · Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου ότι από την καταχώρηση του Κατηγορητηρίου μέχρι και σήμερα ο Κατηγορούμενος δεν εκδήλωσε οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά έναντι της πρώην συζύγου του. Από την άλλη, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το μέγεθος της παραβατικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου. Ό,τι και αν μεσολάβησε μεταξύ του ιδίου και της πρώην συζύγου του δεν μπορεί να δικαιολογήσει την συμπεριφορά του, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντικοινωνική και εγωιστική ιδιαιτέρως αν ληφθεί υπόψη ότι αυτή εκδηλώθηκε μπροστά στα ανήλικα παιδιά του. Οι πράξεις του Κατηγορούμενου έπληξαν τα ύψιστα αγαθά της προσωπικής ελευθερίας και της σωματικής ακεραιότητας της πρώην συζύγου του. Περαιτέρω, οι απερίσκεπτες ενέργειες του Κατηγορούμενου έθεσαν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα και της μητέρας της πρώην συζύγου του. Οι μετριαστικοί παράγοντες που έχουν εκτεθεί πιο πάνω δεν μπορούν, κατά την κρίση μου, να επισκιάσουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου υπήρξε απαράδεκτη και, ως ήδη ανάφερα, δεν δικαιολογείται κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Συνεπώς, πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς. Συνεκτιμώντας επομένως όλα όσα έχουν προαναφερθεί, θεωρώ ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία υπ' αρ. 1 ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην κατηγορία υπ' αρ.2 ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην κατηγορία υπ' αρ.3 δεν θα επιβάλω ποινή, καθώς τα γεγονότα της απορροφούνται από αυτά των κατηγοριών 1 και 2 στις οποίες επιβλήθηκε ποινή. Στην κατηγορία υπ' αρ.4 ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην κατηγορία υπ' αρ.5 ποινή φυλάκισης 1 μήνα. Στην κατηγορία υπ' αρ.6 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην κατηγορία υπ΄ αρ.7 δεν θα επιβάλω ποινή, καθώς τα γεγονότα της απορροφούνται από αυτά της κατηγορίας 6 στην οποία επιβλήθηκε ποινή. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Για σκοπούς επιβολής ποινής λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις του Ε.Δ. Λεμεσού με αρ.9120/17, 6150/18, 6155/18, 6156/18, 1975/19 και 3270/19. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω ποινών. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της ( Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ 373) Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Στην Αργυρίδης κ.α ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 449, αλλά και στην πιο πρόσφατη Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφ. Αρ.27/16 ημερ. 19.07.16 τονίστηκε ότι η σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος και η αποτρεπτικότητα της ποινής αφορούν στο είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλει το Δικαστήριο. Τα όρια όμως της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής, δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το Δικαστήριο έχει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια να εξετάσει αν η αναστολή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε Κατηγορούμενου. Έχοντας επομένως υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του Κατηγορούμενου, θεωρώ ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μίας δεύτερης ευκαιρίας στον τελευταίο. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει εκδηλώσει παραβατική συμπεριφορά έναντι της πρώην συζύγου του μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, σε συνδυασμό με το ότι έχουν εκδοθεί διατάγματα του Οικογενειακού Δικαστηρίου προς ρύθμιση των σχέσεων τους, αποτελεί ένδειξη ότι ο Κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί ότι δεν είναι με την άσκηση βίας που επιλύνονται οι οποιεσδήποτε διαφορές. Ενθαρρυντικό ως προς την αλλαγή στάσης εκ μέρους του Κατηγορούμενου είναι και το γεγονός ότι ο τελευταίος παρακολουθείται από ιατρό για το πρόβλημα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Σημαντικό επίσης ρόλο διαδραματίζει και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, αλλά και το ότι είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών με τα οποία διατηρεί καλές σχέσεις και τα φιλοξενεί κάθε Σαββατοκυρίακο. Η απρόσκοπτη διατήρηση της επαφής του Κατηγορούμενου με τα ανήλικα παιδιά του είναι ασφαλώς σημαντική τόσο για τον ίδιο όσο και για τα παιδιά του. Όλα τα προαναφερόμενα σε συνάρτηση και με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα συνηγορούν, κατά την άποψη μου, στην έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης. Ως εκ των ανωτέρω η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Εναπόκειται στον Κατηγορούμενο να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που του δίδει το Δικαστήριο επιδεικνύοντας έμπρακτά τον σεβασμό του προς την πρώην σύζυγο του, σεβόμενος παράλληλα τους Νόμους της Πολιτείας, αποτελώντας, ως πατέρας, ένα καλό πρότυπο προς τα παιδιά του. Ο Κατηγορούμενος να καταβάλει τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής εκ ποσού €120.00 τα οποία αφορούν την υπόθεση 9120/17. (Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.) .................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Final Αναφορά: Απαγωγή, άσκηση βίας στην οικογένεια, κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.