← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ταμμινέν, Αρ. Υπόθεσης: 19207/16, 23/10/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ταμμινέν, Αρ. Υπόθεσης: 19207/16, 23/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19207/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και ΧΧΧΧΧΧ Ταμμινέν Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ. Γ. Αργυρού Για την Κατηγορούμενη: κα Ι. Αδάμου Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex - Tempore) Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες. Η κατηγορία 1 αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242, του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο η κατηγορούμενη παράνομα επιτέθηκε κατά της παραπονούμενης (ΜΚ2). Η κατηγορία 2 αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, η κατηγορούμενη εξύβρισε τον παραπονούμενο με τη φράση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ήτοι με την φράση ΄΄αρχιπουτάνα που γαμιέσαι στα καντούνια, θεότρελη και φαλαρισμένη΄΄ κατά τρόπο ενδεχόμενα να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, με τέτοιο τρόπο που ενδεχόμενα να προκαλούσε σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Η κατηγορία 3, αφορά το αδίκημα της ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο η κατηγορούμενη άνευ λόγου και αιτίας προκάλεσε θόρυβο σε δημόσιο χώρο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας

(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, κεφάλαιο 154 προνοεί τα ακόλουθα: "Οποίος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον κώδικα αυτό προνοείτε βαρύτερη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις 2 αυτές ποινές". Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (Intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το άρθρο 242 δε όσο αφορά το νοητικό στοιχείο το αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα ‑ παρανόμως‑ (unlawfully) (βλ. Δήμος Πετρόπουλος εναντίον Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελίδα 574). Καθιστά όμως ο ίδιος ο Νόμος με τις διατάξεις του Άρθρου 17 συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (βλ. Υπόθεση Πετρόπουλος (ανωτέρω). Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, αυτή στηρίζεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα (σε μετάφραση): "Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας είναι τα ακόλουθα: (α) Η εξύβριση, (β) σε δημόσιο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, και (γ) κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι είναι εξύβριση δεν προσδιορίζεται νομοθετικά. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης [βλ. Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 (H.L.)]. Εξετάζοντας την έννοια της εξύβρισης, αποσυνδεδεμένη από οποιοδήποτε εξωγενές και ανεξάρτητο στοιχείο πρόθεσης που μπορεί να εμπεριέχεται σε μια ποινική διάταξη, προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο η έννοια της εξύβρισης περικλείει την ύπαρξη κάποιου παράγοντα ενδογενούς πρόθεσης. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens (πιο πάνω) ο δικαστής Dilhorne αναφέρθηκε στην έννοια της εξύβρισης κατά τρόπο που περιελάμβανε μια ενδογενή πρόθεση. Όπως όμως παρατήρησε άλλο Δικαστήριο στην υπόθεση Parkin v. Norman
(1982)2 All E.R. 583 (C.A.), η διατύπωση εκείνης της άποψης δεν σχετιζόταν άμεσα με το επίδικο θέμα, πράγμα που περιορίζει τη χρησιμότητά της. Κατά το Ελληνικό δίκαιο, όπως αναφέρεται στον Ποινικό Κώδικα του Τούση και Γεωργίου, 2η έκδοση, στη σελ. 218, Kεφ. ΑΠ 154/1956, Π. Χρ. Στ. 368, 373/1957 Ποιν. Χρ. η 83, στην περίπτωση παρόμοιας διάταξης στην Ελλάδα, προκύπτει δόλια προαίρεση η οποία αναλύεται «εις την βούλησιν της προσβολής της τιμής του άλλου και εν τη γνώσει του υβριστικού χαρακτήρος των λόγων ή έργων», ενώ σύμφωνα με την ΑΠ 329/1957 Π .Χρ. στ 27, «στοιχείο της εξυβρίσεως είναι ο δόλος του πράττοντος περιλαμβάνων την γνώσιν ότι η εκδήλωσις είναι πρόσφορος ίνα παραγάγη εξωτερικά την εντύπωσιν καταφρονήσεως ορισμένου προσώπου άμα δε και την βούλησιν όπως η τοιαύτη εκδήλωσις περιέλθη εις γνώσιν άλλων». Στην Αγγλία, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Parkin v. Norman (πιο πάνω) η εξύβριση στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου εφόσον εκτοξεύεται ύβρις εναντίον προσώπου το οποίο θα μπορούσε να την εκλάβει ως τέτοια, ανεξάρτητα του αν αυτός που την εκτοξεύει δεν συνειδητοποιεί τη δυνατότητα εξύβρισης εκείνου του συγκεκριμένου προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και ανεξάρτητα του αν οποιοσδήποτε, στη γνώση του οποίου έχει περιέλθει, δεν την εξέλαβε ως ύβρη. Κατά τη γνώμη μου, και στο Κυπριακό ποινικό δίκαιο, οι ευρύτερες έννοιες του οποίου είναι συγγενικές με τις αντίστοιχες Αγγλικές, το θέμα προσεγγίζεται με τον αυτό τρόπο. Κατά την αντίληψη μου η έννοια της εξύβρισης εξυπακούει το στοιχείο της ιδιοτέλειας στο ατομικό επίπεδο μεταξύ ενός προσώπου έναντι άλλου προσώπου ή περιορισμένης ομάδας ή κατηγορίας προσώπων, αλλά όχι έναντι του κοινού γενικά. Τέτοια ιδιοτέλεια εκφράζεται όχι κατ' ανάγκη ενσυνείδητα και διαπιστώνεται εξ αντικειμένου. Με τις υβριστικές λέξεις ο υβρίζων εκδηλώνει απέναντι στον υβριζόμενο περιφρόνηση, χλευασμό και είναι γενικά προσβλητικές και μειωτικές του προσώπου προς το οποίο απευθύνονται. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε να επιτεθεί. Ούτε χρειάζεται να αναφέρει ο υβριζόμενος ότι έχει επηρεαστεί. Είναι αρκετό το γεγονός ότι υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία (βλ. Αχιλλέως ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6065, ημερομ. 24.4.1996). Βλέπε επίσης την υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6136, ημερομ. 10.4.1997, στην οποία η Κατηγορούμενη είπε σε αστυνομικό τη φράση "Fucky Baster Police", όπως αυτός άκουσε τη φράση ηχητικά, και στην οποία η καταδίκη επικυρώθηκε. Το άρθρο 99 του Ποινικού μας Κώδικα είναι όμοιο, αλλά όχι ταυτόσημο με το άρθρο 504 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο αναλύεται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα, στις σελ. 4186-4195, καθώς επίσης και με το άρθρο του Public Order Act 1936, όπως έχει τροποποιηθεί. Η λέξη «εξύβριση» έχει τη συνήθη σημασία της. Δεν είναι βοηθητικό να αναζητεί κανείς να την εξηγήσει με τη χρήση συνωνύμων από λεξικά. Όπως λέχθηκε από το Λόρδο Reid στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R . 1297, στη σελ. 1300: ". an ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it". Η εξύβριση εξυπακούει υβριστικές ή αυθάδεις λέξεις ή λέξεις περιφρονητικές σε σχέση με την αξιοπρέπεια του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Ο Νομοθέτης συχνά κάμνει χρήση ορισμών για να καθορίσει το νόημα συγκεκριμένων λέξεων στα Νομοθετικά κείμενα για να αποφεύγονται ασάφειες και αμφιβολίες. Η ερμηνεία του όρου «δημόσιος χώρος» δίδεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και είναι η εξής (σε μετάφραση): "'Δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει οποιαδήποτε διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση για συνάθροιση ή ως Δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση". Oμοιότητα στη λεκτική διατύπωση έχει ο κοινός ορισμός δύο άλλων Αγγλικών νομοθετημάτων: Firearms Act 1968 και Public Order Act 1968 και Public Order Act 1936, όπως τροποποιήθηκε. Έχει ως εξής: "΄Public place΄ includes any other premises or place to which at the material time the public have or are permitted to have access, whether on payment or otherwise;" Στην υπόθεση Cawley v. Frost
(1976)3 All E.R. 743 έγινε δεκτό ότι ακόμα και χώροι σε ένα ευρύτερο δημόσιο μέρος, στους οποίους απαγορεύεται η είσοδος στο κοινό, θεωρούνται δημόσιοι, σύμφωνα με τον πιο πάνω ορισμό. Είναι σημαντικό ότι ο Αρχιδικαστής Widgery επισημαίνει ότι ο σκοπός του Νόμου ασκεί επίδραση στην ερμηνευτική προσέγγιση. Και δεν πρέπει να λησμονείται ότι το άρθρο 95 αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ηρεμίας των περιοίκων και στη διατήρηση της ειρήνης. Στο σύγγραμμα του Dr. Sir Hari Singh Gour, The Penal Law of India, 9th Edition, Vol. II, στη σελ. 1304, αναφέρονται τα ακόλουθα (σε μετάφραση): "Δημόσιος χώρος είναι κάποιος χώρος στον οποίο πηγαίνει το κοινό ανεξάρτητα του αν έχει δικαίωμα να πάει ή όχι. Εάν το κοινό καταφεύγει σε κάποιο χώρο ελεύθερα, ο χώρος αυτός είναι δημόσιος χώρος, μολονότι, αυστηρώς ομιλούντες, το κοινό μπορεί να διαπράττει το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε περιουσία. Κατά πόσο κάποιος χώρος είναι δημόσιος ή μη δεν εξαρτάται κατ' ανάγκη από το δικαίωμα αυτό καθ' αυτό του κοινού, να πάει στο χώρο, αν και βέβαια κάποιος χώρος στον οποίο το κοινό μπορεί να πάει δικαιωματικά πρέπει να θεωρείται δημόσιος χώρος .... Υπάρχουν ορισμένοι χώροι, οι οποίοι από την ίδιά τους τη φύση είναι δημόσιοι ...... κάποιος δημόσιος δρόμος ....... είναι παράδειγμα....". Αναφορικά με τον όρο "δημόσιος χώρος" παραπέμπω επίσης στις Κυπριακές αποφάσεις Pitsillos v. Police (πιο πάνω), σελ. 53, Castelow and Another v. Police
(1970)2 C.L.R. 141, 145 και Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1, στις σελ. 6 και 7. Το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η εξύβριση να κατέστησε ενδεχόμενη την πρόκληση παριστάμενου προσώπου σε επίθεση. Όσον αφορά τον όρο "ενδέχεται" ("likely"), στην υπόθεση Livington v. Police
(1972)C.L.R. 93, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 95: "The Appellant has argued that ΄likely΄ does not mean merely ΄possibly' but that it means ΄in all probability΄; and that it was merely ΄possibly΄, but that it means ΄in all probability΄; and that it was merely ΄possible΄ that he could be seen from a road while being naked on the balcony. In a case decided in New Zealand, Dowling v. South Canterbury Electric Power Board
(1966)N.Z.L.R. 676 (at p. 678, per Hentry J.) - the full report of which is not available but which is referred to in ΄Words and Phrases legally Defined΄, 2nd ed., Vol. 3, p. 164 - it was held as follows, in relation to whether a tree was likely to cause damage: ΄A tree is likely to cause damage when the reasonable probabilities are that it will cause damage unless it gets timeous attention.΄ Approaching likewise the word ΄likely΄ in the definition of ΄publicly΄ in section 4, we entertain no doubt, on the basis of the evidence on record as accepted by the trial Judge, that the reasonable probabilities were that persons in a road would see the Appellant sitting naked on his balcony and, therefore, he was rightly convicted." Ως προς το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, νομικό έρεισμα είναι το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: Α) η πρόκληση θορύβου ή ταραχής Β) η πρόκληση θορύβου ή ταραχής να προκαλείται χωρίς εύλογη αιτία Γ) η πρόκληση θορύβου ή ταραχής να γίνεται σε δημόσιο χώρο Δ) η πρόκληση θορύβου ή ταραχής να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ O MK1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Τεκμήριο 1, στο οποίο κάνει αναφορά ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη και ακολούθως την κατηγόρησε γραπτώς. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από την κατηγορούμενη και ως Τεκμήριο 3, τις γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στην κατηγορούμενη. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 επιστολή παραπονούμενης του ουσιώδη χρόνου από τη ΜΚ 2 και ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση που ακολούθως κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 την κατάθεση που λήφθηκε από την παραπονούμενη. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε την κατηγορούμενη. Ανάφερε ότι είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και έκανε αναφορά ότι γνώριζε τόσο την παραπονούμενη όσο και την κατηγορούμενη μέσα από τη σωρεία καταγγελιών που έχουν μεταξύ τους για παράπονα που εκφράζουν η μια εναντίον της άλλης. Επίσης αναφέρθηκε και στην έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους της κατηγορούμενης προς το πρόσωπο της αστυνομίας. Έκανε αναφορά στις ενέργειες που έχει προβεί ως ανακριτής στην παρούσα υπόθεση, αλλά και στη μετάβαση του στη σκηνή και ανάφερε ως εξεταστής ότι γνώριζε για την υποβολή γραπτού παραπόνου από την κατηγορούμενη εναντίον της παραπονούμενης και αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης που είχαν σαν επίκεντρο την αρτιότητα, αντικειμενικότητα, πληρότητα και αμεροληψία ως προς τις ενέργειες του και περιγράφει ουσιαστικά και τον επίδικο χρόνο που μετέβηκε στη σκηνή. Η ΜΚ2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε την κατάθεση της, ήτοι το Τεκμήριο 5, στην οποία περιγράφει συνοπτικά το πως έλαβαν χώρα τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα, δηλαδή πως δέχθηκε την επίθεση και με ποιο τρόπο από την κατηγορούμενη, την εξύβριση που δέχθηκε, το συγκεκριμένο φρασεολόγιο και γενικότερα όσα έχουν λάβει χώρα. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της και στην αντεξέταση της αναγνώρισε την κατηγορούμενη, περιέγραψε με ποιο τρόπο έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, τον τρόπο και μέσο το οποίο δέχθηκε την επίθεση από την κατηγορούμενη, ως η θέση της, το περιεχόμενο της εξύβρισης και γενικά τα όσα έγιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναφέρθηκε και στο Τεκμήριο 4, αλλά και σε άλλα περιστατικά που αφορούν προστριβές μεταξύ της ίδιας και της κατηγορούμενης. Περιέγραψε επίσης και το χώρο όπου έγιναν τα περιστατικά και γενικά τις οικίες, τόσο της ίδιας, όσο και της κατηγορούμενης, οι οποίες γειτνιάζουν. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που είχαν ως επίκεντρο το ψευδές της καταγγελίας και ότι είχε ως κίνητρο της την καταδίκη της κατηγορουμένης λόγω του ότι είχαν τις προστριβές που είχαν μεταξύ τους. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία. Αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, αυτή επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση, η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί αυτολεξεί. Δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) και συνεπώς ο Μ.Κ. 1 θα αξιολογηθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα ανάφεραν οι δύο μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και το Δικαστήριο με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ως προς την επιλογή της κατηγορουμένης να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ.Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.΄΄ Κατ' αρχήν, ως προς την ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης, το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο και κριτήρια που διέπουν την αξιολόγηση ανώμοτης δήλωσης, κρίνει ότι δεν μπορεί να δώσει σε αυτήν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι όχι μόνο βεβαίως δεν έχει υιοθετηθεί ενόρκως, αλλά και δεν έχει επιβεβαιωθεί με ανεξάρτητη και αξιόπιστη μαρτυρία, αλλά και κυρίως το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης, αφορούν θέσεις οι οποίες όχι μόνο δεν υποβλήθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης στους μάρτυρες κατηγορίας και ιδίως στην παραποπονούμενη, αλλά και επειδή αφορούν μη επίδικα περιστατικά και δεν έχουν καμία αποδεικτική βαρύτητα, λόγω ακριβώς του ότι δεν αφορούν το επίδικο περιστατικό, η δε αναφορά της ότι δεν έχει οποιαδήποτε εμπλοκή ή ανάμειξη στα υπό εξέταση αδικήματα, ασφαλέστατα δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι ούτως ή άλλως εναπόκειται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορούμενης και η κατηγορούμενη δεν είναι επιφορτισμένη ώστε να αποδείξει την αθωότητα της. ΄Οσον αφορά τον ΜΚ1, το Δικαστήριο τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διάρκεια της δίκης και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας αυτός ως ανακριτής υπήρξε ανεξάρτητος, αμερόληπτος και δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε πρόθεση του μάρτυρα στο μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον είτε της κατηγορούμενης ή της παραπονούμενης. Το Δικαστήριο έχει πειστεί για την αρτιότητα και πληρότητα του μάρτυρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του που αφορούσε το παράπονο της παραπονούμενης και λόγω του ότι για το παράπονο της κατηγορούμενης έχει επιφορτιστεί άλλος συνάδελφο του για να προβεί στα δέοντα. Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση του μάρτυρα στο να καταφύγει στο ψεύδος, σε ασάφειες, σε υπερβολές και χωρίς δισταγμό το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ΜΚ 1 ως αληθή και αξιόπιστη. ΄Οσον αφορά την ΜΚ2, αναμφίβολα είναι το κλειδί της υπόθεσης, διότι εάν και εφόσον κριθεί αξιόπιστη η μαρτυρία της και κατά πόσο η μαρτυρία της καλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, θα οδηγήσει σε καταδίκη της κατηγορούμενης ή εάν αυτό δεν ισχύει, σε αθώωση της. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή την ΜΚ 2, λόγω ακριβώς της ιδιότητας της ως παραπονούμενης. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι η παραπονούμενη πράγματι με βάση το μορφωτικό της επίπεδο και το λεξιλόγιο που χρησιμοποίησε ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο έχει προσέξει κατά πόσο μέσα από αυτή την εικόνα, κατά πόσο ήταν κάλυμμα ψεύδους ή γνώσης η μαρτυρία της. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει την ΜΚ 2 με ιδιαίτερη προσοχή στη ζωντανή ατμόσφαιρα της διαδικασίας κατά την κυρίως εξέταση της και τη στοχευμένη αντεξέταση που υπέστη από την πλευρά της υπεράσπισης και το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τον τρόπο που έδωσε μαρτυρία η παραπονούμενη, αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί για το αξιόπιστο της μαρτυρίας της, καθότι έχει πειστεί μέσα από τις περιγραφές που έδωσε η παραπονούμενη, ότι δηλαδή παρόλες τις διαχρονικές διελκυστίνδες που υπάρχουν μεταξύ της κατηγορούμενης και της ιδίας, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί για οποιαδήποτε εμμονή της εναντίον της κατηγορούμενης και ούτε έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το ψευδές, υπερβολή, ασάφεια και γι΄ αυτό δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στη μαρτυρία της. Περιέγραψε με σαφήνεια, πληρότητα, αντικειμενικότητα και αμεροληψία τις συνθήκες που έλαβαν χώρα στα επίδικα περιστατικά. Τα όσα ανέφερε ως προς το τεκμήριο 4 και άλλες διαφορές με την κατηγορούμενη που δεν αποτελούν επίδικα θέματα δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Μέσα από τη μαρτυρία της παραπονούμενης, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι η κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, που ουσιαστικά αποτελούσε δημόσιο μέρος, διότι ενώ η ίδια βρισκόταν στο πεζοδρόμιο της οδού που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων και ενώ η κατηγορούμενη ήταν εντός του χώρου της οικίας της, εν τούτοις ο χώρος αυτός ήταν δημόσιος, αφού είναι κατοικημένη περιοχή και η παραπονούμενη ήταν στο πεζοδρόμιο επί της πιο πάνω οδού και ήταν σε δημόσιο μέρος, παράνομα η κατηγορούμενη επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης με τη σκούπα και την εξύβρισε με τη φράση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και θα μπορούσε να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, παρόλο που δεν υπήρχαν παρόντες, έτσι ώστε να ήταν ενδεχόμενο να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο, να προβεί σε επίθεση και αναμφίβολα αυτή η φράση είναι εξύβριση και είναι φράση αισχρότητας που στοχεύει ευθέως στην ηθική υπόσταση και νοητική ικανότητα της παραπονούμενης. Αναμφίβολα, όσον αφορά την κατηγορία 3, το όλο πιο πάνω περιστατικό έγινε με τέτοιο τρόπο που αναπόφευκτα η επίθεση και εξύβριση ενδεχόμενα να προκαλούσαν διασάλευση της ειρήνης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απόδειξε τα συστατικά στοιχεία και των τριών κατηγοριών και συνακόλουθα η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κοινή επίθεση, εξύβριση και ανησυχία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.