← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Υπόθεσης: 1256/16, 31/10/2019

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Υπόθεσης: 1256/16, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 1256/16 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ και ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΗ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για την Κατηγορούμενη: κα Μ. Νεοφύτου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 7 κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξης κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20, 247, 250, 347 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο στη Λεμεσό, συνωμότησε με άλλα πρόσωπα άγνωστα προς την Κατηγορούσα Αρχή να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή απαγωγή. Το δεύτερο αδίκημα αφορά το αδίκημα της απαγωγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό, κατά παράβαση των άρθρων 20(δ), 247 και 250 του Ποινικού Κώδικα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, απήγαγε τον Μ.Κ.3 από τη Λεμεσό με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό του. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 20, 282, 283 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, συνωμότησε με άλλα πρόσωπα άγνωστα προς την Κατηγορούσα Αρχή να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή ληστεία και ειδικότερα το αδίκημα που αφορά την 4η κατηγορία, που αφορά το ουσιαστικό αδίκημα της ένοπλης ληστείας, όπου σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 4ης κατηγορίας η κατηγορούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, έκλεψε από τον Μ.Κ.3 τις δύο επιταγές που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος και κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά τον χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησε πραγματική βία κατά του πιο πάνω με σκοπό να αποκτήσει και να κατακρατήσει τις πιο πάνω επιταγές. Η 5η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 20(δ) και 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, διέπραξε επίθεση και προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον παραπονούμενο. Η 6η κατηγορία αφορά το αδίκημα της μεταφοράς μάχαιρας απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο εκτός της οικίας ή του περιβόλου αυτής, κατά παράβαση των άρθρων 20(δ), 82

(2), 85 και 86 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, μετέφερε μάχαιρα απολήγουσα σε αιχμηρό άκρο εκτός της κατοικίας της ή της αυλής της. Τέλος, η 7η κατηγορία αφορά το αδίκημα της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου, κατά παράβαση των άρθρων 20(δ) και 80 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η κατηγορούμενη, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, δημόσια και χωρίς νόμιμη αιτία μετέφερε επιθετικό όργανο, δηλαδή μάχαιρα κατά τρόπο διεγείροντα τρόμο στον παραπονούμενο. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της συνωμοσίας, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Ως προς το αδίκημα της απαγωγής, σχετικό είναι το άρθρο 247 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: « Όποιος με βία εξαναγκάζει ή με οποιαδήποτε απατηλά μέσα παρακινεί άλλο να φύγει από κάποιο τόπο, θεωρείται ότι απαγάγει το εν λόγω πρόσωπο.» Ως προς το αδίκημα της απαγωγής με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό, σχετικό είναι το άρθρο 250 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος αρπάζει ή απαγάγει άλλο, με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό αυτού, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων΄΄ Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθά: (α) Όποιος αρπάζει ή απαγάγει άτομο (β) Η αρπαγή ή απαγωγή να γίνει με βία ή με οποιαδήποτε απατηλά μέσα παρακινεί άλλο να φύγει από κάποιο τόπο (γ) Με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό αυτού Το άρθρο 250 του Ποινικού μας Κώδικα είναι πανομοιότυπο, στη πιο πάνω έκταση, με το άρθρο 365 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Penal Law of India του H.S. Gour, 9η Έκδοση, Τόμος 4 στις σελίδες 2866-7 αναφέρεται ότι ο σκοπός της απαγωγής πρέπει να κριθεί από τα γεγονότα και τις περιστάσεις της υπόθεσης, περιλαμβανομένων των ενεργειών του απαγωγέα κατά το χρόνο της απαγωγής και αμέσως μετά. Ακόμα πως η πρόθεση του μπορεί να εξαχθεί από τις μετέπειτα ενέργειες του. Στη λέξη «κρυφός» (secretly) αποδίδεται η συνήθης γραμματική έννοια δηλαδή εν κρυπτώ χωρίς να καθίσταται γνωστό σε άλλους. Ο «άδικος» που είναι μετάφραση της αγγλικής λέξης «wrongfully» που απαντάται στο αρχικό αγγλικό κείμενο του Κεφ. 154 δεν μπορεί παρά να σημαίνει περιορισμό που δεν νομιμοποιείται ή δεν βρίσκει νόμιμη δικαιολογία. Ο περιορισμός του παραπονούμενου δεν θα ήταν άδικος, μόνο εάν αυτός συναινούσε στον περιορισμό του ή λόγω κάποιας νομοθετικής πρόνοιας ο περιορισμός του ήταν νόμιμος. Ως προς το αδίκημα της ληστείας, σχετικά είναι τα άρθρα 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: «282 Όποιος κλέβει κάτι και κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής, χρησιμοποιεί ή απειλεί να χρησιμοποιήσει πραγματική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας, με σκοπό απόκτησης ή κατακράτησης εκείνου που εκλάπηκε ή με σκοπό αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού, είναι ένοχος του κακουργήματος της ληστείας. 283. Όποιος διαπράττει το ποινικό αδίκημα της ληστείας υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων. Αν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της ληστείας, τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου, αυτός υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος εξειδικεύονται ως ακολούθως: Κλοπή: απαιτείται η απόδειξη κλοπής όπως αυτή ορίζεται στο Άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα. Η αποστέρηση περιουσίας είναι αρκετή ανεξάρτητα εάν αυτή είχε τελικώς παραμείνει στην κατοχή του δράστη ή όχι. Χρήση βίας: η χρήση ή η απειλή χρήσης βίας πρέπει να συνδέεται χρονικά με την κλοπή, δηλαδή να γίνεται κατά τον αμέσως προηγούμενο της κλοπής χρόνο, ή να ασκείται κατά τη διάρκεια της ή αμέσως μετά και σε όλες τις περιπτώσεις να έχει ως στόχο την υλοποίηση της κλοπής. Η χρήση βίας ή η απειλή χρήσης βίας πρέπει βασικά να αποδειχθεί ότι έγινε με στόχο την ολοκλήρωση της κλοπής. Εναντίον οποιουδήποτε προσώπου: είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε βία, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή να έθεσε το πρόσωπο αυτό κάτω από φόβο ότι μπορούσε να ήταν υποκείμενο βίας. Αυτό με στόχο την απόκτηση ή κατακράτηση των κλαπέντων ή ως μέσο εξουδετέρωσης της αντίστασης που μπορούσε ενδεχόμενα να προβληθεί. Ως προς το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, σχετικό είναι το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Σημειωτεό ότι η κατηγορούμενη κατηγορείται με την ιδιότητα της συναυτουργού και ειδικότερα με βάση το άρθρο 20(δ) του Ποινικού Κώδικα, όπου προνοούνται τα ακόλουθα στο άρθρο 20: « Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος γι' αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) Εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα. (β) Εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον. (γ) Εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ) Εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος.» Συναυτουργός είναι αυτός ο οποίος γνωρίζει τα περιστατικά διάπραξης ενός αδικήματος και με δική του οικειοθελή πράξη βοηθά τον αυτουργό ή τον παρακινεί στη διάπραξη του αδικήματος, έστω και αν η συμβολή του αφορά μέρος μόνο των ενεργειών του αυτουργού (βλέπε Johnson v. Youden
(1950)1 Κ.Β. 544). Η έννοια του συναυτουργού ή αυτουργού στο άρθρο περιλαμβάνει, όπως λέχθηκε στην Περικλέους v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34, «συνεννόηση και συναπόφαση» όπως τον εκεί εφεσείοντα που ήταν συνοδηγός σε νυκτερινό ταξίδι μεταξύ άλλων και για τη φόνευση παρανόμως θηράματος. Ως προς το αδίκημα της έκτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 82
(2)του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «82
(2)Όποιος έχει πάνω του ή μεταφέρει μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας του ή της αυλής της, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου και ανεξάρτητα οποιασδήποτε αντίθετης διάταξης των άρθρων 29, 32 και 33, υπόκειται σε κατώτατο όριο σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο, λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένων της δοκιμασίας την οποία θα υποστεί ο καταδικασθείς και παρόμοιων ελαφρυντικών περιστατικών που σχετίζονται προσωπικά με τον καταδικασθέντα, ήθελε κρίνει σκόπιμο να επιβάλει μικρότερη ποινή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα.» Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
  1. Ο κατηγορούμενος να μεταφέρει μαχαίρι που καταλήγει σε μυτερή άκρη,
  2. Η μεταφορά αυτή να γίνεται εκτός της κατοικίας ή της αυλής του κατηγορούμενου. Το τι συνιστά μαχαίρι και αμφίστομο μαχαίρι καθορίζεται στο άρθρο 86 του ίδιου Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «"αμφίστομο μαχαίρι" σημαίνει οποιοδήποτε μαχαίρι ή άλλο όργανο το οποίο έχει λεπίδα και στις δύο πλευρές, ανεξάρτητα αν καταλήγει σε μυτερή άκρη ή όχι, και περιλαμβάνει και ξίφος σε οποιαδήποτε μορφή· "μαχαίρι" σημαίνει μαχαίρι άλλο από αμφίστομο μαχαίρι, το οποίο έχει λεπίδα, είτε αυτή καταλήγει σε μυτερή άκρη είτε όχι: Νοείται ότι στην ερμηνεία των όρων «αμφίστομο μαχαίρι» και «μαχαίρι» του παρόντος άρθρου δεν περιλαμβάνεται αμφίστομο μαχαίρι ή μαχαίρι το οποίο— (α) Προορίζεται από την κατασκευή του για σκοπούς διακόσμησης, (β) έχει από τη φύση του συλλεκτικό ή αρχαιολογικό χαρακτήρα, (γ) προορίζεται από την κατασκευή του ή λόγω της φύσης του για οικιακή, επαγγελματική, εκπαιδευτική, αθλητική χρήση ή για σκοπούς θήρας ή αλιείας ή για άλλη συναφή χρήση, ή (δ) αποτελεί μέρος της στολής των μελών των ενόπλων δυνάμεων της Δημοκρατίας ή των μελών των ενόπλων δυνάμεων άλλης χώρας, τα οποία είναι διαπιστευμένα ή βρίσκονται νόμιμα στη Δημοκρατία.» Ως προς το αδίκημα της έβδομης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 80 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος δημόσια και χωρίς νόμιμη αιτία μεταφέρει επιθετικό όπλο ή όργανο με τέτοιο τρόπο που διεγείρει τρόμο σε άλλο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, και τα όπλα του ή όργανα κατάσχονται.» Το αδίκημα αυτό στοιχειοθετείται όταν κάποιος Α) δημόσια Β) χωρίς νόμιμη αιτία Γ) μεταφέρει επιθετικό όπλο ή όργανο Δ) με τέτοιο τρόπο που διεγείρει τρόμο σε άλλο. Σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γ. Μπαμπινιώτη, «τρόμος» κατά μία ερμηνεία (την πρώτη) είναι το ισχυρό και αιφνίδιο συναίσθημα φόβου και πανικού, ενώ κατά τη δεύτερη ερμηνεία της λέξης σημαίνει πρόσωπο ή πράγμα που εμπνέει φόβο, που φοβίζει ή τρομοκρατεί. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Ως προς την επιλογή της κατηγορουμένης να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η απόφαση Eυθυμίου - ν - Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ. Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim.L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.» Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα. Ο Μ.Κ.1 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 1, στην οποία κάνει αναφορά στην εμπλοκή του στη διερεύνηση των υπό εξέταση αδικημάτων, τις ενέργειες που είχε προβεί ο ίδιος και γενικά τι περιήλθε στη γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του κατά τη συλλογή του ανακριτικού υλικού. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από την κατηγορούμενη και ως Τεκμήριο 3 τις γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στην κατηγορούμενη. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την επιταγή που σχετίζεται με τα επίδικα γεγονότα. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε, στην έκταση που θυμόταν, στα όσα περιήλθαν στην αντίληψή του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, από απόψεως ανακριτικού υλικού και γενικά αναφέρθηκε στη φύση και στην έκταση της εμπλοκής του ως ανακριτής στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο μάρτυρας αυτός ως ανακριτής εκτέλεσε τα καθήκοντά του στο ακέραιο με αντικειμενικότητα και αμεροληψία και ανεξαρτησία και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το επιλήψιμο, είτε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, είτε στην διά ζώσης του μαρτυρία. Ο μάρτυρας αυτός δεν δίστασε να αναφέρει εάν κάτι δεν γνώριζε ή δεν θυμόταν και αποκάλυπτε την πηγή της γνώσης του, κατ' επέκταση το Δικαστήριο κρίνει ότι ο μάρτυρας αυτός υπήρξε αξιόπιστος. Ο Μ.Κ.2, εις ολόκληρη ουσιαστικά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 7, στην οποία αναφέρει ότι κατέγραψε σε κατάθεση στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού το παράπονο του παραπονούμενου, δηλαδή του Μ.Κ.
  1. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Αναμφίβολα το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ως αξιόπιστη, όχι μόνο διότι δεν αντεξετάστηκε, αλλά και επειδή η μαρτυρία του και η εμπλοκή του ήταν ουσιαστικά στη λήψη του παραπόνου από τον παραπονούμενο, δηλαδή τον Μ.Κ.
  2. Ο Μ.Κ.3 είναι ο παραπονούμενος της παρούσας υπόθεσης, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε τις καταθέσεις του, δηλαδή τα Τεκμήρια 8 και
  3. Στο Τεκμήριο 8 κάνει αναφορά στη συνάντηση που είχε με δύο άτομα για αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας, όμως σε κάποιο στάδιο έχασε τις αισθήσεις του και όταν ξύπνησε ήταν δεμένος χειροπόδαρα και ήταν χτυπημένος στο κεφάλι και δεν ξέρει πώς χτυπήθηκε και από ποιον. Το ένα άτομο κρατούσε μαχαίρι και το είχε στον λαιμό του και το άλλο άτομο κρατούσε το βιβλιάριο επιταγών του παραπονούμενου επί της ΣΠΕ Κουρίου, όπου υπόγραψε δύο επιταγές, η μία για €52.000 και η άλλη για €10.000, καθώς επίσης υπόγραψε και άλλα έγγραφα που δεν ήξερε τι ήταν, λόγω του φόβου του, αφού δεχόταν απειλές για τον μοναχογιό του. Στη συνέχεια εμφανίστηκε και τρίτο άτομο και περιέγραψε τη διαδρομή που ακολούθησαν, όπου ακολούθως απελευθερώθηκε και πήγε στο σπίτι του και ακολούθως στο Νοσοκομείο. Ανέφερε ότι δεν έχει διαφορές με κανέναν, αναφέρθηκε όμως στην καταγγελία που προέβηκε εναντίον της κατηγορούμενης πριν 3‑4 χρόνια για πλαστογραφία, κάνοντας αναφορά στο ιστορικό που οδήγησε σε αυτήν την καταγγελία και από εκείνο τον καιρό η κατηγορούμενη δεν τον ενόχλησε, εξέφρασε όμως την πιθανότητα να σχετίζεται η κατηγορούμενη, αφού δεν έχει άλλες διαφορές με κανέναν. Αναφέρθηκε επίσης και στην απειλή που δέχτηκε από άγνωστο άτομο την ώρα που έδινε την κατάθεσή του, ότι έχει διορία μίαν ώρα για να αποσύρει το παράπονό του. Στο Τεκμήριο 9 αναφέρει ότι δεν γνωρίζει και δεν αναγνωρίζει συγκεκριμένα άτομα που κατονομάζονται στην κατάθεσή του, αναφέρθηκε στην υποψία του εναντίον της κατηγορούμενης και αναγνώρισε την μία εκ των επιταγών ως αυτήν που εξέδωσε υπό το καθεστώς απειλής, κάνοντας επίσης αναφορά και στην άλλη επιταγή που του κλάπηκε, ως επίσης και στην αναγνώριση του σημείου όπου δέχτηκε την επίθεση. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα και τα εις βάρος του διαπραχθέντα αδικήματα υπό το καθεστώς απειλής και με το μαχαίρι στον λαιμό του, όπου του απαίτησαν οι δράστες δύο επιταγές για τα ποσά των €52.000 και €10.000 αντίστοιχα, πράγμα που έγινε περιγράφοντας επίσης τους λόγους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συναντήθηκε με τα δύο αυτά άτομα. Αναφέρθηκε επίσης και στη νοσηλεία που έτυχε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, ως επίσης και στην εμπλοκή της κατηγορούμενης ως κτηματομεσίτριας σε προηγούμενη συναλλαγή, την οποία και περιέγραψε και που αφορούσε ακίνητη ιδιοκτησία, επαναλαμβάνοντας την υποψία του εναντίον της κατηγορούμενης, λόγω ακριβώς αυτής της συναλλαγής. Δεν αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 και ειδικότερα την υπογραφή του σε αυτήν, ούτε το όνομα του δικαιούχου, ούτε το ποσό που αναγράφεται σε αυτήν. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη θέση του ότι δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του στο Τεκμήριο 4, ως επίσης δεν αναγνωρίζει ως δικά του γραφόμενα το ποσό των €10.000 που αναγράφεται στο Τεκμήριο 4, επιρρίπτοντας ευθύνες εναντίον της κατηγορούμενης ότι του έχει πλαστογραφήσει έγγραφο που δεν είναι κατατεθειμένο στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης και στη διαδικασία αναγνώρισης που έγινε, όπου δεν αναγνώρισε τους δράστες της εναντίον του επίθεσης και απειλής και που η κατηγορούμενη δεν ήταν ανάμεσα στα άτομα αυτά, δηλαδή των δραστών. Επανάλαβε επίσης την υποψία εναντίον της κατηγορούμενης, λόγω και της πλαστογραφίας που προέβηκε η κατηγορούμενη, ως η θέση του. Επανάλαβε εκ νέου τους λόγους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συναντήθηκε με τους δράστες της εναντίον του επίθεσης. Αναφέρθηκε εκ νέου στην προηγούμενη εμπλοκή της κατηγορούμενης ως κτηματομεσίτριας για συγκεκριμένο ακίνητο, αναφέρθηκε στη νοσηλεία που έτυχε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, στην υπογραφή συμβολαίων που προέβηκε υπό το καθεστώς απειλής, δηλαδή μαχαιριού στον λαιμό. Ως ύστατη αναφορά του για να εμπλέξει την κατηγορούμενη, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη έχει εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση, διότι η κατηγορούμενη κατονομάστηκε από το άτομο που επιχείρησε να εξαργυρώσει την μία εκ των επιταγών που αποσπάστηκε από τον ίδιο υπό το καθεστώς απειλής, με βάση την πληροφόρηση που έλαβε από τον αστυνομικό. Ως προς τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι πράγματι έπεσε θύμα απαγωγής, ότι χτυπήθηκε και ότι προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 10 που κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο παραπονούμενος έπεσε θύμα ληστείας, αφού με τη χρήση βίας, δηλαδή μαχαιριού, του απέσπασαν επιταγές και ότι τελούσε υπό καθεστώς απειλής. Όμως δεν υπάρχει ικανή, σταθερή και αξιόπιστη μαρτυρία που να καταδεικνύει ενοχή της κατηγορούμενης για τους πιο κάτω λόγους: α) Η έκφραση απλής και μόνο υποψίας εναντίον της κατηγορούμενης, λόγω της διαφοράς που είχε με αυτήν πριν από 3‑4 χρόνια για κτηματική συναλλαγή και χωρίς να ενοχλήσει ή να απειληθεί από την κατηγορούμενη σε αυτό το διάστημα, δεν είναι ικανή από μόνη της στη στοιχειοθέτηση των επίδικων κατηγοριών β) Ο παραπονούμενος δεν αναγνώρισε καν το Τεκμήριο 4, τόσο στην κυρίως εξέτασή του, όσο και στην αντεξέτασή του, ως την επιταγή που έκανε αναφορά στην κατάθεσή του ότι αποσπάστηκε απ' αυτόν υπό το καθεστώς απειλής και μάλιστα υπήρξε κάθετος, δηλαδή ότι δεν αναγνώριζε σε αυτήν την υπογραφή του και γενικά ό,τι αναγράφεται σε αυτήν γ) Η κατηγορούμενη δεν ήταν ανάμεσα στα άτομα που τον απήγαγαν, τον χτύπησαν και τον απείλησαν με μαχαίρι, ως η θέση του ίδιου του παραπονούμενου, αποσυνδέοντας πλήρως την κατηγορούμενη από τη φυσική αυτουργία αυτών των αδικημάτων δ) Η αναφορά του Μ.Κ.3 ότι η κατηγορούμενη εμπλέκεται στα υπό εξέταση αδικήματα, λόγω του ότι κατονομάστηκε από συγκεκριμένο άτομο και ότι σε αυτό το άτομο είπε η κατηγορούμενη να πάει να πάρει την επιταγή, παρέμεινε μετέωρη και αναπόδεικτη, διότι αυτό το άτομο δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι επισφαλές για το Δικαστήριο να στηριχτεί σε αυτήν την αναφορά, αφού λόγω της σοβαρότητας της αναφοράς δεν επιβεβαιώθηκε ότι το άτομο αυτό φαίνεται να κατονόμασε την κατηγορούμενη. Εν πάση περιπτώσει όμως, ακόμα και να ίσχυε αυτή η αναφορά, πάλι παραμένει ένα ανυπέρβλητο κενό, διότι ο παραπονούμενος δεν αναγνώρισε καν τη μοναδική επιταγή που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο, δηλαδή το Τεκμήριο 4 ως πιο πάνω αναφέρθηκε και αξιολογήθηκε και αναμφίβολα δεν δύναται να γίνει οποιαδήποτε άλλη διασύνδεση και εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων για άλλην ή άλλες επιταγές που δεν κατατέθηκαν και δεν αναγνωρίστηκαν από τον παραπονούμενο. Ως προς την ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να αποδώσει σε αυτήν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, αφού η κατάθεσή της, που ουσιαστικά αυτή είναι η ανώμοτή της δήλωση, δεν υποστηρίχθηκε ενόρκως και ούτε επιβεβαιώνεται η κατάθεσή της με οποιανδήποτε άλλην αξιόπιστη μαρτυρία. Η αναφορά της ότι δεν έχει ανάμειξη σε αυτήν την υπόθεση δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι ούτως ή άλλως αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή της κατηγορούμενης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όχι υποχρέωση της κατηγορούμενης να αποδείξει την αθωότητά της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η κατηγορούμενη αθωώνεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal / Final Αναφορά: Συνωμοσία, απαγωγή με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό, ληστεία, επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, μαχαιροφορία κλπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.