Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ZAIDAN κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3470/19, 24/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3470/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον χχχχχ ZAIDAN χχχχχ SAHIN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 24.10.2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Αναστασίου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χρ. Αδάμου Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχθηκαν τη διάπραξη 8 συνολικά αδικημάτων. Συγκεκριμένα, ο μεν Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε τα ακόλουθα αδικήματα: · Κυκλοφορία επίσημου πλαστού εγγράφου (κατηγορία αρ.10). · Πλαστοπροσωπία (κατηγορία αρ.11). · Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία αρ.12). · Διάρρηξη κτιρίου και κλοπή (κατηγορία αρ.13). Ο δε Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε τη διάπραξη των εξής αδικημάτων: · Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β (κατηγορία αρ.5). · Μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β (κατηγορία αρ.6). · Κατοχή εκρηκτικών υλών (κατηγορία αρ.7). · Μεταφορά εκρηκτικών υλών (κατηγορία αρ.8). Σημειώνω ότι αναστάληκε η ποινική δίωξη εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες 1 - 4 που αφορούσαν το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Επίσης, αναστάληκε η ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορούμενου 1 και στην κατηγορία 9 που αφορούσε το αδίκημα της πλαστογραφίας επίσημου εγγράφου. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση κατατέθηκαν υπό μορφή έκθεσης (δέσμη Τεκμηρίου Β) και η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε επιγραμματικά σε αυτά. Σημειώνω ότι τα γεγονότα δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Συνοπτικά αναφέρω ότι οι Κατηγορούμενοι συνελήφθηκαν στις 25.02.19 κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας σε δωμάτιο ξενοδοχείου στο οποίο διέμεναν στη Λεμεσό. Στα πλαίσια της έρευνας εντοπίστηκε ένα έμφορτο πιστόλι μάρκας BERETTA και 13 σφαίρες. Το πιστόλι και οι σφαίρες ανήκαν στον Κατηγορούμενο
- Περαιτέρω, στα πλαίσια της ίδιας έρευνας προέκυψε και η διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 10 και 11 από τον Κατηγορούμενο
- Ο τελευταίος παραδέχθηκε ότι η φωτογραφία επί του πλαστού διαβατηρίου είναι δική του και την έδωσε για να ετοιμαστεί το πλαστό διαβατήριο το οποίο αγόρασε από την Τουρκία έναντι του ποσού των 500 δολαρίων. Επίσης, παραδέχθηκε ότι μαζί με άλλα τρία πρόσωπα διέπραξε τη διάρρηξη και κλοπή των γραφείων ομίλου εταιρειών στη Λεμεσό μεταξύ των ημερομηνιών 24 - 25.12.
- Η κα. Αναστασίου ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη και συγκεκριμένα στις 23.01.14 του επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων μικρότερων ποινών, ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της διάρρηξης εκκλησίας κατά τη διάρκεια της νύχτας και της κλοπής. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 δήλωσε ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 αναγνώρισε τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων και κάλεσε το Δικαστήριο όπως, μέσα στα πλαίσια της εξατομίκευσης της ποινής, προσδώσει τη δέουσα σημασία στην παραδοχή του Κατηγορούμενου 1 η οποία συνέβαλε στην εξοικονόμηση σημαντικού δικαστικού χρόνου. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την έμπρακτη μεταμέλεια του Κατηγορούμενου 1, η οποία προκύπτει μέσα από τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές. Όσον αφορά το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής, ο κ. Αδάμου επισήμανε ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο ιθύνων νους, πράγμα το οποίο διαφαίνεται και από το γεγονός ότι ο πελάτης του ιδιοποιήθηκε €1.000 από τις €40.000 που κλάπηκαν. Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1, ο ευπαίδευτος συνήγορος του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικών Υπηρεσιών. Επιπρόσθετα, σήμερα και πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην απαγγελία της ποινής ο κ. Αδάμου κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει και το γεγονός ότι με την επιβολή ποινής στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος 1 θα εκτίσει επιπλέον τρεις μήνες φυλάκιση για την ποινή που του επιβλήθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ. 2XXX0/13 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού και η οποία αναστάληκε με προεδρική χάρη. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 αναγνώρισε επίσης με τη σειρά της τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο πελάτης της και επικεντρώθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του και την παραδοχή του. Τόνισε παράλληλα τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, η οποία σε συνδυασμό με την παραδοχή του δεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, η κα. Αδάμου ανέφερε ότι το όπλο και οι σφαίρες δεν προορίζονταν για τη διενέργεια οποιασδήποτε εγκληματικής ενέργειας, αλλά ο Κατηγορούμενος 2 τα προμηθεύθηκε για τη δική του ασφάλεια διότι φοβόταν για τη ζωή του. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, η ευπαίδευτη συνήγορος του υιοθέτησε την κοινωνικοοικονομική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών και διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι αρραβωνιασμένος και όχι νυμφευμένος όπως εκ λάθους καταγράφηκε στη σχετική έκθεση. Πρόθεση του είναι όπως νυμφευθεί με την αποπεράτωση της παρούσας υπόθεσης. Είναι νομολογημένο ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1991)2 Α.Α.Δ 264). Στην προκείμενη περίπτωση για τα αδικήματα των κατηγοριών 5 και 6 προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και 15 έτη, για τα αδικήματα των κατηγοριών 7, 8 και 10 η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή ανέρχεται στα 10 έτη φυλάκισης και για τα αδικήματα των κατηγοριών 12 και 13 στα 7 έτη. Τέλος, για το αδίκημα της κατηγορίας 11 η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι η φυλάκιση 2 ετών. Ως εκ των ανωτέρω δεν χωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα υπό τιμωρία αδικήματα είναι αρκούντως σοβαρά. Περαιτέρω, σημειώνω ότι η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων έχει αναγνωριστεί και νομολογιακά όπου και επισημάνθηκε η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Ξεκινώντας από τα αδικήματα της πλαστογραφίας σημειώνω ότι η σοβαρότητα του αδικήματος της εμπορίας πλαστών διαβατηρίων και των αδικημάτων που σχετίζονται με αυτήν επισημάνθηκε από νωρίς από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ένα έγκλημα με διεθνείς προεκτάσεις. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα της υπόθεσης Ματούρ κ.α ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 36 στην οποία τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση της φιλοξενίας που παρέχει η Κυπριακή Δημοκρατία: «Η εμπορία πλαστών διαβατηρίων μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί σαν ένα διεθνές έγκλημα ή ένα έγκλημα με διεθνείς προεκτάσεις και η Κύπρος δεν μπορεί να είναι ένας πρόσφορος τόπος για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων. Προσφέρουμε φιλοξενία στους ξένους με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους αλλά και αυτοί πρέπει να αντιληφθούν ότι η κατάχρηση αυτής της φιλοξενίας συνεπάγεται κυρώσεις και ότι ταυτόχρονα μειώνει την προσφορά ευκαιριών στους ιδίους και σε άλλους συμπατριώτες τους από του να βρίσκονται με τόση ευκολία στον τόπο μας ... ». Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης υποδεικνύεται σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην Khaknegad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 192, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιβολή ποινής φυλάκισης 3 μηνών στην κατηγορία για πλαστοπροσωπία μαζί με άλλες ποινές με ανώτατη αυτή των 15 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα της πλαστογραφίας διαβατηρίου. Επίσης, στην υπόθεση Rachoo και Αστυνομία
(2014)2Β Α.Α.Δ 644 επικυρώθηκαν οι ποινές φυλάκισης 12 μηνών για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και 5 μηνών για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Μάλιστα, το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε την ποινή ως επιεική. Σε ό,τι αφορά τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων επισημαίνω ότι εξακολουθούν, δυστυχώς, να παραμένουν επίκαιρα τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565. Συγκεκριμένα, με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία, ειπώθηκε ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου HUSSEIN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποινική Έφεση αρ.252/18 ημερ. 31.05.19 επισημάνθηκε εκ νέου η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της φύσης: «Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής: «Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824).» Η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα επαναλήφθηκε και στην πρόσφατη υπόθεση Balampanidis v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B178, Ποιν. Έφ. 210/18 ημερ. 10/5/2019 όπου αναφέρθηκε επίσης ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής».» Εξίσου αυστηρή είναι η αντιμετώπιση της νομολογίας και για τα αδικήματα που σχετίζονται με την κατοχή πυροβόλων όπλων χωρίς άδεια. Αδικήματα αυτής της μορφής υπονομεύουν την έννομη τάξη και θέτουν σε κίνδυνο το αίσθημα ασφάλειας που δικαιούνται να απολαμβάνουν οι πολίτες ενός ευνομούμενου κράτους. Στη Μπενάκης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ.79/16 ημερ. 13.03.18 ειπώθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο εφεσείων είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Όπως αναφέρεται στην Ποιν. Έφ. 159/2014, Παναγή ν. Δημοκρατίας, ημερ. 16 Δεκεμβρίου 2016: « . η νομολογία θεωρεί την κατοχή και τη μεταφορά πυροβόλων όπλων άνευ αδείας ως εμπίπτουσες στα ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα. Διαχρονική είναι επίσης η θέση της νομολογίας ότι η παράνομη κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων υπονομεύουν την έννομη τάξη, ανοίγουν το δρόμο για την αναρχία, θέτουν σε κίνδυνο ανυποψίαστους κυρίως πολίτες και εκθέτουν ολόκληρη την κοινωνία στο αίσθημα ανασφάλειας. Το Κακουργιοδικείο σημείωσε επίσης τη δικαστική του γνώση ότι το φαινόμενο της παράνομης οπλοκατοχής και οπλοχρησίας δεν έχει υποχωρήσει με αποτέλεσμα να υπάρχει έξαρση στη διάπραξη παρομοίων αδικημάτων, με αντίστοιχη την υποχρέωση των Δικαστηρίων να επιβάλλουν αυστηρές και ταυτόχρονα αποτρεπτικές ποινές». Όπως έχει καθιερωθεί από τη νομολογία, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά, όμως, αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.(Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, 544 και Dorianin Vero κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 168/2013 και 169/2013, ημερ. 14 Μαΐου 2015).» Ανασκόπηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για τα αδικήματα που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 επιβάλλονται, κατά κανόνα, αυστηρές ποινές και δη ποινές στερητικές της ελευθερίας. Αυτό το γεγονός ωστόσο δεν εξουδετερώνει το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Την ίδια όμως στιγμή, η νομολογία ορίζει με σαφήνεια ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Εν προκειμένω και προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2 λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: Την παραδοχή τους. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). Τη συνεργασία τους με την αστυνομία. Την μεταμέλεια τους, όπως αυτή εκφράστηκε από τους συνηγόρους τους και προκύπτει μέσα από την παραδοχή τους και τη συνεργασία τους με την αστυνομία. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές τους περιστάσεις οι οποίες καταγράφονται στις σχετικές κοινωνικοοικονομικές εκθέσεις. Για τον Κατηγορούμενο 1 και σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 12 και 13 λαμβάνω υπόψη μου ότι δεν ήταν ο ιθύνων νους της εγκληματικής ενέργειας, καθώς και το γεγονός της παρόδου δύο περίπου ετών από τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Επίσης σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 λαμβάνω υπόψη μου μέσα στα πλαίσια της αρχής της συνολικότητας της ποινής ότι θα ενεργοποιηθεί και το υπόλοιπο των 3 μηνών της ποινής στην υπόθεση με αρ. 2XXX0/13 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού για την οποία δόθηκε προεδρική χάρη (Τζιαμά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ. 17/2017 ημερ. 18.12.2017). Για τον Κατηγορούμενο 2 προσμετρώ το γεγονός ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Τέλος, όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 λαμβάνω υπόψη μου ότι το πιστόλι δεν χρησιμοποιήθηκε σε οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια. Από την άλλη, δεν μπορώ να αγνοήσω τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων οι οποίες είναι επιβαρυντικές για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 σε σχέση με τα εγκλήματα που ο καθένας τους διέπραξε. Πιο συγκεκριμένα, ο τρόπος διενέργειας της διάρρηξης και κλοπής στην οποία συμμετείχε ο Κατηγορούμενος 1 παραπέμπει σε οργανωμένο σχέδιο. Ο Κατηγορούμενος 1 και οι συνεργοί του εισήλθαν στα γραφεία που διέρρηξαν με τη χρήση διαρρηκτικών εργαλείων, πέτυχαν την απενεργοποίηση του συστήματος συναγερμού και κατάφεραν να παραβιάσουν δύο μεγάλα χρηματοκιβώτια χρησιμοποιώντας οξυγόνο και αιχμηρά όργανα. Έστω και αν ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο ιθύνων νους της παράνομης επιχείρησης, όλα τα προαναφερόμενα καταδεικνύουν ότι έλαβε μέρος σε μία έκνομη πράξη ο τρόπος εκτέλεσης της οποίας μόνο ερασιτεχνικός δεν ήταν. Παράλληλα, ο Κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη η οποία αφορούσε και πάλι τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής. Ασφαλώς ο Κατηγορούμενος 1 δεν θα τιμωρηθεί για δεύτερη φορά για αδικήματα για τα οποία ήδη του έχει επιβληθεί ποινή, ωστόσο η επιείκεια που υπό άλλες περιστάσεις θα μπορούσε να επιδειχθεί στο πρόσωπό του περιορίζεται. Αυτό διότι οι προηγούμενες καταδίκες συνιστούν ένδειξη της στάσης του Κατηγορούμενου προς την τήρηση των Νόμων (Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 138). Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, θεωρώ ως επιβαρυντική περίσταση το γεγονός ότι το πιστόλι που βρέθηκε στην κατοχή του ήταν έμφορτο έχοντας 5 πλήρη φυσίγγια στη γεμιστήρα του. Παράλληλα, εντοπίστηκαν ακόμη 13 πλήρη φυσίγγια στην κατοχή του. Δεν παραβλέπω τον λόγο που επικαλέστηκε η κα. Αδάμου για να δικαιολογήσει την κατοχή του όπλου και των φυσιγγίων από τον Κατηγορούμενο 2. Ωστόσο, ο φόβος που ένιωθε ο Κατηγορούμενος 2 για τη ζωή του δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις παράνομες ενέργειες του. Αν υπήρχε βάσιμος φόβος για τη ζωή του, ο Κατηγορούμενος 2 θα έπρεπε να αποταθεί στις αστυνομικές αρχές για να ζητήσει την προστασία τους. Τυχόν αποδοχή της αιτιολογίας που προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 θα κατέλυε το κράτος δικαίου και θα οδηγούσε σε αναρχία. Συνεκτιμώντας επομένως όλα τα προαναφερόμενα θεωρώ ότι τα ελαφρυντικά των Κατηγορουμένων 1 και 2 δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να επισκιάσουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχουν εκτεθεί πιο πάνω θα ληφθούν υπόψη σε σχέση με το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί, όχι όμως και το είδος της. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης: Κατηγορούμενος 1: Στην κατηγορία 10, ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην κατηγορία 11, ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Στην κατηγορία 12 δεν θα επιβάλω ποινή, καθώς θα επιβληθεί ποινή στην κατηγορία 13. Έχει νομολογηθεί ότι δεν συνίσταται η επιβολή ποινής στο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη αδικήματος όταν ο δράστης τιμωρείται για το αντίστοιχο αδίκημα που αναφέρεται στην κατηγορία της συνωμοσίας (Χασσάν ν. Δημοκρατίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 742). Στην κατηγορία 13, ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Κατηγορούμενος 2: Στην κατηγορία 5 δεν θα επιβληθεί ποινή, καθώς τα γεγονότα της περιλαμβάνονται σε αυτά της κατηγορίας
- Στην κατηγορία 6, ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην κατηγορία 7 δεν θα επιβληθεί ποινή, καθώς τα γεγονότα της περιλαμβάνονται σε αυτά της κατηγορίας
- Στην κατηγορία 8, ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους Κατηγορούμενους 1 και 2 να συντρέχουν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων αξιολογώντας ορθά τις περιστάσεις των αδικημάτων σε συνάρτηση και με τις προσωπικές συνθήκες των πελατών τους δεν εισηγήθηκαν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι το σημαντικό ερώτημα που τίθεται στις περιπτώσεις εξέτασης του ενδεχομένου έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης συνίσταται στο κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων και θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας (Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 930). Στην προκείμενη περίπτωση θεωρώ ότι τόσο οι προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, όσο και οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων δεν δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν. Τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών δεν θα αντικατόπτριζε σωστά την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα τόσο σε επίδοξους νέους παραβάτες, όσο και στους ίδιους τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Επομένως, το δημόσιο συμφέρον προστάζει, κατά την άποψη μου, την άμεση εκτέλεση των ποινών. Ως χρόνος έναρξης της έκτισης των ποινών φυλάκισης λογίζεται η 06.03.19, ημερομηνία κατά την οποία οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τέθηκαν υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν, με εξαίρεση το πιστόλι και την αθλητική τσάντα τα οποία να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Νοείται ότι το πιστόλι θα επιστραφεί μόνο αφού παρουσιαστούν οι εκ του νόμου απαιτούμενες άδειες. Τα έξοδα εκ ποσού €45.00 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ................ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Final Αναφορά: Κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β και εκρηκτικών υλών, πλαστογραφία, πλαστοπροσωπία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο