Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Δήμου, Αρ. Υπόθ.: 7146/19, 2/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 7146/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον XXXXX Δήμου, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 2.10.2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μάρκου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Κεφ. 154 (κατηγορία υπ΄ αρ. 1) και της κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 255 του Κεφ. 154 (κατηγορία υπ΄ αρ. 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, διαπράχθηκε στις 09.08.18, ενώ το αδίκημα της 3ης κατηγορίας διαπράχθηκε μεταξύ της 17ης και 18ης Δεκεμβρίου 2018. Τα γεγονότα, όπως αυτά εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου, τα έχω κατά νου κατά την επιμέτρηση της ποινής και δεν θεωρώ χρήσιμη την επανάληψή τους. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι η κλαπείσα περιουσία δεν εντοπίστηκε, ενώ ο Κατηγορούμενος παραχώρησε εξαρχής θεληματική κατάθεση και προχώρησε σε υπόδειξη σκηνών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων και μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία του πελάτη του. Τόνισε, μεταξύ άλλων, ο κ. Νεοφύτου ότι ο Κατηγορούμενος παρουσιάζεται μεταμελημένος και επιθυμεί να αλλάξει πορεία στη ζωή του. Αυτή η πρόθεση του Κατηγορούμενου επιβεβαιώνεται, κατά τον κ. Νεοφύτου, από το γεγονός ότι έχει αξιοποιήσει τον χρόνο κράτησης του, αφού έχει σταματήσει πλέον τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και καταβάλλει προσπάθεια απεξάρτησης. Επίσης, εκδήλωσε για πρώτη φορά την πρόθεσή του να μιλήσει με ψυχολόγο και μέσα σε αυτά τα πλαίσια διατηρεί συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου ανέφερε ότι ο πελάτης του επιθυμεί όπως εκδοθεί διάταγμα αποζημίωσης των Παραπονουμένων πράγμα το οποίο δεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του για την παραβατική συμπεριφορά που επέδειξε. Τα αδικήματα στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρά αδικήματα γεγονός το οποίο διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη και για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη. Η σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων έχει επισημανθεί και σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες μάλιστα τονίστηκε η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε ορισμένες αποφάσεις που σχετίζονται με τα υπό τιμωρία αδικήματα, γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι απλά ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565, το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία σημειώνει ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση ένας τρόπος πάταξης του φαινόμενου. Περαιτέρω, στην υπόθεση David Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 587 λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη». Οι προαναφερόμενες επισημάνσεις επαναδιατυπώθηκαν και στις πιο πρόσφατες αποφάσεις Βέλιου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 76 και ΠΑΛΛΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 109/16 ημερ. 20.09.16. Στην τελευταία υπόθεση αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έχει καθοδηγηθεί από τη νομολογία ως προς τη σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν διαρρήξεις και κλοπές. Όπως είχαμε την ευκαιρία πρόσφατα στην υπόθεση Bandits v. Αστυνομίας, ποιν. ECLI:CY:AD:2015:B696, υποθ. 94/15 ημερ. 21.10.2015 να επαναλάβουμε: «Οι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης», οπότε η ποινή πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Παρά το ότι οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη δέον να λαμβάνονται υπόψη, αυτό δεν πρέπει να γίνεται στο βαθμό και κατά την έκταση που να εξουδετερώνει το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής.» Επομένως, η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι δεδομένη, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Το γεγονός αυτό ωστόσο δεν εξουδετερώνει το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Εν προκειμένω προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: Την παραδοχή του. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). Τη συνεργασία του με την αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση παραδεχόμενος τη διάπραξη των αδικημάτων, προβαίνοντας μάλιστα και σε υποδείξεις σκηνών. Τα δύσκολα παιδικά βιώματα του Κατηγορούμενου, ως αυτά καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση. Ο δύσκολες περιστάσεις που βίωσε ο Κατηγορούμενος ως παιδί αναμφίβολα του στέρησαν τη δυνατότητα να μεγαλώσει και να αναπτύξει την προσωπικότητα του σε ένα συγκροτημένο περιβάλλον, το οποίο θα του παρείχε και την κατάλληλη υποστήριξη που ο κάθε νέος άνθρωπος χρειάζεται. Σημειώνω ωστόσο ότι, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ανδρέας Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 77, η δυστυχία που πλήττει έναν άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα για συνέχιση της παρανομίας με ατιμωρησία Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές καταγράφονται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας. Την πρόθεση του Κατηγορούμενου να αποζημιώσει τους Παραπονούμενους μέσω της έκδοσης διατάγματος αποζημίωσης. Στην Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252, το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνωρίζοντας ότι η αποκατάσταση της ζημιάς αποτελεί μετριαστικό παράγοντα ανέφερε τα ακόλουθα: «Η επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλειά του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων - (βλ. Ieronymides, (ανωτέρω)).». Την έμπρακτη μεταμέλεια του, όπως αυτή αναδύεται μέσα από την παραδοχή του, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και την πρόθεση του να αποζημιώσει τους Παραπονούμενους. Το ότι ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου του, κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων τελούσε υπό την εξάρτηση των ναρκωτικών, ενώ πλέον από τη σύλληψη του και έπειτα καταβάλλει προσπάθεια απεξάρτησης. Αυτή η προσπάθεια του Κατηγορούμενου επιβεβαιώνεται και μέσα από το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας. Σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η προσπάθεια απεξάρτησης μπορεί να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 187). Γενικότερα λαμβάνω υπόψη μου την προσπάθεια του Κατηγορούμενου για να πραγματοποιήσει ένα νέο ξεκίνημα. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια εντάσσεται και η συνεργασία του Κατηγορούμενου με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών. Επισημαίνω ότι στη σχετική έκθεση καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος αναγνωρίζει τις συνέπειες των πράξεων και των επιλογών του και διατηρεί καλή συμπεριφορά και συνεργασία εντός των φυλακών. Την ίδια στιγμή ωστόσο δεν μπορώ να παραβλέψω το βεβαρημένο ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 1985-2016 αντιμετώπισε σωρεία ποινικών υποθέσεων, οι πλείστες εκ των οποίων αφορούσαν τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής και στις οποίες επιβλήθηκαν διάφορες ποινές φυλάκισης. Σημειώνω ότι, πέραν των άμεσων ποινών φυλάκισης, στον Κατηγορούμενο επιβλήθηκε και ποινή φυλάκισης με αναστολή. Συγκεκριμένα στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ. 20375/15 Ε.Δ. Λεμεσού που αφορούσε παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με τη μεγαλύτερη ποινή να είναι διάρκειας τριών μηνών, οι οποίες όμως αναστάλθηκαν για περίοδο τριών ετών. Το βεβαρημένο ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου αποτελεί παράγοντα που περιορίζει τον βαθμό επιείκειας που μπορεί να επιδειχθεί στο πρόσωπο του. Ασφαλώς ο Κατηγορούμενος δεν θα τιμωρηθεί για δεύτερη φορά για αδικήματα για τα οποία ήδη του έχει επιβληθεί ποινή, ωστόσο η επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί στο πρόσωπό του περιορίζεται. Αυτό διότι οι προηγούμενες καταδίκες συνιστούν ένδειξη της στάσης του Κατηγορούμενου προς την τήρηση των Νόμων. Πολύ δε περισσότερο στην παρούσα περίπτωση όπου ο Κατηγορούμενος διέπραξε εκ νέου αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, τα οποία είχε διαπράξει και στις πλείστες εκ των υποθέσεων που περιλαμβάνονται στο ποινικό του μητρώο. Συνεκτιμώντας επομένως όλα τα προαναφερόμενα θεωρώ ότι τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να επισκιάσουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχουν εκτεθεί πιο πάνω θα ληφθούν υπόψη σε σχέση με το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί, όχι όμως και το είδος της. Κατά συνέπεια κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία υπ΄ αρ. 1 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην Κατηγορία υπ΄ αρ. 3 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρεια που του παρέχεται μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: « Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 930, λέχθηκαν τα πιο κάτω ως προς τη διεργασία που θα πρέπει να ακολουθεί το Δικαστήριο όταν εξετάζει το ενδεχόμενο αναστολής ποινής φυλάκισης. «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Έχοντας υπόψη μου το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν. Ως ήδη αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος τιμωρήθηκε ξανά με ποινές φυλάκισης οι οποίες όμως δεν στάθηκαν ικανές για να αποτρέψουν την επίδειξη νέας εγκληματικής συμπεριφοράς εκ μέρους του. Παράλληλα, σημειώνω ότι το Δικαστήριο, κατά το παρελθόν, έδωσε δεύτερη ευκαιρία στον Κατηγορούμενο προκειμένου να αποδείξει εκτός φυλακών τον σεβασμό του στην τήρηση των Νόμων και των Κανονισμών της Πολιτείας. Συγκεκριμένα στις 11.12.15 τιμωρήθηκε με ποινές φυλάκισης σε σχέση με τις οποίες εκδόθηκε διάταγμα αναστολής εκτέλεσής τους. Παρά ταύτα, ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ξανά ενώπιον της δικαιοσύνης για τα υπό τιμωρία αδικήματα. Επισημαίνω ότι δεν παραγνωρίζω την προσπάθεια που φαίνεται ότι καταβάλλει πλέον ο Κατηγορούμενος για αλλαγή πλεύσης στη ζωή του. Αυτή η προσπάθεια προκύπτει, πέραν από τις δηλώσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου του, από το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας. Σημειώνω ότι πρόκειται για προσπάθεια η οποία ξεκίνησε μετά τη σύλληψη του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και της παραμονής του υπό κράτηση. Υπό το φως όλων όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω θεωρώ ότι ενδεχόμενη αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης δεν θα απέβαινε προς όφελος του Κατηγορούμενου. Η περίοδος που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση φαίνεται ότι λειτούργησε ευεργετικά για τον ίδιο, αφού του έδωσε τη δυνατότητα να αναλογιστεί τις συνέπειες των πράξεων του. Εναπόκειται πλέον στον Κατηγορούμενο να συνεχίσει τη συνεργασία του με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και να εκμεταλλευτεί την περίοδο της ποινής, έτσι ώστε να επανενταχθεί ομαλά στην κοινωνία ως χρήσιμο μέλος αυτής μετά την αποφυλάκισή του. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε σωστά την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Επομένως, το δημόσιο συμφέρον προστάζει, κατά την άποψη, την άμεση εκτέλεση των ποινών. Ως χρόνος έναρξης έκτισης των ποινών φυλάκισης λογίζεται η 03.05.19, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Έχοντας υπόψη μου τη συγκατάθεση του Κατηγορούμενου και των Παραπονουμένων, μέσω της Κατηγορούσας Αρχής, στην έκδοση διατάγματος αποζημίωσης, εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: Στην 1η Κατηγορία εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ του xxxxx Θεοχάρη για το ποσό των €1.905. Στην 3η Κατηγορία εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ του xxxxx Διονυσίου για το ποσό των €1.400. Τα προαναφερόμενα διατάγματα αποζημίωσης αναστέλλονται μέχρι την αποφυλάκιση του Κατηγορούμενου και ακολούθως για περαιτέρω περίοδο έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία αποφυλάκισής του. Τα παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορούμενου να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Διάρρηξη κτιρίου και κλοπή κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Κεφ. 154 και κλοπή κατά παράβαση του άρθρου 255 του Κεφ. 154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο