Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. KEMAL, Αρ. Υπόθεσης: 6665/19, 11/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6665/19 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εναντίον ΧΧΧΧΧ KEMAL Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 11.10.2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Αναστασίου Για τον Κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα της καλλιέργειας φυτού κάνναβης (1η κατηγορία), της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (2η κατηγορία), της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ (κατηγορίες 3 και 8) και της παράνομης κατοχής περιουσίας (11η κατηγορία). Τα γεγονότα, ως αυτά εκτέθηκαν από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου, τα έχω κατά νου στο έργο επιμέτρησης της ποινής και δεν θεωρώ ότι χρήζουν επανάληψης. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι, στη βάση των γεγονότων που έχουν εκτεθεί, τα αδικήματα αποκαλύφθηκαν κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας στην οικία του Κατηγορούμενου τον Ιούλιο του
- Η κα Αναστασίου αναφέρθηκε επίσης στο ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου το οποίο παρουσίασε ως Τεκμήριο Α. Σημειώνω ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου στην αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την παραδοχή του Κατηγορούμενου, καθώς και το γεγονός ότι για τα υπό τιμωρία αδικήματα ο πελάτης της τελεί υπό κράτηση από τις 31.07.
- Συγκεκριμένα, η κα Αδάμου ανέφερε ότι για τα επίδικα αδικήματα καταχωρήθηκε στις 08.08.2018 η υπόθεση με αριθμό 13375/18 η οποία παραπέμφθηκε στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο που συνεδριάζει στη Λεμεσό. Η εν λόγω υπόθεση εκκρεμούσε στο Κακουργιοδικείο μέχρι και τις 23.04.2019, οπότε και διακόπηκε. Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 23.04.2019, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση με την Κατηγορούσα Αρχή να ζητεί και πάλι όπως ο Κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση. Η Υπεράσπιση δεν έφερε ένσταση και το Δικαστήριο έγκρινε το αίτημα, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι σήμερα. Η κα Αδάμου στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός της πολύμηνης κράτησης του Κατηγορουμένου τονίζοντας ότι η κράτησή του όλους αυτούς τους μήνες αποτελεί επαρκή τιμωρία για την παραβατική συμπεριφορά του, αφού μέσα σε αυτή την περίοδο ο Κατηγορούμενος ήταν απών σε δύο σημαντικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στη ζωή του. Πιο συγκεκριμένα δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην κηδεία του αδελφού του η οποία τελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 2018 και στη γέννηση της θυγατέρας του η οποία σήμερα είναι 6 μηνών. Όσον αφορά τις λοιπές προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου η ευπαίδευτη συνήγορος του υιοθέτησε την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας (Τεκμήριο Β) δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια. Η κα Αδάμου ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος, μετά και τη γέννηση της θυγατέρας του, αποφάσισε όπως αλλάξει τρόπο ζωής και καταστεί χρήσιμο μέλος της κοινωνίας. Εν κατακλείδι, μετέφερε στο Δικαστήριο την υπόσχεση του Κατηγορούμενου ότι δεν θα παρανομήσει ξανά και ότι θα αποτελέσει πρότυπο για τη θυγατέρα του. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος αντανακλάται μέσα από τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινές. Συγκεκριμένα για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 οι ανώτατες προβλεπόμενες ποινές είναι για μεν το αδίκημα της 1ης κατηγορίας η ποινή φυλάκισης δια βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, για το δε αδίκημα της 2ης κατηγορίας η ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 8 η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή ανέρχεται στα 15 έτη φυλάκισης ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.25.000 ή και τις δύο αυτές ποινές, ενώ για το αδίκημα της 11ης κατηγορίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1991)2 Α.Α.Δ 264). Η σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά είναι αυτόδηλη και έχει επισημανθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα ναρκωτικά έχει κατ' επανάληψη λεχθεί ότι αποτελούν μάστιγα για την κοινωνία μας, με ολέθριες συνέπειες. Δηλητηριάζουν όχι μόνο το σώμα, αλλά και τη ψυχή των ανθρώπων. Ο εθισμός στη χρήση ναρκωτικών αποτελεί σε πολλές περιπτώσεις το έναυσμα για τη διάπραξη άλλων αδικημάτων που επέρχονται ως συνέπεια της χρήσης ναρκωτικών, ή ως αποτέλεσμα της ανάγκης των χρηστών για να εξασφαλίσουν τη δόση τους. Στον αγώνα που η κοινωνία οφείλει να καταβάλει για την αναχαίτιση και αλλαγή της θλιβερής αυτής πραγματικότητας, τα Δικαστήρια, μέσω των αποφάσεων τους, καλούνται να διαδραματίσουν τον δικό τους ρόλο. Είναι για αυτό που σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με κατευθυντήρια την υπόθεση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 επισημάνθηκε η αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών κυρίως λόγω της συχνότητας και έξαρσης με την οποία αδικήματα αυτής της φύσης εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο αλλά και των ζημιογόνων και καταστρεπτικών συνεπειών που προκύπτουν από τη διάπραξη τους σε κοινωνικό επίπεδο. Οι κίνδυνοι που προκύπτουν από τη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους τονίστηκαν στην υπόθεση ΝΑΖΙΠ ν. Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών.» Εξίσου αυστηρή είναι η αντιμετώπιση της νομολογίας και για τα αδικήματα που σχετίζονται με την κατοχή πυροβόλων όπλων χωρίς άδεια. Αδικήματα αυτής της φύσης υπονομεύουν την έννομη τάξη και θέτουν σε κίνδυνο το αίσθημα ασφάλειας που δικαιούνται να απολαμβάνουν οι πολίτες ενός ευνομούμενου κράτους. Στη Μπενάκης ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ.79/16 ημερ. 13.03.18 ειπώθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο εφεσείων είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Όπως αναφέρεται στην Ποιν. Έφ. 159/2014, Παναγή ν. Δημοκρατίας, ημερ. 16 Δεκεμβρίου 2016: « . η νομολογία θεωρεί την κατοχή και τη μεταφορά πυροβόλων όπλων άνευ αδείας ως εμπίπτουσες στα ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα. Διαχρονική είναι επίσης η θέση της νομολογίας ότι η παράνομη κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων υπονομεύουν την έννομη τάξη, ανοίγουν το δρόμο για την αναρχία, θέτουν σε κίνδυνο ανυποψίαστους κυρίως πολίτες και εκθέτουν ολόκληρη την κοινωνία στο αίσθημα ανασφάλειας. Το Κακουργιοδικείο σημείωσε επίσης τη δικαστική του γνώση ότι το φαινόμενο της παράνομης οπλοκατοχής και οπλοχρησίας δεν έχει υποχωρήσει με αποτέλεσμα να υπάρχει έξαρση στη διάπραξη παρομοίων αδικημάτων, με αντίστοιχη την υποχρέωση των Δικαστηρίων να επιβάλλουν αυστηρές και ταυτόχρονα αποτρεπτικές ποινές». Όπως έχει καθιερωθεί από τη νομολογία, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά, όμως, αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.(Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, 544 και Dorianin Vero κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B342, Ποιν. Έφ. 168/2013 και 169/2013, ημερ. 14 Μαΐου 2015).» Από τα προαναφερόμενα καταδεικνύεται η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, όπως και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Τούτο το γεγονός δεν εξουδετερώνει όμως το παράλληλο καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 224). Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Την ίδια όμως ώρα η νομολογία υπογραμμίζει ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Έχει αναφερθεί πολλάκις ότι το έργο της επιβολής ποινής είναι ένα πολύ δύσκολο, λεπτό και πολυσύνθετο έργο. Αυτό το έργο γίνεται ακόμη δυσκολότερο όταν ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται ένα νεαρό πρόσωπο το οποίο μεγάλωσε μέσα σε προβληματικές συνθήκες. Το Δικαστήριο οφείλει να εξεύρει την ισορροπία ανάμεσα αφενός στο δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την τιμωρία των εγκληματιών προς εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας και ευνομίας, αλλά και προς αποτροπή νέων επίδοξων παραβατών και αφετέρου στην αναμόρφωση του αδικοπραγούντα έτσι ώστε να προσφέρει στην κοινωνία έναν καλύτερο άνθρωπο. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να σταλεί το μήνυμα ότι η ποινή δεν σημαίνει την αποστροφή του Δικαστηρίου προς το πρόσωπο του παραβάτη, αλλά την αποστροφή του προς τις έκνομες πράξεις του. Αυτός είναι ο παιδαγωγικός ρόλος της ποινής που αποσκοπεί στη συνειδητοποίηση του λάθους και την ομαλή επανένταξη του παραβάτη στην κοινωνία. Εν προκειμένω, μέσα στα πλαίσια εξατομίκευσης και προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: Την παραδοχή του Κατηγορούμενου. Έχει αναφερθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου ως αυτές εκτίθενται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση (Τεκμήριο Β) και αναπτύχθηκαν περαιτέρω από την ευπαίδευτη συνήγορό του. Τα δύσκολα παιδικά βιώματα του Κατηγορούμενου. Ο δύσκολες περιστάσεις που βίωσε ο Κατηγορούμενος ως παιδί αναμφίβολα του στέρησαν τη δυνατότητα να μεγαλώσει και να αναπτύξει την προσωπικότητα του σε ένα συγκροτημένο περιβάλλον, το οποίο θα του παρείχε και την κατάλληλη υποστήριξη που ο κάθε νέος άνθρωπος χρειάζεται. Σημειώνω ωστόσο ότι, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ανδρέας Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 77, η δυστυχία που πλήττει έναν άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα για συνέχιση της παρανομίας με ατιμωρησία. Την αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις του, αφού πλέον ο Κατηγορούμενος είναι πατέρας ενός βρέφους 6 μηνών. Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση τόσο στην παρούσα, όσο και στην υπόθεση με αρ. 13375/18 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Αυτό το γεγονός λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας υπό την έννοια ότι υπήρξε μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του, αφού εντάχθηκε ήδη στις φυλακές, έστω και ως υπόδικος (Tsonkov v. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 9/2015 ημερ. 08.04.15) Από την άλλη, δεν μπορώ να παραβλέψω το βεβαρημένο ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου όπως αυτό καταγράφεται στο Τεκμήριο Α. Παρά το νεαρό της ηλικίας του ο Κατηγορούμενος παρουσίασε κατά το παρελθόν έντονη παραβατική συμπεριφορά η οποία, με βάση το Τεκμήριο Α, ξεκίνησε από το 2010 όταν δηλαδή ο Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 15 ετών. Σημειώνω ότι στην υπόθεση με αριθμό 22016/13 Ε.Δ. Λεμεσού επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών σε σχέση με την οποία εκδόθηκε διάταγμα αναστολής για περίοδο 3 ετών. Επισημαίνω ότι στα πλαίσια της προαναφερόμενης υπόθεσης λήφθηκαν υπόψη ακόμη 13 καταχωρηθείσες και 11 μη καταχωρηθείσες υποθέσεις που αφορούσαν αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, καθώς επίσης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β. Ο Κατηγορούμενος, παρά τη δεύτερη ευκαιρία που του δόθηκε από το Δικαστήριο, υπέπεσε στη συνέχεια και σε άλλα αδικήματα γεγονός το οποίο οδήγησε στην καταχώρηση νέων υποθέσεων εναντίον του και στην επιβολή ποινών άμεσης φυλάκισης. Το βεβαρημένο ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου αποτελεί παράγοντα που περιορίζει τον βαθμό επιείκειας που υπό άλλες περιστάσεις θα μπορούσε να επιδειχθεί στο πρόσωπο του. Ασφαλώς ο Κατηγορούμενος δεν θα τιμωρηθεί για δεύτερη φορά για αδικήματα για τα οποία ήδη του έχει επιβληθεί ποινή, ωστόσο η επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί στο πρόσωπό του περιορίζεται. Αυτό διότι οι προηγούμενες καταδίκες συνιστούν ένδειξη της στάσης του Κατηγορούμενου προς την τήρηση των Νόμων. Συνεκτιμώντας επομένως όλα τα προαναφερόμενα θεωρώ ότι τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να επισκιάσουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχουν εκτεθεί πιο πάνω θα ληφθούν υπόψη σε σχέση με το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί, όχι όμως και το είδος της. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Και τούτο έχοντας κατά νου ότι η φυλάκιση επιβάλλεται μόνον εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία υπ΄ αριθμό 1 ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Στην κατηγορία υπ΄ αριθμό 2 δεν θα επιβληθεί ποινή καθώς τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται σε αυτά της 1ης κατηγορίας στην οποία ήδη επιβλήθηκε ποινή. Στην κατηγορία υπ΄ αριθμό 3 ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην κατηγορία υπ΄ αριθμό 8 ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην κατηγορία υπ΄ αριθμό 11 ποινή φυλάκισης 20 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ως ήδη αναφέρθηκε ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και ως εκ τούτου θα πρέπει, σύμφωνα και με το άρθρο 117
(1)του Κεφ. 155, να καθοριστεί ο χρόνος έναρξης έκτισης της ποινής φυλάκισης του. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης είναι τα ίδια με αυτά της υπόθεσης με αριθμό 13375/18 του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι στα πλαίσια της προαναφερόμενης υπόθεσης ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση από τις 08.08.2018 και παρέμεινε υπόδικος μέχρι τις 23.04.2019 οπότε και διακόπηκε η εν λόγω υπόθεση. Στις 23.04.2019 καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση και διατάχθηκε εκ νέου όπως ο Κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση. Στη βάση επομένως των πιο πάνω αδιαμφισβήτητων δεδομένων, θεωρώ ότι ως χρόνος έναρξης έκτισης της ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου λογίζεται η 08.08.2018. Ως εκ των ανωτέρω, ο χρόνος που ο Κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση υπερκαλύπτει τις ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν σήμερα. Κατά συνέπεια, διατάσσεται όπως ο Κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Όσον αφορά τα Τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης δίδονται οι ακόλουθες οδηγίες: Το φυτό κάνναβης, τα αποτυπώματα και τα παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορούμενου να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Το όπλο μάρκας ROBUST (ΔΟΚΟ) και το όπλο τύπου φλοπέρ (ΜΟΚΟ) να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους, εφόσον παρουσιαστούν οι εκ του Νόμου απαιτούμενες άδειες. Το ποδήλατο, τα ηλεκτρικά τραπανάκια, το κράνος και τα συλλεκτικά αντικείμενα να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Αναφορικά με τα έξοδα εκ ποσού €120, έχοντας κατά νου ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν δεν αναστάλθηκαν αλλά ο Κατηγορούμενος αφήνεται ελεύθερος διότι ο χρόνος που παρέμεινε υπόδικος υπερβαίνει τις ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως αυτά καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Συνεπώς, εκδίδεται ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, καλλιέργεια φυτού κάνναβης και παράνομη κατοχή περιουσίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο